Η ΑΙΡΕΣΙΣ ΤΟΥ ΑΚΙΝΔΥΝΟΥ ΚΑΤΑ ΤΟΝ ΑΓ. ΓΡΗΓΟΡΙΟ ΠΑΛΑΜΑ.
ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΣΤΙΣ ΚΑΚΟΔΟΞΙΕΣ ΤΟΥ ΓΙΑΝΝΑΡΑ
Η Θεολογία αυτή είναι φιλοσοφική και σημαίνει θεολογική στατικότητα, διότι εκκινεί απο την ιδέα του Θεού (Persona Dei), και όχι απο την εμπειρία της κοινωνίας μετά του Θεού. Και μένει ο Θεός απόλυτος χωρίς κοινωνία με το σχετικό. Ο Θεός είναι απλός, δέν έχει προσόντα ή κτήσεις αλλά απλώς είναι, δέν έχει υποστάσεις αλλά είναι υποστάσεις, δέν έχει Υιόν αλλά γεννά Υιόν, δέν έχει βουλή αλλά βουλεύεται.
Ο Θεός κατά την ουσία του, αποχωρισμένος και απαλλαγμένος απο όλα, είναι υπεράνω απο κάθε νού και κάθε λόγο, κάθε είδος ενώσεως και μεθέξεως, αμέθεκτος, ανώνυμος, ανέκφραστος. Αλλά απο την υπερβολή τής φυσικής του αγαθότητος εφρόντισε για όλα τα απολύτως κατώτερά του όντα και πρίν ακόμη έλθουν στην ύπαρξη με μόνη την έννοια (εννοήσας) τα προέγνωσε και προώρισε. Και προήγαγε με την βούλησί του τα καθέκαστα στον καιρό τους. Κατ'αυτές λοιπόν τις ενέργειες ο άσχετος κατ'ουσίαν Θεός, θεωρείται σε κάποια σχέση. Ποιές είναι αυτές; Η θελητική και η δημιουργική, η συνεκτική και εποπτική, βάσει της οποίας μάλιστα καλείται και Θεός. Έτσι ο άσχετος Θεός θεωρείται σε σχέση με κάτι ώς αρχή και δημιουργός και αίτιος των όντων που προήλθαν απο αιτία!
ΤΙ ΙΣΧΥΕΙ ΟΜΩΣ ΣΤΗΝ ΣΩΤΗΡΙΑ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ;
Λέει ο Γρηγόριος ο Θεολόγος: εθυμήθηκα τον ήλιο, την ακτίνα και το Φώς. Αλλά με πιάνει κι'εδώ φόβος μήν τυχόν δώσουμε μεν ουσία στον Πατέρα, δέν δώσουμε όμως υπόσταση στα άλλα, αλλά τα θεωρήσουμε δυνάμεις τού Θεού που ενυπάρχουν σ'αυτόν αλλά δέν είναι αυθυπόστατες. Αλλά οι Πατέρες συνεκφωνούν με την κάθε μία υπόσταση, το ενυπόστατο και έτσι τις διαστέλλουν απο τις κοινές ενέργειες.
Αν ο Υιός λοιπόν είναι ενέργεια και όχι γέννημα τότε αυτός δέν είναι ούτε ο ενεργήσας ούτε το ενεργηθέν (διότι η ενέργεια είναι κάτι διαφορετικό απο αυτά), αλλά είναι και ανυπόστατος διότι καμμία ενέργεια δέν είναι ενυπόστατος.
Οι ενέργειες υπάρχουν αϊδίως στην Αγία Τριάδα και γι'αυτό είναι άκτιστες και κάθε υπόσταση έχει αϊδίως τις ενέργειες αυτές. Δέν είναι, διότι μόνον οι υποστάσεις ειναι ενυπόστατες.
Η ομοιότης τών ευρισκομένων σε ουσία και υπόσταση είναι πρός τα ενούσια και ενυπόστατα, αλλά όχι πρός εκείνα που έχουν την ύπαρξί τους μέσα σε άλλα, όπως η σοφία στο σοφό και η βουλή στο βουλευόμενο. Όπως λεει και ο μάρτυς Ιουστίνος, αν άλλο είναι το υπάρχειν και άλλο το ενυπάρχειν και υπάρχει μέν η ουσία του Θεού, ενυπάρχει δέ στην ουσία η βουλή, άλλη είναι η ουσία του Θεού, ενυπάρχει δέ στην ουσία η βουλή, και άλλη λοιπόν είναι η ουσία και άλλη η βουλή! Βουλή είναι φυσική ενέργεια του Θεού και η λέξις Θεός δηλώνει τον ενεργούντα, Θεότης την ενέργεια. Στον Θεό πλήν εκείνων των τριών τίποτε άλλο δέν είναι ενυπόστατο, δηλαδή αυθυπόστατο. Ο Θεός έχει ουσία για ύπαρξη, βούληση δέ για δημιουργία.
Ο Ακινδυνος λοιπόν μετέφερε στην ενέργεια αυτά που είπαν οι Έλληνες επί της βουλής. Έτσι ο Ιουλιανός ο Παραβάτης στον Λόγο του "είς τον βασιλέα Ήλιον" γράφει: ''δέν είναι άλλο μέν ουσία Θεού άλλο δέ δύναμις κι'ένα τρίτο πέρα απο αυτά ενέργεια, διότι όλα όσα θέλει, αυτά είναι που μπορεί και ενεργεί. Πράγματι ούτε ό,τι δέν υπάρχει βούλεται, ούτε ό,τι βούλεται αδυνατεί να δράση, ούτε ότι δέν μπορεί να ενεργήση θέλει να ενεργεί''. Ταυτίζοντας την Θεία Φύση με την άκτιστη ενέργεια. Καταλήγουμε λοιπόν να θεωρήσουμε την θέωση φυσική μίμηση και τον Θεούμενο φύσει Θεό! Διότι αναγκαίως ο Θεούμενος θα είναι φύσει Θεός άν η θέωση γίνει κατα δεκτική ικανότητα της φύσεως. [Απο το κατ'εικόνα και καθ'ομοίωσιν]. Λέει λοιπόν ο Μέγας Αθανάσιος: ένα Θεό δεχόμαστε σε τρείς υποστάσεις που έχει μία ουσία και δύναμη και ενέργεια και όσα άλλα παρατηρούνται γύρω απο την ουσία θεολογούμενα και υμνούμενα. Και ο Θείος Δαμασκηνός διευκρινίζει: τα υποστατικά δέν είναι υπόστασις, αλλά χαρακτηριστικά υποστάσεως, επομένως και τα φυσικά δέν είναι φύσις, αλλά χαρακτηριστικά φύσεως.
Φυσικά λέμε τα θελήματα και τις ενέργειες, εννοώ την θέληση και την ενεργητική δύναμη, κατά την οποία θέλουν και ενεργούν τα θέλοντα και τα ενεργούντα. Και όσα λέμε περί του Θεού καταφατικώς δέν δηλώνουν την Φύση αλλά τα γύρω απο την Φύση. Είτε αγαθό, είτε δίκαιο, είτε σοφό είτε κάτι άλλο πώς, δέν δηλώνεις την Φύση του Θεού, αλλά τα γύρω απο την Φύση.
Ο θεωμένος άνθρωπος λοιπόν παίρνει όλον τον ίδιο τον Θεό αντί για τον εαυτό του, εκτός την κατ'ουσίαν ταυτότητα! Έτσι λοιπόν ο άνθρωπος που πέτυχε την θέωση γεννιέταιθείως απο τον Θεό, μάλλον κατά την χάρη, αλλά δέν κτίζεται, όπως λέει ο Μέγας Αθανάσιος: οι άνθρωποι δέν θα μπορούσαν να δεχθούν αλλοιώς, επειδή είναι φύσει κτίσματα, το πνεύμα του φυσικού και αληθινού Θεού και να γίνουν υιοί του Θεού, παρά μόνον με την ενσάρκωση του Λόγου. Η οποία κατέστησε το ανθρώπινο δεκτικό Θεότητος και το κάλεσε υιό. Και ο άνθρωπος μορφώνεται εναρμονίως πρός εκείνο το κάλλος. "Εί ομοίως ο Θεός κτίζει και γεννά, ομοίως και κτίστης ημών και Πατήρ εστιν ο Χριστός-Θεός γάρ-και ού χρεία της διά του Αγίου Πνεύματος υιοθεσίας".
Και λέει πάλι για τον ίδιον ο Κύριος: "όν απέστειλε ο Θεός, τα ρήματα του Θεού λαλεί, ού γάρ εκ μέτρου δίδωσιν ο Θεός το πνεύμα". Και ο Χρυσόστομος διευκρινίζει: πνεύμα εδώ λέει την ενέργεια, διότι αυτή είναι που μερίζεται. Πράγματι όλοι εμείς παίρνουμε την ενέργεια του πνεύματος με μέτρο, εκείνος όμως και ώς άνθρωπος είχε λάβει την χάρη και ενέργεια του πνεύματος, και την είχε επομένως ολόκληρη. Αν δέ η ενέργεια είναι αμέτρητη, πολύ περισσότερο είναι η ουσία. Έτσι εκ του πληρώματος αυτού ημείς πάντες ελάβομεν. Και έτσι αυτός εκχύνει απο το πνεύμα του πρός όλους κατά την διάθεσιν εκάστου. "Μέρους έκαστος ευμοίρησεν οπόσον εχώρησεν".
Ο Κύριος παίρνοντας την ανθρώπινη σάρκα μας απο την Παρθένο μάς έδωσε αντί γι'αυτή Θείο Πνεύμα. Αυτός έγινε πρώτος γεννητός του Αγίου Πνεύματος κατά σάρκα για τούτο, για να έχουμε κι'εμείς την νοητή αναγέννηση, καθώς η χάρις θα διαβαίνη και σ'εμάς, όχι απο αίματα, ούτε απο θέλημα σαρκός, ούτε απο θέλημα ανδρός. Ο Λόγος του Πατρός ενωθείς με την σάρκα έγινε σάρκα, έτσι ώστε οι άνθρωποι αφού ενωθούν με το πνεύμα, να γίνουν ένα πνεύμα. Αυτός λοιπόν είναι Θεός σαρκοφόρος κι'εμείς άνθρωποι πνευματοφόροι. (Περί σαρκώσεως του Λόγου 8).
Και όχι ίνα ώσιν εν οι Εκκλησίες!
ΓΙΑΝΝΑΡΑΣ
Η Εκκλησία είναι εκείνη η συλλογικότητα κτιστών λογικών υπάρξεων, που θέλουν και επιχειρούν να υπάρξουν με τον τρόπο του Ακτίστου: της άκτιστης αιτιώδους αρχής του υπάρχειν. Ο τρόπος του Ακτίστου είναι η ελευθερία από κάθε προκαθορισμό της ύπαρξης: υπάρχει το Άκτιστο επειδή ελεύθερα θέλει να υπάρχει, και θέλει να υπάρχει επειδή αγαπάει. Τρόπος του Ακτίστου είναι η ύπαρξη ως σχέση, ως αγαπητική κοινωνία του υπάρχειν - ύπαρξη με τον τρόπο της αγάπης (που είναι η κορυφαία σε πληρότητα ελευθερία): τρόπο της «πατρότητας», της «υιότητας», της «εκπόρευσης».
Τον τρόπο του Ακτίστου τον έκανε γνωστό και προσιτό στις κτιστές λογικές υπάρξεις ηενσάρκωση του Υιού και Λόγου. Γι’ αυτό και τολμούμε (όχι αυθαίρετα ούτε παράλογα) να λέμε ότι ο τρόπος (το σώμα) του Υιού και Λόγου είναι η Εκκλησία. Διότι η Εκκλησία επιχειρεί και στοχεύει να σαρκώσει, ως ελεύθερη επιλογή, την ανθρώπινη ύπαρξη, όπως την αποκάλυψε ως «σάρκα» Του («θεωμένη», ελεύθερη από τις αναγκαιότητες του κτιστού) με την ενανθρώπησή Του ο Υιός. Ποιος είναι ο τρόπος που αποκάλυψε ως «σάρκα» Του ο ενανθρωπήσας Υιός; Είναι η κένωση: η φάτνη και ο σταύλος, ο σταυρός και ο θάνατος: το άδειασμα (ελεύθερη, εκούσια παραίτηση) από κάθε ατομοκεντρική αυτασφάλιση, κάθε ιδιο-τέλεια, κάθε εκζήτηση υπαρκτικής αυτάρκειας).
ΠΡΟΣ ΑΚΙΝΔΥΝΟΝ - ΛΟΓΟΣ ΑΝΤΙΡΡΗΤΙΚΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟΣ(1)
ΣΤΟΝ ΑΙΡΕΣΙΩΤΗ ΤΗΣ ΚΑΚΟΔΟΞΙΑΣ ΤΟΥ ΒΑΡΛΑΑΜ ΠΟΥ ΣΥΝΕΓΡΑΨΕ ΥΠΕΡ ΑΥΤΗΣ ΜΕΤΑ ΤΗ ΦΥΓΗ ΚΑΙ ΣΥΝΟΔΙΚΗ ΚΑΤΑΔΙΚΗ ΕΚΕΙΝΟΥ
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1
Ότι είναι κοινό σε όλους τους αιρετικούς με πρόφαση την απλότητα του Θεού να ονομάζουν διθεΐτες και τριθεΐτες τους ορθοδόξους, και ότι ο Ακίνδυνος ζηλεύοντας αυτούς κατηγορεί ψευδώς τον Παλαμά για διθεΐα
1. Συνοπτικά, τρία είναι τα μέσα δια των οποίων, εκείνοι που περιέπεσαν σε πονηρές αιρέσεις μετά την δια σαρκός επιφάνεια του Λόγου του Θεού, εξαπάτησαν τους εαυτούς τους και τους οικείους οπαδούς τους ώστε να αντέχουν το ψεύδος ως αλήθεια. Θα μπορούσε κάνεις να δει ότι οι αντίπαλοί μας δεν στερούνται κανένα από αυτά. Ποιά λοιπόν είναι αυτά; Είναι η υποκριτική ευλάβεια προς τα θεία, η παρερμηνεία των λόγων των προφητών, των αποστόλων και των πατέρων, και επίσης η ενότης (το ενιαίον) και απλότης (απλούν) του Θεού, με την πρόφαση των οποίων διακηρύσσουν παντού ότι οι ορθόδοξοι είναι πολύθεοι, αφού δήθεν δεν τηρούν τη θεία απλότητα.
Έτσι ο από την Λιβύη Σαβέλλιος χαρακτήρισε ως πολυθέους τους λατρεύοντες ένα Θεό σε τρεις τέλειες υποστάσεις, τις οποίες αυτός συνενώνει σε μια υπόσταση με πρόφαση την απλότητα. Έτσι επίσης ο Άρειος και ο Ευνόμιος και οι σύμφωνα με αυτούς δεχόμενοι τον Πατέρα μόνον Θεό άκτιστο χάριν δήθεν της ενότητος του Θεού, διαβεβαίωναν ότι είναι τριθεΐτες εκείνοι που θεωρούν όχι μόνο τον Πατέρα, αλλά και τον Υιό και το Πνεύμα άκτιστα, ώστε και ο μέγας Βασίλειος να συγγράψει απολογία προς εκείνους που τον κατηγορούσαν για τριθεΐα. Πρόσφεραν δε μαρτυρίες ο καθένας για τη γνώμη του αναφέροντας τα λόγια της θεόπνευστης Γραφής που τους εφαίνονταν ότι συνηγορούν σ’ αυτούς και υποκρινόμενοι την άκρα ευλάβεια προς αυτά δεν εδέχονταν τις προσθήκες των ευσεβοφρόνων για τη φανέρωση της αληθείας.
2. Πράγματι ο Σαβέλλιος χρησιμοποιούσε τό από τον Κύριο λεγόμενο στα Ευαγγέλια, «εγώ και ο Πατήρ είμαστε ένα», κι’ εκείνους που τους εδέχονταν ένα κατά την ουσία τους, αλλά διαφορετικούς στις υποστάσεις, και το απεδείκνυαν με πολλούς τρόπους, τους εθεωρούσε αποτροπαίους και δυσσεβείς, νομίζοντάς τους και ονομάζοντάς τους καινοτόμους, αφού τάχα επινοούν προσθήκες στα ιερά λόγια.
Ο δε Αρειός προέβαλλε πάλι εκείνο που ελέχθηκε από τον Κύριο, ότι «ο Πατήρ μου είναι μεγαλύτερος μου», και δεν δεχόταν ν’ ακούσει εκείνους που εδείκνυαν ότι εχαρακτήρισε τον Πατέρα ως ανώτερο του κατά το ανθρώπινο ή κατά τον λόγο του αιτίου ως Πατέρα, που είναι κατά φύσιν ομότιμος ως ομοούσιος· και τους κατηγορούσε ως καινοφώνους και ομοουσιαστές και πολυθέους.
Έτσι και ο Νεστόριος, μη παραδεχόμενος την καθ’ υπόστασιν ένωση τού από μας προσλήμματος και του από απερίγραπτη φιλανθρωπία Λόγου που το προσέλαβε, ενόμιζε ότι διατηρεί ανέπαφη και ασυνδύαστη την υπόσταση του Λόγου του Θεού· και στους ορθοφρονούντες όλους προσήπτε την κατηγορία ότι καθιστούν σύνθετον τον Λόγον του Θεού. Αλλά και ο Διόσκουρος και ο Ευτύχης αρνούνταν τη διαφορά μεταξύ των δύο φύσεων του Χριστού, νομίζοντας και σ’ αυτό αφρόνως ότι έπρεπε να δέχονται την απλότητα και κατήγγελλαν για διθεΐα εκείνους που αναγνώριζαν τη διαφορά τών ασυγχύτως ηνωμένων, με την ιδέα ότι τάχα αυτή δεν διαιρούσε αδιαιρέτως αλλά απλώς εχώριζε. Ο δε Πύρρος και ο Σέργιος κατά τον ίδιο τρόπο εδίωκαν εκείνους που καταλλήλως με τις δυο φύσεις εδέχονταν και τις ενέργειες και τα θελήματα στο Χριστό, νομίζοντας φρενοβλαβώς ότι η καθεμιά από τις δυο ενέργειες εισάγει και ιδιαίτερο πρόσωπο και ισχυριζόμενοι ότι η διαφορά των ενεργειών και των θελημάτων είναι διαφορά προσώπων.
3. Έτσι λοιπόν και τώρα αυτοί που κατά μίμηση εκείνων «ενυβρίζουν το Πνεύμα της χάριτος», για να εκφρασθώ αποστολικώς, κατεβάζουν σε κτίσμα το ανέσπερο φως κι’ αθετούν τη θειότατη έλλαμψη προς τους άξιους, με πρόφαση τη θεία απλότητα, κατηγορούν εμάς ψευδώς για διθεΐα, διότι τάχα δεχόμαστε και αποδεικνύομε διαφορά μεταξύ θείας ουσίας και θείας ενεργείας επειδή αναγνωρίζουμε άκτιστη τη χάριν και δόξα και λαμπρότητα της θείας φύσεως. Και υποκρινόμενοι ευλάβεια προς την ακριβή ευσέβεια, άλλους αγίους εκβάλλουν τής ασφαλείας (από το αλάθητο), άλλους αποκαλούν οι ίδιοι ομολογουμένους θεολόγους, και τούτων λέγουν ότι δέχονται αυτολεξεί μερικές εκφράσεις (πράγμα που κάθε αιρετικός θα μπορούσε να το ειπεί, και μάλιστα το έχουν ειπεί κατά καιρούς, αλλά εξελέγχθηκαν από τους τότε προμάχους του Πνεύματος της αληθείας), και παρερμηνεύοντάς τες και κακοποιώντας τες, ενώ δεν αποδέχονται τα συγγράμματά τους που διδάσκουν την αλήθεια, καταπόθηκαν από την πλάνη τελείως.
4. Έτσι λοιπόν και οι τώρα αντιτιθέμενοι στην αλήθεια σπεύδουν με κάθε τρόπο να παραδώσουν στην αφάνεια τα συγγράμματά μας, διότι στηλιτεύουν την κακοδοξία τους, την οποία κρατούν έως το τέλος. Εμείς όμως, με τη δύναμη και τη χάρη του χορηγού της αληθείας, δεν θα σταματήσουμε να προβάλλουμε τη συμμαχία (βοήθεια) από τα συγγράμματα υπέρ της αληθείας και να επιδεικνύουμε καθαρό το νόημα (τον νου) των θείων λόγων σ’ αυτούς που με νου προσέχουν (επιμελώς) τα λεγόμενα από μας.
5. Επειδή λοιπόν και τώρα συνελήφθηκαν στη Θεσσαλονίκη και προσκομίσθηκαν σ’ εμάς τα πονηρά συγγράμματα του Ακίνδυνου, που μετά την φυγή του Βαρλαάμ έγινε προϊστάμενος της αιρέσεως του, ας τα παρουσιάσουμε κι’ αυτά φανερά, αντιπαραθέτοντας εγγράφως τη διατύπωση (έκφανση) της αληθείας. Όπως δηλαδή εκφράζοντας δυσσεβείς απόψεις στη μεγάλη σύνοδο κατά το ίδιο έτος (1341) ελέγχθηκε από μας με αντιπαράθεση κατά πρόσωπο, έτσι και τώρα που τα παρέδωσε σε γραφή να εντροπιασθή από τα υπέρ της αλήθειας συγγράμματά μας, ώστε να συγκρατηθεί, όσο εξαρτάται από εμάς, από το να διαδίδει την κακότητά (κακόνοιά) του. Αλλά βέβαια με τί να προλογίσω το θέμα του ανθρώπου που προηγουμένως εξελέγχθηκε συνοδικώς και όχι μόνο δεν απεφάσισε ν’ αλλάξει προς το καλύτερο, αλλά και επεχείρησε να επικυρώσει τη δυσσέβεια με εκτενή συγγράμματα; Από πού αλλού παρά από τη φωνή του μεγαλοφωνοτάτου Ησαΐα;
6. «Αλλοίμονο σ’ αυτούς που γράφουν πονηρούς νόμους, διότι με τη γραφή τους συντάσσουν πονηρά υπομνήματα· και τί θα κάμουν την ημέρα της κρίσεως;». Όχι μόνο της κρίσεως, που θα επιβληθεί σ’ αυτούς όταν ο Κύριος των εκδικήσεων φθάσει, κατά τους φιλαλήθεις θεολόγους, τέτοιος «όπως εφάνηκε ή εδείχθηκε στους μαθητές επάνω στο όρος, όπου η θεότης υπερνίκησε το σαρκίο», αλλά και αυτής που φέρουμε εμείς τώρα κατά τις σεπτές πατερικές διδασκαλίες και κατά την επίγνωση της αληθείας που με μέτρο μας χορηγήθηκε από τη χάριν του Θεού. Πράγματι, επειδή τους χρειάσθηκαν υποβολιμαία πρόσωπα, για να αποκρύψουν ότι αντεπεξέρχονται κατά των άγιων πατέρων, χρησιμοποίησαν εμάς αντί για εκείνους. Επομένως δεν θα ήταν δίκαιο να μας κατηγορήσει κανείς που αποφασίσαμε, μάλλον δε που αναγκασθήκαμε ν’ αντιμετωπίσουμε κατά δύναμιν και να εξετάσουμε με βάση την αλήθεια και με ακριβή έλεγχο τα πράγματι πονηρά συγγράμματα που συνέταξαν αυτοί οι άθλιοι, φευ, κατά της ευσεβείας, δια των οποίων υποβιβάζουν σε κτίσμα τη λαμπρότητα του μονογενούς. Είναι η λαμπρότης με την οποία άστραψε δια του σώματος επάνω στο όρος και περιάστραψε τους μαθητές, με την οποία παρουσίασε ενώπιον των οφθαλμών τους γυμνή την κρυμμένη κάτω από τη σάρκα άφθαρτη αίγλη της θεότητος, με την οποία θα έλθει για να περιλάμψει όλους τους υιούς του μέλλοντος αιώνος ως Πατήρ τού μέλλοντος αιώνος, μάλλον δε για να καταστήσει το φώς διαρκές (διηνεκές) και αναντικατάστατο (αδιάδοχον) και να απεργαστεί σε άλλους ήλιους τους μετέχοντες εκείνου του φωτός.
(Συνεχίζεται)
Αμέθυστος
Ότι είναι κοινό σε όλους τους αιρετικούς με πρόφαση την απλότητα του Θεού να ονομάζουν διθεΐτες και τριθεΐτες τους ορθοδόξους, και ότι ο Ακίνδυνος ζηλεύοντας αυτούς κατηγορεί ψευδώς τον Παλαμά για διθεΐα
1. Συνοπτικά, τρία είναι τα μέσα δια των οποίων, εκείνοι που περιέπεσαν σε πονηρές αιρέσεις μετά την δια σαρκός επιφάνεια του Λόγου του Θεού, εξαπάτησαν τους εαυτούς τους και τους οικείους οπαδούς τους ώστε να αντέχουν το ψεύδος ως αλήθεια. Θα μπορούσε κάνεις να δει ότι οι αντίπαλοί μας δεν στερούνται κανένα από αυτά. Ποιά λοιπόν είναι αυτά; Είναι η υποκριτική ευλάβεια προς τα θεία, η παρερμηνεία των λόγων των προφητών, των αποστόλων και των πατέρων, και επίσης η ενότης (το ενιαίον) και απλότης (απλούν) του Θεού, με την πρόφαση των οποίων διακηρύσσουν παντού ότι οι ορθόδοξοι είναι πολύθεοι, αφού δήθεν δεν τηρούν τη θεία απλότητα.
Έτσι ο από την Λιβύη Σαβέλλιος χαρακτήρισε ως πολυθέους τους λατρεύοντες ένα Θεό σε τρεις τέλειες υποστάσεις, τις οποίες αυτός συνενώνει σε μια υπόσταση με πρόφαση την απλότητα. Έτσι επίσης ο Άρειος και ο Ευνόμιος και οι σύμφωνα με αυτούς δεχόμενοι τον Πατέρα μόνον Θεό άκτιστο χάριν δήθεν της ενότητος του Θεού, διαβεβαίωναν ότι είναι τριθεΐτες εκείνοι που θεωρούν όχι μόνο τον Πατέρα, αλλά και τον Υιό και το Πνεύμα άκτιστα, ώστε και ο μέγας Βασίλειος να συγγράψει απολογία προς εκείνους που τον κατηγορούσαν για τριθεΐα. Πρόσφεραν δε μαρτυρίες ο καθένας για τη γνώμη του αναφέροντας τα λόγια της θεόπνευστης Γραφής που τους εφαίνονταν ότι συνηγορούν σ’ αυτούς και υποκρινόμενοι την άκρα ευλάβεια προς αυτά δεν εδέχονταν τις προσθήκες των ευσεβοφρόνων για τη φανέρωση της αληθείας.
2. Πράγματι ο Σαβέλλιος χρησιμοποιούσε τό από τον Κύριο λεγόμενο στα Ευαγγέλια, «εγώ και ο Πατήρ είμαστε ένα», κι’ εκείνους που τους εδέχονταν ένα κατά την ουσία τους, αλλά διαφορετικούς στις υποστάσεις, και το απεδείκνυαν με πολλούς τρόπους, τους εθεωρούσε αποτροπαίους και δυσσεβείς, νομίζοντάς τους και ονομάζοντάς τους καινοτόμους, αφού τάχα επινοούν προσθήκες στα ιερά λόγια.
Ο δε Αρειός προέβαλλε πάλι εκείνο που ελέχθηκε από τον Κύριο, ότι «ο Πατήρ μου είναι μεγαλύτερος μου», και δεν δεχόταν ν’ ακούσει εκείνους που εδείκνυαν ότι εχαρακτήρισε τον Πατέρα ως ανώτερο του κατά το ανθρώπινο ή κατά τον λόγο του αιτίου ως Πατέρα, που είναι κατά φύσιν ομότιμος ως ομοούσιος· και τους κατηγορούσε ως καινοφώνους και ομοουσιαστές και πολυθέους.
Έτσι και ο Νεστόριος, μη παραδεχόμενος την καθ’ υπόστασιν ένωση τού από μας προσλήμματος και του από απερίγραπτη φιλανθρωπία Λόγου που το προσέλαβε, ενόμιζε ότι διατηρεί ανέπαφη και ασυνδύαστη την υπόσταση του Λόγου του Θεού· και στους ορθοφρονούντες όλους προσήπτε την κατηγορία ότι καθιστούν σύνθετον τον Λόγον του Θεού. Αλλά και ο Διόσκουρος και ο Ευτύχης αρνούνταν τη διαφορά μεταξύ των δύο φύσεων του Χριστού, νομίζοντας και σ’ αυτό αφρόνως ότι έπρεπε να δέχονται την απλότητα και κατήγγελλαν για διθεΐα εκείνους που αναγνώριζαν τη διαφορά τών ασυγχύτως ηνωμένων, με την ιδέα ότι τάχα αυτή δεν διαιρούσε αδιαιρέτως αλλά απλώς εχώριζε. Ο δε Πύρρος και ο Σέργιος κατά τον ίδιο τρόπο εδίωκαν εκείνους που καταλλήλως με τις δυο φύσεις εδέχονταν και τις ενέργειες και τα θελήματα στο Χριστό, νομίζοντας φρενοβλαβώς ότι η καθεμιά από τις δυο ενέργειες εισάγει και ιδιαίτερο πρόσωπο και ισχυριζόμενοι ότι η διαφορά των ενεργειών και των θελημάτων είναι διαφορά προσώπων.
3. Έτσι λοιπόν και τώρα αυτοί που κατά μίμηση εκείνων «ενυβρίζουν το Πνεύμα της χάριτος», για να εκφρασθώ αποστολικώς, κατεβάζουν σε κτίσμα το ανέσπερο φως κι’ αθετούν τη θειότατη έλλαμψη προς τους άξιους, με πρόφαση τη θεία απλότητα, κατηγορούν εμάς ψευδώς για διθεΐα, διότι τάχα δεχόμαστε και αποδεικνύομε διαφορά μεταξύ θείας ουσίας και θείας ενεργείας επειδή αναγνωρίζουμε άκτιστη τη χάριν και δόξα και λαμπρότητα της θείας φύσεως. Και υποκρινόμενοι ευλάβεια προς την ακριβή ευσέβεια, άλλους αγίους εκβάλλουν τής ασφαλείας (από το αλάθητο), άλλους αποκαλούν οι ίδιοι ομολογουμένους θεολόγους, και τούτων λέγουν ότι δέχονται αυτολεξεί μερικές εκφράσεις (πράγμα που κάθε αιρετικός θα μπορούσε να το ειπεί, και μάλιστα το έχουν ειπεί κατά καιρούς, αλλά εξελέγχθηκαν από τους τότε προμάχους του Πνεύματος της αληθείας), και παρερμηνεύοντάς τες και κακοποιώντας τες, ενώ δεν αποδέχονται τα συγγράμματά τους που διδάσκουν την αλήθεια, καταπόθηκαν από την πλάνη τελείως.
4. Έτσι λοιπόν και οι τώρα αντιτιθέμενοι στην αλήθεια σπεύδουν με κάθε τρόπο να παραδώσουν στην αφάνεια τα συγγράμματά μας, διότι στηλιτεύουν την κακοδοξία τους, την οποία κρατούν έως το τέλος. Εμείς όμως, με τη δύναμη και τη χάρη του χορηγού της αληθείας, δεν θα σταματήσουμε να προβάλλουμε τη συμμαχία (βοήθεια) από τα συγγράμματα υπέρ της αληθείας και να επιδεικνύουμε καθαρό το νόημα (τον νου) των θείων λόγων σ’ αυτούς που με νου προσέχουν (επιμελώς) τα λεγόμενα από μας.
5. Επειδή λοιπόν και τώρα συνελήφθηκαν στη Θεσσαλονίκη και προσκομίσθηκαν σ’ εμάς τα πονηρά συγγράμματα του Ακίνδυνου, που μετά την φυγή του Βαρλαάμ έγινε προϊστάμενος της αιρέσεως του, ας τα παρουσιάσουμε κι’ αυτά φανερά, αντιπαραθέτοντας εγγράφως τη διατύπωση (έκφανση) της αληθείας. Όπως δηλαδή εκφράζοντας δυσσεβείς απόψεις στη μεγάλη σύνοδο κατά το ίδιο έτος (1341) ελέγχθηκε από μας με αντιπαράθεση κατά πρόσωπο, έτσι και τώρα που τα παρέδωσε σε γραφή να εντροπιασθή από τα υπέρ της αλήθειας συγγράμματά μας, ώστε να συγκρατηθεί, όσο εξαρτάται από εμάς, από το να διαδίδει την κακότητά (κακόνοιά) του. Αλλά βέβαια με τί να προλογίσω το θέμα του ανθρώπου που προηγουμένως εξελέγχθηκε συνοδικώς και όχι μόνο δεν απεφάσισε ν’ αλλάξει προς το καλύτερο, αλλά και επεχείρησε να επικυρώσει τη δυσσέβεια με εκτενή συγγράμματα; Από πού αλλού παρά από τη φωνή του μεγαλοφωνοτάτου Ησαΐα;
6. «Αλλοίμονο σ’ αυτούς που γράφουν πονηρούς νόμους, διότι με τη γραφή τους συντάσσουν πονηρά υπομνήματα· και τί θα κάμουν την ημέρα της κρίσεως;». Όχι μόνο της κρίσεως, που θα επιβληθεί σ’ αυτούς όταν ο Κύριος των εκδικήσεων φθάσει, κατά τους φιλαλήθεις θεολόγους, τέτοιος «όπως εφάνηκε ή εδείχθηκε στους μαθητές επάνω στο όρος, όπου η θεότης υπερνίκησε το σαρκίο», αλλά και αυτής που φέρουμε εμείς τώρα κατά τις σεπτές πατερικές διδασκαλίες και κατά την επίγνωση της αληθείας που με μέτρο μας χορηγήθηκε από τη χάριν του Θεού. Πράγματι, επειδή τους χρειάσθηκαν υποβολιμαία πρόσωπα, για να αποκρύψουν ότι αντεπεξέρχονται κατά των άγιων πατέρων, χρησιμοποίησαν εμάς αντί για εκείνους. Επομένως δεν θα ήταν δίκαιο να μας κατηγορήσει κανείς που αποφασίσαμε, μάλλον δε που αναγκασθήκαμε ν’ αντιμετωπίσουμε κατά δύναμιν και να εξετάσουμε με βάση την αλήθεια και με ακριβή έλεγχο τα πράγματι πονηρά συγγράμματα που συνέταξαν αυτοί οι άθλιοι, φευ, κατά της ευσεβείας, δια των οποίων υποβιβάζουν σε κτίσμα τη λαμπρότητα του μονογενούς. Είναι η λαμπρότης με την οποία άστραψε δια του σώματος επάνω στο όρος και περιάστραψε τους μαθητές, με την οποία παρουσίασε ενώπιον των οφθαλμών τους γυμνή την κρυμμένη κάτω από τη σάρκα άφθαρτη αίγλη της θεότητος, με την οποία θα έλθει για να περιλάμψει όλους τους υιούς του μέλλοντος αιώνος ως Πατήρ τού μέλλοντος αιώνος, μάλλον δε για να καταστήσει το φώς διαρκές (διηνεκές) και αναντικατάστατο (αδιάδοχον) και να απεργαστεί σε άλλους ήλιους τους μετέχοντες εκείνου του φωτός.
(Συνεχίζεται)
Αμέθυστος
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου