Συνέχεια από: Πέμπτη 29 Ιανουαρίου 2026
Πηγή: Περιοδικικό ΘΕΟΛΟΓΙΑ 96,3 (2025) 79-100*
Ἀγαθαγγέλου Σίσκου**
ΙΙΙ. Ἡ θεολογία τῶν ἀνθρωπόμορφων Παλαιολόγειων ἀπεικονίσεων τῆς Ἁγίας Τριάδος. Πρὸς ἕνα «ὀρθόδοξο Filioque»;
Σύμφωνα μὲ τὴν ἀίδια σχέση τῶν τριῶν θείων ὑποστάσεων ἐπισημαίνεται ὅτι μοναδικὸς αἴτιος τῆς ὑπάρξεως τῆς Ἁγίας Τριάδος εἶναι μόνον ὁ Πατήρ, ποὺ γεννᾶ ἀχρόνως τὸν Υἱὸ καὶ ἐκπορεύει τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, οὕτως ὥστε οἱ τρεῖς ὑποστάσεις ὑπάρχουν συναΐδια στὴν ἔκφανση τῆς ὁμοουσιότητας. Έπομένως, σύμφωνα μὲ τὴν ὁμοουσιότητα τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ, ἡ ἐκπόρευση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἀπὸ τὸν Πατέρα ἐπιτελεῖται σὲ ἀδιάσπαστη ἑνότητα μὲ τὸν Υἱό, ἀφοῦ ὁ Πατέρας γεννᾶ ἀχρόνως καὶ ἀιδίως τὸν ὁμοούσιο Υιό, χωρὶς νὰ χωρίζεται ἀπὸ αὐτόν, καὶ συνεκπορεύει τὸ Ἅγιο Πνεῦμα ὡς ὁμοούσιο μὲ τὸν Υἱό, ἀπὸ ὁμοούσιο Πατέρα18. Ἔτσι ἡ ἐκ μόνου τοῦ Πατρὸς ἐκπόρευση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος διὰ τοῦ Υἱοῦ κατανοεῖται σὲ σχέση μὲ τὴ Σάρκωση τοῦ Υἱοῦ καὶ Λόγου τοῦ Θεοῦ. Συνεπῶς τὸ Ἅγιο Πνεῦμα συμπροσκυνεῖται καὶ συνδοξάζεται ὡς συμφυὲς καὶ συνενωμένο μὲ τὸν ὁμοούσιο Πατέρα καὶ τὸν ὁμοούσιο Υἱό19, ἀλλὰ καὶ ὡς ὁμοούσιο τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ, ἐκπορεύεται ἀφράστως ἀπὸ τὸν Πατέρα, ἐνῶ διὰ τοῦ Υἱοῦ πέμπεται χρονικῶς20, ἐκπληρώνοντας τὸ φυσικὸ θέλημα τοῦ Πατρός, τὸ ὁποῖο εἶναι συνάμα καὶ φυσικὸ θέλημα τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος 21.
Ἡ ἑνότητα αὐτὴ τῶν θείων ὑποστάσεων στὴν ὁμοουσιότητα τῆς Ἁγίας Τριάδος τονίζεται εὐδιάκριτα στὴν ἀπεικόνιση τῆς οἰκονομικῆς Ἁγίας Τριάδος τοῦ Ἁγίου Γεωργίου Ομορφοκκλησιᾶς Καστοριᾶς μέσῳ τῆς ἀνθρωπολογικῆς εἰκόνας τοῦ ἀνθρωπίνου προσώπου μὲ τὰ δύο ὦτα, τῆς ὑπάρξεως δηλαδὴ μιᾶς ἀποκαλυπτικῆς φωνῆς σὲ τρία πρόσωπα ἀσυγχύτως, ἡ ὁποία ἀκούστηκε ἀπὸ τὸν οὐρανὸ κατὰ τὰ Θεοφάνεια μὲ τὴ φωνὴ τοῦ Πατρὸς νὰ ὁμολογεῖ: «Οὗτός ἐστιν ὁ υἱός μου ὁ ἀγαπητός, ἐν ᾧ εὐδόκησα»24, τὴ στιγμὴ ποὺ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα κατῆλθε κατὰ τὴ Βάπτιση τοῦ Χριστοῦ ὑπὸ μορφὴν περιστερᾶς, ὅπως καὶ ἐν προκειμένῳ εἰκονίζεται. Ἀξίζει νὰ σημειωθεῖ βέβαια ὅτι ἀνάλογη ἀνθρωπολογικὴ εἰκόνα ἀνθρωπίνου προσώπου μὲ δύο ὀφθαλμοὺς συναντᾶται ἐπίσης στὴν πατερικὴ γραμματεία 25.
Προσεγγίζοντας θεολογικὰ τὴν παράσταση τῆς Ἁγίας Τριάδος στὴν Παναγία Κουμπελίδικη (1260-1280), παρατηροῦμε ὅτι παραπέμπει εὐδιάκριτα στὴν ἑλληνικὴ μετάφραση τοῦ Πλανούδη τοῦ De Trinitate τοῦ Αὐγουστίνου. Συγκεκριμένα ἀναφέρεται στὸ χωρίο: «ἀγάπην, ὅπερ Πνεῦμα ἄγιόν ἐστι κοινὸν ἀμφοτέρων» 26, στὸ ὁποῖο τὸ Ἅγιο Πνεῦμα χαρακτηρίζεται ὡς ἄρρητη κοινωνία ἀγάπης μεταξύ Πατρὸς καὶ Υἱοῦ, ὅπου ὁ Πατέρας εἶναι ὁ ἀγαπῶν, ὁ Υἱὸς εἶναι ὁ ἡγαπημένος καὶ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα εἶναι ὁ αἰώνιος σύνδεσμος τῆς ἀγάπης. Ἔτσι ἡ παράσταση εἰσηγεῖται τὴν ἑρμηνευτικὴ ἐκδοχὴ ἑνός «ὀρθοδόξου Filioque», τῆς οἰκονομικῆς προόδου τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καὶ ἐκ τοῦ Υἱοῦ, τὸ ὁποῖο «προχεῖται ἐκ τοῦ πατρὸς διὰ τοῦ ὑιοῦ, εἰ δὲ βούλει καὶ ἐκ τοῦ υἱοῦ»27, ὅπως ἀργότερα διευκρινίζει ὁ Γρηγόριος Παλαμᾶς στὸ πλαίσιο τῆς διττῆς προόδου τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ἤτοι τῆς ἀίδιας καὶ τῆς οἰκονομικῆς. Ὁ ζωγράφος μάλιστα ἀναπαριστᾶ τὸν Παλαιὸ τῶν Ἡμερῶν νὰ κρατεῖ ἀπὸ τοὺς ὤμους στὴν ἀγκαλιά του τὸν Σαρκωμένο Υἱὸ καὶ Λόγο τοῦ Θεοῦ, ποὺ σὲ σειρὰ προόδου βαστάζει φωτεινό μετάλλιο μέσα στὸ ὁποῖο ἀναπαριστᾶται τὸ Ἅγιο Πνεῦμα ὑπὸ μορφὴ περιστερᾶς. Καθὼς μὲ τὴν ἀίδια καὶ «ἐκ τοῦ πατρὸς προαιώνια καὶ ὑπερφυεστάτη» ἐκπόρευση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ὡς κίνησης καὶ προόδου28, κατὰ τὴν ὁποία τὸ Ἅγιο Πνεῦμα «πηγάζει ἐκ τῆς θείας φύσεως» καί «καθ' ὑπόστασιν μόνην τὴν πατρικήν»29, ἔχει ὡς μόνο ὑποστατικὸ αἴτιο, ἀρχὴ καὶ πηγὴ τῆς θεότητας τὸν Πατέρα30. Ἔτσι ὁ Πατέρας ἔχει τὴν ἰδιότητα τοῦ «γεννᾶν καὶ ἐκπορεύειν», ἐνῶ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα πέμπεται χρονικῶς «ἐκ τοῦ Υἱοῦ» καὶ μάλιστα ἐξ ἀμφοτέρων ὡς «κοινὸν ἐξ ἀϊδίου τῷ πατρὶ καὶ τῷ υἱῷ»32.
Ἐπειδὴ μάλιστα τὸ Ἅγιο Πνεῦμα ἐκπορεύεται αἰτιωδῶς, δηλαδή ἀρχοειδῶς (principaliter) ἀπὸ τὸν Πατέρα, ἐκπορεύεται ταυτόχρονα καὶ ἀπὸ τὸν Υἱό. Ἀφοῦ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα ὡς ἀγάπη δὲν εἶναι μόνο τοῦ Πατρὸς ἢ μόνο τοῦ Υἱοῦ ἀλλὰ ἀμφοτέρων, ὡς ἐκ τούτου μπορεῖ νὰ ἐκληφθεῖ ὡς ἀγάπη τοῦ ἑνὸς προσώπου πρὸς τὸ ἄλλο. Μολονότι ἡ Ἁγία Τριάδα νοεῖται ἀπὸ τὸν Αὐγουστῖνο στὸ De Trinitate στὴν πληρότητά τῆς ὡς ἀγάπη, συνάμα ὅμως ἀναγνωρίζει ὁ ἴδιος μία ἐνδοτριαδική διάκριση, σύμφωνα μὲ τὴν ὁποία τὸ κάθε πρόσωπο φέρει τὸ δικό του ὄνομα, ἔτσι ὥστε ὁ Υἱὸς νὰ καλεῖται λόγος τοῦ Θεοῦ, τὸ Ἅγιο Πνεῦμα δῶρον Θεοῦ καὶ ὁ Πατέρας ἀρχή, ἀπὸ τὸν ὁποῖο γεννᾶται ὁ Λόγος καί «ἐκπορεύεται ἀρχοειδῶς (procedit principaliter)» τὸ Ἅγιο Πνεῦμα.
Ἑπομένως ἡ ἐκπόρευση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἀπὸ τὸν Πατέρα ἐπιτελεῖται σὲ ἀδιάσπαστη ἑνότητα μὲ τὸν Υἱό, ἀφοῦ ὁ Πατέρας γεννᾶ ἀχρόνως καὶ ἀιδίως τὸν ὁμοούσιο Υιό, χωρὶς νὰ χωρίζεται ἀπὸ αὐτόν, συνεκπορεύοντας τὸ Ἅγιο Πνεῦμα ὡς ὁμοούσιο μὲ τὸν Υἱό, ἀπὸ ὁμοούσιο Πατέρα. Ἔτσι ἡ ἐκ μόνου τοῦ Πατρὸς ἐκπόρευση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος διὰ τοῦ Υἱοῦ κατανοεῖται σὲ σχέση μὲ τὴ Σάρκωση τοῦ Υἱοῦ καὶ Λόγου τοῦ Θεοῦ. Τοιουτοτρόπως τὸ Ἅγιο Πνεῦμα συμπροσκυνεῖται καὶ συνδοξάζεται ὡς συμφυὲς καὶ συνενωμένο μὲ τὸν ὁμοούσιο Πατέρα καὶ τὸν ὁμοούσιο Υιό. Γι' αὐτὸ ὁ ζωγράφος τῆς Κουμπελίδικης τοποθετεῖ στὸν Παλαιὸ τῶν Ἡμερῶν φωτοστέφανο μὲ ἐγγεγραμμένο σταυρό, ποὺ στὶς κεραίες φέρει τὴν ἐπιγραφή: Ο ΩΝ, ἔτσι ὥστε σὲ συνάρτηση μὲ τὶς ἐπιγραφές: Ο ΠΑΤΗΡ ΥἹΟΣ καὶ Ι(HCOY)C X(PICTO)C / Ο Θ(EO)C ΗΜΩΝ νὰ παραπέμπει εὐδιάκριτα στὴν ὁμοουσιότητα καὶ ἀιδιότητα τῆς θεϊκῆς φύσεως τοῦ Σαρκωμένου Υἱοῦ καὶ Λόγου τοῦ Θεοῦ, ποὺ ὡς γεννημένος ἀχρόνως καὶ ἀιδίως Υἱὸς φέρει ἀπὸ τὸν Πατέρα ποὺ ἐκπορεύει τὸ Ἅγιο Πνεῦμα. Ἔτσι οἱ τρεῖς ὑποστάσεις ὑπάρχουν συναΐδια στὴν ἔκφανση τῆς ὁμοουσιότητας μὲ τρόπο ποὺ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα ὡς ὁμοούσιο τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ ἐκπορεύεται ἀφράστως ἀπὸ τὸν Πατέρα καὶ πέμπεται διὰ τοῦ Υἱοῦ ἐν χρόνω.
Ἂν καὶ ἕως σήμερα δὲν εἶναι δυνατὴ ἡ ἀπόδειξη τῆς ὑπάρξεως ἀνάλογου ἢ σύγχρονου τῆς Παναγίας Κουμπελίδικης εἰκονογραφικοῦ τύπου τῆς Ἁγίας Τριάδος στὴν Κωνσταντινούπολη, ἀπὸ ὅπου προέρχεται, δύναται νὰ συνδεθεῖ χρονολογικὰ μὲ τὴν ὁλοκλήρωση καὶ κυκλοφορία τῆς ἑλληνικῆς μεταφράσεως τοῦ Πλανούδη τοῦ De Trinitate τοῦ Αὐγουστίνου μεταξὺ τῶν ἐτῶν 1274-1280 καὶ πρὶν ἀπὸ τὸ 1282. Ἀπὸ τὴν ἐν λόγῳ μετάφραση σαφέστατα ἐμπνεύστηκε ἡ θεματολογία τῆς ἀνωτέρω παράστασης στὴν Καστοριά, ἡ ὁποία καὶ ἀναπτύχθηκε στὸ πλαίσιο τῆς ἀσκηθείσας ἑνωτικῆς θρησκευτικῆς πολιτικῆς τοῦ αὐτοκράτορος Μιχαὴλ Η΄ Παλαιολόγου. Ἡ πόλη τῆς Καστοριᾶς ἄλλωστε, σύμφωνα μὲ τὴ σύγχρονη ἔρευνα, συνδέθηκε τὴ δεδομένη χρονική περίοδο μὲ τὴν ἔντονη παρουσία καὶ δραστηριότητα τοῦ ἴδιου αὐτοκράτορα. Στη συγκεκριμένη περίπτωση ἡ ζωγραφικὴ θεολογεῖ μὲ σκοπὸ νὰ λειτουργήσει ὡς γόνιμο πεδίο διαλογικῆς θεολογικῆς συνάντησης στο μεταίχμιο μεταξὺ Ἀνατολῆς καὶ Δύσεως, γιὰ τὸν μέσο βυζαντινὸ πιστό, ἀναφορικὰ μὲ τὸ ἐπίμαχο ζήτημα τῆς μεσαιωνικῆς καὶ σχολαστικῆς διδασκαλίας τοῦ Filioque ὡς ἐμπόνου θεολογικοῦ αἰτίου τοῦ Σχίσματος τοῦ 1054.
(Συνεχίζεται)
Σημειώσεις
18. Συμεών Νέου Θεολόγου, Θεολογικός 2, 78-84, SC 122, σ. 136: «Κινεῖται γὰρ νοεῖν ἀπὸ τοῦ κινοῦντος ἄνωθεν Πνεύματος ὅτι δὴ ὁ Θεὸς καὶ Πατήρ, ὁ τὸ πᾶν ἐξ οὐκ ὄντων τῷ ἑαυτοῦ Λόγω ὑποστησάμενος καὶ δυνάμει τοῦ Πνεύματος αὐτοῦ συνέχων αὐτὸ καὶ διακρατῶν, γεννᾷ τὸν ὁμοούσιον ἀχρόνως καὶ ἀϊδίως Υἱὸν μηδαμῶς ἐξ αὐτοῦ χωριζόμενον, μεθ' οὗ καὶ τὸ θεῖον Πνεῦμα συνεκπορεύεται, ὁμοούσιον ὄν τῷ Υἱῷ, ἐξ ὁμοουσίου Πατρός».19. Ό.π. 2, 202-205, SC 122, σ. 144: «τὸ δὲ ἄγιον Πνεῦμα ἐκ τοῦ Πατρὸς ἐκπορεύεσθαι συμφυὲς ἂν καὶ συνηνωμένον τοῖς ὁμοουσίοις Πατρί τε καὶ Υἱῷ, ὡς συμπροσκυνούμενον καὶ συνδοξαδόμενον αὐτοῖς παρὰ πάσης πνοής».
20. Ό.π. 3, 47-48, SC 122, σ. 156: «Τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον τὸ ἐκ τοῦ Πατρὸς ἀφράστως ἐκπορευόμενον καὶ δι' Υἱοῦ ἡμῖν ἐπιφοιτῶν τοῖς πιστοῖς».
21. Ὅ.π. 3. 101-105, SC 122, σ. 160: «Πνεῦμα τὸ Πνεῦμα τὸ ἄγιον, ὅτι ἐκ τοῦ Πατρὸς ἐκπορεύεται καὶ διὰ τοῦ Υἱοῦ δίδοται τοῖς ἀναξίοις ἡμῖν, οὐχ ὡς μὴ θέλον πεμπόμενον ἢ διανεμόμενον, ἀλλ' ὡς δι' ἑνὸς τῆς Τριάδος, αὐτοῦ τοῦ Υἱοῦ, τὰ τῷ Πατρὶ δοκοῦντα ὡς οἰκεῖα θελήματα ἐκπληροῦν».
22. Συμεών Νέου Θεολόγου, Ἠθικὸς 9, 80-87, SC 129, σ. 224: «Οὗτοι τοιγαροῦν ἴσασιν, θείῳ κινούμενοι Πνεῦματι, τὴν πρὸς τὸν Πατέρα τοῦ Υἱοῦ ἰσοτιμίαν καὶ ἔνωσιν. Ἐν γὰρ τῷ Πατρὶ τὸν Υἱὸν καθορῶσι καὶ ἐν τῷ Υἱῷ τὸν Πατέρα διὰ τοῦ Πνεύματος, ὡς γέγραπται· “Ἐγὼ ἐν τῷ Πατρὶ καὶ ὁ Πατὴρ ἐν ἐμοί", τοῦ Πνεύματος τῷ Πατρί δηλονότι συνόντος· εἰ γὰρ ἐκ τοῦ Πατρὸς ἐκπορεύεται, ὁ δὲ Πατὴρ ὅλος ἐν ὅλῳ τῷ Υἱῷ ἐστιν, ὅλον ἐν αὐτοῖς ἐστι καὶ τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον».
23. Ό.π. 9, 88-97, SC 129, σσ. 224-226: «Καὶ πῶς τρεῖς ἡλίους ἕνα εἰπεῖν ἰσχύσεις; Εἰ γὰρ ἑνώσεις αὐτούς, ἑνωθήσονται, καὶ εἰς ἕνα οἱ τρεῖς ἔσονται· εἰ δ' οὖν, ἀλλὰ διήμαρτες τῆς ἑνότητος. Πατέρα δέ, Υἴοῦ καὶ Πνεύματος δίχα, οὐδαμῶς εὑρήσεις, ἀλλ' οὐδὲ Υἱόν, τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Πνεύματος, οὐδὲ Πνεῦμα ἅγιον τοῦ ἐξ οὗ ἐκπορεύεται ἀλλότριον τῆς ἐνώσεως. Ἐν μὲν γὰρ τῷ Πνεῦματι τὸν Πατέρα καὶ τὸν Υἱόν, ἐν δὲ τῷ Υἱῷ τὸν Πατέρα καὶ μετὰ τοῦ Πνεύματος, ἐν δὲ τῷ Πατρὶ τὸν Υἱὸν συναϊδίως ἀεὶ ὄντα καὶ μένοντα καὶ συνεκλάμπον ἔχοντα τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον πίστευε».
24. Ματθ. 3, 17.
25. Συμεών Νέου Θεολόγου, Ήθικὸς 12, 23-27, SC 156, σ. 224: «Τὰ τρία γὰρ ὁρᾶταί μοι ὡς ἐν ἐνὶ προσώπῳ / ὡραῖοι δύο ὀφθαλμοὶ φωτὸς πεπληρωμένοι / προσώπου δίχα ὀφθαλμοὶ πῶς βλέψουσιν, εἰπέ μοι; | Πρόσωπον δ' ἄνευ ὀφθαλμῶν οὐ χρή πάντως καλεῖσθαι, / λείπεται γὰρ τοῦ πλείονος, ἢ εἰπεῖν μᾶλλον ὅλου».
26. Αὐγουστίνου, Περὶ Τριάδος ΧV, 19, 37, τ. 2, σ. 951, 145-148.
27. Γρηγορίου Παλαμᾶ, Λόγοι ἀποδεικτικοί Α΄, 29, τ. 1, σ. 54, 21-24: «Ἡ δὲ τοῦ πνεύματος πρόοδος διττὴ διὰ τῆς θεοπνεύστου κηρύττεται γραφῆς· προχεῖται γὰρ ἐκ τοῦ πατρὸς διὰ τοῦ υἱοῦ, εἰ δὲ βούλει καὶ ἐκ τοῦ υἱοῦ, ἐπὶ πάντας τοὺς ἀξίους, οἷς καὶ ἐπαναπαύεται καὶ ἐνοικεί».
28. Ὅ.π. 29, τ. 1, σ. 55, 18-21.
29. Γρηγορίου Παλαμᾶ, Λόγοι ἀποδεικτικοὶ Β΄, 65, τ. 1, σ. 137, 5-7.
30. Ό.π. 33, τ. 1, σ. 108, 10-11: «εἰς πατήρ, εἰς αἴτιος· οὐ γὰρ ἐστι τὸ γόνιμον ἀμφοῖν, ἀλλὰ μία πηγαία θεότης, ὁ πατήρ»· 36, τ. 1, σ. 110, 17-20: «Τις δ᾽ οὐκ οἶδεν, ὡς ὑποστατικὸν ἐπὶ τῆς θεότητος τὸ αἴτιὸν ἐστιν; Οὐκοῦν, εἰ μόνος ὁ πατὴρ αἴτιος καὶ μόνος ἀρχὴ καὶ πηγὴ θεότητος, οὐδεμία ἄρα τῶν θείων ὑποστάσεων ἑτέρα αἰτία καὶ ἀρχὴ καὶ πηγὴ θεότητός ἐστιν». 31. Γρηγορίου Παλαμᾶ, Λόγοι ἀποδεικτικοὶ Α΄, 1, τ. 1, σ. 28, 11-17.
32. Γρηγορίου Παλαμᾶ, Λόγοι ἀποδεικτικοὶ Β΄, 14, τ. 1, σ. 92, 2-4.
33. Αὐγουστίνου. Περὶ Τριάδος ΧV, 17, 29, τ. 2, σ. 933, 59-62: «Καὶ μέντοι οὐ μάτην ἐν τῇδε τῇ Τριάδι οὐ λέγεται λόγος τοῦ Θεοῦ εἰ μὴ ὁ Υἱός, οὐδὲ δώρον Θεοῦ εἰ μὴ τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον, οὐδὲ ἐξ οὗ ἐγεννήθη ὁ λόγος καὶ ἐξ οὗ ἐκπορεύεται ἀρχοειδῶς τὸ Πνεῦμα τὸ ἄγιον εἰ μὴ ὁ Θεὸς καὶ Πατήρ».
34. Sashka Bogevska, "The Holy Trinity in the Diocese of the Archbishopric of Ohrid in the second half of the 13th century", δ.π., σσ. 171 κ.ε., 175.
ΕΝΑΣ ΚΑΙ ΜΟΝΑΔΙΚΟΣ ΑΠΑΡΑΒΑΤΟΣ ΚΑΝΟΝΑΣ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ ΤΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ ΜΑΣ ΤΟΝ ΟΠΟΙΟ ΑΓΝΟΟΥΝ ΟΙ ΦΙΛΟΔΟΞΟΙ ΠΑΤΡΙΑΡΧΙΚΟΙ ΚΑΙ ΔΥΣΚΟΛΕΥΟΝΤΑΙ ΝΑ ΕΝΝΟΗΣΟΥΝ ΤΗΝ ΔΙΑΛΥΣΗ ΤΟΥ ΦΙΛΙΟΚΒΕ ΣΤΗΝ ΠΙΣΤΗ ΚΑΙ ΤΗΝ ΣΩΤΗΡΙΑ.
Η ΓΝΩΣΗ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΚΑΙ Ο ΤΡΟΠΟΣ ΥΠΑΡΞΕΩΣ ΤΗΣ ΑΙΔΙΟΥ ΤΡΙΑΔΟΣ ΟΠΩΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗΣ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΙΚΗ, ΛΟΓΙΚΗ ΣΚΕΨΗ. ΕΙΝΑΙ ΑΡΡΗΤΗ ΕΜΠΕΙΡΙΑ Η ΟΠΟΙΑ ΜΕ ΤΗΝ ΥΠΟΜΟΝΗ ΚΑΙ ΤΗΝ ΥΠΑΚΟΗ ΕΚΦΡΑΖΕΤΑΙ ΜΕ ΛΕΞΕΙΣ ΣΤΗΝ ΑΝΘΡΩΠΙΝΗ ΓΛΩΣΣΑ ΔΙΑ ΤΩΝ ΟΡΩΝ ΠΟΥ ΜΑΣ ΠΑΡΕΔΩΣΑΝ ΟΙ ΠΑΤΕΡΕΣ. ΟΙ ΟΡΟΙ ΑΥΤΟΙ ΣΕΝ ΕΙΝΑΙ ΕΝΝΟΙΕΣ ΠΡΟΣ ΠΑΣΑΝ ΧΡΗΣΙΝ.
Ο ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟΣ ΓΕΜΙΣΕ ΤΗΝ ΔΙΑΝΟΙΑ ΤΗΣ ΙΕΡΑΡΧΙΑΣ ΜΕ ΤΗΝ ΕΠΑΡΣΗ ΤΗΣ ΣΚΕΨΗΣ.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου