Συνέχεια από Πέμπτη 22. Ιανουαρίου 2026
ΧΑΝΣ ΓΙΩΝΑΣ
Η ΕΝΝΟΙΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΜΕΤΑ ΤΟ ΑΟΥΣΒΙΤΣ 2
Μία ἀπὸ Ἰουδαίων φωνή
Μετάφραση Κυριακῆς Μαντέλλου καὶ Ντίνας Σαμοθράκη
Επιμέλεια Ντίνας Σαμοθράκη
ΜΟΥΣΕΣ, Εκδόσεις Αρμός
........Καὶ τότε ὁ Θεὸς ἀρχίζει νὰ τρέμη, γιατὶ ἡ φορὰ τῆς ἐξελίξεως ὀφειλομένη στὴν ἴδια τὴν ὁρμητική της κίνηση διαβαίνει τὸ ὅριο τῆς ἀθωότητος γιὰ νὰ φθάση ἐκεῖ ὅπου μὲ τὴν θεία παρεμβολὴ ἐπιβάλλεται ἕνα ἐντελῶς νέο κριτήριο ἐπιτυχίας ἢ ἀποτυχίας. Ἡ ἄνοδος τοῦ ἀνθρώπου σημαίνει ἄνοδο τῆς γνώσεως καὶ τῆς ἐλευθερίας· μ᾿ αὐτὴ τὴν κατ' ἐξοχὴν δίκοπη δωρεὰ ἡ ἀθωότης τοῦ ἁπλοῦ ὑποκειμένου, τοῦ ὁποίου ἡ ζωὴ εὕρισκε τὴν πλήρωση ἀφ' ἑαυτῆς, δίνει τὴν θέση της στὸ χρέος τῆς εὐθύνης ὑπὸ μορφὴν διακρίσεως καλοῦ καὶ κακοῦ.......
Τὸ θεῖο ἔργο φανερώνεται τώρα γιὰ πρώτη φορά, ἀφήνεται στὶς εὐκαιρίες καὶ τοὺς κινδύνους τοῦ μεγάλου ἐγχειρήματος καὶ ἡ ἔκβασή του ταλαντεύεται στὴν πλάστιγγα. Ἡ εἰκόνα τοῦ Θεοῦ ἄρχιζε νὰ ξεχωρίζη ἀπὸ τὸ φυσικό σύμπαν στὸν βαθμὸ ποὺ μετεῖχε –ἀκόμη ἀόριστη- στὴν διεσταλμένη καὶ βαθμιαῖα συστελλόμενη σπειροειδῆ ἀνέλιξη τῆς προανθρώπινης ζωῆς· τώρα μὲ δραματική ταχύτητα περιέρχεται εἰς χεῖρας τοῦ ἀνθρώπου, ὁ ὁποῖος ἀναλαμ-βάνει μὲ τὸν προβληματικό του τρόπο νὰ τὴν φυλᾶ, γιὰ νὰ πληρωθῆ καὶ νὰ σωθῆ, ἢ νὰ χαθῆ ἀναλόγως τοῦ τί θὰ κάνη ἐκεῖνος τὸν ἑαυτό του καὶ τὸν κόσμο. Σ' αὐτὴν τὴν τρομακτική σύγκρουση τῶν πράξεων τοῦ ἀνθρώπου μὲ τὴν θεϊκὴ μοῖρα καὶ τὴν ἐπίδρασή τους στὴν σύνολη κατάσταση τοῦ αἰωνίου ὄντος ἑδράζεται ἡ ἀνθρώπινη ἀθανασία.
Η ΕΝΝΟΙΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΜΕΤΑ ΤΟ ΑΟΥΣΒΙΤΣ 2
Μία ἀπὸ Ἰουδαίων φωνή
Μετάφραση Κυριακῆς Μαντέλλου καὶ Ντίνας Σαμοθράκη
Επιμέλεια Ντίνας Σαμοθράκη
ΜΟΥΣΕΣ, Εκδόσεις Αρμός
........Καὶ τότε ὁ Θεὸς ἀρχίζει νὰ τρέμη, γιατὶ ἡ φορὰ τῆς ἐξελίξεως ὀφειλομένη στὴν ἴδια τὴν ὁρμητική της κίνηση διαβαίνει τὸ ὅριο τῆς ἀθωότητος γιὰ νὰ φθάση ἐκεῖ ὅπου μὲ τὴν θεία παρεμβολὴ ἐπιβάλλεται ἕνα ἐντελῶς νέο κριτήριο ἐπιτυχίας ἢ ἀποτυχίας. Ἡ ἄνοδος τοῦ ἀνθρώπου σημαίνει ἄνοδο τῆς γνώσεως καὶ τῆς ἐλευθερίας· μ᾿ αὐτὴ τὴν κατ' ἐξοχὴν δίκοπη δωρεὰ ἡ ἀθωότης τοῦ ἁπλοῦ ὑποκειμένου, τοῦ ὁποίου ἡ ζωὴ εὕρισκε τὴν πλήρωση ἀφ' ἑαυτῆς, δίνει τὴν θέση της στὸ χρέος τῆς εὐθύνης ὑπὸ μορφὴν διακρίσεως καλοῦ καὶ κακοῦ.......
Τὸ θεῖο ἔργο φανερώνεται τώρα γιὰ πρώτη φορά, ἀφήνεται στὶς εὐκαιρίες καὶ τοὺς κινδύνους τοῦ μεγάλου ἐγχειρήματος καὶ ἡ ἔκβασή του ταλαντεύεται στὴν πλάστιγγα. Ἡ εἰκόνα τοῦ Θεοῦ ἄρχιζε νὰ ξεχωρίζη ἀπὸ τὸ φυσικό σύμπαν στὸν βαθμὸ ποὺ μετεῖχε –ἀκόμη ἀόριστη- στὴν διεσταλμένη καὶ βαθμιαῖα συστελλόμενη σπειροειδῆ ἀνέλιξη τῆς προανθρώπινης ζωῆς· τώρα μὲ δραματική ταχύτητα περιέρχεται εἰς χεῖρας τοῦ ἀνθρώπου, ὁ ὁποῖος ἀναλαμ-βάνει μὲ τὸν προβληματικό του τρόπο νὰ τὴν φυλᾶ, γιὰ νὰ πληρωθῆ καὶ νὰ σωθῆ, ἢ νὰ χαθῆ ἀναλόγως τοῦ τί θὰ κάνη ἐκεῖνος τὸν ἑαυτό του καὶ τὸν κόσμο. Σ' αὐτὴν τὴν τρομακτική σύγκρουση τῶν πράξεων τοῦ ἀνθρώπου μὲ τὴν θεϊκὴ μοῖρα καὶ τὴν ἐπίδρασή τους στὴν σύνολη κατάσταση τοῦ αἰωνίου ὄντος ἑδράζεται ἡ ἀνθρώπινη ἀθανασία.
Μὲ τὴν ἐμφάνιση τοῦ ἀνθρώπου τὸ ὑπερβατικὸ ἀφυπνίσθηκε, ἀναγνώρισε τὸν ἑαυτό του καὶ ἔκτοτε παρακολουθεῖ τὸν ἄνθρωπο στὶς πράξεις του μὲ κομμένη τὴν ἀνάσα· ἐλπίζει καὶ ἀναζητεῖ, χαίρεται ἢ λυπᾶται, εὐχαριστεῖται ἡ ἀπογοητεύεται, καὶ κάνει –ὅπως θα 'θελα νὰ πιστεύω - αἰσθητὴ τὴν παρουσία του χωρὶς νὰ παρεμβαίνη στὰ δρώμενα τοῦ παγκοσμίου θεάτρου. Εἶναι ἀπίθανο ἄραγε τὸ ὑπερβατικὸ νὰ φωτίζη καὶ νὰ σκιάζη τὸ τοπίο τοῦ ἀνθρώπου 3 κατ' ἀντανάκλασιν τῆς συνθήκης του καθὼς ἡ λάμψη του τρεμοσβήνει μὲ τὶς ταλαντεύσεις τοῦ ζυγοῦ τῶν ἀνθρωπίνων πράξεων;
Ἰδοὺ ἡ μυθεικασία ποὺ κάποτε συνέθεσα γιὰ νὰ συζητήσω ἄλλα πράγματα. Ἔχει προεκτάσεις θεολογικὲς τὶς ὁποῖες ἄργησα νὰ συν ειδητοποιήσω. Ἐδῶ θέλω νὰ ἀναπτύξω μερικὲς ἀπὸ τὶς πιὸ ἀκραιφνεῖς προεκτάσεις της, ἐλπίζοντας ὅτι ἂν μεταγράψω τὶς εἰκόνες σὲ νοήματα θὰ συνδέσω αὐτὸ ποὺ μοιάζει μὲ πα-ράδοξη καὶ αὐθαίρετη προσωπική μου φαντα σία μὲ τὴν ἐπίσημη παράδοση τῆς ἰουδαϊκῆς θρησκευτικῆς σκέψεως. Ἐπιδιώκω ἔτσι νὰ πλησιάσω κάπως περισσότερο στὴν ἀλήθεια τὴν θεωρία μου ἐρευνώντας ἀπὸ κοντὰ τὰ ση-μεῖα ποὺ διατυπώθηκαν ἐλαφρᾷ τῇ καρδίᾳ.
Κατ' ἀρχὴν ἔκανα σαφῆ λόγο γιὰ ἕνα Θεὸ πάσχοντα ποὺ φαίνεται νὰ ἔρχεται σὲ ἄμεση ἀντίθεση μὲ τὴν βιβλικὴ θεϊκὴ μεγαλειότητα. Βεβαίως ὑπάρχει ἡ χριστιανικὴ ἑρμηνεία τῆς ἐκφράσεως «Θεὸς πάσχων», ὅμως δὲν πρέπει νὰ τὴν συγχέωμε μὲ τὸν μῦθο μου. Ὁ μῦθος μου δὲν μιλᾶ, ὅπως ὁ Χριστιανισμός, γιὰ ἕνα μοναδικό συμβάν, κατὰ τὸ ὁποῖο ἡ θεότης σὲ ὡρισμένο χρόνο καὶ μὲ σκοπὸ νὰ λυτρώση τὸν ἄνθρωπο ἔστειλε μέρος τοῦ ἑαυτοῦ της νὰ πά-θη (ἐνανθρώπηση καὶ σταύρωση). Ἐὰν κάτι ἀπ' ὅσα εἶπα ἔχη νόημα, αὐτὸ εἶναι ὅτι ἡ σχέση τοῦ Θεοῦ μὲ τὸν κόσμο ἀπὸ τότε ποὺ δημι ουργήθηκε, καὶ συγκεκριμένα ἀπὸ τὴν δημιουργία τοῦ ἀνθρώπου, περιλαμβάνει ἕνα πάθος τοῦ Θεοῦ. Φυσικά περιλαμβάνει ἐπίσης πάθος ἀπὸ τὴν πλευρὰ τοῦ δημιουργήματος, αὐτὸ ὅμως εἶναι αὐτονόητο καὶ δεκτὸ ἀπὸ ὅλες τὶς θεολογίες. Ὄχι ὅμως καὶ ἡ ἰδέα ὅτι ὁ Θεὸς πάσχει μαζὶ μὲ τὴν δημιουργία· αὐτή, ὅπως εἶπα, ἐκ πρώτης όψεως συγκρούεται μὲ τὴν βιβλικὴ παρουσία τῆς θείας μεγαλειότητος. Συγκρούε ται ὅμως πράγματι τόσο ριζικὰ ὅσο φαίνεται μὲ τὴν πρώτη ματιά; Δὲν βρίσκουμε στὴν ἐβραϊκὴ Βίβλο ἕνα Θεὸ ποὺ περιφρονεῖται καὶ ἀπορρίπτεται ἀπὸ τὸν ἄνθρωπο καὶ ἀγανακτεῖ γι' αὐτό; Δὲν τὸν βλέπομε ἀκόμη καὶ νὰ μετανοῆ ποὺ δημιούργησε τὸν ἄνθρωπο, συχνὰ δὲ νὰ ὑποφέρη ἀπὸ τὴν ἀπογοήτευση ποὺ δοκιμάζει ἐξ αἰτίας του – καὶ ἰδιαιτέρως ἐξ αἰτίας τοῦ ἐκλεκτοῦ λαοῦ τους "Ας θυμηθοῦμε τὸν προφή τη Ὡσηὲ καὶ τὸν σπαρακτικὸ θρῆνο τῆς ἀγά-πης τοῦ Θεοῦ γιὰ τὴν ἄπιστη σύζυγο, τὸν λαό του Ισραήλ!
Δεύτερο σημεῖο: Ὁ μῦθος ἀποδίδει τὴν εἰκόνα ἑνὸς Θεοῦ ἐν τῷ γίγνεσθαι, Θεοῦ ὁ ὁποῖος προβαίνει στὸν χρόνο ἀντὶ νὰ κατέχη πληρότη τα ὑπάρξεως ταυτισμένη αἰωνίως μαζί του. Μιὰ τέτοια ἰδέα θεϊκοῦ γίγνεσθαι βρίσκεται σίγουρα σὲ ἀντίθεση μὲ τὴν ἑλληνική, πλατω-νικὴ καὶ ἀριστοτελική παράδοση φιλοσοφικῆς θεολογίας, ἡ ὁποία μετὰ τὴν ἐνσωμάτωσή της στὴν χριστιανικὴ καὶ ἰουδαϊκὴ θεολογική παράδοση σφετερίσθηκε κατὰ κάποιον τρόπο ἕνα κῦρος τὸ ὁποῖο δὲν τῆς ἀνῆκε σύμφωνα μὲ τὰ αὐθεντικὰ ἰουδαϊκὰ κριτήρια (καὶ τὰ χριστιανικὰ ἐπίσης). ᾿Αιδιότης, ἀπάθεια, ἀκινησία, θεω-ρήθηκαν ἀναγκαῖα κατηγορήματα τοῦ Θεοῦ. Καὶ ἡ ὀντολογικὴ ἀντίθεση μεταξὺ τοῦ εἶναι καὶ τοῦ γίγνεσθαι, ἀντίθεση κλασικὴ σύμφωνα μὲ τὴν ὁποία τὸ γίγνεσθαι ὑστερεῖ καὶ χαρα-κτηρίζει τὸν κατώτερο, ὑλικὸ κόσμο, ἀπέκλει σε κάθε σκιασμὸ τοῦ γίγνεσθαι στὸ καθαρό, ἀπόλυτο εἶναι τῆς θεότητος. Τούτη ἡ ἑλληνικὴ ἀντίληψη δὲν ταίριαξε ποτὲ καλὰ μὲ τὸ πνεῦμα καὶ τὴν γλῶσσα τῆς Βίβλου· ἀντιθέτως, ἡ ἔννοια ἑνὸς θεϊκοῦ γίγνεσθαι μπορεῖ νὰ ἐναρμονισθῆ καλύτερα μαζί της.
Τι σημαίνει ὅμως ἕνας Θεὸς ἐν τῷ γίγνε σθαι; ᾿Ακόμη κι ἂν δὲν πᾶμε τόσο μακριὰ ὅσο προτείνει ὁ μύθος μας, πρέπει ὁπωσδήποτε νὰ παραδεχθοῦμε ὅτι ὁ Θεὸς «γίγνεται», τουλάχι στον στὸν βαθμὸ ποὺ ἐπηρεάζεται ἀπ' ὅ,τι συμβαίνει στὸν κόσμο, κι ἐδῶ «ἐπηρεάζεται» σημαίνει μεταβάλλεται, μεταμορφώνεται. Ακόμη κι ἂν παραβλέψουμε ὅτι ἡ Δημιουργία ὡς δημιουργία, ὡς πρᾶξις καὶ ὡς ὕπαρξις παράγωγη τῆς πράξεως, ἀποτελεῖ ἐν τέλει ἀποφασιστικὴν μεταβολὴ τῆς θείας καταστάσεως, καθ' ὅσον ὁ Θεὸς δὲν εἶναι πλέον μόνος, ἀκόμη καὶ τότε ἡ ἐς ἀεὶ σχέση του μὲ τὸ δημιούργημα (ἀφ᾿ ἧς στιγμῆς αὐτὸ ὑπάρξη καὶ εἰσέλθη στὴν ροὴ τοῦ γίγνεσθαι) σημαίνει ὅτι ὁ Θεὸς προσλαμβάνει τὴν ἐμπειρία τοῦ κόσμου καὶ ἐπηρεά ζεται ἀπὸ ὅ,τι συμβαίνει στὸν κόσμο. Πρόκει ται λοιπὸν γιὰ ἀπλῆ σχέση ἐκτεινόμενη σὲ γνώση, γιὰ νὰ μὴν πῶ ἐνδιαφέρον. Ἐὰν λοι πὸν ὁ Θεὸς ἔχῃ τὴν ὁποιανδήποτε σχέση μὲ τὸν κόσμο – ὅπως κατ' ἐξοχὴν δέχεται ἡ θρησκεία ἀπὸ αὐτὴν καὶ μόνο τὸ Αἰώνιο «ἐγχρονίζει ται» καὶ μεταλλάσσεται προοδευτικὰ κατὰ τὶς διαδοχικὲς φάσεις τῆς κοσμικῆς διαδικασίας.
Ἀπὸ τὰ συνακόλουθα τῆς ἐννοίας τοῦ «γιγνομένου» Θεοῦ εἶναι ὅτι ἀναιρεῖ τὴν ἰδέα τῆς ἐπιστροφῆς τοῦ ἰδίου. Αὐτὴ ἡ ἐπιστροφὴ ἦταν ἡ ἀπάντηση τοῦ Νίτσε στὴν χριστιανική μεταφυσική, ἡ ὁποία ἐδῶ συμπίπτει μὲ τὴν ἰουδαϊκή. Ἡ ἰδέα τοῦ Νίτσε ἀποτελεῖ πράγματι τὸν ἀκραῖο συμβολισμὸ μιᾶς στροφῆς πρὸς τὴν ἀπόλυτο ἐγχρονικότητα καὶ ἐμμένεια, μακριὰ ἀπὸ κάθε ὑπέρβαση, ἡ ὁποία θὰ μποροῦσε νὰ διασώζη αἰωνία ἀνάμνηση τῶν συμβάντων στὸν χρόνο. Εἶναι δηλαδὴ ἡ ἰδέα ὅτι ἐφ᾿ ὅσον ἐξαντληθοῦν οἱ δυνατὲς ἀντιμεταθέσεις στὴν κατανομὴ τῶν ὑλικῶν στοιχείων, μπορεῖ νὰ προκύψη ἐκ νέου μιὰ διάπλαση τοῦ κόσμου, ὅπου τὰ πάντα ξεκινοῦν μὲ τὸν ἴδιο τρόπο ἀπὸ τὴν ἀρχή μιὰ φορά, ἀμέτρητες φορές – ὁ τροχὸς τῶν τροχῶν, ὁ τροχὸς τῆς αἰωνίου ἐπιστροφῆς τοῦ Νίτσε. "Αν ὅμως δεχθοῦμε πὼς ἡ αἰωνιότης δὲν μένει ἄθικτη ἀπ' ὅ,τι συμβαίνει μέσα στὸν χρόνο, τότε δὲν μπορεῖ νὰ ὑπάρξη ἡ ἐ πιστροφὴ τοῦ ἰδίου, ἀφοῦ ὁ Θεὸς δὲν θὰ εἶναι πιὰ ὁ ἴδιος, ἐφ᾿ ὅσον θὰ ἔχη διαβῆ τὴν ἐμπειρία μιᾶς κοσμικῆς διεργασίας. Δηλαδή κάθε καινὸς κόσμος, ὁ ὁποῖος μπορεῖ νὰ προκύψη μετὰ τὸ τέλος ἑνὸς προϋπάρξαντος, θὰ φέρη μαζί του, κληρονομιά του, τὴν ἀνάμνηση τοῦ προη γουμένου του. Μ' ἄλλα λόγια: ἡ αἰωνιότης δὲν θὰ εἶναι πιὰ ἀδιάφορη καὶ νεκρή, ἀλλὰ θὰ αὐξάνεται μὲ τὴν συσσώρευση τῆς συγκομιδῆς τοῦ Χρόνου.
Στενά συνδεδεμένη μὲ τὴν ἰδέα τοῦ πά-σχοντος ἐν τῷ γίγνεσθαι Θεοῦ εἶναι ἡ ἰδέα ἑνὸς Θεοῦ ποὺ νοιάζεται ἑνὸς Θεοῦ ποὺ δὲν εἶναι ἀ-πομακρυσμένος, ξεκομμένος, κλεισμένος στὸν ἑαυτό του, ἀλλὰ μετέχει σ' αὐτὸ πρὸς τὸ ὁποῖο κατευθύνει τὴν φροντίδα του. "Όποια κι ἂν ἡ ταν ἡ «ἀρχέγονη» κατάσταση τοῦ Θεοῦ, ἔπαψε νὰ παραμένη κλειστὸς στὸν ἑαυτό του ἀφ᾿ ἧς στιγμῆς καταπιάστηκε μὲ τὴν ὕπαρξη τοῦ κόσμου, εἴτε δημιουργώντας τον, εἴτε ἐπιτρέποντας νὰ γεννηθή. Ὅτι ὁ Θεὸς μεριμνᾶ νὰ ὑπάρξουν καὶ νὰ ζήσουν τὰ πλάσματά του, ἀνήκει στὶς πιὸ προσφιλεῖς ἀρχὲς τῆς ἰουδαϊκῆς πίστεως. Ὅμως ὁ μύθος μας τονίζει μιὰν ἄποψη ποὺ κάπως ξενίζει: "Ὅτι αὐτὸς ὁ φροντιστής Θεὸς δὲν εἶναι μάγος, ὁ ὁποῖος μεριμνώντας ἐμπράκτως ἐκπληρώνει αὐτομάτως καὶ τὸν στόχο του. Αντιθέτως: ἀφήνει περιθώριο ἐνεργείας γιὰ τὰ ἄλλα δρῶντα πρόσωπα καὶ συν-δυάζει ἔτσι τὴν μέριμνά του μὲ αὐτά. Εἶναι λοιπὸν ἕνας ἐκτεθειμένος Θεός, ἕνας Θεὸς σὲ διακινδύνευση. Καὶ ἔτσι πρέπει να 'ναι, ἀλλιῶς ὁ κόσμος θὰ βρισκόταν σὲ κατάσταση ἀιδίου τελειότητος. Ὅτι ὅμως δὲν βρίσκεται, μπορεῖ νὰ σημαίνη ἕνα ἀπὸ τὰ ἑξῆς δύο πράγματα: Εἴτε πὼς δὲν ὑπάρχει ὁ Ἕνας Θεός (μολονότι ἀποκλειομένου τοῦ ἑνὸς ἀποκλείονται ἴσως καὶ οἱ περισσότεροι), εἴτε πὼς αὐτὸς ὁ Ἕνας παρεχώρησε σὲ κάποιον ἀλλότριο, δικό του δημιούρ-γημα, ἐλευθερία κινήσεων καὶ ἀποφάσεων ὅσον ἀφορᾶ τὰ ἀντικείμενα τοῦ ἐνδιαφέροντός του. Γι' αὐτό, ἔλεγα, ὁ μεριμνῶν Θεὸς δὲν εἶναι μάγος. Μ' ἕνα ὡρισμένο τρόπο, μὲ μιὰ σοφία ἀνεξερεύνητη, ἢ μὲ ἀγάπη, ἢ μὲ ὅποιο τέλος πάντων εἶναι τὸ αἰώνιο θεϊκὸ κίνητρο, ὅταν ἐδημιούργησε, παραιτήθηκε ἀπὸ τὴν ἱκανοποίη ση ποὺ θὰ τοῦ παρεῖχε ἡ πρᾶξις του, ἐφ' ὅσον παραιτήθηκε ἀπὸ τὸ νὰ εἶναι τὰ πάντα ἐν πᾶσι. Κι ἔτσι φθάνουμε στὸ πιὸ κρίσιμο ἴσως ση μεῖο τοῦ θεωρητικοῦ θεολογικοῦ μας τολμήματος: Αὐτὸς ὁ Θεὸς δὲν εἶναι παντοδύναμος! Υποστηρίζουμε λοιπὸν ὅτι δὲν μποροῦμε νὰ διατηρήσουμε τὸ παραδεδομένο μεσαιωνικό δόγμα γιὰ μιὰν ἀπόλυτη, ἀπεριόριστη θεϊκὴ δύναμη, ὅσον ἀφορᾶ τὴν εἰκόνα τοῦ Θεοῦ καὶ τὴν ὅλη μας σχέση μαζί του. Ἐπιτρέψτε μου τοῦτο νὰ τὸ τεκμηριώσω πρῶτα σὲ καθαρὰ λογικὸ ἐπίπεδο, ἀρθρώνοντας τὸ παράδοξο, τὸ ὁ-ποῖο ἐνέχεται στὴν ἔννοια τῆς ἀπολύτου δυνάμεως. Κατὰ τὴν λογική τάξη πραγμάτων ἡ θεϊκὴ παντοδυναμία δὲν εἶναι αὐτονόητο δόγμα καὶ δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ παρουσιάζε ται μ᾿ αὐτὸν τὸν τρόπο, ὁ δὲ περιορισμός της δὲν συνιστᾶ πλάνη χρήζουσα ὑποστηρίξεως. ᾿Αντιθέτως. Ἀπὸ τὴν ἴδια τὴν ἔννοια τῆς δυνάμεως προκύπτει ὅτι ἡ παντοδυναμία εἶναι ἔννοια ἀντιφατική, αὐτοαναιρούμενη, στερουμένη ἐν τέλει νοήματος. Εἶναι ὅπως ἡ ἐλευθερία τῶν ἀνθρωπίνων. Ἡ ἐλευθερία κάθε ἄλλο πα ρὰ ἀρχίζει ἐκεῖ ὅπου τελειώνει ἡ ἀνάγκη· ἀντι-θέτως ὑπάρχει καὶ ζῆ συνυφασμένη μαζί της. Ὁ χωρισμὸς ἀπὸ τὴν ἀνάγκη στερεῖ τὴν ἐλευ θερία ἀπὸ τὸ ἀντικείμενό της, χωρὶς αὐτὸ ἐκ μηδενίζεται, ὅπως μιὰ δύναμη χωρὶς ἀντίσταση. Ἡ ἀπόλυτη ἐλευθερία θὰ ἦταν ἐλευθερία κενή, αὐτοαναιρούμενη. Κενὴ δύναμις ἐπίσης θὰ ἦταν ἡ παντοδυναμία τοῦ Ἑνός. ᾿Απόλυτη, ὁλοκληρωτική δύναμη σημαίνει δύναμη ποὺ δὲν περιορίζεται ἀπὸ τίποτε, οὔτε ἀπὸ τὴν ὕπαρξη τοῦ ἐξωτερικοῦ καὶ διαφορετικοῦ της ἄλλου. Καὶ μόνη ἡ ὕπαρξη ἑνὸς ἄλλου θὰ ἀπο-τελοῦσε περιορισμό, καὶ ἡ Μία δύναμις θὰ ἔπρεπε ὁπωσδήποτε νὰ ἐκμηδενίση αὐτὸ τὸ ἄλλο γιὰ νὰ διασώση τὸ δικό της ἀπόλυτο. "Ο-μως ἡ μοναχικὴ ἀπόλυτη δύναμη στερεῖται ἀντικειμένου ἐπὶ τοῦ ὁποίου θὰ ἐπιδροῦσε. ᾿Αλλ' ὡς δύναμις ἄνευ ἀντικειμένου εἶναι καὶ δύναμις ἀνίσχυρη, αὐτοκαθαιρούμενη. Τὸ «πᾶν» τοῦ «παντοδύναμος» σημαίνει ἐδῶ τὸ τίποτε. Γιὰ νὰ δράση πρέπει νὰ ὑπάρχη καὶ κάτι ἄλλο, καὶ μόλις αὐτὸ ὑπάρξη, ἡ ἴδια παύει νὰ εἶναι πλέον παντοδύναμη, ὅσο κι ἂν σὲ κάθε σύγκρι ση κατὰ πολὺ ὑπερέχη. Ἡ ἴδια ἡ ὕπαρξη ἑνὸς ἄλλου ἀντικειμένου, τὸ ὁποῖον κατ' ἀνάγκην ἀνέχεται, περιορίζει, ὡς ὅρος τῆς πράξεως, τὴν ἰσχὺ τῆς ἐνεργοῦ δυνάμεως, ἐνῶ συγχρόνως τῆς ἐπιτρέπει νὰ εἶναι ἐνεργὸς δύναμις. Συν επῶς ἡ «δύναμις» εἶναι ἔννοια σχετικὴ καὶ ἀ-παιτεῖ ἀναφορὰ σὲ περισσότερους τοῦ ἑνὸς πόλλους. ῎Αρα ἡ δύναμη ἡ ὁποία δὲν συναντᾶ καμμία ἀντίσταση ἐκ μέρους τοῦ ἀναφορικοῦ της πόλου ἰσοδυναμεῖ καθ' ἑαυτὴν μὲ μή-δύναμη. Ἡ δύναμις ἀσκεῖται μόνο ἐν σχέσει πρὸς κάτι ἄλλο ἐπίσης αὐτοδύναμο. Γιὰ νὰ μὴν ἀργῆ ἡ δύναμη, ὀφείλει νὰ ὑπερνικᾶ κάτι ἄλλο, ἡ δὲ συνύπαρξη ἑνὸς ἄλλου, καὶ μόνο ὡς συνύπαρξη, συνιστᾶ αὐτὴ τὴν προϋπόθεση. Ἔτσι ὕπαρξη σημαίνει ἀντίσταση, συνεπῶς ἀντίρροπο δύναμη. "Όπως στὴν Φυσικὴ ἡ δύναμη χωρὶς ἀντίσταση, ἤτοι χωρὶς ἀντίθετη δύναμη, εἶναι κενὴ νοήματος, τὸ ἴδιο καὶ στὴν μεταφυ σικὴ στερεῖται νοήματος ἡ δύναμη χωρὶς ἀν-τίρροπο δύναμη, ὅσο ἄνιση κι ἂν εἶναι ἡ τελευ ταία. Αὐτὸ ἐπὶ τοῦ ὁποίου δρᾶ ἡ δύναμη πρέπει νὰ ἔχῃ ἐκ προοιμίου ἰδία δύναμη, ἀκόμη κι ἂν τούτη προέρχεται ἀπὸ τὴν ἀρχικὴ καὶ ἐκχωρή θηκε στὸν κάτοχό της μαζὶ μὲ τὴν ὕπαρξή του δι' αὐτοπαραιτήσεως τῆς ἀπεριορίστου δυνάμε ως κατὰ τὴν πράξη τῆς δημιουργίας. Συνοψίζομε λοιπόν: Δὲν γίνεται ὅλη ἡ δύναμη νὰ βρί σκεται πρὸς τὴν πλευρὰ ἑνὸς καὶ μόνου δρῶντος ὑποκειμένου. Ἡ δύναμη πρέπει νὰ μοιρά ζεται γιὰ νὰ εἶναι δύναμη.
Ὅμως πλάι στὴν λογικὴ καὶ ὀντολογική ἔνσταση κατατίθεται καὶ μιὰ ἄλλη, περισσότε-ρο θεολογικὴ καὶ γνήσια θρησκευτική, εἰς ἀντίκρουσιν τῆς ἰδέας μιᾶς ἀπόλυτης καὶ ἀπεριό-ριστης θεϊκῆς παντοδυναμίας. Ἡ θεϊκὴ παντοδυναμία μπορεῖ νὰ συνυπάρξη μὲ τὴν θεϊκὴ ἀγαθότητα μόνο ἐπειδὴ ὁ Θεὸς εἶναι ἐντελῶς ἀνεξερεύνητος, δηλαδὴ αἰνιγματικός. Δεδομένης τῆς ὑπάρξεως τοῦ Πονηροῦ ἤ, ἔστω, τοῦ κακοῦ μέσα στὸν κόσμο, θὰ ἔπρεπε νὰ θυσιά-σωμε τὴν δυνατότητά μας νὰ κατανοήσωμε τὸν Θεό, γιὰ νὰ δεχθοῦμε τὴν παναγαθότητα καὶ τὴν παντοδυναμία του. Μόνο ὅταν πρόκει ται γιὰ ἕνα Θεὸ ἐντελῶς ἀκατάληπτο μποροῦ-με νὰ ποῦμε ὅτι εἶναι ἀπολύτως ἀγαθὸς καὶ ἀ-πολύτως παντοδύναμος καὶ ὅτι ἀνέχεται τὸν κόσμο ὅπως εἶναι. Γενικώτερα, οἱ τρεῖς ὑπὸ συ-ζήτησιν ἰδιότητες – ἀπόλυτη ἀγαθότης, ἀπόλυ τη δύναμη καὶ καταληπτὸ τοῦ Θεοῦ ἔχουν μιὰ τέτοια σχέση, ὥστε κάθε ἕνωση τῶν δύο ἀποκλείει τὴν τρίτη. Τίθεται ὅμως τὸ ἑξῆς ἐρώ-τημα: Ποιές ἀπ' αὐτὲς ἀποτελοῦν ἀνέκπτωτα θεῖα ἰδιώματα, καὶ ποιά εἶναι ἡ τρίτη ἐκείνη ποὺ πρέπει, ὡς πιὸ ἀδύναμη, νὰ ὑποχωρήση στὶς ἐπικρατέστερες ἀξιώσεις τῶν ἄλλων; Ὁπωσδήποτε ἡ ἀγαθότης, δηλαδὴ ἡ θέληση τοῦ ᾿Αγαθοῦ, εἶναι ἀχώριστη ἀπὸ τὴν ἔννοια ποὺ ἔχομε γιὰ τὸν Θεὸ καὶ δὲν μπορεῖ νὰ περιορισθῆ καθόλου. Τὸ καταληπτὸ πάλι ἡ «γνώσι-μο» τοῦ Θεοῦ ἔχει δύο προϋποθέσεις: τὴν θεία οὐσία καὶ τὰ ἀνθρώπινα ὅρια· ἔτσι σὲ τελικὴ ἀνάλυση ἐπιδέχεται μὲν περιορισμό, ἀλλὰ δὲν ὑπάρχει περίπτωση νὰ μιλοῦμε γιὰ Θεὸ ἐντελῶς ἄγνωστο. Ὁ deus absconditus, ὁ κεκρυμ μένος Θεός (γιὰ νὰ μὴν ποῦμε ἕνας Θεὸς παράλογος), εἶναι βαθύτατα μή-Ιουδαϊκὴ ἀντίλη ψη. Ἡ διδασκαλία μας, ἡ Τορά, βασίζεται καὶ ἐπιμένει στὸ γνώσιμο τοῦ Θεοῦ, στὴν δυνατό τητά μας νὰ τὸν κατανοήσωμε, ὄχι ὡλοκληρωμένα βεβαίως, ἀλλὰ ἐν μέρει, νὰ γνωρίσωμε κάτι ἀπὸ τὴν θέλησή του, τοὺς σκοπούς του, ἀκόμη καὶ ἀπὸ τὸ εἶναι του, ἀφοῦ ὁ ἴδιος μᾶς τὸ φανέρωσε. Ἡ ᾿Αποκάλυψη ἔγινε, κατέχουμε τὶς Ἐντολές του καὶ τὸν Νόμο του, τὸν γνώρι-σαν ἀμέσως κάποιοι ἄνθρωποι – οἱ Προφῆτες-ποὺ ἔγιναν τὸ στόμα του καὶ λάλησαν γιὰ κά-θε τι στὴν γλῶσσα τῶν ἀνθρώπων καὶ τοῦ χρόνου, ἐνῶ ἐκεῖνος διαθλώμενος στὰ περιωρι-σμένα τοῦτα μέσα βγῆκε ἀπὸ τὸν σκοτεινό του γνόφο. Ἕνας Θεὸς ὁλότελα κρυμμένος, ἀκατάληπτος, εἶναι ἀπαράδεκτος γιὰ τὴν ἰουδαϊκὴ σκέψη.
Ἔτσι ἀκριβῶς θά 'πρεπε νὰ εἶναι, ἂν τοῦ ἀποδίδαμε μαζί παναγαθότητα καὶ παντοδυνα-μία. Μετὰ τὸ ῎Αουσβιτς μποροῦμε νὰ βεβαιώ σουμε πιὸ ἀποφασιστικὰ παρὰ ποτὲ ὅτι μία θε-ότης παντοδύναμη ἢ δὲν θὰ ἦταν πανάγαθη (μέσα στὸ ἐγκόσμιό της βασίλειο, ὅπου καὶ μόνο μποροῦμε νὰ προσπαθήσουμε νὰ τὴν συλλά βωμε), ἢ θὰ ἦταν τελείως ἀκατάληπτη. Ἐὰν ὅμως ὁ Θεὸς πρέπη κατὰ κάποιον τρόπο καὶ σὲ κάποιον βαθμὸ νὰ εἶναι καταληπτός (καὶ ἐδῶ χρειάζεται νὰ ἐπιμείνωμε), τότε ἡ ἀγαθότης του θὰ εἶναι κατ' ἀνάγκην συμβατὴ μὲ τὴν ὕ παρξη τοῦ κακοῦ, καὶ αὐτὸ μπορεῖ νὰ συμβῆ μόνο ὅταν δὲν εἶναι παντοδύναμος. Τότε μόνο μποροῦμε νὰ παραδεχθοῦμε ὅτι εἶναι καὶ και τανοητὸς καὶ καλός, μολονότι τὸ κακὸ ὑπάρχει στὸν κόσμο. Καὶ καθὼς βρήκαμε ὅτι ἡ ἔννοια τῆς παντοδυναμίας εἶναι καθ' ἑαυτὴν ἀμφίβο λη, αὐτὴ ὀφείλει ἀκριβῶς νὰ ὑποχωρήση.
Μέχρις ἐδῶ ἡ ἐπιχειρηματολογία μας περὶ παντοδυναμίας περιορίσθηκε νὰ θέση ὡς ἀρχὴ κάθε θεολογίας, ἡ ὁποία συνδέεται μὲ τὴν ἰου-δαϊκὴ παράδοση, ὅτι ἡ δύναμη τοῦ Θεοῦ περιο ρίζεται ἀπὸ κάτι, τοῦ ὁποίου ὁ Θεὸς ἀναγνωρί ζει τὴν αὐθυπαρξία καὶ τὴν δυνατότητα αὐτε-νέργειας4. Τοῦτο θὰ μποροῦσε νὰ ἑρμηνευθῆ ἀπλῶς καὶ μόνο ὡς παραχώρηση ἐκ μέρους τοῦ Θεοῦ, τὴν ὁποία ὁ ἴδιος μπορεῖ νὰ ἀνακαλέση ὅταν ἐπιθυμῆ, δηλαδὴ ὡς συγκράτηση μιᾶς δυ-νάμεως τὴν ὁποία διαθέτει στὸ ἀκέραιο, τὴν χρησιμοποιεῖ ἐντούτοις μερικῶς, ὥστε ἡ Δημι ουργία νὰ δικαιώση τὴν ὕπαρξή της. Ὅμως αὐτὸ δὲν ἀρκεῖ: ᾿Αφ᾿ ἧς στιγμῆς συμβαίνουν οἱ τερατωδίες –κυριολεκτικῶς– τὶς ὁποῖες δια-πράττουν τὰ κατ' εἰκόνα του πλάσματα συ στηματικὰ ἐναντίον ἀθώων ὑπάρξεων, θὰ μπο-ροῦσε νὰ περιμένη κανεὶς ὅτι ὁ καλὸς Θεὸς πα-ραβαίνει ποῦ καὶ ποῦ τοὺς δικούς του κανόνες, τὴν ἄκρα αὐτοσυγκράτηση, καὶ παρεμβαίνει μὲ ἕνα σωτήριο θαῦμα5. "Όμως δὲν ἔγινε κανέ να σωτήριο θαῦμα: Τὰ χρόνια τῆς παράνοιας τοῦ ᾿Αουσβιτς ὁ Θεὸς σιωποῦσε. Ὅσα θαύμα τα ἔγιναν, ἔγιναν μόνο ἀπὸ ἀνθρώπους. Ήταν οἱ πράξεις κάποιων μεμονωμένων, συχνά άνωνύμων δικαίων, οἱ ὁποῖοι δὲν δείλιασαν μπρο στὰ στὴν ἐσχάτη θυσία, γιὰ νὰ σώσουν, νὰ και ταπραΰνουν, νὰ μοιραστοῦν ἔτσι τὸν κλῆρο τοῦ Ἰσραήλ, ἀφοῦ δὲν γινόταν μὲ ἄλλον τρόπο. Σ' αὐτοὺς θὰ ἐπανέλθω. "Όμως ὁ Θεὸς ἐσιώπησε. Καὶ λέω ὅτι δὲν ἐπενέβη ὄχι γιατὶ δὲν ἤθελε, ἀλλὰ γιατὶ δὲν μποροῦσε. Γιὰ λόγους τοὺς ὁ ποίους μοῦ ὑποβάλλει ἀποφασιστικὰ ἡ σύγχρονη ἐμπειρία, προτείνω τὴν ἰδέα ἑνὸς Θεοῦ, ὁ ὁ ποῖος γιὰ ὡρισμένο χρονικό διάστημα –ὅσο δι αρκεῖ ἡ ἐξελικτικὴ πορεία τοῦ κόσμου- στέρη σε ἑαυτὸν ἀπὸ κάθε δυνατότητα ἀναμίξεως στὴν φυσικὴ ροὴ τῶν πραγμάτων τοῦ κόσμου τούτου· ἑνὸς Θεοῦ ὁ ὁποῖος, ὅταν τὰ κοσμικά γεγονότα προσκρούουν στὴν ἴδια του τὴν ϋπαρξη, δὲν ἀπαντᾶ «ὲν χειρὶ κραταιᾷ καὶ ἐν βραχίονι ὑψηλῷ», ὅπως κάθε χρόνο ἐπαναλαμβάνομε οἱ Ἑβραῖοι εἰς μνήμην τῆς Ἐξόδου ἀπὸ τὴν Αἴγυπτο, ἀλλὰ μὲ τὴν διαπεραστικὰ βουβή ἐμμονὴ στὸν ἀνεκπλήρωτο ἀκόμη σκοπό του.
Σ' αὐτὸ τὸ σημεῖο ἡ σκέψη μου ἀπομακρύ νεται πολὺ ἀπὸ τὸ ἀρχαῖο ἰουδαϊκὸ δόγμα. Πε-ρισσότεροι ἀπὸ δεκατρεῖς κανόνες τοῦ Μαϊμονίδη ποὺ ψάλλονται στὴν θεία λατρεία ἀναφέρονται εἰς τὰ περὶ «κραταιᾶς χειρός». Οἱ λόγοι τοῦ Θεοῦ Παντοκράτορος κατὰ τὴν Δημιουργία, ἡ ἀνταμοιβὴ τῶν ἀγαθῶν καὶ ἡ τιμωρία τῶν πονηρῶν, ἀκόμη καὶ τὰ περὶ ἐλεύσεως τοῦ ἐπονομαζόμενου Μεσσία. Ὄχι ὅμως τὰ περὶ κλήσεως τῶν ψυχῶν6, περὶ ἐμπνεύσεως τῶν προφητῶν καὶ τῆς Τορά, καὶ ὄχι ἐπίσης ἡ ἰδέα τῆς ἐκλογῆς, γιατὶ ἡ ἀδυναμία τοῦ Θεοῦ ἀφορᾶ μόνο τὸ φυσικό πεδίο. Καὶ μένει πάνω ἀπ᾿ ὅλα τὸ δόγμα τοῦ Ἑνὸς Θεοῦ καὶ τὸ «῎Ακουσον, Ἰσραήλ!». Δὲν θὰ καταφύγωμε σὲ κάποιον μανιχαϊσμὸ γιὰ νὰ ἐξηγήσωμε τὴν ὕπαρξη τοῦ κακοῦ· αὐτὸ προβάλλει μόνο μέσα ἀπὸ τὶς ἀν-θρώπινες καρδιὲς καὶ δυναμώνει στὸν κόσμο.
Ἡ παραίτηση τοῦ Θεοῦ ἀπὸ τὴν δύναμή του ἔγκειται ἀποκλειστικὰ στὴν ἀποδοχὴ τῆς ἀν θρώπινης ἐλευθερίας. Ἤδη ἀπὸ τὴν γενική συ ζήτηση περὶ δυνάμεως προέκυψε ἡ ἄρνηση τῆς θεϊκῆς παντοδυναμίας. Αὐτὸ θεωρητικὰ ἀφή νει ἀνοικτὴ τὴν ἐπιλογὴ ἀνάμεσα σ' ἕναν ἀρχι κό, θεολογικὸ ἢ ἄντολογικὸ δυϊσμὸ καὶ στὸν αὐτοπεριορισμὸ τοῦ ἑνὸς Θεοῦ μέσῳ τῆς ἐκ τοῦ μηδενὸς Δημιουργίας. Ὁ δυϊσμὸς πάλι μπορεῖ νὰ λάβη τὴν μανιχαϊκὴ μορφὴ δυναμικῆς ἐνεργείας τοῦ κακοῦ, ἡ ὁποία ἐξ ἀρχῆς ἀντιτίθεται στὸν θεϊκὸ σκοπὸ μέσα σ' ὅλα τὰ πράγματα· εἶναι ἡ θεολογία τοῦ διπλοῦ Θεοῦ. Μπορεῖ ἐπί-σης νὰ λάβη τὴν πλατωνικὴ μορφὴ ἑνὸς παθητικοῦ μέσου, τὸ ὁποῖον -μολονότι καθολικῆς ἰσχύος – ἐπιτρέπει ἀτελῶς μόνον τὴν ἐνσάρκω ση τοῦ ἰδεατοῦ στὸν κόσμο: μία ὀντολογία μορ φῆς καὶ ὕλης. Ἡ πρώτη ἐπιλογή –ἡ θεολογία τοῦ διπλοῦ Θεοῦ εἶναι προφανῶς ἀπαράδεκτη γιὰ τὸν ἰουδαϊσμό. Ἡ πλατωνικὴ ἐπιλογὴ ἀ-παντᾶ πολὺ καλύτερα στὸ πρόβλημα τῆς ἀτε-λείας καὶ τῆς φυσικῆς ἀναγκαιότητος, ὄχι ὅ-μως στὸ πρόβλημα τοῦ θετικοῦ Κακοῦ, ἐνέ-χοντος μιὰν ἐλευθερία μὲ τόσην ἐξουσία, ὥστε νὰ μπορῆ νὰ στραφῆ ἐναντίον τοῦ Δημιουργοῦ της· σήμερα ἡ ἱουδαϊκὴ θεολογία πρέπει νὰ ἀναμετρηθῆ μὲ τὴν πραγματικότητα καὶ τὴν εὐόδωση τοῦ ἑκούσιου κακοῦ πολὺ περισσότερο ἀπ᾿ ὅ,τι μὲ τὰ δεινὰ ποὺ προκαλεῖ ἡ τυφλή φυσικὴ αἰτιότης, μὲ τὸ ῎Αουσβιτς καὶ ὄχι μὲ τοὺς σεισμοὺς τῆς Λισσαβώνας. Μόνο ἡ ἐκ τοῦ μη δενὸς Δημιουργία ἐπιτρέπει τὴν ἑνότητα τῆς θεϊκῆς ἀρχῆς καὶ μαζὶ τὸν αὐτοπεριορισμό της, ὁ ὁποῖος κάνει τόπο στὴν ὕπαρξη καὶ αὐτονο μία ἑνὸς κόσμου. Μὲ τὴν πράξη τῆς Δημιουργίας ἡ ἀπόλυτη Κυριότης συνήνεσε νὰ μὴν εἶναι ἐφεξῆς ἀπόλυτη, ὥστε νὰ τελειωθῆ αὐτο βούλως ἡ ὕπαρξη – προέβη δηλαδὴ σὲ μιὰν ἐνέργεια θεϊκῆς ἀπογυμνώσεως.
Ἐν προκειμένῳ μὴν λησμονοῦμε πὼς ἡ ἰουδαϊκὴ παράδοση δὲν εἶναι τόσο ἄκαμπτη στο ζήτημα τῆς θεϊκῆς ἐξουσίας, ὅπως τὸ ἐπίσημο δόγμα ἀφήνει νὰ φανῆ. Τὸ ἰσχυρὸ ὑπόγειο ρεῦμα τῆς Καββάλα, τὸ ὁποῖο ἀνεδείχθη ἐκ νέου στὶς ἡμέρες μας ἀπὸ τὸν Γκέρσομ Σόλεμ, άναγνωρίζει στὸν Θεὸ ἕνα πεπρωμένο εἰς τὸ ὁποῖο ὑποτάσσει ὁ ἴδιος τὸν ἑαυτό του καὶ τὸ μέλλον τοῦ κόσμου. Ἐδῶ ὑπάρχουν σκέψεις ἐξαιρετι κὰ πρωτότυπες καὶ πολὺ ἀνορθόδοξες, καὶ ἀνάμεσά τους οἱ σκέψεις μου δὲν φαίνονται πιὰ τόσο μοναχικές. Ἐπὶ παραδείγματι ὁ μῦθος μου κατὰ βάθος δὲν εἶναι παρὰ μιὰ ριζοσπα στικὴ ἐκδοχὴ τῆς ἰδέας τοῦ Ζιμζούμ, τῆς κεντρικῆς κοσμογονικῆς ἰδέας τῆς Λουριανικῆς Καββάλας. Ζιμζούμ σημαίνει συστολή, ἀπο τράβηγμα, αὐτοπεριορισμός. Γιὰ νὰ κάνη τόπο στὸν κόσμο ὁ Ἔν-Σόφ τῆς ἀρχῆς, ὁ ᾿Απειρος, χρειάσθηκε νὰ συσταλῆ καὶ ἐπέτρεψε ἐκτός του τὸ κενό, τὸ μηδέν, ἐν τῷ ὁποίῳ καὶ ἐκ τοῦ ὁποίου ἐκεῖνος δημιούργησε τὸν κόσμο. "Αν δὲν ἀποσυρόταν τότε μέσα του, δὲν θὰ μποροῦ σε νὰ ὑπάρξη τίποτε ἐκτὸς τοῦ Θεοῦ, καὶ μόνο ἡ ὑποχώρησή του ἐφεξῆς διασώζει τὴν μοναδικότητα τῶν πεπερασμένων ὄντων στὸ θεϊκὸ «τὰ πάντα ἐν πᾶσι».
Ὁ μῦθος μου προχωρεῖ ἀκόμη περισσότερο. Ἡ συστολὴ εἶναι πλήρης, καθὼς σύνολο τὸ ἄπειρο ἔχει τὴν δύναμη ν' ἀφήνη τὸν ἑαυτό του στὸ περατὸ καὶ νὰ τοῦ παραδίδεται. Ἐν τοιαύτη περιπτώσει τί περιθώριο μένει γιὰ τὴν σχέση τοῦ ἀνθρώπου μὲ τὸν Θεό; Ἐπιτρέψτε μου νὰ ἀπαντήσω μὲ ἕνα τελευταῖο παράθεμα ἀπὸ προηγούμενο κείμενό μου.
Παραιτούμενη ἀπὸ τὴν ἴδια της τὴν ἀπά-θεια, ἡ αἰωνία αἰτία ἐπέτρεψε στὸν κόσμο νὰ ὑ-πάρξη. Ὅλα τὰ πλάσματα ὀφείλουν τὴν ὕπαρ-ξη στὴν αὐτοάρνησή της καὶ μαζὶ μὲ τὴν ὕπαρ-ξη ἔλαβαν ὅ,τι μπορεῖ κανεὶς νὰ λάβη ἀπὸ τὸ ἐπέκεινα. ᾿Αφ᾿ ἧς στιγμῆς παρέδωσε τὸν ἑαυτό του σ' ἕνα κόσμο ἐν τῷ γίγνεσθαι, ὁ Θεὸς8 δὲν ἔχει τίποτε ἄλλο νὰ δώση. Τώρα μένει ὁ ἄν θρωπος νὰ δώση σ' Ἐκεῖνον. Κι αὐτὸ μπορεῖ νὰ τὸ κάνη ἂν στὴν ζωή του ἐπαγρυπνῇ ὥστε νὰ μὴν συμβαίνη, ἢ νὰ μὴν συμβαίνη πολύ συχνά, ἢ νὰ μὴν συμβαίνη ἐξ αἰτίας του νὰ μετανοιώνη ὁ Θεὸς ποὺ ἄφησε τὸν κόσμο νὰ γίνη καὶ νὰ γίνεται. Ἴσως τοῦτο νὰ εἶναι τὸ μυστικὸ τῶν «τριανταέξι» ἀγνώστων «δικαίων», οἱ ὁποῖοι κατὰ τὴν ἰουδαϊκὴ διδασκαλία δὲν πρέπει νὰ λείψουν ἀπὸ τὸν κόσμο9 γιὰ νὰ τὸν κρα τήσουν, καὶ μὲ τοὺς ὁποίους συναριθμοῦνται τὴν ἐποχή μας πολλοὶ ἀπὸ τοὺς μνημονευθέντες «δικαίους ἐκ τῶν ἐθνῶν»: ὅτι λόγῳ τῆς ὑπεροχῆς τοῦ καλοῦ ἐπὶ τοῦ κακοῦ τὴν ὁποία ἐμπιστευόμαστε στὴν ἀπροσδιόριστη ἐλευθερία τῶν πραγμάτων τοῦ Ἐπέκεινα, ἡ ἐν κρυπτῷ ἁ γιότης των δύναται νὰ ἀντισταθμίζη τὴν ἀναρί θμητη ἐνοχή, νὰ ξεπληρώνη τὸ χρέος μιᾶς γε νιᾶς καὶ νὰ διασώζη τὴν γαλήνη τοῦ ἀοράτου Βασιλείου 10.
Κυρίες καὶ κύριοι! "Ὅλα τοῦτα εἶναι ψέλλι σμα. Τὰ ἴδια τὰ λόγια τῶν μεγάλων Θεωρῶν, Δεομένων, Προφητῶν καὶ Ψαλμωδῶν, λόγια ἀσύγκριτα, εἶναι ψέλλισμα ἐμπρὸς στὸ αἰώνιο μυστήριο. Καὶ κάθε ἀπόκριση στὸ ἐρώτημα τοῦ Ἰὼβ δὲν μπορεῖ παρὰ νὰ εἶναι ψέλλισμα.
Ἡ δική μου ἀπάντηση εἶναι ἀντίθετη ἀπὸ τὴν ἀπάντηση ποὺ δίνει τὸ βιβλίο τοῦ Ἰώβ. Εκείνη ἐπικαλεῖται τὸ πλήρωμα τῆς δυνάμεως τοῦ δη μιουργοῦ Θεοῦ ἡ δική μου τὴν παραίτηση ἀπὸ τὴν δύναμη. Κι ὅμως τί παράξενο! ἰσχύουν καὶ οἱ δύο ἀπαντήσεις, γιατὶ ἡ παραίτηση ἔγινε ὥστε νὰ ὑπάρξουμε. Κι ἀκόμη μια πιθανή α πάντηση: Στὸν πόνο τοῦ Ἰὼβ πάσχει ὁ ἴδιος ὁ Θεός. Οὐδεὶς μπορεῖ νὰ βεβαιώση ἂν αὐτὴ ἡ ἀπάντηση εἶναι ἀληθινή. Ελπίζω ἁπλῶς ὅτι ὁ φτωχός μου λόγος δὲν παρεκκλίνει ἐντελῶς ἀπὸ τὸν λόγο τοῦ Γκαῖτε στὴν Διαθήκη τῆς ἀρχαι ας περσικῆς πίστεως:
Κύκλο μὲ κύκλο συναθροίζεται ἐκεῖ κάθε ψέλλισμα ποὺ τὸν Ὕψιστο ὑμνεῖ11.
Σημειώσεις:
3. Hans Jonas, Immortality and the Modern Temper. Ἡ ὁμιλία «Ingersoll» τοῦ 1961 στὸ Πανεπιστήμιο τοῦ Χάρβαρντ δημοσιεύθηκε πρῶτα στὸ Harvard Theolo-gical Review 55 (1962), σσ. 1-20, καὶ εὑρίσκεται σήμε ρα στὸ Η. Jonas, The Phenomenon of Life (Chicago and London: University of Chicago Press, 1982), σσ. 262-281.
4. Ἡ ἴδια ἀρχὴ προβάλλεται μὲ ἐλαφρῶς διαφορε-τικὴ συλλογιστικὴ ἀπὸ τὸν ραββίνο Tack Bemporad, <<<Toward a New Jewish Theology», American Judaism (Χειμώνας 1964-1965), σ. 9 κ.ε.
5. Ἕνα τυχαῖο θαῦμα, δηλαδὴ μιὰ ἐπέμβαση ἔξω-θεν στὴν κλειστὴ αἰτιότητα τοῦ φυσικοῦ κόσμου, δὲν εἶναι ἀσυμβίβαστο μὲ τὴν γενικὴ ἰσχὺ τῶν νόμων τῆς φύσεως· οἱ σπάνιες ἐξαιρέσεις δὲν καταργοῦν τοὺς ἐμ-πειρικοὺς κανόνες καὶ μποροῦν ἀκόμη καὶ νὰ συμμορ-φώνωνται μαζί τους τέλεια, σὲ πεῖσμα ὅσων ἐκ πρώτης ὄψεως φαίνονται. Ἐπὶ τοῦ θέματος βλ. Η. Jonas, Philo-sophical Essays (Chicago, University of Chicago Press, 1980) σσ. 66, 67. Έκτενέστερα βλέπε τὸ κείμενό μου στὸ Rudolf Bultmann Memorial Address τοῦ 1976 στὸ Πανεπιστήμιο τοῦ Marburg, «Is Faith still Possible? Me-mories of Rudolf Bultmann and Reflections of the Phi-losophical Aspects of his Work» (Harvard Theological Review 75, No 1, Ιανουάριος 1982, σσ. 9-15) βλέπε ἐπί-σης σσ. 17-18 τοῦ ἀνωτέρω κειμένου γιὰ τὴν θεμελίωση τῶν θεολογικῶν ἀντιρρήσεων ἐναντίον μιᾶς ἐννοίας τοῦ Θεοῦ ὡς «κυρίου τῆς ἱστορίας».
6. Γι' αὐτὸ τὸ ἀναπαλλοτρίωτο αἴτημα τῆς ἀποκεκα-λυμμένης θρησκείας, δηλαδὴ τὴν δυνατότητα τῆς ἴδιας τῆς ἀποκαλύψεως, ἑνὸς Θεοῦ ὁμιλοῦντος στὰ πνεύματα τῶν ἀνθρώπων, ἀκόμη κι ἂν ἀπέχη ἀπὸ κάθε ἐπέμβαση στὰ φυσικά πράγματα, βλέπε Η. Jonas, <<Is Faith still Possible?», σσ. 18-20.
7. Ἰσαὰκ Λούρια, 1534-1572.
8. Γένεσις 6, 6-7.
9. Σανχεντρίν 976 Σούκκα 456.
10. Ξανασυνάντησα ἔκτοτε τὴν ἰδέα ὅτι ἐμεῖς μποροῦμε νὰ βοηθήσωμε τὸν Θεὸ ἀντὶ νὰ μᾶς βοηθήση ἐκεῖνος· τὴν ἐκφράζει μὲ τρόπο συγκινητικὸ ἀκριβῶς ἕνα θῦμα τοῦ “Λουσβιτς, μία νεαρὰ Ἑβραία ἀπὸ τὴν Ολλανδία, ἡ ὁποία τῆς προσέδωσε ἐγκυρότητα κάνον τὰς την ἐδραίωμα τῶν πράξεών της μέχρι νὰ πεθάνη. Βρίσκεται στὸ An interrupted Life. The Diaries of Etty Hillesum 1941-1943, New York, Pantheon Books, 1984 (Γαλλικὴ ἔκδοση: Etty Hillesum, Une vie bouleversée, Journal 1941-1943, μετ. Ph. Noble, Éd. du Seuil, Paris 1985). Ὅταν ἄρχισαν οἱ ἐκτοπίσεις στὴν Ολλανδία, τὸ 1942, ἡ Ἔττυ Χίλλεσουμ παρουσιάσθηκε ἐθελοντικά στὸ στρατόπεδο μεταγωγῶν τοῦ Βέστερμπορκ γιὰ νὰ βοηθήση στὸ νοσοκομεῖο καὶ νὰ μοιρασθῆ τὴν τύχη τοῦ λαοῦ της. Τὸν Σεπτέμβριο, σὲ μία ἀπὸ τὶς συνήθεις μα-ζικὲς ἀποστολές, τὴν ἔστειλαν στὸ ῎Αουσβιτς, ὅπου «ἀπέθανε» στὶς 30 Νοεμβρίου τοῦ 1943. Τὸ ἡμερολόγιό της διασώθηκε καὶ δημοσιεύθηκε μόλις πρόσφατα. Παραθέτω ἕνα κομμάτι ἀπὸ τὸν Neal Anderson («In Hell», New York Review of Book 31, No 13, 19 Ιουλίου 1984, εἰδικὰ σσ. 8-12).
«Δὲν βρίσκει ἀκριβῶς τὸν Θεὸ ἀλλὰ μᾶλλον δημιουργεῖ ἕνα Θεὸ δικό της. Τὰ γραπτὰ τοῦ ἡμερολογίου της πλησιάζουν ὅλο καὶ περισσότερο τὴν θρησκεία καὶ πολλὲς φορὲς ἀρχίζει μὲ προσευχή. Ὁ Θεός της εἶναι κάποιος στὸν ὁποῖο αὐτὴ ὑπόσχεται, ὅμως δὲν ἀκούει καθόλου τὴν φωνή του, καὶ δὲν τοῦ ζητάει τίποτε. “Θὰ προσπαθήσω νὰ Σὲ βοηθήσω, Θεέ μου, νὰ μὴν ἀφήσης νὰ χάσω τὶς δυνάμεις μου, παρ' ὅλο ποὺ ἐκ τῶν προτέρων δὲν ξέρω ἂν θὰ μπορέσω ν' ἀνταποκριθῶ. ᾿Αλλὰ ἕνα πρᾶγμα ξεκαθαρίζει ὅλο καὶ περισσότερο στὰ μάτια μου: ὅτι δὲν μπορεῖς νὰ μᾶς βοηθήσης, ὅτι πρέπει ἐμεῖς νὰ Σὲ βοηθήσουμε γιὰ νὰ μᾶς βοηθήσης. ᾿Αλλοίμονο, στὶς παροῦσες συνθῆκες δὲν φαίνεται καθόλου πιθανό νὰ μπορέσης νὰ κάνης κάτι γιὰ τὶς ζωές μας. Τώρα πιὰ δὲν σὲ θεωρῶ ὑπεύθυνο. Δὲν μπορεῖς νὰ μᾶς βοηθήσης, ἐμεῖς ὅμως πρέπει νὰ Σὲ βοηθήσουμε, πρέπει νὰ ὑπερασπισθοῦμε τὴν Βασιλεία Σου μέσα μας μέχρι τὸ τέλος."» Ἡ ἀνάγνωση αὐτῶν τῶν γραμμῶν ὑπῆρξε συν ταρακτικὴ ἐπιβεβαίωση, μέσῳ μιᾶς αὐθεντικῆς μαρτυρίας, σκέψεων δικῶν μου, τὶς ὁποῖες ἔκανα ἀργότερα καὶ ἐκ τοῦ ἀσφαλοῦς· ἐξ ἄλλου μὲ παρηγόρησε γιατὶ διορθώνει τὶς ὑπερβολικά γενικευμένες ἀποφάνσεις μου ὅτι δὲν θὰ ὑπῆρχαν μάρτυρες ἐκεῖ πέρα.
11. Und was nur am Lob das Höchsten stammelt Ist in Kreis un Kreise dort versammelt. (Goethe, «Vermächtnis alt persischen Glaubens)
Οπισθόφυλλο:
Ἀφ᾿ ἧς στιγμῆς παρέδωσε τὸν ἑαυτό του σ' ἕνα κόσμο ἐν τῷ γίγνεσθαι, ὁ Θεὸς δὲν ἔχει τίποτε ἄλλο νὰ δώσῃ. Τώρα μένει ὁ ἄνθρωπος νὰ δώσῃ σ' Ἐκεῖνον. Κι αὐτὸ μπορεῖ νὰ τὸ κάνῃ ἂν στὴν ζωή του έπαγρυπνῆ ὥστε νὰ μὴν συμβαίνῃ, ἢ νὰ μὴν συμβαίνῃ πολύ συχνά, ἢ νὰ μὴν συμβαίνῃ ἐξ αἰτίας του νὰ μετανοιώνη ὁ Θεὸς ποὺ ἄφησε τὸν κόσμο νὰ γίνῃ καὶ νὰ γίνεται.
Ἰδοὺ ἡ μυθεικασία ποὺ κάποτε συνέθεσα γιὰ νὰ συζητήσω ἄλλα πράγματα. Ἔχει προεκτάσεις θεολογικὲς τὶς ὁποῖες ἄργησα νὰ συν ειδητοποιήσω. Ἐδῶ θέλω νὰ ἀναπτύξω μερικὲς ἀπὸ τὶς πιὸ ἀκραιφνεῖς προεκτάσεις της, ἐλπίζοντας ὅτι ἂν μεταγράψω τὶς εἰκόνες σὲ νοήματα θὰ συνδέσω αὐτὸ ποὺ μοιάζει μὲ πα-ράδοξη καὶ αὐθαίρετη προσωπική μου φαντα σία μὲ τὴν ἐπίσημη παράδοση τῆς ἰουδαϊκῆς θρησκευτικῆς σκέψεως. Ἐπιδιώκω ἔτσι νὰ πλησιάσω κάπως περισσότερο στὴν ἀλήθεια τὴν θεωρία μου ἐρευνώντας ἀπὸ κοντὰ τὰ ση-μεῖα ποὺ διατυπώθηκαν ἐλαφρᾷ τῇ καρδίᾳ.
Κατ' ἀρχὴν ἔκανα σαφῆ λόγο γιὰ ἕνα Θεὸ πάσχοντα ποὺ φαίνεται νὰ ἔρχεται σὲ ἄμεση ἀντίθεση μὲ τὴν βιβλικὴ θεϊκὴ μεγαλειότητα. Βεβαίως ὑπάρχει ἡ χριστιανικὴ ἑρμηνεία τῆς ἐκφράσεως «Θεὸς πάσχων», ὅμως δὲν πρέπει νὰ τὴν συγχέωμε μὲ τὸν μῦθο μου. Ὁ μῦθος μου δὲν μιλᾶ, ὅπως ὁ Χριστιανισμός, γιὰ ἕνα μοναδικό συμβάν, κατὰ τὸ ὁποῖο ἡ θεότης σὲ ὡρισμένο χρόνο καὶ μὲ σκοπὸ νὰ λυτρώση τὸν ἄνθρωπο ἔστειλε μέρος τοῦ ἑαυτοῦ της νὰ πά-θη (ἐνανθρώπηση καὶ σταύρωση). Ἐὰν κάτι ἀπ' ὅσα εἶπα ἔχη νόημα, αὐτὸ εἶναι ὅτι ἡ σχέση τοῦ Θεοῦ μὲ τὸν κόσμο ἀπὸ τότε ποὺ δημι ουργήθηκε, καὶ συγκεκριμένα ἀπὸ τὴν δημιουργία τοῦ ἀνθρώπου, περιλαμβάνει ἕνα πάθος τοῦ Θεοῦ. Φυσικά περιλαμβάνει ἐπίσης πάθος ἀπὸ τὴν πλευρὰ τοῦ δημιουργήματος, αὐτὸ ὅμως εἶναι αὐτονόητο καὶ δεκτὸ ἀπὸ ὅλες τὶς θεολογίες. Ὄχι ὅμως καὶ ἡ ἰδέα ὅτι ὁ Θεὸς πάσχει μαζὶ μὲ τὴν δημιουργία· αὐτή, ὅπως εἶπα, ἐκ πρώτης όψεως συγκρούεται μὲ τὴν βιβλικὴ παρουσία τῆς θείας μεγαλειότητος. Συγκρούε ται ὅμως πράγματι τόσο ριζικὰ ὅσο φαίνεται μὲ τὴν πρώτη ματιά; Δὲν βρίσκουμε στὴν ἐβραϊκὴ Βίβλο ἕνα Θεὸ ποὺ περιφρονεῖται καὶ ἀπορρίπτεται ἀπὸ τὸν ἄνθρωπο καὶ ἀγανακτεῖ γι' αὐτό; Δὲν τὸν βλέπομε ἀκόμη καὶ νὰ μετανοῆ ποὺ δημιούργησε τὸν ἄνθρωπο, συχνὰ δὲ νὰ ὑποφέρη ἀπὸ τὴν ἀπογοήτευση ποὺ δοκιμάζει ἐξ αἰτίας του – καὶ ἰδιαιτέρως ἐξ αἰτίας τοῦ ἐκλεκτοῦ λαοῦ τους "Ας θυμηθοῦμε τὸν προφή τη Ὡσηὲ καὶ τὸν σπαρακτικὸ θρῆνο τῆς ἀγά-πης τοῦ Θεοῦ γιὰ τὴν ἄπιστη σύζυγο, τὸν λαό του Ισραήλ!
Δεύτερο σημεῖο: Ὁ μῦθος ἀποδίδει τὴν εἰκόνα ἑνὸς Θεοῦ ἐν τῷ γίγνεσθαι, Θεοῦ ὁ ὁποῖος προβαίνει στὸν χρόνο ἀντὶ νὰ κατέχη πληρότη τα ὑπάρξεως ταυτισμένη αἰωνίως μαζί του. Μιὰ τέτοια ἰδέα θεϊκοῦ γίγνεσθαι βρίσκεται σίγουρα σὲ ἀντίθεση μὲ τὴν ἑλληνική, πλατω-νικὴ καὶ ἀριστοτελική παράδοση φιλοσοφικῆς θεολογίας, ἡ ὁποία μετὰ τὴν ἐνσωμάτωσή της στὴν χριστιανικὴ καὶ ἰουδαϊκὴ θεολογική παράδοση σφετερίσθηκε κατὰ κάποιον τρόπο ἕνα κῦρος τὸ ὁποῖο δὲν τῆς ἀνῆκε σύμφωνα μὲ τὰ αὐθεντικὰ ἰουδαϊκὰ κριτήρια (καὶ τὰ χριστιανικὰ ἐπίσης). ᾿Αιδιότης, ἀπάθεια, ἀκινησία, θεω-ρήθηκαν ἀναγκαῖα κατηγορήματα τοῦ Θεοῦ. Καὶ ἡ ὀντολογικὴ ἀντίθεση μεταξὺ τοῦ εἶναι καὶ τοῦ γίγνεσθαι, ἀντίθεση κλασικὴ σύμφωνα μὲ τὴν ὁποία τὸ γίγνεσθαι ὑστερεῖ καὶ χαρα-κτηρίζει τὸν κατώτερο, ὑλικὸ κόσμο, ἀπέκλει σε κάθε σκιασμὸ τοῦ γίγνεσθαι στὸ καθαρό, ἀπόλυτο εἶναι τῆς θεότητος. Τούτη ἡ ἑλληνικὴ ἀντίληψη δὲν ταίριαξε ποτὲ καλὰ μὲ τὸ πνεῦμα καὶ τὴν γλῶσσα τῆς Βίβλου· ἀντιθέτως, ἡ ἔννοια ἑνὸς θεϊκοῦ γίγνεσθαι μπορεῖ νὰ ἐναρμονισθῆ καλύτερα μαζί της.
Τι σημαίνει ὅμως ἕνας Θεὸς ἐν τῷ γίγνε σθαι; ᾿Ακόμη κι ἂν δὲν πᾶμε τόσο μακριὰ ὅσο προτείνει ὁ μύθος μας, πρέπει ὁπωσδήποτε νὰ παραδεχθοῦμε ὅτι ὁ Θεὸς «γίγνεται», τουλάχι στον στὸν βαθμὸ ποὺ ἐπηρεάζεται ἀπ' ὅ,τι συμβαίνει στὸν κόσμο, κι ἐδῶ «ἐπηρεάζεται» σημαίνει μεταβάλλεται, μεταμορφώνεται. Ακόμη κι ἂν παραβλέψουμε ὅτι ἡ Δημιουργία ὡς δημιουργία, ὡς πρᾶξις καὶ ὡς ὕπαρξις παράγωγη τῆς πράξεως, ἀποτελεῖ ἐν τέλει ἀποφασιστικὴν μεταβολὴ τῆς θείας καταστάσεως, καθ' ὅσον ὁ Θεὸς δὲν εἶναι πλέον μόνος, ἀκόμη καὶ τότε ἡ ἐς ἀεὶ σχέση του μὲ τὸ δημιούργημα (ἀφ᾿ ἧς στιγμῆς αὐτὸ ὑπάρξη καὶ εἰσέλθη στὴν ροὴ τοῦ γίγνεσθαι) σημαίνει ὅτι ὁ Θεὸς προσλαμβάνει τὴν ἐμπειρία τοῦ κόσμου καὶ ἐπηρεά ζεται ἀπὸ ὅ,τι συμβαίνει στὸν κόσμο. Πρόκει ται λοιπὸν γιὰ ἀπλῆ σχέση ἐκτεινόμενη σὲ γνώση, γιὰ νὰ μὴν πῶ ἐνδιαφέρον. Ἐὰν λοι πὸν ὁ Θεὸς ἔχῃ τὴν ὁποιανδήποτε σχέση μὲ τὸν κόσμο – ὅπως κατ' ἐξοχὴν δέχεται ἡ θρησκεία ἀπὸ αὐτὴν καὶ μόνο τὸ Αἰώνιο «ἐγχρονίζει ται» καὶ μεταλλάσσεται προοδευτικὰ κατὰ τὶς διαδοχικὲς φάσεις τῆς κοσμικῆς διαδικασίας.
Ἀπὸ τὰ συνακόλουθα τῆς ἐννοίας τοῦ «γιγνομένου» Θεοῦ εἶναι ὅτι ἀναιρεῖ τὴν ἰδέα τῆς ἐπιστροφῆς τοῦ ἰδίου. Αὐτὴ ἡ ἐπιστροφὴ ἦταν ἡ ἀπάντηση τοῦ Νίτσε στὴν χριστιανική μεταφυσική, ἡ ὁποία ἐδῶ συμπίπτει μὲ τὴν ἰουδαϊκή. Ἡ ἰδέα τοῦ Νίτσε ἀποτελεῖ πράγματι τὸν ἀκραῖο συμβολισμὸ μιᾶς στροφῆς πρὸς τὴν ἀπόλυτο ἐγχρονικότητα καὶ ἐμμένεια, μακριὰ ἀπὸ κάθε ὑπέρβαση, ἡ ὁποία θὰ μποροῦσε νὰ διασώζη αἰωνία ἀνάμνηση τῶν συμβάντων στὸν χρόνο. Εἶναι δηλαδὴ ἡ ἰδέα ὅτι ἐφ᾿ ὅσον ἐξαντληθοῦν οἱ δυνατὲς ἀντιμεταθέσεις στὴν κατανομὴ τῶν ὑλικῶν στοιχείων, μπορεῖ νὰ προκύψη ἐκ νέου μιὰ διάπλαση τοῦ κόσμου, ὅπου τὰ πάντα ξεκινοῦν μὲ τὸν ἴδιο τρόπο ἀπὸ τὴν ἀρχή μιὰ φορά, ἀμέτρητες φορές – ὁ τροχὸς τῶν τροχῶν, ὁ τροχὸς τῆς αἰωνίου ἐπιστροφῆς τοῦ Νίτσε. "Αν ὅμως δεχθοῦμε πὼς ἡ αἰωνιότης δὲν μένει ἄθικτη ἀπ' ὅ,τι συμβαίνει μέσα στὸν χρόνο, τότε δὲν μπορεῖ νὰ ὑπάρξη ἡ ἐ πιστροφὴ τοῦ ἰδίου, ἀφοῦ ὁ Θεὸς δὲν θὰ εἶναι πιὰ ὁ ἴδιος, ἐφ᾿ ὅσον θὰ ἔχη διαβῆ τὴν ἐμπειρία μιᾶς κοσμικῆς διεργασίας. Δηλαδή κάθε καινὸς κόσμος, ὁ ὁποῖος μπορεῖ νὰ προκύψη μετὰ τὸ τέλος ἑνὸς προϋπάρξαντος, θὰ φέρη μαζί του, κληρονομιά του, τὴν ἀνάμνηση τοῦ προη γουμένου του. Μ' ἄλλα λόγια: ἡ αἰωνιότης δὲν θὰ εἶναι πιὰ ἀδιάφορη καὶ νεκρή, ἀλλὰ θὰ αὐξάνεται μὲ τὴν συσσώρευση τῆς συγκομιδῆς τοῦ Χρόνου.
Στενά συνδεδεμένη μὲ τὴν ἰδέα τοῦ πά-σχοντος ἐν τῷ γίγνεσθαι Θεοῦ εἶναι ἡ ἰδέα ἑνὸς Θεοῦ ποὺ νοιάζεται ἑνὸς Θεοῦ ποὺ δὲν εἶναι ἀ-πομακρυσμένος, ξεκομμένος, κλεισμένος στὸν ἑαυτό του, ἀλλὰ μετέχει σ' αὐτὸ πρὸς τὸ ὁποῖο κατευθύνει τὴν φροντίδα του. "Όποια κι ἂν ἡ ταν ἡ «ἀρχέγονη» κατάσταση τοῦ Θεοῦ, ἔπαψε νὰ παραμένη κλειστὸς στὸν ἑαυτό του ἀφ᾿ ἧς στιγμῆς καταπιάστηκε μὲ τὴν ὕπαρξη τοῦ κόσμου, εἴτε δημιουργώντας τον, εἴτε ἐπιτρέποντας νὰ γεννηθή. Ὅτι ὁ Θεὸς μεριμνᾶ νὰ ὑπάρξουν καὶ νὰ ζήσουν τὰ πλάσματά του, ἀνήκει στὶς πιὸ προσφιλεῖς ἀρχὲς τῆς ἰουδαϊκῆς πίστεως. Ὅμως ὁ μύθος μας τονίζει μιὰν ἄποψη ποὺ κάπως ξενίζει: "Ὅτι αὐτὸς ὁ φροντιστής Θεὸς δὲν εἶναι μάγος, ὁ ὁποῖος μεριμνώντας ἐμπράκτως ἐκπληρώνει αὐτομάτως καὶ τὸν στόχο του. Αντιθέτως: ἀφήνει περιθώριο ἐνεργείας γιὰ τὰ ἄλλα δρῶντα πρόσωπα καὶ συν-δυάζει ἔτσι τὴν μέριμνά του μὲ αὐτά. Εἶναι λοιπὸν ἕνας ἐκτεθειμένος Θεός, ἕνας Θεὸς σὲ διακινδύνευση. Καὶ ἔτσι πρέπει να 'ναι, ἀλλιῶς ὁ κόσμος θὰ βρισκόταν σὲ κατάσταση ἀιδίου τελειότητος. Ὅτι ὅμως δὲν βρίσκεται, μπορεῖ νὰ σημαίνη ἕνα ἀπὸ τὰ ἑξῆς δύο πράγματα: Εἴτε πὼς δὲν ὑπάρχει ὁ Ἕνας Θεός (μολονότι ἀποκλειομένου τοῦ ἑνὸς ἀποκλείονται ἴσως καὶ οἱ περισσότεροι), εἴτε πὼς αὐτὸς ὁ Ἕνας παρεχώρησε σὲ κάποιον ἀλλότριο, δικό του δημιούρ-γημα, ἐλευθερία κινήσεων καὶ ἀποφάσεων ὅσον ἀφορᾶ τὰ ἀντικείμενα τοῦ ἐνδιαφέροντός του. Γι' αὐτό, ἔλεγα, ὁ μεριμνῶν Θεὸς δὲν εἶναι μάγος. Μ' ἕνα ὡρισμένο τρόπο, μὲ μιὰ σοφία ἀνεξερεύνητη, ἢ μὲ ἀγάπη, ἢ μὲ ὅποιο τέλος πάντων εἶναι τὸ αἰώνιο θεϊκὸ κίνητρο, ὅταν ἐδημιούργησε, παραιτήθηκε ἀπὸ τὴν ἱκανοποίη ση ποὺ θὰ τοῦ παρεῖχε ἡ πρᾶξις του, ἐφ' ὅσον παραιτήθηκε ἀπὸ τὸ νὰ εἶναι τὰ πάντα ἐν πᾶσι. Κι ἔτσι φθάνουμε στὸ πιὸ κρίσιμο ἴσως ση μεῖο τοῦ θεωρητικοῦ θεολογικοῦ μας τολμήματος: Αὐτὸς ὁ Θεὸς δὲν εἶναι παντοδύναμος! Υποστηρίζουμε λοιπὸν ὅτι δὲν μποροῦμε νὰ διατηρήσουμε τὸ παραδεδομένο μεσαιωνικό δόγμα γιὰ μιὰν ἀπόλυτη, ἀπεριόριστη θεϊκὴ δύναμη, ὅσον ἀφορᾶ τὴν εἰκόνα τοῦ Θεοῦ καὶ τὴν ὅλη μας σχέση μαζί του. Ἐπιτρέψτε μου τοῦτο νὰ τὸ τεκμηριώσω πρῶτα σὲ καθαρὰ λογικὸ ἐπίπεδο, ἀρθρώνοντας τὸ παράδοξο, τὸ ὁ-ποῖο ἐνέχεται στὴν ἔννοια τῆς ἀπολύτου δυνάμεως. Κατὰ τὴν λογική τάξη πραγμάτων ἡ θεϊκὴ παντοδυναμία δὲν εἶναι αὐτονόητο δόγμα καὶ δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ παρουσιάζε ται μ᾿ αὐτὸν τὸν τρόπο, ὁ δὲ περιορισμός της δὲν συνιστᾶ πλάνη χρήζουσα ὑποστηρίξεως. ᾿Αντιθέτως. Ἀπὸ τὴν ἴδια τὴν ἔννοια τῆς δυνάμεως προκύπτει ὅτι ἡ παντοδυναμία εἶναι ἔννοια ἀντιφατική, αὐτοαναιρούμενη, στερουμένη ἐν τέλει νοήματος. Εἶναι ὅπως ἡ ἐλευθερία τῶν ἀνθρωπίνων. Ἡ ἐλευθερία κάθε ἄλλο πα ρὰ ἀρχίζει ἐκεῖ ὅπου τελειώνει ἡ ἀνάγκη· ἀντι-θέτως ὑπάρχει καὶ ζῆ συνυφασμένη μαζί της. Ὁ χωρισμὸς ἀπὸ τὴν ἀνάγκη στερεῖ τὴν ἐλευ θερία ἀπὸ τὸ ἀντικείμενό της, χωρὶς αὐτὸ ἐκ μηδενίζεται, ὅπως μιὰ δύναμη χωρὶς ἀντίσταση. Ἡ ἀπόλυτη ἐλευθερία θὰ ἦταν ἐλευθερία κενή, αὐτοαναιρούμενη. Κενὴ δύναμις ἐπίσης θὰ ἦταν ἡ παντοδυναμία τοῦ Ἑνός. ᾿Απόλυτη, ὁλοκληρωτική δύναμη σημαίνει δύναμη ποὺ δὲν περιορίζεται ἀπὸ τίποτε, οὔτε ἀπὸ τὴν ὕπαρξη τοῦ ἐξωτερικοῦ καὶ διαφορετικοῦ της ἄλλου. Καὶ μόνη ἡ ὕπαρξη ἑνὸς ἄλλου θὰ ἀπο-τελοῦσε περιορισμό, καὶ ἡ Μία δύναμις θὰ ἔπρεπε ὁπωσδήποτε νὰ ἐκμηδενίση αὐτὸ τὸ ἄλλο γιὰ νὰ διασώση τὸ δικό της ἀπόλυτο. "Ο-μως ἡ μοναχικὴ ἀπόλυτη δύναμη στερεῖται ἀντικειμένου ἐπὶ τοῦ ὁποίου θὰ ἐπιδροῦσε. ᾿Αλλ' ὡς δύναμις ἄνευ ἀντικειμένου εἶναι καὶ δύναμις ἀνίσχυρη, αὐτοκαθαιρούμενη. Τὸ «πᾶν» τοῦ «παντοδύναμος» σημαίνει ἐδῶ τὸ τίποτε. Γιὰ νὰ δράση πρέπει νὰ ὑπάρχη καὶ κάτι ἄλλο, καὶ μόλις αὐτὸ ὑπάρξη, ἡ ἴδια παύει νὰ εἶναι πλέον παντοδύναμη, ὅσο κι ἂν σὲ κάθε σύγκρι ση κατὰ πολὺ ὑπερέχη. Ἡ ἴδια ἡ ὕπαρξη ἑνὸς ἄλλου ἀντικειμένου, τὸ ὁποῖον κατ' ἀνάγκην ἀνέχεται, περιορίζει, ὡς ὅρος τῆς πράξεως, τὴν ἰσχὺ τῆς ἐνεργοῦ δυνάμεως, ἐνῶ συγχρόνως τῆς ἐπιτρέπει νὰ εἶναι ἐνεργὸς δύναμις. Συν επῶς ἡ «δύναμις» εἶναι ἔννοια σχετικὴ καὶ ἀ-παιτεῖ ἀναφορὰ σὲ περισσότερους τοῦ ἑνὸς πόλλους. ῎Αρα ἡ δύναμη ἡ ὁποία δὲν συναντᾶ καμμία ἀντίσταση ἐκ μέρους τοῦ ἀναφορικοῦ της πόλου ἰσοδυναμεῖ καθ' ἑαυτὴν μὲ μή-δύναμη. Ἡ δύναμις ἀσκεῖται μόνο ἐν σχέσει πρὸς κάτι ἄλλο ἐπίσης αὐτοδύναμο. Γιὰ νὰ μὴν ἀργῆ ἡ δύναμη, ὀφείλει νὰ ὑπερνικᾶ κάτι ἄλλο, ἡ δὲ συνύπαρξη ἑνὸς ἄλλου, καὶ μόνο ὡς συνύπαρξη, συνιστᾶ αὐτὴ τὴν προϋπόθεση. Ἔτσι ὕπαρξη σημαίνει ἀντίσταση, συνεπῶς ἀντίρροπο δύναμη. "Όπως στὴν Φυσικὴ ἡ δύναμη χωρὶς ἀντίσταση, ἤτοι χωρὶς ἀντίθετη δύναμη, εἶναι κενὴ νοήματος, τὸ ἴδιο καὶ στὴν μεταφυ σικὴ στερεῖται νοήματος ἡ δύναμη χωρὶς ἀν-τίρροπο δύναμη, ὅσο ἄνιση κι ἂν εἶναι ἡ τελευ ταία. Αὐτὸ ἐπὶ τοῦ ὁποίου δρᾶ ἡ δύναμη πρέπει νὰ ἔχῃ ἐκ προοιμίου ἰδία δύναμη, ἀκόμη κι ἂν τούτη προέρχεται ἀπὸ τὴν ἀρχικὴ καὶ ἐκχωρή θηκε στὸν κάτοχό της μαζὶ μὲ τὴν ὕπαρξή του δι' αὐτοπαραιτήσεως τῆς ἀπεριορίστου δυνάμε ως κατὰ τὴν πράξη τῆς δημιουργίας. Συνοψίζομε λοιπόν: Δὲν γίνεται ὅλη ἡ δύναμη νὰ βρί σκεται πρὸς τὴν πλευρὰ ἑνὸς καὶ μόνου δρῶντος ὑποκειμένου. Ἡ δύναμη πρέπει νὰ μοιρά ζεται γιὰ νὰ εἶναι δύναμη.
Ὅμως πλάι στὴν λογικὴ καὶ ὀντολογική ἔνσταση κατατίθεται καὶ μιὰ ἄλλη, περισσότε-ρο θεολογικὴ καὶ γνήσια θρησκευτική, εἰς ἀντίκρουσιν τῆς ἰδέας μιᾶς ἀπόλυτης καὶ ἀπεριό-ριστης θεϊκῆς παντοδυναμίας. Ἡ θεϊκὴ παντοδυναμία μπορεῖ νὰ συνυπάρξη μὲ τὴν θεϊκὴ ἀγαθότητα μόνο ἐπειδὴ ὁ Θεὸς εἶναι ἐντελῶς ἀνεξερεύνητος, δηλαδὴ αἰνιγματικός. Δεδομένης τῆς ὑπάρξεως τοῦ Πονηροῦ ἤ, ἔστω, τοῦ κακοῦ μέσα στὸν κόσμο, θὰ ἔπρεπε νὰ θυσιά-σωμε τὴν δυνατότητά μας νὰ κατανοήσωμε τὸν Θεό, γιὰ νὰ δεχθοῦμε τὴν παναγαθότητα καὶ τὴν παντοδυναμία του. Μόνο ὅταν πρόκει ται γιὰ ἕνα Θεὸ ἐντελῶς ἀκατάληπτο μποροῦ-με νὰ ποῦμε ὅτι εἶναι ἀπολύτως ἀγαθὸς καὶ ἀ-πολύτως παντοδύναμος καὶ ὅτι ἀνέχεται τὸν κόσμο ὅπως εἶναι. Γενικώτερα, οἱ τρεῖς ὑπὸ συ-ζήτησιν ἰδιότητες – ἀπόλυτη ἀγαθότης, ἀπόλυ τη δύναμη καὶ καταληπτὸ τοῦ Θεοῦ ἔχουν μιὰ τέτοια σχέση, ὥστε κάθε ἕνωση τῶν δύο ἀποκλείει τὴν τρίτη. Τίθεται ὅμως τὸ ἑξῆς ἐρώ-τημα: Ποιές ἀπ' αὐτὲς ἀποτελοῦν ἀνέκπτωτα θεῖα ἰδιώματα, καὶ ποιά εἶναι ἡ τρίτη ἐκείνη ποὺ πρέπει, ὡς πιὸ ἀδύναμη, νὰ ὑποχωρήση στὶς ἐπικρατέστερες ἀξιώσεις τῶν ἄλλων; Ὁπωσδήποτε ἡ ἀγαθότης, δηλαδὴ ἡ θέληση τοῦ ᾿Αγαθοῦ, εἶναι ἀχώριστη ἀπὸ τὴν ἔννοια ποὺ ἔχομε γιὰ τὸν Θεὸ καὶ δὲν μπορεῖ νὰ περιορισθῆ καθόλου. Τὸ καταληπτὸ πάλι ἡ «γνώσι-μο» τοῦ Θεοῦ ἔχει δύο προϋποθέσεις: τὴν θεία οὐσία καὶ τὰ ἀνθρώπινα ὅρια· ἔτσι σὲ τελικὴ ἀνάλυση ἐπιδέχεται μὲν περιορισμό, ἀλλὰ δὲν ὑπάρχει περίπτωση νὰ μιλοῦμε γιὰ Θεὸ ἐντελῶς ἄγνωστο. Ὁ deus absconditus, ὁ κεκρυμ μένος Θεός (γιὰ νὰ μὴν ποῦμε ἕνας Θεὸς παράλογος), εἶναι βαθύτατα μή-Ιουδαϊκὴ ἀντίλη ψη. Ἡ διδασκαλία μας, ἡ Τορά, βασίζεται καὶ ἐπιμένει στὸ γνώσιμο τοῦ Θεοῦ, στὴν δυνατό τητά μας νὰ τὸν κατανοήσωμε, ὄχι ὡλοκληρωμένα βεβαίως, ἀλλὰ ἐν μέρει, νὰ γνωρίσωμε κάτι ἀπὸ τὴν θέλησή του, τοὺς σκοπούς του, ἀκόμη καὶ ἀπὸ τὸ εἶναι του, ἀφοῦ ὁ ἴδιος μᾶς τὸ φανέρωσε. Ἡ ᾿Αποκάλυψη ἔγινε, κατέχουμε τὶς Ἐντολές του καὶ τὸν Νόμο του, τὸν γνώρι-σαν ἀμέσως κάποιοι ἄνθρωποι – οἱ Προφῆτες-ποὺ ἔγιναν τὸ στόμα του καὶ λάλησαν γιὰ κά-θε τι στὴν γλῶσσα τῶν ἀνθρώπων καὶ τοῦ χρόνου, ἐνῶ ἐκεῖνος διαθλώμενος στὰ περιωρι-σμένα τοῦτα μέσα βγῆκε ἀπὸ τὸν σκοτεινό του γνόφο. Ἕνας Θεὸς ὁλότελα κρυμμένος, ἀκατάληπτος, εἶναι ἀπαράδεκτος γιὰ τὴν ἰουδαϊκὴ σκέψη.
Ἔτσι ἀκριβῶς θά 'πρεπε νὰ εἶναι, ἂν τοῦ ἀποδίδαμε μαζί παναγαθότητα καὶ παντοδυνα-μία. Μετὰ τὸ ῎Αουσβιτς μποροῦμε νὰ βεβαιώ σουμε πιὸ ἀποφασιστικὰ παρὰ ποτὲ ὅτι μία θε-ότης παντοδύναμη ἢ δὲν θὰ ἦταν πανάγαθη (μέσα στὸ ἐγκόσμιό της βασίλειο, ὅπου καὶ μόνο μποροῦμε νὰ προσπαθήσουμε νὰ τὴν συλλά βωμε), ἢ θὰ ἦταν τελείως ἀκατάληπτη. Ἐὰν ὅμως ὁ Θεὸς πρέπη κατὰ κάποιον τρόπο καὶ σὲ κάποιον βαθμὸ νὰ εἶναι καταληπτός (καὶ ἐδῶ χρειάζεται νὰ ἐπιμείνωμε), τότε ἡ ἀγαθότης του θὰ εἶναι κατ' ἀνάγκην συμβατὴ μὲ τὴν ὕ παρξη τοῦ κακοῦ, καὶ αὐτὸ μπορεῖ νὰ συμβῆ μόνο ὅταν δὲν εἶναι παντοδύναμος. Τότε μόνο μποροῦμε νὰ παραδεχθοῦμε ὅτι εἶναι καὶ και τανοητὸς καὶ καλός, μολονότι τὸ κακὸ ὑπάρχει στὸν κόσμο. Καὶ καθὼς βρήκαμε ὅτι ἡ ἔννοια τῆς παντοδυναμίας εἶναι καθ' ἑαυτὴν ἀμφίβο λη, αὐτὴ ὀφείλει ἀκριβῶς νὰ ὑποχωρήση.
Μέχρις ἐδῶ ἡ ἐπιχειρηματολογία μας περὶ παντοδυναμίας περιορίσθηκε νὰ θέση ὡς ἀρχὴ κάθε θεολογίας, ἡ ὁποία συνδέεται μὲ τὴν ἰου-δαϊκὴ παράδοση, ὅτι ἡ δύναμη τοῦ Θεοῦ περιο ρίζεται ἀπὸ κάτι, τοῦ ὁποίου ὁ Θεὸς ἀναγνωρί ζει τὴν αὐθυπαρξία καὶ τὴν δυνατότητα αὐτε-νέργειας4. Τοῦτο θὰ μποροῦσε νὰ ἑρμηνευθῆ ἀπλῶς καὶ μόνο ὡς παραχώρηση ἐκ μέρους τοῦ Θεοῦ, τὴν ὁποία ὁ ἴδιος μπορεῖ νὰ ἀνακαλέση ὅταν ἐπιθυμῆ, δηλαδὴ ὡς συγκράτηση μιᾶς δυ-νάμεως τὴν ὁποία διαθέτει στὸ ἀκέραιο, τὴν χρησιμοποιεῖ ἐντούτοις μερικῶς, ὥστε ἡ Δημι ουργία νὰ δικαιώση τὴν ὕπαρξή της. Ὅμως αὐτὸ δὲν ἀρκεῖ: ᾿Αφ᾿ ἧς στιγμῆς συμβαίνουν οἱ τερατωδίες –κυριολεκτικῶς– τὶς ὁποῖες δια-πράττουν τὰ κατ' εἰκόνα του πλάσματα συ στηματικὰ ἐναντίον ἀθώων ὑπάρξεων, θὰ μπο-ροῦσε νὰ περιμένη κανεὶς ὅτι ὁ καλὸς Θεὸς πα-ραβαίνει ποῦ καὶ ποῦ τοὺς δικούς του κανόνες, τὴν ἄκρα αὐτοσυγκράτηση, καὶ παρεμβαίνει μὲ ἕνα σωτήριο θαῦμα5. "Όμως δὲν ἔγινε κανέ να σωτήριο θαῦμα: Τὰ χρόνια τῆς παράνοιας τοῦ ᾿Αουσβιτς ὁ Θεὸς σιωποῦσε. Ὅσα θαύμα τα ἔγιναν, ἔγιναν μόνο ἀπὸ ἀνθρώπους. Ήταν οἱ πράξεις κάποιων μεμονωμένων, συχνά άνωνύμων δικαίων, οἱ ὁποῖοι δὲν δείλιασαν μπρο στὰ στὴν ἐσχάτη θυσία, γιὰ νὰ σώσουν, νὰ και ταπραΰνουν, νὰ μοιραστοῦν ἔτσι τὸν κλῆρο τοῦ Ἰσραήλ, ἀφοῦ δὲν γινόταν μὲ ἄλλον τρόπο. Σ' αὐτοὺς θὰ ἐπανέλθω. "Όμως ὁ Θεὸς ἐσιώπησε. Καὶ λέω ὅτι δὲν ἐπενέβη ὄχι γιατὶ δὲν ἤθελε, ἀλλὰ γιατὶ δὲν μποροῦσε. Γιὰ λόγους τοὺς ὁ ποίους μοῦ ὑποβάλλει ἀποφασιστικὰ ἡ σύγχρονη ἐμπειρία, προτείνω τὴν ἰδέα ἑνὸς Θεοῦ, ὁ ὁ ποῖος γιὰ ὡρισμένο χρονικό διάστημα –ὅσο δι αρκεῖ ἡ ἐξελικτικὴ πορεία τοῦ κόσμου- στέρη σε ἑαυτὸν ἀπὸ κάθε δυνατότητα ἀναμίξεως στὴν φυσικὴ ροὴ τῶν πραγμάτων τοῦ κόσμου τούτου· ἑνὸς Θεοῦ ὁ ὁποῖος, ὅταν τὰ κοσμικά γεγονότα προσκρούουν στὴν ἴδια του τὴν ϋπαρξη, δὲν ἀπαντᾶ «ὲν χειρὶ κραταιᾷ καὶ ἐν βραχίονι ὑψηλῷ», ὅπως κάθε χρόνο ἐπαναλαμβάνομε οἱ Ἑβραῖοι εἰς μνήμην τῆς Ἐξόδου ἀπὸ τὴν Αἴγυπτο, ἀλλὰ μὲ τὴν διαπεραστικὰ βουβή ἐμμονὴ στὸν ἀνεκπλήρωτο ἀκόμη σκοπό του.
Σ' αὐτὸ τὸ σημεῖο ἡ σκέψη μου ἀπομακρύ νεται πολὺ ἀπὸ τὸ ἀρχαῖο ἰουδαϊκὸ δόγμα. Πε-ρισσότεροι ἀπὸ δεκατρεῖς κανόνες τοῦ Μαϊμονίδη ποὺ ψάλλονται στὴν θεία λατρεία ἀναφέρονται εἰς τὰ περὶ «κραταιᾶς χειρός». Οἱ λόγοι τοῦ Θεοῦ Παντοκράτορος κατὰ τὴν Δημιουργία, ἡ ἀνταμοιβὴ τῶν ἀγαθῶν καὶ ἡ τιμωρία τῶν πονηρῶν, ἀκόμη καὶ τὰ περὶ ἐλεύσεως τοῦ ἐπονομαζόμενου Μεσσία. Ὄχι ὅμως τὰ περὶ κλήσεως τῶν ψυχῶν6, περὶ ἐμπνεύσεως τῶν προφητῶν καὶ τῆς Τορά, καὶ ὄχι ἐπίσης ἡ ἰδέα τῆς ἐκλογῆς, γιατὶ ἡ ἀδυναμία τοῦ Θεοῦ ἀφορᾶ μόνο τὸ φυσικό πεδίο. Καὶ μένει πάνω ἀπ᾿ ὅλα τὸ δόγμα τοῦ Ἑνὸς Θεοῦ καὶ τὸ «῎Ακουσον, Ἰσραήλ!». Δὲν θὰ καταφύγωμε σὲ κάποιον μανιχαϊσμὸ γιὰ νὰ ἐξηγήσωμε τὴν ὕπαρξη τοῦ κακοῦ· αὐτὸ προβάλλει μόνο μέσα ἀπὸ τὶς ἀν-θρώπινες καρδιὲς καὶ δυναμώνει στὸν κόσμο.
Ἡ παραίτηση τοῦ Θεοῦ ἀπὸ τὴν δύναμή του ἔγκειται ἀποκλειστικὰ στὴν ἀποδοχὴ τῆς ἀν θρώπινης ἐλευθερίας. Ἤδη ἀπὸ τὴν γενική συ ζήτηση περὶ δυνάμεως προέκυψε ἡ ἄρνηση τῆς θεϊκῆς παντοδυναμίας. Αὐτὸ θεωρητικὰ ἀφή νει ἀνοικτὴ τὴν ἐπιλογὴ ἀνάμεσα σ' ἕναν ἀρχι κό, θεολογικὸ ἢ ἄντολογικὸ δυϊσμὸ καὶ στὸν αὐτοπεριορισμὸ τοῦ ἑνὸς Θεοῦ μέσῳ τῆς ἐκ τοῦ μηδενὸς Δημιουργίας. Ὁ δυϊσμὸς πάλι μπορεῖ νὰ λάβη τὴν μανιχαϊκὴ μορφὴ δυναμικῆς ἐνεργείας τοῦ κακοῦ, ἡ ὁποία ἐξ ἀρχῆς ἀντιτίθεται στὸν θεϊκὸ σκοπὸ μέσα σ' ὅλα τὰ πράγματα· εἶναι ἡ θεολογία τοῦ διπλοῦ Θεοῦ. Μπορεῖ ἐπί-σης νὰ λάβη τὴν πλατωνικὴ μορφὴ ἑνὸς παθητικοῦ μέσου, τὸ ὁποῖον -μολονότι καθολικῆς ἰσχύος – ἐπιτρέπει ἀτελῶς μόνον τὴν ἐνσάρκω ση τοῦ ἰδεατοῦ στὸν κόσμο: μία ὀντολογία μορ φῆς καὶ ὕλης. Ἡ πρώτη ἐπιλογή –ἡ θεολογία τοῦ διπλοῦ Θεοῦ εἶναι προφανῶς ἀπαράδεκτη γιὰ τὸν ἰουδαϊσμό. Ἡ πλατωνικὴ ἐπιλογὴ ἀ-παντᾶ πολὺ καλύτερα στὸ πρόβλημα τῆς ἀτε-λείας καὶ τῆς φυσικῆς ἀναγκαιότητος, ὄχι ὅ-μως στὸ πρόβλημα τοῦ θετικοῦ Κακοῦ, ἐνέ-χοντος μιὰν ἐλευθερία μὲ τόσην ἐξουσία, ὥστε νὰ μπορῆ νὰ στραφῆ ἐναντίον τοῦ Δημιουργοῦ της· σήμερα ἡ ἱουδαϊκὴ θεολογία πρέπει νὰ ἀναμετρηθῆ μὲ τὴν πραγματικότητα καὶ τὴν εὐόδωση τοῦ ἑκούσιου κακοῦ πολὺ περισσότερο ἀπ᾿ ὅ,τι μὲ τὰ δεινὰ ποὺ προκαλεῖ ἡ τυφλή φυσικὴ αἰτιότης, μὲ τὸ ῎Αουσβιτς καὶ ὄχι μὲ τοὺς σεισμοὺς τῆς Λισσαβώνας. Μόνο ἡ ἐκ τοῦ μη δενὸς Δημιουργία ἐπιτρέπει τὴν ἑνότητα τῆς θεϊκῆς ἀρχῆς καὶ μαζὶ τὸν αὐτοπεριορισμό της, ὁ ὁποῖος κάνει τόπο στὴν ὕπαρξη καὶ αὐτονο μία ἑνὸς κόσμου. Μὲ τὴν πράξη τῆς Δημιουργίας ἡ ἀπόλυτη Κυριότης συνήνεσε νὰ μὴν εἶναι ἐφεξῆς ἀπόλυτη, ὥστε νὰ τελειωθῆ αὐτο βούλως ἡ ὕπαρξη – προέβη δηλαδὴ σὲ μιὰν ἐνέργεια θεϊκῆς ἀπογυμνώσεως.
Ἐν προκειμένῳ μὴν λησμονοῦμε πὼς ἡ ἰουδαϊκὴ παράδοση δὲν εἶναι τόσο ἄκαμπτη στο ζήτημα τῆς θεϊκῆς ἐξουσίας, ὅπως τὸ ἐπίσημο δόγμα ἀφήνει νὰ φανῆ. Τὸ ἰσχυρὸ ὑπόγειο ρεῦμα τῆς Καββάλα, τὸ ὁποῖο ἀνεδείχθη ἐκ νέου στὶς ἡμέρες μας ἀπὸ τὸν Γκέρσομ Σόλεμ, άναγνωρίζει στὸν Θεὸ ἕνα πεπρωμένο εἰς τὸ ὁποῖο ὑποτάσσει ὁ ἴδιος τὸν ἑαυτό του καὶ τὸ μέλλον τοῦ κόσμου. Ἐδῶ ὑπάρχουν σκέψεις ἐξαιρετι κὰ πρωτότυπες καὶ πολὺ ἀνορθόδοξες, καὶ ἀνάμεσά τους οἱ σκέψεις μου δὲν φαίνονται πιὰ τόσο μοναχικές. Ἐπὶ παραδείγματι ὁ μῦθος μου κατὰ βάθος δὲν εἶναι παρὰ μιὰ ριζοσπα στικὴ ἐκδοχὴ τῆς ἰδέας τοῦ Ζιμζούμ, τῆς κεντρικῆς κοσμογονικῆς ἰδέας τῆς Λουριανικῆς Καββάλας. Ζιμζούμ σημαίνει συστολή, ἀπο τράβηγμα, αὐτοπεριορισμός. Γιὰ νὰ κάνη τόπο στὸν κόσμο ὁ Ἔν-Σόφ τῆς ἀρχῆς, ὁ ᾿Απειρος, χρειάσθηκε νὰ συσταλῆ καὶ ἐπέτρεψε ἐκτός του τὸ κενό, τὸ μηδέν, ἐν τῷ ὁποίῳ καὶ ἐκ τοῦ ὁποίου ἐκεῖνος δημιούργησε τὸν κόσμο. "Αν δὲν ἀποσυρόταν τότε μέσα του, δὲν θὰ μποροῦ σε νὰ ὑπάρξη τίποτε ἐκτὸς τοῦ Θεοῦ, καὶ μόνο ἡ ὑποχώρησή του ἐφεξῆς διασώζει τὴν μοναδικότητα τῶν πεπερασμένων ὄντων στὸ θεϊκὸ «τὰ πάντα ἐν πᾶσι».
Ὁ μῦθος μου προχωρεῖ ἀκόμη περισσότερο. Ἡ συστολὴ εἶναι πλήρης, καθὼς σύνολο τὸ ἄπειρο ἔχει τὴν δύναμη ν' ἀφήνη τὸν ἑαυτό του στὸ περατὸ καὶ νὰ τοῦ παραδίδεται. Ἐν τοιαύτη περιπτώσει τί περιθώριο μένει γιὰ τὴν σχέση τοῦ ἀνθρώπου μὲ τὸν Θεό; Ἐπιτρέψτε μου νὰ ἀπαντήσω μὲ ἕνα τελευταῖο παράθεμα ἀπὸ προηγούμενο κείμενό μου.
Παραιτούμενη ἀπὸ τὴν ἴδια της τὴν ἀπά-θεια, ἡ αἰωνία αἰτία ἐπέτρεψε στὸν κόσμο νὰ ὑ-πάρξη. Ὅλα τὰ πλάσματα ὀφείλουν τὴν ὕπαρ-ξη στὴν αὐτοάρνησή της καὶ μαζὶ μὲ τὴν ὕπαρ-ξη ἔλαβαν ὅ,τι μπορεῖ κανεὶς νὰ λάβη ἀπὸ τὸ ἐπέκεινα. ᾿Αφ᾿ ἧς στιγμῆς παρέδωσε τὸν ἑαυτό του σ' ἕνα κόσμο ἐν τῷ γίγνεσθαι, ὁ Θεὸς8 δὲν ἔχει τίποτε ἄλλο νὰ δώση. Τώρα μένει ὁ ἄν θρωπος νὰ δώση σ' Ἐκεῖνον. Κι αὐτὸ μπορεῖ νὰ τὸ κάνη ἂν στὴν ζωή του ἐπαγρυπνῇ ὥστε νὰ μὴν συμβαίνη, ἢ νὰ μὴν συμβαίνη πολύ συχνά, ἢ νὰ μὴν συμβαίνη ἐξ αἰτίας του νὰ μετανοιώνη ὁ Θεὸς ποὺ ἄφησε τὸν κόσμο νὰ γίνη καὶ νὰ γίνεται. Ἴσως τοῦτο νὰ εἶναι τὸ μυστικὸ τῶν «τριανταέξι» ἀγνώστων «δικαίων», οἱ ὁποῖοι κατὰ τὴν ἰουδαϊκὴ διδασκαλία δὲν πρέπει νὰ λείψουν ἀπὸ τὸν κόσμο9 γιὰ νὰ τὸν κρα τήσουν, καὶ μὲ τοὺς ὁποίους συναριθμοῦνται τὴν ἐποχή μας πολλοὶ ἀπὸ τοὺς μνημονευθέντες «δικαίους ἐκ τῶν ἐθνῶν»: ὅτι λόγῳ τῆς ὑπεροχῆς τοῦ καλοῦ ἐπὶ τοῦ κακοῦ τὴν ὁποία ἐμπιστευόμαστε στὴν ἀπροσδιόριστη ἐλευθερία τῶν πραγμάτων τοῦ Ἐπέκεινα, ἡ ἐν κρυπτῷ ἁ γιότης των δύναται νὰ ἀντισταθμίζη τὴν ἀναρί θμητη ἐνοχή, νὰ ξεπληρώνη τὸ χρέος μιᾶς γε νιᾶς καὶ νὰ διασώζη τὴν γαλήνη τοῦ ἀοράτου Βασιλείου 10.
Κυρίες καὶ κύριοι! "Ὅλα τοῦτα εἶναι ψέλλι σμα. Τὰ ἴδια τὰ λόγια τῶν μεγάλων Θεωρῶν, Δεομένων, Προφητῶν καὶ Ψαλμωδῶν, λόγια ἀσύγκριτα, εἶναι ψέλλισμα ἐμπρὸς στὸ αἰώνιο μυστήριο. Καὶ κάθε ἀπόκριση στὸ ἐρώτημα τοῦ Ἰὼβ δὲν μπορεῖ παρὰ νὰ εἶναι ψέλλισμα.
Ἡ δική μου ἀπάντηση εἶναι ἀντίθετη ἀπὸ τὴν ἀπάντηση ποὺ δίνει τὸ βιβλίο τοῦ Ἰώβ. Εκείνη ἐπικαλεῖται τὸ πλήρωμα τῆς δυνάμεως τοῦ δη μιουργοῦ Θεοῦ ἡ δική μου τὴν παραίτηση ἀπὸ τὴν δύναμη. Κι ὅμως τί παράξενο! ἰσχύουν καὶ οἱ δύο ἀπαντήσεις, γιατὶ ἡ παραίτηση ἔγινε ὥστε νὰ ὑπάρξουμε. Κι ἀκόμη μια πιθανή α πάντηση: Στὸν πόνο τοῦ Ἰὼβ πάσχει ὁ ἴδιος ὁ Θεός. Οὐδεὶς μπορεῖ νὰ βεβαιώση ἂν αὐτὴ ἡ ἀπάντηση εἶναι ἀληθινή. Ελπίζω ἁπλῶς ὅτι ὁ φτωχός μου λόγος δὲν παρεκκλίνει ἐντελῶς ἀπὸ τὸν λόγο τοῦ Γκαῖτε στὴν Διαθήκη τῆς ἀρχαι ας περσικῆς πίστεως:
Κύκλο μὲ κύκλο συναθροίζεται ἐκεῖ κάθε ψέλλισμα ποὺ τὸν Ὕψιστο ὑμνεῖ11.
Σημειώσεις:
3. Hans Jonas, Immortality and the Modern Temper. Ἡ ὁμιλία «Ingersoll» τοῦ 1961 στὸ Πανεπιστήμιο τοῦ Χάρβαρντ δημοσιεύθηκε πρῶτα στὸ Harvard Theolo-gical Review 55 (1962), σσ. 1-20, καὶ εὑρίσκεται σήμε ρα στὸ Η. Jonas, The Phenomenon of Life (Chicago and London: University of Chicago Press, 1982), σσ. 262-281.
4. Ἡ ἴδια ἀρχὴ προβάλλεται μὲ ἐλαφρῶς διαφορε-τικὴ συλλογιστικὴ ἀπὸ τὸν ραββίνο Tack Bemporad, <<<Toward a New Jewish Theology», American Judaism (Χειμώνας 1964-1965), σ. 9 κ.ε.
5. Ἕνα τυχαῖο θαῦμα, δηλαδὴ μιὰ ἐπέμβαση ἔξω-θεν στὴν κλειστὴ αἰτιότητα τοῦ φυσικοῦ κόσμου, δὲν εἶναι ἀσυμβίβαστο μὲ τὴν γενικὴ ἰσχὺ τῶν νόμων τῆς φύσεως· οἱ σπάνιες ἐξαιρέσεις δὲν καταργοῦν τοὺς ἐμ-πειρικοὺς κανόνες καὶ μποροῦν ἀκόμη καὶ νὰ συμμορ-φώνωνται μαζί τους τέλεια, σὲ πεῖσμα ὅσων ἐκ πρώτης ὄψεως φαίνονται. Ἐπὶ τοῦ θέματος βλ. Η. Jonas, Philo-sophical Essays (Chicago, University of Chicago Press, 1980) σσ. 66, 67. Έκτενέστερα βλέπε τὸ κείμενό μου στὸ Rudolf Bultmann Memorial Address τοῦ 1976 στὸ Πανεπιστήμιο τοῦ Marburg, «Is Faith still Possible? Me-mories of Rudolf Bultmann and Reflections of the Phi-losophical Aspects of his Work» (Harvard Theological Review 75, No 1, Ιανουάριος 1982, σσ. 9-15) βλέπε ἐπί-σης σσ. 17-18 τοῦ ἀνωτέρω κειμένου γιὰ τὴν θεμελίωση τῶν θεολογικῶν ἀντιρρήσεων ἐναντίον μιᾶς ἐννοίας τοῦ Θεοῦ ὡς «κυρίου τῆς ἱστορίας».
6. Γι' αὐτὸ τὸ ἀναπαλλοτρίωτο αἴτημα τῆς ἀποκεκα-λυμμένης θρησκείας, δηλαδὴ τὴν δυνατότητα τῆς ἴδιας τῆς ἀποκαλύψεως, ἑνὸς Θεοῦ ὁμιλοῦντος στὰ πνεύματα τῶν ἀνθρώπων, ἀκόμη κι ἂν ἀπέχη ἀπὸ κάθε ἐπέμβαση στὰ φυσικά πράγματα, βλέπε Η. Jonas, <<Is Faith still Possible?», σσ. 18-20.
7. Ἰσαὰκ Λούρια, 1534-1572.
8. Γένεσις 6, 6-7.
9. Σανχεντρίν 976 Σούκκα 456.
10. Ξανασυνάντησα ἔκτοτε τὴν ἰδέα ὅτι ἐμεῖς μποροῦμε νὰ βοηθήσωμε τὸν Θεὸ ἀντὶ νὰ μᾶς βοηθήση ἐκεῖνος· τὴν ἐκφράζει μὲ τρόπο συγκινητικὸ ἀκριβῶς ἕνα θῦμα τοῦ “Λουσβιτς, μία νεαρὰ Ἑβραία ἀπὸ τὴν Ολλανδία, ἡ ὁποία τῆς προσέδωσε ἐγκυρότητα κάνον τὰς την ἐδραίωμα τῶν πράξεών της μέχρι νὰ πεθάνη. Βρίσκεται στὸ An interrupted Life. The Diaries of Etty Hillesum 1941-1943, New York, Pantheon Books, 1984 (Γαλλικὴ ἔκδοση: Etty Hillesum, Une vie bouleversée, Journal 1941-1943, μετ. Ph. Noble, Éd. du Seuil, Paris 1985). Ὅταν ἄρχισαν οἱ ἐκτοπίσεις στὴν Ολλανδία, τὸ 1942, ἡ Ἔττυ Χίλλεσουμ παρουσιάσθηκε ἐθελοντικά στὸ στρατόπεδο μεταγωγῶν τοῦ Βέστερμπορκ γιὰ νὰ βοηθήση στὸ νοσοκομεῖο καὶ νὰ μοιρασθῆ τὴν τύχη τοῦ λαοῦ της. Τὸν Σεπτέμβριο, σὲ μία ἀπὸ τὶς συνήθεις μα-ζικὲς ἀποστολές, τὴν ἔστειλαν στὸ ῎Αουσβιτς, ὅπου «ἀπέθανε» στὶς 30 Νοεμβρίου τοῦ 1943. Τὸ ἡμερολόγιό της διασώθηκε καὶ δημοσιεύθηκε μόλις πρόσφατα. Παραθέτω ἕνα κομμάτι ἀπὸ τὸν Neal Anderson («In Hell», New York Review of Book 31, No 13, 19 Ιουλίου 1984, εἰδικὰ σσ. 8-12).
«Δὲν βρίσκει ἀκριβῶς τὸν Θεὸ ἀλλὰ μᾶλλον δημιουργεῖ ἕνα Θεὸ δικό της. Τὰ γραπτὰ τοῦ ἡμερολογίου της πλησιάζουν ὅλο καὶ περισσότερο τὴν θρησκεία καὶ πολλὲς φορὲς ἀρχίζει μὲ προσευχή. Ὁ Θεός της εἶναι κάποιος στὸν ὁποῖο αὐτὴ ὑπόσχεται, ὅμως δὲν ἀκούει καθόλου τὴν φωνή του, καὶ δὲν τοῦ ζητάει τίποτε. “Θὰ προσπαθήσω νὰ Σὲ βοηθήσω, Θεέ μου, νὰ μὴν ἀφήσης νὰ χάσω τὶς δυνάμεις μου, παρ' ὅλο ποὺ ἐκ τῶν προτέρων δὲν ξέρω ἂν θὰ μπορέσω ν' ἀνταποκριθῶ. ᾿Αλλὰ ἕνα πρᾶγμα ξεκαθαρίζει ὅλο καὶ περισσότερο στὰ μάτια μου: ὅτι δὲν μπορεῖς νὰ μᾶς βοηθήσης, ὅτι πρέπει ἐμεῖς νὰ Σὲ βοηθήσουμε γιὰ νὰ μᾶς βοηθήσης. ᾿Αλλοίμονο, στὶς παροῦσες συνθῆκες δὲν φαίνεται καθόλου πιθανό νὰ μπορέσης νὰ κάνης κάτι γιὰ τὶς ζωές μας. Τώρα πιὰ δὲν σὲ θεωρῶ ὑπεύθυνο. Δὲν μπορεῖς νὰ μᾶς βοηθήσης, ἐμεῖς ὅμως πρέπει νὰ Σὲ βοηθήσουμε, πρέπει νὰ ὑπερασπισθοῦμε τὴν Βασιλεία Σου μέσα μας μέχρι τὸ τέλος."» Ἡ ἀνάγνωση αὐτῶν τῶν γραμμῶν ὑπῆρξε συν ταρακτικὴ ἐπιβεβαίωση, μέσῳ μιᾶς αὐθεντικῆς μαρτυρίας, σκέψεων δικῶν μου, τὶς ὁποῖες ἔκανα ἀργότερα καὶ ἐκ τοῦ ἀσφαλοῦς· ἐξ ἄλλου μὲ παρηγόρησε γιατὶ διορθώνει τὶς ὑπερβολικά γενικευμένες ἀποφάνσεις μου ὅτι δὲν θὰ ὑπῆρχαν μάρτυρες ἐκεῖ πέρα.
11. Und was nur am Lob das Höchsten stammelt Ist in Kreis un Kreise dort versammelt. (Goethe, «Vermächtnis alt persischen Glaubens)
Οπισθόφυλλο:
Ἀφ᾿ ἧς στιγμῆς παρέδωσε τὸν ἑαυτό του σ' ἕνα κόσμο ἐν τῷ γίγνεσθαι, ὁ Θεὸς δὲν ἔχει τίποτε ἄλλο νὰ δώσῃ. Τώρα μένει ὁ ἄνθρωπος νὰ δώσῃ σ' Ἐκεῖνον. Κι αὐτὸ μπορεῖ νὰ τὸ κάνῃ ἂν στὴν ζωή του έπαγρυπνῆ ὥστε νὰ μὴν συμβαίνῃ, ἢ νὰ μὴν συμβαίνῃ πολύ συχνά, ἢ νὰ μὴν συμβαίνῃ ἐξ αἰτίας του νὰ μετανοιώνη ὁ Θεὸς ποὺ ἄφησε τὸν κόσμο νὰ γίνῃ καὶ νὰ γίνεται.
ΑΣ ΜΗΝ ΚΡΥΒΟΥΜΕ ΛΟΙΠΟΝ ΠΛΕΟΝ ΤΗΝ ΣΤΕΝΗ ΣΧΕΣΗ ΤΟΥ ΣΥΓΧΡΟΝΟΥ ΙΟΥΔΑΙΣΜΟΥ ΜΕ ΤΗΝ ΝΕΟΡΘΟΔΟΞΙΑ ΚΑΙ ΤΗΝ ΝΕΑ ΟΝΤΟΛΟΓΙΑ. ΟΛΑ ΠΕΡΝΟΥΝ ΣΤΑ ΧΕΡΙΑ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου