Σάββατο 24 Ιανουαρίου 2026

Ο Kant και το Πρόβλημα της Μεταφυσικής 4 Του Martin Heidegger

Συνέχεια από Δευτέρα 12. Ιανουαρίου 2026

Ο Kant και το Πρόβλημα της Μεταφυσικής 4

Του Martin Heidegger

Η αποσυναρμολόγηση της ιδέας μιας Θεμελιακής Οντολογίας μέσω της ερμηνευτικής ανάλυσης της Κριτικής του Καθαρού Λόγου ως θεμελίωσης της Μεταφυσικής

ΔΕΥΤΕΡΟ ΤΜΗΜΑ


Η θεμελίωση της μεταφυσικής στην πραγμάτωσή της

Για το σχέδιο της εσωτερικής δυνατότητας της οντολογικής γνώσης πρέπει προηγουμένως να έχει ήδη ανοίξει μια συνοπτική θέα στη διάσταση της αναστροφής προς το φέρον θεμέλιο της δυνατότητας εκείνου που αναζητείται ως προς τη θεμελιώδη σύστασή του. Είναι, άλλωστε, το αναγκαίο πεπρωμένο κάθε γνήσιας εισ-βολής σε ένα έως τότε κρυμμένο πεδίο, το ότι αυτό καθορίζεται μόνον «σιγά σιγά». Κατά την ίδια την πορεία της προέλασης παγιώνεται μόνον τότε η κατεύθυνση της πρόσβασης και διαμορφώνεται η βατότητα της οδού. Αν έτσι η πρώτη εισβολή παραμένει καθοδηγούμενη από τη βεβαιότητα και την αταλάντευτη κατευθυντήρια δύναμη της δημιουργικής αποκάλυψης, εντούτοις αρχικά απουσιάζει μια ρητή συστηματική εκχέρσωση και διάκριση του πεδίου. Βεβαίως, «οι Κριτικές απαιτούν γνώση των πηγών και η Λογική πρέπει να γνωρίζει τον εαυτό της…» 23. Κι όμως, μόνον μέσω της Κριτικής κατακτά ο Kant αυτή την πρωταρχικότερη αυτογνωσία της Λογικής.

Η μεταγενέστερη ερμηνεία, αντιθέτως, επειδή δεν βρίσκεται πλέον —και δεν βρίσκεται ακόμη— στην κατοχή της πρωταρχικής κατευθυντήριας δύναμης του σχεδιάζειν, οφείλει εκ των προτέρων να εξασφαλίσει ρητά τη καθοδηγητική συνοπτική θέα και έτσι να προλάβει τα κύρια στάδια της εσωτερικής πορείας του όλου της Θεμελίωσης. Πριν καταστεί δυνατή η παρακολούθηση της πραγμάτωσης της θεμελίωσης της μεταφυσικής, απαιτείται η παροχή της συνοπτικής θέας στη διάσταση της αναστροφής της θεμελίωσης.

Το παρόν τμήμα διαρθρώνεται, συνεπώς, κατά διπλό τρόπο:
A. Ο χαρακτηρισμός της διάστασης της αναστροφής για την πραγμάτωση της θεμελίωσης της μεταφυσικής.
B. Τα στάδια της πραγμάτωσης του σχεδίου της εσωτερικής δυνατότητας της οντολογίας.

A. Ο χαρακτηρισμός της διάστασης της αναστροφής για την πραγμάτωση της θεμελίωσης της μεταφυσικής

Σκοπός είναι ο καθορισμός της ουσίας της οντολογικής γνώσης μέσω της διασαφήνισης της προέλευσής της από τα σπέρματα που την καθιστούν δυνατή. Προς τούτο απαιτείται πρωτίστως σαφήνεια ως προς την ουσία της γνώσης εν γένει, ως προς τον τόπο και τον τρόπο του πεδίου της προέλευσης. Στη μέχρι σήμερα ερμηνεία της Κριτικής του καθαρού Λόγου έχει παραμεληθεί με ανεπίτρεπτο τρόπο ή και παρερμηνευθεί ακριβώς ο προγενέστερος και επαρκής χαρακτηρισμός της διάστασης της προέλευσης. Γι’ αυτό και, σε συνδυασμό με τον επιπλέον ασταθή προσδιορισμό της πρόθεσης του έργου, δεν κατέστη δυνατή μια παραγωγική ιδιοποίηση της θεμελιώδους τάσης του. Μαζί με τον χαρακτηρισμό του πεδίου της προέλευσης πρέπει επίσης να καταστεί δυνατός ο προσδιορισμός, στην ιδιοτυπία της, της ίδιας της τρόπου αποκάλυψης της προέλευσης.

I. Οι ουσιώδεις χαρακτήρες του πεδίου της προέλευσης


§ 4. Η ουσία της γνώσης εν γένει

Ο Kant δεν πραγματεύεται ρητά και θεματικά τους ουσιώδεις χαρακτήρες του πεδίου της προέλευσης, αλλά τους προϋποθέτει μάλλον ως αυτονόητους. Τόσο λιγότερο επιτρέπεται στην ερμηνεία να παραβλέπει τη λειτουργία αυτών των «θέσεων» που δρουν εκ των προτέρων. Μπορούν να συνοψιστούν στη θέση:
Το πηγαίο έδαφος για τη θεμελίωση της μεταφυσικής είναι ο ανθρώπινος καθαρός Λόγος, με την έννοια ότι για τον πυρήνα αυτής της θεμελιωτικής προβληματικής καθίσταται ουσιώδης ακριβώς η ανθρωπινότητα της Λογικής, δηλαδή η περατότητά της. Συνεπώς, ο χαρακτηρισμός του πεδίου της προέλευσης πρέπει να συγκεντρωθεί στη διασαφήνιση της ουσίας της περατότητας της ανθρώπινης γνώσης. Αυτή η περατότητα της Λογικής δεν συνίσταται, όμως, καθόλου —και πολύ λιγότερο πρωταρχικά— στο ότι η ανθρώπινη γνώση παρουσιάζει ποικίλα ελλείμματα αστάθειας, ανακρίβειας και σφάλματος, αλλά εδράζεται στην ίδια τη δομή της ουσίας της γνώσης. Η πραγματική περιοριστικότητα της γνώσης είναι μόνον ένα επακόλουθο αυτής της ουσίας.
Για να αναδειχθεί η ουσία της περατότητας της γνώσης, απαιτείται ένας γενικός χαρακτηρισμός της ουσίας του γνωρίζειν. Ήδη και μόνο ενόψει αυτού υποτιμάται συνήθως υπέρμετρα εκείνο που λέγει ο Kant με την πρώτη πρόταση της θεματικής πραγματείας της Κριτικής του καθαρού Λόγου:
«Με όποιον τρόπο και με όποια μέσα κι αν αναφέρεται μια γνώση σε αντικείμενα, εκείνο όμως μέσω του οποίου αυτή αναφέρεται σε αυτά άμεσα, και προς το οποίο κάθε σκέψη αποβλέπει ως μέσο, είναι η εποπτεία.» 24d

Για κάθε κατανόηση της Κριτικής του καθαρού Λόγου πρέπει, κατά κάποιον τρόπο, να χαραχθεί ανεξίτηλα: το γνωρίζειν είναι πρωτίστως εποπτεύειν.

Από εδώ γίνεται ήδη σαφές ότι η αναγωγή της γνώσης στην κρίση (σκέψη) παραβιάζει το αποφασιστικό νόημα του καντιανού προβλήματος. Διότι κάθε σκέψη έχει απλώς θέση υπηρεσίας απέναντι στην εποπτεία. Η σκέψη δεν είναι απλώς «επιπλέον» παρούσα δίπλα στην εποπτεία, αλλά, σύμφωνα με την εσωτερική της δομή, υπηρετεί εκείνο προς το οποίο η εποπτεία αποβλέπει πρωτίστως και διαρκώς. Αν όμως η σκέψη οφείλει να είναι ουσιωδώς αναφερόμενη στην εποπτεία, τότε αμφότερες, εποπτεία και σκέψη, πρέπει να έχουν κάποια εσωτερική συγγένεια που να επιτρέπει την ενοποίησή τους. Αυτή η συγγένεια, η καταγωγή από το ίδιο γένος (genus), εκφράζεται στο ότι για αμφότερες «η παράσταση εν γένει (repraesentatio) είναι το γένος» 25.

Ο όρος «παράσταση» έχει εδώ αρχικά την ευρεία τυπική σημασία, σύμφωνα με την οποία κάτι υποδηλώνει, αναγγέλλει, παριστά κάτι άλλο. Αυτή η παράσταση μπορεί να είναι τέτοια που να συντελείται «με συνείδηση» 26. Σε αυτήν ανήκει μια γνώση του γεγονότος ότι κάτι αναγγέλλεται και του ίδιου του αναγγελλόμενου ( perceptio ). Αν τώρα, στην παράσταση κάποιου πράγματος μέσω κάποιου άλλου, δεν παρίσταται μόνον η ίδια η πράξη της παράστασης, αλλά και εκείνο που παρίσταται μέσα σε αυτήν την παράσταση ως τέτοιο, δηλαδή «συνειδητά», τότε μια τέτοια παράσταση είναι ένα αναφέρεσθαι σε εκείνο που, μέσα στην ίδια την παράσταση, παρουσιάζεται. Με αυτή την έννοια της «αντικειμενικής αντίληψης» (objektive Perzeption), η γνώση είναι παράσταση.

Η γνωστική παράσταση είναι είτε εποπτεία είτε έννοια (intuitus vel conceptus). «Η πρώτη αναφέρεται άμεσα στο αντικείμενο και είναι μεμονωμένη· η δεύτερη έμμεσα, μέσω ενός γνωρίσματος που μπορεί να είναι κοινό σε πολλά πράγματα» 27. Σύμφωνα με την προαναφερθείσα πρώτη πρόταση της Κριτικής του καθαρού Λόγου, το γνωρίζειν είναι ένα σκεπτόμενο εποπτεύειν. Η σκέψη, δηλαδή γενικά η παράσταση, υπηρετεί απλώς το να καθιστά προσιτό το μεμονωμένο αντικείμενο, δηλαδή το συγκεκριμένο ον καθαυτό στην αμεσότητά του — και μάλιστα προσιτό για κάθε άνθρωπο. «Καθεμία από αυτές τις δύο [την εποπτεία και τη σκέψη] είναι βέβαια παράσταση, αλλά όχι ακόμη γνώση» 28.

Από εδώ θα μπορούσε κανείς να συναγάγει ότι ανάμεσα στο εποπτεύειν και το σκέπτεσθαι υπάρχει μια αμοιβαία, και μάλιστα απολύτως ισοβαρής, αναφορά, έτσι ώστε να επιτρέπεται εξίσου να ειπωθεί: το γνωρίζειν είναι εποπτικό σκέπτεσθαι, άρα, κατά βάθος, κρίση.

Απέναντι σε αυτό πρέπει όμως να τονιστεί ότι η εποπτεία συνιστά την καθεαυτό ουσία της γνώσης και ότι, παρά την αμοιβαιότητα της σχέσης ανάμεσα στο εποπτεύειν και το σκέπτεσθαι, αυτή φέρει το ουσιαστικό βάρος. Αυτό δεν καθίσταται σαφές μόνο από την παρατεθείσα εξήγηση του Kant και από την τυπογραφική έμφαση στη λέξη «εποπτεία», αλλά και από το γεγονός ότι μόνο με αυτή την ερμηνεία της γνώσης καθίσταται δυνατό να συλληφθεί το ουσιώδες σε αυτόν τον ορισμό, δηλαδή η περατότητα της γνώσης. Διότι εκείνη η πρώτη πρόταση της Κριτικής του καθαρού Λόγου δεν αποτελεί πλέον απλώς έναν ορισμό της γνώσης εν γένει, αλλά ήδη τον καθορισμό της ουσίας της ανθρώπινης γνώσης. «Ό,τι αντιθέτως [σε διάκριση από τον “Θεό ή κάποιον άλλο ανώτερο νου”] αφορά τον άνθρωπο, κάθε γνώση του συνίσταται από έννοια και εποπτεία» 29.

Η ουσία της πεπερασμένης ανθρώπινης γνώσης διασαφηνίζεται μέσω της αντιπαραβολής της προς την ιδέα της άπειρης θείας γνώσης, του «intuitus originarius» 30. Η θεία γνώση, ωστόσο —όχι ως θεία, αλλά ως γνώση εν γένει— είναι εποπτεία. Η διαφορά ανάμεσα στην άπειρη και την πεπερασμένη εποπτεία συνίσταται στο εξής: η πρώτη, με την άμεση παράστασή της του μεμονωμένου, δηλαδή του μοναδικού και ανεπανάληπτου όντος στο σύνολό του, φέρνει αυτό το ον πρωταρχικά στο είναι του, το βοηθά να έλθει στην ύπαρξη (origo). Η απόλυτη εποπτεία δεν θα ήταν απόλυτη, αν εξαρτιόταν από ένα ήδη υπάρχον ον, σε αναφορά προς το οποίο το εποπτεύσιμο θα καθίστατο προσβάσιμο. Το θεϊκό γνωρίζειν είναι εκείνη η παράσταση που, με το εποπτεύειν, δημιουργεί πρωταρχικά το εποπτεύσιμο ον ως τέτοιο³¹. Επειδή, όμως, εποπτεύει το ον, το διαπερνά εκ των προτέρων απολύτως και το εποπτεύει άμεσα ως όλον, δεν χρειάζεται τη σκέψη. Η σκέψη ως τέτοια είναι, συνεπώς, ήδη η σφραγίδα της περατότητας. Το θεϊκό γνωρίζειν είναι «εποπτεία (διότι τέτοια πρέπει να είναι κάθε γνώση του και όχι σκέψη, η οποία πάντοτε αποδεικνύει περιορισμούς)» 32.

Όμως το αποφασιστικό στοιχείο στη διαφορά ανάμεσα στην άπειρη και την πεπερασμένη γνώση δεν θα είχε συλληφθεί και η ουσία της περατότητας θα είχε διαφύγει, αν λέγαμε: η θεϊκή γνώση είναι μόνον εποπτεία, ενώ η ανθρώπινη είναι μια σκεπτόμενη εποπτεία. Η ουσιώδης διαφορά αυτών των ειδών γνώσης έγκειται μάλλον πρωτίστως στο γεγονός ότι η γνώση καθαυτή¹ εδράζεται στην ίδια την εποπτεία. Η περατότητα της ανθρώπινης γνώσης πρέπει, επομένως, να αναζητηθεί πρώτα στην περατότητα της ίδιας της εποπτείας που της ανήκει. Το ότι ένα πεπερασμένο γνωστικό ον «επίσης» πρέπει να σκέπτεται αποτελεί απλώς μια ουσιώδη συνέπεια της περατότητας της εποπτείας του. Μόνον έτσι έρχεται στο ορθό φως η ουσιώδης θέση υπηρεσίας «κάθε σκέψης». Πού έγκειται, λοιπόν, η ουσία της πεπερασμένης εποπτείας και, κατ’ επέκταση, της περατότητας της ανθρώπινης γνώσης εν γένει;

Σημειώσεις:

23 Kants handschriftlicher Nachlaß, Bd. V, Metaphysik (Ges. Schriften, herausgegeben von der Preuß. Akad. d. Wissenschaften, III, 5), 1928, αρ. 4892.
Βλ. B. Erdmann, Reflexionen Kants zur kritischen Philosophie, II, 217.
a Αναπτύσσεται οξύτερα με αφετηρία τη διάκριση της γνώσης ως Vorstellen και ως Wissen — η γνώση ως Wissen είναι ο καθοδηγητικός βασικός όρος· βλ. W. S. 1935/36 [Die Frage nach dem Ding. Zu Kants Lehre von den transzendentalen Grundsätzen. GA Bd. 41], σ. 136 κ.ε.
b βλ. σ. 26.
24 A 19, B 33 (τονισμός από τον ίδιο τον Kant).
c ανθρώπινης.
d βλ. Kr. r. V. B 306· προτεραιότητα της εποπτείας!· βλ. Fortschritte (Meiner), σ. 157.
e στο Wesen!· βλ. σ. 51· βλ. σ. 66.
f βλ. σ. 25· «κυριολεκτικά» — τι σημαίνει αυτό; Εποπτεύειν σημαίνει εδώ: να έχει κανείς το ον καθαυτό φανερό, ως δεχόμενο (hin-nehmendes), αφήνον να δοθεί. Το γνωρίζειν είναι «πρωταρχικό», δηλαδή κατ’ αρχάς, στον θεμέλιο λόγο της ουσίας του (ως πεπερασμένου).
25 A 320, B 376 κ.ε.
26 όπ. παρ.
Στην ίδια αυτή ουσία ανήκει αναγκαστικά και η σκέψη ως το δευτερεύον, ακριβώς γι’ αυτό όμως ένα πρωτεύον! Το «δευτερεύον» νοείται εδώ με την έννοια της τάξης της συγκρότησης της ουσίας· όχι με τη λαϊκή έννοια του «κατά βάθος περιττού». Ακριβώς επειδή το γνωρίζειν είναι πρωτίστως εποπτεύειν, γι’ αυτό και για εμάς η καθαρή εποπτεία μόνη της δεν είναι γνώση· πρβλ. αντιστοίχως τη σχετική σχετικότητα της Υπερβατολογικής Αισθητικής, σ. 67!
g πρβλ. B 219. Η συνθετική ενότητα σε μία συνείδηση ως «το ουσιώδες μιας γνώσης των αντικειμένων των αισθήσεων»· η «σύνθεση», όμως, είναι εδώ ακριβώς υπηρετικότητα, δηλαδή η γνώση είναι εδώ ουσιωδώς πεπερασμένη. Η σκέψη είναι ουσιώδης μόνον επειδή η εποπτεία είναι, κατά τον θεμελιώδη της χαρακτήρα, συνάντηση (Begegnenlassen). Ο νους υπερέχει βεβαίως της εποπτείας — αλλά εντός της περατότητας και της ενδεούς φύσης της. Όσο μεγαλύτερη είναι αυτή η υπεροχή, τόσο απολύτως αναγκαία είναι η εξάρτηση από την εποπτεία. Τόσο λιγότερο μπορεί αυτή να αποκλειστεί.
27 όπ. παρ.
28 Über die Fortschritte…, όπ. παρ., σ. 312.
h πρβλ. A 271, B 327, έναντι Locke και Leibniz: αισθητικότητα και νους ως «δύο τελείως διαφορετικές πηγές παραστάσεων».
29 όπ. παρ.
30 B 72.
31 B 159, 145.
32 B 71.
i πρβλ. Fortschritte (Vorländer), σ. 92.
j «γεννάται καθαυτό πρωταρχικά· ως τέτοια έχει ήδη πάντοτε αφήσει να ανακύψει το “αντικείμενό” της».
k «είναι ελεύθερη από κάθε αισθητικότητα και ταυτόχρονα από την ανάγκη να γνωρίζει μέσω εννοιών» (όπ. παρ.).

Συνεχίζεται με:

§ 5. Η ουσία της περατότητας της γνώσης

Δεν υπάρχουν σχόλια: