Πέμπτη 29 Ιανουαρίου 2026

Η ΑΠΟΦΑΤΙΚΗ ΕΚΚΛΗΣΙΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΟΜΟΟΥΣΙΟΥ 3

Συνέχεια από Κυριακή 25. Ιανουαρίου 2026

Η ΑΠΟΦΑΤΙΚΗ ΕΚΚΛΗΣΙΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΟΜΟΟΥΣΙΟΥ 3

Η αρχέγονη Εκκλησία σήμερα

Του π. Νικόλαου Λουδοβίκου
, Εκδόσεις Αρμός, 2023 (πρώτη έκδοση 2002)

Μελέτη Θεμελιώδης

Η ΑΠΟΦΑΤΙΚΗ ΕΚΚΛΗΣΙΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΟΜΟΟΥΣΙΟΥ
Τὰ ὅρια τῆς Εὐχαριστιακῆς Ἐκκλησιολογίας


Στὸν Σεβ. Μητροπολίτη Περγάμου
κ. Ιωάννη Ζηζιούλα, τὸν μύστη καὶ διδάσκαλο τῶν ἐκκλησιολογικῶν ἀπορρήτων...

1. ΤΟ ΜΑΚΡΥ ΤΑΞΙΔΙ ΤΗΣ ΠΑΤΕΡΙΚΗΣ ΠΑΡΑΔΟΣΕΩΣ ΠΡΟΣ ΤΟ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΙΚΟ                                                                                 ΕΚΚΛΗΣΙΟΛΟΓΙΚΟ ΑΡΧΕΤΥΠΟ

........Πῶς ὅλη αὐτὴ ἡ εὐτυχὴς πείρα τῆς προσωπικῆς ἐκ-στάσεως καὶ τῆς κοι νωνητικῆς συλλογικῆς πραγματώσεως ἀληθεύει; Εἶναι τὸ θεολογικὸ ὑποκείμενο ἕνα σοφτγουέαρ ὑποκείμενο ποὺ ἡ ἐκστατική του κοινωνικότητα ἀποδομεῖ τὴν δυστυχισμένη του συνείδηση διασπείροντάς την στὸ ἐρωτικὸ ἄπειρο τοῦ sobornost; "Αν λοιπὸν ἕνα τέτοιο πρόσωπο μαζὶ μὲ τὸ ἐρωτικό του σύμπαν εἶναι τυχὸν πραγματικό, τι σχέση έχει αὐτὸ μὲ τὴν ἐκκλησιολογία; Πῶς θὰ ζήσουμε καὶ θὰ ἐρμηνεύσουμε τὴν Ἐκκλησία ὥστε ἐντός της νὰ ὑπάρξει καὶ ν' ἀναπτυχθεῖ στ᾿ ἀλήθεια ἕνα τέτοιο πρόσωπο; Κι ἀκόμη περισσότερο: πῶς ἡ ἐκκλησιολογία θὰ διορθώσει καὶ θὰ με-ταμορφώσει τὸν ὑπερβατισμὸ καὶ τὴ φαντασίωση ποὺ σπαράσσει ὅλες αὐτὲς τὶς ἰδιοφυεῖς θεολογικές προβολὲς τοῦ πεπερασμένου στὸ ῎Απειρο; Τί εἶναι λοιπὸν ἡ Ἐκκλησία ὡς κοινωνία προσώπων;

Ποιό εἶναι τὸ ἐκκλησιολογικῶς πραγματικό;.......[Η ΕΤΕΡΟΤΗΣ ΤΟΥ ΖΗΖΙΟΥΛΑ ΚΑΙ ΤΗΣ ΑΓΕΛΗΣ ΤΟΥ. ΜΕ ΤΗΝ ΟΠΟΙΑ Η ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ ΒΓΗΚΕ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΠΟΜΟΝΩΣΗ ΣΤΗΝ ΟΠΟΙΑ ΤΗΝ ΚΑΤΑΔΙΚΑΣΑΝ ΟΙ ΑΓΙΟΙ ΠΑΤΕΡΕΣ ΗΜΩΝ]

Μιὰ τέτοια θεμελιώδης διερώτηση θὰ μᾶς ὁδηγήσει φυ-σιολογικά σε δρόμο μακρύ: εἶναι ὁ δρόμος πρὸς τὸ πλῆρες θεωρητικό ἐκκλησιολογικό νόημα/σχῆμα ποὺ γιὰ μᾶς τοὺς ὀρθοδόξους εἶναι, θαρρῶ, τὸ ἀρεοπαγιτικό. ᾿Αλλὰ πρέπει νὰ παρακολουθήσουμε προσεκτικὰ τὸ πῶς καὶ τὸ γιατί...

Στὴν περιδιάβασή μας αὐτὴ θὰ μελετήσουμε κείμενα τὰ ὁποῖα ἀναφέρονται στὴ δομὴ καὶ τὴ σύσταση τῆς ἐκκλησιαστικῆς κοινότητας, ἀναζητώντας ἴχνη μιᾶς ἐκκλη σιολογίας ποὺ συναπαρτίζεται σιγά-σιγά.[ΣΕ ΜΙΑ ΝΕΑ ΕΚΚΛΗΣΙΑ] Οἱ ἀναφορές μας θὰ εἶναι ἐπιλεκτικές, ἐπιδιώκοντας νὰ ἰχνηλατήσουν ἀκριβῶς τὶς θεολογικές συνειδητοποιήσεις καὶ ὅρια, μὲ σκοπό, ἀργότερα, νὰ φθάσουμε κριτικὰ καὶ στοχαστικὰ ὡς τὴν σημερινὴ ὀρθόδοξη ἐκκλησιολογία ἀφοῦ μάλιστα προηγου μένως ἐπιρρίψουμε ἕνα ἐπίσης κριτικὸ ἀλλὰ σύντομο βλέμ μα στὴν δυτικὴ σύγχρονη καὶ παράλληλη θεολογία περὶ Ἐκκλησίας. Ἐπαναλαμβάνω, θὰ μελετήσουμε ἐκκλησιολογικές δομές χαρισμάτων κυρίως καὶ τάξεων καὶ μά-λιστα, εἰ δυνατό, στὴν ὀντολογική τους ὑφὴ καὶ ὄχι τὴν summa τῶν λειτουργικῶν καὶ κανονικῶν ὁδηγιῶν καὶ πα-ραδόσεων ποὺ ἀφοροῦν στὴν ὁμαλὴ διεξαγωγὴ τῆς ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς. [Η ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ ΔΕΝ ΔΙΑΘΕΤΕΙ ΕΚΚΛΗΣΙΟΛΟΓΙΚΑ ΧΑΡΙΣΜΑΤΑ ΜΟΝΟ ΔΙΑΚΟΝΗΜΑΤΑ. ΟΠΩΣ ΤΟ ΑΠΟΔΕΙΚΝΥΕΙ ΚΑΙ Ο ΙΔΙΟΣ, ΤΟΥΛΑΧΙΣΤΟΝ ΜΕ ΤΗΝ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ ΤΟΥ.]

Ἔτσι λοιπόν, στὴν Διδαχὴ τῶν Δώδεκα ᾿Αποστόλων 12, γιὰ ν' ἀρχίσουμε μ' ἕνα ἀπὸ τὰ κείμενα τῶν πρώτων δεκα-ετιῶν τῆς Ἐκκλησίας, ἐντυπωσιάζει, προκειμένου περὶ τῆς ἐκκλησιαστικῆς δομῆς, ἡ τοποθέτηση τῶν «προφητῶν καὶ διδασκάλων» στὸν πυρήνα της: «αὐτοὶ γάρ εἰσι οἱ ἀρχιερεῖς ἡμῶν», ἀποφαίνεται ἐπιγραμματικὰ τὸ κείμενο (ΧΙΙΙ). Ὅταν δὲ ἀμέσως παρακάτω ὀνομάζονται οἱ δύο βαθμίδες τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἱεραρχίας, οἱ ἐπίσκοποι καὶ οἱ διάκονοι13, οἱ ὅροι ἐκλογῆς καὶ χειροτονίας τους εἶναι καθαρῶς ὑπαρξιακοί: αὐτοὶ πρέπει νὰ μοιάζουν πνευματικὰ ὅσο γίνε ται περισσότερο στοὺς προφῆτες, μὲ σκοπὸ νὰ μποροῦν νὰ μετάσχουν στὸ ἔργο τῶν τελευταίων, στὸ ὄνομα τῶν ὁποί ων, ἄλλωστε, τιμᾶται καὶ τὸ δικό τους ποιμαντικὸ ἔργο. Τὸ κείμενο εἶναι ἀποκαλυπτικό (XV): «Χειροτονήσατε οὖν ἑαυτοῖς ἐπισκόπους καὶ διακόνους ἀξίους τοῦ κυρίου, ἄνδρας πραεῖς καὶ ἀφιλαργύρους καὶ ἀληθεῖς καὶ δεδοκιμασμένους· ὑμῖν γὰρ λειτουργοῦσι καὶ αὐτοὶ τὴν λειτουργίαν τῶν προφητῶν καὶ διδασκάλων. Μὴ οὖν ὑπερίδητε αὐτούς· αὐτοὶ γάρ εἰσι οἱ τετιμημένοι ὑμῶν μετὰ τῶν προφητῶν καὶ διδα-σκάλων». Στὸ κείμενο αὐτὸ θὰ λέγαμε πὼς ἡ ἐκκλησιαστικὴ δομὴ ἀναφαίνεται θεμελιωδῶς ὡς ὑπαρξιακή-πνευματική, ἡ δὲ «ἱεραρχικὴ» δομὴ εἶναι ἔγκυρη στὸ βαθμὸ ποὺ φανερώνει καὶ ἐκφράζει τὴν πρώτη: ὁ προφήτης εἶναι ὁ ἀναμφισβήτητος «ἀρχιερεὺς» καὶ ἡγούμενος τῆς κοινότη-τας, οἱ δὲ «ἐπίσκοποι καὶ διάκονοι» σαφῶς φαίνεται νὰ «τιμῶνται» ἀποκλειστικὰ καὶ μόνον ὡς (πιθανοί) φορεῖς τοῦ λειτουργήματος ἐκείνου. Ὅπως καὶ νὰ ἔχει τὸ πράγμα, τὸ κείμενο δηλώνει σαφῶς πὼς ἡ παλαιότερη ἀνάπτυξη τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἱεραρχίας ἐνσωματώνει ὡς sine qua non ὅρο της τὴν ὑπαρξιακή-πνευματική, ὅπως τὴν ὀνομάσαμε, προφητικὴ αὐτὴ λειτουργία ποὺ ἐμψυχώνει τὴν κοινότητα.[ΕΙΝΑΙ Η ΠΑΡΑΓΓΕΛΙΑ ΤΟΥ ΠΕΤΡΟΥ, ΑΚΡΙΒΩΣ, ΝΑ ΒΡΕΘΟΥΝ ΔΙΑΚΟΝΟΙ]

Τὸ ὑπαρξιακό-πνευματικὸ αὐτὸ στοιχεῖο σώζεται ἀλώβητο ὡς τὴν πρώτη Ἐπιστολὴ Κλήμεντος πρὸς Κορινθίους 14. ᾿Αντιμετωπίζοντας τὴ γνωστὴ ἀναταραχή, ὁ ἐπίσκοπος τῆς Ρώμης ἀναλαμβάνει τὴν ὑπεράσπιση τῶν διω-χθέντων κληρικῶν στὸ ὄνομα τῆς πνευματικότητας καὶ τῆς ἀρετῆς τους. Καταρχὴν λοιπὸν ὑπενθυμίζει (XLII) πὼς οἱ ᾿Απόστολοι, μετὰ τὸ κήρυγμα, ἐγκαθιστοῦν στὶς πόλεις ὡς «ἀπαρχὰς αὐτῶν» (διαδόχους των) ἐπισκόπους καὶ διακόνους15 ἀφοῦ πρῶτα τοὺς «δοκιμάσουν τῷ πνεύμα-τι». Ἡ δοκιμασία αὐτὴ «τῷ πνεύματι» ἐξηγεῖται ἀμέσως παρακάτω (XLIII) ὅταν παραβάλλεται ἡ διαδικασία αὐτὴ μὲ τὸν τρόπο κατὰ τὸν ὁποῖο ὁ Μωϋσῆς θὰ ἐπιλέξει τὴν ἱε-ρατικὴ φυλὴ τῶν Ἰουδαίων: οἱ ράβδοι τῶν φυλῶν τοποθε τοῦνται στὴ Σκηνὴ τοῦ Μαρτυρίου καὶ ἀναμένεται ἡ ἐκ-βλάστηση μιᾶς ἀπ᾿ αὐτές. Βλαστάνει ἡ ράβδος τοῦ ᾿Ααρών καὶ ἀποκαλύπτεται ἔτσι ἀπὸ Θεοῦ ἡ φυλὴ τῶν Λευϊτῶν. Κατὰ παρόμοιο τρόπο, κατὰ θεία δηλαδή πληροφορία, ἐκ-λέγονται ἀπὸ τοὺς ᾿Αποστόλους οἱ πρεσβύτεροι καὶ διάκο-νοι διάδοχοί τους. Ἡ ἐκλογὴ αὐτὴ ἐπαληθεύεται ὅταν οἱ κληρικοὶ αὐτοὶ λειτουργήσουν «ἀμέμπτως τῷ ποιμνίῳ τοῦ Χριστοῦ μετὰ ταπεινοφροσύνης, ἡσύχως καὶ ἀβαναύσως»[ΤΟ ΣΑΝ ΠΑΡΑΜΕΝΕΙ. Η ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΑ ΔΕΝ ΣΗΜΑΙΝΕΙ ΧΑΡΙΣΜΑ] (XLIV). Βλέπουμε δηλαδὴ πὼς καὶ ὁ τρόπος ἐκλογῆς καὶ ὁ τρόπος διεξαγωγῆς τοῦ μυστηρίου τῆς καινοδιαθηκικῆς ἱερωσύνης ἀφοροῦν ἀπαρεγκλίτως στὴν ἀνάδειξη μιᾶς προφητικῆς ἱερατικῆς πνευματικότητας ποὺ ὑπαρξικοποιεῖ βαθιὰ κάθε δοσμένη ἱεραρχική δομή· εἶναι μ᾿ αὐτὸν ἄλλωστε τὸν τρόπο καὶ μόνον ποὺ μποροῦμε νὰ διαβάσουμε τὸν πολύπαθο καὶ βαθὺν αὐτὸν ἐκκλησιαστικὸ συγγραφέα ποὺ ὀνομάζεται Ἰγνάτιος ὁ Θεοφόρος 16. Θὰ πρέπει ἴσως κάποτε νὰ γραφεῖ ἡ ἱστορία τῶν μερικεύσεων τῶν ἰγνατιανῶν ἐκκλησιολογικῶν θέσεων, στὴ συνήθη θεολογική πλέον σήμερα χρήση τους. Ὁ τονισμός τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἑνότητας ἀπὸ τὸν ἱερὸ συγγραφέα ὁδήγησε ἀρκετοὺς μελετητές του στὸ νὰ θεωρήσουν ὡς μόνο περιεχόμενο τῶν ἔργων του τὴν συνεκτικὴ ἐκκλησιαστικὴ δομή, ποὺ αὐτονοηματοδοτεῖται διὰ τοῦ κέντρου της: τοῦ Ἐπισκόπου. Παραγνωρίζεται ἔτσι σειρὰ ὁλόκληρη λεπτῶν παρατηρήσεων τοῦ Ἰγνατίου ποὺ ἀφοροῦν στὴν ὑ-παρξιακότητα, τὴν δυνητικότητα, τὴν δημιουργικότητα καὶ τὴν ἐλευθερία (θὰ τολμοῦσα νὰ πῶ: τὴν ἐνδεχομενικότητα) τῆς δομῆς αὐτῆς. Αὐτὸ βέβαια συμβαίνει διότι, ὅπως θὰ ἐπιχειρήσουμε ν' ἀποδείξουμε ἀργότερα, ὁ ἅγ. Ἰγνάτιος διαβάζεται ὑπὸ τὸ πρίσμα τοῦ ἀρεοπαγιτικοῦ ἔργου, ἀλλὰ αὐτὸ εἶναι μιὰ ἄλλη, μεγάλη ἱστορία[ΟΠΩΣ ΚΑΙ Ο ΛΗΣΤΗΣ ΣΤΟ ΣΤΑΥΡΟ ΚΡΑΤΗΣΕ ΤΟΝ ΜΙΚΡΟ ΙΗΣΟΥ ΚΑΙ ΤΟΝ ΔΟΞΑΣΕ ΕΤΣΙ ΚΑΙ Ο ΙΓΝΑΤΙΟΣ ΕΠΑΙΞΕ ΜΕ ΤΟΝ ΧΡΙΣΤΟ ΚΑΙ ΔΟΞΑΣΤΗΚΕ. ΤΙ ΠΑΙΖΕΙ ΜΕ ΤΟΝ ΛΟΥΔΟΒΙΚΟ; ΑΑΛΑ ΠΑΙΧΝΙΔΙΑ ΓΝΩΡΙΖΕΙ Η ΕΤΕΡΟΤΗΣ ΑΛΛΗ ΑΙΩΝΙΑ ΕΦΗΒΕΙΑ ΠΡΟΣΠΑΘΕΙ ΝΑ ΝΑ ΠΕΤΑΞΕΙ ΜΕ ΤΟ ΣΚΟΥΠΟΞΥΛΟ ΤΟΥ ΧΑΙ ΠΟΤΤΕΡ...Ο ΟΠΟΙΟΣ ΜΑΣ ΘΥΜΙΖΕΙ ΚΑΤ ΌΝΟΜΑ ΤΑ ΣΟΔΟΜΑ ΤΟΥ ΝΤΟΥΜΠΑΙ] Οἱ ἐπιστολὲς τοῦ Θεοφόρου, ἀντιθέτως, περιγράφουν βαθιὰ ἀνθρώπινες πνευμα-τικὲς σχέσεις καὶ ὄχι (ὅπως συμβαίνει μὲ τὶς σαφῶς μεταγενέστερες, Δυτικές καταρχὴν καὶ κατόπιν Ὀρθόδοξες, ἀ-ναγνώσεις του) δομικές, ἢ καὶ ἱδρυματικὲς ὑποκαταστάσεις ἡ ὑπεραναπληρώσεις τους. Ἔτσι ὅταν διακριτικὰ ὁ μαρτυρικὸς ἐπίσκοπος βεβαιώνει πὼς «[...] οἱ ἐπίσκοποι [...] ἐν Ἰησοῦ Χριστοῦ γνώμῃ εἰσίν» (Έφεσ. ΙΙΙ, 2) ἢ τονί ζει πὼς ὁ Πατήρ τοῦ Χριστοῦ εἶναι πράγματι «ὁ πάντων ἐπίσκοπος» (Μαγν. ΙΙΙ,1), πρόκειται γιὰ οὐσιώδεις πλὴν διακριτικὲς ἀδελφικές συστάσεις ποὺ καθοδηγοῦν σὲ μιὰ καθαρὰ ὑπαρξιακή σύλληψη τῆς ἐπισκοπικῆς διακονίας. Ἡ ὁποία ἀποσκοπεῖ στὴν ὑπενθύμιση τῆς ἀγαπητικῆς «ὑποταγῆς ἀλλήλοις» οὕτως ὥστε νὰ εἶναι ἡ ἐκκλησιαστικὴ «ἕνωσις σαρκική τε καὶ πνευματική» (Μαγν. ΧΙΙΙ,2), μὲ πρῶτο κενούμενο καὶ ὑποτασσόμενο ἀκριβῶς τὸν ἐπίσκοπο ὁ ὁποῖος πρῶτος αὐτὸς «συνευρύθμισται ταῖς ἐντολαῖς ὡς χορδαῖς κιθάρα [...] ἀόργητος [...] καὶ ἐν πάσῃ ἐπιεικείᾳ» (Φιλ. 1,2). Τὸ πρωτεῖο τοῦ ἐπισκόπου εἶναι ἔτσι, στὸν Ἰγνάτιο, ἐσχατολογικό καθαρῶς πρωτεῖο, μιὰ λεπτομέ-ρεια ποὺ φαίνεται νὰ διαφεύγει συνηθέστατα τῆς προσοχῆς τῶν συγχρόνων ὑπερασπιστῶν τοῦ «ἐπισκοποκεντρισμοῦ». Μᾶς διαφεύγει δηλαδὴ πὼς ἐδῶ ὁ ἐπίσκοπος εἶναι ἐσχατο-λογικὰ πρῶτος, εἶναι ὁ μαρτυρικὰ καὶ κενωτικὰ πρῶτος διάκονος τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἑνότητας, ὄχι ὡς κέντρο μιᾶς «θείας» δομῆς, ἀλλὰ ὡς κενωτικὸς συσχηματισμὸς «ἐν γνώμῃ Ἰησοῦ Χριστοῦ», ὁ Ὁποῖος μαρτυρικῶς ἐπίσης εὑρίσκεται «ἐν γνώμη Θεοῦ Πατρός». Εἶναι ἡ κένωση αὐτὴ τοῦ ἐπισκόπου ποὺ συνιστᾶ τὸ ἐσχατολογικό (καὶ γιαυτὸ καὶ ἄφθαρτο καὶ ἁγιοπνευματικό) «πρωτεῖο» του, πρωτεῖο σταυρώσεως καὶ «λεντίῳ ζωννυμένης» (Ἰω. 14, 3-15) διακονίας, πρωτεῖο ποὺ ἀποσκοπεῖ στὴ θυσιαστική ἐξασφάλιση τῆς ὑπαρκτικῆς ἀλήθειας τῆς «ὁμονοίας καὶ συμφώνου ἀγάπης» διὰ τῆς ὁποίας «Ἰησοῦς Χριστὸς ἄδε-ται» (Ἐφεσ. ΙV). Ὁ Χριστὸς εἶναι ἔτσι ἡ μόνη πηγὴ καὶ ὁ ὁρίζοντας τῆς Ἐκκλησίας, τὸ μόνο ἔσχατο εἶναι καὶ νόημά της – ἡ πραγμάτωσή Του δὲν εἶναι μίμησις κάποιας οὐράνιας ἢ θείας ὀντολογικῆς δομῆς, ἀλλὰ ἐνεργούμενο καὶ ἐνδεχόμενο γεγονός μαρτυρικῆς, ἐσχατολογικῆς, κενωτι κῆς δεξιώσεως τῶν ἄλλων ἐντὸς ἀλλήλων, μὲ πρῶτον ἐν-εργοῦντα παραδειγματικῶς τὸ τοιοῦτο «ἐν γνώμη Ἰησοῦ Χριστοῦ», τὸν ἐπίσκοπο. ᾿Ακριβῶς γι' αὐτό, καὶ μόνον γι' αὐτό, καὶ ὄχι ἐξαιτίας τῶν δομικῶν ἢ ἰδρυματικῶν ἀπαιτή-σεων ἑνὸς ἰδεαλιστικοῦ ἐποικοδομήματος μὲ θεῖο χαρα-κτήρα, «πάντες τῷ ἐπισκόπῳ (στὸν πρῶτο δηλαδὴ ἐσχα-τολογικό μάρτυρα τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ) ἀκολουθεῖτε, ὡς Ἰησοῦς Χριστὸς τῷ Πατρί, καὶ τῷ πρεσβυτέρῳ ὡς τοῖς ἀπο-στόλοις· τοὺς δὲ διακόνους ἐντρέπεσθε ὡς Θεοῦ ἐντολήν. μηδεὶς χωρὶς ἐπισκόπου τι πρασσέτω τῶν ἀνηκόντων εἰς τὴν ἐκκλησίαν. ἐκείνη βεβαία εὐχαριστία ἡγείσθω, ἡ ὑπὸ τοῦ ἐπισκόπου οὖσα ἢ ᾧ ἂν αὐτὸς ἐπιτρέψῃ. ὅπου ἂν φανῇ ὁ ἐπίσκοπος, ἐκεῖ τὸ πλῆθος ἔστω, ὥσπερ ὅπου ἂν ἡ Ἰη σοῦς Χριστός, ἐκεῖ ἡ καθολικὴ ἐκκλησία. οὐκ ἐξὸν ἔστω χωρὶς ἐπισκόπου οὔτε βαπτίζειν οὔτε ἀγάπην ποιεῖν· ἀλλ᾽ ὁ ἂν ἐκεῖνος δοκιμάσῃ, τοῦτο καὶ τῷ Θεῷ εὐάρεστον, ἵνα ἀσφαλὲς ἢ καὶ βέβαιον πᾶν ὁ πράσσεται» (Σμυρν. VIII). Τοῦτο συμβαίνει ἀκριβῶς διότι ὁ ἐπίσκοπος δὲν εἶναι κά-ποιος ὑπερφυσικὸς ταμειοῦχος θείων ἀληθειῶν, ἀλλὰ ὁ ἐ-σχατολογικὰ πρῶτος μάρτυς τῆς «ἀκολουθήσεως Ἰησοῦ Χριστοῦ, ὡς αὐτὸς τῷ Πατρί». Ἡ νεώτερή μας (Δυτικῆς προελεύσεως) θλιβερή πόλωση μεταξὺ θεσμοῦ καὶ χαρί-σματος δὲν ἐπιτρέπει ἐδῶ τὴν κατανόηση τῶν ἁπλῶν καὶ βαθύτατων αὐτῶν ἰγνατιανῶν θέσεων. Μᾶς λείπει σήμερα ἡ ἀκαδημαϊκὴ θεολογικὴ γλώσσα γιὰ νὰ περιγράψουμε ἢ νὰ προσεγγίσομε πειστικὰ τὸ νόημα τῶν θαυμαστῶν αὐτῶν γραμμῶν. Μόνον ἴσως ὁ ἅγιος Μάξιμος ὁ Ὁμολογητὴς διαθέτει τὰ ὀντολογικὰ ἐκεῖνα ἐργαλεῖα ποὺ θὰ μποροῦσαν νὰ βοηθήσουν στὴν περαιτέρω διατύπωση αὐτῶν τῶν οὐσιωδῶν συνθέσεων καὶ θὰ παρακαλέσουμε πρὸς τοῦτο τὸν ἀναγνώστη νὰ κάνει ὑπομονὴ μέχρι νὰ φθάσουμε στὸ οἰκεῖο κεφάλαιο. Πάντως ἡ ἔννοια τοῦ θεσμοῦ δὲν εἶναι διάφορη ἀπ᾿ αὐτὴν τοῦ χαρίσματος στὸν Ἰγνάτιο, ὅ πως εἶναι στὸ δικό μας μυαλό σήμερα. Ἡ βαθειὰ ὀντολο γικὴ συνάφεια τῶν δύο, ἀντιθέτως, ἀνοίγει τὸν δρόμο, ἀκόμη σήμερα, γιὰ τὴν ὑπέρβαση τῶν πολώσεων αὐτῶν ποὺ σὲ λίγο θὰ λάβουν ὅπως θὰ δοῦμε παρακάτω καὶ θεολογικὴ ἐπένδυση.

Τού Αγίου Μαξίμου
Ευεργετινού Δ, σελ 586

Διακόνου λόγον επέχει ο πρός τούς ιερούς αγώνας αλείφων τόν νούν, καί τούς εμπαθείς λογισμούς απελεύνων απ`αυτού. Πρεσβυτέρου δέ ο εις τήν γνώσιν τών όντων φωτίζων. Επισκόπου δέ,  ο τώ αγίω μύρω τελειών τής γνώσεως τής προσκυνητής καί Αγίας Τριάδος.

Ερμηνεία

Εκείνος, πού προετοιμάζει τόν νούν του εις πνευματικούς αγώνας καί αποδιώκει από τήν ψυχή του τούς αισχρούς λογισμούς, είναι ως Διάκονος κατά τήν θείαν λατρείαν. Εκείνος, πού διά τής γνώσεως τών όντων φωτίζει τόν νούν του μέ τήν σκέψιν τού Δημιουργού, είναι ώς ο Πρεσβύτερος. Καί τέλος ώς ο Επίσκοπος είναι εκείνος, πού ανάγεται εις τό ύψος τής μυστικής γνώσεως τής προσκυνητής Αγίας Τριάδος, επιστεγάζων ούτω πάσαν γνώσιν καί κατευωδιάζων τήν ψυχήν του μέ τό άγιον μύρον τής τοιαύτης


Μ' ἕναν ἄλλο τρόπο, ἡ βαθειὰ αὐτὴ ἀφομοίωση τοῦ δο-μικοῦ στὸ ὀντολογικὸ μᾶς συναντᾶ ἐπίσης μέσα στὸν περίπλοκο κόσμο τῆς ᾿Αποστολικῆς Παραδόσεως τοῦ Ἱππολύτου Ρώμης 17.[ΠΑΡΟΤΙ ΠΕΡΙΠΛΟΚΟ ΕΙΝΑΙ ΕΦΙΚΤΟ ΝΑ ΓΙΝΕΙ ΚΑΤΑΝΟΗΤΟ  ΤΟ ΥΠΑΡΞΙΑΚΟ ΟΝΤΟΛΟΓΙΚΟ ΣΤΟ ΟΠΟΙΟ ΒΑΣΙΖΕΤΑΙ. ΑΠΑΙΤΕΙ ΑΠΛΩΣ ΤΗΝ ΑΠΟΛΥΤΗ ΜΕΙΩΣΗ ΤΗΣ ΕΝΣΑΡΚΩΣΕΩΣ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ ΧΑΡΙΝ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΚΗΣ ΣΩΜΑΤΟΠΟΙΗΣΗΣ] Διαλέγω δύο «λεπτομέρειες». Ἡ πρώτη: κα-τὰ τὴν Εὐχαριστία, ἀφοῦ οἱ διάκονοι φέρουν τὴν προσφορὰ στὸν ἐπίσκοπο, αὐτὸς προκειμένου νὰ ἀναπέμψει τὴν εὐχαριστία ἐπιθέτει τὰ χέρια του πάνω της «μαζὶ μὲ ὅλους τοὺς πρεσβυτέρους» (4,2). Ἡ συλλογικὴ αὐτὴ ἐπίθεση τῶν χειρῶν κατὰ τὸν καθαγιασμὸ τῆς Εὐχαριστίας, ποὺ ὁδήγησε μερικούς μελετητὲς νὰ μιλήσουν γιὰ «συλλογική ἱερωσύνη» στὸ ἔργο αὐτό18, ὁλοκληρώνεται στὴν ἄλλη «λεπτομέρεια», αὐτὴν τῆς συλλογικῆς χειροτονίας, στὸ ἴδιο ἔργο (9,6). Ἡ πράξη αὐτὴ περιγραφόμενη ἀπὸ κάποιους ἐρευνητὲς ὡς «συν-χειροτονία» 19, ἀπορρέει ἐπίσης ἀπὸ μιὰ ὄχι συλλογικὴ ἀλλά, καλύτερα, θὰ λέγαμε, κοινω-νικὴ περὶ ἱερωσύνης ἀντίληψη ποὺ διαχωρίζει τὴν τελευ-ταία βαθύτατα ἀπὸ κάθε ἀτομοκρατικὴ ἢ παγανιστική περὶ ἱερωσύνης ἀντίληψη, καθιστώντας την ἔτσι ἕνα ἀπο-κλειστικὰ «ἐκκλησιαστικό» γεγονός, στὸ ὁποῖο ἡ ἀτομικὴ «κατοχὴ» τοῦ χαρίσματος εἴτε τοῦ πρεσβυτέρου εἴτε τοῦ ἐπισκόπου δὲν ἔχει θέση. Η μᾶλλον καλύτερα πρόκειται γιὰ ἔναυσμα διανοίξεως τοῦ «ἀτομικοῦ» χαρίσματος στὸ καθόλου, καθολικοποίηση τοῦ κάθε ἑνὸς ἐκκλησιαστικοῦ χαρίσματος, θεσμικά μάλιστα ἐνεργούμενη. Τὸ θεσμικὸ ἐν-τάσσεται ἔτσι ἀπολύτως καὶ ὑπαρξιακῶς στὸ ὀντολογικό, μ' ἕναν τρόπο ποὺ γιὰ αἰῶνες, στὴν νεώτερη ἐποχή, ἀγνοή θηκε. [ΑΠΟ ΤΗΝ ΣΤΙΓΜΗ ΠΟΥ ΥΠΑΡΧΟΥΝ ΤΑ ΧΑΡΙΣΜΑΤΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΠΝΕΥΜΑΤΟΣ ΣΤΟ ΣΩΜΑ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΜΑΣ Η ΠΡΟΘΕΣΗ ΤΗΣ ΖΗΖΙΟΥΛΙΑΣ ΛΕΗΛΑΣΙΑΣ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ ΕΙΝΑΙ ΑΠΛΩΝ ΚΩΜΙΚΗ ΚΑΙ ΑΝΥΠΟΣΤΑΤΗ]

Ὅπως ἐπίσης ἀγνοήθηκε στὴν νεώτερη ἐποχή, γιὰ λόγους ποὺ θὰ προσεγγίσουμε καὶ σὲ ἑπόμενα κεφάλαια, ἡ ἀρχέγονη «κοινωνία», κατὰ τὸν Ἰγνάτιο καὶ τὸν Ἱππόλυ-το, μεταξὺ τῶν δύο κορυφαίων ἐκκλησιαστικῶν χαρισμά-των: αὐτοῦ τοῦ ἐπισκόπου καὶ αὐτοῦ τοῦ πρεσβυτέρου. Πράγματι, ὅπως εἶναι γνωστό, στὸν ἀρχέγονο Χριστιανι-σμὸ πρόκειται καταρχὴν γιὰ ἕνα καὶ τὸ αὐτὸ λειτούργημα, αὐτὸ τοῦ ἐπισκόπου-πρεσβυτέρου. Ὁ ἐπίσκοπος-πρεσβύτε ρος καὶ ὁ διάκονος ἀποτελοῦν τοὺς δύο ἱερατικοὺς βαθμοὺς τῆς πρώτης Ἐκκλησίας. Ἡ διαφοροποίηση τοῦ σημερινοῦ βαθμοῦ τοῦ ἐπισκόπου προῆλθε ἀπὸ ἐσωτερικὸ διαφορισμὸ τοῦ βαθμοῦ τοῦ πρεσβυτέρου-ἐπισκόπου, ὅταν χρειάσθηκε ἡ λειτουργία τοῦ ἐν Χριστῷ Πρώτου, ἐκείνου δηλαδὴ ποὺ στὴν μεταποστολική πλέον ἐποχὴ διακονεῖ τὴν λειτουργία καὶ τὴν φανέρωση τῆς ἑνότητας τῶν πολλαπλασιαζόμενων ἐνοριῶν μιᾶς περιοχῆς. Ἡ διαδεδομένη ἄποψη πὼς ὁ ἐπί-σκοπος, ὡς ἱερατικός βαθμός κεχωρισμένος τοῦ πρεσβυτέ-ρου, ἐκφράζει τὴν ἀρχέγονη διάκριση μεταξὺ τῶν ᾿Αποστό-λων καὶ τῶν προεστώτων τῶν τοπικῶν Ἐκκλησιῶν εἶναι ἀρκετὰ παραπλανητική. Πράγματι, ἤδη στὸν Παῦλο, καὶ μάλιστα μὲ κέντρο τὸ κλασσικό χωρίο Τίτ. 1,5-9, οἱ δύο βαθμοὶ ταυτίζονται καταφανῶς, ὁ δὲ Τίτος ἐμφανίζεται ὡς χειροτονημένος ἀπὸ τὸν Παῦλο ἐπίσκοπος-πρεσβύτερος καλούμενος νὰ χειροτονήσει ἐπίσης καὶ αὐτὸς μὲ τὴ σειρά του νέους ἐπισκόπους-πρεσβυτέρους, ὡς προεστῶτες τῶν ἐπὶ μέρους εὐχαριστιακῶν συνάξεων. Γενικῶς οἱ ᾿Απόστολοι φαίνεται νὰ ἀσκοῦν τὴν διακονία τους τῆς ἐν Χριστῷ ἑνότητας τῶν Ἐκκλησιῶν ὡς «συμπρεσβύτεροι», κατὰ τὸν λόγο τοῦ Πέτρου (Α΄ Πέτρ. 5,1), πράγμα ποὺ θὰ ὁδη γήσει ἀργότερα τὸν ἅγιο Ἰγνάτιο τὸν Θεοφόρο στὴν ταύτι-ση τῶν πρεσβυτέρων μὲ τὸ Συμβούλιο τῶν ᾿Αποστόλων (Μαγν. 6,1). Ἐὰν θεωρήσουμε, ὅπως συνηθίζεται σήμερα, πὼς ἦταν ἡ ἀπουσία τῶν ᾿Αποστόλων αὐτὴ ποὺ ἐπέβαλε τὴν «ἀνύψωση» αὐτὴ τοῦ βαθμοῦ τοῦ πρεσβυτέρου, θὰ πρέπει ἐν συνεχείᾳ νὰ ταυτίσουμε τὸ μοναδικὸ καὶ ἀμετά-δοτο ᾿Αποστολικό χάρισμα μὲ μόνον τὸν βαθμὸ τοῦ ἐπι-σκόπου, βιάζοντας τὰ ἴδια τὰ ἱστορικὰ δεδομένα ποὺ θέ-λουν καὶ διακόνους, λόγου χάρη, μέσα στὸν ᾿Αποστολικό ὅμιλο (Πράξ. 6,1-7). Εἶναι λοιπὸν ὀρθότερο νὰ ποῦμε πὼς ὁ ἐπίσκοπος, καταρχὴν ὡς ὁ τοπικὸς ἐπίσκοπος-πρεσβύτερος καὶ ἐν συνεχείᾳ ὡς ἐπίσκοπος, διάφορος τοῦ πρεσβυτέρου, ἐκφράζει τὸ μέρος ἐκεῖνο τοῦ ἀποστολικοῦ χαρίσματος τὸ ὁποῖο εἶναι ἡ φανέρωση τῆς ἑνότητας τῆς Ἐκκλησίας ἐν Χριστῷ. Ἡ ἀποστολική διαδοχὴ ἀναφέρεται ἄλλωστε σὲ ὅλους τοὺς ἱερατικούς βαθμούς καθώς καί, συνεκδοχικά, σὲ ὁλόκληρη τὴν εὐχαριστιακή κοινότητα («...εἰς μίαν, ἀγίαν, καθολικὴν καὶ ἀποστολικὴν Ἐκκλησίαν...»). Ἡ δια-κονία τῆς ἑνότητας τῆς Ἐκκλησίας φαίνεται ἔτσι ὡς ἡ μό-νη αἰτία μιᾶς ἐσωτερικῆς διακρίσεως μέσα στὸν ἕνα καὶ ἑ-νιαῖο βαθμὸ τοῦ ἐπισκόπου-πρεσβυτέρου, εἴτε πρόκειται γιὰ ᾿Απόστολο εἴτε γιὰ ἕναν μεταγενέστερο ἐπίσκοπο. Ἔτσι, ὁ πρῶτος μεταξὺ τῶν πρεσβυτέρων, λόγῳ πρωτείου χειροτο-νίας ἢ πνευματικότητας (π.χ. ἂν ἐπρόκειτο γιὰ κάποιον ὁμολογητὴ ἢ μεγάλο διδάσκαλο κ.λπ.), ἀποχωρίζεται ἐλα-φρῶς τοῦ σώματος τῶν συμπρεσβυτέρων του καὶ γίνεται ἐ-πίσκοπος, μὲ μόνη διακονία τὴν ἐν Χριστῷ ἑνότητα τῶν ἐπιμέρους εὐχαριστιακῶν συνάξεων. Τελουμένη στὸ ὄνομα τοῦ ἐπισκόπου ἡ Εὐχαριστία τῶν συνάξεων αὐτῶν ἐμφαί-νει τὴν ἑνότητα τῶν πολλῶν στὸν ἕνα Χριστό. Ἡ προέλευ ση τοῦ σημερινοῦ ἐπισκοπικοῦ βαθμοῦ ἀπὸ αὐτὸν τοῦ ἀρ-χαίου πρεσβυτέρου-ἐπισκόπου εἶναι ὅπως θὰ διαπιστώσου-με τεράστιας σημασίας προκειμένου νὰ μελετήσουμε τὴν πραγματικὴ θέση τοῦ ἐπισκόπου στὴν Ἐκκλησία – συνήθως ἡ ἀντίληψη εἶναι ἡ ἀντίθετη, ἐξ οὐ καὶ ἡ ἰδρυματικὴ ὑπερέξαρση τοῦ ἐπισκοπικοῦ βαθμοῦ στὰ καθ᾽ ἡμᾶς. Ὁ ἐπί-σκοπος εἶναι λοιπὸν ὁ πρῶτος τῶν πρεσβυτέρων καὶ μάλι-στα μ' ἕνα πρωτεῖο κενωτικό, ἐσχατολογικό, διακονικό, Χριστολογικὸ ἐντέλει. Γι' αὐτὸ καὶ τὰ ἐπισκοπικὰ ἄμφια τὰ παραδοσιακὰ δὲν εἶναι παρὰ αὐτὰ τοῦ πρεσβυτέρου, μὲ τὴν προσθήκη ἁπλῶς τοῦ Ὠμοφορίου – ἔπρεπε νὰ ἔλθει ἡ νεώτερη ἐποχὴ γιὰ νὰ φορτώσει τὴν ἐπισκοπικὴ ἐνδυμασία μὲ Σάκκο, Μίτρα, Εγκόλπιο, ὅλα αὐτοκρατορικὰ διάσημα ποὺ ἐμμέσως πλὴν σαφῶς, ἐκφράζοντας ἐπιπλέον (παπο καισαρικές;) ρωμαιοκαθολικές συγκεκριμένες ἐπιδράσεις, ἐξῆραν ὑπερβολικὰ τὸν ἐπισκοπικὸ βαθμὸ σὲ σχέση μὲ αὐτὸν τῶν δύο ἄλλων βαθμῶν τῆς ἱερωσύνης, δίδοντάς του μιὰν ἱδρυματική-διοικητική-ἐξουσιαστικὴ σαφῶς χροιὰ ποὺ μάταια θ' ἀναζητήσουμε στὴν πατερικὴ παράδοση. Εἶναι παρὰ ταῦτα σαφὲς ἀπὸ τὶς πηγὲς πὼς ἡ ἀποστολικὴ δια-δοχὴ ἀναφέρεται καὶ στοὺς τρεῖς σημερινούς βαθμοὺς τῆς ἱερωσύνης – γιὰ τὴν ἀκρίβεια δὲν πρόκειται γιὰ διαδοχὴ τοῦ ἀποστολικοῦ χαρίσματος ἀλλὰ γιὰ τὰς «ἀπαρχὰς» τῶν ᾿Αποστόλων, ὅπως εἴδαμε στὴν Α΄ Κλήμεντος, γιὰ τοὺς κληρονόμους δηλαδὴ τῆς ἀποστολικῆς διδασκαλίας καὶ τῆς μυστηριακῆς χάριτος. Ἡ ἀποστολική διαδοχὴ ἀφορᾶ ἔτσι στὴν μυστηριακὴ καὶ θεολογικὴ πληρότητα ὅλης τῆς συγκεκριμένης εὐχαριστιακῆς κοινότητας καὶ ὄχι ἀπλῶς στὸν ἐπισκοπικό βαθμό – ἁπλῶς ὁ ἐπίσκοπος, ὁ πρῶτος τῶν ἱερέων, ὡς προεστώς, βεβαιώνει τὴν ἑνότητα καὶ κοινωνία ὅλων τῶν εὐχαριστιακῶν συνάξεων στὴν ἀποστολικὴ πίστη καὶ τὴν χάρη τῶν Μυστηρίων. Αὐτῆς τῆς πραγματικότητας πάντως ἴχνος ἀποτελεῖ ἡ «συνευλογία» καὶ ἡ «συν-χειροτονία» τῶν πρεσβυτέρων μετὰ τοῦ ἐπισκόπου ὅπως τὴν συναντοῦμε στὴν ᾿Αποστολική Παράδοση τοῦ Ἱππολύτου: ὁ ἐπίσκοπος εἶναι μετὰ τῶν πρεσβυτέρων ἐπίσκοπος, δὲν εἶναι ἕνα ἄτομο περιβεβλημένο ἐξουσία, ἢ κέντρο μιᾶς ἱδρυματικῆς δομῆς, ἀλλὰ ὁ πρῶτος τῶν πρεσβυτέρων, ὡς ἔναυσμα καὶ θεμέλιος τῆς ἐν Χριστῷ ἀπολύτου κοινωνίας ὅλων τῶν ἐκκλησιαστικῶν χαρισμάτων, τὰ ὁποῖα εἶναι τοῦ Χριστοῦ καὶ ὄχι τοῦ ἐπισκόπου. Καμμία ἄλλη λειτουργία ἡ ἀρμοδιότητα τοῦ ἐπισκόπου δὲν μαρτυ ρεῖται στὸν ἀρχέγονο χριστιανισμό πλὴν αὐτῆς τοῦ ἐν Χρι στῷ ἐσχατολογικῶς πρώτου μεταξὺ ἴσων, εἶναι δὲ αὐτὴ ἀρκετὴ πρὸς θεμελίωση τοῦ πνευματικοῦ καὶ λειτουργικοῦ μεγαλείου τοῦ ἐπισκοπικοῦ χαρίσματος. Ἡ ἀπώλεια αὐτῆς τῆς θεωρήσεως ἐκκοσμικεύει βαθμιαίως τὸ χάρισμα αὐτὸ σὲ κατ' ἄνθρωπον ἀντι-κοινωνικὴ καὶ ἀνεξέλεγκτη ὑπερε-ξουσία ἡ ὁποία ἀπεργάζεται ὄχι τὴν ἐν Χριστῷ ἐλεύθερη ἀλλὰ τὴν ἰδρυματικὴ καταναγκαστικὴ ἑνότητα τοῦ ἐκ-κλησιαστικοῦ σώματος, στηριγμένη στὰ γνωστὰ ἐρείσμα-τα κάθε κοσμικῆς ἐξουσίας: ἡ ὀρθόδοξη ἐκκλησιολογία σή-μερα φαίνεται νὰ παραπαίει μεταξὺ αὐτοῦ τοῦ σύγχρονου καὶ τοῦ ἀρχέγονου ἐπισκοπικοῦ ἰδεώδους. ᾿Αλλὰ θὰ μιλή σουμε ἐπ᾿ αὐτῶν στὰ ἑπόμενα κεφάλαια.[Ο ΚΥΡΙΟΣ ΕΙΝΑΙ ΑΡΧΙΕΡΕΥΣ ΤΩΝ ΜΕΛΛΟΝΤΩΝ ΑΓΑΘΩΝ. ΤΗΣ ΒΑΣΙΛΕΙΑΣ]

Πρὸς τὸ παρὸν ἂς μὴν ξεχνοῦμε πὼς ἰχνηλατοῦμε τὸ μακρὺ ταξίδι τῆς ἐκκλησιολογικῆς παραδόσεως πρὸς τὸν ᾿Αρεοπαγίτη. Μ᾿ ἕνα ἄλμα λοιπὸν θὰ βρεθοῦμε ἀπευθείας στὸν Ωριγένη. Ὁ λόγος εἶναι πὼς οἱ ἐκκλησιολογικὲς ἀπό-ψεις Πατέρων ὅπως ὁ Εἰρηναῖος ἢ ὁ Ἰουστίνος βρίσκονται περίπου στὴν τροχιὰ τῶν θέσεων ποὺ ἤδη μελετήσαμε. Μὲ τὸν Ωριγένη ὅμως συμβαίνει κάτι διαφορετικό. Κατ᾿ ἀρ-χὴν στὸν Ωριγένη παρατηροῦμε, ὅπως σωστὰ λέγει ὁ Daniélou, μιὰ πρώτη διάκριση μεταξὺ τῆς «ἐξωτερικῆς» λα-τρείας τῆς Ἐκκλησίας (τῆς κοινῆς προσευχῆς καὶ τῶν Μυστηρίων) καὶ τῆς «ἐσωτερικῆς» λατρείας τῆς ψυχῆς «ἐν πνεύματι καὶ ἀληθείᾳ»20. Γι' αὐτὴν τὴν τελευταία ὁ Ωριγένης δὲν χρησιμοποιεῖ τὸν ὅρο «πνευματική» λατρεία ἀλλὰ τὸν πλωτίνειο ὅρο «νοητὴ» λατρεία. Ἡ ἐξωτερική λοιπὸν λατρεία εἶναι πρόσκαιρη καὶ ἀνεπαρκής, ἐνῶ ἡ «ἐ-σωτερικὴ» ἀληθινή, βέβαιη καὶ μόνιμη· ἀκόμη καὶ τὰ Μυστήρια καὶ ἰδίως ἡ Εὐχαριστία πρέπει νὰ βιωθοῦν «ἐσωτε23 ρικά», σὲ μιὰ πνευματική «νοερή»- συμβολική τους διά-σταση πέρα ἀπ' τὴν ὁρατή τους ὑπόσταση". Αὐτοῦ τοῦ εἴδους ὅμως οἱ θέσεις εἶναι φυσικὸ νὰ συνεπάγονται ἀνάλο-γες ἐπίσης ἐκκλησιολογικές στάσεις. Εξωθούμενος καὶ ἀπ' τὴν ἐκτίμησή του γιὰ τὴν κακὴ συχνὰ ἠθική κατά-σταση πρεσβυτέρων καὶ ἰδίως ἐπισκόπων τῆς ἐποχῆς του, ὁ μεγάλος θεολόγος τῆς ᾿Αλεξάνδρειας μὲ τὴν πλατωνική νοοτροπία, θεωρεῖ ὡς τέλειο ἄνθρωπο –μαζὶ μὲ τὸν Κλή-μεντα ᾿Αλεξανδρέα- τὸν «γνωστικό», τὸν ἀφιερωμένο στὴν ὑψηλὴ γνώση καὶ ἀγάπη τῶν θείων πραγμάτων ἄνθρωπο. Γι' αὐτὸ καὶ ἡ ἐκκλησιαστικὴ ἱεραρχία ὀφείλει ν' ἀποτελεῖται ἀπὸ τέτοιους «γνωστικοὺς» ἄνδρες – διότι μόνον ὄντες τέτοιοι μποροῦν νὰ τελειοποιήσουν καὶ τοὺς ὑπο-λοίπους. Τὸ πρόβλημα βεβαίως εἶναι ἂν ἡ ἱεραρχία τῶν βαθμῶν τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἱερωσύνης καὶ ἡ ἱεραρχία τῶν «γνωστικῶν» διδασκάλων συμπίπτουν. Ἡ προφανὴς ἀ-πάντηση τοῦ Ὠριγένη εἶναι πὼς ἡ σύμπτωση αὐτὴ δὲν ὑφίσταται, εἶναι ὅμως ἐπιθυμητή, θὰ ἔπρεπε δηλαδὴ ἡ ἐσωτερικὴ ἁγιότητα νὰ ἀνταποκρίνεται στὴν ἐξωτερική λειτουργία – αὐτὴ τουλάχιστον εἶναι ἡ θέση τοῦ Daniélou24. O von Campenhausen ὡστόσο πιστεύει πὼς ἡ θέση τοῦ Ὠριγένη εἶναι ὅτι ὅλες οἱ λειτουργικὲς καὶ κανονικὲς ἐξουσίες τοῦ ἐπισκόπου παραμένουν καθαρῶς ἐξωτερικές ἂν δὲν συνοδεύονται ἀπὸ πραγματική, πνευματική δύναμη – μόνον ὁ «γνωστικός» εἶναι ἀληθινὸς ἐπίσκοπος 25. "Όλα αὐτὰ βεβαίως σημαίνουν μιὰν ἔμμεση ὀντολογικὴ καὶ ὑ παρξιακὴ ἀμφισβήτηση τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἱεραρχίας. Πράγματι, ὅπως λέγει καὶ ὁ σπουδαῖος μελετητὴς τοῦ Ὡριγένη Henri Crouzel, ἡ ὁρατὴ ἱεραρχία στὸν Ὠριγένη εἴ-ναι εἰκόνα τῆς ἱεραρχίας τῆς ἁγιότητας καὶ τῆς γνώσεως 26 καὶ βέβαια ἡ ἀκρίβεια τῆς εἰκόνας αὐτῆς δὲν εἶναι διόλου δεδομένη. Ἕνας ἄλλος δὲ σημαντικὸς μελετητὴς τῆς περὶ Ἐκκλησίας πατερικῆς θεολογίας, ὁ G. Bardy, θεωρεῖ πὼς στὸν ἀλεξανδρινὸ θεολόγο ἡ ἐξάρτηση τῆς ἀξίας τῆς χειροτονίας ἀπὸ τὴν ἁγιότητα τοῦ ὑποψηφίου εἶναι τόση ποὺ θὰ μπορούσαμε νὰ ὑποθέσουμε πὼς χάνει τὴν ἱερωσύνη του ἀμέσως μόλις ἁμαρτήσει"..[Ο ΗΣΥΧΑΣΜΟΣ ΕΙΝΑΙ Ο ΜΕΓΑΛΥΤΕΡΟΣ ΕΧΘΡΟΣ ΤΗΣ ΘΕΟΛΟΓΙΑΣ ΤΟΥ ΖΗΖΙΟΥΛΑ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΔΗΛΩΣΗ ΤΟΥ]

Ἡ ἔμμεση πλὴν σαφὴς αὐτὴ ἀμφισβήτηση τῆς ὁρατῆς ἐκκλησιαστικῆς ἱεραρχίας, γιὰ πρώτη φορά, καὶ μὲ τὸ πε-λώριο θεολογικὸ καὶ ἠθικὸ κύρος ἑνὸς Ωριγένη, δημιούργησε ὅπως ἦταν φυσικὸ βαθειὰ αἴσθηση στὴν Ἐκκλησία. Οἱ ξένοι μελετητές, ὅπως ὁ Daniélou ἢ ὁ Campenhausen θεωροῦν πὼς ὁ Ὠριγένης, ἐπιχειρώντας τὴν ἀμφισβήτηση αὐτή, δὲν ἀφίσταται σπουδαίως τῆς πρὸ αὐτοῦ παραδόσεως. Νομίζουμε ὅμως πώς, σύμφωνα μὲ ὅσα εἴπαμε ὡς ἐδῶ, ἡ διαφορὰ εἶναι αἰσθητή. Ἡ διαφοροποίηση αἴφνης μεταξὺ Ἰγνατίου καὶ Ὠριγένη ἔγκειται ἀκριβῶς σὲ τοῦτο: πὼς στὸν δεύτερο ὑπάρχει ἕνας «πνευματικός στόχος» ἢ σκο πὸς πέραν τῆς ὁρατῆς Ἐκκλησίας (τόσο τῆς νομοκανονι κῆς δομῆς ὅσο καὶ τῶν Μυστηρίων της), ἐνῶ στὸν Ἰγνάτιο ὁ «σκοπὸς» αὐτὸς καὶ ἡ ὁρατὴ Ἐκκλησία ταυτίζονται.[ΣΤΟ ΜΑΡΤΥΡΙΟ] Βε-βαίως ἡ ταύτιση αὐτὴ δὲν σημαίνει καθόλου, ὅπως σήμερα νομίζεται, πὼς ἡ ἀντικειμενικὴ θεσμική/ἱεραρχική δομὴ τῆς Ἐκκλησίας σε σχέση μάλιστα μὲ τὰ Μυστήρια καὶ δὴ τὴν Εὐχαριστία, ἐξαντλεῖ τὸν λόγο περὶ τοῦ ἐκκλησιαστι-κοῦ εἶναι, τὸ ὁποῖο ταυτίζεται, ὅπως εἴπαμε, μὲ τὸν «σκο-πὸ» τῆς Ἐκκλησίας. Ἡ διάνοιξη τοῦ θεσμικοῦ στοιχείου στὸ ὀντολογικὸ ἔχει τὶς δικές της διαδικασίες καὶ ἀπαιτήσεις, συχνὰ δυσδιάγνωστες σήμερα, καὶ ἡ ὠριγενικὴ ἐκκλησιολογία μὲ τὸν πλατωνισμό της ἁπλῶς ἀποφεύγει τὸ πρόβλημα. Κάθε ὅμως ἔκτοτε διάσχιση μεταξύ θεσμικοῦ ἡ ἱεραρχικοῦ ἀπὸ τὴ μιὰ μεριὰ καὶ χαρισματικοῦ στοιχείου ἀπὸ τὴν ἄλλη, στὴν Ἐκκλησία, πρόβλημα τὸ ὁποῖο συνεχί ζεται ζωντανὸ ὡς τὶς μέρες μας, θὰ στηριχθεῖ στὴν ὠριγε-νικὴ αὐτὴ διάσχιση μεταξὺ τῆς (συμβατικότερης) ὁρατῆς καὶ τῆς (πνευματικότερης) «νοητῆς» Ἐκκλησίας: πρόκει ται γιὰ τὴ διάσχιση μεταξὺ τῆς μυστηριακῆς καὶ τῆς ἀ-σκητικῆς εὐσέβειας, τῆς «νοησιαρχικῆς» θεολογίας καὶ τῆς «βιωματικῆς» τοιαύτης, τῆς Εὐχαριστίας καὶ τῆς «νοερᾶς προσευχῆς», τοῦ Ἐπισκόπου καὶ τοῦ «Γέροντα», τῆς Ἐνορίας καὶ τοῦ Μοναστηριοῦ. Οἱ ἴδιες οἱ σημαντικότερες ὀρθόδοξες θεολογικὲς τάσεις τῆς ἐποχῆς μας δίνουν συνήθως μονομερῶς ἔμφαση στὸ ἕνα ἀπὸ τὰ δύο μέλη τοῦ κα-θενὸς ζευγαριοῦ ἀπὸ τὰ παραπάνω, κατὰ προτίμηση, ἐνῶ δὲν λείπουν ἐσχάτως καὶ οἱ φιλότιμες, πλὴν ἀνεπαρκείς προσπάθειες γιὰ ἀδελφική σύζευξη τῶν «ἀντιθέτων». Φυσικὰ οἱ τελευταῖες αὐτὲς ἀσυνειδήτως ἐμπνέονται σήμερα ἀπὸ τὴν πιὸ ἐπεξεργασμένη καὶ «ὀρθόδοξη» μορφὴ τοῦ Ὡ ριγενισμοῦ, αὐτὴν τοῦ ᾿Αρεοπαγίτη, ὁ ὁποῖος πραγματο ποίησε ἐπίσης κι αὐτός, ὅπως θὰ δοῦμε, μιὰν ἐργώδη προ σπάθεια ἄρσεως τοῦ ὠριγενικοῦ πλατωνίζοντος ἐκκλησιολογικοῦ δυϊσμοῦ.[ΑΚΟΛΟΥΘΕΙ ΣΤΑΘΕΡΑ ΤΟΝ ΔΡΟΜΟ ΤΗΣ ΝΕΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ. ΤΗΣ ΚΕΝΩΣΕΩΣ. ΤΗΣ ΠΡΟΕΙΔΟΠΟΙΗΣΕΩΣ. ΜΗΔΕΝΑ ΠΡΟ ΤΟΥ ΤΕΛΟΥΣ ΜΑΚΑΡΙΖΕ]


Σημειώσεις:

12. Exδ. J. Audet, La Didaché, Instructions des Apôtres, Paris 1958,
σσ. 226-242.
13. Ὁ ἐπίσκοπος στὰ χρόνια αὐτὰ εἶναι ὁ πρεσβύτερος-ἐπίσκοπος, κάτι μεταξὺ τοῦ σημερινοῦ ἐπισκόπου, θὰ λέγαμε, καὶ πρεσβυτέρου.
14. Έκδ. Α. Jaubert, Clément de Rome, Epître aux Corinthiens, Sources Chrét. 167, Paris 1971. Βλ. ἐπιλεκτικά G. Bardy, La théologie de l' Eglise de S. Clément de Rome à S. Irénée, Paris 1945. J. Colson, Clément de Rome, Paris 1960. A.W. Ziegler, Neue Studien zum I. Kle-mensbrief, München 1958.
15. "Ας κρατήσουμε τὴν σημαντική πληροφορία αὐτή. «᾿Απαρχαὶ» τῶν ἀποστόλων, «διάδοχοί» τους, θεωροῦνται ἅπαντες οἱ βαθμοὶ τῆς ἱε-ρωσύνης καὶ ὄχι μόνον αὐτὸς τοῦ προεστῶτος. Θὰ ἐπανέλθουμε σ' αὐτό.
16. Έκδ. Th. Camelot, Ignace d' Antioche Lettres, Sources Chrét. 10, Paris 1958. Βλ. ἐπιλεκτικά J. Romanides, «The ecclesiology of St. Igna-tius of Antioch», Greek Orthodox Theological Review 7 (1961), 53-57. J.F. McCut, «Bishops, Presbyters and Priests in Ignatius of Antioch⟫, Terra Sancta 28 (1967), 828-834. J.A. Woodhall, «The eucharistic theo-logy of Ignatius of Antioch⟫, Communio 5, 1972, σσ. 5-21.
17. Έκδ. Β. Botte, Hippolyte de Rome, La Tradition Apostolique, Sour. Chr. 11, Paris 1946.
18. Βλ. D. Gregory Dix, The Shape of Liturgy, Westminster 1945, σ. 125.
19. J. Colson, Les fonctions ecclésiales aux deux premiers siècles, Paris 1956, σσ. 337 έ. Δ. Βακάρου. Ἡ ἐπισκοπικὴ ἐξουσία στὴν ᾿Αποστολική Παράδοση τοῦ Ἱππολύτου, Θεσ/νίκη 1987, σσ. 73 ἑ.
20. Jean Daniélou, Origène, ICP, Paris 1986, σ. 54: Nous rencontrons ici l' opposition du culte extérieur et du culte en esprit et en vérité.
21. Π.χ. Πλωτίνος, Ένν. 1, 6, 9.
22. J. Daniélou, ό.π., σ. 59.
23. Βλ. π.χ. Ωριγένης, Com. Mth. XVI, 8- Hom. Num. XII, 4,
24. J. Daniélou, ό.π., σ. 74-75.
25. Hans von Campenhausen, The Fathers of the Church, Handrickson Publ. 1998, σ. 53:...All the rights which the bishop is accorded and possesses [...] remain purely external so long as they are not impregnated with real spiritual power...
26. H. Crouzel, Origen, T. and T. Clark, Edinburgh 1989, σ. 222: The visible hierarchy is in fact the image of the hierarchy of holiness [...]
27. G. Bardy, La théologie de l' Eglise de Saint Irénée au concile de Nicée, Cerf, Paris 1947, σ. 164: Bien plus, se semble faire dépendre la validité de l' ordination de la sainteté du candidat et l' exercise même des fonctions épiscopales de la vertu actuelle, de l' évêque, de sorte qu' à tout instant un chef d' Eglise pourait être exposé à perdre ses pouvoirs s' il venait à pécher.

Συνεχίζεται

Δεν υπάρχουν σχόλια: