ΨΥΧΟΛΟΓΙΚΑ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ ΚΑΙ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΖΩΗ Γ
ΑΠΟΜΑΓΝΗΤΟΦΩΝΗΜΕΝΕΣ ΟΜΙΛΙΕΣ π. ΣΥΜΕΩΝ ΚΡΑΓΙΟΠΟΥΛΟΥ
Ἁμαρτία καί ψυχοπαθολογικές καταστάσεις B4
Β΄ έκδοση
ΠΑΝΟΡΑΜΑ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ
B Το σύμπλεγμα κατωτερότητος
Ἡ διαφορά ἡλικίας τῶν παιδιῶν (συνέχεια προηγούμενου κεφαλαίου)
Κάτι ἄλλο ἐπίσης πού πρέπει ἰδιαιτέρως να λαμβάνεται ὑπ᾿ ὄψιν, γιά νά μή δημιουργοῦνται προ-ϋποθέσεις γιά τραύματα καί αἰσθήματα κατωτερό-τητος -αὐτό εἶναι κάτι πού μπορεῖ νὰ συμβεῖ καὶ σε φτωχικές οἰκογένειες ἀλλά καί σε πλούσιες· καί στις κατώτερες τάξεις ἀλλά καί στίς ἀνώτερες-εἶναι τὸ θέμα τῆς γεννήσεως τῶν παιδιῶν. Καί πιό συγκεκριμένα ἡ ἀπόσταση μεταξύ τῆς γεννήσεως τοῦ ἑνός παιδιοῦ ἀπό τή γέννηση τοῦ ἄλλου.
Ὅταν, για παράδειγμα, γεννηθεῖ τό δεύτερο παιδί, ἀφοῦ τὸ πρωτότοκο γίνει τριῶν ἐτῶν, τεσσά-ρων, πέντε, ἔξι ἐτῶν, τότε σ᾽ αὐτό τό πρωτότοκο παιδί μπορεῖ νά δημιουργηθοῦν τραύματα. Μέχρι τη στιγμή ἐκείνη ζεῖ σάν μέσα σε ἕναν παράδεισο στην οἰκογένειά του, στο σπίτι του, καί αὐτό εἶναι το κέντρο τοῦ παραδείσου· ἡ μητέρα αὐτό ἀγαπᾶ, ὁ πατέρας αὐτό ἀγαπᾶ, ὅλες οἱ φροντίδες διατίθενται γι' αὐτό τό παιδί. Ἔρχεται ὅμως το δεύτερο παιδί, καί φυσικά ὅλη ἡ προσοχή στρέφεται προς ἐκεῖνο· ἡ ἀγάπη, ἡ στοργή, ἡ φροντίδα τῆς μητέ-ρας, οἱ περιποιήσεις. Χάνει τότε το πρωτότοκο παιδί ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα εἶχε καί δέν αἰσθάνεται πλέον νὰ εἶναι τὸ κέντρο τοῦ σπιτιοῦ, τῆς οἰκογένειας, τὸ κέντρο τοῦ παραδείσου μέσα στόν ὁποῖο ζοῦσε, καί ἀρχίζει νὰ αἰσθάνεται ὅτι τό παραμελοῦν, ὅτι παύουν νὰ τὸ ἀγαποῦν, ὅτι ἀγαποῦν τὸν μικρό ἤ τη μικρή. Ἄν δέν το προσέξουν αὐτό οἱ γονεῖς, ὥστε νὰ φερθοῦν κατάλληλα ἀπέναντι τοῦ παι-διοῦ, ὁπωσδήποτε θά δημιουργηθούν τραύματα μέσα του, ἄν μάλιστα ὑπάρχει καί ἡ προδιάθεση. Πάντα αὐτό πρέπει νὰ τὸ ἔχουμε ὑπ' ὄψιν μας.
Πρέπει να γνωρίζουν οἱ γονεῖς ὅτι τὸ καλύτε-ρο εἶναι νὰ μὴν ἀπέχει τὸ ἕνα παιδί ἀπό τὸ ἄλλο περισσότερο ἀπό δύο χρόνια. Δηλαδή, νά εἶναι τό ἕνα παιδί ὄχι μεγαλύτερο τῶν δύο χρονῶν -γύρω στα δύο- ὅταν θα γεννηθεῖ τό δεύτερο· τὸ ἴδιο ἔπει-τα καί μέ τό τρίτο κτλ. Ἀλλιῶς, ἐάν μάλιστα ὑπάρ-χει καί ἡ προδιάθεση, ὁπωσδήποτε δημιουργοῦνται προϋποθέσεις γιὰ αἰσθήματα κατωτερότητος.
Κάποια μητέρα πολύ σοφά ἐπληροφόρησε την μικράν θυγατέρα της ὅτι ἐντὸς ὀλίγων ἡμερῶν θά κα-τέφθανε μία ἀδελφούλα ἤ ἕνας ἀδελφούλης. Ἡ πλη-ροφορία, προφανώς, δέν ἐγένετο εὐχαρίστως δεκτή, διότι μετ᾿ ὀλίγας ἡμέρας το κοριτσάκι ἠρώτησε σοβа-ρά την μητέρα του: «Αν δώσω μια στα μούτρα τοῦ μωροῦ καὶ ὕστερα τό ἀγαπάω, δέν θά εἶμαι καλή;»
Δηλαδή, καί ἤθελε να διασώσει τὸ ὅτι θά εἶναι καλή -να μή φανεῖ ὅτι θα πάψει νὰ εἶναι καλή ἀλλὰ ἤθελε ὅμως καί νά μπατσίσει το μωρό. Κατα λαβαίνει ὅτι ἔρχεται ἕνα δεύτερο πρόσωπο, ἕνα ἄλλο πρόσωπο, πρός τό ὁποῖο, ἂν δὲν στραφεῖ ὅλη ἡ ἀγάπη καὶ ἡ φροντίδα τῶν γονέων, πάντως θα μοι-ραστεῖ πλέον ἡ ἀγάπη καί ἡ φροντίδα. Καί ἐκδη-λώνει ἀμέσως τὴν ἀντίδρασή της, τη ζήλεια της.
Ἕνα ἄλλο παιδάκι, τεσσάρων ἐτῶν, ἐξεφώνησεν, ὅταν ἐνεφανίσθη ὁ νέος ἀδελφούλης...
Ξεφώνισε, ἔβγαλε μιά φωνή. Σάν νὰ ἔλεγε δη-λαδή: «Τί κακό γίνεται!» Ἂν ήταν δύο ἐτῶν, δέν θά ἔκανε ἔτσι.
...καί ἐζήτησεν ἀπό τήν νοσοκόμον να τον πε-τάξῃ εἰς τὰ σκουπίδια.
Καὶ ἄν ἀκόμη δέν το λένε τα παιδιά, μπορεῖ κάτι τέτοιο νὰ ἔχουν μέσα τους. Ὅταν δηλαδή βλέ-πετε τα παιδιά νὰ πηγαίνουν ἐκεῖ στὴν κούνια τοῦ μωροῦ καί τάχα να θέλουν καί αὐτὰ νὰ τὸ ἀσπα-στοῦν τὸ μωρό, καί μόλις φύγει λίγο πιο πέρα τό μάτι τῆς μητέρας το μπατσίζουν, να ξέρετε ὅτι εἶναι τέτοιες ἐκδηλώσεις.
Δυνάμεθα νὰ ἀναγάγωμεν τὴν αἰτίαν πολλῶν περιπτώσεων νευρώσεως εἰς μίαν κατάστασιν αὐτοῦ τοῦ εἴδους. Αὕτη δέν περικλείει κινδύνους, ἄν τὸ πρῶτο παιδί εἶναι ἡλικίας δύο μόνον ἐτῶν ἤ περί-που δύο· ἐνδέχεται ὅμως νὰ ἔχῃ σοβαράς συνεπεί-ας, ἐὰν εἶναι τριῶν ἐτῶν καὶ ἄνω. Ἡ ἐκ μέρους τῶν γονέων παραμέλησις ἤ αἱ εἰς βάρος του συγκρίσεις πρός το νεοελθόν τέκνον, ἡμποροῦν νὰ ἀποτελέσουν καταστροφήν πρώτου μεγέθους.
Δηλαδή, ἕνα παιδί, ὅπως εἴπαμε, μπορεί να ἀναπτυχθεῖ μέσα στην οἰκογένειά του κατά τέτοιον τρόπο, σὰν νὰ εἶναι αὐτό τό κέντρο. Ἄν, ἀφοῦ θὰ ἔχει μεγαλώσει λίγο, ἔρθει ἕνα δεύτερο ἀδελφάκι, καί συγκεντρωθεῖ πρός τά ἐκεῖ ἡ προσοχή τῶν γο-νέων, τότε ἀρχίζει νὰ αἰσθάνεται τή μόνωση, την ἔλλειψη τῆς ἀγάπης κτλ. Ἂν δὲν τὸ καταλάβουν αὐτό οἱ γονεῖς καὶ δὲν προσέξουν πῶς θὰ φερθοῦν, ἄν μάλιστα καί το παιδί ἔχει προδιάθεση ἀνάλογη, ἀργότερα θα παρουσιάσει νεύρωση. Καί ψάχνουμε ἔπειτα νὰ βροῦμε ἀπὸ ποῦ προέρχεται.
Καμιά φορά μάλιστα νομίζουμε ὅτι ἡ νεύρωση ὀφείλεται σε κάποια ἁμαρτία καὶ ψάχνουμε να βροῦμε, σώνει καί καλά, μιά ἁμαρτία. Μπορεῖ ἀκό-μη να φθάσει κανείς σε τέτοιο σημείο, πού, για να δικαιολογήσει τὴν ὅλη κατάστασή του, πάει ὄντως καὶ κάνει ἁμαρτία. Σάν να λέει: «Είμαι πού εἶμαι χάλια, καί δέν γίνεται τίποτε· στάσου να κάνω μια ἁμαρτία, γιὰ νὰ ἔχω μια δικαιολογία τουλάχιστον, ὅτι ἕνεκα αὐτῆς τῆς ἁμαρτίας εἶμαι ἔτσι».
Πολλαί περιπτώσεις υστερίας που προσεπάθη-σα να θεραπεύσω, λέει αὐτός ὁ κληρικός, εἶχον τὴν ἀφετηρίαν των ὀλίγον μετά τὴν ἔναρξιν τῆς σχο-λικῆς ζωῆς. Ἀπεδείχθη κατόπιν ὅτι τὰ παιδιά αὐτά ἐστάλησαν εἰς τὸ σχολεῖον τότε ἀκριβῶς που έγεν-νήθη ἕνα νέο παιδί εἰς τὴν οἰκογένειαν.
Δηλαδή, το παιδί ήταν περίπου ἔξι χρονών, καί συνέβη οἱ γονεῖς, τότε που γεννήθηκε το νέο παιδί, να στείλουν το μεγάλο παιδί στο σχολείο. Ἔ, δέν μπόρεσε ποτέ το μεγάλο παιδί να το χωνέψει αὐτό το πράγμα, ὅτι τὸ ἔδιωξαν ἀπὸ τὸ σπίτι, καὶ ἄρχισαν τὰ βάσανα τοῦ σχολείου, ἀκριβῶς τότε που ήρθε κάποιος ἄλλος καί πῆρε τή θέση του. Ἄν ἦταν δύο χρονῶν, δὲν θὰ καταλάβαινε ἀπό αὐτά τὰ πράγματα μιά κάποια μικρή ἀνησυχία μόνο θά εἶχε δημιουργηθεῖ μέσα του.
Ανεπιθύμητα παιδιά. Διακρίσεις μεταξύ τῶν παιδιῶν
Πολύ ἐπικίνδυνον εἶναι ἐπίσης, ὅταν διά κά-ποιον λόγον ἕνα παιδί αἰσθάνεται ὅτι δέν το χρειά ζονται μέσα εἰς τὸ σπίτι. Κάποιο πρόσωπον, που ὑπέφερεν ἀπό κατάθλιψιν, ἐδήλωσε κατά την πρώ-την μας συνάντησιν: «Η μητέρα μου πάντοτε ἐγόγ-γυζε μαζί μου». (Πολύ να το προσέξουν αὐτό οἱ μη-τέρες). Ή γενομένη ἔρευνα ἀπέδειξεν ὅτι ἡ κοπέλλα αὐτή εἶχε γεννηθῆ τρεῖς μόλις ἑβδομάδας μετά τόν γάμον τῶν γονέων της καί ὅτι, ἤδη κατά τήν παιδι-κὴν ἡλικίαν, ἔμαθεν ὅτι ὁ ἐρχομός της δὲν ἦτο ἐπι-θυμητός.
Πάρα πολύ πρέπει να προσέχουν οἱ γονεῖς, ὅταν περιμένουν παιδί. Μήπως δηλαδή δέν το θέ-λουν καί μήπως θα προτιμοῦσαν νὰ μὴν ἐρχόταν αὐτό τό παιδί –ἄσχετα ἄν τελικά τό ἀφήσουν να γεννηθεῖ- ὁπότε ἐκδηλώνονται ἀνάλογα. Καί φυσι-κά θα κάνουν καλά νά τό ἀφήσουν να γεννηθεῖ, καὶ νὰ μὴν κάνουν τα κακουργήματα που κάνουν πολλοί. Πρέπει ὅμως νὰ τὸ περιμένουν το παιδί καί οἱ δυό τους καὶ ἡ μητέρα καί ὁ πατέρας. Νά τὸ περιμένουν. Καί ὅταν γεννηθεῖ αὐτό το παιδί, νὰ τὸ δεχθοῦν μὲ ὅλη τους την καρδιά. Διότι, ἄν δέν τὸ περιμένουν μέ χαρά -αὐτό συμβαίνει σε πε ριπτώσεις σάν αὐτήν πού ἀναφέρει ὁ συγγραφέας, πού το παιδί γεννήθηκε τρεῖς ἑβδομάδες μετά τον γάμο, καί οἱ γονεῖς δέν ἦταν προδιατεθειμένοι καλά- ἡ ἀνάλογη αὐτή ψυχολογία τῆς μητέρας θά ἐπηρεάσει το παιδί.
Κάποια ἄλλη κοπέλλα ἤχθη νά ἀναγνωρίσῃ ὅτι ἡ ἀσθένειά της ἐξηγεῖτο ἐκ τοῦ ἑξῆς ἁπλοῦ γεγονό τος: εἰς ἡλικίαν ἑπτὰ ἐτῶν ἐστάλη ἀπό τήν μητέρα της να ζήσῃ κοντά εἰς μίαν θείαν της. Πολύ σπα-νίως μετά ταῦτα ἔζησε μὲ τοὺς ἰδικούς της. Δὲν τῆς ἐδόθη καμμία ἐξήγησις, ἐμεγάλωσε δέ μὲ τὸ αἴσθη μα ὅτι τὴν ἐξεχώριζαν.
Γίνονται καὶ αὐτά καμιά φορά. «Παιδί μου, ἐσύ πήγαινε να μείνεις με τη θεία σου», λένε οἱ γο-νεῖς σε κάποιο παιδί τους, χωρίς να δίδεται καμιά ἐξήγηση. Οἱ μεγάλοι κάθονται κάτω καὶ μὲ τή λο-γική τα συζητοῦν, τὰ κουβεντιάζουν: «Αὐτό τό παι-δί καλά εἶναι να πάει να ζήσει μέ τή θεία». «Εγώ το θέλω πολύ», θα λέει ἡ θεία ἀπὸ τὴν ἄλλη πλευρά. Καί το στέλνουν ἐκεῖ τὸ παιδί, χωρίς νὰ τοῦ δώ-σουν καμιά ἐξήγηση. Τὸ πῶς ζεῖ αὐτὸ τὸ παιδί καί πῶς μεγαλώνει, ὅταν καμιά φορά θὰ πεῖ κάτι, μόνο τότε μπορεῖ νὰ μαθευτεί. "Η, κάποια μέρα άναγκα-στικά θὰ τὰ πεῖ, ἐὰν ἀρρωστήσει ψυχολογικά.
Εἰς μίαν ἄλλην οἰκογένειαν ὑπῆρχον πέντε ἀγόρια. Τα τέσσερα ἐσπούδασαν εἰς τὸ πανεπιστή-μιον καὶ ἠκολούθησαν μίαν καλήν ἐπαγγελματικήν σταδιοδρομίαν. Το πέμπτο παιδί ἐστάλη ὡς παραγγελιοδόχος εἰς ἕνα παντοπωλείον.
Ὅλα τα σπούδασαν καί τό ἕνα τὸ ἄφησαν.
Δέν εἶναι σωστό αὐτό. Ἄλλο τώρα ἄν ἕνα παιδί δὲν μπορεῖ νὰ σπουδάσει. Το καθένα θά κάνει ὅ,τι μπορεῖ. Ἀλλά ὅταν ὅμως οἱ γονεῖς, τρόπον τινά, λένε σε ἕνα παιδί τους: «Οἱ ἄλλοι σπούδασαν. Δέν πειράζει ἐσὺ νὰ μή σπουδάσεις», τότε δημιουρ-γεῖται ἕνα εἶδος εὐνοίας πρός κάποια παιδιά. Δη-λαδή κάνουν διακρίσεις μεταξύ τῶν παιδιῶν.
Διακρίσεις καί εὔνοιαι αὐτοῦ τοῦ εἴδους εἶναι ἐξαιρετικῶς ἐπικίνδυνοι καί ἀνόητοι.
«Πόσον βασανιστική ἠμπορεῖ ν᾿ ἀποβῇ ἡ κατάστασις αὐτή!»
Ἡ ἀκόλουθος περικοπή ἀπό τήν ἐπιστολήν ἑνός προσώπου πάσχοντος ἐκ κατωτερότητος, προκλη-θείσης κατ' αὐτόν τον τρόπον, δείχνει πόσον βασα-νιστική ἡμπορεῖ ν᾿ ἀποβῇ ἡ κατάστασις αὐτή. Διηγείται μια κυρία:
«Αἱ ἀναμνήσεις τῆς πρώτης μου ἡλικίας ἐν σχέ-σει πρός τούς γονεῖς μου εἰς τὸ σπίτι εἶναι φορτι-σμέναι -ποτισμένες δηλαδή- με δυστυχίαν, μόνωσιν καὶ αἰσθήματα ἀνικανοποίητα. Ἡ νεωτέρα μου ἀδελφή, πού ἦτο ἕνα ἱκανοποιημένο καί εὐτυχισμέ-νο παιδί, τὸ εὐνοούμενο τῶν γονέων μου, δὲν ἦτο πραγματικός σύντροφός μου, καί ἐνθυμοῦμαι ὅτι τὴν ἀπεστρεφόμην. Πολύ μικρή ἀκόμη εἶχα ἤδη βγάλει το συμπέρασμα ὅτι ἡ ἀδελφή μου ἦτο τό μό-νον πραγματικόν τέκνον τῶν γονέων μου καί ὅτι ἐγώ παρεισέφρυσα κατά λάθος μεταξύ των».
Ὑπάρχουν παιδιά πού, ἀκριβῶς ἐπειδή δέν τούς φέρονται καλά οἱ γονεῖς καί ἰδίως ἡ μητέρα, διερωτῶνται: «Μήπως δέν εἶμαι παιδί τους ἐγώ;» -καθώς ὑπάρχουν καί ἄλλα παιδιά στήν οἰκογέ-νεια- ἐνῶ εἶναι. Μπορεί βέβαια το παιδί ἐδῶ νὰ πέφτει ἔξω, καί νά μή φταίνε πέρα για πέρα οἱ γο-νεῖς, νὰ μὴ φταίει ἡ μητέρα. Ωστόσο ὅμως, πρέπει νὰ τοῦ δείξουν κατανόηση καί νά ἐρευνήσουν τί εἶναι ἐκεῖνο πού το κάνει να παίρνει μια τέτοια στάση καί να σκέφτεται κατ' αὐτόν τό τρόπο. Ναί, ὑπάρχουν παιδιά μεγαλούτσικα, τὰ ὁποῖα διε-ρωτῶνται: «Μήπως ἐγώ δέν εἶμαι παιδί τους, ἀλλά μέ πῆραν ἀπό ἀλλοῦς»
«Υπέφερα πάρα πολύ· ἀπέδιδα εἰς τοῦτο τὴν ἔλλειψιν στοργῆς, τάς τιμωρίας πού μοῦ ἐπέβαλλον καὶ ὅλα τὰ παθήματά μου».
Οἱ γονεῖς δηλαδή εὐνοοῦν ἕνα παιδί τους τις οἶδε γιά ποιούς λόγους- καί ὅσα μαλώματα γίνονται μέσα στο σπίτι, ὅσα στραβά γίνονται, ὅλα τά φορ-τώνουν στο παιδί τὸ ὁποῖο δέν εὐνοοῦν, στό παιδί, ἄς ποῦμε, πού δέν τὸ ἀγαποῦν. Καί λέει αὐτό τό παιδί ἀργότερα: «Ἔτσι μπορῶ νὰ ἐξηγήσω γιατί ἐμένα ὅλο τιμωροῦσαν, γιατί ὅλο σ' ἐμένα ἔκαναν παρατηρήσεις. Μέ θεωροῦσαν σάν ξένο παιδί».
«Καθώς δὲ ἤμουν πολύ ευαίσθητη, εἶχα ἐκρή-ξεις θυμοῦ, προκαλουμένας, ὅπως ἡσθανόμην, ἀπό τὴν ἀδικίαν τῶν γονέων μου. Πρέπει να ἤμουν πολύ μικρή ὅταν ἤρχισα νὰ ἀποζημιώνω τον ἑαυτόν μου μὲ τὸ ὄμορφο ὄνειρο τῆς μητέρας πού δέν ἔχει ἄλλο παιδί ἐκτὸς ἀπὸ ἐμέ».
Το καημένο, τί ἄλλο να κάνει; Καθόταν ἐκεῖ σε καμιά γωνιά –ἤ το βράδυ πού πλάγιαζε- και ἔπλαθε μέσα στο μυαλό του ὄνειρο. «Εγώ, ἔλεγε στόν ἑαυτό του, ἀνήκω σε μια μητέρα, πού ἔχει μόνο ἐμένα παιδί». Ἀλλιῶς, δέν μποροῦσε νὰ τὰ βγάλει πέρα. Καί φυσικά, καθώς διά τοῦ τρόπου αὐτοῦ ἔφευγε ἀπό τήν πραγματικότητα, ἀρρώστησε.
«Κάθε βράδυ μέσα εἰς τὰ ὄνειρά μου ἔτρεχα εἰς τὴν ἀγκαλιά της –στήν ἀγκαλιά τῆς μητέρας ὅπως τή φανταζόταν μέσα στο ὄνειρό του, μέσα στη σκέψη του- διά νὰ μοῦ χαρίσῃ ἀγάπην καί παρη-γορίαν. Τὴν ὁποία δέν εἶχε ποτέ.
᾿Αργότερα εἶχα βαθύ τὸ αἴσθημα τῆς ἐνοχῆς, διότι πολλάκις συνέλαβον τὸν ἑαυτόν μου σκεπτό-μενον πῶς ἄραγε θά ἦσαν τα πράγματα, ἐὰν δὲν εἶχα καθόλου μητέρα».
Το παιδί δηλαδή εἶχε ἀρχίσει να σκέφτεται: «Ἂν δὲν εἶχα μητέρα, πῶς θὰ ἦταν τα πράγματα; Μήπως θά ἦταν καλύτερα; Μήπως δὲν θὰ ἦταν τόσο άσχημα ὅπως τώρα;» Καί φυσικά αὐτό, τὸ νὰ σκέφτεται ἕνα παιδί ὅτι θά ἦταν καλύτερα να μήν ἔχει μητέρα, ἐνῶ ζεῖ ἡ μητέρα του, δημιουργεί αἰσθήματα ἐνοχῆς. Καί ἔτσι, ἀπό τό ἕνα μέρος εἶχε αἰσθήματα κατωτερότητος καί ἀπό τὸ ἄλλο μέρος αἰσθήματα ἐνοχῆς.
Τὰ ἀποτελέσματα αὐτῶν τῶν πρωΐμων βιωμά-των διετηρήθησαν ἐπί τεσσαράκοντα ἔτη, δημιουρ-γοῦντα τάς πλέον πικράς ἀναμνήσεις καί τήν πλέον πικράν δυστυχίαν. Ἡ κυρία αὐτή ἐνεθυμεῖτο ὅτι συ χνά περιεπάτει εἰς μίαν ἀπομεμονωμένην γωνίαν τοῦ κήπου των καί κάτω ἀπό ἕνα δένδρον ἔκλαιε πικρά, ἕνεκα τοῦ συναισθήματος πού εἶχεν ὅτι δὲν ἀγαπᾶται καί δέν θεωρεῖται ἀναγκαία ἀπό κανένα.
Ἀπό αὐτά βγαίνει το ἑξῆς συμπέρασμα: Ποτέ να μήν ἀφήσουμε το παιδί, εἴτε στο σπίτι εἴτε στο σχολεῖο εἴτε ὅπου ἀλλοῦ, μέ τήν ἐντύπωση ὅτι εἶναι ἄχρηστο, ὅτι δέν το χρειαζόμαστε, ὅτι δὲν τοῦ δί-νουμε σημασία.
Πολύ ὀλίγον ἐκπλήττει το γεγονός ὅτι αὕτη ἔξη-σε τήν ζωήν της ζητοῦσα συναισθηματικήν ἱκανο-ποίησιν κατά ποικίλους καί περιέργους τρόπους.
Καταλαβαίνετε τί θέλει νὰ πεῖ ἐδῶ. Εἶχε δοκιμάσει κάθε μορφήν θρησκείας.
Πήγαινε ἀπό τή μια θρησκεία στήν ἄλλη. Ἡ Καθολική Ἐκκλησία προσφάτως την προσείλκυσεν.
Τελικά πῆγε στήν Καθολική Εκκλησία. Αὐτά πού ἀναφέρει ὁ συγγραφέας γίνονται στην Εὐρώπη. Ὁ λόγος εἶναι προφανής. Ἡ «μήτηρ Εκκλησία» ἀσκεῖ, βεβαίως, ἰσχυράν ἔλξιν ὅπου ὁ πόθος διά τήν μητρικήν ἀγάπην δὲν ἔχει ἱκανοποιηθή.
Πῆγε στο ἕνα δόγμα, πῆγε στο ἄλλο καί τελικά κατέληξε στην Καθολική Ἐκκλησία, ἐπειδὴ ἐκεῖ γίνεται λόγος πολύς γιά τή μητέρα Ἐκκλησία. Καί ἐπειδή ἡ γυναίκα αὐτὴ σε ὅλη της τή ζωή, ἀπό μικρό παιδί, δὲν εἶχε νιώσει ποτέ τή μητέρα της ὡς μητέρα, σκέφθηκε: «Ἂς πάω τουλάχιστον σ' αὐτή τη μητέρα».
Ἐδῶ ἔχουμε κάτι πολύ σοβαρό, καί πρέπει ἐμεῖς οἱ ἱερεῖς νὰ το λαμβάνουμε ἰδιαιτέρως ὑπ᾿ ὄψιν μας. Χριστιανοί, εἴτε ἄνδρες εἴτε γυναίκες -κοπέλες, νέοι- καθώς δεν βρίσκουν πουθενά την ἀγάπη καὶ τὴ στοργή που τόσο πολύ θέλει κάθε ἄνθρωπος, καὶ ἰδιαίτερα ἐκεῖνοι ποὺ ἔχουν ὁρισμένα τραύματα και ποὺ ἔχουν αὐτὴ τὴν πικρία στην ψυχή τους, ὅταν κάποτε βροῦν ἄς ποῦμε ἐδῶ πιο συγκεκριμένα - κάποιον πνευματικό που δείχνει μια κατανόηση, πού ἐκδηλώνει μια στοργή, μια ἀγάπη, ἀφοσιώνονται σ' αὐτόν.
Εἶναι πολύ ἐπικίνδυνο αὐτό, ἐὰν δὲν προσέξει ὁ πνευματικός. Ἐδῶ ὅλο το βάρος πέφτει κυρίως στον πνευματικό. Διότι αὐτό το πνευματικό του παιδί, πού βρῆκε ἐπιτέλους τη μητέρα στο πρόσωπο τοῦ ἱερέα, θὰ θεωρεῖται ἕνα παιδί πάρα πολύ ἀφοσιωμένο καὶ ἕνας πάρα πολύ καλός χριστιανός ἢ μια πολύ καλή χριστιανή, ἐνῶ ἡ ὅλη ἀφοσίωσή του εἶναι μια άρρωστημένη κατάσταση. Καί πρέπει νὰ ἀπαλλαγεῖ ἀπὸ ἐκεῖνο ἐκεῖ ποὺ ὑπάρχει μέσα του, ἀπὸ τὰ τραύματα αὐτά, ἀπὸ τὰ συμπλέγματα, καὶ νὰ βρεῖ ὡς ἐλεύθερη προσωπικότητα, ὡς ἐλεύθερος ἄνθρωπος τη χάρη τοῦ Θεοῦ καὶ νὰ ἐπικοι νωνήσει μετά τῆς Ἐκκλησίας καὶ μετὰ τοῦ Θεοῦ ὡς ἐλεύθερος ἄνθρωπος καὶ ὄχι κατά ἕναν ἄρρωστημένο τρόπο. Δὲν εἶναι αὐτὸ θρησκευτικότης οὔτε εὐσέβεια· και κάνουμε πάρα πολύ μεγάλο λά θος, ὅταν τα πράγματα αὐτὰ τὰ εὐνοοῦμε καὶ τὰ καλλιεργοῦμε. Τα καλλιεργοῦμε, ἴσως ἐπειδὴ δὲν ξέρουμε ὅτι εἶναι κάτι κακό.
Σημείωση: Για την καλύτερη κατανόηση τοῦ θέματος ποὺ ἀναπτύσσεται στη συνέχεια, παραπέμπουμε τὸν ἀναγνώστη στο βιβλίο τῶν ἐκδόσεών μας. Γνωρίζεις τὸν ἑαυτό σου; καὶ ἰδιαίτερα στο Κεφάλαιο Β΄. Η κίνηση πρός τοὺς ἀνθρώπους. Ἐπίσης, παραθέτουμε, γιὰ τὸν ἴδιο λόγο, δύο κατάλληλα αποσπάσματα ἀπὸ τὸ βιβλίο τῶν ἐκδόσεών μας πάντα συνεργεῖ εἰς ἀγαθόν:
Ἕνας νέος ἡ μια νέα πηγαίνει σὲ ἕναν πνευματικό. Ὁ νέος αὐτὸς ἢ ἡ νέα ἔχει -όπως συμβαίνει πολύ συχνά σήμερα κα ποια, ας πούμε, ψυχολογικά προβλήματα προπαντός οἱ νέες ἔχουν ἀνάγκη κάπου να στηριχθούν. Ὅμως, αὐτὴ ἡ ἀνάγκη καὶ αὐτή ἡ ἀναζήτηση να στηριχθοῦν κάπου ἔχει ἀρρωστημένα χαρακτήρα. Πηγαίνει λοιπόν ἡ νέα στον πνευματικό. νέα, ἀκριβῶς διότι θέλει να κερδίσει τὴν εὔνοια τοῦ πνευματικοῦ καὶ νὰ στηριχθεί, ἐπειδὴ πουθενά ἀλλοῦ δὲν μπορεῖ νὰ στηριχθεί καθώς στο σπίτι δὲν βρίσκει καμιά κατανόηση στηρίζεται, αφοσιώνεται στον πνευματικό, όμως κατά έναν τρόπο αρρωστημένο. Ἂν τώρα ο πνευματικός εἶναι ἄπειρος, ἂν δὲν ξέρει ἀπὸ αὐτά, θαυμάζει καὶ λέει: «Τι υπάκουο παιδί εἶναι τοῦτο δῶ! Σπουδαίο παιδί εἶναι αὐτό, σπουδαία χριστιανή!» Ἐνῶ δὲν εἶναι ἀκριβῶς ἔτσι. Ἐὰν ἐπομένως ὁ πνευματικός δὲν χειριστεί καλά το θέμα, χωρίς νὰ τὸ καταλάβει, θα κάνει ζημιά μεγάλη στη νέα, διότι θὰ καλλιεργήσει αὐτὴ τὴν ἀρρωστημένη κατάσταση. Ἐνῶ ἐκείνο που πρέπει να κάνει εἶναι ἀπὸ τὸ ἕνα μέρος νὰ δέχεται τὴν ὑπακοή, καὶ ἀπὸ τὸ ἄλλο μέρος να κρατήσει τὴ νέα σὲ ἀπόσταση, γιὰ νὰ μαθει να στέκεται μόνη της στα πόδια της. (α. 203)
Ένας νέος μὲ αἰσθήματα μειονεκτικότητος, μια νέα πιο πολύ οἱ γυναῖκες τὸ παθαίνουν αὐτό κυριολεκτικά σκοτώνεται, για να γίνεται εὐχάριστη στον πνευματικό όδηγό. Αλλά τὸ κάνει αὐτὸ ὄχι ἀπὸ ἀρετή, ὄχι ἀπὸ διάθεση όντως είλικρινὴ καὶ καθαρή γιὰ τὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ ἀπὸ ψυχολογικὴ ἀνάγκη, μὴ χάσει την εύνοια. Εἶναι ἐνδεχόμενο λοιπόν ὁ πνευματικός οδηγός να λέει: «Μα τι πρόθυμη ψυχή που βρήκα! Τι καλή ψυχή που βρῆκα! Τι ἀκούραστη ψυχή! Είναι πρόθυμη να κάνει καί τοῦτο, να κάνει κι ἐκεῖνο!» Όμως, ή
ὅλη ἐργασία έχει άρρωστημένο χαρακτήρα καί δὲν εἶναι καθόλου εὐάρεστη ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ. Καί δὲν εἶναι δυνατόν ή ψυχή αὐτή νὰ ὠφελείται, μολονότι θα δείχνουν τα πράγματα ὅτι καὶ ἡ ψυχὴ εἶναι ἀναπαυμένη, διότι βρήκε κάπου καὶ ἀγκιστρώθηκε, προσκολλήθηκε, καὶ ἡ ἄλλη ψυχή, ὁ ὑπεύθυνος, ὁ πνευματικός ὁδηγός, βρῆκε ἕναν ἡ δυό ἀνθρώπους-ὅσους ἔχει καὶ κάνει τις δουλειές του.
Πέφτουν λίγο βαριά αὐτά, ἀλλά ὅμως εἶναι ἀλήθειες. Σήμερα δέν εἶναι πολύ δύσκολο –εἶναι ἀρκετά εὔκολο- ὄντας κανείς μέσα στὴν Ἐκκλησία, νὰ ἔχει μέσα του αὐτὰ τὰ ἀρνητικά στοιχεία καὶ νὰ ταυτισθεῖ μὲ αὐτά, και κατὰ τὰ ἄλλα νὰ θεωρείται ὅτι εἶναι ἕνας καλός χριστιανός καὶ νὰ παίρνει καὶ ἐπαίνους. Ἡ ἀκόμη, ἐξ ὅσων γνωρίζω, μπορεῖ νὰ καλυφθεῖ καὶ ἀπό κάποιο πρόσωπο ποὺ θὰ τὸν ὁδηγεῖ πνευματικά, καὶ εἶναι ἐνδεχόμενο ὁ πνευματικός αὐτός ὁδηγὸς νὰ μὴν ἀντιληφθεῖ μὲ ποιόν ἔχει νὰ κάνει στην πραγματικότητα
Τα λέω ὅλα αὐτά, για να προσέξουμε πάρα πολύ το θέμα αὐτὸ τῆς πλάνης. Όχι μόνο μήν πέσουμε σε πλάνες που κατά κτυπητό τρόπο εἶναι πλάνες, εἶναι αἰρέσεις, εἶναι ὅλες αὐτές οἱ ψεύτικες διδασκαλίες, ἀλλὰ καὶ μὴν τυχόν ὄντας, ὅπως εἴπαμε, μέσα στήν Ἐκκλησία καὶ ὄντας καλοί χριστιανοί, τελικῶς ὑπηρετοῦμε ὄχι τὸ Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ ἄλλα πνεύματα: τὸ πνεῦμα τοῦ ἐγωισμοῦ, τὸ πνεῦμα τῆς φιλαυτίας, το πνεῦμα τῆς αὐτοδικαιώσεως, τὸ πνεῦμα τοῦτο, τὸ πνεῦμα ἐκεῖνο. Ἔτσι, περνάει ἡ ζωή μας στην πλάνη, καὶ θὰ χαθοῦμε.
(σα. 206-207).
Συνεχίζεται
Ἡ διαφορά ἡλικίας τῶν παιδιῶν (συνέχεια προηγούμενου κεφαλαίου)
Κάτι ἄλλο ἐπίσης πού πρέπει ἰδιαιτέρως να λαμβάνεται ὑπ᾿ ὄψιν, γιά νά μή δημιουργοῦνται προ-ϋποθέσεις γιά τραύματα καί αἰσθήματα κατωτερό-τητος -αὐτό εἶναι κάτι πού μπορεῖ νὰ συμβεῖ καὶ σε φτωχικές οἰκογένειες ἀλλά καί σε πλούσιες· καί στις κατώτερες τάξεις ἀλλά καί στίς ἀνώτερες-εἶναι τὸ θέμα τῆς γεννήσεως τῶν παιδιῶν. Καί πιό συγκεκριμένα ἡ ἀπόσταση μεταξύ τῆς γεννήσεως τοῦ ἑνός παιδιοῦ ἀπό τή γέννηση τοῦ ἄλλου.
Ὅταν, για παράδειγμα, γεννηθεῖ τό δεύτερο παιδί, ἀφοῦ τὸ πρωτότοκο γίνει τριῶν ἐτῶν, τεσσά-ρων, πέντε, ἔξι ἐτῶν, τότε σ᾽ αὐτό τό πρωτότοκο παιδί μπορεῖ νά δημιουργηθοῦν τραύματα. Μέχρι τη στιγμή ἐκείνη ζεῖ σάν μέσα σε ἕναν παράδεισο στην οἰκογένειά του, στο σπίτι του, καί αὐτό εἶναι το κέντρο τοῦ παραδείσου· ἡ μητέρα αὐτό ἀγαπᾶ, ὁ πατέρας αὐτό ἀγαπᾶ, ὅλες οἱ φροντίδες διατίθενται γι' αὐτό τό παιδί. Ἔρχεται ὅμως το δεύτερο παιδί, καί φυσικά ὅλη ἡ προσοχή στρέφεται προς ἐκεῖνο· ἡ ἀγάπη, ἡ στοργή, ἡ φροντίδα τῆς μητέ-ρας, οἱ περιποιήσεις. Χάνει τότε το πρωτότοκο παιδί ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα εἶχε καί δέν αἰσθάνεται πλέον νὰ εἶναι τὸ κέντρο τοῦ σπιτιοῦ, τῆς οἰκογένειας, τὸ κέντρο τοῦ παραδείσου μέσα στόν ὁποῖο ζοῦσε, καί ἀρχίζει νὰ αἰσθάνεται ὅτι τό παραμελοῦν, ὅτι παύουν νὰ τὸ ἀγαποῦν, ὅτι ἀγαποῦν τὸν μικρό ἤ τη μικρή. Ἄν δέν το προσέξουν αὐτό οἱ γονεῖς, ὥστε νὰ φερθοῦν κατάλληλα ἀπέναντι τοῦ παι-διοῦ, ὁπωσδήποτε θά δημιουργηθούν τραύματα μέσα του, ἄν μάλιστα ὑπάρχει καί ἡ προδιάθεση. Πάντα αὐτό πρέπει νὰ τὸ ἔχουμε ὑπ' ὄψιν μας.
Πρέπει να γνωρίζουν οἱ γονεῖς ὅτι τὸ καλύτε-ρο εἶναι νὰ μὴν ἀπέχει τὸ ἕνα παιδί ἀπό τὸ ἄλλο περισσότερο ἀπό δύο χρόνια. Δηλαδή, νά εἶναι τό ἕνα παιδί ὄχι μεγαλύτερο τῶν δύο χρονῶν -γύρω στα δύο- ὅταν θα γεννηθεῖ τό δεύτερο· τὸ ἴδιο ἔπει-τα καί μέ τό τρίτο κτλ. Ἀλλιῶς, ἐάν μάλιστα ὑπάρ-χει καί ἡ προδιάθεση, ὁπωσδήποτε δημιουργοῦνται προϋποθέσεις γιὰ αἰσθήματα κατωτερότητος.
Κάποια μητέρα πολύ σοφά ἐπληροφόρησε την μικράν θυγατέρα της ὅτι ἐντὸς ὀλίγων ἡμερῶν θά κα-τέφθανε μία ἀδελφούλα ἤ ἕνας ἀδελφούλης. Ἡ πλη-ροφορία, προφανώς, δέν ἐγένετο εὐχαρίστως δεκτή, διότι μετ᾿ ὀλίγας ἡμέρας το κοριτσάκι ἠρώτησε σοβа-ρά την μητέρα του: «Αν δώσω μια στα μούτρα τοῦ μωροῦ καὶ ὕστερα τό ἀγαπάω, δέν θά εἶμαι καλή;»
Δηλαδή, καί ἤθελε να διασώσει τὸ ὅτι θά εἶναι καλή -να μή φανεῖ ὅτι θα πάψει νὰ εἶναι καλή ἀλλὰ ἤθελε ὅμως καί νά μπατσίσει το μωρό. Κατα λαβαίνει ὅτι ἔρχεται ἕνα δεύτερο πρόσωπο, ἕνα ἄλλο πρόσωπο, πρός τό ὁποῖο, ἂν δὲν στραφεῖ ὅλη ἡ ἀγάπη καὶ ἡ φροντίδα τῶν γονέων, πάντως θα μοι-ραστεῖ πλέον ἡ ἀγάπη καί ἡ φροντίδα. Καί ἐκδη-λώνει ἀμέσως τὴν ἀντίδρασή της, τη ζήλεια της.
Ἕνα ἄλλο παιδάκι, τεσσάρων ἐτῶν, ἐξεφώνησεν, ὅταν ἐνεφανίσθη ὁ νέος ἀδελφούλης...
Ξεφώνισε, ἔβγαλε μιά φωνή. Σάν νὰ ἔλεγε δη-λαδή: «Τί κακό γίνεται!» Ἂν ήταν δύο ἐτῶν, δέν θά ἔκανε ἔτσι.
...καί ἐζήτησεν ἀπό τήν νοσοκόμον να τον πε-τάξῃ εἰς τὰ σκουπίδια.
Καὶ ἄν ἀκόμη δέν το λένε τα παιδιά, μπορεῖ κάτι τέτοιο νὰ ἔχουν μέσα τους. Ὅταν δηλαδή βλέ-πετε τα παιδιά νὰ πηγαίνουν ἐκεῖ στὴν κούνια τοῦ μωροῦ καί τάχα να θέλουν καί αὐτὰ νὰ τὸ ἀσπα-στοῦν τὸ μωρό, καί μόλις φύγει λίγο πιο πέρα τό μάτι τῆς μητέρας το μπατσίζουν, να ξέρετε ὅτι εἶναι τέτοιες ἐκδηλώσεις.
Δυνάμεθα νὰ ἀναγάγωμεν τὴν αἰτίαν πολλῶν περιπτώσεων νευρώσεως εἰς μίαν κατάστασιν αὐτοῦ τοῦ εἴδους. Αὕτη δέν περικλείει κινδύνους, ἄν τὸ πρῶτο παιδί εἶναι ἡλικίας δύο μόνον ἐτῶν ἤ περί-που δύο· ἐνδέχεται ὅμως νὰ ἔχῃ σοβαράς συνεπεί-ας, ἐὰν εἶναι τριῶν ἐτῶν καὶ ἄνω. Ἡ ἐκ μέρους τῶν γονέων παραμέλησις ἤ αἱ εἰς βάρος του συγκρίσεις πρός το νεοελθόν τέκνον, ἡμποροῦν νὰ ἀποτελέσουν καταστροφήν πρώτου μεγέθους.
Δηλαδή, ἕνα παιδί, ὅπως εἴπαμε, μπορεί να ἀναπτυχθεῖ μέσα στην οἰκογένειά του κατά τέτοιον τρόπο, σὰν νὰ εἶναι αὐτό τό κέντρο. Ἄν, ἀφοῦ θὰ ἔχει μεγαλώσει λίγο, ἔρθει ἕνα δεύτερο ἀδελφάκι, καί συγκεντρωθεῖ πρός τά ἐκεῖ ἡ προσοχή τῶν γο-νέων, τότε ἀρχίζει νὰ αἰσθάνεται τή μόνωση, την ἔλλειψη τῆς ἀγάπης κτλ. Ἂν δὲν τὸ καταλάβουν αὐτό οἱ γονεῖς καὶ δὲν προσέξουν πῶς θὰ φερθοῦν, ἄν μάλιστα καί το παιδί ἔχει προδιάθεση ἀνάλογη, ἀργότερα θα παρουσιάσει νεύρωση. Καί ψάχνουμε ἔπειτα νὰ βροῦμε ἀπὸ ποῦ προέρχεται.
Καμιά φορά μάλιστα νομίζουμε ὅτι ἡ νεύρωση ὀφείλεται σε κάποια ἁμαρτία καὶ ψάχνουμε να βροῦμε, σώνει καί καλά, μιά ἁμαρτία. Μπορεῖ ἀκό-μη να φθάσει κανείς σε τέτοιο σημείο, πού, για να δικαιολογήσει τὴν ὅλη κατάστασή του, πάει ὄντως καὶ κάνει ἁμαρτία. Σάν να λέει: «Είμαι πού εἶμαι χάλια, καί δέν γίνεται τίποτε· στάσου να κάνω μια ἁμαρτία, γιὰ νὰ ἔχω μια δικαιολογία τουλάχιστον, ὅτι ἕνεκα αὐτῆς τῆς ἁμαρτίας εἶμαι ἔτσι».
Πολλαί περιπτώσεις υστερίας που προσεπάθη-σα να θεραπεύσω, λέει αὐτός ὁ κληρικός, εἶχον τὴν ἀφετηρίαν των ὀλίγον μετά τὴν ἔναρξιν τῆς σχο-λικῆς ζωῆς. Ἀπεδείχθη κατόπιν ὅτι τὰ παιδιά αὐτά ἐστάλησαν εἰς τὸ σχολεῖον τότε ἀκριβῶς που έγεν-νήθη ἕνα νέο παιδί εἰς τὴν οἰκογένειαν.
Δηλαδή, το παιδί ήταν περίπου ἔξι χρονών, καί συνέβη οἱ γονεῖς, τότε που γεννήθηκε το νέο παιδί, να στείλουν το μεγάλο παιδί στο σχολείο. Ἔ, δέν μπόρεσε ποτέ το μεγάλο παιδί να το χωνέψει αὐτό το πράγμα, ὅτι τὸ ἔδιωξαν ἀπὸ τὸ σπίτι, καὶ ἄρχισαν τὰ βάσανα τοῦ σχολείου, ἀκριβῶς τότε που ήρθε κάποιος ἄλλος καί πῆρε τή θέση του. Ἄν ἦταν δύο χρονῶν, δὲν θὰ καταλάβαινε ἀπό αὐτά τὰ πράγματα μιά κάποια μικρή ἀνησυχία μόνο θά εἶχε δημιουργηθεῖ μέσα του.
Ανεπιθύμητα παιδιά. Διακρίσεις μεταξύ τῶν παιδιῶν
Πολύ ἐπικίνδυνον εἶναι ἐπίσης, ὅταν διά κά-ποιον λόγον ἕνα παιδί αἰσθάνεται ὅτι δέν το χρειά ζονται μέσα εἰς τὸ σπίτι. Κάποιο πρόσωπον, που ὑπέφερεν ἀπό κατάθλιψιν, ἐδήλωσε κατά την πρώ-την μας συνάντησιν: «Η μητέρα μου πάντοτε ἐγόγ-γυζε μαζί μου». (Πολύ να το προσέξουν αὐτό οἱ μη-τέρες). Ή γενομένη ἔρευνα ἀπέδειξεν ὅτι ἡ κοπέλλα αὐτή εἶχε γεννηθῆ τρεῖς μόλις ἑβδομάδας μετά τόν γάμον τῶν γονέων της καί ὅτι, ἤδη κατά τήν παιδι-κὴν ἡλικίαν, ἔμαθεν ὅτι ὁ ἐρχομός της δὲν ἦτο ἐπι-θυμητός.
Πάρα πολύ πρέπει να προσέχουν οἱ γονεῖς, ὅταν περιμένουν παιδί. Μήπως δηλαδή δέν το θέ-λουν καί μήπως θα προτιμοῦσαν νὰ μὴν ἐρχόταν αὐτό τό παιδί –ἄσχετα ἄν τελικά τό ἀφήσουν να γεννηθεῖ- ὁπότε ἐκδηλώνονται ἀνάλογα. Καί φυσι-κά θα κάνουν καλά νά τό ἀφήσουν να γεννηθεῖ, καὶ νὰ μὴν κάνουν τα κακουργήματα που κάνουν πολλοί. Πρέπει ὅμως νὰ τὸ περιμένουν το παιδί καί οἱ δυό τους καὶ ἡ μητέρα καί ὁ πατέρας. Νά τὸ περιμένουν. Καί ὅταν γεννηθεῖ αὐτό το παιδί, νὰ τὸ δεχθοῦν μὲ ὅλη τους την καρδιά. Διότι, ἄν δέν τὸ περιμένουν μέ χαρά -αὐτό συμβαίνει σε πε ριπτώσεις σάν αὐτήν πού ἀναφέρει ὁ συγγραφέας, πού το παιδί γεννήθηκε τρεῖς ἑβδομάδες μετά τον γάμο, καί οἱ γονεῖς δέν ἦταν προδιατεθειμένοι καλά- ἡ ἀνάλογη αὐτή ψυχολογία τῆς μητέρας θά ἐπηρεάσει το παιδί.
Κάποια ἄλλη κοπέλλα ἤχθη νά ἀναγνωρίσῃ ὅτι ἡ ἀσθένειά της ἐξηγεῖτο ἐκ τοῦ ἑξῆς ἁπλοῦ γεγονό τος: εἰς ἡλικίαν ἑπτὰ ἐτῶν ἐστάλη ἀπό τήν μητέρα της να ζήσῃ κοντά εἰς μίαν θείαν της. Πολύ σπα-νίως μετά ταῦτα ἔζησε μὲ τοὺς ἰδικούς της. Δὲν τῆς ἐδόθη καμμία ἐξήγησις, ἐμεγάλωσε δέ μὲ τὸ αἴσθη μα ὅτι τὴν ἐξεχώριζαν.
Γίνονται καὶ αὐτά καμιά φορά. «Παιδί μου, ἐσύ πήγαινε να μείνεις με τη θεία σου», λένε οἱ γο-νεῖς σε κάποιο παιδί τους, χωρίς να δίδεται καμιά ἐξήγηση. Οἱ μεγάλοι κάθονται κάτω καὶ μὲ τή λο-γική τα συζητοῦν, τὰ κουβεντιάζουν: «Αὐτό τό παι-δί καλά εἶναι να πάει να ζήσει μέ τή θεία». «Εγώ το θέλω πολύ», θα λέει ἡ θεία ἀπὸ τὴν ἄλλη πλευρά. Καί το στέλνουν ἐκεῖ τὸ παιδί, χωρίς νὰ τοῦ δώ-σουν καμιά ἐξήγηση. Τὸ πῶς ζεῖ αὐτὸ τὸ παιδί καί πῶς μεγαλώνει, ὅταν καμιά φορά θὰ πεῖ κάτι, μόνο τότε μπορεῖ νὰ μαθευτεί. "Η, κάποια μέρα άναγκα-στικά θὰ τὰ πεῖ, ἐὰν ἀρρωστήσει ψυχολογικά.
Εἰς μίαν ἄλλην οἰκογένειαν ὑπῆρχον πέντε ἀγόρια. Τα τέσσερα ἐσπούδασαν εἰς τὸ πανεπιστή-μιον καὶ ἠκολούθησαν μίαν καλήν ἐπαγγελματικήν σταδιοδρομίαν. Το πέμπτο παιδί ἐστάλη ὡς παραγγελιοδόχος εἰς ἕνα παντοπωλείον.
Ὅλα τα σπούδασαν καί τό ἕνα τὸ ἄφησαν.
Δέν εἶναι σωστό αὐτό. Ἄλλο τώρα ἄν ἕνα παιδί δὲν μπορεῖ νὰ σπουδάσει. Το καθένα θά κάνει ὅ,τι μπορεῖ. Ἀλλά ὅταν ὅμως οἱ γονεῖς, τρόπον τινά, λένε σε ἕνα παιδί τους: «Οἱ ἄλλοι σπούδασαν. Δέν πειράζει ἐσὺ νὰ μή σπουδάσεις», τότε δημιουρ-γεῖται ἕνα εἶδος εὐνοίας πρός κάποια παιδιά. Δη-λαδή κάνουν διακρίσεις μεταξύ τῶν παιδιῶν.
Διακρίσεις καί εὔνοιαι αὐτοῦ τοῦ εἴδους εἶναι ἐξαιρετικῶς ἐπικίνδυνοι καί ἀνόητοι.
«Πόσον βασανιστική ἠμπορεῖ ν᾿ ἀποβῇ ἡ κατάστασις αὐτή!»
Ἡ ἀκόλουθος περικοπή ἀπό τήν ἐπιστολήν ἑνός προσώπου πάσχοντος ἐκ κατωτερότητος, προκλη-θείσης κατ' αὐτόν τον τρόπον, δείχνει πόσον βασα-νιστική ἡμπορεῖ ν᾿ ἀποβῇ ἡ κατάστασις αὐτή. Διηγείται μια κυρία:
«Αἱ ἀναμνήσεις τῆς πρώτης μου ἡλικίας ἐν σχέ-σει πρός τούς γονεῖς μου εἰς τὸ σπίτι εἶναι φορτι-σμέναι -ποτισμένες δηλαδή- με δυστυχίαν, μόνωσιν καὶ αἰσθήματα ἀνικανοποίητα. Ἡ νεωτέρα μου ἀδελφή, πού ἦτο ἕνα ἱκανοποιημένο καί εὐτυχισμέ-νο παιδί, τὸ εὐνοούμενο τῶν γονέων μου, δὲν ἦτο πραγματικός σύντροφός μου, καί ἐνθυμοῦμαι ὅτι τὴν ἀπεστρεφόμην. Πολύ μικρή ἀκόμη εἶχα ἤδη βγάλει το συμπέρασμα ὅτι ἡ ἀδελφή μου ἦτο τό μό-νον πραγματικόν τέκνον τῶν γονέων μου καί ὅτι ἐγώ παρεισέφρυσα κατά λάθος μεταξύ των».
Ὑπάρχουν παιδιά πού, ἀκριβῶς ἐπειδή δέν τούς φέρονται καλά οἱ γονεῖς καί ἰδίως ἡ μητέρα, διερωτῶνται: «Μήπως δέν εἶμαι παιδί τους ἐγώ;» -καθώς ὑπάρχουν καί ἄλλα παιδιά στήν οἰκογέ-νεια- ἐνῶ εἶναι. Μπορεί βέβαια το παιδί ἐδῶ νὰ πέφτει ἔξω, καί νά μή φταίνε πέρα για πέρα οἱ γο-νεῖς, νὰ μὴ φταίει ἡ μητέρα. Ωστόσο ὅμως, πρέπει νὰ τοῦ δείξουν κατανόηση καί νά ἐρευνήσουν τί εἶναι ἐκεῖνο πού το κάνει να παίρνει μια τέτοια στάση καί να σκέφτεται κατ' αὐτόν τό τρόπο. Ναί, ὑπάρχουν παιδιά μεγαλούτσικα, τὰ ὁποῖα διε-ρωτῶνται: «Μήπως ἐγώ δέν εἶμαι παιδί τους, ἀλλά μέ πῆραν ἀπό ἀλλοῦς»
«Υπέφερα πάρα πολύ· ἀπέδιδα εἰς τοῦτο τὴν ἔλλειψιν στοργῆς, τάς τιμωρίας πού μοῦ ἐπέβαλλον καὶ ὅλα τὰ παθήματά μου».
Οἱ γονεῖς δηλαδή εὐνοοῦν ἕνα παιδί τους τις οἶδε γιά ποιούς λόγους- καί ὅσα μαλώματα γίνονται μέσα στο σπίτι, ὅσα στραβά γίνονται, ὅλα τά φορ-τώνουν στο παιδί τὸ ὁποῖο δέν εὐνοοῦν, στό παιδί, ἄς ποῦμε, πού δέν τὸ ἀγαποῦν. Καί λέει αὐτό τό παιδί ἀργότερα: «Ἔτσι μπορῶ νὰ ἐξηγήσω γιατί ἐμένα ὅλο τιμωροῦσαν, γιατί ὅλο σ' ἐμένα ἔκαναν παρατηρήσεις. Μέ θεωροῦσαν σάν ξένο παιδί».
«Καθώς δὲ ἤμουν πολύ ευαίσθητη, εἶχα ἐκρή-ξεις θυμοῦ, προκαλουμένας, ὅπως ἡσθανόμην, ἀπό τὴν ἀδικίαν τῶν γονέων μου. Πρέπει να ἤμουν πολύ μικρή ὅταν ἤρχισα νὰ ἀποζημιώνω τον ἑαυτόν μου μὲ τὸ ὄμορφο ὄνειρο τῆς μητέρας πού δέν ἔχει ἄλλο παιδί ἐκτὸς ἀπὸ ἐμέ».
Το καημένο, τί ἄλλο να κάνει; Καθόταν ἐκεῖ σε καμιά γωνιά –ἤ το βράδυ πού πλάγιαζε- και ἔπλαθε μέσα στο μυαλό του ὄνειρο. «Εγώ, ἔλεγε στόν ἑαυτό του, ἀνήκω σε μια μητέρα, πού ἔχει μόνο ἐμένα παιδί». Ἀλλιῶς, δέν μποροῦσε νὰ τὰ βγάλει πέρα. Καί φυσικά, καθώς διά τοῦ τρόπου αὐτοῦ ἔφευγε ἀπό τήν πραγματικότητα, ἀρρώστησε.
«Κάθε βράδυ μέσα εἰς τὰ ὄνειρά μου ἔτρεχα εἰς τὴν ἀγκαλιά της –στήν ἀγκαλιά τῆς μητέρας ὅπως τή φανταζόταν μέσα στο ὄνειρό του, μέσα στη σκέψη του- διά νὰ μοῦ χαρίσῃ ἀγάπην καί παρη-γορίαν. Τὴν ὁποία δέν εἶχε ποτέ.
᾿Αργότερα εἶχα βαθύ τὸ αἴσθημα τῆς ἐνοχῆς, διότι πολλάκις συνέλαβον τὸν ἑαυτόν μου σκεπτό-μενον πῶς ἄραγε θά ἦσαν τα πράγματα, ἐὰν δὲν εἶχα καθόλου μητέρα».
Το παιδί δηλαδή εἶχε ἀρχίσει να σκέφτεται: «Ἂν δὲν εἶχα μητέρα, πῶς θὰ ἦταν τα πράγματα; Μήπως θά ἦταν καλύτερα; Μήπως δὲν θὰ ἦταν τόσο άσχημα ὅπως τώρα;» Καί φυσικά αὐτό, τὸ νὰ σκέφτεται ἕνα παιδί ὅτι θά ἦταν καλύτερα να μήν ἔχει μητέρα, ἐνῶ ζεῖ ἡ μητέρα του, δημιουργεί αἰσθήματα ἐνοχῆς. Καί ἔτσι, ἀπό τό ἕνα μέρος εἶχε αἰσθήματα κατωτερότητος καί ἀπό τὸ ἄλλο μέρος αἰσθήματα ἐνοχῆς.
Τὰ ἀποτελέσματα αὐτῶν τῶν πρωΐμων βιωμά-των διετηρήθησαν ἐπί τεσσαράκοντα ἔτη, δημιουρ-γοῦντα τάς πλέον πικράς ἀναμνήσεις καί τήν πλέον πικράν δυστυχίαν. Ἡ κυρία αὐτή ἐνεθυμεῖτο ὅτι συ χνά περιεπάτει εἰς μίαν ἀπομεμονωμένην γωνίαν τοῦ κήπου των καί κάτω ἀπό ἕνα δένδρον ἔκλαιε πικρά, ἕνεκα τοῦ συναισθήματος πού εἶχεν ὅτι δὲν ἀγαπᾶται καί δέν θεωρεῖται ἀναγκαία ἀπό κανένα.
Ἀπό αὐτά βγαίνει το ἑξῆς συμπέρασμα: Ποτέ να μήν ἀφήσουμε το παιδί, εἴτε στο σπίτι εἴτε στο σχολεῖο εἴτε ὅπου ἀλλοῦ, μέ τήν ἐντύπωση ὅτι εἶναι ἄχρηστο, ὅτι δέν το χρειαζόμαστε, ὅτι δὲν τοῦ δί-νουμε σημασία.
Πολύ ὀλίγον ἐκπλήττει το γεγονός ὅτι αὕτη ἔξη-σε τήν ζωήν της ζητοῦσα συναισθηματικήν ἱκανο-ποίησιν κατά ποικίλους καί περιέργους τρόπους.
Καταλαβαίνετε τί θέλει νὰ πεῖ ἐδῶ. Εἶχε δοκιμάσει κάθε μορφήν θρησκείας.
Πήγαινε ἀπό τή μια θρησκεία στήν ἄλλη. Ἡ Καθολική Ἐκκλησία προσφάτως την προσείλκυσεν.
Τελικά πῆγε στήν Καθολική Εκκλησία. Αὐτά πού ἀναφέρει ὁ συγγραφέας γίνονται στην Εὐρώπη. Ὁ λόγος εἶναι προφανής. Ἡ «μήτηρ Εκκλησία» ἀσκεῖ, βεβαίως, ἰσχυράν ἔλξιν ὅπου ὁ πόθος διά τήν μητρικήν ἀγάπην δὲν ἔχει ἱκανοποιηθή.
Πῆγε στο ἕνα δόγμα, πῆγε στο ἄλλο καί τελικά κατέληξε στην Καθολική Ἐκκλησία, ἐπειδὴ ἐκεῖ γίνεται λόγος πολύς γιά τή μητέρα Ἐκκλησία. Καί ἐπειδή ἡ γυναίκα αὐτὴ σε ὅλη της τή ζωή, ἀπό μικρό παιδί, δὲν εἶχε νιώσει ποτέ τή μητέρα της ὡς μητέρα, σκέφθηκε: «Ἂς πάω τουλάχιστον σ' αὐτή τη μητέρα».
Ἐδῶ ἔχουμε κάτι πολύ σοβαρό, καί πρέπει ἐμεῖς οἱ ἱερεῖς νὰ το λαμβάνουμε ἰδιαιτέρως ὑπ᾿ ὄψιν μας. Χριστιανοί, εἴτε ἄνδρες εἴτε γυναίκες -κοπέλες, νέοι- καθώς δεν βρίσκουν πουθενά την ἀγάπη καὶ τὴ στοργή που τόσο πολύ θέλει κάθε ἄνθρωπος, καὶ ἰδιαίτερα ἐκεῖνοι ποὺ ἔχουν ὁρισμένα τραύματα και ποὺ ἔχουν αὐτὴ τὴν πικρία στην ψυχή τους, ὅταν κάποτε βροῦν ἄς ποῦμε ἐδῶ πιο συγκεκριμένα - κάποιον πνευματικό που δείχνει μια κατανόηση, πού ἐκδηλώνει μια στοργή, μια ἀγάπη, ἀφοσιώνονται σ' αὐτόν.
Εἶναι πολύ ἐπικίνδυνο αὐτό, ἐὰν δὲν προσέξει ὁ πνευματικός. Ἐδῶ ὅλο το βάρος πέφτει κυρίως στον πνευματικό. Διότι αὐτό το πνευματικό του παιδί, πού βρῆκε ἐπιτέλους τη μητέρα στο πρόσωπο τοῦ ἱερέα, θὰ θεωρεῖται ἕνα παιδί πάρα πολύ ἀφοσιωμένο καὶ ἕνας πάρα πολύ καλός χριστιανός ἢ μια πολύ καλή χριστιανή, ἐνῶ ἡ ὅλη ἀφοσίωσή του εἶναι μια άρρωστημένη κατάσταση. Καί πρέπει νὰ ἀπαλλαγεῖ ἀπὸ ἐκεῖνο ἐκεῖ ποὺ ὑπάρχει μέσα του, ἀπὸ τὰ τραύματα αὐτά, ἀπὸ τὰ συμπλέγματα, καὶ νὰ βρεῖ ὡς ἐλεύθερη προσωπικότητα, ὡς ἐλεύθερος ἄνθρωπος τη χάρη τοῦ Θεοῦ καὶ νὰ ἐπικοι νωνήσει μετά τῆς Ἐκκλησίας καὶ μετὰ τοῦ Θεοῦ ὡς ἐλεύθερος ἄνθρωπος καὶ ὄχι κατά ἕναν ἄρρωστημένο τρόπο. Δὲν εἶναι αὐτὸ θρησκευτικότης οὔτε εὐσέβεια· και κάνουμε πάρα πολύ μεγάλο λά θος, ὅταν τα πράγματα αὐτὰ τὰ εὐνοοῦμε καὶ τὰ καλλιεργοῦμε. Τα καλλιεργοῦμε, ἴσως ἐπειδὴ δὲν ξέρουμε ὅτι εἶναι κάτι κακό.
Σημείωση: Για την καλύτερη κατανόηση τοῦ θέματος ποὺ ἀναπτύσσεται στη συνέχεια, παραπέμπουμε τὸν ἀναγνώστη στο βιβλίο τῶν ἐκδόσεών μας. Γνωρίζεις τὸν ἑαυτό σου; καὶ ἰδιαίτερα στο Κεφάλαιο Β΄. Η κίνηση πρός τοὺς ἀνθρώπους. Ἐπίσης, παραθέτουμε, γιὰ τὸν ἴδιο λόγο, δύο κατάλληλα αποσπάσματα ἀπὸ τὸ βιβλίο τῶν ἐκδόσεών μας πάντα συνεργεῖ εἰς ἀγαθόν:
Ἕνας νέος ἡ μια νέα πηγαίνει σὲ ἕναν πνευματικό. Ὁ νέος αὐτὸς ἢ ἡ νέα ἔχει -όπως συμβαίνει πολύ συχνά σήμερα κα ποια, ας πούμε, ψυχολογικά προβλήματα προπαντός οἱ νέες ἔχουν ἀνάγκη κάπου να στηριχθούν. Ὅμως, αὐτὴ ἡ ἀνάγκη καὶ αὐτή ἡ ἀναζήτηση να στηριχθοῦν κάπου ἔχει ἀρρωστημένα χαρακτήρα. Πηγαίνει λοιπόν ἡ νέα στον πνευματικό. νέα, ἀκριβῶς διότι θέλει να κερδίσει τὴν εὔνοια τοῦ πνευματικοῦ καὶ νὰ στηριχθεί, ἐπειδὴ πουθενά ἀλλοῦ δὲν μπορεῖ νὰ στηριχθεί καθώς στο σπίτι δὲν βρίσκει καμιά κατανόηση στηρίζεται, αφοσιώνεται στον πνευματικό, όμως κατά έναν τρόπο αρρωστημένο. Ἂν τώρα ο πνευματικός εἶναι ἄπειρος, ἂν δὲν ξέρει ἀπὸ αὐτά, θαυμάζει καὶ λέει: «Τι υπάκουο παιδί εἶναι τοῦτο δῶ! Σπουδαίο παιδί εἶναι αὐτό, σπουδαία χριστιανή!» Ἐνῶ δὲν εἶναι ἀκριβῶς ἔτσι. Ἐὰν ἐπομένως ὁ πνευματικός δὲν χειριστεί καλά το θέμα, χωρίς νὰ τὸ καταλάβει, θα κάνει ζημιά μεγάλη στη νέα, διότι θὰ καλλιεργήσει αὐτὴ τὴν ἀρρωστημένη κατάσταση. Ἐνῶ ἐκείνο που πρέπει να κάνει εἶναι ἀπὸ τὸ ἕνα μέρος νὰ δέχεται τὴν ὑπακοή, καὶ ἀπὸ τὸ ἄλλο μέρος να κρατήσει τὴ νέα σὲ ἀπόσταση, γιὰ νὰ μαθει να στέκεται μόνη της στα πόδια της. (α. 203)
Ένας νέος μὲ αἰσθήματα μειονεκτικότητος, μια νέα πιο πολύ οἱ γυναῖκες τὸ παθαίνουν αὐτό κυριολεκτικά σκοτώνεται, για να γίνεται εὐχάριστη στον πνευματικό όδηγό. Αλλά τὸ κάνει αὐτὸ ὄχι ἀπὸ ἀρετή, ὄχι ἀπὸ διάθεση όντως είλικρινὴ καὶ καθαρή γιὰ τὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ ἀπὸ ψυχολογικὴ ἀνάγκη, μὴ χάσει την εύνοια. Εἶναι ἐνδεχόμενο λοιπόν ὁ πνευματικός οδηγός να λέει: «Μα τι πρόθυμη ψυχή που βρήκα! Τι καλή ψυχή που βρῆκα! Τι ἀκούραστη ψυχή! Είναι πρόθυμη να κάνει καί τοῦτο, να κάνει κι ἐκεῖνο!» Όμως, ή
ὅλη ἐργασία έχει άρρωστημένο χαρακτήρα καί δὲν εἶναι καθόλου εὐάρεστη ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ. Καί δὲν εἶναι δυνατόν ή ψυχή αὐτή νὰ ὠφελείται, μολονότι θα δείχνουν τα πράγματα ὅτι καὶ ἡ ψυχὴ εἶναι ἀναπαυμένη, διότι βρήκε κάπου καὶ ἀγκιστρώθηκε, προσκολλήθηκε, καὶ ἡ ἄλλη ψυχή, ὁ ὑπεύθυνος, ὁ πνευματικός ὁδηγός, βρῆκε ἕναν ἡ δυό ἀνθρώπους-ὅσους ἔχει καὶ κάνει τις δουλειές του.
Πέφτουν λίγο βαριά αὐτά, ἀλλά ὅμως εἶναι ἀλήθειες. Σήμερα δέν εἶναι πολύ δύσκολο –εἶναι ἀρκετά εὔκολο- ὄντας κανείς μέσα στὴν Ἐκκλησία, νὰ ἔχει μέσα του αὐτὰ τὰ ἀρνητικά στοιχεία καὶ νὰ ταυτισθεῖ μὲ αὐτά, και κατὰ τὰ ἄλλα νὰ θεωρείται ὅτι εἶναι ἕνας καλός χριστιανός καὶ νὰ παίρνει καὶ ἐπαίνους. Ἡ ἀκόμη, ἐξ ὅσων γνωρίζω, μπορεῖ νὰ καλυφθεῖ καὶ ἀπό κάποιο πρόσωπο ποὺ θὰ τὸν ὁδηγεῖ πνευματικά, καὶ εἶναι ἐνδεχόμενο ὁ πνευματικός αὐτός ὁδηγὸς νὰ μὴν ἀντιληφθεῖ μὲ ποιόν ἔχει νὰ κάνει στην πραγματικότητα
Τα λέω ὅλα αὐτά, για να προσέξουμε πάρα πολύ το θέμα αὐτὸ τῆς πλάνης. Όχι μόνο μήν πέσουμε σε πλάνες που κατά κτυπητό τρόπο εἶναι πλάνες, εἶναι αἰρέσεις, εἶναι ὅλες αὐτές οἱ ψεύτικες διδασκαλίες, ἀλλὰ καὶ μὴν τυχόν ὄντας, ὅπως εἴπαμε, μέσα στήν Ἐκκλησία καὶ ὄντας καλοί χριστιανοί, τελικῶς ὑπηρετοῦμε ὄχι τὸ Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ ἄλλα πνεύματα: τὸ πνεῦμα τοῦ ἐγωισμοῦ, τὸ πνεῦμα τῆς φιλαυτίας, το πνεῦμα τῆς αὐτοδικαιώσεως, τὸ πνεῦμα τοῦτο, τὸ πνεῦμα ἐκεῖνο. Ἔτσι, περνάει ἡ ζωή μας στην πλάνη, καὶ θὰ χαθοῦμε.
(σα. 206-207).
Συνεχίζεται
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου