Η ΕΝΝΟΙΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΜΕΤΑ ΤΟΑΟΥΣΒΙΤΣ 1
Μία ἀπὸ Ἰουδαίων φωνή
Μετάφραση Κυριακῆς Μαντέλλου καὶ Ντίνας Σαμοθράκη
Επιμέλεια Ντίνας Σαμοθράκη
ΜΟΥΣΕΣ
Εκδόσεις Αρμός
ΠΡΟΛΟΓΟΣ
Τὸ μικρὸ αὐτὸ βιβλίο (Γιὰ τὴν μετάφραση τοῦ παρόντος βιβλίου χρησιμο ποιήθηκε ἡ γερμανικὴ ἔκδοση: Der Gottesbegriff nach Auschwitz, Eine judische Stimme, Suhrkamp 1987. Οἱ σημειώσεις προσετέθησαν ἀπὸ τὸν συγγραφέα σὲ μετα-γενέστερη ἔκδοση. Τὶς μεταφράζομε ἀπὸ τὴν γαλλική ἔκδοση Rivages Poche, Petite Bibliothèque, Éd. Payot & Rivages, 1994.) εἶναι μιὰ ὁμιλία ποὺ ἐξεφώνησε ὁ Χὰνς Γιώνας τὸ 1984 στο Πανε-πιστήμιο τῆς Τυβίγγης, ὅταν τοῦ ἀπενεμήθη τὸ βραβεῖο Λεοπόλδου Λούκας. Ἡ ὁμιλία αὐτὴ λόγῳ τῆς ἐξαιρετικῆς σημασίας της ἔχει μετα-φρασθῆ σὲ πολλὲς γλῶσσες καὶ ἔχει προκαλέσει ποικίλα σχόλια. Δὲν θὰ ἔπρεπε νὰ λείπη καὶ ἀπὸ τὴν Ἑλληνική.
Ὁ Χὰνς Γιώνας εἶναι ἀπὸ τὰ σημαντικώτερα φιλοσοφικά πνεύματα τοῦ 20οῦ αἰῶνος. Γεννήθηκε τὸ 1903 στὴν Γερμανία, ὑπῆρξε μα-θητὴς τῶν Χοῦσσερλ, Χάιντεγκερ καὶ Μπούλ-τμαν· μὲ τὸν τελευταῖο μάλιστα ἔκανε τὴν δι-δακτορική του διατριβὴ γιὰ τὸν ἀρχαῖο Γνωστικισμό, ἐξ αἰτίας τῆς ὁποίας ἔγινε ἀπὸ τότε διάσημος. Ὑπῆρξε ἐπίσης συμμαθητὴς καὶ ἐφ᾽ ὅρου ζωῆς φίλος πιστὸς τῆς ῎Ἄννας ῎Αρεντ. Λόγῳ τῆς ἑβραϊκῆς του καταγωγῆς ἐγκατέλειψε τὴν Γερμανία ἤδη ἀπὸ τὸ 1933. Ἔγκαταστάθηκε στὴν Παλαιστίνη καὶ ὑπηρέτησε στὸν βρεττανικό στρατό. Στὴν πατρίδα του ἐπέστρεψε μὲ τὶς συμμαχικές δυνάμεις. Τὸ 1949 ἔφυγε γιὰ τὸν Καναδὰ καὶ ἐν συνεχείᾳ ἐγκαταστάθηκε στὴν Νέα Υόρκη ὅπου κατέλαβε τὴν ἔδρα τῆς φιλοσοφίας στὸ New School of Social Research. Πέθανε τὸ 1993 στὴν Νέα Υόρκη.
Κεντρικὴ θέση στὸ ἔργο τοῦ Γιώνας κατέ-λαβε κατὰ τὶς τελευταῖες δεκαετίες τῆς ζωῆς του ἡ σπουδὴ τῆς ἐλευθερίας στὸν ἴδιο τὸν βιο-λογικὸ ὀργανισμὸ ὡς καὶ τὸ θέμα τῆς εὐθύνης τὴν ἐποχὴ τοῦ τεχνολογικοῦ πολιτισμοῦ. Στὸ κλασικό του πλέον βιβλίο Ἡ ἀρχὴ τῆς εὐθύνης ὁ Γιώνας ἀναλύει τὶς χαρακτηριστικὲς ὄψεις αὐτοῦ τοῦ προβλήματος. Αφ᾿ ἧς στιγμῆς ἡ τεχνικὴ δύναμη κάνει τὴν φύση ὑποχείρια τοῦ ἀνθρώπου, ἡ φύση μένει ἀνυπεράσπιστη ἔναντι τῶν πράξεων καὶ τῶν ἀποφάσεών μας· ἡ ἀνθρώπινη ζωὴ καὶ ἡ ἀξία της κινδυνεύουν σὲ ἐπίπεδο ὑπαρξιακὸ καὶ ὄχι μόνον κοσμικό. Τὸ παρὸν καὶ τὸ μέλλον τῆς φύσεως καὶ τῆς ἀνθρωπότητος διασπᾶται καὶ ἀπειλεῖται, ὁπότε καθίσταται ἀπολύτως ἀναγκαῖο νὰ σκεφθοῦμε τὸ ζήτημα τῆς εὐθύνης. Στὴν εὐθύνη ἀναγνωρίζει ὁ Γιώνας τὴν ὑπέρβαση τῶν ὁρίων τοῦ κόσμου καὶ τοῦ ἀνθρώπου ὑπὸ τὶς συνθῆκες τοῦ τεχνολογικοῦ πολιτισμοῦ. Ἡ συνείδηση τῆς εὐ-θύνης θὰ μπορῆ νὰ ἀξιολογῆ μακροσκοπικὰ τὶς ἀποφάσεις μας μὲ κριτήρια ἠθικὰ καὶ μεταφυσι-κά, ὄχι γιὰ νὰ συσκοτισθῆ ἡ ὕπαρξη, ἀλλὰ γιὰ νὰ προφυλάξη ἑαυτὴν ἀπὸ τοὺς κινδύνους ποὺ διατρέχει καὶ νὰ ἐξασφαλίση τὴν μεγίστη δυνατὴ διάρκεια καὶ ποιότητά της.
Ἡ ἀνθρώπινη ὕπαρξη καὶ ἀξία δὲν ἐπροφύλαξε τὸν ἑαυτό της ἀπὸ τὴν κόλαση τοῦ ῎Αουσβιτς. Μπορεῖ ἄραγε νὰ τὴν προφυλάξη στο μέλλον ἀπὸ ἀνάλογα ὁλοκαυτώματα; Μὲ λο γικὴ αὐστηρότητα ἀλλὰ καὶ μεγάλη εὐρύτητα σκέψεως ὁ Γιώνας συνθέτει ἐδῶ ἕνα θεολογικό μῦθο ποὺ ἀποτελεῖ συγχρόνως καὶ ὑπόθεση έπιστημονικῆς ἐργασίας, γιὰ νὰ ἀναθέση τὴν ὑπερβατικότητα στὸν ἴδιο τὸν ἄνθρωπο, ἀφοῦ «ἡ ἀποδοχὴ ἐκ μέρους τοῦ Θεοῦ τῆς ἀνθρώπινης ἐλευθερίας» συνεπάγεται «τὴν παραίτησή του ἀπὸ τὴν δύναμη». Ὅπως ἐπισημαίνει ὁ Γιώνας «μὲ τὴν πράξη τῆς Δημιουργίας ἡ ἀπόλυτη Κυριότης συνήνεσε νὰ μὴν εἶναι ἐφεξῆς ἀπόλυτη, ὥστε νὰ τελειωθῆ αὐτοβούλως ἡ ὕ παρξη –προέβη δηλαδὴ σὲ μιὰν ἐνέργεια θεῖκῆς ἀπογυμνώσεως». Αὐτὴ τὴν ἐπιλογὴ ποὺ ἔκανε ὁ Θεὸς γιὰ νὰ μεγαλώση ὁ ἄνθρωπος, νὰ ἀναλάβη ἑπομένως τὴν ἀπόλυτη εὐθύνη τοῦ ἑαυτοῦ του καὶ τοῦ κόσμου, μᾶς καλεῖ νὰ σκε φθοῦμε ἐπίκαιρα ὅσο ποτὲ ὁ Χὰνς Γιώνας, καὶ μαζὶ νὰ σκεφθοῦμε τοὺς ὅρους τῆς θρησκευτικῆς πίστεως σήμερα.
Ν.Σ.
Επιμέλεια Ντίνας Σαμοθράκη
ΜΟΥΣΕΣ
Εκδόσεις Αρμός
ΠΡΟΛΟΓΟΣ
Τὸ μικρὸ αὐτὸ βιβλίο (Γιὰ τὴν μετάφραση τοῦ παρόντος βιβλίου χρησιμο ποιήθηκε ἡ γερμανικὴ ἔκδοση: Der Gottesbegriff nach Auschwitz, Eine judische Stimme, Suhrkamp 1987. Οἱ σημειώσεις προσετέθησαν ἀπὸ τὸν συγγραφέα σὲ μετα-γενέστερη ἔκδοση. Τὶς μεταφράζομε ἀπὸ τὴν γαλλική ἔκδοση Rivages Poche, Petite Bibliothèque, Éd. Payot & Rivages, 1994.) εἶναι μιὰ ὁμιλία ποὺ ἐξεφώνησε ὁ Χὰνς Γιώνας τὸ 1984 στο Πανε-πιστήμιο τῆς Τυβίγγης, ὅταν τοῦ ἀπενεμήθη τὸ βραβεῖο Λεοπόλδου Λούκας. Ἡ ὁμιλία αὐτὴ λόγῳ τῆς ἐξαιρετικῆς σημασίας της ἔχει μετα-φρασθῆ σὲ πολλὲς γλῶσσες καὶ ἔχει προκαλέσει ποικίλα σχόλια. Δὲν θὰ ἔπρεπε νὰ λείπη καὶ ἀπὸ τὴν Ἑλληνική.
Ὁ Χὰνς Γιώνας εἶναι ἀπὸ τὰ σημαντικώτερα φιλοσοφικά πνεύματα τοῦ 20οῦ αἰῶνος. Γεννήθηκε τὸ 1903 στὴν Γερμανία, ὑπῆρξε μα-θητὴς τῶν Χοῦσσερλ, Χάιντεγκερ καὶ Μπούλ-τμαν· μὲ τὸν τελευταῖο μάλιστα ἔκανε τὴν δι-δακτορική του διατριβὴ γιὰ τὸν ἀρχαῖο Γνωστικισμό, ἐξ αἰτίας τῆς ὁποίας ἔγινε ἀπὸ τότε διάσημος. Ὑπῆρξε ἐπίσης συμμαθητὴς καὶ ἐφ᾽ ὅρου ζωῆς φίλος πιστὸς τῆς ῎Ἄννας ῎Αρεντ. Λόγῳ τῆς ἑβραϊκῆς του καταγωγῆς ἐγκατέλειψε τὴν Γερμανία ἤδη ἀπὸ τὸ 1933. Ἔγκαταστάθηκε στὴν Παλαιστίνη καὶ ὑπηρέτησε στὸν βρεττανικό στρατό. Στὴν πατρίδα του ἐπέστρεψε μὲ τὶς συμμαχικές δυνάμεις. Τὸ 1949 ἔφυγε γιὰ τὸν Καναδὰ καὶ ἐν συνεχείᾳ ἐγκαταστάθηκε στὴν Νέα Υόρκη ὅπου κατέλαβε τὴν ἔδρα τῆς φιλοσοφίας στὸ New School of Social Research. Πέθανε τὸ 1993 στὴν Νέα Υόρκη.
Κεντρικὴ θέση στὸ ἔργο τοῦ Γιώνας κατέ-λαβε κατὰ τὶς τελευταῖες δεκαετίες τῆς ζωῆς του ἡ σπουδὴ τῆς ἐλευθερίας στὸν ἴδιο τὸν βιο-λογικὸ ὀργανισμὸ ὡς καὶ τὸ θέμα τῆς εὐθύνης τὴν ἐποχὴ τοῦ τεχνολογικοῦ πολιτισμοῦ. Στὸ κλασικό του πλέον βιβλίο Ἡ ἀρχὴ τῆς εὐθύνης ὁ Γιώνας ἀναλύει τὶς χαρακτηριστικὲς ὄψεις αὐτοῦ τοῦ προβλήματος. Αφ᾿ ἧς στιγμῆς ἡ τεχνικὴ δύναμη κάνει τὴν φύση ὑποχείρια τοῦ ἀνθρώπου, ἡ φύση μένει ἀνυπεράσπιστη ἔναντι τῶν πράξεων καὶ τῶν ἀποφάσεών μας· ἡ ἀνθρώπινη ζωὴ καὶ ἡ ἀξία της κινδυνεύουν σὲ ἐπίπεδο ὑπαρξιακὸ καὶ ὄχι μόνον κοσμικό. Τὸ παρὸν καὶ τὸ μέλλον τῆς φύσεως καὶ τῆς ἀνθρωπότητος διασπᾶται καὶ ἀπειλεῖται, ὁπότε καθίσταται ἀπολύτως ἀναγκαῖο νὰ σκεφθοῦμε τὸ ζήτημα τῆς εὐθύνης. Στὴν εὐθύνη ἀναγνωρίζει ὁ Γιώνας τὴν ὑπέρβαση τῶν ὁρίων τοῦ κόσμου καὶ τοῦ ἀνθρώπου ὑπὸ τὶς συνθῆκες τοῦ τεχνολογικοῦ πολιτισμοῦ. Ἡ συνείδηση τῆς εὐ-θύνης θὰ μπορῆ νὰ ἀξιολογῆ μακροσκοπικὰ τὶς ἀποφάσεις μας μὲ κριτήρια ἠθικὰ καὶ μεταφυσι-κά, ὄχι γιὰ νὰ συσκοτισθῆ ἡ ὕπαρξη, ἀλλὰ γιὰ νὰ προφυλάξη ἑαυτὴν ἀπὸ τοὺς κινδύνους ποὺ διατρέχει καὶ νὰ ἐξασφαλίση τὴν μεγίστη δυνατὴ διάρκεια καὶ ποιότητά της.
Ἡ ἀνθρώπινη ὕπαρξη καὶ ἀξία δὲν ἐπροφύλαξε τὸν ἑαυτό της ἀπὸ τὴν κόλαση τοῦ ῎Αουσβιτς. Μπορεῖ ἄραγε νὰ τὴν προφυλάξη στο μέλλον ἀπὸ ἀνάλογα ὁλοκαυτώματα; Μὲ λο γικὴ αὐστηρότητα ἀλλὰ καὶ μεγάλη εὐρύτητα σκέψεως ὁ Γιώνας συνθέτει ἐδῶ ἕνα θεολογικό μῦθο ποὺ ἀποτελεῖ συγχρόνως καὶ ὑπόθεση έπιστημονικῆς ἐργασίας, γιὰ νὰ ἀναθέση τὴν ὑπερβατικότητα στὸν ἴδιο τὸν ἄνθρωπο, ἀφοῦ «ἡ ἀποδοχὴ ἐκ μέρους τοῦ Θεοῦ τῆς ἀνθρώπινης ἐλευθερίας» συνεπάγεται «τὴν παραίτησή του ἀπὸ τὴν δύναμη». Ὅπως ἐπισημαίνει ὁ Γιώνας «μὲ τὴν πράξη τῆς Δημιουργίας ἡ ἀπόλυτη Κυριότης συνήνεσε νὰ μὴν εἶναι ἐφεξῆς ἀπόλυτη, ὥστε νὰ τελειωθῆ αὐτοβούλως ἡ ὕ παρξη –προέβη δηλαδὴ σὲ μιὰν ἐνέργεια θεῖκῆς ἀπογυμνώσεως». Αὐτὴ τὴν ἐπιλογὴ ποὺ ἔκανε ὁ Θεὸς γιὰ νὰ μεγαλώση ὁ ἄνθρωπος, νὰ ἀναλάβη ἑπομένως τὴν ἀπόλυτη εὐθύνη τοῦ ἑαυτοῦ του καὶ τοῦ κόσμου, μᾶς καλεῖ νὰ σκε φθοῦμε ἐπίκαιρα ὅσο ποτὲ ὁ Χὰνς Γιώνας, καὶ μαζὶ νὰ σκεφθοῦμε τοὺς ὅρους τῆς θρησκευτικῆς πίστεως σήμερα.
Ν.Σ.
ΤΙ ΚΑΝΕΙΣ JONAS; ΚΟΥΚΙΑ ΣΠΕΡΝΩ. ΜΕΧΡΙ ΤΟΤΕ ΞΥΛΟΚΕΡΑΤΑ ΤΡΩΩ.
[Ὁμιλία τὴν ὁποία ἐξεφώνησα στὴν Γερμανία, όταν μοῦ ἀπενεμήθη τὸ 1984 τὸ βραβείο Λεοπόλδου Λού κας στὸ Πανεπιστήμιο τῆς Τυβίγγης. Ἡ ὁμιλία δημοσι εύθηκε στο Reflexionen Finsterer Zeit τῶν Fritz Sten καὶ Hans Jonas (Tübingen: J.C.B. Mohr 1984)- ἀνέπτυσσε καὶ ἀνέπλαθε ἕνα κείμενο τὸ ὁποῖο προϋπῆρξε ὑπὸ τὸν ἴδιο τίτλο «The Concept of God after Ausch-witz» στο Out of Whirlwind, ἔxb. A.H. Friedlander, New York: Union of American Hebrew Congregations, 1968, σσ. 465-476). Τὸ κείμενο ἐκεῖνο μὲ τὴν σειρά του περιε λάμβανε τμήματα τῆς διαλέξεώς μου «Ingersoll» τοῦ 1961, «Immortality and the Modern Temper». Θεώρησα θεμιτὸ νὰ κάνω στὴν ὁμιλία μου μερική χρήση τοῦ προ-δημοσιευθέντος ὑλικοῦ.]
Ὅταν μαζὶ μὲ τὴν τιμητικὴ ἀπόφαση νὰ λάβω αὐτὸ τὸ βραβεῖο μὲ ἐπεφόρτισαν νὰ κά νω τὴν «ἐπίσημη εἰσήγηση», διάβασα δὲ στὴν βιογραφία τοῦ Ραββίνου Λεοπόλδου Δούκας, εἰς μνήμην τοῦ ὁποίου γίνεται τούτη ἡ τελετή, ὅτι ἀπεβίωσε στὸ Τερεζίενστατ, καὶ ὅτι ἡ σύζυγός του Δωροθέα, ἡ μητέρα τοῦ ἱδρυτῆ, ἀπὸ ἐκεῖ ποὺ ἕως τότε ἐκρατεῖτο μετεφέρθη στο "Αουσβιτς, ὅπου εἶχε τὴν ἴδια μοῖρα μὲ τὴν μητέρα μου, στάθηκε ἀδύνατον ν᾿ ἀντισταθῶ στὸ ὑπὸ ἀνάπτυξιν θέμα. Ἔλαβα τὴν ἀπόφαση μὲ τρόμο καὶ ρίγος. Πίστευα πὼς ἤμουν ὑπόλογος στὶς σκιὲς ἐκείνων, πὼς ὄφειλα νὰ δώσω κάποιαν ἀπάντηση στὴν σβησμένη χρόνια τώρα κραυγή τους πρὸς ἕνα βουβό Θεό.[ΤΟ ΠΑΡΑΠΟΝΟ ΤΟΥ ΠΡΕΣΒΥΤΕΡΟΥ.. ΣΕ ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΓΛΩΣΣΑ. ΤΙ ΕΧΟΥΝ ΟΙ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΙ ΠΟΥ ΔΕΝ ΕΧΟΥΜΕ ΕΜΕΙΣ; ΤΙΠΟΤΕ. ΜΙΑ ΦΟΡΑ ΕΙΧΑΝ ΩΤΑ ΑΚΟΥΕΙΝ ΑΚΟΥΕΤΩ. ΣΗΜΕΡΑ ΝΟΜΙΖΟΥΝ ΚΑΙ ΑΥΤΟΙ ΟΤΙ Ο ΘΕΟΣ ΕΙΝΑΙ ΒΟΥΒΟΣ]
Ἰδοὺ λοιπὸν ἕνα δείγμα καταφανῶς θεωρητικῆς θεολογίας. "Αν ἁρμόζη ἤ ὄχι σὲ φιλόσοφο δὲν μὲ ἀπασχολεῖ καθόλου. Ὁ Ἐμμανουήλ Κάντ ἐξόρισε κάθε παρόμοιο εἶδος ἀπὸ τὸ πεδίο τοῦ θεωρητικοῦ Λόγου καὶ συνεπῶς ἀπὸ τὴν φιλοσοφία· καὶ ὁ λογικός θετικισμός τοῦ αἰῶνος μας, σύνολη ἡ κρατοῦσα ἀναλυτική φιλοσοφία, ἀμφισβήτησε ἀκόμη καὶ ὅτι οἱ γλωσσικοὶ τύποι ποὺ χρησιμοποιεῖ ἡ θεολογία γιὰ τὰ ζητήματα τοῦ χώρου της σημαίνουν ἀντικειμενικά κάτι, ὅτι δηλαδὴ ἔχουν ὁποιοδήποτε νόημα· ἐδήλωσε λοιπὸν ὅτι εἶναι καθαρός παραλογισμὸς καὶ μόνο νὰ μιλοῦμε γι' αὐτά (γιὰ νὰ μὴ φθάσωμε σὲ ζητήματα ἀληθείας καὶ ἐπαληθεύσεως). Τὸ πρᾶγμα θὰ προκαλοῦσε μεγάλη ἔκπληξη στὸν γερο-Κάντ. Γιατὶ αὐτὰ τὰ ὑποθετικῶς ἀνυπόστατα ἀντικείμενα ἐκεῖνος τὰ θεωροῦσε ὑψίστης σημασίας, σημασίας τὴν ὁποία ὁ Λόγος δὲν θὰ μποροῦσε νὰ ἀρνηθῆ, ἀφοῦ ἀδυνατεῖ νὰ τὰ γνωρίση, ὁπότε, ἂν ἐπι-διώξη νὰ τὰ γνωρίση λογικῶς, εἶναι καταδικα-σμένος νὰ ἀποτύχη. Τὸ βέβαιον τῆς ἀποτυχίας ὑποχρεώνει σὲ παραίτηση. Ἐκτὸς ὅμως ἀπὸ τὴν ὁλοκληρωτικὴ παραίτηση μᾶς ἀνοίγεται ἕνας ἄλλος δρόμος. Γιατὶ ἐκεῖνος ποὺ τὸ παίρνει ἀπόφαση ὅτι θὰ ἀποτύχη στὸ πεδίο τῆς γνώσεως, ποὺ παραιτεῖται τοῦ στόχου ἐντελῶς, εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς, ἐκεῖνος ὀφείλει νὰ σκέπτεται τὸ νόημα καὶ τὴν σημασία τέτοιων πραγμάτων. Ἔτσι ἡ ἄποψη ὅτι δὲν ὑφίσταται ἐδῶ σημασία καὶ νόημα ἀπορρίπτεται εὔκολα ὡς ταυτολογικὸς φαῦλος κύκλος, ἐφ᾽ ὅσον ὁρίζει ἐκ προοιμίου τὸ νόημα ὡς νοηματικῶς ἐπαληθεύσιμο, ταυτίζει δηλαδὴ τὸ «πλῆρες νοήματος» μὲ τὸ «γνώσιμο». Αὐτὴ ἡ ἐκβιαστικὴ πιρουέττα δεσμεύει ἐξ ὁρισμοῦ μόνον ὅποιους τὴν δέχονται. Μποροῦμε νὰ σκεφθοῦμε τὴν ἔννοια «Θεός», ἀκόμη κι ἂν δὲν μποροῦμε νὰ ἀποδείξουμε τὴν ὕπαρξή του· μιὰ τέτοια έργασία εἶναι φιλοσοφική, ἂν ἐπιμένη στὴν ἐννοιολογικὴ ἀκρίβεια, δηλαδὴ στὴν στενὴ ἐξάρτηση μιᾶς ἐννοίας ἀπὸ τὸ σύνολο τῶν ἐννοιῶν. Αὐτὰ ὅλα ὅμως εἶναι πολὺ γενικὰ καὶ πολὺ ἀπρόσωπα. Ὅπως ὁ Κάντ ἐξεχώρησε στὸν πρακτικό Λόγο ὅ,τι ἀρνήθηκε στὸν θεωρητικό, ἔτσι κι ἐμεῖς ἔχομε δικαίωμα νὰ προσθέσουμε τὸ βάρος μιᾶς μοναδικῆς καὶ ὑπέρογκης ἐμπειρίας στὰ περὶ τοῦ Θεοῦ ἐρωτήματα. ᾿Αμέσως λοιπὸν ἐγείρεται τὸ ἐρώτημα: Τί παραπάνω πρόσθεσε τὸ ῎Αουσβιτς σὲ ὅ,τι γνωρίζαμε ἀνέκαθεν γιὰ τὸν τρόμο καὶ τὴν φρίκη ποὺ μποροῦν οἱ ἄνθρωποι νὰ προξενήσουν στοὺς ἄλλους ἀνθρώπους καὶ ποὺ ἀνέκαθεν προξενοῦν; Καὶ δὴ τί πρόσθεσε ἕνα τόσο οὐσιῶδες μέρος τῆς συλλογικῆς μας μνήμης σὲ ὅσα γνωρίζουμε ἐ-μεῖς, οἱ Ἰουδαῖοι, γιὰ τὴν πολυχιλιόχρονη βασανισμένη ἱστορία μας; Ἡ ἱστορία τοῦ Ἰὼβ ἔθετε ἀνέκαθεν τὸ κύριο ἐρώτημα τῆς θεοδικίας· τῆς θεοδικίας γενικῶς λόγῳ τῆς ἁπανταχοῦ ὑπάρξεως τοῦ Κακοῦ, καὶ ἐκείνης τῆς θεοδικίας εἰδικῶς ἡ ὁποία κάνει ὀξύτερο τὸ αἴνιγμα τῆς ἐκλογῆς, τοῦ περίφημου δεσμοῦ μεταξὺ τοῦ Ἰσραὴλ καὶ τοῦ Θεοῦ του. Τὸ ἐρώτημά μας ἔχει νὰ κάνη μ' αὐτὴ τὴν παρόξυνση.
Πρῶτα οἱ Ἰουδαῖοι μποροῦσαν νὰ ἐπικαλοῦν-ται τὸν δεσμὸ ὡς ἑρμηνευτικό κλειδί ὅσων συν-έβαιναν, ὅπως ἔγινε μὲ τοὺς βιβλικοὺς προφῆτες: ὁ λαὸς τῆς Διαθήκης ἀπίστησε σ' αὐτήν. Στοὺς μακροὺς χρόνους τῆς πίστεως ποὺ ἀκο-λούθησαν, ἔπαψαν νὰ ἑρμηνεύουν τὰ κακὰ ὡς τίμημα τῆς ἁμαρτίας καὶ δέχθηκαν ὡς ἐξήγηση τοῦ κακοῦ τὴν ἰδέα τῆς μαρτυρίας, δημιούργημα τῆς ἐποχῆς τῶν Μακκαβαίων, ποὺ κληροδότησε στὶς ἐπερχόμενες γενεὲς τὴν ἔννοια τοῦ μάρτυρος. Σύμφωνα μ' αὐτὴ τὴν ἰδέα τὰ χειρότερα ἐπιφυλάσσονται στοὺς ἁγνοὺς καὶ τοὺς δίκαιους. Ἔτσι κατὰ τὸν Μεσαίωνα ὁλόκληρες κοινότητες ἔφθασαν μὲ τὸ Sch'ma Israel στὰ χείλη νὰ ὁμολογήσουν τὸν Ἕνα Θεὸ καὶ νὰ σφαγοῦν, εἴτε νὰ καοῦν στὴν πυρά. Ἡ ἑβραϊκὴ ὀνομασία γι' αὐτὸν τὸν θάνατο εἶναι Kiddnsch - haschem, «ἁγιασμός τοῦ ὀνόματος», καὶ τὰ θύματα ὀνομάστηκαν «῞Αγιοι».
Ἡ θυσία τους λάμπρυνε τὴν ὑπόσχεση τῆς τελικῆς λυτρώσεως διὰ τοῦ ἐρχομένου Μεσσία.
Τίποτε ἀπ' ὅλα αὐτὰ δὲν συγκρίνεται μὲ τὸ γεγονὸς ποὺ φέρει τὸ ὄνομα «῎Αουσβιτς». Οὔτε ἡ ἀφοσίωση εἴτε ἡ ἀποστασία, οὔτε ἡ πίστη εἴτε ἡ ἀπιστία, οὔτε ἡ ἁμαρτία εἴτε ἡ τιμωρία, οὔτε ἡ δοκιμασία, οὔτε ἡ μαρτυρία, οὔτε ἡ ἐλπίδα τῆς λυτρώσεως, οὔτε καὶ ἡ δύναμη εἴτε ἡ ἀδυναμία, ὁ ἡρωϊσμὸς εἴτε ἡ δειλία, τὸ πεῖσμα εἴτε ἡ παραίτηση εἶχαν ἐκεῖ θέση. Τὰ ἀγνοοῦσε παντελῶς τὸ ῎Αουσβιτς ποὺ κατεβρόχθιζε ἀκόμη καὶ τ᾽ ἀνήλικα παιδιὰ καὶ δὲν πρόσφερε εὐκαιρία γιὰ ὅλα τοῦτα. Δὲν θανατώθηκαν ἐκεῖ ἄνθρωποι χάριν τῆς πίστεως (ὅπως οἱ μάρτυρες τοῦ Ἰεχωβᾶ), οὔτε δολοφονήθηκαν ἐξ αἰτίας τῆς πίστεώς των ἢ ὁποιασδήποτε προσωπικῆς ροπῆς. Τοῦ θανάτου προηγήθηκε ἀπανθρωπισμὸς διὰ τῆς ἐσχάτης ταπεινώσεως καὶ στερήσεως, κανένα ἴχνος ἀνθρωπιᾶς δὲν ἀξιώθηκαν ὅσοι ὁδηγοῦνταν στὸν ἀφανισμό, κανέ-να ἀνθρώπινο γνώρισμα δὲν μποροῦσε νὰ δια-κρίνη κανεὶς στὰ ἀποσκελετωμένα φαντάσμα-τα τῶν ἐπιζησάντων. Καὶ ὅμως – παράδοξο τοῦ παραδόξου – αὐτὸς ἦταν ὁ λαὸς τῆς Διαθή κης, στὴν ὁποία δὲν πίστευε πλέον κανεὶς ἀπὸ τοὺς ἄλλοτε ἀποδέκτες της, οὔτε οἱ φονεῖς, οὔτε τὰ θύματα τὰ ἴδια, ἦταν ἀκριβῶς αὐτὸς ὁ λαὸς καὶ οὐδεὶς ἄλλος ὁ προωρισμένος ὑπὸ τὸ πρόσχημα τῆς φυλετικῆς καθάρσεως σ᾽ αὐτὸν τὸν ὁλοκληρωτικὸ ἀφανισμό: στὴν πιὸ ἀποτρόπαιη μετατροπὴ τῆς ἐκλογῆς σὲ κατάρα, ἡ ὁ-ποία ἐχλεύασε κάθε ἔννοια τοῦ περιουσίου λαοῦ. Ὑπάρχει λοιπὸν μιὰ διάστροφη σχέση ἐκεί-νων ποὺ ἀναζητοῦσαν τὸν Θεὸ καὶ τῶν παλαιῶν προφητῶν ἀφ᾽ ἑνὸς καὶ τῶν ἀπογόνων τους ἀφ' ἑτέρου, οἱ ὁποῖοι ἐπελέγησαν καὶ συγ-κεντρώθηκαν ἀπὸ τὴν διασπορὰ μὲ σκοπὸ τὴν συνένωσή των στὸν γενικό θάνατο. Καὶ ὁ Θεὸς τὸ ἄφησε νὰ συμβῆ. Τί εἴδους Θεὸς θὰ μποροῦσε νὰ ἐπιτρέψη κάτι τέτοιο;
Ἐν προκειμένῳ ἀξίζει νὰ παρατηρήσωμε ὅ-τι τὸ συγκεκριμένο ἐρώτημα φέρνει σὲ δυσκο-λώτερη θέση τὸν Ἰουδαῖο ἀπὸ τὸν Χριστιανὸ θεολόγο. Διότι γιὰ τὸν Χριστιανό, ὁ ὁποῖος προσδοκᾶ τὴν ἀληθινὴ λύτρωση στὸ ἐπέκεινα, αὐτὸς ἐδῶ ὁ κόσμος εἶναι ἀναμφιβόλως ὕποπτη προέκταση τοῦ διαβόλου, ἰδιαιτέρως μάλιστα ὁ κόσμος τοῦ ἀνθρώπου λόγῳ τοῦ προπατορικοῦ ἁμαρτήματος. Γιὰ τὸν Ἰουδαῖο ὅμως, ὁ ὁποῖος βλέπει σ᾽ αὐτὸν ἐδῶ τὸν κόσμο τὸν τόπο τῆς θείας δημιουργίας, τῆς δικαιοσύνης καὶ τῆς λυτρώσεως, ὁ Θεὸς εἶναι κατ᾿ ἐξοχὴν ὁ Κύριος τῆς Ἱστορίας. Τὸ ῎Αουσβιτς λοιπὸν θέτει ἀπὸ μόνο του στὸν πιστὸ τὸ ἐρώτημα περὶ τῆς ὀρθό-τητος τοῦ παραδεδομένου ὁρισμοῦ τοῦ Θεοῦ. Ὅπως ἀκριβῶς προσπάθησα ἤδη νὰ δείξω, στὴν ἐμπειρία τῆς ἰουδαϊκῆς ἱστορίας προστίθεται ἕνα στοιχεῖο ὁλότελα νέο, τὸ ὁποῖο δὲν μποροῦν νὰ χειραγωγήσουν οἱ παλαιές θεολογικές κατηγορίες. Αν κάποιος ὅμως δὲν θέλη ἁπλῶς νὰ παραιτηθῆ ἀπὸ τὸν ὁρισμὸ τοῦ Θεοῦ, καὶ αὐτὸ τὸ δικαίωμα τὸ ἔχει μόνο ὁ φιλόσοφος, τότε πρέπει γιὰ νὰ μὴ τὸν ἐγκαταλείψη, νὰ τὸν σκεφθῆ καὶ νὰ ἀναζητήση μία νέα ἀ-πάντηση στὸ παλαιὸ ἐρώτημα τοῦ Ἰώβ. ᾿Αφοῦ τὴν βρῆ, ἴσως νὰ ἀπαλλάξη τὸν «Κύριο τῆς Ἱστορίας». Λοιπόν: Τί εἴδους Θεὸς ἐπέτρεψε τὸ * Αουσβιτς;
Ἐδῶ ξαναγυρνῶ σὲ παλαιότερη ἀπόπειρα τὴν ὁποία κάποτε ἀπετόλμησα, ὅταν ἀντιμετώπισα τὸ πολὺ εὐρύτερο ἐρώτημα περὶ ᾿Αθα-νασίας, ἀπόπειρα στὴν ὁποία εἶχε ἤδη ἀρχίσει νὰ ρίχνη τὴν σκιά του τὸ ῎Αουσβιτς (Βλ. Hans Jonas, Zwischen Nichts und Ewigkeit (Μεταξύ Μηδενὸς καὶ Αἰωνιότητος), Kleine Vandenhoeck-Reihe 165, Göttingen 1963, σελ. 55 κ.έ). Τότε μὲ βοήθησε ἕνας μῦθος ποὺ ἐπινόησα: Ὁ μῦθος εἶναι μέσον ἀλληγορικῆς, πιθανῆς ὅμως, εἶκασίας, μέσον εἰς τὸ ὁποῖο ἀνέθετε ὁ Πλάτων τὴν εὐθύνη νὰ μιλήση γιὰ τὰ ἐπέκεινα τῆς Γνώσεως. Ἐπιτρέψτε μου νὰ τὸν ἐπαναλάβω ἐδῶ.
Ἐν ἀρχῇ τὸ θεϊκὸ θεμέλιο τῆς ὑπάρξεως ἀπεφάσισε γιὰ κάποιον ἄγνωστο λόγο νὰ ἀφεθῆ στὴν Τύχη, στὴν Διακινδύνευση καὶ στὴν ἀνεξάντλητη ποικιλία τοῦ Γίγνεσθαι· καὶ μάλιστα ὁλοκληρωτικά: Ἡ θεότης ἀνέλαβε τὴν περιπέτεια τοῦ χώρου καὶ τοῦ χρόνου, δὲν κράτησε τίποτε δικό της. Κανένα μέρος της δὲν ἔμεινε ἐκτὸς τοῦ χώρου καὶ τοῦ χρόνου, ὥστε νὰ μπορέση νὰ ὁδηγήση, νὰ διαμορφώση καὶ τέλος νὰ ἐγγυηθῆ τὴν μοῖρα της, στὴν τελική μορφὴ ποὺ θὰ ἔπαιρνε μετὰ τὸ λοξοδρόμισμα ἀπὸ τὸ ἐπέκεινα στὴν κτίση. Τὸ πνεῦμα τῶν νεώτερων χρόνων ἐκφράζει τὴν ἀπόλυτη τούτη ἐμμένεια. Ἔχει τὸ θάρρος ἢ τὴν ἀπελπισία, ἐν πάσῃ περιπτώσει εἶναι ἡ πικρὴ ἀλήθεια του, νὰ παίρνη στὰ σοβαρὰ τὴν δική μας ἐγκόσμια ὕπαρξη: νὰ βλέπη τὸν κόσμο ἀφημένο στὸν ἑαυ-τό του, τοὺς νόμους του μὴ ἀνεχόμενους καμμία παρέμβαση· κι ἔτσι νὰ τοῦ ἀνήκουμε σὲ τέ-τοιο βαθμὸ ποὺ νὰ μὴν μετριάζεται ἀπὸ καμ-μιὰ ἔξωθεν πρόνοια. Αὐτὸ ἀπαιτεῖ καὶ ὁ δικός μας μῦθος ἀπὸ τὴν θεία ἐμμένεια, ὄχι ὅμως μὲ τὴν ἔννοια τῆς πανθεϊστικῆς της ἐκδοχῆς: "Αν Θεὸς καὶ Κόσμος εἶναι ἁπλῶς ταυτόσημα, τότε σὲ κάθε στιγμὴ καὶ κάθε περίσταση ὁ κό-σμος παρουσιάζεται ἐν πληρότητι, καὶ ὁ Θεὸς δὲν μπορεῖ πλέον νὰ χάση οὔτε νὰ κερδίση. ᾿Αντίθετα, γιὰ νὰ ὑπάρχη κόσμος καὶ γιὰ νὰ εἶναι αὐθύπαρκτος, ὁ Θεὸς ἀρνήθηκε τὸ ἴδιο του τὸ εἶναι· ἐξεδύθη τὴν θεότητά του γιὰ νὰ τὴν ἐπανεύρη στὴν ὀδύσσεια τοῦ χρόνου, φορτωμένος τὶς ἀπρόβλεπτες τυχαιότητες τῆς ἐμπειρίας τοῦ χρόνου, καὶ μεταμορφώθηκε ἢ ἴσως καὶ παραμορφώθηκε μέσα ἀπ' αὐτήν. Ἡ θεϊκὴ ἀκεραιότης ἀφέθηκε στὸ καθαρό γίγνεσθαι τό-σο ὁλοκληρωτικά, ὥστε ὁ ἄνθρωπος δὲν μπορεῖ ν' ἀποκτήση ἐκ τῶν προτέρων καμμία ἄλλη γνώση ἀπὸ τὴν γνώση τῶν δυνατοτήτων τὶς ὁποῖες παρέχουν οἱ ὅροι τῆς ἐν τῷ κόσμῳ ὑπάρξεως. Στοὺς ὅρους αὐτοὺς ἀκριβῶς ἐναπέθεσε ὁ Θεὸς τὸ ἔργο του, παραιτούμενος ὑπὲρ τοῦ κόσμου.
Ἐπὶ αἰῶνες λοιπὸν τὸ ἔργο τοῦ Θεοῦ βρί σκεται στὰ χέρια τῆς ἀργόρρυθμης κοσμικῆς τύχης καὶ τῶν πιθανοτήτων τοῦ πληθωρικοῦ της παιγνιδιοῦ. Μποροῦμε νὰ ὑποθέσουμε ὅτι στὸ ἔργο τοῦτο συσσωρεύεται ἀδιάκοπα καὶ ὑπομονετικὰ ἡ ἀνάμνηση τοῦ ὑλικοῦ πεδίου, αὐξάνεται δὲ ὡς προαίσθημα μιᾶς ἀναμονῆς, μὲ τὴν ὁποία τὸ Αἰώνιο, ὅλο καὶ πιὸ πολύ, συνοδεύει τὰ ἔργα τοῦ χρόνου, δίκην διστακτικῆς ἀναδύσεως τοῦ ὑπερβατικοῦ ἀπὸ τὴν ἀδιαφάνεια τῆς ἐμμενείας.
Κατόπιν γιὰ πρώτη φορά σκιρτᾶ ἡ ζωή, ὁ κόσμος μιλᾶ μιὰ καινούργια γλῶσσα. Τὴν ζωὴ ἀκολουθεῖ ἔκρηξη τοῦ ἐνδιαφέροντος στὴν σφαῖρα τοῦ αἰωνίου, ποὺ ἐκτινάσσεται καὶ ἀπλώνεται γιὰ νὰ ξανακερδίση τὴν πληρότητά του, γιὰ νὰ μὴν βρίσκεται ἐκτὸς τῆς ζωῆς.
Πρόκειται γιὰ τὴν κοσμική συγκυρία ποὺ ἀνέμενε ἡ ἐν τῷ γίγνεσθαι θεότης καὶ μ᾿ αὐτὴν τὴν εὐκαιρία δίνει μὲ σπάταλη διάθεση τὰ πρῶτα δείγματα τῆς τελικῆς πληρώσεως. Σὰν κῦμα ποὺ φουσκώνει ἀκατάπαυστα, αἰσθήματα, παρατηρήσεις, προσπάθειες καὶ πραγματώσεις ὅλο καὶ πιὸ διαφορετικές, ὁλοένα καὶ πιὸ ἔντονες, ὑψώνονται πάνω ἀπὸ τὸ βουβὸ στροβίλισμα τῆς ὕλης, ἡ αἰωνιότης δυναμώνει, πληροῦται ἀπὸ διαδοχικά περιεχόμενα κατα-φάσκοντας ἑαυτὴν καὶ γιὰ πρώτη φορὰ ὁ Θεὸς ξυπνᾶ ἕνα πρωὶ καὶ μπορεῖ νὰ πῆ ὅτι ἡ κτίσις «καλὴ ἐστί».
Θὰ παρατηρήση ὅμως κάποιος ὅτι μαζὶ μὲ τὴν ζωὴ ἦλθε ὁ θάνατος καὶ ὅτι ἡ θνητότης εἶναι τὸ τίμημα ποὺ ἔπρεπε νὰ καταβάλη ἡ νέα δυνατότητα τοῦ εἶναι γιὰ νὰ ὑπάρξη. Ἐὰν στόχος της ἦταν ἡ ἀέναη διάρκεια, ἡ ζωὴ δὲν θὰ 'πρεπε νὰ εἶχε ξεκινήσει, γιατὶ ὅποια μορφή κι ἂν λάβη δὲν μπορεῖ νὰ συγκριθῆ μὲ τὰ ἀνόργα να σώματα ὡς πρὸς τὴν διάρκεια. Ἔχει ἕνα κατ᾿ οὐσίαν ἀνακλητὸ καὶ φθαρτὸ εἶναι, μετέχει σὲ μιὰ περιπέτεια πρὸς θάνατον καθὼς δανείζεται ἀπὸ ἕνα μακρόβιο ὑλικὸ μὲ τὶς δικές του προϋποθέσεις ἑνὸς συνεχῶς μεταβαλλόμενου ὀργανισμοῦ τὶς ληξιπρόθεσμες τροχιὲς τῆς ζωῆς τῶν ἐπὶ μέρους Εγώ. Αλλὰ ἴσα-ἴσα στὴν βραχύβια τούτη αὐτοσυνείδηση, στὴν πράξη καὶ τὴν ὀδύνη τῶν πεπερασμένων ἀτόμων, στὰ ὁποῖα ὑπὸ τὴν πίεση τοῦ ἐπικειμένου τέλους χαρίζεται ἡ σπουδὴ καὶ μαζὶ ἡ φρεσκάδα τῶν αἰσθημάτων, τὸ θεϊκὸ τοπίο ἀνοίγει τὸ οὐράνιο τόξο του καὶ ἡ θεότης ἀποκτᾶ ἐμπειρία τοῦ ἑαυτοῦ της.
Θὰ παρατηρήση ἐπίσης ὅτι ὅσο ἡ ζωὴ παραμένει ἀμίαντη, τὸ ἔργο τοῦ Θεοῦ δὲν μπορεῖ νὰ παρεκκλίνη τοῦ στόχου του πρὶν ἐμφανισθῆ ἡ γνώση. Κάθε εἰδοποιὸς διαφορὰ τὴν ὁποία δημιουργεῖ ἡ ἐξέλιξη, προσθέτει τὴν δική της ἰδιομορφία στὶς δυνατότητες τοῦ αἰσθάνεσθαι καὶ τοῦ πράττειν, ὁπότε πλουτίζει τὴν αὐτεπίγνωση τοῦ θεϊκοῦ θεμελιώματος. Κάθε καινούργια διάσταση ποὺ παρουσιάζει ὁ κόσμος κατὰ τὴν πορεία του, σημαίνει γιὰ τὸν Θεὸ νέο τρόπο νὰ δοκιμάση τὸ κρυμμένο του εἶναι καὶ μέσῳ τῶν ἐκπλήξεων τῆς κοσμικῆς περιπέτειας νὰ ἀνα-καλύψη τὸν ἑαυτό του. Ἡ συγκομιδὴ αὐτοῦ τοῦ κοπιώδους καὶ ὀδυνηροῦ γίγνεσθαι, εἴτε φωτεινή, εἴτε σκοτεινή, αὐξάνει τὸν θησαυρὸ τοῦ ἀκτίστου κόσμου μὲ μιὰν αἰωνιότητα βιωμένη στὸν χρόνο. Αν τοῦτο ἰσχύη γιὰ τὸν ἐξ ἰδίων πολλαπλασιασμὸ τῶν ποικιλιῶν, πολὺ περισσότερο ἰσχύει γιὰ τὴν αὐξανόμενη ἐγρήγορση καὶ τὸ πάθος τῆς ζωῆς, ποὺ κερδίζουν ἔδαφος στὸ βασίλειο τῶν ζώων μὲ τὴν δίδυμη ἀνάπτυξη τῆς ἀντιλήψεως καὶ τῆς κινήσεως. Τὸ ἔνστικτο καὶ ἡ ἀγωνία, ἡ ἡδονὴ καὶ ἡ ὀδύνη, ὁ θρίαμβος καὶ ἡ στέρηση, ἡ ἀγάπη, ἀκόμη καὶ ἡ σκληρότης ὀξύνονται συνεχῶς, ἡ ἴδια τους ἡ ἔνταση καὶ γενικὰ ἡ ἔνταση κάθε ἐμπειρίας ἀνοίγει νέους δρόμους πρὸς ὄφελος τοῦ θείου ὑποκειμένου· καὶ ἡ ἀμείωτη διάρκεια τῆς ἐπ᾿ ἄπειρον ἐπαναλαμβανόμενης ζωῆς τους (ἐξ ἧς καὶ ἡ ἀναγκαιότης τοῦ θανάτου καὶ τῆς ἐκ νέου γεννήσεως) προμηθεύει τὴν ἐξαγιασμένη ἐ-κείνη οὐσία ἀπὸ τὴν ὁποία ἀναδημιουργεῖται ἡ θεότης. Αὐτὰ ὅλα τὰ προσφέρει ἡ ἐξέλιξη μὲ μόνη τὴν παμποικιλία τοῦ παιχνιδιοῦ της καὶ τὴν δύναμη τοῦ κεντρίσματός της. Τὰ πλά-σματά της πραγματώνονται σύμφωνα μὲ τὸ ἔνστικτό τους, δικαιώνοντας τὸ θεῖο τόλμημα. ᾿Ἀκόμη καὶ ἡ ὀδύνη τους βαθαίνει περαιτέρω τὴν ἀφθονία τῆς μουσικῆς συμφωνίας. Κι ἔτσι, ἐντεῦθεν τοῦ Καλοῦ καὶ τοῦ Κακοῦ, ὁ Θεὸς δὲν γίνεται νὰ χάση στὸ μέγα τυχερὸ παιχνίδι τῆς ἐξελίξεως.
᾿Αλλὰ πολὺ περισσότερο, δὲν μπορεῖ νὰ κερδίση καλυπτόμενος πίσω ἀπὸ τὴν ἀρχέγονη ά-γνότητα τῆς ζωῆς καὶ μία νέα προσμονή βλασταίνει μέσα του γιὰ ν' ἀποκριθῆ στὴν κατεύθυνση ποὺ παίρνει λίγο-λίγο ἡ ἀσύνειδη κίνηση τῆς ἐμμένειας.
Καὶ τότε ὁ Θεὸς ἀρχίζει νὰ τρέμη, γιατὶ ἡ φορὰ τῆς ἐξελίξεως ὀφειλομένη στὴν ἴδια τὴν ὁρμητική της κίνηση διαβαίνει τὸ ὅριο τῆς ἀθωότητος γιὰ νὰ φθάση ἐκεῖ ὅπου μὲ τὴν θεία παρεμβολὴ ἐπιβάλλεται ἕνα ἐντελῶς νέο κριτήριο ἐπιτυχίας ἢ ἀποτυχίας. Ἡ ἄνοδος τοῦ ἀνθρώπου σημαίνει ἄνοδο τῆς γνώσεως καὶ τῆς ἐλευθερίας· μ᾿ αὐτὴ τὴν κατ' ἐξοχὴν δίκοπη δωρεὰ ἡ ἀθωότης τοῦ ἁπλοῦ ὑποκειμένου, τοῦ ὁποίου ἡ ζωὴ εὕρισκε τὴν πλήρωση ἀφ' ἑαυτῆς, δίνει τὴν θέση της στὸ χρέος τῆς εὐθύνης ὑπὸ μορφὴν διακρίσεως καλοῦ καὶ κακοῦ.
Τὸ θεῖο ἔργο φανερώνεται τώρα γιὰ πρώτη φορά, ἀφήνεται στὶς εὐκαιρίες καὶ τοὺς κινδύνους τοῦ μεγάλου ἐγχειρήματος καὶ ἡ ἔκβασή του ταλαντεύεται στὴν πλάστιγγα. Ἡ εἰκόνα τοῦ Θεοῦ ἄρχιζε νὰ ξεχωρίζη ἀπὸ τὸ φυσικό σύμπαν στὸν βαθμὸ ποὺ μετεῖχε –ἀκόμη ἀόριστη- στὴν διεσταλμένη καὶ βαθμιαῖα συστελλόμενη σπειροειδῆ ἀνέλιξη τῆς προανθρώπινης ζωῆς· τώρα μὲ δραματική ταχύτητα περιέρχεται εἰς χεῖρας τοῦ ἀνθρώπου, ὁ ὁποῖος ἀναλαμ-βάνει μὲ τὸν προβληματικό του τρόπο νὰ τὴν φυλᾶ, γιὰ νὰ πληρωθῆ καὶ νὰ σωθῆ, ἢ νὰ χαθῆ ἀναλόγως τοῦ τί θὰ κάνη ἐκεῖνος τὸν ἑαυτό του καὶ τὸν κόσμο. Σ' αὐτὴν τὴν τρομακτική σύγκρουση τῶν πράξεων τοῦ ἀνθρώπου μὲ τὴν θεϊκὴ μοῖρα καὶ τὴν ἐπίδρασή τους στὴν σύνολη κατάσταση τοῦ αἰωνίου ὄντος ἑδράζεται ἡ ἀνθρώπινη ἀθανασία.
Συνεχίζεται
Ὅταν μαζὶ μὲ τὴν τιμητικὴ ἀπόφαση νὰ λάβω αὐτὸ τὸ βραβεῖο μὲ ἐπεφόρτισαν νὰ κά νω τὴν «ἐπίσημη εἰσήγηση», διάβασα δὲ στὴν βιογραφία τοῦ Ραββίνου Λεοπόλδου Δούκας, εἰς μνήμην τοῦ ὁποίου γίνεται τούτη ἡ τελετή, ὅτι ἀπεβίωσε στὸ Τερεζίενστατ, καὶ ὅτι ἡ σύζυγός του Δωροθέα, ἡ μητέρα τοῦ ἱδρυτῆ, ἀπὸ ἐκεῖ ποὺ ἕως τότε ἐκρατεῖτο μετεφέρθη στο "Αουσβιτς, ὅπου εἶχε τὴν ἴδια μοῖρα μὲ τὴν μητέρα μου, στάθηκε ἀδύνατον ν᾿ ἀντισταθῶ στὸ ὑπὸ ἀνάπτυξιν θέμα. Ἔλαβα τὴν ἀπόφαση μὲ τρόμο καὶ ρίγος. Πίστευα πὼς ἤμουν ὑπόλογος στὶς σκιὲς ἐκείνων, πὼς ὄφειλα νὰ δώσω κάποιαν ἀπάντηση στὴν σβησμένη χρόνια τώρα κραυγή τους πρὸς ἕνα βουβό Θεό.[ΤΟ ΠΑΡΑΠΟΝΟ ΤΟΥ ΠΡΕΣΒΥΤΕΡΟΥ.. ΣΕ ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΓΛΩΣΣΑ. ΤΙ ΕΧΟΥΝ ΟΙ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΙ ΠΟΥ ΔΕΝ ΕΧΟΥΜΕ ΕΜΕΙΣ; ΤΙΠΟΤΕ. ΜΙΑ ΦΟΡΑ ΕΙΧΑΝ ΩΤΑ ΑΚΟΥΕΙΝ ΑΚΟΥΕΤΩ. ΣΗΜΕΡΑ ΝΟΜΙΖΟΥΝ ΚΑΙ ΑΥΤΟΙ ΟΤΙ Ο ΘΕΟΣ ΕΙΝΑΙ ΒΟΥΒΟΣ]
Ἰδοὺ λοιπὸν ἕνα δείγμα καταφανῶς θεωρητικῆς θεολογίας. "Αν ἁρμόζη ἤ ὄχι σὲ φιλόσοφο δὲν μὲ ἀπασχολεῖ καθόλου. Ὁ Ἐμμανουήλ Κάντ ἐξόρισε κάθε παρόμοιο εἶδος ἀπὸ τὸ πεδίο τοῦ θεωρητικοῦ Λόγου καὶ συνεπῶς ἀπὸ τὴν φιλοσοφία· καὶ ὁ λογικός θετικισμός τοῦ αἰῶνος μας, σύνολη ἡ κρατοῦσα ἀναλυτική φιλοσοφία, ἀμφισβήτησε ἀκόμη καὶ ὅτι οἱ γλωσσικοὶ τύποι ποὺ χρησιμοποιεῖ ἡ θεολογία γιὰ τὰ ζητήματα τοῦ χώρου της σημαίνουν ἀντικειμενικά κάτι, ὅτι δηλαδὴ ἔχουν ὁποιοδήποτε νόημα· ἐδήλωσε λοιπὸν ὅτι εἶναι καθαρός παραλογισμὸς καὶ μόνο νὰ μιλοῦμε γι' αὐτά (γιὰ νὰ μὴ φθάσωμε σὲ ζητήματα ἀληθείας καὶ ἐπαληθεύσεως). Τὸ πρᾶγμα θὰ προκαλοῦσε μεγάλη ἔκπληξη στὸν γερο-Κάντ. Γιατὶ αὐτὰ τὰ ὑποθετικῶς ἀνυπόστατα ἀντικείμενα ἐκεῖνος τὰ θεωροῦσε ὑψίστης σημασίας, σημασίας τὴν ὁποία ὁ Λόγος δὲν θὰ μποροῦσε νὰ ἀρνηθῆ, ἀφοῦ ἀδυνατεῖ νὰ τὰ γνωρίση, ὁπότε, ἂν ἐπι-διώξη νὰ τὰ γνωρίση λογικῶς, εἶναι καταδικα-σμένος νὰ ἀποτύχη. Τὸ βέβαιον τῆς ἀποτυχίας ὑποχρεώνει σὲ παραίτηση. Ἐκτὸς ὅμως ἀπὸ τὴν ὁλοκληρωτικὴ παραίτηση μᾶς ἀνοίγεται ἕνας ἄλλος δρόμος. Γιατὶ ἐκεῖνος ποὺ τὸ παίρνει ἀπόφαση ὅτι θὰ ἀποτύχη στὸ πεδίο τῆς γνώσεως, ποὺ παραιτεῖται τοῦ στόχου ἐντελῶς, εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς, ἐκεῖνος ὀφείλει νὰ σκέπτεται τὸ νόημα καὶ τὴν σημασία τέτοιων πραγμάτων. Ἔτσι ἡ ἄποψη ὅτι δὲν ὑφίσταται ἐδῶ σημασία καὶ νόημα ἀπορρίπτεται εὔκολα ὡς ταυτολογικὸς φαῦλος κύκλος, ἐφ᾽ ὅσον ὁρίζει ἐκ προοιμίου τὸ νόημα ὡς νοηματικῶς ἐπαληθεύσιμο, ταυτίζει δηλαδὴ τὸ «πλῆρες νοήματος» μὲ τὸ «γνώσιμο». Αὐτὴ ἡ ἐκβιαστικὴ πιρουέττα δεσμεύει ἐξ ὁρισμοῦ μόνον ὅποιους τὴν δέχονται. Μποροῦμε νὰ σκεφθοῦμε τὴν ἔννοια «Θεός», ἀκόμη κι ἂν δὲν μποροῦμε νὰ ἀποδείξουμε τὴν ὕπαρξή του· μιὰ τέτοια έργασία εἶναι φιλοσοφική, ἂν ἐπιμένη στὴν ἐννοιολογικὴ ἀκρίβεια, δηλαδὴ στὴν στενὴ ἐξάρτηση μιᾶς ἐννοίας ἀπὸ τὸ σύνολο τῶν ἐννοιῶν. Αὐτὰ ὅλα ὅμως εἶναι πολὺ γενικὰ καὶ πολὺ ἀπρόσωπα. Ὅπως ὁ Κάντ ἐξεχώρησε στὸν πρακτικό Λόγο ὅ,τι ἀρνήθηκε στὸν θεωρητικό, ἔτσι κι ἐμεῖς ἔχομε δικαίωμα νὰ προσθέσουμε τὸ βάρος μιᾶς μοναδικῆς καὶ ὑπέρογκης ἐμπειρίας στὰ περὶ τοῦ Θεοῦ ἐρωτήματα. ᾿Αμέσως λοιπὸν ἐγείρεται τὸ ἐρώτημα: Τί παραπάνω πρόσθεσε τὸ ῎Αουσβιτς σὲ ὅ,τι γνωρίζαμε ἀνέκαθεν γιὰ τὸν τρόμο καὶ τὴν φρίκη ποὺ μποροῦν οἱ ἄνθρωποι νὰ προξενήσουν στοὺς ἄλλους ἀνθρώπους καὶ ποὺ ἀνέκαθεν προξενοῦν; Καὶ δὴ τί πρόσθεσε ἕνα τόσο οὐσιῶδες μέρος τῆς συλλογικῆς μας μνήμης σὲ ὅσα γνωρίζουμε ἐ-μεῖς, οἱ Ἰουδαῖοι, γιὰ τὴν πολυχιλιόχρονη βασανισμένη ἱστορία μας; Ἡ ἱστορία τοῦ Ἰὼβ ἔθετε ἀνέκαθεν τὸ κύριο ἐρώτημα τῆς θεοδικίας· τῆς θεοδικίας γενικῶς λόγῳ τῆς ἁπανταχοῦ ὑπάρξεως τοῦ Κακοῦ, καὶ ἐκείνης τῆς θεοδικίας εἰδικῶς ἡ ὁποία κάνει ὀξύτερο τὸ αἴνιγμα τῆς ἐκλογῆς, τοῦ περίφημου δεσμοῦ μεταξὺ τοῦ Ἰσραὴλ καὶ τοῦ Θεοῦ του. Τὸ ἐρώτημά μας ἔχει νὰ κάνη μ' αὐτὴ τὴν παρόξυνση.
Πρῶτα οἱ Ἰουδαῖοι μποροῦσαν νὰ ἐπικαλοῦν-ται τὸν δεσμὸ ὡς ἑρμηνευτικό κλειδί ὅσων συν-έβαιναν, ὅπως ἔγινε μὲ τοὺς βιβλικοὺς προφῆτες: ὁ λαὸς τῆς Διαθήκης ἀπίστησε σ' αὐτήν. Στοὺς μακροὺς χρόνους τῆς πίστεως ποὺ ἀκο-λούθησαν, ἔπαψαν νὰ ἑρμηνεύουν τὰ κακὰ ὡς τίμημα τῆς ἁμαρτίας καὶ δέχθηκαν ὡς ἐξήγηση τοῦ κακοῦ τὴν ἰδέα τῆς μαρτυρίας, δημιούργημα τῆς ἐποχῆς τῶν Μακκαβαίων, ποὺ κληροδότησε στὶς ἐπερχόμενες γενεὲς τὴν ἔννοια τοῦ μάρτυρος. Σύμφωνα μ' αὐτὴ τὴν ἰδέα τὰ χειρότερα ἐπιφυλάσσονται στοὺς ἁγνοὺς καὶ τοὺς δίκαιους. Ἔτσι κατὰ τὸν Μεσαίωνα ὁλόκληρες κοινότητες ἔφθασαν μὲ τὸ Sch'ma Israel στὰ χείλη νὰ ὁμολογήσουν τὸν Ἕνα Θεὸ καὶ νὰ σφαγοῦν, εἴτε νὰ καοῦν στὴν πυρά. Ἡ ἑβραϊκὴ ὀνομασία γι' αὐτὸν τὸν θάνατο εἶναι Kiddnsch - haschem, «ἁγιασμός τοῦ ὀνόματος», καὶ τὰ θύματα ὀνομάστηκαν «῞Αγιοι».
Ἡ θυσία τους λάμπρυνε τὴν ὑπόσχεση τῆς τελικῆς λυτρώσεως διὰ τοῦ ἐρχομένου Μεσσία.
Τίποτε ἀπ' ὅλα αὐτὰ δὲν συγκρίνεται μὲ τὸ γεγονὸς ποὺ φέρει τὸ ὄνομα «῎Αουσβιτς». Οὔτε ἡ ἀφοσίωση εἴτε ἡ ἀποστασία, οὔτε ἡ πίστη εἴτε ἡ ἀπιστία, οὔτε ἡ ἁμαρτία εἴτε ἡ τιμωρία, οὔτε ἡ δοκιμασία, οὔτε ἡ μαρτυρία, οὔτε ἡ ἐλπίδα τῆς λυτρώσεως, οὔτε καὶ ἡ δύναμη εἴτε ἡ ἀδυναμία, ὁ ἡρωϊσμὸς εἴτε ἡ δειλία, τὸ πεῖσμα εἴτε ἡ παραίτηση εἶχαν ἐκεῖ θέση. Τὰ ἀγνοοῦσε παντελῶς τὸ ῎Αουσβιτς ποὺ κατεβρόχθιζε ἀκόμη καὶ τ᾽ ἀνήλικα παιδιὰ καὶ δὲν πρόσφερε εὐκαιρία γιὰ ὅλα τοῦτα. Δὲν θανατώθηκαν ἐκεῖ ἄνθρωποι χάριν τῆς πίστεως (ὅπως οἱ μάρτυρες τοῦ Ἰεχωβᾶ), οὔτε δολοφονήθηκαν ἐξ αἰτίας τῆς πίστεώς των ἢ ὁποιασδήποτε προσωπικῆς ροπῆς. Τοῦ θανάτου προηγήθηκε ἀπανθρωπισμὸς διὰ τῆς ἐσχάτης ταπεινώσεως καὶ στερήσεως, κανένα ἴχνος ἀνθρωπιᾶς δὲν ἀξιώθηκαν ὅσοι ὁδηγοῦνταν στὸν ἀφανισμό, κανέ-να ἀνθρώπινο γνώρισμα δὲν μποροῦσε νὰ δια-κρίνη κανεὶς στὰ ἀποσκελετωμένα φαντάσμα-τα τῶν ἐπιζησάντων. Καὶ ὅμως – παράδοξο τοῦ παραδόξου – αὐτὸς ἦταν ὁ λαὸς τῆς Διαθή κης, στὴν ὁποία δὲν πίστευε πλέον κανεὶς ἀπὸ τοὺς ἄλλοτε ἀποδέκτες της, οὔτε οἱ φονεῖς, οὔτε τὰ θύματα τὰ ἴδια, ἦταν ἀκριβῶς αὐτὸς ὁ λαὸς καὶ οὐδεὶς ἄλλος ὁ προωρισμένος ὑπὸ τὸ πρόσχημα τῆς φυλετικῆς καθάρσεως σ᾽ αὐτὸν τὸν ὁλοκληρωτικὸ ἀφανισμό: στὴν πιὸ ἀποτρόπαιη μετατροπὴ τῆς ἐκλογῆς σὲ κατάρα, ἡ ὁ-ποία ἐχλεύασε κάθε ἔννοια τοῦ περιουσίου λαοῦ. Ὑπάρχει λοιπὸν μιὰ διάστροφη σχέση ἐκεί-νων ποὺ ἀναζητοῦσαν τὸν Θεὸ καὶ τῶν παλαιῶν προφητῶν ἀφ᾽ ἑνὸς καὶ τῶν ἀπογόνων τους ἀφ' ἑτέρου, οἱ ὁποῖοι ἐπελέγησαν καὶ συγ-κεντρώθηκαν ἀπὸ τὴν διασπορὰ μὲ σκοπὸ τὴν συνένωσή των στὸν γενικό θάνατο. Καὶ ὁ Θεὸς τὸ ἄφησε νὰ συμβῆ. Τί εἴδους Θεὸς θὰ μποροῦσε νὰ ἐπιτρέψη κάτι τέτοιο;
Ἐν προκειμένῳ ἀξίζει νὰ παρατηρήσωμε ὅ-τι τὸ συγκεκριμένο ἐρώτημα φέρνει σὲ δυσκο-λώτερη θέση τὸν Ἰουδαῖο ἀπὸ τὸν Χριστιανὸ θεολόγο. Διότι γιὰ τὸν Χριστιανό, ὁ ὁποῖος προσδοκᾶ τὴν ἀληθινὴ λύτρωση στὸ ἐπέκεινα, αὐτὸς ἐδῶ ὁ κόσμος εἶναι ἀναμφιβόλως ὕποπτη προέκταση τοῦ διαβόλου, ἰδιαιτέρως μάλιστα ὁ κόσμος τοῦ ἀνθρώπου λόγῳ τοῦ προπατορικοῦ ἁμαρτήματος. Γιὰ τὸν Ἰουδαῖο ὅμως, ὁ ὁποῖος βλέπει σ᾽ αὐτὸν ἐδῶ τὸν κόσμο τὸν τόπο τῆς θείας δημιουργίας, τῆς δικαιοσύνης καὶ τῆς λυτρώσεως, ὁ Θεὸς εἶναι κατ᾿ ἐξοχὴν ὁ Κύριος τῆς Ἱστορίας. Τὸ ῎Αουσβιτς λοιπὸν θέτει ἀπὸ μόνο του στὸν πιστὸ τὸ ἐρώτημα περὶ τῆς ὀρθό-τητος τοῦ παραδεδομένου ὁρισμοῦ τοῦ Θεοῦ. Ὅπως ἀκριβῶς προσπάθησα ἤδη νὰ δείξω, στὴν ἐμπειρία τῆς ἰουδαϊκῆς ἱστορίας προστίθεται ἕνα στοιχεῖο ὁλότελα νέο, τὸ ὁποῖο δὲν μποροῦν νὰ χειραγωγήσουν οἱ παλαιές θεολογικές κατηγορίες. Αν κάποιος ὅμως δὲν θέλη ἁπλῶς νὰ παραιτηθῆ ἀπὸ τὸν ὁρισμὸ τοῦ Θεοῦ, καὶ αὐτὸ τὸ δικαίωμα τὸ ἔχει μόνο ὁ φιλόσοφος, τότε πρέπει γιὰ νὰ μὴ τὸν ἐγκαταλείψη, νὰ τὸν σκεφθῆ καὶ νὰ ἀναζητήση μία νέα ἀ-πάντηση στὸ παλαιὸ ἐρώτημα τοῦ Ἰώβ. ᾿Αφοῦ τὴν βρῆ, ἴσως νὰ ἀπαλλάξη τὸν «Κύριο τῆς Ἱστορίας». Λοιπόν: Τί εἴδους Θεὸς ἐπέτρεψε τὸ * Αουσβιτς;
Ἐδῶ ξαναγυρνῶ σὲ παλαιότερη ἀπόπειρα τὴν ὁποία κάποτε ἀπετόλμησα, ὅταν ἀντιμετώπισα τὸ πολὺ εὐρύτερο ἐρώτημα περὶ ᾿Αθα-νασίας, ἀπόπειρα στὴν ὁποία εἶχε ἤδη ἀρχίσει νὰ ρίχνη τὴν σκιά του τὸ ῎Αουσβιτς (Βλ. Hans Jonas, Zwischen Nichts und Ewigkeit (Μεταξύ Μηδενὸς καὶ Αἰωνιότητος), Kleine Vandenhoeck-Reihe 165, Göttingen 1963, σελ. 55 κ.έ). Τότε μὲ βοήθησε ἕνας μῦθος ποὺ ἐπινόησα: Ὁ μῦθος εἶναι μέσον ἀλληγορικῆς, πιθανῆς ὅμως, εἶκασίας, μέσον εἰς τὸ ὁποῖο ἀνέθετε ὁ Πλάτων τὴν εὐθύνη νὰ μιλήση γιὰ τὰ ἐπέκεινα τῆς Γνώσεως. Ἐπιτρέψτε μου νὰ τὸν ἐπαναλάβω ἐδῶ.
Ἐν ἀρχῇ τὸ θεϊκὸ θεμέλιο τῆς ὑπάρξεως ἀπεφάσισε γιὰ κάποιον ἄγνωστο λόγο νὰ ἀφεθῆ στὴν Τύχη, στὴν Διακινδύνευση καὶ στὴν ἀνεξάντλητη ποικιλία τοῦ Γίγνεσθαι· καὶ μάλιστα ὁλοκληρωτικά: Ἡ θεότης ἀνέλαβε τὴν περιπέτεια τοῦ χώρου καὶ τοῦ χρόνου, δὲν κράτησε τίποτε δικό της. Κανένα μέρος της δὲν ἔμεινε ἐκτὸς τοῦ χώρου καὶ τοῦ χρόνου, ὥστε νὰ μπορέση νὰ ὁδηγήση, νὰ διαμορφώση καὶ τέλος νὰ ἐγγυηθῆ τὴν μοῖρα της, στὴν τελική μορφὴ ποὺ θὰ ἔπαιρνε μετὰ τὸ λοξοδρόμισμα ἀπὸ τὸ ἐπέκεινα στὴν κτίση. Τὸ πνεῦμα τῶν νεώτερων χρόνων ἐκφράζει τὴν ἀπόλυτη τούτη ἐμμένεια. Ἔχει τὸ θάρρος ἢ τὴν ἀπελπισία, ἐν πάσῃ περιπτώσει εἶναι ἡ πικρὴ ἀλήθεια του, νὰ παίρνη στὰ σοβαρὰ τὴν δική μας ἐγκόσμια ὕπαρξη: νὰ βλέπη τὸν κόσμο ἀφημένο στὸν ἑαυ-τό του, τοὺς νόμους του μὴ ἀνεχόμενους καμμία παρέμβαση· κι ἔτσι νὰ τοῦ ἀνήκουμε σὲ τέ-τοιο βαθμὸ ποὺ νὰ μὴν μετριάζεται ἀπὸ καμ-μιὰ ἔξωθεν πρόνοια. Αὐτὸ ἀπαιτεῖ καὶ ὁ δικός μας μῦθος ἀπὸ τὴν θεία ἐμμένεια, ὄχι ὅμως μὲ τὴν ἔννοια τῆς πανθεϊστικῆς της ἐκδοχῆς: "Αν Θεὸς καὶ Κόσμος εἶναι ἁπλῶς ταυτόσημα, τότε σὲ κάθε στιγμὴ καὶ κάθε περίσταση ὁ κό-σμος παρουσιάζεται ἐν πληρότητι, καὶ ὁ Θεὸς δὲν μπορεῖ πλέον νὰ χάση οὔτε νὰ κερδίση. ᾿Αντίθετα, γιὰ νὰ ὑπάρχη κόσμος καὶ γιὰ νὰ εἶναι αὐθύπαρκτος, ὁ Θεὸς ἀρνήθηκε τὸ ἴδιο του τὸ εἶναι· ἐξεδύθη τὴν θεότητά του γιὰ νὰ τὴν ἐπανεύρη στὴν ὀδύσσεια τοῦ χρόνου, φορτωμένος τὶς ἀπρόβλεπτες τυχαιότητες τῆς ἐμπειρίας τοῦ χρόνου, καὶ μεταμορφώθηκε ἢ ἴσως καὶ παραμορφώθηκε μέσα ἀπ' αὐτήν. Ἡ θεϊκὴ ἀκεραιότης ἀφέθηκε στὸ καθαρό γίγνεσθαι τό-σο ὁλοκληρωτικά, ὥστε ὁ ἄνθρωπος δὲν μπορεῖ ν' ἀποκτήση ἐκ τῶν προτέρων καμμία ἄλλη γνώση ἀπὸ τὴν γνώση τῶν δυνατοτήτων τὶς ὁποῖες παρέχουν οἱ ὅροι τῆς ἐν τῷ κόσμῳ ὑπάρξεως. Στοὺς ὅρους αὐτοὺς ἀκριβῶς ἐναπέθεσε ὁ Θεὸς τὸ ἔργο του, παραιτούμενος ὑπὲρ τοῦ κόσμου.
Ἐπὶ αἰῶνες λοιπὸν τὸ ἔργο τοῦ Θεοῦ βρί σκεται στὰ χέρια τῆς ἀργόρρυθμης κοσμικῆς τύχης καὶ τῶν πιθανοτήτων τοῦ πληθωρικοῦ της παιγνιδιοῦ. Μποροῦμε νὰ ὑποθέσουμε ὅτι στὸ ἔργο τοῦτο συσσωρεύεται ἀδιάκοπα καὶ ὑπομονετικὰ ἡ ἀνάμνηση τοῦ ὑλικοῦ πεδίου, αὐξάνεται δὲ ὡς προαίσθημα μιᾶς ἀναμονῆς, μὲ τὴν ὁποία τὸ Αἰώνιο, ὅλο καὶ πιὸ πολύ, συνοδεύει τὰ ἔργα τοῦ χρόνου, δίκην διστακτικῆς ἀναδύσεως τοῦ ὑπερβατικοῦ ἀπὸ τὴν ἀδιαφάνεια τῆς ἐμμενείας.
Κατόπιν γιὰ πρώτη φορά σκιρτᾶ ἡ ζωή, ὁ κόσμος μιλᾶ μιὰ καινούργια γλῶσσα. Τὴν ζωὴ ἀκολουθεῖ ἔκρηξη τοῦ ἐνδιαφέροντος στὴν σφαῖρα τοῦ αἰωνίου, ποὺ ἐκτινάσσεται καὶ ἀπλώνεται γιὰ νὰ ξανακερδίση τὴν πληρότητά του, γιὰ νὰ μὴν βρίσκεται ἐκτὸς τῆς ζωῆς.
Πρόκειται γιὰ τὴν κοσμική συγκυρία ποὺ ἀνέμενε ἡ ἐν τῷ γίγνεσθαι θεότης καὶ μ᾿ αὐτὴν τὴν εὐκαιρία δίνει μὲ σπάταλη διάθεση τὰ πρῶτα δείγματα τῆς τελικῆς πληρώσεως. Σὰν κῦμα ποὺ φουσκώνει ἀκατάπαυστα, αἰσθήματα, παρατηρήσεις, προσπάθειες καὶ πραγματώσεις ὅλο καὶ πιὸ διαφορετικές, ὁλοένα καὶ πιὸ ἔντονες, ὑψώνονται πάνω ἀπὸ τὸ βουβὸ στροβίλισμα τῆς ὕλης, ἡ αἰωνιότης δυναμώνει, πληροῦται ἀπὸ διαδοχικά περιεχόμενα κατα-φάσκοντας ἑαυτὴν καὶ γιὰ πρώτη φορὰ ὁ Θεὸς ξυπνᾶ ἕνα πρωὶ καὶ μπορεῖ νὰ πῆ ὅτι ἡ κτίσις «καλὴ ἐστί».
Θὰ παρατηρήση ὅμως κάποιος ὅτι μαζὶ μὲ τὴν ζωὴ ἦλθε ὁ θάνατος καὶ ὅτι ἡ θνητότης εἶναι τὸ τίμημα ποὺ ἔπρεπε νὰ καταβάλη ἡ νέα δυνατότητα τοῦ εἶναι γιὰ νὰ ὑπάρξη. Ἐὰν στόχος της ἦταν ἡ ἀέναη διάρκεια, ἡ ζωὴ δὲν θὰ 'πρεπε νὰ εἶχε ξεκινήσει, γιατὶ ὅποια μορφή κι ἂν λάβη δὲν μπορεῖ νὰ συγκριθῆ μὲ τὰ ἀνόργα να σώματα ὡς πρὸς τὴν διάρκεια. Ἔχει ἕνα κατ᾿ οὐσίαν ἀνακλητὸ καὶ φθαρτὸ εἶναι, μετέχει σὲ μιὰ περιπέτεια πρὸς θάνατον καθὼς δανείζεται ἀπὸ ἕνα μακρόβιο ὑλικὸ μὲ τὶς δικές του προϋποθέσεις ἑνὸς συνεχῶς μεταβαλλόμενου ὀργανισμοῦ τὶς ληξιπρόθεσμες τροχιὲς τῆς ζωῆς τῶν ἐπὶ μέρους Εγώ. Αλλὰ ἴσα-ἴσα στὴν βραχύβια τούτη αὐτοσυνείδηση, στὴν πράξη καὶ τὴν ὀδύνη τῶν πεπερασμένων ἀτόμων, στὰ ὁποῖα ὑπὸ τὴν πίεση τοῦ ἐπικειμένου τέλους χαρίζεται ἡ σπουδὴ καὶ μαζὶ ἡ φρεσκάδα τῶν αἰσθημάτων, τὸ θεϊκὸ τοπίο ἀνοίγει τὸ οὐράνιο τόξο του καὶ ἡ θεότης ἀποκτᾶ ἐμπειρία τοῦ ἑαυτοῦ της.
Θὰ παρατηρήση ἐπίσης ὅτι ὅσο ἡ ζωὴ παραμένει ἀμίαντη, τὸ ἔργο τοῦ Θεοῦ δὲν μπορεῖ νὰ παρεκκλίνη τοῦ στόχου του πρὶν ἐμφανισθῆ ἡ γνώση. Κάθε εἰδοποιὸς διαφορὰ τὴν ὁποία δημιουργεῖ ἡ ἐξέλιξη, προσθέτει τὴν δική της ἰδιομορφία στὶς δυνατότητες τοῦ αἰσθάνεσθαι καὶ τοῦ πράττειν, ὁπότε πλουτίζει τὴν αὐτεπίγνωση τοῦ θεϊκοῦ θεμελιώματος. Κάθε καινούργια διάσταση ποὺ παρουσιάζει ὁ κόσμος κατὰ τὴν πορεία του, σημαίνει γιὰ τὸν Θεὸ νέο τρόπο νὰ δοκιμάση τὸ κρυμμένο του εἶναι καὶ μέσῳ τῶν ἐκπλήξεων τῆς κοσμικῆς περιπέτειας νὰ ἀνα-καλύψη τὸν ἑαυτό του. Ἡ συγκομιδὴ αὐτοῦ τοῦ κοπιώδους καὶ ὀδυνηροῦ γίγνεσθαι, εἴτε φωτεινή, εἴτε σκοτεινή, αὐξάνει τὸν θησαυρὸ τοῦ ἀκτίστου κόσμου μὲ μιὰν αἰωνιότητα βιωμένη στὸν χρόνο. Αν τοῦτο ἰσχύη γιὰ τὸν ἐξ ἰδίων πολλαπλασιασμὸ τῶν ποικιλιῶν, πολὺ περισσότερο ἰσχύει γιὰ τὴν αὐξανόμενη ἐγρήγορση καὶ τὸ πάθος τῆς ζωῆς, ποὺ κερδίζουν ἔδαφος στὸ βασίλειο τῶν ζώων μὲ τὴν δίδυμη ἀνάπτυξη τῆς ἀντιλήψεως καὶ τῆς κινήσεως. Τὸ ἔνστικτο καὶ ἡ ἀγωνία, ἡ ἡδονὴ καὶ ἡ ὀδύνη, ὁ θρίαμβος καὶ ἡ στέρηση, ἡ ἀγάπη, ἀκόμη καὶ ἡ σκληρότης ὀξύνονται συνεχῶς, ἡ ἴδια τους ἡ ἔνταση καὶ γενικὰ ἡ ἔνταση κάθε ἐμπειρίας ἀνοίγει νέους δρόμους πρὸς ὄφελος τοῦ θείου ὑποκειμένου· καὶ ἡ ἀμείωτη διάρκεια τῆς ἐπ᾿ ἄπειρον ἐπαναλαμβανόμενης ζωῆς τους (ἐξ ἧς καὶ ἡ ἀναγκαιότης τοῦ θανάτου καὶ τῆς ἐκ νέου γεννήσεως) προμηθεύει τὴν ἐξαγιασμένη ἐ-κείνη οὐσία ἀπὸ τὴν ὁποία ἀναδημιουργεῖται ἡ θεότης. Αὐτὰ ὅλα τὰ προσφέρει ἡ ἐξέλιξη μὲ μόνη τὴν παμποικιλία τοῦ παιχνιδιοῦ της καὶ τὴν δύναμη τοῦ κεντρίσματός της. Τὰ πλά-σματά της πραγματώνονται σύμφωνα μὲ τὸ ἔνστικτό τους, δικαιώνοντας τὸ θεῖο τόλμημα. ᾿Ἀκόμη καὶ ἡ ὀδύνη τους βαθαίνει περαιτέρω τὴν ἀφθονία τῆς μουσικῆς συμφωνίας. Κι ἔτσι, ἐντεῦθεν τοῦ Καλοῦ καὶ τοῦ Κακοῦ, ὁ Θεὸς δὲν γίνεται νὰ χάση στὸ μέγα τυχερὸ παιχνίδι τῆς ἐξελίξεως.
᾿Αλλὰ πολὺ περισσότερο, δὲν μπορεῖ νὰ κερδίση καλυπτόμενος πίσω ἀπὸ τὴν ἀρχέγονη ά-γνότητα τῆς ζωῆς καὶ μία νέα προσμονή βλασταίνει μέσα του γιὰ ν' ἀποκριθῆ στὴν κατεύθυνση ποὺ παίρνει λίγο-λίγο ἡ ἀσύνειδη κίνηση τῆς ἐμμένειας.
Καὶ τότε ὁ Θεὸς ἀρχίζει νὰ τρέμη, γιατὶ ἡ φορὰ τῆς ἐξελίξεως ὀφειλομένη στὴν ἴδια τὴν ὁρμητική της κίνηση διαβαίνει τὸ ὅριο τῆς ἀθωότητος γιὰ νὰ φθάση ἐκεῖ ὅπου μὲ τὴν θεία παρεμβολὴ ἐπιβάλλεται ἕνα ἐντελῶς νέο κριτήριο ἐπιτυχίας ἢ ἀποτυχίας. Ἡ ἄνοδος τοῦ ἀνθρώπου σημαίνει ἄνοδο τῆς γνώσεως καὶ τῆς ἐλευθερίας· μ᾿ αὐτὴ τὴν κατ' ἐξοχὴν δίκοπη δωρεὰ ἡ ἀθωότης τοῦ ἁπλοῦ ὑποκειμένου, τοῦ ὁποίου ἡ ζωὴ εὕρισκε τὴν πλήρωση ἀφ' ἑαυτῆς, δίνει τὴν θέση της στὸ χρέος τῆς εὐθύνης ὑπὸ μορφὴν διακρίσεως καλοῦ καὶ κακοῦ.
Τὸ θεῖο ἔργο φανερώνεται τώρα γιὰ πρώτη φορά, ἀφήνεται στὶς εὐκαιρίες καὶ τοὺς κινδύνους τοῦ μεγάλου ἐγχειρήματος καὶ ἡ ἔκβασή του ταλαντεύεται στὴν πλάστιγγα. Ἡ εἰκόνα τοῦ Θεοῦ ἄρχιζε νὰ ξεχωρίζη ἀπὸ τὸ φυσικό σύμπαν στὸν βαθμὸ ποὺ μετεῖχε –ἀκόμη ἀόριστη- στὴν διεσταλμένη καὶ βαθμιαῖα συστελλόμενη σπειροειδῆ ἀνέλιξη τῆς προανθρώπινης ζωῆς· τώρα μὲ δραματική ταχύτητα περιέρχεται εἰς χεῖρας τοῦ ἀνθρώπου, ὁ ὁποῖος ἀναλαμ-βάνει μὲ τὸν προβληματικό του τρόπο νὰ τὴν φυλᾶ, γιὰ νὰ πληρωθῆ καὶ νὰ σωθῆ, ἢ νὰ χαθῆ ἀναλόγως τοῦ τί θὰ κάνη ἐκεῖνος τὸν ἑαυτό του καὶ τὸν κόσμο. Σ' αὐτὴν τὴν τρομακτική σύγκρουση τῶν πράξεων τοῦ ἀνθρώπου μὲ τὴν θεϊκὴ μοῖρα καὶ τὴν ἐπίδρασή τους στὴν σύνολη κατάσταση τοῦ αἰωνίου ὄντος ἑδράζεται ἡ ἀνθρώπινη ἀθανασία.
Συνεχίζεται
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου