Παρασκευή 23 Ιανουαρίου 2026

Περί της τετραπλής ρίζας του αποχρώντος λόγου 6

Συνέχεια απόΤετάρτη 14. Ιανουαρίου 2026

Περί της τετραπλής ρίζας του αποχρώντος λόγου 6

ΤΟΥ ΑΠΟΧΡΩΝΤΟΣ ΛΟΓΟΥ
ΦΙΛΟΣΟΦΙΚΗ ΠΡΑΓΜΑΤΕΙΑ


ΑΡΘΟΥΡ ΣΟΠΕΝΧΑΟΥΕΡ

ΔΕΥΤΕΡΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ (συνέχεια)

ΕΠΙΣΚΟΠΗΣΗ ΤΩΝ ΚΥΡΙΟΤΕΡΩΝ ΘΕΩΡΙΩΝ ΠΟΥ ΕΧΟΥΝ ΔΙΑΤΥΠΩΘΕΙ ΜΕΧΡΙ ΤΩΡΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΡΧΗ ΤΟΥ ΑΠΟΧΡΩΝΤΟΣ ΛΟΓΟΥ

§14

Οι αποδείξεις της αρχής του αποχρώντος λόγου

Πρέπει ακόμα να αναφερθεί ότι μάταια έχει προσπαθήσει κανείς επανειλημμένα να αποδείξει την αρχή του αποχρώντος λόγου, συνήθως χωρίς καν να καθορίσει με ποια σημασία την εννοεί, π.χ. ο Βολφ στην Οντολογία, κάτι που επαναλαμβάνει ο Μπάουμγκαρτεν στη Μεταφυσική. Θα ήταν περιττό να επαναλάβουμε εδώ αυτή την απόδειξη ή να την αντικρούσου-με, αφού είναι φανερό πως βασίζεται σε ένα παιχνίδι με τις λέξεις. Ο Πλάτνερ στους Αφορισμούς, ο Γιάκομπ στη Λογική και τη Μεταφυσική έχουν δώσει άλλες αποδείξεις, στις οποίες μπορεί κανείς να διακρίνει εύκολα τον φαύλο κύκλο. Για τις αποδείξεις του Καντ, όπως έχουμε πει, θα γίνει λόγος πιο κάτω. Αφού με αυτή την εργασία ελπίζω να δείξω τους διάφορους νόμους της δυνατότητάς μας για την από κτηση γνώσης, κοινή έκφραση των οποίων είναι η αρχή του αποχρώντος λόγου, θα φανεί από μόνο του ότι αυτή η αρχή δεν μπορεί καθόλου να αποδειχτεί, και ότι για όλες τις αποδείξεις (με εξαίρεση αυτής του Καντ, η οποία δεν αποβλέπει στην αιτιολόγηση του εάν ισχύει, παρά στην επίδειξη του a priori του νόμου της αιτιότητας) ισχύει αυτό που λέει ο Αριστοτέλης: Λόγον ζητοῦσιν ὧν οὐκ ἔστι λόγος· ἀποδείξως γὰρ ἀρχὴ οὐκ ἀπόδειξίς ἐστι. [Ζητούν μια αιτία για αυτό το οποίο δεν έχει καμία αιτία· γιατί η τελευταία αρχή της απόδειξης δεν συνιστά πάλι μια απόδειξη.] (Μετὰ τὰ Φυσικά 3, 6 [10118 12]). Σύγκρινε σχετικά και τα Αναλυτικὰ ὕστερα 1, 3. Γιατί κάθε απόδειξη είναι η επαγωγή του αμφίβολου σε ένα αναγνωρισμένο, και αν από αυτό, ό,τι κι αν είναι αυτό, απαιτούμε συνέχεια μια απόδειξη, στο τέλος θα καταλήξουμε σε ορισμένες αρχές οι οποίες είναι οι τύποι και οι νόμοι, και επομένως οι όροι κάθε σκέψης και απόκτησης γνώσης. Έτσι, βεβαιότητα δεν είναι τίποτε άλλο από τη συμφωνία με αυτές τις αρχές, επομένως η δική τους βεβαιότητα δεν μπορεί πάλι να εξαρτάται από άλλες αρχές. Στο 5ο κεφάλαιο θα εξετάσουμε το είδος της αλήθειας τέτοιων αρχών.

Η αναζήτηση μιας απόδειξης για την αρχή του αποχρώντος λόγου ειδικά αποτελεί ένα ιδιαίτερο λάθος που μαρτυρεί έλλειψη φρόνησης. Κάθε απόδειξη δηλαδή είναι η παράθεση της αιτίας σχετικά με μια εκφρασμένη κρίση, η οποία με τον τρόπο αυτό λαβαίνει το κατηγόρημα αληθινό. Η αρχή του αποχρώντος λόγου αποτελεί την έκφραση αυτής ακριβώς της απαίτησης μιας αιτίας για κάθε κρίση. Όποιος λοιπόν απαιτεί για αυτή μια απόδειξη, την παρουσίαση δηλαδή μιας αιτίας, ξεκινάει από την προϋπόθεση ότι είναι αληθινή, βασίζει μάλιστα την απαίτησή του σε αυτή την προϋπόθεση. Πέφτει δηλαδή σε αυτόν τον φαύλο κύκλο, να απαιτεί μια απόδειξη της νομιμοποίησης για την απαίτηση μιας απόδειξης.

ΤΡΙΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ


ΑΝΕΠΑΡΚΕΙΑ ΤΗΣ ΜΕΧΡΙ ΤΩΡΑ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗΣ ΤΗΣ ΑΡΧΗΣ ΚΑΙ ΣΧΕΔΙΑΣΜΟΣ ΜΙΑΣ ΝΕΑΣ

§15

Περιπτώσεις που δεν συμπεριλαμβάνονται στις σημασίες της αρχής του αποχρώντος λόγου που παρουσιάστηκαν μέχρι τώρα

Από την επισκόπηση που κάναμε στο προηγούμενο κεφάλαιο βγαίνει σαν γενικό συμπέρασμα ότι, αν και σιγά-σιγά και με εντυπωσιακή καθυστέρηση, επίσης και όχι χωρίς συχνές συγχύσεις, έχει διακρίνει κανείς δυο χρήσεις της αρχής του αποχρώντος λόγου: τη μία σχετικά με κρίσεις, οι οποίες για να είναι αληθινές πρέπει να έχουν πάντα μια αιτία, την άλλη σχετικά με μεταβολές πραγματικών αντικειμένων οι οποίες θα πρέπει πάντα να έχουν ένα αίτιο. Βλέπουμε πως και στις δύο περιπτώσεις η αρχή του αποχρώντος λόγου δικαιολογεί την ερώτηση «γιατί;», ιδιότητα που είναι σημαντική. Όμως περιλαμβάνουν αυτές οι δυο σημασίες όλες τις περιπτώσεις κατά τις οποίες δικαιούμαστε να ρωτήσουμε «γιατί;»; Εάν ρωτήσω «γιατί σε αυτό το τρίγωνο οι τρεις πλευρές είναι όμοιες;» η απάντηση είναι: «επειδή οι τρεις γωνίες είναι όμοιες». Είναι λοιπόν η ομοιότητα των γωνιών αίτιο της ομοιότητας των πλευρών; Όχι, γιατί εδώ δεν γίνεται λόγος για κάποια μεταβολή, δηλαδή ενέργεια, η οποία θα έπρεπε να έχει ένα αίτιο.

Είναι λοιπόν αιτία της γνώσης; Όχι, γιατί η ομοιότητα των γωνιών δεν είναι απόδειξη της ομοιότητας των πλευρών, δεν είναι αιτία μιας κρίσης. Από τις έννοιες και μόνο δεν μπορεί να γίνει αντιληπτό ότι, επειδή οι γωνίες είναι όμοιες, θα πρέπει επίσης και οι πλευρές να είναι όμοιες, γιατί στην έννοια της ομοιότητας των γωνιών δεν βρίσκεται αυτή της ομοιότητας των πλευρών. Δεν υπάρχει λοιπόν εδώ καμία σύνδεση ανάμεσα σε έννοιες ή κρίσεις, παρά ανάμεσα σε πλευρές και γωνίες. Η ομοιότητα των γωνιών δεν είναι άμεσα αιτία για μια γνώση, παρά έμμεσα, με το που είναι αιτία του τρόπου ύπαρξης, εδώ της όμοιας ύπαρξης, των πλευρών: επειδή οι γωνίες είναι όμοιες, γι' αυτό πρέπει να είναι και οι πλευρές. Συμβαίνει εδώ μια αναγκαία σύνδεση μεταξύ των γωνιών και των πλευρών, όχι άμεσα μια αναγκαία σύνδεση δύο κρίσεων.

Η και πάλι, αν ρωτήσω γιατί μεν infecta facta (κάτι που δεν έχει συμβεί μπορεί να συμβεί), όμως ποτέ facta infecta fieri possunt (κάτι που έχει συμβεί δεν μπορεί να μη συμβεί), γιατί λοιπόν το παρελθόν γενικά είναι ανεπίστρεπτο και το μέλλον αναπότρεπτο, να απαντηθεί καθαρά μέ λογικά μέσα και αυτό δεν μπορεί από σκέτες έννοιες. Και επίσης δεν είναι θέμα της αιτιότητας, αφού αυτή κυριαρχεί στα συμβαίνοντα μέσα στον χρόνο, όχι σε αυτόν τον ίδιο. Όμως όχι μέσα από αιτιότητα, παρά άμεσα μέσα από την απλή ύπαρξή της, η εμφάνιση της οποίας παρά ταύτα ήταν αναπότρεπτη, έχει ρίξει η παρούσα ώρα την περασμένη στην απύθμενη άβυσσο του παρελθόντος, και την εξαφάνισε για πάντα. Αυτό δεν μπορεί να γίνει κατανοητό μέσα από απλές έννοιες, ούτε και να φωτιστεί κάπως, παρά το αναγνωρίζουμε άμεσα και διαισθητικά, όπως τη διαφορά ανάμεσα στο αριστερό και το δεξιό, και ό,τι εξαρτάται από αυτή, π.χ. το ότι το αριστερό γάντι δεν ταιριάζει στο δεξί χέρι.

Αφού λοιπόν δεν μπορούν όλες οι περιπτώσεις, στις οποίες γίνεται χρήση της αρχής του αποχρώντος λόγου, να στηριχτούν σε λογική αιτία και συνέπεια, ούτε σε αίτιο και ενέργεια, έτσι σε αυτή τη διαίρεση ο νόμος της ιδιαιτερότητας δεν βρίσκει πλήρωση. Ο νόμος της ομοιογένειας μας αναγκάζει όμως να προϋποθέσουμε ότι εκείνες οι περιπτώσεις δεν μπορεί να δια-φέρουν ατελείωτα, παρά ότι θα πρέπει να μπορούν να αποδοθούν σε ορισμένα είδη. Πριν λοιπόν προσπαθήσω να περιγράψω αυτή τη διαίρεση, είναι αναγκαίο να προσδιοριστεί τι ανήκει σε όλες τις περιπτώσεις στον ιδιαίτερο χαρακτήρα της αρχής του αποχρώντος λόγου. Γιατί η έννοια του γένους πρέπει να προσδιοριστεί πριν από την έννοια του είδους.

§16

Οι ρίζες της αρχής του αποχρώντος λόγου


Η συνείδησή μας, που αποκτά γνώση των πραγμάτων μέσα από εξωτερικούς και εσωτερικούς ερεθισμούς, με την ενεργοποίηση της νόησης και της σκέψης, χωρίζεται σε υποκείμενο και αντικείμενο και δεν περιέχει τίποτε άλλο. Το να είναι κάτι αντικείμενο για το υποκείμενο ή η παράστασή μας του αντικειμένου, είναι το ίδιο πράγμα. Όλες οι παραστάσεις μας είναι αντικείμενα του υποκειμένου, και όλα τα αντικείμενα του υποκειμένου είναι παραστάσεις μας. Συμβαίνει όμως όλες οι παραστάσεις μας να βρίσκονται μεταξύ τους σε μια a priori προσδιοριζόμενη νομοτελειακή σύνδεση, δυνάμει της οποίας τίποτα που υπάρχει για τον εαυτό του και ανεξάρτητο, επίσης τίποτα μεμονωμένο και αποκομμένο δεν μπορεί να γίνει για εμάς αντικείμενο. Αυτή η σύνδεση είναι εκείνο που εκφράζει η αρχή του αποχρώντος λόγου στη γενικότητά του. Παρόλο που η σύνδεση αυτή, όπως μπορούμε να καταλάβουμε από όσα ειπώθηκαν μέχρι τώρα, ανάλογα με τη διαφορετικότητα του είδους των αντικειμένων, παίρνει διάφορες μορφές, για τον χαρακτηρισμό των οποίων μετά η αρχή του αποχρώντος λόγου μεταλλάζει πάλι την έκφρασή της, όμως παραμένει το κοινό που έχουν όλες αυτές οι μορφές, και το οποίο, γενικά και αφηρημένα θεωρημένο, εκφράζει η αρχή μας του αποχρώντος λόγου. Οι σχέσεις που βρίσκονται στη βάση του αποχρώντος λόγου και θα παρουσιαστούν πιο αναλυτικά στα επόμενα, είναι εκείνες που έχω ονομάσει ρίζες της αρχής του αποχρώντος λόγου. Αυτές, ιδωμένες από πιο κοντά σύμφωνα με τους νόμους της ιδιαιτερότητας και της ομοιογένειας, ταξινομούνται σε συγκεκριμένα, πολύ διαφορετικά μεταξύ τους είδη, ο αριθμός των οποίων μπορούμε να πούμε ότι είναι τέσσερα, αφού ο αριθμός αυτός αναλογεί προς τις τέσσερις κατηγορίες στις οποίες υπάγονται όλα όσα μπορούν να γίνουν για μας αντικείμενο, δηλαδή όλες οι παραστάσεις μας. Αυτές οι κατηγορίες θα παρουσιαστούν και θα αναπτυχθούν στα επόμενα τέσσερα κεφάλαια.

Σε καθένα από αυτά θα δούμε την αρχή του αποχρώντος λόγου σε μια άλλη μορφή, όμως με το που επιτρέπει την κοινή έκφραση που είδαμε πιο πάνω, θα την αναγνωρίζουμε παντού σαν την ίδια και σαν αυτή που πηγάζει από τις ρίζες που έχουμε πει.

ΤΕΤΑΡΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ

Η ΠΡΩΤΗ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ ΤΩΝ ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΩΝ ΓΙΑ ΤΟ ΥΠΟΚΕΙΜΕΝΟ ΚΑΙ Η ΜΟΡΦΗ ΤΗΣ ΑΡΧΗΣ ΤΟΥ ΑΠΟΧΡΩΝΤΟΣ ΛΟΓΟΥ ΠΟΥ ΚΥΡΙΑΡΧΕΙ ΣΕ ΑΥΤΗΝ

§17

Γενική εξήγηση αυτής της κατηγορίας των αντικειμένων

Η πρώτη κατηγορία των δυνατών αντικειμένων των παραστάσεών μας είναι αυτή των εποπτικών, άρτιων και εμπειρικών παραστάσεων. Είναι εποπτικές, σε αντίθεση προς τις απλά στοχασμένες, δηλαδή τις αφηρημένες έννοιες. Άρτιες εφόσον σύμφωνα με τη διάκριση του Καντ δεν περιέχουν μόνο το μορφικό παρά επίσης και το υλικό στοιχείο των φαινομένων. Εμπειρικές, εν μέρει εφόσον δεν δημιουργούνται από απλές συνδέσεις σκέψεων, παρά έχουν την πηγή τους στον ερεθισμό των αισθήσεων του επιδεκτικού στους ερεθισμούς σώματός μας, στην οποία και παραπέμπουν πάντοτε για την επιβεβαίωση της πραγματικότητάς τους, εν μέρει, επίσης, γιατί σύμφωνα με τους  νόμους του χώρου, του χρόνου και της αιτιότητας είναι συνδεδεμένες με εκείνο το χωρίς τέλος και χωρίς αρχή σύμπλεγμα που αποτελεί την εμπειρική πραγματικότητα. Αφού όμως αυτή, σύμφωνα με τον Καντ, δεν αναιρεί την υπερβατική ιδανικότητά τους, μας ενδιαφέρουν εδώ, όπου γίνεται λόγος για τα μορφικά στοιχεία της απόκτησης γνώσης των πραγμάτων, μόνο σαν παραστάσεις.

§18

Περίγραμμα μιας υπερβατικής ανάλυσης της εμπειρικής πραγματικότητας

Οι μορφές αυτών των παραστάσεων είναι αυτές της εσωτερικής και εξωτερικής αίσθησης, χρόνος και χώρος. Αλλά μόνο όταν αποκτούν περιεχόμενο γίνονται αντιληπτές. Η αντιληπτικότητά τους είναι η ύλη στην εξέταση της οποίας θα επανέλθω (521)

Αν ο χρόνος αποτελούσε τη μοναδική μορφή αυτών των παραστάσεων, τότε δεν θα υπήρχε τίποτα που να γίνεται συγχρόνως, και έτσι τίποτα το σταθερό και καμία διάρκεια. Γιατί ο χρόνος γίνεται αντιληπτός μόνο όταν αποκτάει περιεχόμενο, και η ροή του μόνο μέσα από την αλλαγή αυτού που περιέχει. Η σταθερότητα επομένως ενός αντικειμένου γίνεται αντιληπτή μόνο μέσα από την αλλαγή άλλων που υπάρχουν συγχρόνως με αυτό. Η παράσταση του συγχρόνου όμως δεν είναι δυνατή μόνο μέσα στο χρόνο, παρά στο άλλο μισό εξαρτάται από την παράσταση του χώρου. Γιατί στον χρόνο μόνο είναι όλα διαδοχικά, στον χώρο όμως παράλληλα: η παράσταση του συγχρόνου δημιουργείται λοιπόν μόνο μέσα από την ένωση χρόνου και χώρου.

Αν από την άλλη πλευρά ο χώρος ήταν η μοναδική μορφή των παραστάσεων αυτής της κατηγορίας, τότε δεν θα υπήρχε καμία αλλαγή. Γιατί αλλαγή ή μεταβολή της κατηγορίας, τότε είναι αλληλουχία των καταστάσεων, και αλληλουχία είναι δυνατή μόνο στον χρόνο. Γι' αυτό μπορεί κανείς να ορίσει τον χρόνο σαν τη δυνατότητα αντιτιθέμενων προορισμών για το ίδιο πράγμα.

Βλέπουμε δηλαδή ότι οι δυο μορφές των εμπειρικών παραστάσεων, παρόλο που έχουν σαν κοινό χαρακτηριστικό τη δίχως τέλος διαίρεση και τη δίχως τέλος επέκταση, όμως είναι βασικά διαφορετικές στο ότι αυτό που είναι ουσιαστικό για τη μία, για την άλλη δεν έχει καμία σημασία: η παραλληλότητα δεν έχει καμία σημασία στον χρόνο, η διαδοχικότητα καμία στο χώρο. Οι εμπειρικές παραστάσεις που ανήκουν στο νομοτελειακό σύμπλεγμα της πραγματικότητας, εμφανίζονται όμως και στις δύο μορφές συγχρόνως, και μάλιστα μια εσώτερη ένωση και των δύο είναι η προϋπόθεση της πραγματικότητας, η οποία κατά κάποιο τρόπο δημιουργείται όπως ένα προϊόν από το εργαστήρι του. Αυτό που δημιουργεί αυτή την ένωση είναι ο νους, ο οποίος μέσα από την ιδιαίτερη λειτουργία που τον χαρακτηρίζει ενώνει εκείνες τις ετερογενείς μορφές της αισθησιακής αντίληψης, έτσι που μέσα από την αμοιβαία τους διείσδυση, αν και  μόνο για αυτόν τον ίδιο, προβάλλει η εμπειρική πραγματικότητα σαν μια ολική παράσταση, η οποία σχηματίζει ένα σύμπλεγμα, με προβληματικά όμως όρια, που στηρίζεται στην αρχή του αποχρώντος λόγου, του οποίου συμπλέγματος μέρη είναι όλες οι μεμονωμένες παραστάσεις που  ανήκουν σε αυτή  καί οι οποίες παίρνουν θέση μέσα σε αυτό σύμφωνα με τήν κατηγορία, μέ νόμους που μας είναι a priori συνειδητοί. Έτσι σε αυτό το σύμπλεγμα των παραστάσεων υπάρχουν αμέτρητα αντικείμενα συγχρόνως, γιατί ανεξάρτητα από την αδιάκοπη ροή του χρόνου, η ουσία, δηλαδή η ύλη, παραμένει σε αυτό σταθερή, και επίσης, ανεξάρτητα από την ακινησία του χώρου, οι καταστάσεις τους μεταβάλλονται. Είναι με μια λέξη ένα σύμπλεγμα παραστάσεων στο οποίο υπάρχει για εμάς ολόκληρος ο αντικειμενικός, πραγματικός κόσμος. Την ανάπτυξη της ανάλυσης της εμπειρικής πραγματικότητας που δόθηκε εδώ σε περίγραμμα, μέσα από μια πιο κοντινή εξέταση του τρόπου κατά τον οποίο, με τη λειτουργία της νόησης, δημιουργείται εκείνη η ένωση, και με αυτήν ο εμπειρικός κόσμος, θα βρει ο αναγνώστης στο κύριο έργο μου Ο κόσμος ως βούληση και παράσταση, όπου ιδιαίτερα φωτίζεται το πώς συγκλίνουν οι αντιθέσεις του χώρου και του χρόνου στην ύλη, σαν το προϊόν τους που παρουσιάζεται με τη μορφή της αιτιότητας. Η λειτουργία του νου η οποία αποτελεί τη βάση της εμπειρικής πραγματικότητας θα αναπτυχθεί παρακάτω· μόνο πρέπει προηγουμένως, μέσα από συνοπτικές εξηγήσεις, να αποδυναμωθούν οι αντικρούσεις που θα μπορούσε να συναντήσει η βασική ιδεαλιστική θεώρηση που ακολουθείται εδώ.

§19


Άμεσο παρόν των παραστάσεων

Δεν υπάρχουν σχόλια: