Συνέχεια από Τρίτη 27. Ιανουαρίου 2026
Ο «Νεοπλατωνισμός» του Βασιλείου: Το υπόβαθρο και η φύση του 12John M. Rist
ΙΙΙ. ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ ΚΑΙΣΑΡΕΙΑΣ
Δ. Το De Spiritu Sancto εκτός του κεφαλαίου 9
Ο Dehnhard διαπιστώνει ότι στο κεφάλαιο 9 του De Sp. S. ο Βασίλειος αναπτύσσει το πλωτινικό υλικό από το De sp. για τους δικούς του νέους σκοπούς· δεν εξετάζει, ωστόσο, άλλα κεφάλαια του De Sp. S. όπου ο Βασίλειος ενδέχεται να εξαρτάται είτε από τον Πλωτίνο είτε από το De sp.. Καθίσταται πλέον αναγκαίο να εξετασθεί κατά πόσον αυτός ο περιορισμός είναι εύλογος.
Διάφορα άλλα «πλωτινικά» χωρία του De Sp. S. έχουν προταθεί, για παράδειγμα από τον Henry στα États: 16.38, 17.41, 18.44, 18.45, 18.47, 30.77. Ο Pruche, στην έκδοσή του τού De Sp. S., αποδέχεται τα περισσότερα από αυτά, άλλοτε μεταβάλλοντας ελαφρώς το κείμενο των Ἐννεάδων στο οποίο υποτίθεται ότι υπαινίσσεται ο Βασίλειος. Επιπλέον, προσθέτει μια σύγκριση μεταξύ του 22.53 και της Ἐννεάδος 1.7.1, αν και σημειώνει ορθότερα ότι το εν λόγω κεφάλαιο έχει γενικώς μια «saveur platonicienne» — με την έκφραση αυτή εννοεί άμεση αναφορά στον Πλάτωνα²⁶⁴ όσο και στον Πλωτίνο· και πράγματι δεν υπάρχει καμία συγκεκριμένη αναφορά στον Πλωτίνο.
Τέλος, ο Pruche δεν εντοπίζει καμία ιδιαίτερη υπαινικτική αναφορά στον Πλωτίνο στο κεφάλαιο 30, όπου αυτή αναγνωρίζεται από τον Henry· στη σχετική του σημείωση αναφέρεται μόνον γενικώς στην επιστροφή στον παγανισμό, την οποία ο Βασίλειος υποδηλώνει ως χαρακτηριστική των Αρειανών. Πριν εξετασθεί, λοιπόν, το κεφάλαιο 9 του De Sp. S., προτείνω να συζητηθούν διαδοχικά οι άλλες πιθανές αναφορές στον Πλωτίνο μέσα στο De Sp. S.
i. De Sp. S. 16.38.20–21
καὶ μηδεὶς οἰέσθω με ἢ τρεῖς εἶναι λέγειν ἀρχικὰς ὑποστάσεις
Πρόκειται για ένα από τα πλέον γνωστά υποτιθέμενα παραθέματα του Πλωτίνου στον Βασίλειο· παρατίθεται ως τέτοιο, λόγου χάριν, από τον Henry στα États, από τους Henry και Schwyzer στην έκδοσή τους του Πλωτίνου, καθώς και από τον Pruche στην έκδοσή του του De Sp. S.. Το χωρίο αυτό δεν απαντά στο De sp. και, συνεπώς, δεν θα μπορούσε να προέρχεται από αυτή την πηγή.
Ωστόσο, απαντά σε ένα από τα παραθέματα του Πλωτίνου που διασώζονται στον Εὐσέβιο²⁶⁵, έργο το οποίο ο Βασίλειος ασφαλώς είχε διαβάσει. Καθεαυτό, λοιπόν, το χωρίο δεν παρέχει καμία απόδειξη ότι ο Βασίλειος είχε διαβάσει τον Πλωτίνο είτε στην έκδοση του Πορφυρίου είτε σε εκείνη του Εὐστοχίου.
Πρέπει επίσης να ληφθεί υπόψη το συμφραζόμενο: ο Βασίλειος απορρίπτει μια ερμηνεία των λόγων του που θα τον καθιστούσε, στην ουσία, διδάσκαλο του τριθεϊσμού και μιας διδασκαλίας που καθιστά την «ἐνέργεια τοῦ Υἱοῦ» ἀτελῆ. Με τη διατύπωση που συνήθιζαν να χρησιμοποιούν οι Χριστιανοί της εποχής, δηλώνει ότι δεν είναι ούτε εἰδωλολάτρης ούτε Ἰουδαῖος (δεδομένου ότι οι υποταξιανοί, δηλαδή όσοι μείωναν τη σημασία του Υἱοῦ, κατηγορούνταν συχνά ότι ἰουδαΐζουν).
Πρέπει, ωστόσο, να παραδεχθούμε ότι ο όρος ἀρχικός δεν απαντά συνήθως σε τέτοιες συζητήσεις· συχνότερα γίνεται λόγος, όπως στον Ἀθανάσιο, για μερισμέναι ὑποστάσεις²⁶⁶. Εδώ αναφέρεται ασφαλώς και απορρίπτεται μια διαίρεση της θεότητας, όπως ακριβώς την απορρίπτει και ο Βασίλειος στο παρόν χωρίο. Προφανώς, κανένας Χριστιανός δεν θα έλεγε καθαυτόν ότι υπάρχουν περισσότερες από μία ἀρχή ή ἀρχικὴ ὑπόστασις.
Η γλώσσα που χρησιμοποιεί ο Βασίλειος είναι, επομένως, παγανιστικής προέλευσης, αν και ενδέχεται να την άκουσε, στο πλαίσιο πολεμικής, από κάποιον χριστιανό αντίπαλο. Αν συνέβη αυτό, ο αντίπαλος εκείνος — όχι κατ’ ανάγκην ο ίδιος ο Βασίλειος — μπορεί να γνώριζε την προέλευσή της. Σε κάθε περίπτωση, δεν σημειώνεται καμία πρόοδος ως προς τη διαλεύκανση του ζητήματος.
Αν το χωρίο έφθασε στον Βασίλειο από πηγή άλλη από τον Εὐσέβιο, και αν — όπως θα υποστηρίξω — είναι πιθανότερο ότι πρόκειται για ευσεβιανό υλικό παρά για άμεση πρόσληψη του Πλωτίνου, το μόνο βέβαιο που γνωρίζουμε είναι ότι δεν προέρχεται από το De sp.
ii. De Sp. S. 17.41
Η ενότητα αυτή πραγματεύεται την έννοια της ὑπαριθμήσεως και, σύμφωνα με τον Pruche²⁶⁷, ο Βασίλειος πιθανότατα έχει κατά νου τη στωική και τη νεοπλατωνική φιλοσοφία όταν λέγει ότι η έννοια αυτή προέρχεται από «τὴν σοφίαν τοῦ κόσμου». Ο Henry είναι κάπως πιο επιφυλακτικός²⁶⁸, αλλά θεωρεί ότι ο Βασίλειος έχει πρωτίστως υπόψη του τον νεοπλατωνισμό.
Ωστόσο, δεν υπάρχει κανένας λόγος να πιστεύουμε ότι ο ίδιος ο όρος είναι νεοπλατωνικός. Οι αντίπαλοι του Βασιλείου, όπως υποδηλώνει το λήμμα ὑπαρίθμησις στο PGL, είναι κατά πάσα πιθανότητα Ἀνόμοιοι κάποιου είδους, των οποίων η πηγή μπορεί να ήταν ήδη ένα έργο στωικής ή αριστοτελικής τεχνολογίας, αλλά πάντως δεν ήταν νεοπλατωνική. Στην πραγματικότητα, πρέπει να παραδεχθούμε ότι δεν γνωρίζουμε την ακριβή προέλευση της τεχνικής γλώσσας αυτού του κεφαλαίου· το μόνο που φαίνεται να γνωρίζουμε είναι ότι δεν είναι ούτε πλατωνική ούτε νεοπλατωνική.
Δεν διακρίνω καμία ένδειξη ότι οι άλλοι υποτιθέμενοι παραλληλισμοί που σημειώνονται από τον Henry στα États είναι πράγματι παραλληλισμοί. Τα σχετικά ζητήματα έχουν ήδη συζητηθεί.
iii. De Sp. S. 18.44–45
Σύμφωνα με τον Henry²⁶⁹, ο πολυθεϊσμός που απορρίπτεται εδώ είναι ασφαλώς η θεωρία των τριών ὑποστάσεων όπως διδάσκεται στην Ἐννεάδα 5.1. Όμως, η συζήτησή μας για τις παραδόσεις του Μέσου Πλατωνισμού αρκεί για να μας υπενθυμίσει²⁷⁰ ότι τόσο οι Μέσοι Πλατωνικοί όσο και οι Χριστιανοί που επηρεάστηκαν από αυτούς πριν από την εποχή του Πλωτίνου συνήθιζαν να μιλούν για πρώτο, δεύτερο και τρίτο Θεό.
Αναμφίβολα, τα χωρία αυτά του De Sp. S. αναφέρονται σε μια θεωρία τριών ἀρχῶν· και αναμφίβολα ο Πλωτίνος υποστήριζε μια τέτοια θεωρία. Από αυτό, όμως, δεν έπεται ότι ο Βασίλειος είχε τον Πλωτίνο κατά νου ολοκληρωτικά ή πρωτίστως· ούτε καν ότι τον είχε υπόψη του καθόλου. Όπως και στη γλώσσα του κεφαλαίου 17, ο Βασίλειος έχει επαρκείς χριστιανούς αντιπάλους για να εξηγηθεί η απόρριψη του υποταξιανισμού. Πρέπει επίσης να προσθέσουμε ότι το σύντομο De sp., το οποίο δεν μιλά για τρεις ἀρχές, δεν αποτελεί την πηγή του De Sp. S. στα σημεία αυτά.
Τέλος, ο Pruche μας πληροφορεί²⁷¹ ότι η πλωτινική έμπνευση του τύπου μονὰς πρὸς μονάδα φαίνεται να είναι πέραν πάσης αμφιβολίας. Η διατύπωση του Πλωτίνου είναι βεβαίως μόνος πρὸς μόνον²⁷², και — αν αυτό έχει κατά νου ο Pruche — πρέπει να παρατηρηθεί ότι δεν πρόκειται για φράση ιδιαιτέρως πλωτινική²⁷³ (αν και στον εικοστό αιώνα μπορεί να φαίνεται τέτοια). Ούτε στο De Sp. S. αξιοποιεί ο Βασίλειος την ειδική χρήση που κάνει ο Πλωτίνος του μόνος πρὸς μόνον, η οποία αναφέρεται στη σχέση της ψυχής προς τον Θεό.
iv. De Sp. S. 18.47
Και πάλι έχουμε ένα χωρίο που μιλά για πρώτο, δεύτερο και τρίτο Θεό· και πάλι δεν υπάρχει κανένας λόγος να διακρίνει κανείς κάποια συγκεκριμένη υπαινικτική αναφορά στην Ἐννεάδα 5.1, όπως πράττει ο Henry, στηριζόμενος απλώς στις λέξεις τρίτη δὲ ἡ τῆς ψυχῆς φύσις … τρίττα που απαντούν στο 5.1.10.1–6. Πιο πρωτότυπα, ο Pruche εντοπίζει μια υπαινικτική αναφορά στην Ἐννεάδα 5.4.1.4, αλλά ούτε αυτή η υπόθεση είναι πειστικότερη.
Και εδώ, βεβαίως, γίνεται λόγος για πρώτο, δεύτερο και τρίτο· αλλά και πάλι δεν υπάρχει λόγος να υποθέσουμε ότι ο Βασίλειος έχει κατά νου αυτό το συγκεκριμένο κείμενο. Η Ἐννεάδα 5.4 δεν παρατίθεται ούτε από τον Εὐσέβιο ούτε από τον συγγραφέα του De sp.· αν ο Βασίλειος στο De Sp. S. 18 σκεπτόταν το 5.4, θα έπρεπε να γνωρίζει τον Πλωτίνο από πρώτο χέρι. Όμως απέχουμε πολύ από το να μπορούμε να αποδείξουμε ότι υπερβαίνει αυτό που αποτελούσε ένα κοινό τόπο τόσο του Μέσου Πλατωνισμού όσο και του Νεοπλατωνισμού.²⁷⁴
v. De Sp. S. 30.77
Το χωρίο αυτό μας πληροφορεί ότι όσοι συγχέουν τα πρόσωπα (οι Σαβελλιανοί) ἰουδαΐζουν, ενώ όσοι αντιπαραθέτουν τις φύσεις (οι Ἀρειανοί) ἐθνικίζουν· μια κατηγορία καθιερωμένη, όπως έχει ήδη υποδείξει η συζήτησή μας για το 16.38. Ο Pruche ορθώς αρνείται να ακολουθήσει εδώ τον Henry· συνεπώς, δεν διακρίνει καμία ειδική αναφορά στον Πλωτίνο.
Με αυτό φθάνουμε στο τέλος της συζήτησής μας των χωρίων του De Sp. S. εκτός του κεφαλαίου 9, στα οποία έχει κατά καιρούς υποστηριχθεί ότι ο Βασίλειος χρησιμοποιεί τον Πλωτίνο. Το συμπέρασμά μας πρέπει να είναι ότι σε αυτές τις ενότητες ο Βασίλειος δεν χρησιμοποιεί τον Πλωτίνο μέσω του De sp., ούτε υπαινίσσεται προφανώς κάποιο κείμενο των Ἐννεάδων είτε άμεσα είτε μέσω των παραθεμάτων του Εὐσεβίου.
Η μόνη μας επιφύλαξη αφορά τον τίτλο τρεῖς ἀρχικαὶ ὑποστάσεις — και αυτός, όπως είδαμε, δεν παρέχει καμία σαφή ένδειξη άμεσης επαφής με το κείμενο του Πλωτίνου. Πιθανότερο από το ότι ο Βασίλειος σκεπτόταν ειδικά τον Πλωτίνο, όταν χρησιμοποίησε τον τίτλο — και μόνο τον τίτλο — της Ἐννεάδος 5.1 στο De Sp. S. 16, είναι ότι η φράση ἀρχικαὶ ὑποστάσεις, ενδεχομένως αρχικά επινοημένη από τον Πλωτίνο, σήμαινε ήδη στον καιρό του Βασιλείου ένα γνωστό και απορριπτέο σύνολο στάσεων.
Παραμένει, βεβαίως, δυνατό ότι αυτή η εκτίμηση είναι εσφαλμένη και ότι ο Βασίλειος άντλησε τον τίτλο — και μόνον αυτόν — απευθείας από τον Πλωτίνο, ή πιθανότερα από τον Πλωτίνο μέσω της Praeparatio evangelica του Εὐσεβίου.
Επανέρχομαι στο De sp. Αν ο Βασίλειος συνέγραψε το De sp., τότε γνώριζε περισσότερα για την Ἐννεάδα 5.1 απ’ όσα θα μπορούσε να βρει στον Εὐσέβιο και πιθανότατα γνώριζε τον τίτλο της πραγματείας τόσο απευθείας όσο και μέσω του Εὐσεβίου. Κατά συνέπεια, αυξάνεται η πιθανότητα να χρησιμοποιεί το 5.1 άμεσα κάπου στο De Sp. S., αν και παραμένει η ιδιομορφία ότι μόνο ο τίτλος μοιάζει να αποτελεί συγκεκριμένη αναφορά στο De Sp. S. (εκτός του κεφαλαίου 9) προς την Ἐννεάδα 5.1.
Σε κάθε περίπτωση, έχουμε ήδη παρατηρήσει ότι το ζήτημα της συγγραφής του De sp. παραμένει ανοικτό. Και αν ο Βασίλειος δεν συνέγραψε το De sp., δεν μπορούμε καν να ισχυρισθούμε ότι γνώριζε από τον Πλωτίνο ποιος ήταν ο τίτλος της Ἐννεάδος 5.1. Αν ο Βασίλειος είναι ξένος προς το De sp., τότε η γνώση του τίτλου του 5.1 στο De Sp. S. 16 προέρχεται από τον Εὐσέβιο ή από κάποια άλλη, σήμερα μη ανιχνεύσιμη, πηγή.
Σημειώσεις:
261. Dehnhard, Das Problem, σσ. 32–38.
262. Gribomont, κριτική του έργου του Dehnhard, σ. 492.
263. Όπ. παρ., σ. 491.
264. Philebus 67A· Phaedrus 250c–d· Republic 611B κ.ε.
265. Praeparatio evangelica 11.16.4.
266. Βλ. έτσι τον Ἀθανάσιο, Expositio fidei 2. Το σημείο διατυπώνεται σαφώς από τον Διονύσιο Ρώμης (επιχειρηματολογώντας εναντίον των Σαβελλιανών), παρατιθέμενο από τον Ἀθανάσιο, De decretis 26.
267. B. Pruche, Basile de Césarée, Sur le Saint Esprit (Παρίσι 1968), σ. 392.
268. États, σ. 183.
269. États, σ. 183.
270. Για περαιτέρω υπενθυμίσεις βλ. Dillon, The Middle Platonists, σσ. 367 κ.ε.
271. Basile, σ. 408.
272. 6.9.11 κ.ε.
273. Βλ. E. Peterson, «Herkunft und Bedeutung der ΜΟΝΟΣ ΠΡΟΣ ΜΟΝΟΝ-Formel bei Plotin», Philologus 88 (1933), σσ. 30–41.
274. Ίσως θα έπρεπε να σημειωθεί ότι ο Pruche (Basile, σ. 413) θεωρεί πως ο Βασίλειος υπαινίσσεται, με τη φράση δόγμα τῆς μοναρχίας, τον Διονύσιο Ρώμης (στον Ἀθανάσιο, De decretis 26), μια πιθανή πηγή την οποία έχουμε ήδη εξετάσει (σημ. 266) σε σχέση με τον λόγο περί τριών ὑποστάσεων.
Συνεχίζεται με:
E. De Spiritu και De Spiritu Sancto 9
ΙΙΙ. ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ ΚΑΙΣΑΡΕΙΑΣ
Δ. Το De Spiritu Sancto εκτός του κεφαλαίου 9
Ο Dehnhard διαπιστώνει ότι στο κεφάλαιο 9 του De Sp. S. ο Βασίλειος αναπτύσσει το πλωτινικό υλικό από το De sp. για τους δικούς του νέους σκοπούς· δεν εξετάζει, ωστόσο, άλλα κεφάλαια του De Sp. S. όπου ο Βασίλειος ενδέχεται να εξαρτάται είτε από τον Πλωτίνο είτε από το De sp.. Καθίσταται πλέον αναγκαίο να εξετασθεί κατά πόσον αυτός ο περιορισμός είναι εύλογος.
Διάφορα άλλα «πλωτινικά» χωρία του De Sp. S. έχουν προταθεί, για παράδειγμα από τον Henry στα États: 16.38, 17.41, 18.44, 18.45, 18.47, 30.77. Ο Pruche, στην έκδοσή του τού De Sp. S., αποδέχεται τα περισσότερα από αυτά, άλλοτε μεταβάλλοντας ελαφρώς το κείμενο των Ἐννεάδων στο οποίο υποτίθεται ότι υπαινίσσεται ο Βασίλειος. Επιπλέον, προσθέτει μια σύγκριση μεταξύ του 22.53 και της Ἐννεάδος 1.7.1, αν και σημειώνει ορθότερα ότι το εν λόγω κεφάλαιο έχει γενικώς μια «saveur platonicienne» — με την έκφραση αυτή εννοεί άμεση αναφορά στον Πλάτωνα²⁶⁴ όσο και στον Πλωτίνο· και πράγματι δεν υπάρχει καμία συγκεκριμένη αναφορά στον Πλωτίνο.
Τέλος, ο Pruche δεν εντοπίζει καμία ιδιαίτερη υπαινικτική αναφορά στον Πλωτίνο στο κεφάλαιο 30, όπου αυτή αναγνωρίζεται από τον Henry· στη σχετική του σημείωση αναφέρεται μόνον γενικώς στην επιστροφή στον παγανισμό, την οποία ο Βασίλειος υποδηλώνει ως χαρακτηριστική των Αρειανών. Πριν εξετασθεί, λοιπόν, το κεφάλαιο 9 του De Sp. S., προτείνω να συζητηθούν διαδοχικά οι άλλες πιθανές αναφορές στον Πλωτίνο μέσα στο De Sp. S.
i. De Sp. S. 16.38.20–21
καὶ μηδεὶς οἰέσθω με ἢ τρεῖς εἶναι λέγειν ἀρχικὰς ὑποστάσεις
Πρόκειται για ένα από τα πλέον γνωστά υποτιθέμενα παραθέματα του Πλωτίνου στον Βασίλειο· παρατίθεται ως τέτοιο, λόγου χάριν, από τον Henry στα États, από τους Henry και Schwyzer στην έκδοσή τους του Πλωτίνου, καθώς και από τον Pruche στην έκδοσή του του De Sp. S.. Το χωρίο αυτό δεν απαντά στο De sp. και, συνεπώς, δεν θα μπορούσε να προέρχεται από αυτή την πηγή.
Ωστόσο, απαντά σε ένα από τα παραθέματα του Πλωτίνου που διασώζονται στον Εὐσέβιο²⁶⁵, έργο το οποίο ο Βασίλειος ασφαλώς είχε διαβάσει. Καθεαυτό, λοιπόν, το χωρίο δεν παρέχει καμία απόδειξη ότι ο Βασίλειος είχε διαβάσει τον Πλωτίνο είτε στην έκδοση του Πορφυρίου είτε σε εκείνη του Εὐστοχίου.
Πρέπει επίσης να ληφθεί υπόψη το συμφραζόμενο: ο Βασίλειος απορρίπτει μια ερμηνεία των λόγων του που θα τον καθιστούσε, στην ουσία, διδάσκαλο του τριθεϊσμού και μιας διδασκαλίας που καθιστά την «ἐνέργεια τοῦ Υἱοῦ» ἀτελῆ. Με τη διατύπωση που συνήθιζαν να χρησιμοποιούν οι Χριστιανοί της εποχής, δηλώνει ότι δεν είναι ούτε εἰδωλολάτρης ούτε Ἰουδαῖος (δεδομένου ότι οι υποταξιανοί, δηλαδή όσοι μείωναν τη σημασία του Υἱοῦ, κατηγορούνταν συχνά ότι ἰουδαΐζουν).
Πρέπει, ωστόσο, να παραδεχθούμε ότι ο όρος ἀρχικός δεν απαντά συνήθως σε τέτοιες συζητήσεις· συχνότερα γίνεται λόγος, όπως στον Ἀθανάσιο, για μερισμέναι ὑποστάσεις²⁶⁶. Εδώ αναφέρεται ασφαλώς και απορρίπτεται μια διαίρεση της θεότητας, όπως ακριβώς την απορρίπτει και ο Βασίλειος στο παρόν χωρίο. Προφανώς, κανένας Χριστιανός δεν θα έλεγε καθαυτόν ότι υπάρχουν περισσότερες από μία ἀρχή ή ἀρχικὴ ὑπόστασις.
Η γλώσσα που χρησιμοποιεί ο Βασίλειος είναι, επομένως, παγανιστικής προέλευσης, αν και ενδέχεται να την άκουσε, στο πλαίσιο πολεμικής, από κάποιον χριστιανό αντίπαλο. Αν συνέβη αυτό, ο αντίπαλος εκείνος — όχι κατ’ ανάγκην ο ίδιος ο Βασίλειος — μπορεί να γνώριζε την προέλευσή της. Σε κάθε περίπτωση, δεν σημειώνεται καμία πρόοδος ως προς τη διαλεύκανση του ζητήματος.
Αν το χωρίο έφθασε στον Βασίλειο από πηγή άλλη από τον Εὐσέβιο, και αν — όπως θα υποστηρίξω — είναι πιθανότερο ότι πρόκειται για ευσεβιανό υλικό παρά για άμεση πρόσληψη του Πλωτίνου, το μόνο βέβαιο που γνωρίζουμε είναι ότι δεν προέρχεται από το De sp.
ii. De Sp. S. 17.41
Η ενότητα αυτή πραγματεύεται την έννοια της ὑπαριθμήσεως και, σύμφωνα με τον Pruche²⁶⁷, ο Βασίλειος πιθανότατα έχει κατά νου τη στωική και τη νεοπλατωνική φιλοσοφία όταν λέγει ότι η έννοια αυτή προέρχεται από «τὴν σοφίαν τοῦ κόσμου». Ο Henry είναι κάπως πιο επιφυλακτικός²⁶⁸, αλλά θεωρεί ότι ο Βασίλειος έχει πρωτίστως υπόψη του τον νεοπλατωνισμό.
Ωστόσο, δεν υπάρχει κανένας λόγος να πιστεύουμε ότι ο ίδιος ο όρος είναι νεοπλατωνικός. Οι αντίπαλοι του Βασιλείου, όπως υποδηλώνει το λήμμα ὑπαρίθμησις στο PGL, είναι κατά πάσα πιθανότητα Ἀνόμοιοι κάποιου είδους, των οποίων η πηγή μπορεί να ήταν ήδη ένα έργο στωικής ή αριστοτελικής τεχνολογίας, αλλά πάντως δεν ήταν νεοπλατωνική. Στην πραγματικότητα, πρέπει να παραδεχθούμε ότι δεν γνωρίζουμε την ακριβή προέλευση της τεχνικής γλώσσας αυτού του κεφαλαίου· το μόνο που φαίνεται να γνωρίζουμε είναι ότι δεν είναι ούτε πλατωνική ούτε νεοπλατωνική.
Δεν διακρίνω καμία ένδειξη ότι οι άλλοι υποτιθέμενοι παραλληλισμοί που σημειώνονται από τον Henry στα États είναι πράγματι παραλληλισμοί. Τα σχετικά ζητήματα έχουν ήδη συζητηθεί.
iii. De Sp. S. 18.44–45
Σύμφωνα με τον Henry²⁶⁹, ο πολυθεϊσμός που απορρίπτεται εδώ είναι ασφαλώς η θεωρία των τριών ὑποστάσεων όπως διδάσκεται στην Ἐννεάδα 5.1. Όμως, η συζήτησή μας για τις παραδόσεις του Μέσου Πλατωνισμού αρκεί για να μας υπενθυμίσει²⁷⁰ ότι τόσο οι Μέσοι Πλατωνικοί όσο και οι Χριστιανοί που επηρεάστηκαν από αυτούς πριν από την εποχή του Πλωτίνου συνήθιζαν να μιλούν για πρώτο, δεύτερο και τρίτο Θεό.
Αναμφίβολα, τα χωρία αυτά του De Sp. S. αναφέρονται σε μια θεωρία τριών ἀρχῶν· και αναμφίβολα ο Πλωτίνος υποστήριζε μια τέτοια θεωρία. Από αυτό, όμως, δεν έπεται ότι ο Βασίλειος είχε τον Πλωτίνο κατά νου ολοκληρωτικά ή πρωτίστως· ούτε καν ότι τον είχε υπόψη του καθόλου. Όπως και στη γλώσσα του κεφαλαίου 17, ο Βασίλειος έχει επαρκείς χριστιανούς αντιπάλους για να εξηγηθεί η απόρριψη του υποταξιανισμού. Πρέπει επίσης να προσθέσουμε ότι το σύντομο De sp., το οποίο δεν μιλά για τρεις ἀρχές, δεν αποτελεί την πηγή του De Sp. S. στα σημεία αυτά.
Τέλος, ο Pruche μας πληροφορεί²⁷¹ ότι η πλωτινική έμπνευση του τύπου μονὰς πρὸς μονάδα φαίνεται να είναι πέραν πάσης αμφιβολίας. Η διατύπωση του Πλωτίνου είναι βεβαίως μόνος πρὸς μόνον²⁷², και — αν αυτό έχει κατά νου ο Pruche — πρέπει να παρατηρηθεί ότι δεν πρόκειται για φράση ιδιαιτέρως πλωτινική²⁷³ (αν και στον εικοστό αιώνα μπορεί να φαίνεται τέτοια). Ούτε στο De Sp. S. αξιοποιεί ο Βασίλειος την ειδική χρήση που κάνει ο Πλωτίνος του μόνος πρὸς μόνον, η οποία αναφέρεται στη σχέση της ψυχής προς τον Θεό.
iv. De Sp. S. 18.47
Και πάλι έχουμε ένα χωρίο που μιλά για πρώτο, δεύτερο και τρίτο Θεό· και πάλι δεν υπάρχει κανένας λόγος να διακρίνει κανείς κάποια συγκεκριμένη υπαινικτική αναφορά στην Ἐννεάδα 5.1, όπως πράττει ο Henry, στηριζόμενος απλώς στις λέξεις τρίτη δὲ ἡ τῆς ψυχῆς φύσις … τρίττα που απαντούν στο 5.1.10.1–6. Πιο πρωτότυπα, ο Pruche εντοπίζει μια υπαινικτική αναφορά στην Ἐννεάδα 5.4.1.4, αλλά ούτε αυτή η υπόθεση είναι πειστικότερη.
Και εδώ, βεβαίως, γίνεται λόγος για πρώτο, δεύτερο και τρίτο· αλλά και πάλι δεν υπάρχει λόγος να υποθέσουμε ότι ο Βασίλειος έχει κατά νου αυτό το συγκεκριμένο κείμενο. Η Ἐννεάδα 5.4 δεν παρατίθεται ούτε από τον Εὐσέβιο ούτε από τον συγγραφέα του De sp.· αν ο Βασίλειος στο De Sp. S. 18 σκεπτόταν το 5.4, θα έπρεπε να γνωρίζει τον Πλωτίνο από πρώτο χέρι. Όμως απέχουμε πολύ από το να μπορούμε να αποδείξουμε ότι υπερβαίνει αυτό που αποτελούσε ένα κοινό τόπο τόσο του Μέσου Πλατωνισμού όσο και του Νεοπλατωνισμού.²⁷⁴
v. De Sp. S. 30.77
Το χωρίο αυτό μας πληροφορεί ότι όσοι συγχέουν τα πρόσωπα (οι Σαβελλιανοί) ἰουδαΐζουν, ενώ όσοι αντιπαραθέτουν τις φύσεις (οι Ἀρειανοί) ἐθνικίζουν· μια κατηγορία καθιερωμένη, όπως έχει ήδη υποδείξει η συζήτησή μας για το 16.38. Ο Pruche ορθώς αρνείται να ακολουθήσει εδώ τον Henry· συνεπώς, δεν διακρίνει καμία ειδική αναφορά στον Πλωτίνο.
Με αυτό φθάνουμε στο τέλος της συζήτησής μας των χωρίων του De Sp. S. εκτός του κεφαλαίου 9, στα οποία έχει κατά καιρούς υποστηριχθεί ότι ο Βασίλειος χρησιμοποιεί τον Πλωτίνο. Το συμπέρασμά μας πρέπει να είναι ότι σε αυτές τις ενότητες ο Βασίλειος δεν χρησιμοποιεί τον Πλωτίνο μέσω του De sp., ούτε υπαινίσσεται προφανώς κάποιο κείμενο των Ἐννεάδων είτε άμεσα είτε μέσω των παραθεμάτων του Εὐσεβίου.
Η μόνη μας επιφύλαξη αφορά τον τίτλο τρεῖς ἀρχικαὶ ὑποστάσεις — και αυτός, όπως είδαμε, δεν παρέχει καμία σαφή ένδειξη άμεσης επαφής με το κείμενο του Πλωτίνου. Πιθανότερο από το ότι ο Βασίλειος σκεπτόταν ειδικά τον Πλωτίνο, όταν χρησιμοποίησε τον τίτλο — και μόνο τον τίτλο — της Ἐννεάδος 5.1 στο De Sp. S. 16, είναι ότι η φράση ἀρχικαὶ ὑποστάσεις, ενδεχομένως αρχικά επινοημένη από τον Πλωτίνο, σήμαινε ήδη στον καιρό του Βασιλείου ένα γνωστό και απορριπτέο σύνολο στάσεων.
Παραμένει, βεβαίως, δυνατό ότι αυτή η εκτίμηση είναι εσφαλμένη και ότι ο Βασίλειος άντλησε τον τίτλο — και μόνον αυτόν — απευθείας από τον Πλωτίνο, ή πιθανότερα από τον Πλωτίνο μέσω της Praeparatio evangelica του Εὐσεβίου.
Επανέρχομαι στο De sp. Αν ο Βασίλειος συνέγραψε το De sp., τότε γνώριζε περισσότερα για την Ἐννεάδα 5.1 απ’ όσα θα μπορούσε να βρει στον Εὐσέβιο και πιθανότατα γνώριζε τον τίτλο της πραγματείας τόσο απευθείας όσο και μέσω του Εὐσεβίου. Κατά συνέπεια, αυξάνεται η πιθανότητα να χρησιμοποιεί το 5.1 άμεσα κάπου στο De Sp. S., αν και παραμένει η ιδιομορφία ότι μόνο ο τίτλος μοιάζει να αποτελεί συγκεκριμένη αναφορά στο De Sp. S. (εκτός του κεφαλαίου 9) προς την Ἐννεάδα 5.1.
Σε κάθε περίπτωση, έχουμε ήδη παρατηρήσει ότι το ζήτημα της συγγραφής του De sp. παραμένει ανοικτό. Και αν ο Βασίλειος δεν συνέγραψε το De sp., δεν μπορούμε καν να ισχυρισθούμε ότι γνώριζε από τον Πλωτίνο ποιος ήταν ο τίτλος της Ἐννεάδος 5.1. Αν ο Βασίλειος είναι ξένος προς το De sp., τότε η γνώση του τίτλου του 5.1 στο De Sp. S. 16 προέρχεται από τον Εὐσέβιο ή από κάποια άλλη, σήμερα μη ανιχνεύσιμη, πηγή.
Σημειώσεις:
261. Dehnhard, Das Problem, σσ. 32–38.
262. Gribomont, κριτική του έργου του Dehnhard, σ. 492.
263. Όπ. παρ., σ. 491.
264. Philebus 67A· Phaedrus 250c–d· Republic 611B κ.ε.
265. Praeparatio evangelica 11.16.4.
266. Βλ. έτσι τον Ἀθανάσιο, Expositio fidei 2. Το σημείο διατυπώνεται σαφώς από τον Διονύσιο Ρώμης (επιχειρηματολογώντας εναντίον των Σαβελλιανών), παρατιθέμενο από τον Ἀθανάσιο, De decretis 26.
267. B. Pruche, Basile de Césarée, Sur le Saint Esprit (Παρίσι 1968), σ. 392.
268. États, σ. 183.
269. États, σ. 183.
270. Για περαιτέρω υπενθυμίσεις βλ. Dillon, The Middle Platonists, σσ. 367 κ.ε.
271. Basile, σ. 408.
272. 6.9.11 κ.ε.
273. Βλ. E. Peterson, «Herkunft und Bedeutung der ΜΟΝΟΣ ΠΡΟΣ ΜΟΝΟΝ-Formel bei Plotin», Philologus 88 (1933), σσ. 30–41.
274. Ίσως θα έπρεπε να σημειωθεί ότι ο Pruche (Basile, σ. 413) θεωρεί πως ο Βασίλειος υπαινίσσεται, με τη φράση δόγμα τῆς μοναρχίας, τον Διονύσιο Ρώμης (στον Ἀθανάσιο, De decretis 26), μια πιθανή πηγή την οποία έχουμε ήδη εξετάσει (σημ. 266) σε σχέση με τον λόγο περί τριών ὑποστάσεων.
Συνεχίζεται με:
E. De Spiritu και De Spiritu Sancto 9
ΣΗΜΕΡΑ ΕΧΟΥΜΕ ΤΗΝ ΕΟΡΤΗ ΤΩΝ ΤΡΙΩΝ ΙΕΡΑΡΧΩΝ ΚΑΙ ΝΟΜΙΖΟΥΜΕ ΟΤΙ ΣΕ ΤΟΥΤΗ ΤΗΝ ΠΡΟΣΕΚΤΙΚΗ ΕΡΓΑΣΙΑ ΦΑΝΕΡΩΝΕΤΑΙ ΕΥΚΟΛΑ Η ΣΧΕΣΗ ΚΑΙ Η ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ ΤΟΥ ΠΝΕΥΜΑΤΟΣ ΤΩΝ ΕΝ ΛΟΓΩ ΤΡΙΩΝ ΙΕΡΑΡΧΩΝ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΜΕΣΑ ΣΤΗΝ ΟΠΟΙΑ ΑΝΕΠΝΕΑΝ ΣΤΗΝ ΕΠΟΧΗ ΤΟΥΣ ΟΠΩΣ ΣΗΜΕΡΑ ΑΝΑΠΝΕΟΥΜΕ ΣΤΟΝ ΓΕΡΜΑΝΙΚΟ ΙΔΕΑΛΙΣΜΟ. ΜΕ ΤΗΝ ΜΕΓΑΛΗ ΔΙΑΦΟΡΑ ΟΤΙ ΟΙ ΤΡΕΙΣ ΙΕΡΑΡΧΕΣ ΚΑΙ ΟΙ ΠΡΩΠΟΙ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΙ ΗΤΑΝ ΑΛΗΘΙΝΟΙ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΙ ΕΝΩ ΕΜΕΙΣ ΔΕΝ ΕΙΜΑΣΤΕ. ΕΙΜΑΣΤΕ ΔΗΘΕΝ.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου