Συνέχεια από Δευτέρα 26. Ιανουαρίου 2026
Οι συγκρούσεις του εσωτερικού μας κόσμου 6Karen Horney: Our inner conflicts
Κεφάλαιο 6
Η ιδεατή (εξιδανικευμένη) Εικόνα 1
Η συζήτησή μας για τις θεμελιώδεις στάσεις του νευρωτικού απέναντι στους άλλους μάς έχει εξοικειώσει με δύο από τους κύριους τρόπους με τους οποίους επιχειρεί να επιλύσει τις συγκρούσεις του ή, ακριβέστερα, να τις θέσει εκτός λειτουργίας. Ο ένας από αυτούς συνίσταται στην καταπίεση ορισμένων πλευρών της προσωπικότητας και στην ανάδειξη των αντιθέτων τους· ο άλλος στο να θέτει κανείς τέτοια απόσταση ανάμεσα στον εαυτό του και τους συνανθρώπους του ώστε οι συγκρούσεις να παύουν να ενεργούν. Και οι δύο αυτές διεργασίες προκαλούν ένα αίσθημα ενότητας που επιτρέπει στο άτομο να λειτουργεί, έστω και με σημαντικό κόστος για το ίδιο.¹
Μια περαιτέρω προσπάθεια, που θα περιγραφεί εδώ, είναι η δημιουργία μιας εικόνας του εαυτού όπως ο νευρωτικός πιστεύει ότι είναι, ή όπως, τη δεδομένη στιγμή, αισθάνεται ότι μπορεί ή ότι οφείλει να είναι. Συνειδητή ή ασυνείδητη, η εικόνα αυτή είναι πάντοτε σε μεγάλο βαθμό απομακρυσμένη από την πραγματικότητα, αν και η επιρροή που ασκεί στη ζωή του ατόμου είναι πράγματι πολύ πραγματική. Επιπλέον, έχει πάντοτε κολακευτικό χαρακτήρα, όπως δείχνει ένα σκίτσο στο New Yorker, όπου μια μεγαλόσωμη μεσήλικη γυναίκα βλέπει τον εαυτό της στον καθρέφτη ως μια λεπτή νεαρή κοπέλα. Τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της εικόνας ποικίλλουν και καθορίζονται από τη δομή της προσωπικότητας: μπορεί να θεωρείται εξέχουσα η ομορφιά, ή η δύναμη, [[97]] η ευφυΐα, η ιδιοφυΐα, η αγιοσύνη, η εντιμότητα, ή ό,τι άλλο. Ακριβώς στον βαθμό που η εικόνα είναι μη ρεαλιστική, τείνει να καθιστά το άτομο αλαζονικό, με την αρχική σημασία της λέξης· διότι η αλαζονεία, αν και χρησιμοποιείται συνώνυμα με την υπεροψία, σημαίνει να οικειοποιείται κανείς ιδιότητες που δεν έχει, ή που τις έχει μόνο δυνητικά αλλά όχι πραγματικά. Και όσο πιο μη ρεαλιστική είναι η εικόνα, τόσο περισσότερο καθιστά το άτομο ευάλωτο και διψασμένο για εξωτερική επιβεβαίωση και αναγνώριση. Δεν χρειαζόμαστε επιβεβαίωση για ιδιότητες για τις οποίες είμαστε βέβαιοι· όμως γινόμαστε εξαιρετικά ευερέθιστοι όταν αμφισβητούνται ψευδείς αξιώσεις.
Μπορούμε να παρατηρήσουμε αυτή την εξιδανικευμένη εικόνα στην πιο κραυγαλέα της μορφή στις μεγαλόπρεπες αντιλήψεις των ψυχωτικών· κατ’ αρχήν όμως τα χαρακτηριστικά της είναι τα ίδια και στους νευρωτικούς. Εδώ είναι λιγότερο φαντασμαγορική, αλλά μπορεί να είναι εξίσου πραγματική γι’ αυτούς. Αν θεωρήσουμε τον βαθμό απομάκρυνσης από την πραγματικότητα ως το κριτήριο που διακρίνει τις ψυχώσεις από τις νευρώσεις, μπορούμε να δούμε την εξιδανικευμένη εικόνα ως ένα κομμάτι ψύχωσης υφασμένο μέσα στην ύφανση της νεύρωσης.
Σε όλα τα ουσιώδη της στοιχεία, η εξιδανικευμένη εικόνα είναι ένα ασυνείδητο φαινόμενο. Αν και η αυτοδιόγκωσή του μπορεί να είναι προφανής ακόμη και σε έναν αμύητο παρατηρητή, ο νευρωτικός δεν έχει επίγνωση ότι εξιδανικεύει τον εαυτό του. Ούτε γνωρίζει τι παράξενο συνονθύλευμα χαρακτηριστικών συναρμολογείται εδώ. Μπορεί να έχει μια αόριστη αίσθηση ότι επιβάλλει στον εαυτό του υψηλές απαιτήσεις, αλλά συγχέοντας αυτές τις τελειοθηρικές απαιτήσεις με γνήσια ιδανικά, δεν αμφισβητεί καθόλου την εγκυρότητά τους και, μάλιστα, είναι μάλλον περήφανος γι’ αυτές.
Πώς η δημιουργία αυτή επηρεάζει τη στάση του απέναντι στον εαυτό του [[98]] ποικίλλει από άτομο σε άτομο και εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από το επίκεντρο του ενδιαφέροντος. Αν το ενδιαφέρον του νευρωτικού έγκειται στο να πείσει τον εαυτό του ότι είναι η εξιδανικευμένη του εικόνα, τότε αναπτύσσει την πεποίθηση ότι είναι πράγματι ο εγκέφαλος πίσω από όλα, το εκλεκτό ανθρώπινο ον, του οποίου ακόμη και τα ελαττώματα είναι θεϊκά.²
Αν το επίκεντρο βρίσκεται στον ρεαλιστικό εαυτό, ο οποίος, σε σύγκριση με την εξιδανικευμένη εικόνα, είναι βαθιά αξιοκαταφρόνητος, τότε η αυτοϋποτιμητική κριτική έρχεται στο προσκήνιο. Εφόσον η εικόνα του εαυτού που προκύπτει από μια τέτοια απαξίωση είναι εξίσου απομακρυσμένη από την πραγματικότητα όσο και η εξιδανικευμένη εικόνα, θα μπορούσε εύλογα να ονομαστεί η περιφρονημένη εικόνα. Αν, τέλος, το επίκεντρο βρίσκεται στη διάσταση ανάμεσα στην εξιδανικευμένη εικόνα και τον πραγματικό εαυτό, τότε το μόνο που αντιλαμβάνεται ο ίδιος και το μόνο που μπορούμε να παρατηρήσουμε είναι οι αδιάκοπες προσπάθειές του να γεφυρώσει το χάσμα και να μαστιγώσει τον εαυτό του προς την τελειότητα. Σε αυτή την περίπτωση επαναλαμβάνει τη λέξη «θα έπρεπε» με εντυπωσιακή συχνότητα. Μας λέει συνεχώς τι θα έπρεπε να είχε νιώσει, σκεφτεί, κάνει. Κατά βάθος είναι τόσο πεπεισμένος για την έμφυτη τελειότητά του όσο και το αφελώς «ναρκισσιστικό» άτομο, και το προδίδει με την πεποίθηση ότι πράγματι θα μπορούσε να είναι τέλειος, αν μόνο ήταν πιο αυστηρός με τον εαυτό του, πιο ελεγχόμενος, πιο προσεκτικός, πιο συνετός.
Σε αντίθεση με τα αυθεντικά ιδανικά, η εξιδανικευμένη εικόνα έχει στατικό χαρακτήρα. Δεν είναι ένας στόχος προς την επίτευξη του οποίου αγωνίζεται, αλλά μια παγιωμένη ιδέα που τη λατρεύει. Τα ιδανικά έχουν δυναμικό χαρακτήρα· κινητοποιούν ένα κίνητρο για να τα προσεγγίσει κανείς· αποτελούν μια αναντικατάστατη και ανεκτίμητη δύναμη για την ανάπτυξη και την εξέλιξη. Η εξιδανικευμένη εικόνα είναι σαφές εμπόδιο στην ανάπτυξη, επειδή είτε αρνείται τις αδυναμίες είτε απλώς τις καταδικάζει. Τα γνήσια ιδανικά καλλιεργούν την ταπεινότητα, ενώ η εξιδανικευμένη εικόνα την αλαζονεία.
Το φαινόμενο αυτό —όπως κι αν οριστεί— είναι γνωστό εδώ και πολύ καιρό. Αναφέρεται στα φιλοσοφικά συγγράμματα όλων των εποχών. Ο Freud το εισήγαγε στη θεωρία της νεύρωσης, αποκαλώντας το με διάφορα ονόματα: ego ideal, narcissism, superego. Αποτελεί τον κεντρικό άξονα της ψυχολογίας του Adler, όπου περιγράφεται ως αγώνας για υπεροχή. Θα μας απομάκρυνε υπερβολικά από το θέμα να επισημάνουμε λεπτομερώς τις διαφορές και τις ομοιότητες ανάμεσα σε αυτές τις έννοιες και τη δική μου.³ Εν συντομία, όλες αυτές ασχολούνται μόνο με τη μία ή την άλλη όψη της εξιδανικευμένης εικόνας και αποτυγχάνουν να δουν το φαινόμενο στο σύνολό του. Έτσι, παρά τα εύστοχα σχόλια και τις επιχειρηματολογίες όχι μόνο του Freud και του Adler αλλά και πολλών άλλων συγγραφέων —μεταξύ αυτών οι Franz Alexander, Paul Federn, Bernard Glueck και Ernest Jones— η πλήρης σημασία του φαινομένου και οι λειτουργίες του δεν έχουν αναγνωριστεί.
Ποιες είναι λοιπόν οι λειτουργίες του; Φαίνεται ότι ικανοποιεί ζωτικές ανάγκες. Ανεξάρτητα από το πώς οι διάφοροι συγγραφείς το ερμηνεύουν θεωρητικά, όλοι συμφωνούν σε ένα σημείο: ότι αποτελεί ένα οχυρό της νεύρωσης, δύσκολο να κλονιστεί ή ακόμη και να αποδυναμωθεί. Ο ίδιος ο Freud θεωρούσε μια βαθιά ριζωμένη «ναρκισσιστική» στάση ως ένα από τα σοβαρότερα εμπόδια στη θεραπεία.
[[100]] Ξεκινώντας από αυτό που είναι ίσως η πιο στοιχειώδης λειτουργία της, η εξιδανικευμένη εικόνα υποκαθιστά τη ρεαλιστική αυτοπεποίθηση και την ρεαλιστική υπερηφάνεια. Ένα άτομο που τελικά γίνεται νευρωτικό έχει ελάχιστες πιθανότητες να οικοδομήσει αρχική αυτοπεποίθηση, λόγω των συντριπτικών εμπειριών στις οποίες έχει υποβληθεί. Όση αυτοπεποίθηση κι αν διαθέτει, αποδυναμώνεται περαιτέρω κατά την πορεία της νευρωτικής του ανάπτυξης, επειδή οι ίδιες οι συνθήκες που είναι απαραίτητες για την αυτοπεποίθηση τείνουν να καταστρέφονται. Είναι δύσκολο να διατυπωθούν συνοπτικά αυτές οι συνθήκες. Οι σημαντικότεροι παράγοντες είναι η ζωντάνια και η διαθεσιμότητα των συναισθηματικών ενεργειών του ατόμου, η ανάπτυξη αυθεντικών, προσωπικών στόχων και η ικανότητα να είναι κανείς ενεργό όργανο της ίδιας του της ζωής. Όπως κι αν αναπτυχθεί μια νεύρωση, ακριβώς αυτά τα στοιχεία είναι επιρρεπή σε βλάβη. Οι νευρωτικές τάσεις υπονομεύουν την αυτοκαθοδήγηση, διότι τότε το άτομο ωθείται αντί να είναι το ίδιο ο οδηγός του εαυτού του. Επιπλέον, η ικανότητα του νευρωτικού να καθορίζει τις δικές του πορείες αποδυναμώνεται συνεχώς από την εξάρτησή του από τους άλλους, όποια μορφή κι αν έχει αυτή λάβει —η τυφλή εξέγερση, η τυφλή λαχτάρα για διάκριση και η τυφλή ανάγκη να κρατά απόσταση από τους άλλους είναι όλες μορφές εξάρτησης.
Περαιτέρω, αναστέλλοντας μεγάλους τομείς συναισθηματικής ενέργειας, τους θέτει εντελώς εκτός λειτουργίας. Όλοι αυτοί οι παράγοντες καθιστούν σχεδόν αδύνατη την ανάπτυξη δικών του στόχων. Τέλος, και όχι λιγότερο σημαντικό, η βασική σύγκρουση τον διχάζει μέσα στο ίδιο του το «σπίτι». Έχοντας έτσι στερηθεί μια ουσιαστική βάση, ο νευρωτικός οφείλει να διογκώσει το αίσθημα της σημασίας και της δύναμής του. Γι’ αυτό και η πίστη στην παντοδυναμία του αποτελεί ένα σταθερό και αναπόσπαστο συστατικό της εξιδανικευμένης εικόνας.
[[101]] Μια δεύτερη λειτουργία συνδέεται στενά με την πρώτη. Ο νευρωτικός δεν αισθάνεται αδύναμος σε ένα κενό, αλλά σε έναν κόσμο γεμάτο από εχθρούς έτοιμους να τον εξαπατήσουν, να τον ταπεινώσουν, να τον υποδουλώσουν και να τον νικήσουν. Πρέπει επομένως να μετρά και να συγκρίνει συνεχώς τον εαυτό του με τους άλλους, όχι από ματαιοδοξία ή ιδιοτροπία, αλλά από πικρή αναγκαιότητα. Και επειδή κατά βάθος αισθάνεται αδύναμος και αξιοκαταφρόνητος —όπως θα δούμε αργότερα— οφείλει να αναζητήσει κάτι που θα τον κάνει να αισθάνεται καλύτερος, πιο άξιος από τους άλλους. Είτε αυτό παίρνει τη μορφή του να αισθάνεται πιο άγιος ή πιο αδίστακτος, πιο στοργικός ή πιο κυνικός, πρέπει στο μυαλό του να αισθάνεται ανώτερος με κάποιον τρόπο —ανεξάρτητα από οποιαδήποτε συγκεκριμένη ώθηση για διάκριση. Στις περισσότερες περιπτώσεις, μια τέτοια ανάγκη περιέχει στοιχεία επιθυμίας για θρίαμβο επί των άλλων, διότι όποια κι αν είναι η δομή της νεύρωσης, υπάρχει πάντοτε ευαλωτότητα και ετοιμότητα να αισθανθεί κανείς ότι τον υποτιμούν και τον ταπεινώνουν. Η ανάγκη για εκδικητικό θρίαμβο ως αντίδοτο στο αίσθημα της ταπείνωσης μπορεί να εκδηλωθεί στην πράξη ή να υπάρχει κυρίως στον εσωτερικό κόσμο του νευρωτικού· μπορεί να είναι συνειδητή ή ασυνείδητη, αλλά αποτελεί μία από τις κινητήριες δυνάμεις της νευρωτικής ανάγκης για υπεροχή και της προσδίδει τον ιδιαίτερο χρωματισμό της.⁴
Το ανταγωνιστικό πνεύμα αυτού του πολιτισμού δεν συμβάλλει μόνο στη γενική καλλιέργεια των νευρώσεων, μέσω των διαταραχών που δημιουργεί στις ανθρώπινες σχέσεις, αλλά τροφοδοτεί ειδικά και αυτή την ανάγκη για υπεροχή.
Έχουμε δει πώς η εξιδανικευμένη εικόνα υποκαθιστά την αληθινή αυτοπεποίθηση και την πραγματική υπερηφάνεια. Υπάρχει όμως και ένας ακόμη τρόπος με τον οποίο λειτουργεί ως υποκατάστατο. Εφόσον τα ιδανικά του νευρωτικού είναι αντιφατικά, δεν μπορούν σε καμία περίπτωση να έχουν δεσμευτική ισχύ· παραμένοντας ασαφή και αδιευκρίνιστα, δεν μπορούν να του προσφέρουν καμία καθοδήγηση. Έτσι, αν δεν ήταν το γεγονός ότι η προσπάθειά του να γίνει το αυτοδημιούργητο είδωλό του προσδίδει ένα είδος νοήματος στη ζωή του, θα αισθανόταν εντελώς χωρίς σκοπό. Αυτό γίνεται ιδιαίτερα φανερό κατά τη διάρκεια της ανάλυσης, όταν η υπονόμευση της εξιδανικευμένης του εικόνας του δίνει για ένα διάστημα το αίσθημα ότι έχει χαθεί ολοκληρωτικά. Και μόνο τότε αναγνωρίζει τη σύγχυσή του στο ζήτημα των ιδανικών και αρχίζει αυτό να του φαίνεται ανεπιθύμητο. Πριν, ολόκληρο το θέμα βρισκόταν πέρα από την κατανόηση και το ενδιαφέρον του, όσο κι αν του απέδιδε λεκτική σημασία· τώρα, για πρώτη φορά, συνειδητοποιεί ότι τα ιδανικά έχουν κάποιο νόημα και θέλει να ανακαλύψει ποια είναι πραγματικά τα δικά του ιδανικά. Αυτού του είδους η εμπειρία αποτελεί, θα έλεγα, ένδειξη ότι η εξιδανικευμένη εικόνα υποκαθιστά τα γνήσια ιδανικά. Η κατανόηση αυτής της λειτουργίας έχει σημασία για τη θεραπεία. Ο αναλυτής μπορεί να επισημάνει στον ασθενή, σε ένα πρώιμο στάδιο, τις αντιφάσεις στο σύστημα αξιών του. Δεν μπορεί όμως να αναμένει οποιοδήποτε δημιουργικό ενδιαφέρον για το θέμα —και συνεπώς δεν μπορεί να εργαστεί πάνω σε αυτό— πριν η εξιδανικευμένη εικόνα καταστεί περιττή.
Σε μεγαλύτερο βαθμό από οποιαδήποτε άλλη, μία συγκεκριμένη λειτουργία της εικόνας μπορεί να θεωρηθεί υπεύθυνη για τη δυσκαμψία της. Αν στον ιδιωτικό μας καθρέφτη βλέπουμε τον εαυτό μας ως υπόδειγμα αρετής ή ευφυΐας, τότε ακόμη και τα πιο κραυγαλέα ελαττώματα και μειονεκτήματά μας θα εξαφανιστούν ή θα αποκτήσουν ελκυστικό χρωματισμό — όπως ακριβώς σε έναν καλό πίνακα ένας φθαρμένος, ετοιμόρροπος τοίχος παύει να είναι ένας φθαρμένος, ετοιμόρροπος τοίχος και γίνεται ένα όμορφο σύνθετο σύνολο καφέ, γκρίζων και κοκκινωπών χρωματικών αξιών.
Μπορούμε να καταλήξουμε σε μια βαθύτερη κατανόηση αυτής της αμυντικής λειτουργίας αν θέσουμε το απλό ερώτημα: τι θεωρεί ένα άτομο ως ελαττώματα και αδυναμίες του; Είναι από εκείνες τις ερωτήσεις που εκ πρώτης όψεως δεν φαίνεται να οδηγούν πουθενά, επειδή αρχίζει κανείς να σκέφτεται άπειρες δυνατότητες. Παρ’ όλα αυτά, υπάρχει μια αρκετά συγκεκριμένη απάντηση. Αυτό που ένα άτομο θεωρεί ως ελαττώματα και αδυναμίες του εξαρτάται από το τι αποδέχεται ή απορρίπτει στον εαυτό του. Αυτό όμως —υπό παρόμοιες πολιτισμικές συνθήκες— καθορίζεται από το ποια όψη της βασικής σύγκρουσης υπερισχύει. Ο συμμορφωτικός τύπος, για παράδειγμα, δεν θεωρεί τους φόβους του ή την αβοηθησία του ως κηλίδα, ενώ ο επιθετικός τύπος θα θεωρούσε κάθε τέτοιο συναίσθημα ντροπιαστικό, κάτι που πρέπει να κρυφτεί τόσο από τον ίδιο όσο και από τους άλλους. Ο συμμορφωτικός τύπος καταγράφει τις εχθρικές του επιθετικότητες ως αμαρτωλές· ο επιθετικός τύπος βλέπει τα πιο ήπια συναισθήματά του ως αξιοκαταφρόνητη αδυναμία. Κάθε τύπος, επιπλέον, ωθείται να απορρίψει ό,τι είναι στην πραγματικότητα απλή προσποίηση εκ μέρους του πιο αποδεκτού εαυτού του. Ο συμμορφωτικός τύπος, για παράδειγμα, πρέπει να απορρίψει το γεγονός ότι δεν είναι ένα γνήσια στοργικό και γενναιόδωρο άτομο· ο αποστασιοποιημένος τύπος δεν θέλει να δει ότι η απομάκρυνσή του δεν είναι θέμα ελεύθερης επιλογής, ότι πρέπει να κρατά απόσταση επειδή δεν μπορεί να αντεπεξέλθει στους άλλους, και ούτω καθεξής. Και οι δύο, κατά κανόνα, απορρίπτουν σαδιστικές τάσεις (που θα συζητηθούν αργότερα).
Θα καταλήγαμε έτσι στο συμπέρασμα ότι αυτό που θεωρείται ως αδυναμία και απορρίπτεται είναι ό,τι δεν ταιριάζει στη συνεκτική εικόνα που δημιουργείται από την κυρίαρχη στάση απέναντι στους άλλους. Και θα μπορούσαμε να πούμε ότι η αμυντική λειτουργία της εξιδανικευμένης εικόνας είναι να αρνείται την ύπαρξη των συγκρούσεων· γι’ αυτό ακριβώς πρέπει κατ’ ανάγκην να παραμένει τόσο ακίνητη και άκαμπτη. Πριν το αναγνωρίσω αυτό, συχνά αναρωτιόμουν γιατί είναι τόσο αδύνατο για έναν ασθενή να αποδεχθεί τον εαυτό του ως λίγο λιγότερο σημαντικό, λίγο λιγότερο ανώτερο. Αν όμως το δούμε από αυτή τη σκοπιά, η απάντηση είναι σαφής. Δεν μπορεί να μετακινηθεί ούτε κατά μία ίντσα, επειδή η αναγνώριση ορισμένων αδυναμιών θα τον έφερνε αντιμέτωπο με τις συγκρούσεις του, θέτοντας έτσι σε κίνδυνο την τεχνητή αρμονία που έχει εγκαθιδρύσει. Μπορούμε επομένως να καταλήξουμε σε μια θετική συσχέτιση ανάμεσα στην ένταση των συγκρούσεων και τη δυσκαμψία της εξιδανικευμένης εικόνας: μια ιδιαίτερα περίτεχνη και άκαμπτη εικόνα μάς επιτρέπει να συναγάγουμε ιδιαίτερα διαλυτικές συγκρούσεις.
Πέρα και πάνω από τις τέσσερις λειτουργίες που έχουν ήδη επισημανθεί, η εξιδανικευμένη εικόνα έχει και μια πέμπτη, επίσης σχετιζόμενη με τη βασική σύγκρουση. Η εικόνα έχει μια πιο θετική χρήση από το να καμουφλάρει απλώς τα μη αποδεκτά μέρη της σύγκρουσης. Αντιπροσωπεύει ένα είδος καλλιτεχνικής δημιουργίας, στην οποία τα αντίθετα εμφανίζονται συμφιλιωμένα ή, σε κάθε περίπτωση, δεν εμφανίζονται πλέον ως συγκρούσεις για το ίδιο το άτομο. Μερικά παραδείγματα θα δείξουν πώς συμβαίνει αυτό. Για να αποφύγω εκτενείς αναφορές, θα περιοριστώ στο να κατονομάσω τις συγκρούσεις που υπάρχουν και να δείξω πώς εμφανίζονται στην εξιδανικευμένη εικόνα.
Σημειώσεις
¹ Ο Herman Nunberg ασχολήθηκε με αυτό το πρόβλημα της επιδίωξης της ενότητας στο άρθρο του «Die Synthetische Funktion des Ich», Internationale Zeitschrift für Psychoanalyse, 1930.
² Βλ. Anne Parrish, «All Kneeling», στο The Second Woollcott Reader, Garden City Publishing Co., 1939.
³ Βλ. την κριτική εξέταση των εννοιών του Freud περί ναρκισσισμού, υπερεγώ και αισθημάτων ενοχής στο έργο της Karen Horney, New Ways in Psychoanalysis, W. W. Norton, 1938· βλ. επίσης Erich Fromm, «Selfishness and Self-Love», Psychiatry, 1939.
⁴ Βλ. Κεφάλαιο 12, Sadistic Trends (Σαδιστικές Τάσεις).
Συνεχίζεται
Η ιδεατή (εξιδανικευμένη) Εικόνα 1
Η συζήτησή μας για τις θεμελιώδεις στάσεις του νευρωτικού απέναντι στους άλλους μάς έχει εξοικειώσει με δύο από τους κύριους τρόπους με τους οποίους επιχειρεί να επιλύσει τις συγκρούσεις του ή, ακριβέστερα, να τις θέσει εκτός λειτουργίας. Ο ένας από αυτούς συνίσταται στην καταπίεση ορισμένων πλευρών της προσωπικότητας και στην ανάδειξη των αντιθέτων τους· ο άλλος στο να θέτει κανείς τέτοια απόσταση ανάμεσα στον εαυτό του και τους συνανθρώπους του ώστε οι συγκρούσεις να παύουν να ενεργούν. Και οι δύο αυτές διεργασίες προκαλούν ένα αίσθημα ενότητας που επιτρέπει στο άτομο να λειτουργεί, έστω και με σημαντικό κόστος για το ίδιο.¹
Μια περαιτέρω προσπάθεια, που θα περιγραφεί εδώ, είναι η δημιουργία μιας εικόνας του εαυτού όπως ο νευρωτικός πιστεύει ότι είναι, ή όπως, τη δεδομένη στιγμή, αισθάνεται ότι μπορεί ή ότι οφείλει να είναι. Συνειδητή ή ασυνείδητη, η εικόνα αυτή είναι πάντοτε σε μεγάλο βαθμό απομακρυσμένη από την πραγματικότητα, αν και η επιρροή που ασκεί στη ζωή του ατόμου είναι πράγματι πολύ πραγματική. Επιπλέον, έχει πάντοτε κολακευτικό χαρακτήρα, όπως δείχνει ένα σκίτσο στο New Yorker, όπου μια μεγαλόσωμη μεσήλικη γυναίκα βλέπει τον εαυτό της στον καθρέφτη ως μια λεπτή νεαρή κοπέλα. Τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της εικόνας ποικίλλουν και καθορίζονται από τη δομή της προσωπικότητας: μπορεί να θεωρείται εξέχουσα η ομορφιά, ή η δύναμη, [[97]] η ευφυΐα, η ιδιοφυΐα, η αγιοσύνη, η εντιμότητα, ή ό,τι άλλο. Ακριβώς στον βαθμό που η εικόνα είναι μη ρεαλιστική, τείνει να καθιστά το άτομο αλαζονικό, με την αρχική σημασία της λέξης· διότι η αλαζονεία, αν και χρησιμοποιείται συνώνυμα με την υπεροψία, σημαίνει να οικειοποιείται κανείς ιδιότητες που δεν έχει, ή που τις έχει μόνο δυνητικά αλλά όχι πραγματικά. Και όσο πιο μη ρεαλιστική είναι η εικόνα, τόσο περισσότερο καθιστά το άτομο ευάλωτο και διψασμένο για εξωτερική επιβεβαίωση και αναγνώριση. Δεν χρειαζόμαστε επιβεβαίωση για ιδιότητες για τις οποίες είμαστε βέβαιοι· όμως γινόμαστε εξαιρετικά ευερέθιστοι όταν αμφισβητούνται ψευδείς αξιώσεις.
Μπορούμε να παρατηρήσουμε αυτή την εξιδανικευμένη εικόνα στην πιο κραυγαλέα της μορφή στις μεγαλόπρεπες αντιλήψεις των ψυχωτικών· κατ’ αρχήν όμως τα χαρακτηριστικά της είναι τα ίδια και στους νευρωτικούς. Εδώ είναι λιγότερο φαντασμαγορική, αλλά μπορεί να είναι εξίσου πραγματική γι’ αυτούς. Αν θεωρήσουμε τον βαθμό απομάκρυνσης από την πραγματικότητα ως το κριτήριο που διακρίνει τις ψυχώσεις από τις νευρώσεις, μπορούμε να δούμε την εξιδανικευμένη εικόνα ως ένα κομμάτι ψύχωσης υφασμένο μέσα στην ύφανση της νεύρωσης.
Σε όλα τα ουσιώδη της στοιχεία, η εξιδανικευμένη εικόνα είναι ένα ασυνείδητο φαινόμενο. Αν και η αυτοδιόγκωσή του μπορεί να είναι προφανής ακόμη και σε έναν αμύητο παρατηρητή, ο νευρωτικός δεν έχει επίγνωση ότι εξιδανικεύει τον εαυτό του. Ούτε γνωρίζει τι παράξενο συνονθύλευμα χαρακτηριστικών συναρμολογείται εδώ. Μπορεί να έχει μια αόριστη αίσθηση ότι επιβάλλει στον εαυτό του υψηλές απαιτήσεις, αλλά συγχέοντας αυτές τις τελειοθηρικές απαιτήσεις με γνήσια ιδανικά, δεν αμφισβητεί καθόλου την εγκυρότητά τους και, μάλιστα, είναι μάλλον περήφανος γι’ αυτές.
Πώς η δημιουργία αυτή επηρεάζει τη στάση του απέναντι στον εαυτό του [[98]] ποικίλλει από άτομο σε άτομο και εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από το επίκεντρο του ενδιαφέροντος. Αν το ενδιαφέρον του νευρωτικού έγκειται στο να πείσει τον εαυτό του ότι είναι η εξιδανικευμένη του εικόνα, τότε αναπτύσσει την πεποίθηση ότι είναι πράγματι ο εγκέφαλος πίσω από όλα, το εκλεκτό ανθρώπινο ον, του οποίου ακόμη και τα ελαττώματα είναι θεϊκά.²
Αν το επίκεντρο βρίσκεται στον ρεαλιστικό εαυτό, ο οποίος, σε σύγκριση με την εξιδανικευμένη εικόνα, είναι βαθιά αξιοκαταφρόνητος, τότε η αυτοϋποτιμητική κριτική έρχεται στο προσκήνιο. Εφόσον η εικόνα του εαυτού που προκύπτει από μια τέτοια απαξίωση είναι εξίσου απομακρυσμένη από την πραγματικότητα όσο και η εξιδανικευμένη εικόνα, θα μπορούσε εύλογα να ονομαστεί η περιφρονημένη εικόνα. Αν, τέλος, το επίκεντρο βρίσκεται στη διάσταση ανάμεσα στην εξιδανικευμένη εικόνα και τον πραγματικό εαυτό, τότε το μόνο που αντιλαμβάνεται ο ίδιος και το μόνο που μπορούμε να παρατηρήσουμε είναι οι αδιάκοπες προσπάθειές του να γεφυρώσει το χάσμα και να μαστιγώσει τον εαυτό του προς την τελειότητα. Σε αυτή την περίπτωση επαναλαμβάνει τη λέξη «θα έπρεπε» με εντυπωσιακή συχνότητα. Μας λέει συνεχώς τι θα έπρεπε να είχε νιώσει, σκεφτεί, κάνει. Κατά βάθος είναι τόσο πεπεισμένος για την έμφυτη τελειότητά του όσο και το αφελώς «ναρκισσιστικό» άτομο, και το προδίδει με την πεποίθηση ότι πράγματι θα μπορούσε να είναι τέλειος, αν μόνο ήταν πιο αυστηρός με τον εαυτό του, πιο ελεγχόμενος, πιο προσεκτικός, πιο συνετός.
Σε αντίθεση με τα αυθεντικά ιδανικά, η εξιδανικευμένη εικόνα έχει στατικό χαρακτήρα. Δεν είναι ένας στόχος προς την επίτευξη του οποίου αγωνίζεται, αλλά μια παγιωμένη ιδέα που τη λατρεύει. Τα ιδανικά έχουν δυναμικό χαρακτήρα· κινητοποιούν ένα κίνητρο για να τα προσεγγίσει κανείς· αποτελούν μια αναντικατάστατη και ανεκτίμητη δύναμη για την ανάπτυξη και την εξέλιξη. Η εξιδανικευμένη εικόνα είναι σαφές εμπόδιο στην ανάπτυξη, επειδή είτε αρνείται τις αδυναμίες είτε απλώς τις καταδικάζει. Τα γνήσια ιδανικά καλλιεργούν την ταπεινότητα, ενώ η εξιδανικευμένη εικόνα την αλαζονεία.
Το φαινόμενο αυτό —όπως κι αν οριστεί— είναι γνωστό εδώ και πολύ καιρό. Αναφέρεται στα φιλοσοφικά συγγράμματα όλων των εποχών. Ο Freud το εισήγαγε στη θεωρία της νεύρωσης, αποκαλώντας το με διάφορα ονόματα: ego ideal, narcissism, superego. Αποτελεί τον κεντρικό άξονα της ψυχολογίας του Adler, όπου περιγράφεται ως αγώνας για υπεροχή. Θα μας απομάκρυνε υπερβολικά από το θέμα να επισημάνουμε λεπτομερώς τις διαφορές και τις ομοιότητες ανάμεσα σε αυτές τις έννοιες και τη δική μου.³ Εν συντομία, όλες αυτές ασχολούνται μόνο με τη μία ή την άλλη όψη της εξιδανικευμένης εικόνας και αποτυγχάνουν να δουν το φαινόμενο στο σύνολό του. Έτσι, παρά τα εύστοχα σχόλια και τις επιχειρηματολογίες όχι μόνο του Freud και του Adler αλλά και πολλών άλλων συγγραφέων —μεταξύ αυτών οι Franz Alexander, Paul Federn, Bernard Glueck και Ernest Jones— η πλήρης σημασία του φαινομένου και οι λειτουργίες του δεν έχουν αναγνωριστεί.
Ποιες είναι λοιπόν οι λειτουργίες του; Φαίνεται ότι ικανοποιεί ζωτικές ανάγκες. Ανεξάρτητα από το πώς οι διάφοροι συγγραφείς το ερμηνεύουν θεωρητικά, όλοι συμφωνούν σε ένα σημείο: ότι αποτελεί ένα οχυρό της νεύρωσης, δύσκολο να κλονιστεί ή ακόμη και να αποδυναμωθεί. Ο ίδιος ο Freud θεωρούσε μια βαθιά ριζωμένη «ναρκισσιστική» στάση ως ένα από τα σοβαρότερα εμπόδια στη θεραπεία.
[[100]] Ξεκινώντας από αυτό που είναι ίσως η πιο στοιχειώδης λειτουργία της, η εξιδανικευμένη εικόνα υποκαθιστά τη ρεαλιστική αυτοπεποίθηση και την ρεαλιστική υπερηφάνεια. Ένα άτομο που τελικά γίνεται νευρωτικό έχει ελάχιστες πιθανότητες να οικοδομήσει αρχική αυτοπεποίθηση, λόγω των συντριπτικών εμπειριών στις οποίες έχει υποβληθεί. Όση αυτοπεποίθηση κι αν διαθέτει, αποδυναμώνεται περαιτέρω κατά την πορεία της νευρωτικής του ανάπτυξης, επειδή οι ίδιες οι συνθήκες που είναι απαραίτητες για την αυτοπεποίθηση τείνουν να καταστρέφονται. Είναι δύσκολο να διατυπωθούν συνοπτικά αυτές οι συνθήκες. Οι σημαντικότεροι παράγοντες είναι η ζωντάνια και η διαθεσιμότητα των συναισθηματικών ενεργειών του ατόμου, η ανάπτυξη αυθεντικών, προσωπικών στόχων και η ικανότητα να είναι κανείς ενεργό όργανο της ίδιας του της ζωής. Όπως κι αν αναπτυχθεί μια νεύρωση, ακριβώς αυτά τα στοιχεία είναι επιρρεπή σε βλάβη. Οι νευρωτικές τάσεις υπονομεύουν την αυτοκαθοδήγηση, διότι τότε το άτομο ωθείται αντί να είναι το ίδιο ο οδηγός του εαυτού του. Επιπλέον, η ικανότητα του νευρωτικού να καθορίζει τις δικές του πορείες αποδυναμώνεται συνεχώς από την εξάρτησή του από τους άλλους, όποια μορφή κι αν έχει αυτή λάβει —η τυφλή εξέγερση, η τυφλή λαχτάρα για διάκριση και η τυφλή ανάγκη να κρατά απόσταση από τους άλλους είναι όλες μορφές εξάρτησης.
Περαιτέρω, αναστέλλοντας μεγάλους τομείς συναισθηματικής ενέργειας, τους θέτει εντελώς εκτός λειτουργίας. Όλοι αυτοί οι παράγοντες καθιστούν σχεδόν αδύνατη την ανάπτυξη δικών του στόχων. Τέλος, και όχι λιγότερο σημαντικό, η βασική σύγκρουση τον διχάζει μέσα στο ίδιο του το «σπίτι». Έχοντας έτσι στερηθεί μια ουσιαστική βάση, ο νευρωτικός οφείλει να διογκώσει το αίσθημα της σημασίας και της δύναμής του. Γι’ αυτό και η πίστη στην παντοδυναμία του αποτελεί ένα σταθερό και αναπόσπαστο συστατικό της εξιδανικευμένης εικόνας.
[[101]] Μια δεύτερη λειτουργία συνδέεται στενά με την πρώτη. Ο νευρωτικός δεν αισθάνεται αδύναμος σε ένα κενό, αλλά σε έναν κόσμο γεμάτο από εχθρούς έτοιμους να τον εξαπατήσουν, να τον ταπεινώσουν, να τον υποδουλώσουν και να τον νικήσουν. Πρέπει επομένως να μετρά και να συγκρίνει συνεχώς τον εαυτό του με τους άλλους, όχι από ματαιοδοξία ή ιδιοτροπία, αλλά από πικρή αναγκαιότητα. Και επειδή κατά βάθος αισθάνεται αδύναμος και αξιοκαταφρόνητος —όπως θα δούμε αργότερα— οφείλει να αναζητήσει κάτι που θα τον κάνει να αισθάνεται καλύτερος, πιο άξιος από τους άλλους. Είτε αυτό παίρνει τη μορφή του να αισθάνεται πιο άγιος ή πιο αδίστακτος, πιο στοργικός ή πιο κυνικός, πρέπει στο μυαλό του να αισθάνεται ανώτερος με κάποιον τρόπο —ανεξάρτητα από οποιαδήποτε συγκεκριμένη ώθηση για διάκριση. Στις περισσότερες περιπτώσεις, μια τέτοια ανάγκη περιέχει στοιχεία επιθυμίας για θρίαμβο επί των άλλων, διότι όποια κι αν είναι η δομή της νεύρωσης, υπάρχει πάντοτε ευαλωτότητα και ετοιμότητα να αισθανθεί κανείς ότι τον υποτιμούν και τον ταπεινώνουν. Η ανάγκη για εκδικητικό θρίαμβο ως αντίδοτο στο αίσθημα της ταπείνωσης μπορεί να εκδηλωθεί στην πράξη ή να υπάρχει κυρίως στον εσωτερικό κόσμο του νευρωτικού· μπορεί να είναι συνειδητή ή ασυνείδητη, αλλά αποτελεί μία από τις κινητήριες δυνάμεις της νευρωτικής ανάγκης για υπεροχή και της προσδίδει τον ιδιαίτερο χρωματισμό της.⁴
Το ανταγωνιστικό πνεύμα αυτού του πολιτισμού δεν συμβάλλει μόνο στη γενική καλλιέργεια των νευρώσεων, μέσω των διαταραχών που δημιουργεί στις ανθρώπινες σχέσεις, αλλά τροφοδοτεί ειδικά και αυτή την ανάγκη για υπεροχή.
Έχουμε δει πώς η εξιδανικευμένη εικόνα υποκαθιστά την αληθινή αυτοπεποίθηση και την πραγματική υπερηφάνεια. Υπάρχει όμως και ένας ακόμη τρόπος με τον οποίο λειτουργεί ως υποκατάστατο. Εφόσον τα ιδανικά του νευρωτικού είναι αντιφατικά, δεν μπορούν σε καμία περίπτωση να έχουν δεσμευτική ισχύ· παραμένοντας ασαφή και αδιευκρίνιστα, δεν μπορούν να του προσφέρουν καμία καθοδήγηση. Έτσι, αν δεν ήταν το γεγονός ότι η προσπάθειά του να γίνει το αυτοδημιούργητο είδωλό του προσδίδει ένα είδος νοήματος στη ζωή του, θα αισθανόταν εντελώς χωρίς σκοπό. Αυτό γίνεται ιδιαίτερα φανερό κατά τη διάρκεια της ανάλυσης, όταν η υπονόμευση της εξιδανικευμένης του εικόνας του δίνει για ένα διάστημα το αίσθημα ότι έχει χαθεί ολοκληρωτικά. Και μόνο τότε αναγνωρίζει τη σύγχυσή του στο ζήτημα των ιδανικών και αρχίζει αυτό να του φαίνεται ανεπιθύμητο. Πριν, ολόκληρο το θέμα βρισκόταν πέρα από την κατανόηση και το ενδιαφέρον του, όσο κι αν του απέδιδε λεκτική σημασία· τώρα, για πρώτη φορά, συνειδητοποιεί ότι τα ιδανικά έχουν κάποιο νόημα και θέλει να ανακαλύψει ποια είναι πραγματικά τα δικά του ιδανικά. Αυτού του είδους η εμπειρία αποτελεί, θα έλεγα, ένδειξη ότι η εξιδανικευμένη εικόνα υποκαθιστά τα γνήσια ιδανικά. Η κατανόηση αυτής της λειτουργίας έχει σημασία για τη θεραπεία. Ο αναλυτής μπορεί να επισημάνει στον ασθενή, σε ένα πρώιμο στάδιο, τις αντιφάσεις στο σύστημα αξιών του. Δεν μπορεί όμως να αναμένει οποιοδήποτε δημιουργικό ενδιαφέρον για το θέμα —και συνεπώς δεν μπορεί να εργαστεί πάνω σε αυτό— πριν η εξιδανικευμένη εικόνα καταστεί περιττή.
Σε μεγαλύτερο βαθμό από οποιαδήποτε άλλη, μία συγκεκριμένη λειτουργία της εικόνας μπορεί να θεωρηθεί υπεύθυνη για τη δυσκαμψία της. Αν στον ιδιωτικό μας καθρέφτη βλέπουμε τον εαυτό μας ως υπόδειγμα αρετής ή ευφυΐας, τότε ακόμη και τα πιο κραυγαλέα ελαττώματα και μειονεκτήματά μας θα εξαφανιστούν ή θα αποκτήσουν ελκυστικό χρωματισμό — όπως ακριβώς σε έναν καλό πίνακα ένας φθαρμένος, ετοιμόρροπος τοίχος παύει να είναι ένας φθαρμένος, ετοιμόρροπος τοίχος και γίνεται ένα όμορφο σύνθετο σύνολο καφέ, γκρίζων και κοκκινωπών χρωματικών αξιών.
Μπορούμε να καταλήξουμε σε μια βαθύτερη κατανόηση αυτής της αμυντικής λειτουργίας αν θέσουμε το απλό ερώτημα: τι θεωρεί ένα άτομο ως ελαττώματα και αδυναμίες του; Είναι από εκείνες τις ερωτήσεις που εκ πρώτης όψεως δεν φαίνεται να οδηγούν πουθενά, επειδή αρχίζει κανείς να σκέφτεται άπειρες δυνατότητες. Παρ’ όλα αυτά, υπάρχει μια αρκετά συγκεκριμένη απάντηση. Αυτό που ένα άτομο θεωρεί ως ελαττώματα και αδυναμίες του εξαρτάται από το τι αποδέχεται ή απορρίπτει στον εαυτό του. Αυτό όμως —υπό παρόμοιες πολιτισμικές συνθήκες— καθορίζεται από το ποια όψη της βασικής σύγκρουσης υπερισχύει. Ο συμμορφωτικός τύπος, για παράδειγμα, δεν θεωρεί τους φόβους του ή την αβοηθησία του ως κηλίδα, ενώ ο επιθετικός τύπος θα θεωρούσε κάθε τέτοιο συναίσθημα ντροπιαστικό, κάτι που πρέπει να κρυφτεί τόσο από τον ίδιο όσο και από τους άλλους. Ο συμμορφωτικός τύπος καταγράφει τις εχθρικές του επιθετικότητες ως αμαρτωλές· ο επιθετικός τύπος βλέπει τα πιο ήπια συναισθήματά του ως αξιοκαταφρόνητη αδυναμία. Κάθε τύπος, επιπλέον, ωθείται να απορρίψει ό,τι είναι στην πραγματικότητα απλή προσποίηση εκ μέρους του πιο αποδεκτού εαυτού του. Ο συμμορφωτικός τύπος, για παράδειγμα, πρέπει να απορρίψει το γεγονός ότι δεν είναι ένα γνήσια στοργικό και γενναιόδωρο άτομο· ο αποστασιοποιημένος τύπος δεν θέλει να δει ότι η απομάκρυνσή του δεν είναι θέμα ελεύθερης επιλογής, ότι πρέπει να κρατά απόσταση επειδή δεν μπορεί να αντεπεξέλθει στους άλλους, και ούτω καθεξής. Και οι δύο, κατά κανόνα, απορρίπτουν σαδιστικές τάσεις (που θα συζητηθούν αργότερα).
Θα καταλήγαμε έτσι στο συμπέρασμα ότι αυτό που θεωρείται ως αδυναμία και απορρίπτεται είναι ό,τι δεν ταιριάζει στη συνεκτική εικόνα που δημιουργείται από την κυρίαρχη στάση απέναντι στους άλλους. Και θα μπορούσαμε να πούμε ότι η αμυντική λειτουργία της εξιδανικευμένης εικόνας είναι να αρνείται την ύπαρξη των συγκρούσεων· γι’ αυτό ακριβώς πρέπει κατ’ ανάγκην να παραμένει τόσο ακίνητη και άκαμπτη. Πριν το αναγνωρίσω αυτό, συχνά αναρωτιόμουν γιατί είναι τόσο αδύνατο για έναν ασθενή να αποδεχθεί τον εαυτό του ως λίγο λιγότερο σημαντικό, λίγο λιγότερο ανώτερο. Αν όμως το δούμε από αυτή τη σκοπιά, η απάντηση είναι σαφής. Δεν μπορεί να μετακινηθεί ούτε κατά μία ίντσα, επειδή η αναγνώριση ορισμένων αδυναμιών θα τον έφερνε αντιμέτωπο με τις συγκρούσεις του, θέτοντας έτσι σε κίνδυνο την τεχνητή αρμονία που έχει εγκαθιδρύσει. Μπορούμε επομένως να καταλήξουμε σε μια θετική συσχέτιση ανάμεσα στην ένταση των συγκρούσεων και τη δυσκαμψία της εξιδανικευμένης εικόνας: μια ιδιαίτερα περίτεχνη και άκαμπτη εικόνα μάς επιτρέπει να συναγάγουμε ιδιαίτερα διαλυτικές συγκρούσεις.
Πέρα και πάνω από τις τέσσερις λειτουργίες που έχουν ήδη επισημανθεί, η εξιδανικευμένη εικόνα έχει και μια πέμπτη, επίσης σχετιζόμενη με τη βασική σύγκρουση. Η εικόνα έχει μια πιο θετική χρήση από το να καμουφλάρει απλώς τα μη αποδεκτά μέρη της σύγκρουσης. Αντιπροσωπεύει ένα είδος καλλιτεχνικής δημιουργίας, στην οποία τα αντίθετα εμφανίζονται συμφιλιωμένα ή, σε κάθε περίπτωση, δεν εμφανίζονται πλέον ως συγκρούσεις για το ίδιο το άτομο. Μερικά παραδείγματα θα δείξουν πώς συμβαίνει αυτό. Για να αποφύγω εκτενείς αναφορές, θα περιοριστώ στο να κατονομάσω τις συγκρούσεις που υπάρχουν και να δείξω πώς εμφανίζονται στην εξιδανικευμένη εικόνα.
Σημειώσεις
¹ Ο Herman Nunberg ασχολήθηκε με αυτό το πρόβλημα της επιδίωξης της ενότητας στο άρθρο του «Die Synthetische Funktion des Ich», Internationale Zeitschrift für Psychoanalyse, 1930.
² Βλ. Anne Parrish, «All Kneeling», στο The Second Woollcott Reader, Garden City Publishing Co., 1939.
³ Βλ. την κριτική εξέταση των εννοιών του Freud περί ναρκισσισμού, υπερεγώ και αισθημάτων ενοχής στο έργο της Karen Horney, New Ways in Psychoanalysis, W. W. Norton, 1938· βλ. επίσης Erich Fromm, «Selfishness and Self-Love», Psychiatry, 1939.
⁴ Βλ. Κεφάλαιο 12, Sadistic Trends (Σαδιστικές Τάσεις).
Συνεχίζεται
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου