Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΧΡΙΣΤΙΝΑ ΚΑΨΙΜΑΛΑΚΟΥ - ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΓΚΑΙΟΤΗΤΑ ΚΑΤΑ ΤΟΝ ΜΑΞΙΜΟ ΤΟΝ ΟΜΟΛΟΓΗΤΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΧΡΙΣΤΙΝΑ ΚΑΨΙΜΑΛΑΚΟΥ - ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΓΚΑΙΟΤΗΤΑ ΚΑΤΑ ΤΟΝ ΜΑΞΙΜΟ ΤΟΝ ΟΜΟΛΟΓΗΤΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 3 Φεβρουαρίου 2024

ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΓΚΑΙΟΤΗΤΑ ΚΑΤΑ ΤΟΝ ΜΑΞΙΜΟ ΤΟΝ ΟΜΟΛΟΓΗΤΗ (3)

  Συνέχεια από: Πέμπτη 1 Φεβρουαρίου 2024

ΧΡΙΣΤΙΝΑ ΚΑΨΙΜΑΛΑΚΟΥ

ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΓΚΑΙΟΤΗΤΑ ΚΑΤΑ ΤΟΝ ΜΑΞΙΜΟ ΤΟΝ ΟΜΟΛΟΓΗΤΗ

Προς μία Οντολογία του Προσώπου

Διδακτορική Διατριβή που υπεβλήθη στο Τμήμα Φιλοσοφίας του Πανεπιστημίου Πατρών

ΕΙΣΑΓΩΓΗ (συνέχεια)

Τέλος, θα γίνει αναφορά στην εσχατολογική διάσταση της ανθρώπινης υπάρξεως, θέμα που προκύπτει από την απόλυτη λειτουργία που κατέχει η τελολογική ερμηνεία του ανθρώπου, όπως και του φυσικού σύμπαντος γενικότερα, του οποίου η λειτουργία δεν ερμηνεύεται με μηχανιστικά παραδείγματα. Πρόκειται για ένα ζήτημα που συνδέεται με νοηματοδοτήσεις και σημασιοδοτήσεις. Οι βυζαντινοί στοχαστές;; – ήδη είχαν έλθει στο φως οι σχετικές έρευνες του Βασιλείου Καισαρείας και του Γρηγορίου Νύσσης – υιοθετούν το βιβλικό σχήμα;;; ότι ο άνθρωπος επλάσθη «κατ’ εἰκόνα» και «καθ’ ὁμοίωσιν» του Θεού15 και ότι ο ίδιος αναλαμβάνει να αναδείξει τις ερμηνευτικές προκείμενες και προεκτάσεις τού εν λόγω σχεδιασμού δημιουργίας στο πεδίο των επιλογών - ενεργημάτων του με όρους συνειδητότητας.[ΞΕΦΥΓΑΜΕ ΗΔΗ ΕΠΙΚΙΝΔΥΝΑ] Ούτως ή άλλως, ωστόσο, ένα τέτοιο ζήτημα δεν μπορεί να τεθεί στο πλαίσιο μίας φυσικοεμπειριστικής αναλυτικής διαδρομής, η οποία ως μη έχουσα απτά δεδομένα αντιστοιχιών δεν θα μπορούσε να διατυπώσει ακριβείς αποφάνσεις, τόσο στο εννοιολογικό όσο και στο ονοματολογικό πεδίο. Το κάτ’ εικόνα αποδίδεται στα διάφορα πνευματικά όργανα του ανθρώπου, τον λόγο, την ψυχή, την καρδιά, το αυτεξούσιον, όλα όσα αποτελούν το σύνολο της ανθρώπινης φύσεως κατά την συνθετική έκφανσή της, την αναφερόμενη στον συνειδητό και ανανεούμενο επί τα βελτίω τρόπο παρουσίας της. Για ορισμένα μάλιστα εξ αυτών θα μπορούσε να διατυπωθεί λόγος ότι είναι υλικά και εκφαίνουν πνευματικές καταστάσεις ή επεξεργασίες. Πρόκειται πάντως για δυνατότητες εν τη εξελίξει τους, που συνδέονται με το «ευ υπάρχειν» και συνιστούν πρωτογενείς παράγοντες πολιτιστικών δραστηριοτήτων, μετάβασης της ιστορίας σε νέους τρόπους σχηματισμών ή τουλάχιστον επιλογών – προοπτικών – στοχεύσεων προσδοκιών. Στον άνθρωπο λοιπόν αναγνωρίζεται, συμπεραίνει ο Χρ. Τερέζης, ένα σαφώς δυναμικό – προοδευτικό στοιχείο, το οποίο τροφοδοτείται από μία κίνηση ανιούσας φοράς επί τα περαιτέρω τού προσιτού16. Σημειωτέον μάλιστα ότι ο εν λόγω ανανεούμενος τρόπος θεωρείται ότι επηρεάζει με ποικίλες παρεμβάσεις και την παρουσία του σώματος17. Πρόκειται για μία θέση που συνυφαίνεται με τις γενικότερες ανθρωπολογικές θέσεις του Χριστιανισμού περί συναμφότερου και περί μη απαξιωτικής προσέγγισης του σώματος – καθώς και της ύλης γενικότερα – στάση που αναδεικνύει ένα αισιόδοξο παράδειγμα αναφορών. Ειδικότερα, ο Μάξιμος, έχοντας ως εφαλτήριο την προοπτική της ανθρώπινης θέωσης, γράφει: «Τὸ σῶμα συνθεοῦται τῇ ψυχῇ κατὰ τὴν ἀναλογοῦσαν αὐτῷ μέθεξιν τῆς θεώσεως»18. Το σώμα δηλαδή μετέχει, διά της προσιδιαζούσης προφανώς στην υφή του αναλογίας, στις δωρεές της Αγίας Τριάδος. Υπό την εν λόγω προσέγγιση, η προοπτική για μία καθολική ανακαίνιση του ατόμου έρχεται ως το προϊόν μίας ανθρωπολογικής τελολογίας, ή, με πιο χριστιανικούς όρους, της εσχατολογικής προτύπωσης.

Συνεπώς, ο άνθρωπος και η λογική κτίση στο σύνολό της –περιλαμβανομένων δηλαδή και των αγγέλων - μπορούν ελευθέρως να γίνουν θεόμορφες οντότητες, με την μετοχή βεβαίως στο θείο κάλλος ή με την πραγμάτωση του «καθ’ ομοίωσιν» Θεού, στο οριστικό στάδιο της τελειώσεως του «κατ’ εικόνα»19. Η διαδικασία και η μετάβαση από βαθμίδα σε βαθμίδα για την οριστική περαίωση του «καθ’ ομοίωσιν» είναι απαραίτητες, διότι ο άνθρωπος ως κτιστός και υποκείμενος στο γίγνεσθαι είναι καταρχάς ή προσκαίρως ατελής. Το πλαίσιο της εδώ προοπτικής σαφέστατα αναδύεται και με δομικούς όρους ως τελολογικό, υπό την ρήτρα μίας κατάκτησης ή, πιο σωστά, ανάκτησης που συνυφαίνεται στενά με την ανθρώπινη πρωτοβουλία. Επίσης, σε επίπεδο αυστηρώς ανθρωπολογικό θα μπορούσαμε να χαρακτηρίσουμε την τελολογία και ως μεταφυσική ή ως οντολογία του προσώπου, χωρίς να υπεισέρχονται ιδεαλιστικού τύπου γενικότητες, καθ’ότι το συγκεκριμένο σε κάθε στιγμή είναι κυρίαρχο και λειτουργεί με όρους αυτεπίγνωσης και βαθμιαίας αυτοπραγμάτωσης.[ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΗΝ ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑ ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΟΥΡΑΝΙΑΣ ΚΑΙ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗΣ ΙΕΡΑΡΧΙΑΣ ΤΟΥ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗ] Εξάλλου, τέτοιες συνθήκες πληρότητας ανθρωπολογικά δεν τελούνται με αυτοματισμούς. Με πρότυπο τον Ιησού Χριστό, ως ακεραία εξαρχής τελειότητα!!! οδηγείται επαναληπτικά στο πλαίσιο της Εκκλησίας ως καθιδρύματος που τροφοδοτεί το κοινωνείν, κύριο άξονα της ανακάλυψης του εαυτού. Η βασική λοιπόν έννοια είναι ότι με το «καθ’ ομοίωσιν» πραγματώνεται σε επιμέρους οντικές παρουσίες, ή ενυποστάτως, ό,τι έχει χορηγηθεί ή ορισθεί άνωθεν.[ΠΑΓΙΔΕΥΜΕΝΟΙ ΣΤΙΣ ΑΚΤΙΣΤΕΣ ΕΝΕΡΓΕΙΕΣ ΕΡΗΜΗΝ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ. ΓΙΑΤΙ Η ΕΝΑΝΘΡΩΠΙΣΗ;] Έτσι, το πρόσωπο μπορεί να πραγματοποιείται μέσα στον χρόνο ως γίγνεσθαι, αλλά αποκαλύπτει τον αιώνα ως είναι, οδηγούμενο μάλιστα και σε μία διαλεκτική σύνθεση των δύο καταστάσεων. Φέρει στο προσκήνιο σε κάθε ενυπόστατη [ΟΙ ΑΚΤΙΣΤΕΣ ΕΝΕΡΓΕΙΕΣ ΟΥΣΙΩΝΟΥΝ ΤΟ ΕΝΥΠΟΣΤΑΤΟ ΔΙΝΕΤΑΙ ΑΠΟ ΤΟΝ ΚΥΡΙΟ ΣΕ ΟΣΟΥΣ ΘΕΛΟΥΝ]παρουσία την μεταφυσική της εμμένειας, η οποία επ’ ουδενί δεν καταργεί την υπερβατικότητα, αλλά την προϋποθέτει. Λειτουργεί μάλιστα κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να εξειδικεύει και να διευκρινίζει το υπερβατικό αρχέτυπο, το οποίο έτσι στην κάθε υποστατική ιδιαιτερότητα καθίσταται γνωστό και κοινωνήσιμο. Όπως παρατηρεί ο Meyendorff, επειδή ο άνθρωπος είναι κατασκευασμένος, κατ’εικόνα του υπερβατικού Θεού, η ειδική φύση του τού επιτρέπει να υπερβεί τον εαυτό του και να κοινωνήσει στο αρχέτυπό του20. Η πρωτοβουλία, λοιπόν, δεν συνιστά μόνον θεία ιδιότητα, αλλά βαθμιαίως καθίσταται και ανθρώπινη. Μπορούμε, επομένως, να καταλήξουμε στην άποψη ότι, αν κάθε άνθρωπος αποτελεί κατ’ανάγκην μία ορισμένη εικόνα του Θεού, η ομοίωση αναφέρεται στην ελεύθερη προσωπική ευθύνη του να πραγματοποιήσει στο πλαίσιο της ευθύνης που τού αναλογεί την υπάρχουσα δυνατότητα του κατ’εικόνα. Αυτό σημαίνει ότι το αυτεξούσιο και η προσωπική ελευθερία με τα οποία είναι προικισμένος ο άνθρωπος είναι οι παράγοντες που τον οδηγούν προς την ανάπτυξη και την ολοκλήρωση της ύπαρξής του, στην αγαθή ύπαρξη, στο «εὖ εἶναι», στην ομοίωσή του με τον Θεό. Για το σύνολο της έρευνάς μας, είναι απαραίτητο να διευκρινίσουμε ότι η ομοίωση οριοθετεί σαφώς τις σχέσεις ανάμεσα στις δύο οντότητες που επικοινωνούν. Δεν δηλώνει μία σχέση που ορίζεται από ένα συγκεκριμένο τρίτον με βάση το οποίο και θα εξομοιώνονταν, αλλά ορίζεται σύμφωνα μ’ ένα αρχικό αρχέτυπο που ο ίδιος ο Θεός θέτει. Παράλληλα, αποκλείει ρητά την όποια εκδοχή για ταυτότητά τους.

Τέλος, έχουμε να σημειώσουμε ότι το 1989 εξεδόθη η μελέτη του Joseph P. Farrell, Free choice in St Maximus the Confessor, South Canaan, Pa: St. Tikhon’s Seminary Press, 1989, η οποία ως προς το ένα σκέλος της δικής μας διατριβής παρουσιάζει ορισμενες ομοιότητες. Κατ’ αρχάς πάντως, έχουμε να παρατηρήσουμε ότι η μελέτη δεν υπεισέρχεται συστηματικά στην διαλεκτική αντίθεση μεταξύ ελευθερίας και αναγκαιότητας, ζήτημα το οποίο, προτού καταστεί ηθικό, είναι οντολογικό. Το εγχείρημα που αναλαμβάνουμε και θα φανεί σε πλείστα σημεία της διατριβής μας είναι να αποδείξουμε, σε πλήρη κατά το δυνατόν έκταση, τον οντολογικό πυρήνα των εννοιών, τόσο στην περίπτωση του μεταφυσικού όσο και στην περίπτωση του φυσικού κόσμου. Καταστάσεις όπως η θεία πρόγνωση, η θεία βούληση και η θεία πρόνοια δεν διαφοροποιούνται οντολογικά από το θείο είναι, αλλά αποτελούν τρόπους της εκδήλωσής του, των ενεργειακών προβολών του. Όπως άκτιστη είναι η θεία ουσία, έτσι είναι άκτιστοι και αυτοί οι τρόποι. Το ίδιο ακριβώς σκεπτικό περί ακτίστου ισχύει και στην περίπτωση των θείων ενεργειών, τις οποίες μάλιστα σε ορισμένες περιπτώσεις θα συγκρίνουμε –αντιπαραβάλλουμε με αντίστοιχες θέσεις των τις διαφορές του Μάξιμου με τον αρχαιοελληνικό λόγο. Εξάλλου, ο υπότιτλος της διατριβής μας είναι δηλωτικός της στόχευσής μας. Εμπεριέχει βεβαίως τον θεολογικό στοχασμό του Μαξίμου, αλλά η ερευνητική πορεία μας τον εντάσσει σε ό,τι ορίζεται ως χριστιανική φιλοσοφία.

Σημείωση: Προκειμένου να αναδείξουμε ευρύτερα την σχέση ελευθερίας – αναγκαιότητας, είναι αναγκαίο σε ορισμένες περιπτώσεις να την εντοπίζουμε, στις γενικές διατυπώσεις της, και στην φιλοσοφική – θεολογική ατμόσφαιρα του Νεοπλατωνισμού, και ιδιαίτερα στον Πρόκλο (412 - 485), ο οποίος έχει επεξεργασθεί συστηματικά το ζήτημα στα σχόλιά του στους Πλατωνικούς διαλόγους Αλκιβιάδης Α’, κυρίως, Πολιτεία και Τίμαιος, στα οποία μάλιστα αναπτύσσει μία γενικευμένη ανθρωπολογία, με διάχυτη την επεξεργασία της σχέσης που έχει η ψυχή με το σώμα. Την εν λόγω μάλιστα σχέση εξειδικεύει έτι περαιτέρω απ’ ό,τι εμφανίζεται στα κείμενα του Πλάτωνα. Όπου τα κείμενα το επιτρέπουν, θα επιχειρήσουμε ενδεικτικά μία συγκριτική συνεξέταση (ομοιότητες – διαφορές) ανάμεσα στον Μάξιμο και στον Πρόκλο και ευρύτερα ανάμεσα στον Χριστιανισμό και στον Νεοπλατωνισμό, συνάντηση η οποία είχε ήδη τριών τουλάχιστον αιώνων ιστορία, και μάλιστα με γόνιμα προϊόντα στο σύνολο των θεωρητικών κλάδων, όπως τουλάχιστον αποδεικνύουν κυρίως τα κείμενα του Διονυσίου του Αρεοπαγίτη, τα οποία έχει σχολιάσει και ερμηνεύσει εξαντλητικά ο Μάξιμος. Χρήζει μάλιστα επισήμανσης ότι ο Πρόκλος επιμένει ιδιαίτερα στο να διαμορφώσει μία συνεκτική θεωρία περί προσώπου και υπό την εν λόγω προοπτική επεξεργάζεται συστηματικά το σύνολο των ηθικών και των διανοητικών αρετών –και μάλιστα κατά την συνθετική συνάφειά τους– που συναντάμε στον Πλάτωνα, στον Αριστοτέλη και στους Στωϊκούς. Θεμελιώνει βεβαίως σε μεταφυσική κλίμακα την ηθική, εκλαμβάνοντας το θείον ως έσχατη ανώτατη πηγή των αρετών, Νεοπλατωνικών. Μεταφέροντας το ζήτημα στο φυσικό – ανθρωπολογικό πεδίο, θα εξετάσουμε τον τρόπο με τον οποίο η ανθρώπινη βούληση έρχεται να αναδείξει με συγκεκριμένες επιλογές – ενεργήματα την κατ’ εικόνα Θεού δημιουργία του ανθρώπου. Θα επιμείνουμε ιδιαίτερα στο να φέρουμε στο προσκήνιο το πώς το ανθρώπινο δέον εξειδικεύει το ανθρώπινο, με όρους συνειδητούς και ανανενούμενους μέσα στον χρόνο. Ιδιαίτερα μάλιστα θα μας απασχολήσει και η ενδιάμεση κατάσταση της Χριστολογίας, στο πλαίσιο της οποίας θα αναλύσουμε ιδιαίτερα τις σχέσεις των θελημάτων του Ιησού Χριστού με τις φύσεις που περιλαμβάνονται στην υπόστασή του. Στα εισαγωγικά κείμενα και στην εκτύλιξη των επί μέρους ενοτήτων, θα επιχειρήσουμε να κεφαλαιοποιήσουμε σε εδραίες επιστημολογικές βάσεις τα ερευνητικά εγχειρήματά μας. Το κυρίως ζητούμενο σε όλη την έκταση της μελέτης μας είναι η ακριβής οριοθέτηση της έννοιας της αναγκαιότητας και το πώς ο Μάξιμος ο Ομολογητής την αποκλείει, τόσο για το θείο είναι, όσο και για την τελολογική – εσχατολογική πορεία του ανθρώπου προς το καθ’ ομοίωσιν.

Τα ζητήματα αυτά δεν έχουν παρουσιασθεί στην προαναφερθείσα μελέτη και μάλιστα δεν έχουν ανιχνευθεί οι φιλοσοφικές θεμελιώσεις τους. Τα όσα θα αναφέρουμε στη σημείωση που ακολουθεί θα τα διεξέλθουμε στην πορεία της διατριβής μας, ώστε να παρουσιάσουμε τις συναντήσεις ή αλλά θεωρεί ότι ολοκληρώνεται μέσα από την ενεργοποίηση της ανθρώπινης πρωτοβουλίας υπό όρους διϋλισμένης συνειδητότητας, υποστηρίζοντας παράλληλα ότι το πρόσωπο πραγματοποιείται και ως σχέση, τέτοια που να μεταμορφώνει επί τα βελτίω τα συμβαλλόμενα υποκείμενα της αμοιβαίας αναφοράς. Χρήζει μάλιστα εδώ επισήμανσης ότι ανάμεσα στους θεούς που περιγράφει, θεωρεί ότι έχουν ήδη αναπτυχθεί ποικίλου είδους σχέσεις, οι οποίες στηρίζονται και στον παράγοντα της βούλησης, στην οποία απονέμει ιδιαίτερη σημασία, και μάλιστα οντολογικής τάξης. Βεβαίως στο εν λόγω σημείο εντοπίζεται και μία κεφαλαιώδης διαφορά από τον Χριστιανισμό, καθότι ο πολυθεϊσμός και η συναιτιότητα συνιστούν αποκλειστικό στοιχείο της λεγόμενης εθνικής φιλοσοφίας, όσο και αν και εδώ το μονιστικό στοιχείο τελικά επικρατεί. Ο εσωτερικός πάντως παράγων της προαίρεσης - ως έλλογης διϋλισμένης επεξεργασίας των «προτάσεων» της βούλησης - συνιστά κοινό στοιχείο και στα δύο πολιτιστικά μορφώματα, διά της οποίας έρχεται στο προσκήνιο και μία ολοτελής φιλοσοφία περί υποκειμένου, ή περί της εσωτερικότητας. Ούτως ή άλλως πάντως, το «καθ’ ομοίωσιν» δεν μπορεί να κινηθεί έξω από την δραστηριότητα του «εγώ» και στην προβολή τής εν λόγω συνάφειας θα επιχειρήσουμε να δείξουμε ότι ο Μάξιμος είναι αριστοτέχνης και, όποτε χρησιμοποιεί αυστηρά φιλοσοφικούς όρους, ότι είναι εφάμιλλος των νεοπλατωνικών στοχαστών. Και όλα τα ανωτέρω στην προοπτική ότι η ηθική επιχειρεί να ανακαλύψει ή να θεμελιώσει τις παραλληλότητές της με την οντολογία.

Εντελώς ενδεικτικά εδώ θα παραθέσουμε τους ορισμούς που αποδίδονται στην ελευθερία και στην αναγκαιότητα στο λεξικό του Α. Lalande. Συγκεκριμένα, για την ελευθερία σημειώνεται: «Η δύναμη της δράσεως χωρίς άλλη αιτία εκτός από αυτή την ύπαρξη αυτής της δυνάμεως. Δηλαδή, χωρίς κανένα λόγο σχετικόν με το περιεχόμενο της συντελουμένης πράξεως»21 και για την αναγκαιότητα: «Ο καταναγκασμός που ασκείται πάνω στις επιθυμίες και τις πράξεις του ανθρώπου από το αναπόφευκτο αλυσίδωμα των αρχών και των συνεπειών, των αποτελεσμάτων· και των αιτιών. Συχνά προσωποποιείται μ’ αυτή τη σημασία, και μερικές φορές συγχέεται με το Μοιραίο»22. Στην πορεία της μελέτης μας θα διαπιστώσουμε κατά πόσον οι δύο αυτοί ορισμοί μπορούν να περιγράφουν το χριστιανικό σκεπτικό και ιδιαίτερα του Μαξίμου αναφορικά με τις έννοιες που αποτελούν το αντικείμενο της έρευνάς μας. Οίκοθεν νοείται ότι οι ανωτέρω περιγραφές είναι γενικές και δεν επιμένουν στις εξειδικεύσεις των παραγόντων στους οποίους αναφέρονται. Ωστόσο, συνιστούν μία ικανή αφορμή για ερευνητικές συζητήσεις και συγκριτικές συνεξετάσεις με τα όσα εξειδικευμένα θα διαμειφθούν στην πορεία της εργασίας μας.

Μέθοδος: Σύμφωνα με την ειδική κατεύθυνση της μελέτης μας, θα χρησιμοποιήσουμε καταρχάς την ιστορική – αναλυτική μέθοδο, για να επιχειρήσουμε να αναδείξουμε το πραγματικό περιεχόμενο των κειμένων που θα επεξεργασθούμε, το ιδιαίτερο θεωρητικό πλαίσιο στο οποίο είναι ενταγμένα. Πρόκειται για μία ρήτρα που, στο μέτρο του εφικτού για κείμενα τέτοιας σημασιολογικής βαθύτητας, εξασφαλίζει την αντικειμενικότητα και αποτρέπει από οιαδήποτε αυθαίρετη ερμηνευτική προσέγγιση. Εδώ βεβαίως δεν θα διστάσουμε να καταφύγουμε στην χρήση εννοιών που διαμορφώθηκαν σε μεταγενέστερες του Μαξίμου ή και, γενικότερα, του Βυζαντίου εποχές, υπό την προσαρμογή τους όμως στην θεωρητική ατμόσφαιρα του παρελθόντος. Η εννοιολογική παρακαταθήκη που έχει ήδη διαμορφωθεί δεν μπορεί να αποκλεισθεί από την συνάντησή της με ό,τι έχει ήδη, έστω και στο απώτατο παρελθόν, προηγηθεί.

Εξασφαλίζει την προσεκτική επικαιρική ανάγνωση του χριστιανού διανοητή. Εκ του ότι λοιπόν επιλέγουμε δύο έννοιες οι οποίες έχουν ένα «βαρύ» ιστορικό φορτίο, η έρευνά μας δεν θα κινηθεί με τον μηχανιστικό τρόπο που ακολουθεί την τυπική διάρθρωση της εξέλιξης των στοχασμών σε μία πραγματεία, αλλά θα δομηθεί με εκείνες τις ανακατασκευές στις οποίες θα μάς οδηγήσει η αφαιρετική διαδικασία επί των κειμένων που ενδιαφέρουν την επιστημονική επιλογή μας, με σκοπό να συγκροτηθεί ο προσιδιάζον στο αντικείμενο της έρευνας εννοιολογικός – κατηγοριακός κώδικας. Όθεν, οι όροι που χρησιμοποιεί ο Μάξιμος θα αποτελέσουν την βάση για την συγκρότηση και εκείνων των υπολοίπων που θα επιλέξουμε ή από προηγούμενές του ή από επόμενές του θεωρητικές ανιχνεύσεις, για να αποτυπώσουν συμπληρωματικά τα νοήματά του. Οπότε η εκτίμησή μας υπό την οπτική μίας σύγχρονης προσέγγισης έχει ως ακολούθως: Η χρήση της μεταγενέστερης ορολογίας καθιστά ένα έργο του παρελθόντος πιο οικείο με τις εκάστοτε νέες επιστημονικές συνθήκες, και με το πλαίσιο καταόησης των νέων αναγνώσεων, οπότε η αναδρομικότητα δεν είναι εκτός της ερευνητικής νομιμότητας. Το πόνημά μας ανήκει καταρχάς σε ό,τι ορίζεται ως ιστορία της φιλοσοφίας, κατά τον τρόπο βεβαίως διά του οποίου συνάπτεται ή τουλάχιστον συμπορεύεται με την θεολογία. Ακολούθως, θα καταφύγουμε και στην ερμηνευτική επί των αφορμών και των στοχεύσεων των προς εξέταση κειμένων, προκειμένου να προβούμε σε ορισμένες σημασιολογικές προεκτάσεις, οι οποίες θα αποτυπώσουν το γενικότερο εκείνο κλίμα εντός του οποίου διαρθρώνεται η χριστιανική Ανθρωπολογία και Ηθική. Εξάλλου, σε ένα κείμενο με διάχυτες τις μεταφυσικές θεμελιώσεις δεν είναι εφικτό να αποφευχθούν οι μετα-οντολογικές διαδρομές, καθότι αναγκαστικά η στόχευση είναι να προκύψουν πιο εδραίες προσεγγίσεις αναφορικά με ό,τι υπερβαίνει την αντιληπτικότητα και την εννοιολογική κατηγοριοποίηση. Ο Χριστιανισμός διεπόμενος από τις αρχές ενός ριζικού αποφατισμού δεν μπορεί να παραμείνει στο οντολογικό καθεστώς όπως διαμορφώνεται σ’ ένα αυστηρά φιλοσοφικό πλαίσιο. Υπό το δεύτερο πρίσμα, η μελέτη μας θα προσλάβει στοιχεία και από τον συστηματικό κλάδο, και μάλιστα από έναν ιδιαίτερα απαιτητικό τομέα του, όπως είναι ο ερμηνευτικός, ο οποίος στα θεολογικά κυρίως κείμενα συνδέεται με τους συμβολισμούς και τις αλληγορίες, ενώ επίσης μετεξελίσσεται και σε μετα-ερμηνευτικόν, προκειμένου να μην υπάρξει ανελαστικότητα ή εγκλωβισμός στα σχήματα σκέψης που διαμορφώνονται εντός των εκάστοτε συσχετισμών των υποκείμενων στην άμεση αντιληπτικότητα περιστάσεων. Εξάλλου, ο Μάξιμος αποτελεί έναν από τους κύριους θεμελιωτές – και ίσως ο έσχατος στην ιστορική διαδρομή της – της χριστιανικής ερμηνευτικής και θα μπορούσαμε να υποστηρίξουμε ότι, με ορισμένες καίριες παρεμβάσεις στις οποίες προβαίνει, ολοκληρώνει το έργο του Ωριγένη, ο οποίος προσέδωσε – ακολουθώντας μάλιστα εν πολλοίς τον Πλάτωνα – ιδιαίτερη ώθηση στην φιλοσοφική επεξεργασία θεολογικών κειμένων, στο πλαίσιο της διαλεκτικής συνάντησης ή και αντιπαλότητας του Χριστιανισμού με τον Ελληνισμό. Αναγκαστικά δηλαδή η επεξεργασία δεν μπορεί να απογαλακτισθεί από την αυστηρή φιλοσοφική ανάλυση καθώς και από τους όρους που την καταγράφουν, έστω και με έμμεσο ή ακόμη και υποκρυπτόμενο τρόπο. Σε όποια περίπτωση, τέλος, είναι αναγκαίο, θα καταφεύγουμε και σε προσεγγίσεις του ζητήματος που έχουν παρουσιασθεί στον νεότερο και σύγχρονο θεολογικό και φιλοσοφικό στοχασμό, όπως π.χ. στον Ν. Berdiaeff, ο οποίος έρχεται να συνοψίσει με φιλοσοφικό τρόπο και με την αντίστοιχη εννοιολογία την έως την εποχή του θεολογική διαδρομή. Να διευκρινίσουμε, ωστόσο, πως δεν θα κινηθούμε στον θεωρητικό κλάδο της φιλοσοφίας της θρησκείας παρά μόνον σε ορισμένα σημεία ακροθιγώς, καθότι συνιστά μία θεωρητική έρευνα που στηρίζεται σε διαφορετικού τύπου επιστημολογικές θεμελιώσεις. Εξάλλου, ο Μάξιμος, ως αυθεντικός χριστιανός διανοητής, έρχεται να αποτυπώσει το πώς εκτυλίσσεται η φυσική και η υπερφυσική θεία Αποκάλυψη, χωρίς βεβαίως με την εν λόγω επισήμανση να εννοούμε ότι παραμένει στο πεδίο μίας απλής διαπιστωτικής – αναλυτικής προσέγγισης. Όπως θα επιχειρήσουμε να δείξουμε, ο λόγος του οδηγείται μονίμως σε ό,τι θα ορίζαμε, με την ευρεία σημασία του όρου, ως φιλοσοφική σύνθεση, η οποία ακολούθως προσλαμβάνει τα χαρακτηριστικά της θεολογικής μετα-σύνθεσης. Ο ερευνητικός στόχος των όσων θα διαμειφθούν θα είναι να αναδειχθούν όψεις ενός προβληματισμού που κινητοποιεί διαχρονικά τον ανθρώπινο στοχασμό ως προς τους όρους τού πράττειν και ως προς τις θεωρητικές αποτυπώσεις που τον πλαισιώνουν. Άρα, η μελέτη μας θα μπορούσε να τοποθετηθεί και σ’ ένα ευρύτερο πλαίσιο από εκείνο που αυστηρά καταγράφει ο σύνθετος, από το ιστορικό και το συστηματικό στοιχείο, όρος «Βυζαντινή Φιλοσοφία».

Σημειώσεις

15. Γένεσις 1, 26.

16. Βλ. Χρ. Τερέζη, «Βυζαντινή ερμηνευτική, ένα παράδειγμα από τον Μάξιμο τον Ομολογητή», Ίνδικτος, τεύχος 15, Δεκέμβριος 2001, σελ. 89.

17. Παν. Χρήστου, Ελληνική Πατρολογία, Δ΄, Πατριαρχικόν Ίδρυμα Πατερικών Μελετών, εκδ. «Κυρομάνος», Θεσσαλονίκη 1989, σελ. 60. Ήδη από τον Απόστολο Παύλο το σώμα θεωρείται ως ναός του Αγίου Πνεύματος, οπότε συνιστά θεοφάνεια και καθηκόντως πρέπει να χαίρει ανάλογης προς την ψυχή επιμέλειας. Για μία θεολογική προσέγγιση της θεωρίας περί σώματος, βλ. Χρ. Γιανναρά, Η μεταφυσική του σώματος, εκδ. «Δωδώνη», Αθήνα, 1971.

18. Μαξίμου Ὁμολογητοῦ, Κεφάλ. Γνωστικά, 11, 88, P.G. 90, 1168 A. Πρβλ. Vl. Lossky, Κατ’ εἰκόνα και καθ’ὁμοίωσιν Θεού, μτφρ. Μ. Γ. Μιχαηλίδης, εκδ. «Β. Ρηγόπουλου», Θεσσαλονίκη, 1974, σ.σ. 89-92. Επίσης Χρ. Γιανναρά, Ἡ μεταφυσικὴ τοῦ σώματος, σ.σ. 203-233, απ’όπου διαβάζουμε : «Η δόξα του ανθρώπινου σώματος, η σωματική μετοχή του ανθρώπου στο φως της θείας ελλάμψως είναι ένα γεγονός αποκαλύψεως της αλήθειας του Θεού, αλλά και της αλήθειας του ανθρώπου γεγονός «γνώσεως» φανερώσεως του Θεού και του έσχατου ανθρώπινου περιορισμού» (σελ. 218). Επίσης, Χρ. Καψιμαλάκου, «Οι θέσεις του Νικολάου Μεθώνης περί σώματος», Γρηγόριος ο Παλαμάς, τεύχος 838, Θεσσαλονίκη, Ιανουάριος –Φεβρουάριος, 2011.

19. Βλ. Νικ. Ματσούκα, Κόσμος, Άνθρωπος, Κοινωνία κατά τον Μάξιμο Ομολογητή, εκδ. «Γρηγόρη», Αθήνα 1980, σελ. 289, όπου διαφαίνονται σαφώς και οι τρόποι αποφυγής πανθεϊστικών τάσεων, οι οποίες βεβαίως θα μπορούσαν να οδηγήσουν τον άνθρωπο να αναπτύξει εγωιστικό φρόνημα, οίηση και αλαζονική στάση τέτοια που θα παραβιάζει το κατά φύσιν. Και μάλιστα υπό το παράδοξο ότι ο άνθρωπος τότε θα εκλαμβάνει τον εαυτό του ως φύσει Θεόν.

20. Βλ. John Meyendorff, «Η κοσμική διαστάση της σωτηρίας: Μάξιμος ο Ομολογητής», σελ. 57.

21. Βλ. A. Lalande, Λεξικόν της Φιλοσοφίας, τόμος δεύτερος, εκδ. «Πάπυρος», σελ. 486.

22. Βλ. A. Lalande, ό.αν., τόμος πρώτος, σελ. 129.

Πέμπτη 1 Φεβρουαρίου 2024

ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΓΚΑΙΟΤΗΤΑ ΚΑΤΑ ΤΟΝ ΜΑΞΙΜΟ ΤΟΝ ΟΜΟΛΟΓΗΤΗ (2)

 Συνέχεια από: Τετάρτη 31 Ιανουαρίου 2024

ΧΡΙΣΤΙΝΑ ΚΑΨΙΜΑΛΑΚΟΥ

ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΓΚΑΙΟΤΗΤΑ ΚΑΤΑ ΤΟΝ ΜΑΞΙΜΟ ΤΟΝ ΟΜΟΛΟΓΗΤΗ

Προς μία Οντολογία του Προσώπου

Διδακτορική Διατριβή που υπεβλήθη στο Τμήμα Φιλοσοφίας του Πανεπιστημίου Πατρών

ΕΙΣΑΓΩΓΗ (συνέχεια)

Η –τουλάχιστον αρχετυπική– πηγή της διάκρισης ανάμεσα στην ουσία και στο πρόσωπο ευρίσκεται, τηρουμένων των αναλογιών, στην αντίστοιχη διάκριση που θεωρείται ότι υπάρχει στον εσωτερικό τρόπο;; ζωής της Αγίας Τριάδος. Ήδη εκ προοιμίου φαίνεται ότι στην θεία περιοχή δεν κυριαρχεί ένας στατικός – ανελαστικός μονισμός, ο οποίος εξ ορισμού θα έθετε στο περιθώριο την ιδιαιτερότητα ως άνευ δυνατότητας και νοήματος. Κατά την χριστιανική διδασκαλία, ο Θεός είναι ένας κατά την ουσίαν του και τριαδικός κατά τις υποστάσεις του, χωρίς όμως η καθεμία εξ αυτών να υπάρχει και να δραστηριοποιείται με όρους αυτονομίας6. Η όποια τέτοιας υφής κατάσταση «απογαλακτισμού» θα μπορούσε να εμφανισθεί, θα καταργούσε εξ ορισμού την ενότητα, δηλαδή ό,τι ακριβώς είναι εκ των αυτοϊδρυτικών;;; απαρχών της η Αγία Τριάδα. Επομένως, δεν μπορούν να προσεγγισθούν με σχέσεις μεταξύ τους ταυτότητας και αδιάκριτα οι όροι «ιδιαιτερότητα» και «αυτονομία». Η καθεμία κομίζει ένα διαφορετικό σημασιολογικό βάρος. Ανάμεσα στις υποστάσεις, επίσης, δεν τίθεται ζήτημα ιεράρχησης και έτσι αποτρέπεται ο πολυθεϊσμός καθώς και οι σχέσεις οντολογικής αιτιότητας - εξάρτησης, οι οποίες οδηγούν σε απόλυτους προσδιορισμούς και στο αναγκαστικό δεδομένο ότι κάποτε δεν υπήρχε μία συγκεκριμένη υποστατική κατάσταση και ότι απλώς προήλθε, υπό τους όρους μίας αναγκαιότητας ή ενός σχεδιασμού, έστω στο πλαίσιο της αιωνιότητας. Πώς θα μπορούσε όμως να γίνει κατανοητή η αιωνιότητα στο πλαίσιο των διαδοχών, ακόμη και ως εξέλιξη από το «δυνάμει» στο «ενεργεία»; Η τριάδα των προσωπικών υποστάσεων αναδεικνύει, από την μία πλευρά, μία απόλυτη αμοιβαιότητα επικοινωνίας και, από την άλλη, το ότι η θεία ουσία είναι ζωή αγάπης, η οποία εκλαμβάνεται ότι υπάρχει και δραστηριοποιείται ως ελευθερία από κάθε οντολογική, ως πηγαίως φορά τού είναι, ή ηθική, ως καθηκοντολογική ρύθμιση, αναγκαιότητα. Με άλλους λόγους, «ἀχρόνως καὶ ἀγαπητικῶς» ο Πατήρ δεν «κτίζει» ούτε «δημιουργεῖ» ούτε «πλαστογραφεῖ» εκ της «οὐσίας» του υποστάσεις. Αλλά ο ίδιος ως πρόσωπο βεβαιώνει την θέληση – ελευθερία του να υπάρχει «προερχόμενος εἰς διάκρισιν ὑποστάσεων, ἀμερῶς καὶ ἀμειώτως μένων ἐν τῇ οἰκείᾳ ὁλότητι»7. Ουσιαστικά συνιστά την θεότητα ως ύπαρξη Τριαδική, ταυτίζοντας το είναι του με την ελευθερία αγάπης.[ΓΝΩΡΙΖΟΥΜΕ ΛΟΙΠΟΝ ΠΩΣ ΚΑΙ ΠΟΤΕ ΓΕΝΝΑ ΚΑΙ ΕΚΠΟΡΕΥΕΙ, ΑΠΑΝΤΩΝΤΑΣ ΣΤΗΝ ΑΠΟΡΙΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΓΡ. ΝΑΖΙΑΝΖΗΝΟΥ. Η ΘΕΛΗΣΗ ΚΑΙ Η ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ ΑΓΑΠΗΣ ΔΕΝ ΣΥΝΙΣΤΑ ΤΗΝ ΑΝΑΓΚΗ  ΚΑΙ ΤΗΣ ΘΕΙΑΣ ΦΥΣΕΩΣ; ΠΟΙΑ ΕΙΝΑΙ Η ΘΕΛΗΣΗ-ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ ΤΟΥ ΥΙΟΥ Ή ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΠΝΕΥΜΑΤΟΣ;ΔΕΝ ΘΑ ΜΠΟΡΟΥΣΕ Ο ΥΙΟΣ ΝΑ ΘΕΛΗΣΕΙ ΤΗΝ ΔΙΑΚΡΙΣΗ ΥΠΟΣΤΑΣΕΩΝ;]Εδώ ακριβώς αναγιγνώσκεται η προσωπική θεώρηση του οντολογικού. Η λειτουργία της θεότητας δηλαδή δεν υπάγεται ούτε και στην στοιχειώδη εσωτερική πίεση, η οποία θα όριζε επιτακτικούς κανονιστικούς όρους, ακόμη και πλήρως θετικού αξιολογικού προσήμου. Εάν δεχθούμε αναγκαιότητες στην περιοχή του θείου, τότε εισάγουμε έναν παράγοντα εξωτερικό και ανώτερο από τα τρία πρόσωπα, μία δύναμη που τα οδηγεί υπό αδήριτες ωθήσεις, κατά την αρχαϊκή αλλά και με επιβιώσεις στην κλασική ελληνική αρχαιότητα μοίρα, σε επικοινωνία. Δεν θα μπορούσαν να ορίσουν τον εαυτό τους παρά μόνον ως προς ό,τι θα προϋπήρχε της παρουσίας του, οπότε η υπαγωγή σε προσδιορισμό θα ήταν δεδομένη, με την αίρεση του Αρείου να καιροφυλακτεί. Είναι ενδεχόμενο μάλιστα να διατυπωθεί λόγος και για μία εσωτερική ώθηση, η οποία θα επιβαλλόταν ορμικά στα ενεργήματα άνευ έστω και της στοιχειώδους προθετικότητας, η οποία συνιστά την μείζονα οντολογικά προπαίδεια των αξιολογικών κρίσεων. Μία τέτοια ωστόσο αναγκαιότητα, ούτως ή άλλως, δεν θα είχε δυνατότητα παρουσίας στην υπεραυτάρκεια του απολύτου και θα διαμόρφωνε πλήρως αντιφατικές καταστάσεις ως προς το εν λόγω ιδίωμα, οι οποίες θα καταργούσαν το παράδειγμα της άνευ όρων ελευθερίας. Παράλληλα, θα έρχονταν στο προσκήνιο κατηγορίες σκέψης τέτοιες, οι οποίες θα λειτουργούσαν με αμοιβαίους αποκλεισμούς, καθότι θα εκινούντο ανάμεσα στην απόλυτη θέση και στην απόλυτη άρση χωρίς ενδιάμεσες μεταβατικές συνθήκες, μη αποδεκτές πάντως και αυτές από την χριστιανική τριαδολογική διδασκαλία, η οποία θέτει εκποδών οιαδήποτε μορφή εξέλιξης. Και το πρώτο που θα εκαταργείτο θα ήταν η απόλυτη απλότητα και ενότητα της Ανώτατης Αρχής, συνθήκη που θα συνδεόταν με ακραίες ανατροπές των οντολογικών ιεραρχιών. Η όλη κατάσταση λοιπόν θα αναπτύσσει σχετικισμούς, οι οποίοι θα οδηγούσαν σε συνεχείς υπαγωγές με άγνωστο ίσως το τελικό όριο αναζήτησης της κορυφαίας πραγματικότητας, με τον πολυθεϊσμό να ευρίσκεται στο απώγειο του θριάμβου του. Συγχρόνως, η τριαδικότητα, η οποία εισάγει σχέσεις τροφοδοτικές ή εκφραστικές του απολύτου και όχι σχάσεις, έρχεται να επικυρώσει το μη παραβιαζόμενο της θείας ελευθερίας από οιαδήποτε οντολογική ή ηθικής τάξης συνθήκη καθώς και την υπέρβαση που κατέχει απαραμειώτως έναντί τους. Παράλληλα, αποκλείει την επικυριαρχία παραγόντων οντολογικής ουδετερότητας και διευρύνεται και σε μίαν άλλη περιοχή διαπιστώσεων, με το κατ’ επίταση σκεπτικό ότι δεν πρέπει να εισάγονται στην περιοχή του θείου καταστάσεις συναισθηματικές που καθιερώνουν ανθρωπομορφισμούς. Όσο και αν η αρχή της αναλογίας δεν μπορεί να αποκλεισθεί πλήρως στον προσδιορισμό της σχέσης θείου – ανθρωπίνου, δεν είναι νόμιμο να εισάγεται σε περιοχές όπου θα διαμόρφωνε οντολογικού ορισμού συγκείμενα, διότι η συναϊδιότητα των δύο παραγόντων και ο πανθεϊσμός θα είναι προ των πυλών. Πρόκειται για καταστάσεις που αποκλείονται ρητά από την χριστιανική διδασκαλία, η οποία θέτει στην φύση και στην ιστορία συγκεκριμένα όρια χρονικής αφετηρίας.

Εν συνεχεία, θα ερευνηθούν οι περί θείας οικονομίας ως τελολογικού–εσχατολογικού επί το χριστιανικότερον – σχεδιασμού προς ένα συγκεκριμένο αποτέλεσμα απόψεις του Μαξίμου, εκφάνσεις της οποίας αποτελούν: i) ο κόσμος ως εκ του μηδενός, δηλαδή με την παντελή απουσία ενός προϋπάρχοντος υλικού υποστρώματος και θεμελιωτικού ενός οντολογικού δυϊσμού, δημιουργηθείσα κτίση και ii) η ενανθρώπηση του Χριστού, ως έκφραση της θείας υπερφυσικής αποκάλυψης, η οποία πάντως διέπεται από αυστηρούς όρους αποφατισμού. Στην παράδοση του Χριστιανισμού, κυρίως από τον Διονύσιο τον Αρεοπαγίτη και εκείθεν, τα ανωτέρω χαρακτηρίζονται ως διακρίσεις και περιγράφουν τρόπους προβολής της τριαδικότητας στο πεδίο της οικονομίας (φυσικής και ιστορικής), η οποία δεν υπόκειται ωστόσο σε πλήρη εννοιολογική κατηγοριοποίηση. Και βεβαίως γίνεται λόγος για ζητήματα που ούτε κατ’ελάχιστον δεν πρέπει να προσεγγισθούν κατά τρόπο που οδηγεί στον πανθεϊσμό, ο οποίος ορίζει απολύτου ή έστω ιεραρχικού τύπου συναϊδιότητες, ανεξάντλητες και σταθερές σε όλη την εξέλιξη της δημιουργίας. Τα διακυβεύματα από μία τέτοια εκδοχή είναι ακραία για την υπερβατικότητα καθώς και για πλείστα άλλα ζητήματα σωτηριολογικού χαρακτήρα. Στην εκτύλιξη του ερευνητικού πονήματός μας θα έχουμε ως σταθερό πλαίσιο τα ακόλουθα, τα οποία συνιστούν τα όσα διατυπώθηκαν έως την εποχή που δραστηριοποιείται συγγραφικά ο Μάξιμος.

i) Κόσμος

Αναφορικά με το κοσμολογικό ζήτημα, οι Βυζαντινοί θεολόγοι υποστηρίζουν, ακολουθούντες τις θεωρίες των Καππαδοκών, ότι καταρχάς προέκυψε η γένεση του κτιστού φυσικοοργανικού κόσμου και ακολούθως, στο πλαίσιο μίας οιονεί εξελικτικότητας, η δημιουργία των ανθρωπίνων όντων ως φυσικών οργανισμών και εν ταυτώ ως έλλογων παρεμβατικών ιστορικών και πολιτιστικών υποκείμενων. Εξαρχής λοιπόν ορίζει ένα δυναμοκρατικό μοντέλο ανάπτυξης, το οποίο βαίνει βελτιούμενο. Έπειτα, ότι ακολούθησε η κίνηση των ανθρώπων ως έκφανση της οικείας τους ιδιαίτερης ως προς τις λεπτομέρειές της εξέλιξης και στο τέλος η διά της επιστροφής τους εγκατάστασή τους στην θεία περιοχή, ως ολοκλήρωση της εν λόγω εξέλιξης, ως πραγμάτωση των υπαρχουσών στην υπόστασή τους δυνατοτήτων8. Πρόκειται για έναν σχεδιασμό που έχει σαφή τα χαρακτηριστικά της τελολογίας, ως πραγμάτωσης ενός ελλόγου προγραμματισμού που έχει τεθεί εξαρχής, με ισχυρό παράγοντα την ανθρώπινη συμμετοχή, η οποία εξειδικεύει τις λεπτομέρειες της πορείας. Κατά τον A. Riou, έξω από οιαδήποτε συνάφεια ευρισκόμενος ο Θεός δημιουργεί το υπαρκτό στο σύνολό του με μόνη την ελεύθερη θέλησή του και μ’ έναν σχεδιασμό που αρθρώνεται κατά επίπεδα, δίχως ουδεμία δέσμευση από προϋπάρχοντα της ύπαρξής του πρότυπα, ούτε από το ίδιο το Είναι του9. Ομοίως παρατηρεί ο Γ. Φλορόφσκυ: «Η δημιουργία του κόσμου εκλαμβανόταν σαν μία κυριαρχική και “ελεύθερη” πράξη του Θεού και όχι σαν κάτι, που αναγκαστικά προήλθε, σαν απόρροια αναγκαστική του τρόπου υπάρξεώς Του. Έτσι, λοιπόν, το ενδεχόμενο του κόσμου βρισκόταν να είναι διπλό: από τη μία πλευρά, την πλευρά του κόσμου, που μπορούσε να μην υπάρξει καθόλου, και από την πλευρά του Δημιουργού, που θα μπορούσε να μην είχε δημιουργήσει καθόλου»10. Εδώ η ανεξαρτησία των κινήσεων οίκοθεν και εξ ορισμού νοείται ότι δεν μπορεί να εξαρτηθεί από οιαδήποτε συνθήκη τροφοδοτήσεων. Πρόκειται για μία απόλυτη και εσωτερικά ιδρυόμενη και ούτως ειπείν ελεγχόμενη κίνηση, σε πλήρη βαθμό ανήκουσα σε μία και μοναδική πηγή. Δεν ευδοκιμεί ιδιαίτερα εδώ το πλατωνικό μοντέλο περί δημιουργίας και αρχετύπων «ειδών», προς τις οποίες στρέφεται ο δημιουργός Θεός για να διακοσμήσει την προϋπάρχουσα ακατάστατη, την στερούμενη έλλογης κίνησης και χωρίς νόμους ύλη. Βεβαίως η αισθητική διάσταση στον τρόπο συγκρότησης του φυσικού κόσμου δεν αίρεται επ’ ουδενί, αλλά προκύπτει μέσα από μία διαφορετική αφετηρία. Για να ανταποκριθούμε μάλιστα ευρύτερα στο σκεπτικό των χριστιανών στοχαστών, θα σημειώναμε ότι εδώ πρόκειται για μία συμφωνία του «είναι» και της «θέλησης», με την διευκρίνιση ότι στο θείο πεδίο μία ενδεχόμενη ασυμφωνία τους είναι εκτός των ορίων του εφικτού, καθότι αποκλείεται οιαδήποτε διπλόη και πολλώ μάλλον ανεξαρτησία. Θα μπορούσε επιπλέον να οδηγήσει και σ’ έναν ιδιαίτερου τύπου πολυθεϊσμό. Εξάλλου, μία τέτοια διάκριση συνιστά παραφωνία και για τον άνθρωπο, διότι διαρρηγνύει την ενότητά του και τον οδηγεί σε μία χαώδη και ασυντόνιστη κατάσταση, μ’ έναν πολυκεντρισμό αρμοδιοτήτων χωρίς συνεκτικούς αρμούς. Ο Θεός λοιπόν με την απόλυτη ενότητά του – η οποία όμως δεν θέτει στο περιθώριο τις υποστατικές διακρίσεις - δεν υποτάσσεται σε αναγκαιότητες και δεν οδηγείται σε μία απορροή της ουσίας του και έτσι αποφεύγεται ο πανθεϊσμός στωϊκού ή άλλου τύπου, ο οποίος θα καταργούσε την τελολογική – σωτηριολογική προοπτική, η οποία, υπό μία άλλη προσέγγιση, θα είχε πραγματωθεί εφάπαξ και χωρίς ίσως έστω και την στοιχειώδη προσπάθεια. Οι θελητικές προβολές του εκφαίνουν την προς τα έξω πλευρά του και με τους συνδυασμούς τους συγκροτούν τους "λογικούς"- οντολογικούς πυρήνες του συνόλου των όντων, με σταθερές αλλά και ανανεούμενες κανονικότητες, οφειλόμενες ακριβώς στο πώς ο ίδιος επιλέγει να εκφαίνει την – φυσική και υπερφυσική – πρόνοιά του απέναντι στα δημιουργήματά του. Το σύστημα είναι νομοθετικά – ώστε να μην οδηγείται στο χάος – λειτουργιστικό και δεν διακινείται με ανελαστικές ταυτότητες, συντελεστικές μίας αισθητικής ουδετερότητας. Το ιδιαίτερα ενδιαφέρον εδώ είναι ότι επιλέγεται ένα εξελικτικό μοντέλο για την εξήγηση και την ερμηνεία της δημιουργίας του κόσμου της αισθητής εμπειρίας στο σύνολό της, οπότε οι γνωσιολογικές εκάστοτε αποτυπώσεις δεν θα έχουν μόνιμο περιεχόμενο. Ο άνθρωπος είναι υποχρεωμένος να ανανεώνει την γνωστική σχέση του με τον κόσμο, η οποία εν τέλει δεν οδηγεί παρά στην σχέση του με τις θείες χορηγίες.

Ως εκ των ανωτέρω, πώς θα μπορούσε να παρακολουθηθεί ένα τελολογικό μοντέλο, την στιγμή που οι γνωστικές δραστηριότητες και σχηματοποιήσεις τυπικά επαναλαμβάνονται ως αρχικώς έχουν; Το φυσιολογικό είναι το να συγκροτούν ένα μη κεκορεσμένο δυναμοκρατικό σύστημα, το οποίο θα εμπλουτίζεται και θα επαναδομείται με νέες κατηγορίες, με εννοιολογικά σχήματα βαθύτερης εμβέλειας, με διορθωτικές ανακατασκευές και με σκεπτικισμό έναντι της όποιας μοντελοποίησης και νοηματικής περιχαράκωσης. Έτσι, η σχέση τού νοείν με το είναι δεν μπορεί να είναι στατική, αλλά θα αναδιατάσσεται στο συνεχές, με σαφή πάντοτε την προτεραιότητα του ρεαλισμού και με συνεπή περιορισμό έως και εξαφάνιση των προς ιδεαλισμό τάσεων, με διάχυτη όμως και την τάση ανάπτυξης ενός οιονεί νομιναλισμού, ως επικύρωση του «καθόλου» διά του επιμέρους. Ο Χριστιανισμός επιμένει ιδιαιτέρως στο συγκεκριμένο, κρίσιμο στοιχείο για την θεμελίωση – κατάκτηση της ελευθερίας και του προσώπου. Το αν ο ρεαλισμός σ’ ένα επόμενο στάδιο καθίσταται και εννοιολογικός δεν συνιστά πρόβλημα, καθότι γίνεται συζήτηση για εννοιολογοποίηση των οντικών καταστάσεων – φαινομένων που έχει διαπιστωθεί ή συνιστά βεβαιότητα πίστης ότι πραγματικά υπάρχουν, για προσδιορισμό των αιτίων τους και του αποχρώντος προς τι λόγου τους.

ii) Ενανθρώπησις.

Η βεβαιωμένη υπαρκτικά και ιστορικά αποτυχία του ανθρώπου να κατορθώσει το «καθ’ ομοίωσιν», ως συνειδητή ανακάλυψη και όλο και πιο διευρυνόμενη πραγμάτωση του «κατ’ εικόνα», αποκαταστάθηκε με την ενανθρώπηση του θείου Λόγου, της οποίας σκοπός ήταν η ανακαίνιση και η σωτηρία του ανθρώπου, η κατεύθυνσή του προς την οντολογική αυθεντικότητα11. Οι όροι ρύθμισης που εισάγονται είναι προφανείς ως προς τις παρεμβατικές λεπτομέρειές τους ή ως προς τις μετεξελικτικές αρθρώσεις τους και εντάσσουν –ή, ενδεχομένως πιο σωστά, αποκαλύπτουν – σε μία πιο διευρυμένη προοπτική το περιεχόμενο της θείας πρόνοιας. Πρόκειται για μία κατεύθυνση που διέρχεται και μέσα από την αφομοίωση και ανάδειξη του συνόλου των θεωρούμενων ως ηθικών αρετών, οι οποίες ωστόσο τίθενται σε μία νέα προοπτική περιλαμβάνουσα ένα ιστορικό και υπαρξιακό πεδίο νέας τάξης, η οποία λειτουργεί επαναστατικά τόσο έναντι του ισχύοντος όσο και της ίδιας της προηγηθείσας αυτοδιαμόρφωσης. Δεν διατυπώνεται δηλαδή λόγος για ένα αρεταϊκό πλήρωμα εκκοσμικευμένης τάξης, η οποία παραμένει σε συνεχείς αυτο-αναδιπλώσεις και δεν επιλέγει τους αναγωγισμούς, περιθωριοποιώντας έτσι την προοπτική τού «καθ’ομοίωσιν». Με την αποκατάσταση της ανθρώπινης φύσεως στην αρχική ακεραιότητά της που προτυπώνει ο Ιησούς Χριστός, ο κάθε άνθρωπος επανέρχεται στην ελευθερία του, την οποία αρχετυπικά είχε δεχθεί εκ του Θεού, για να την πραγματώσει οικείως και επικαίρως, με τον χρόνο να εκλαμβάνεται, και μάλιστα αϊδίως, ως η αισθητή εκτύλιξη του αιώνα. Η έννοια του αρχετύπου προσλαμβάνει πλέον μία λειτουργικότητα, η οποία θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί ως καθολικά ρεαλιστική, καθότι στο πλαίσιό της ο ενσαρκωμένος θείος Λόγοςεμπεριέχει και ό,τι ήδη έχει δημιουργηθεί και τις διαπιστώσεις που έχουν προκύψει από την έως το χρονικό εκείνο σημείο απορρόφησή του από το φυσικό σύμπαν στο σύνολό του. Πρόκειται πάντως για διαπιστώσεις οι οποίες είναι ατελείς, καθότι δεν έχουν ερμηνεύσει στον πλήρη βαθμό τον αιτιώδη – αποχρώντα λόγο της θείας εμμένειας. Σαφώς, ως εκ της ανωτέρω νέας μορφής της υπερφυσικής Αποκάλυψης, πάντως δεν πρόκειται για μία μηχανιστική επάνοδο σε μία πραγματικότητα που είχε απωλεσθεί, διότι τότε θα εκαταργούντο βασικές ανθρωπολογικές προϋποθέσεις όπως π.χ. η συνειδητή ενεργοποίηση του αυτεξουσίου. Το εν λόγω σημείο είναι κρίσιμο, διότι καταθέτει την ευθύνη της αυτοπραγμάτωσής του στον ίδιο τον άνθρωπο και άνευ της συμβολής του το τελολογικό παράδειγμα δεν επικυρώνεται. Επιπλέον μάλιστα, το διακύβευμα θα ήταν κρίσιμο και για την λειτουργία τού «κατ’ εικόνα». Κατά λογική δηλαδή συνεπαγωγή, το μηχανιστικό θα είχε επιπτώσεις και για την ίδια την θεία πηγή, η οποία θα παρουσιαζόταν να «επιβάλλεται» με αυτοματισμούς, οι οποίοι θα διαμόρφωναν αδρανείς οντολογικές ταυτότητες, μη ικανές να συγκροτήσουν έναν νέο κόσμο σημασιών. Το ρεαλιστικό παράδειγμα, επίσης, ενισχύεται από το ότι είναι μία κατάσταση που δεν παραμένει στην προοπτική μίας χορηγίας, αλλά προσλαμβάνει έναν απτό χαρακτήρα, ο οποίος διεξέρχεται διά μέσου ιστορικών συμβάντων, περιγράψιμων και κατατάξιμων σε κατηγορίες, απηλλαγμένον μάλιστα οιουδήποτε ιδεαλιστικού επικαθορισμού. Η καίρια προοπτική που διέπει εκ των πηγαίων οντολογικών προδιαγραφών της την δημιουργία του ανθρώπου δεν είναι παρά το να επαναληφθούν με νέους εκάστοτε όρους τα θεία αρχέτυπα, καθότι η ιστορία δεν εκλαμβάνεται ως ένα στατικό δεδομένο, αλλά με ανακαινιστικές κατά περίπτωση υπαρκτικές συνθήκες, χωρίς πάντως να αλλοιώνονται ούτε κατ’ ελάχιστον οι οντολογικές αφορμές. Αλλά χρήζει επισήμανσης ότι πλέον το κριτήριο είναι δεδομένο εκ της υποκείμενης στην άμεση αισθητηριακότητα παρουσία του θείου Λόγου και ότι ως εκ της εν λόγω τροφοδότησης θέτει εξειδικευμένους κανόνες για την ανθρώπινη αυτοσυγκρότηση. Στο πλαίσιο των ανωτέρω, συγκροτείται η ανθρωπολογία του Χριστιανισμού, η οποία έχει την έδρα της και σε οντολογικές και σε ηθικές παραμέτρους, οι οποίες στο γενικότερο θεωρητικό πλαίσιο συνδέονται στενά μεταξύ τους και συναποτελούν έναν συνεπή ολισμό. Τέλος, είναι αναγκαίο να σημειώσουμε ότι αυτή η δυναμική περί ενανθρωπήσεως διδασκαλία των χριστιανών θεολόγων προϋποθέτει μία διττή κίνηση: μία θεία προς τον άνθρωπο κίνηση, που συντελεί ώστε ο Θεός να γίνει μεθεκτός από την κτίση, και μία ανθρώπινη προς τον Θεό κίνηση, αποκατεστημένη στον Χριστό. Πρόκειται για την διαλεκτική του καταγωγικού με το αναγωγικό, η οποία μάλιστα, αφ’ ής στιγμής τεθεί, ευρίσκεται σε επαναληπτική κίνηση.

Όπως θα διαπιστώσουμε στο σχετικό κεφάλαιο, η συλλογιστική του Μαξίμου περί του τρόπου συμπεριφοράς του ανθρώπου προβαίνει στην διάκριση μεταξύ θελήσεως ως φυσικής ικανότητας και ως προσωπικής ενεργοποίησης, αποτελώντας μία από τις σημαντικότερες συμβολές του στην επεξεργασία της σχετικής χριστιανικής παράδοσης. Βασική λοιπόν θέση του είναι ότι ο άνθρωπος κατέχει την φυσική θέληση («φύσει θελητικὸς»)12. Η εν λόγω θέση αναφέρεται στην ελευθερία της φύσεως («ἡ κατὰ φύσιν αὐτεξουσιότης»)13, η οποία με βάση το «κατ’ εικόνα» δεν είναι δυνατόν να εξετασθεί ανεξάρτητα από την θεία ελευθερία. Η επισήμανση αυτή εκτιμούμε ότι είναι καίρια, καθότι προσδιορίζει με ακρίβεια ό,τι θα εκληφθεί ως προσωπικό κατόρθωμα. Εδώ ακριβώς πρέπει να διευκρινισθεί ότι, στο σύνολο των χριστιανών θεολόγων, η προαίρεση είναι η εκούσια απόφαση για το αγαθό ή το κακό και κατ’ επέκταση για την εκτέλεσή τους, συνυφαινόμενη και με το νοείν – ως στοχάζεσθαι και αναστοχάζεσθαι – και διά των αναγκαίων διαμεσολαβήσεων της απόφασης με το πράττειν. Καθίσταται λοιπόν προφανές ότι τής αποδίδουν μία γενικευμένη λειτουργία, η οποία συνάπτεται με το σύνολο των όρων που συνθέτουν τον τρόπο ύπαρξης ως ολοένα και πιο ώριμη μετάβαση από απλουστευτικούς σε συγκροτημένους όρους. Άρα, δεν είναι νόμιμο να τεθεί ζήτημα για μία καινοφανή ανάδειξη της προαίρεσης από ένα σημείο και ύστερα κατά την πορεία του ανθρώπου. Με άλλους λόγους, η προαίρεση πραγματοποιεί ή αποκαλύπτει την ήδη υπάρχουσα ελευθερία της θελήσεως σε μία πιο προκεχωρημένη βάση συνειδητότητας. Είναι πιο σύνθετη πάντως έναντι της αρχικής κατάστασης, καθότι διϋλίζει ό,τι αναδύεται στην επιφάνεια της προθετικότητας «προς τι», το οποίο σε κάθε νέα περίπτωση λειτουργεί υπερβασιακά αναφορικά με το ό,τι έχει ήδη διαμορφωθεί. Παράλληλα, φανερώνει εντός των τελουμένων ενεργημάτων τις εσωτερικές δομές του φορέα της, ανεξάρτητα από τον ιδιαίτερο τρόπο εκδήλωσής τους, ο οποίος μπορεί να επηρεάζεται από ποικίλους, ανάλογα με τις συνθήκες, παράγοντες, χωρίς όμως να αφίσταται των πηγαίων οροθετήσεών του: «ἡ δὲ προαίρεσις τῶν ἐφ’ ἡμῖν»14. Με φιλοσοφικούς όρους, θα σημειώναμε ότι πρόκειται για ένα «είναι» το οποίο επιδέχεται – ή οδηγείται σε – πλείστα συμβεβηκότα, ανάλογα με τους ποικίλους παράγοντες που παρουσιάζει το περιβάλλον και οι οποίοι επηρεάζουν τον άνθρωπο. Από οιαδήποτε πάντως σκοπιά, τα ενεργήματα συνιστούν την εξειδικευμένη δομολειτουργικότητα του κάθε ανθρώπου, η οποία βαθμιαία συγκροτείται ως η συγκεκριμένη προβολή της ύπαρξης και της ζωής στο έτι περαιτέρω βέλτιον. Σημειωτέον ότι το βέλτιον κατακτάται, όταν στην διαδικασία διά της οποίας επιδιώκεται εντάσσεται και το επικοινωνείν, το οποίο συνθέτει την πλήρη ανάδειξή του στο πλαίσιο της εκκλησιαστικής ζωής, η οποία έχει προ-ιστορικές προκείμενες, ιστορικές συγκείμενες και μετα-ιστορικές επικείμενες. Η εκτίμησή μας είναι ότι σε κάθε τέτοια επεξεργασία χρήζουν, έστω και ευσύνοπτης, αναφοράς και τα δάνεια που έχουν δεχθεί οι χριστιανοί θεολόγοι από τον Αριστοτέλη και από τους Στωϊκούς φιλοσόφους, και όχι μόνον τα εκφραστικά, καθότι υπάρχει μία εκτενής παράδοση στην αρχαία ελληνική φιλοσοφία συνδεόμενη στενά με το αρεταϊκό πλήρωμα και με τους όρους που απαιτούνται για να πραγματωθεί. Και είναι αναγκαίο να τονισθεί ότι από την εν λόγω πραγμάτωση απουσιάζει κάθε μηχανιστικό μοντέλο, αποκλεισμός διάχυτος και σε όλο το χριστιανικό αρεταϊκό πλήρωμα, το οποίο συγκροτείται ακόμη και με όρους ασυνεχείας και μη πρόβλεψης. Θα χαρακτηρίζαμε την όλη διαδικασία που εδώ προβάλλεται ως δομολειτουργική, καθότι θεάται – έστω προοπτικώς – με έλλογα χαρακτηριστικά τον άνθρωπο ως συναμφότερη οντότητα. Πρόκειται κατά βάση για ένα ζήτημα που εξετάζει το αν υπάρχει μία ειδική σχέση της οντολογίας με την ηθική, ή το αν η ηθική διαμορφώνεται και με τον εθισμό ή αποκλειστικά και μόνον με τις επιρροές του. Βεβαίως δεν πρέπει να διαφεύγει της προσοχής ότι και ο εθισμός μπορεί να συνιστά μία μη συνειδητή εισέτι έκφανση της οντολογίας, οπότε κατά βάση δεν μπορεί να είναι απορριπτέος παρά μόνον κριτικά ελέγξιμος και ανακατασκευάσιμος. Εξάλλου, δεν πρέπει να διαφεύγει της μνήμης ότι αριστοτελικά η πραγμάτωση της αρετής τροφοδοτείται από τον εθισμό. Στο σύνολο των ερωτημάτων που τίθενται, αναδύεται τελικά ως κεφαλαιώδης ο παράγων της ελευθερίας, η οποία καταξιώνει θετικά την κάθε προσπάθεια, ανεξάρτητα από το προϊόν το οποίο παράγεται και το οποίο δεσμεύεται πολλάκις από αντισώματα που παρεμβάλλουν οι εξωτερικοί παράγοντες. Οίκοθεν εννοείται ότι το θετικό έχει σχέση κυρίως με την προθετική αφορμή και αποκτά το πλήρες νόημά του όταν συνυφαίνεται με το «κατ’ εἰκόνα». Η πλήρης πραγμάτωσή του, ωστόσο, απαιτεί βάθος χρόνου και την διάθεση για συνεχείς ανακατασκευές.

ΑΝΑΜΕΝΟΥΜΕ ΤΙΣ ΑΠΟΔΕΙΞΕΙΣ ΤΩΝ ΙΣΧΥΡΙΣΜΩΝ, ΙΔΙΑΙΤΕΡΩΣ ΤΗΝ ΕΝΝΟΙΑ ΤΗΣ ΕΞΕΛΙΞΕΩΣ, ΧΩΡΙΣ ΠΟΛΛΕΣ ΕΛΠΙΔΕΣ.

Σημειώσεις

6. Βλ. Χρ. Τερέζη, Φιλοσοφική Ανθρωπολογία στο Βυζάντιο, εκδ. «Ελληνικά Γράμματα», Αθήνα 1997, σελ.33. Σημειωτέον, ότι η αυτάρκεια που συνιστά εσωτερικό χαρακτηριστικό του κάθε θείου προσώπου δεν οδηγεί σε απομονωμένους αυτοορισμούς και αποκλείει το ούτως ειπείν βασίλειο της αυτοδύναμης επικράτειας.

7. Μαξίμου Ὁμολογητοῦ, Σχόλια εἰς τὸ περὶ θείων ὀνομάτων, P.G. 4, 221Α. Πρβλ.Χρ. Γιανναρά, Τὸ ρητὸ καὶ τὸ ἄρρητο, τὰ γλωσσικὰ ὅρια ρεαλισμοῦ τῆς μεταφυσικῆς, έκδ. «Ἴκαρος», Ιανουάριος 1999, σ.σ. 94-95.

8. Μαξίμου Ὁμολογητοῦ, Περὶ διαφόρων ἀποριῶν τῶν Ἀγίων Διονυσίου καὶ Γρηγορίου πρὸς Θωμᾶν τὸν ἠγιασμένον, P.G.91, 1089, 1072. Πρβλ. Δημ. Στανιλοάε, «Εισαγωγή», Φιλοσοφικά και Θεολογικά Ερωτήματα, εκδ. «Αποστολική Διακονία», Αθήνα 1978, σελ. 22. Με κάθε άνεση θα μπορούσαμε εδώ να εφαρμόσουμε το τριαδικό σχήμα του νεοπλατωνικού Πρόκλου «μονή – πρόοδος- επιστροφή», του οποίου χρήση ποιείται και ο Διονύσιος ο Αρεοπαγίτης. Πρόκειται για ένα σχήμα –διαδικασία που ισχυροποιεί ένα συνεπές μονιστικό παράδειγμα. Βλ. ενδεικτικά, Πρόκλου, Στοιχείωσις Θεολογική, πρ. 25-39, σ.σ. 28.21-42.7 Πρβλ. J. Trouillard, L’ un et l’ âme selon Proclos, εκδ. «Les Belles Lettres», Paris 1972, σ.σ. 78-106. Για το εν λόγω σχήμα θα επανέλθουμε στο δεύτερο κεφάλαιο της εργασίας μας.

9. Βλ. Α. Riou, Le monde et l’ église selon Maxime le Confesseur, Théologique historique 22, «Editions Beauchesme», Paris 1979, σελ. 97: «Contrairement à son rôle dans l’ argumentation assez philosophique de l’ Amb 7, la citation renvoie ici moins à une métaphysique de la causalité qu’ à l’ ex nihilo de la création et au “fondement le plus intérieur de la bonté du Père” qui et sa libre volonté de créer».

10. Βλ. Γ. Φλορόφσκυ, Θέματα Ορθοδόξου Θεολογίας, εκδ. «Άρτος Ζωής», Αθήναι 1973, σ.σ.18-27. Πρβλ. Χρ. Τερέζη, Ἡ θεολογικὴ γνωσιολογία τῆς Ὀρθόδοξης Ἀνατολῆς, εκδ. «Γρηγόρης», Αθήνα 1993, σ.σ. 39-40.

11. Βλ. Μαξίμου Ὁμολογητοῦ, Περὶ διαφόρων ἀποριῶν, P.G. 91, 1044 Β. «Ὅλην εἰργάσατο τοῦ γένους τὴν σωτηρίαν, ἑαυτοῦ ποιούμενος τὸ ἡμέτερον». Δεν πρόκειται για μία πρόνοια που λειτουργεί με κάθετες διατομές και επιλεκτικές παρεμβάσεις, αλλά εδώ αναδεικνύεται ένα ολιστικό τελολογικό – σωτηριολογικό παράδειγμα. Παράλληλα, γίνεται αναφορά στο πώς το θείον οικειοποιείται το ανθρώπινο πρόβλημα, για να το επιλύσει με απόλυτο τρόπο. Για μία συστηματική εξέταση του θέματος περί του απροϋποθέτου ή μη της σαρκώσεως του Λόγου, βλ. Ανδρ. Θεοδώρου, «Cur Deus Homo? Απροϋπόθετος ή εμπροϋπόθετος ενανθρώπησις του Θεού Λόγου ; (Σχόλιον εις την Θεολογίαν, του ιερού Μαξίμου του Ομολογητού)», Επιστημονική Επιτηρίς της Θεολογικής Σχολής, τόμος ΙΘ΄, Αθήναις 1972, σελ. 309. Βλ. επίσης Νικ. Λουδοβίκου, Η Ευχαριστιακή Οντολογία, εκδ. «Δόμος», Αθήνα 1992, σ.σ. 186-188. Για μία γνωσιολογική θεμελίωση της όλης συνθήκης, βλ. Ν.Α. Νησιώτη, Προλεγόμενα εις την θεολογικήν γνωσιολογίαν, εκδ. «Μήνυμα», Αθήνα 1986, σ.σ. 57-59.

12. Μαξίμου Ὁμολογητοῦ, Ζήτησις μετὰ Πύρρου, P.G. 91, 304D.

13. Μαξίμου Ὁμολογητοῦ, αὐτόθι, P.G. 91, 324D.

14. Μαξίμου Ὀμολογητοῦ, Πρὸς Μαρῖνον, P.G. 91, 24Β.

ΠΡΟΣΠΑΘΩΝΤΑΣ ΝΑ ΑΝΤΙΚΑΤΑΣΤΗΣΟΥΜΕ ΤΗΝ ΟΥΣΙΑ ΜΕ ΤΟ ΠΡΟΣΩΠΟ ΑΡΧΙΣΑΜΕ ΝΑ ΓΕΝΝΑΜΕ ΤΡΑΓΕΛΑΦΟΥΣ.

Τετάρτη 31 Ιανουαρίου 2024

ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΓΚΑΙΟΤΗΤΑ ΚΑΤΑ ΤΟΝ ΜΑΞΙΜΟ ΤΟΝ ΟΜΟΛΟΓΗΤΗ (1)

ΧΡΙΣΤΙΝΑ ΚΑΨΙΜΑΛΑΚΟΥ

ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΓΚΑΙΟΤΗΤΑ ΚΑΤΑ ΤΟΝ ΜΑΞΙΜΟ ΤΟΝ ΟΜΟΛΟΓΗΤΗ

Προς μία Οντολογία του Προσώπου

Διδακτορική Διατριβή που υπεβλήθη στο Τμήμα Φιλοσοφίας του Πανεπιστημίου Πατρών

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Ο Μάξιμος ο Ομολογητής (580-662) είναι ένας από τους κύριους και κατεξοχήν συστηματικούς εκφραστές της διδασκαλίας του Χριστιανισμού της Ανατολής στο σύνολο σχεδόν των θεωρητικών κλάδων της, και όχι μόνον εξαιτίας της ποσοτικής έκτασης του έργου του1. Κεφαλαιώδεις είναι οι ερευνητικές παρεμβάσεις – πορίσματά του στους τομείς της μεταφυσικής Οντολογίας, της Κοσμολογίας (ή της Κτισιολογίας), της Γνωσιολογίας και της Ηθικής, ενώ επίσης δεν πρέπει να παραθεωρούνται και ορισμένες περί αισθητικής αναλύσεις του και συνθετικές κρίσεις του. Ιδιαιτέρως μάλιστα πρέπει να επισημανθούν οι συστηματικές και ερμηνευτικές αναφορές του σε εκκλησιολογικά θέματα, τα οποία είχαν τεθεί στο προσκήνιο των προβληματισμών ήδη από τις απαρχές του 2ου αι. μ.Χ. Στην πολυσχιδή συγγραφική δραστηριότητά του περιλαμβάνονται πλείστες πραγματείες, μεταξύ των οποίων και Σχόλια –ιδιαιτέρως μάλιστα εξειδικευμένα– στα συγγράμματα του Διονυσίου του Αρεοπαγίτη, μέσω των οποίων επέδρασε και στην φιλοσοφική-θεολογική αναγέννηση της Δύσεως, δεδομένου ότι διά του «θείου φιλοσόφου Μαξίμου» γνώρισαν οι εκπρόσωποί της τον Διονύσιον. Για παράδειγμα, μπορούμε να αναφέρουμε τον Αλβέρτο τον Μέγα και τον Ιωάννη Σκώτο2. Δεν πρέπει μάλιστα να παραβλεθεί ότι ο Διονύσιος ήταν ένας από τους προσφιλείς συγγραφείς του Θωμά του Ακινάτη, του κορυφαίου στοχαστή του Χριστιανισμού της Δύσης, ο οποίος επιπλέον ενέταξε με επιλεγμένους στην ακρίβειά τους όρους στην θεολογική προβληματική του την αριστοτελική μεταφυσική, φυσική επιστήμη και λογική, συγκροτώντας ένα μεγαλειώδες σύστημα γνώσης. Το υλικό που έχει διασωθεί από τις πραγματείες του Μαξίμου είναι επαρκές, για να εξαχθούν έγκυρα συμπεράσματα αναφορικά με το ποιόν και με τις κατευθύνσεις του στοχασμού του καθώς και για να εξετασθούν με τεκμηριώσιμα επιχειρήματα και με εννοιολογικές κατηγοριοποιήσεις όχι μόνον οι απόψεις που επικρατούν στην φιλοσοφική και θεολογική σκέψη του αλλά που και αναδύονται ως νέο ερευνητικό προϊόν. Το τελευταίο στοιχείο είναι επιστημονικά κρίσιμο, εκ του ότι θέτει το έργο του βυζαντινού στοχαστή στον άξονα της διαχρονικής και της σύγχρονης παρουσίας και άρα και της μόνιμης επανεξέτασής του. Σε πλείστες μάλιστα περιπτώσεις συνυφαίνει τόσο στενά την φιλοσοφία με την θεολογία, ώστε δεν είναι άνετα εφικτό να προσδιορισθεί, ακόμη και σ’ένα δεύτερο επίπεδο αναλύσεων, ποιός από τους δύο κλάδους επικρατεί στην πραγμάτευση ορισμένων θεμάτων του. Βεβαίως από τα ευρύτερα συμφραζόμενα η θεολογία είναι η επικρατούσα, αλλά το δυσδιάκριτο είναι σαφώς έντονο σε μία χωρίς προϋποθέσεις και διαμεσολαβήσεις εξέταση των κειμένων του. Τείνει δηλαδή ο Μάξιμος να αναπτύξει έναν ενιαίο θεωρητικό Λόγο, με τις εξειδικεύσεις του να τον τεκμηριώνουν ως συνθετική ακεραιότητα. Χαρακτηρίζεται μάλιστα για την ιδιαίτερα ευφυή και φιλοσοφικώς έγκυρη μεθοδολογία που επιλέγει ως προς την διάρθρωση των θέσεών του – την οποία στηρίζει σε αυστηρές συλλογιστικές και αντικειμενικά θεμελιωμένες επιχειρηματολογίες – και για την εξαντλητική χρήση των πηγών, τόσο των βιβλικών και των πατερικών (όπως, για παράδειγμα, του Γρηγορίου του Θεολόγου) όσο και των αρχαιοελληνικών (όπως, για παράδειγμα, του Αριστοτέλη). Σημειωτέον πάντως ότι δεν καθιστά σε προσδοκώμενη για τον ερευνητή κλίμακα άνετα προφανείς τις αναφορές του. Τα κείμενά του είναι τόσο πυκνά από πλευράς τόσο ιστορικής όσο και συστηματικής, ώστε προβάλλουν ούτως ειπείν αντιστάσεις απέναντι σε μία γνωσιολογική τάση που θα διεκδικούσε άνετον εξαρχής διευρυμένο βαθμό κατανόησής τους. Οι συγκριτικές παραλληλότητες που εντοπίζονται στο έργο του ως προς τους συγγραφείς στους οποίους παραπέμπει συνιστούν δείγμα μίας προκεχωρημένης επιστημολογικά σκέψης, καθότι τηρεί αυστηρές ισορροπίες ανάμεσα στα κείμενα ως προς το εκάστοτε διαλαμβανόμενο θέμα, με τις κατά περίπτωση βεβαίως δέουσες ποσοτικές και επιχειρηματολογικής ισχύος αναλογίες. Ως προς το τελευταίο σημείο, έχουμε να παρατηρήσουμε ότι στις πραγματείες του ανιχνεύομε πλατωνικές, αριστοτελικές, στωϊκές, μεσοπλατωνικές και νεοπλατωνικές θεωρίες, προσηρμοσμένες έντεχνα και επικαίρως ως προς τον εκάστοτε επιδιωκόμενο στόχο αναφορικά με την θεμελίωση της χριστιανικής διδασκαλίας. Έτσι, όταν αναφέρεται στην μεταφυσική της υπερβατικότητας, παρουσιάζει κοινά στοιχεία με την παράδοση της πλατωνικής Ακαδημίας, ενώ, όταν αναφέρεται στην μεταφυσική της εμμένειας, η συνάντησή του με το αριστοτελικό Λύκειο και με την στωϊκή Στοά είναι εμφανής. Άρα, θα μπορούσαμε να τον χαρακτηρίσουμε ως έναν στοχαστή των κορυφαίων συνθέσεων και ακριβώς ως εκ της εν λόγω ευρύτητάς του δεν μπορούμε να προσεγγίσουμε τις θεωρητικές ανιχνεύσεις του ανεξάρτητα από την μέθοδο που κατά περίπτωση χρησιμοποιεί, η οποία είναι κατεξοχήν υψηλού στυλ, και όχι μόνον χριστιανικώς θεώμενη. Για παράδειγμα, η χρήση άλλοτε της επαγωγικής και άλλοτε της παραγωγικής μεθόδου έχει το νόημά της, καθότι στην πρώτη περίπτωση, την αναγωγική, κεντρικό ρόλο διαδραματίζουν η ανθρωπολογία, η γνωσιολογία και η ηθική, ενώ στην δεύτερη την καταγωγική, η ευθύνη εναποτίθεται στην θεολογία, ή στην ονομαζόμενη ως μεταφυσική της εμμένειας, την αναφερόμενη στην θεία οικονομία. Ανεξάρτητα όμως από το ποιά μέθοδο επιλέγει, θέτει ως στόχο να αναδείξει ότι ο Θεός και ο άνθρωπος διαλεκτικώς συμπλέκονται.

Η υπό σύνταξη εργασία θα ασχοληθεί με το ηθικού κυρίως περιεχομένου –τουλάχιστον ως προς τις αναλυτικές και ως προς ένα βαθμό συνθετικές διακλαδώσεις του– πρόβλημα αναφορικά με την ελεύθερη βούληση του ανθρώπου, σε σχέση με την παρουσία της θείας προνοίας στην εκτύλιξη του βίου του όπως διατυπώνεται από τον Μάξιμο, οπότε αναγκαίως θα εισαχθεί στην συζήτηση και το μεταφυσικό στοιχείο με τις γενικές οντολογικές προκείμενες που κανονιστικά το διέπουν και με τις ειδικές κοσμολογικές που διακλαδιστικά το ακολουθούν - εκφαίνουν. Δεν πρέπει προσέτι να λησμονούμε ότι, στο καθεστώς των επιστημολογικών αρχών του Χριστιανισμού, στο σύνολό τους οι επιμέρους θεωρητικοί κλάδοι θεμελιώνονται σε οντολογικές (και απολύτως θεία προσδιοριζόμενες) προτυπώσεις. Αρύονται τις αφορμές τους από υπερφυσικής τάξης δεδομένα, τα οποία, στο πλαίσιο της θείας ad extra οικονομίας, καθίστανται και ενδοκοσμικά, χωρίς ωστόσο να προκύπτουν συμφυρμοί τέτοιοι που να παραβιάζουν τις ουσιακές ιδιαιτερότητες και χωρίς να υπόκεινται σε μία πλήρη εννοιολογική τεχνολόγηση, όσο και αν οι σημασιολογήσεις τους είναι διάχυτες. Είναι προφανές βεβαίως ότι το ζήτημα περί της θείας πρόνοιας –όσο και αν εμπεριέχει απολύτως έλλογα χαρακτηριστικά– ανάγεται κατεξοχήν στην περιοχή της πίστης –και εκφράζεται μέσω της λατρείας– και όχι σε αυτόν της επιστημονικής διαπίστωσης, καθότι μόνον καθ’ υπόθεσιν, κατ’ εικασίαν και με βάση τις αρχές μιας συγκεκριμένης κοσμοθεωρίας θεμελιούμενης σε ακραίας τάξης αναγωγές μπορεί να αποτυπωθεί. Και ως τέτοιο δεν είναι άνετα κατατάξιμο σε καταφατικά εννοιολογικά – κατηγοριακά σχήματα, αλλά υπάγεται σε ό,τι ορίζεται ως αποφατισμός, ο οποίος χριστιανικά εκτιμάται ότι συνυφαίνεται στενά με τον θεολογικό ρεαλισμό, ο οποίος από την πλευρά του συνιστά την συνειδητοποίηση εκ μέρους του ανθρώπου αναφορικά με την γνωστική εμβέλειά του3. Με βάση τις θέσεις του Χριστιανισμού ήδη από το καινοδιαθηκικό περιβάλλον, θεία πρόνοια και ανθρώπινη προαίρεσις δεν αλληλοαποκλείονται, αλλά εντάσσονται από κοινού και κατά την συνέργειά τους σε ό,τι θα χαρακτηρίζαμε ως ανθρωπολογική τελολογία, η οποία τίθεται a priori και απολύτως από τον Θεό και πραγματώνεται από τον κάθε άνθρωπο ιδιαιτέρως-ανεπαναλήπτως. Εξαρχής, πάντως, χρήζει επισήμανσης ότι η εν λόγω συνέργεια τίθεται στο πλαίσιο μίας εξελικτικής διαδικασίας, οριζόμενης σε μείζονα βαθμό από την πορεία ωρίμανσης του ανθρώπινου συνειδέναι. Το ούτως ειπείν υπαρξιακό συναμφότερον διαμορφώνει μία ιδιότυπη –και μάλιστα όχι εξαντλητικά περιγράψιμη– οντολογία, η οποία δεν παραμένει και δεν ικανοποιείται με τις αυστηρές οροθετήσεις, καθότι η απουσία της ανοικτότητας αναφορικά με το ενδεχόμενο ανάδειξης νέων δεδομένων μπορεί να οδηγήσει στην εκδοχή περί απολύτως ισχυουσών ρητών διακρίσεων. Αναδύεται μία συνθήκη διαφορετικής τάξης: το εν λόγω συναμφότερον καθιστά συμβατά εκείνα τα πεδία τρόπου παρουσίας, το καθένα εκ των οποίων ωστόσο έχει τον ιδιαίτερο ιδρυματικό λόγο του. Πρόκειται για το χαρακτηριζόμενο χριστιανικά ως εσχατολογικό μοντέλο, το οποίο εντάσσει τον άνθρωπο σε μία προοπτική ύπαρξης σαφώς προκεχωρημένη σε σχέση με την εκκοσμικευμένη και συνοδευόμενη με όρους λειτουργίας που συνίστανται σε δυναμοκρατικά ανανεούμενους αναγωγισμούς, οι οποίοι πάντως δεν αίρουν και την επανεγκατάσταση, υπό νέες πλέον συνθήκες, σε ό,τι ήδη εκτυλίσσεται ως κτιστόν γίγνεσθαι. Η εν λόγω επισήμανση χριστιανικά είναι κεφαλαιώδης, καθότι αποκλείεται ρητά η αξιολογική ή όποια άλλη παραθεώρηση του εκάστοτε ενεστωτικού ανθρωπολογικού συγκείμενου. Η τελολογία διέρχεται από τα διαδοχικά στάδια του ιστορικού γίγνεσθαι, καίριο ρόλο στο οποίο διαδραματίζει ο λειτουργικός βίος της Εκκλησίας, της θέτουσας τα κανονιστικά παραδείγματα στην ατομική και στην συλλογική δράση. Κάθε επιλογή δηλαδή ή ενέργημα του ανθρώπου δεν έχουν αυστηρά οικείον λόγον νοηματοδότησης και σημασιοδότησης, εκ του ότι ακριβώς δεν καταργούν τους πηγαίους αρμούς από τους οποίους εκπέμπονται, οι οποίοι δεν μπορούν παρά να προϋποθέτουν την οντολογική κατηγορία του «είναι» -ή, επί το θεολογικότερον, του «υπερ-είναι»- ως εδραιότητα της όποιας άλλης. Αντλούν τους όρους ερμηνείας τους από μία πραγματικότητα που τα υπερβαίνει και έχει ιδρύσει την οντολογική βάση τους αλλά και εν ταυτώ τηρούν με απόλυτη ακρίβεια και την ενδοσκόπηση, προκειμένου να μην ενταχθούν σε μηχανιστικές προσλήψεις και αναπαραγωγές. Έτσι, τίθεται στο περιθώριο ο οιοσδήποτε οργανισμικός αυτοματισμός και το τυχαίον ως πηγές τού όντως υπάρχειν. Η θεία πρόνοια συνιστά οντολογικό προκείμενο, το οποίο ανθρωπίνως πρέπει να αναγνωσθεί.

Πιο συγκεκριμένα, η ηθική τελείωση είναι κατ’ αρχάς έργο του ίδιου του ανθρώπου, της ελεύθερης προαιρέσεώς του, υπό τον όρο όμως της κανονιστικής, αλλά όχι δεσμευτικής-μηχανιστικής, ενισχύσεώς του υπό της θείας χάριτος και της προσεκτικής ανάγνωσής της εκ μέρους του. Εδώ εντοπίζεται ένας αξιακός κώδικας που δεν υπάγεται σε αντιμισθίες και δεν στοχεύει σε υποταγές, καθότι θα εισήγαγε ανταποδοτικού ή ακόμη και δουλοκτητικού τύπου σχέσεις. Αναδεικνύει δυνατότητες, δημιουργεί, αποδομεί και συγκροτεί το πέραν οιασδήποτε σκοπιμότητας. Η υποταγή σε μία αναγκαιότητα θα έθετε υπό ακύρωση και την γνησιότητα των ηθικών ενεργημάτων καθώς και του θετικού ή του αρνητικού καταλογισμού τους, τα οποία δεν σχετίζονται ούτε μόνον με το πράττειν ούτε μόνον με το αποτέλεσμά τους, παράγοντες που μπορεί και να προκύπτουν από ασυνείδητες εκδηλώσεις. Κατά βάση πρόκειται για μία ανάγνωση της θείας χάριτος από τον άνθρωπο με τέτοιο τρόπο, ώστε να οδηγηθεί στην ενεργοποίηση των εγγενών ικανοτήτων του προς μία ειδική κατεύθυνση, η οποία θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί ως ενεργός μίμηση και όχι ως τυπική αναπαραγωγή του θείου. Χριστιανικά μία τέτοια μίμηση δεν σημαίνει παρά συνειδητή ανάκτηση ενός υπερφυσικού παραδείγματος, το οποίο ιδρυτικά υπάρχει και δραστηριοποιείται με όρους απολύτου, δηλαδή χωρίς αμφιρρέπειες τέτοιες που θα υπήγοντο σε περιπτωσιολογικά συμπτώματα και σε αχανή συμβεβηκότα. Σημειωτέον ότι εσωτερικά το θείον δεν υπόκειται σε ουδεμία εξέλιξη, καθότι κατέχει το σύνολο των ιδιοτήτων του ακαριαίως με την ουσία του. Και εδώ ακριβώς εντοπίζεται το καίριον του ανθρώπινου αγωνίσματος. Ενώ κινείται στην καθ’ ημέραν δράση με όρους ενδεχομενικούς και υπαγόμενους στο ευμετάβλητο και ενίοτε ανεξέλεγκτο γίγνεσθαι, διεκδικεί το κεφαλαιώδες, την μετάβαση στο αρχέτυπο, την πραγμάτωση του απολύτου και την διεκπεραίωση του υπερβασιακού στόχου. Βεβαίως εδώ υπό όρους διαδικασίας. Στο σημείο αυτό εισάγεται ένας όρος, τον οποίο θα μπορούσαμε να χαρακτηρίσουμε και ως προθεωρητικόν: Βασική θέση του Χριστιανισμού αποτελεί η κατάφαση στην ελευθερία του ανθρώπου, η οποία διασφαλίζεται απολύτως, παρά το γεγονός τής βεβαίας, ως εκ των απολύτων χαρακτηριστικών που την διέπουν, θείας πρόγνωσης. Το ότι ανάγεται ο άνθρωπος στην θεία τελειότητα δεν επηρεάζει την αυθεντικότητα των λειτουργιών του, η οποία συγχρόνως κινείται με όρους που δεν δεσμεύονται να υποταγούν σε μία τυπική καθηκοντολογία και πολλώ μάλλον σε μία εθιμική τάξη. Και το αντικειμενικό περιεχόμενο της ελευθερίας προκύπτει από το ότι ανά πάσα στιγμή έχει αποκτήσει ή διεκδικεί τις προϋποθέσεις να εκδηλώνεται χωρίς την παρέμβαση εξωτερικών καταναγκασμών, οι οποίοι είναι ενδεχόμενο να αλλοτριώνουν ακόμη και με την θετική έκβασή τους, η οποία δεν αποκλείεται να είναι και τυχαία. Εννοείται βεβαίως ότι εδώ δεν παραθεωρούνται οι εξωτερικές αντίξοες συνθήκες, οι οποίες επιβάλλουν ακόμη και ακραίες αναγκαιότητες. Η αναφορά γίνεται αποκλειστικώς στο τι έχει θεόθεν χορηγηθεί στον άνθρωπο. Ανεξάρτητα λοιπόν από το ότι η θεία πρόνοια διέπει το υπαρκτό στο σύνολό του και συνιστά την εκστατική αγάπη της Αγίας Τριάδας προς την δημιουργία, δεν παρεμβαίνει με υποχρεωτικό τρόπο στον άνθρωπο και του χορηγεί ευρύτατο πεδίο πρωτοβουλιών.

Θα μπορούσαμε εδώ να σημειώσουμε ότι ο Θεός τροφοδοτεί τον άνθρωπο στο να γίνει καλλιτέχνης, δηλαδή να δημιουργεί με τρόπο που να προσκαλεί για επικοινωνία και για αισθητική μέθεξη, υπό την έννοια ότι με την εν λόγω ιδιότητά του δεν μπορεί να λειτουργεί με τυποποιήσεις παρά μόνον με το ανεπανάληπτο. Και στην εν λόγω προοπτική εξειδίκευσης ακριβώς ακονίζεται η ποιότητα αξιοποίησης της εν λόγω ανάθεσης, καθότι το μηχανιστικό μοντέλο τίθεται μονίμως εκποδών, εφόσον το εφαλτήριό του είναι ο επαναληπτικός εθισμός, ο προσιδιάζων στους υπόλοιπους στοιχειωδώς νοητικά αντιδρώντες ζωϊκούς οργανισμούς. Από τον χώρο αυτόν της θείας αγάπης ως προβολής του απολύτου δεν προκύπτει ούτε και η ελάχιστη αναγκαιότητα, καμία ειμαρμένη και πολλώ μάλλον ανεξέλεγκτη τύχη απέναντι στον άνθρωπο, αλλά απορρέουν τα προϊόντα της βούλησης των προνοιακών επιλογών και των αντίστοιχων με το περιεχόμενό τους ενεργημάτων4. Θεωρητικά αντιμετωπίζοντας το ζήτημα, θα λέγαμε ότι εδώ δεν ευδοκιμεί η περίπτωση του θεολογικού ή του θρησκευτικού ιδεαλισμού, ο οποίος θέτει στο περιθώριο την ανανεώσιμα συγκεκριμένη και απτή βάση της διαλεκτικής θείου – ανθρωπίνου και εγκαθιστά το θείο σε μία απρόσιτη περιοχή. Στο σύνολό τους τα ανωτέρω οδηγούν σε μία περαιτέρω προέκταση: Σε ουδεμία περίπτωση δεν υπόκειται σε μόνιμη κλίμακα εξειδικεύσεων ο άνθρωπος στις διεργασίες που, κατά το μάλλον ή ήττον, παρεμβαίνουν στον κόσμο της αισθητηριακής εμπειρίας και ορίζουν τυπικές επαναληπτικότητες, συνδεόμενες με βιοοργανικές καταστάσεις, οι οποίες έχουν ως κύρια χαρακτηριστικά την ενστικτωδώς εκδηλούμενη αυτοσυντήρηση και την αναπαραγωγή. Εδώ προφανώς είναι διάχυτο και το ορεκτικό –επιθυμητικό στοιχείο, το οποίο εκτείνεται μ’ έναν ορμικό αυτοματισμό. Οι εν λόγω καταστάσεις, βεβαίως, ως φυσιολογικές δεν απαξιώνονται, διότι εντάσσονται στον θείο σχεδιασμό, αλλά δεν είναι ικανές να καλύψουν τα ενδιαφέροντα και τις ανησυχίες μίας έλλογης οντότητας όπως είναι ο άνθρωπος, ο οποίος νοηματοδοτείται διά της στροφής στον εαυτό του και διά των αναγωγών του και η προοπτική των αναφορών του κινείται στην επαναληπτική ανανέωση του κόσμου των σημασιών.

Πιο ειδικά, η υπό εκπόνηση μελέτη μας αποσκοπεί: Στην αναλυτική και κριτική προσέγγιση των θέσεων του Μαξίμου αναφορικά με ό,τι μπορεί να ορισθεί ως «οντολογία του Προσώπου», έννοια η οποία ευδοκιμεί κυρίως στον Χριστιανισμό έναντι της αρχαιοελληνικής σκέψης, η οποία όμως και αυτή έχει προβεί σε ιδιαιτέρως γόνιμους βηματισμούς, αρκεί να μελετήσουμε με την δέουσα προσοχή του πλατωνικό διάλογο Αλκιβιάδης Α΄. Στο εν λόγω κείμενο –που δεν είναι μάλιστα το μοναδικό –ο ιδρυτής της Ακαδημίας προβαίνει σε μία θεμελίωση της έννοιας του προσώπου, θεμελιώνοντάς την στον παράγοντα της σχέσης τόσο ως εγγενούς δυνατότητας των ανθρώπινων υποκειμένων όσο και ως αναφορικότητας του συνόλου της ύπαρξής τους. Με τον όρο «κριτική» αναφερόμαστε κυρίως σ’ εκείνες τις ανακατασκευές στις οποίες αναγκαστικά θα οδηγηθούμε, επί τής κάθε έννοιας ιδιαιτέρως ως προς την σύνθεση που προκύπτει από τον συνδυασμό τους, προκειμένου να θέσουμε σε λειτουργικά περιγράμματα την εξέλιξη της έρευνάς μας. Η εν λόγω σύνθετη διατύπωση, η εδραζόμενη σ’έναν οντολογικό και σ’ έναν υπαρξιακό παράγοντα, δεν είναι αυτονόητη ως προς την συγκρότησή της και δεν προκύπτει διά συλλογιστικών αυτοματισμών. Η συνάφεια των παραγόντων που την συνθέτουν είναι σαφώς διαλεκτική, όψη που προϋποθέτει εσωτερικούς μετασχηματισμούς στον καθένα εξ αυτών και προφανώς μία κατάσταση εξελικτικότητας. Αναφερόμενοι λοιπόν στον ανωτέρω όρο, θα λέγαμε ότι πρόκειται για εκείνον που καταγράφει ένα εγχείρημα εννοιολογικών συμπλεύσεων, το οποίο εκ πρώτης όψεως μπορεί να φανεί εσωτερικά αντιφατικό, αν δεν ενταχθεί στο συγκεκριμένο ανθρωπολογικό πλαίσιο που έχει διαμορφώσει ο Χριστιανισμός και το οποίο εξαρτάται σε απόλυτη κλίμακα από τις προϋποθέσεις που τού έχει ορίσει προγραμματικά η θεία περιοχή. Περίπτωση αυτονομημένης εκκοσμίκευσης δεν υφίσταται. Εδώ λοιπόν διαπιστώνεται ότι διαμορφώνεται μία ιδιότυπης τάξης αλληλοπεριχώρηση ανάμεσα σε μία γενική αφηρημένη κατάσταση και σε μία συγκεκριμένη, η οποία μάλιστα – όσο και αν γνωσιοθεωρητικά προκύπτει μέσα από εννοιολογικές ανακατασκευές ή προσαρμογές – κατά την γλωσσική διατύπωσή της δεν συναντάται στον Μάξιμο. Πιο συγκεκριμένα, η ορολογία του, κληρονομημένη από τον Λεόντιο Βυζάντιο, συγκροτεί εδώ σαφώς τον θεωρητικό κλάδο που πραγματευόμεθα, αλλά η λέξη «οντολογία» απουσιάζει από κοινού με τους συνδυασμούς της. Λέγοντας λοιπόν "οντολογία του Προσώπου" αναφερόμεθα σε μία μεταγενέστερη έκφραση και προβαίνουμε σε αναδρομική χρήση της, η οποία σε κάθε περίπτωση είναι νόμιμη, καθότι στην οντολογία περιλαμβάνονται όλα εκείνα τα στοιχεία που έχουν αυθεντικό πραγματικό περιεχόμενο και ανεξάρτητο από τα όποια συμβεβηκότα προκύπτουν. Όθεν, πιο ειδικά εννοούμε την σχέση και την διάκριση μεταξύ ουσίας και υπόστασης, στο πλαίσιο μιας ιδιαίτερης ανθρώπινης παρουσίας, η οποία ωστόσο είναι απαραίτητο να χαρακτηρίζεται από ενότητα – ή τουλάχιστον από ταυτότητα – και να μην διέπεται από σχάσεις, οι οποίες είναι διαλυτικές οιασδήποτε υπαρκτικής οροθέτησης. Μάλιστα κατά τον J. Meyendorff, η ελευθερία – την οποία κυρίως η υπόσταση δύναται να απολαμβάνει σε μείζονα ή και υπό όρους σε απόλυτο βαθμό – έχει εμπλέξει το ανθρώπινο είδος σε μία πτωτική κατάσταση, χωρίς όμως να έχει εκείνες τις δυνατότητες ώστε να μεταβάλει την ίδια την φύση ή την θεμελιώδη ενότητά της5. Σημειωτέον ότι η ενότητα δεν συνιστά έναν ανελαστικό μονισμό, αλλά εκείνον που αναπτύσσει μία εσωτερική διεργασία διαφοροποιήσεων –με τον συνδυασμό των ομοιοτήτων με τις ανομοιότητες – έναντι των σταθερών  –και κοινών σε όλα τα ανθρώπινα όντα–χαρακτηριστικών, τα οποία θεωρούνται ότι προϋπάρχουν. Γίνεται δηλαδή λόγος για ένα δυναμοκρατικό μοντέλο, το οποίο εξ οικείων όρων είναι αυτορυθμιζόμενο, αξιοποιώντας παράλληλα τον συνδυασμό εσωτερικότητας και εξωτερικών συνθηκών, ο οποίος ακόμη και με αυτοματισμούς είναι αναπόφευκτος. Σε μόνιμη κλίμακα επικυρώνεται ο διεισδυτικός τρόπος με τον οποίο επιδρά σ’ένα ανθρώπινο υποκείμενο το περιβάλλον εντός του οποίου διαβιοί. Η προαναφερθείσα συνεκφορά των δύο ανθρώπινων παραγόντων φέρει εκάστοτε στο προσκήνιο μία σύνθετη κατάσταση, η οποία όμως δεν απεμπολεί και δεν εξουδετερώνει τις ιδιαιτερότητές τους. Αντιθέτως μάλιστα, τίς αναδεικνύει στο πλαίσιο της αμοιβαιότητας εκείνης που προκαλεί διαδικαστικά μία νέα πραγματικότητα παρουσίας, μία νέα μορφοποίηση του υλικού, μία νέα προβολή του πνευματικού, του οποίου οι δυνατότητες εμφανίζονται να είναι ανεξάντλητες. Εξάλλου, το «κατ’εικόνα» δεν μπορεί να είναι περιορισμένης εμβέλειας. Απαιτείται βάθος χρόνου για την ανάγνωσή του και για την συνακόλουθη εμπράγματη εφαρμογή του.

Σημειώσεις

1. Βλ. τελείως ενδεικτικά και για εισαγωγικού τύπου, πληροφορίες, Θεοδ. Πελεγρίνη, Λεξικό της Φιλοσοφίας, οι Έννοιες, οι θεωρίες, οι Σχολές, τα Ρεύματα και τα Πρόσωπα / Εξάγλωσση Ορολογία, εκδ. «Ελληνικά Γράμματα», Αθήνα 2004, σελ. 981. Σημειωτέον ότι ήδη από τον 4ο αιώνα οι χριστιανοί στοχαστές στοχεύουν στο να αποφύγουν τα αυτονομημένα θεωρητικά σχήματα και αναζητούν τις συνθέσεις τους, εισάγοντας έτσι μία γενική επιστημολογία, τα χαρακτηριστικά της οποίας έχουν την έδρα τους στη θεολογία της Καινής Διαθήκης και στην σχετική ερμηνευτική παράδοση που διαμορφώθηκε κατά τους τρεις επόμενους αιώνες. Εδώ γίνεται αναφορά στην μακρά περίοδο της προετοιμασίας, διότι από τον πραξιακό και γνωσιολογικό κυρίως προσανατολισμό της βιβλικής θεολογίας τίθεται σε εργώδη προοπτική η συγκρότηση ενός έλλογου, συνεκτικού και ολοτελούς θεωρητικού συστήματος.

2. Βλ. Νικ. Πολίτου, Φιλοσοφήματα, εν Αθήναις 2004, σελ. 636. Δεν πρέπει μάλιστα να παραβλέψουμε ότι ο Θωμάς ο Ακινάτης έχει παραπέμψει εξαντλητικά και στον Ι. Δαμασκηνό, ο οποίος προφανέστατα και θα ήταν συστηματικός αναγνώστης του Μαξίμου. Και εδώ θα ήταν ερευνητικά ενδιαφέρουσα μία συνθετική συνεξέταση των ανωτέρω στοχαστών, με τον ιστορικό πάντως παράγοντα να διαδραματίζει καίριο ρόλο. Και βεβαίως δεν είναι δυνατόν να παραληφθεί ότι τα σχόλια του Μάξιμου απετέλεσαν την βάση για να συγκροτήσει τις Παραφράσεις του στις αρεοπαγιτικές συγγραφές ο Γεώργιος Παχυμέρης, τον 13ο αιώνα, κείμενο–σταθμό για την, με απαιτήσεις πληρότητας, συγκρότηση της γενικής χριστιανικής επιστημολογίας και των επιμέρους διακλαδώσεών της.   

3. Βλ. σχετικώς M. Begzos, Der Apophatismus in der Ostkirchlichen Theologie, Αθήνα 1986.

4. Βλ. Λίν. Μπενάκη, «Ελευθερία και αναγκαιότητα στη Βυζαντινή Φιλοσοφία», Δωδώνη, Μέρος Γ΄, ΚΕ (1996), σ.σ. 203-220, άρθρο στο οποίο το ιστορικό με το συστηματικό στοιχείο συνυφαίνονται στενά.  

5. Βλ. John Meyendorff, «Η κοσμική διάσταση της σωτηρίας: Μάξιμος Ομολογητής», μτφρ. Μ.Κ. Πλατής, Φιλοσοφίας Ανάλεκτα, 2 (2002/Νο 1), σελ. 53.  

Παρασκευή 6 Μαΐου 2022

ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΓΚΑΙΟΤΗΤΑ ΚΑΤΑ ΤΟΝ ΜΑΞΙΜΟ ΤΟΝ ΟΜΟΛΟΓΗΤΗ (13)

 Συνέχεια από: Δευτέρα 2 Μαΐου 2022

ΧΡΙΣΤΙΝΑ ΚΑΨΙΜΑΛΑΚΟΥ

ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΓΚΑΙΟΤΗΤΑ ΚΑΤΑ ΤΟΝ ΜΑΞΙΜΟ ΤΟΝ ΟΜΟΛΟΓΗΤΗ

Προς μία Οντολογία του Προσώπου

Διδακτορική Διατριβή που υπεβλήθη στο Τμήμα Φιλοσοφίας του Πανεπιστημίου Πατρών

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΕΥΤΕΡΟ

ΤΟ ΑΥΤΕΞΟΥΣΙΟΝ ΚΑΙ Η ΘΕΙΑ ΒΟΥΛΗΣΗ

δ’. Οι Λόγοι της διαφοροποιημένης δημιουργίας και η διαλεκτική σχέση τους με τον θείον Λόγον

Κατά τον Μάξιμο, ο υποκείμενος στο γίγνεσθαι κόσμος μέσα στον οποίο αρθρώνουν τον βίο τους τα ανθρώπινα όντα ήλθε στο χωροχρονικό είναι και δημιουργήθηκε σύμφωνα με τους προϋπάρχοντες λόγους, οι οποίοι ταυτίζονται με τις πρόνοιες και τους σκοπούς που ο ίδιος ο Δημιουργός Θεός θέτει για το "τι", το "πώς" το "πότε", το "διότι" και το "προς τι" τού εν λόγω φυσικού σύμπαντος, παράγοντες που συνιστούν αυστηρά επιστημολογικά κριτήρια για την οιαδήποτε εννοιολογική οριοθέτηση και μάλιστα με τις συνάφειες εκείνες που αντανακλούν την πραγματικότητα. Οι εδώ διαμειβόμενες κατηγορίες σαφέστατα και προϋποθέτουν το «είναι» και θεμελιώνουν το επαναληπτικά διαμορφούμενο πεδίο των συμβεβηκότων, τα οποία όμως οφείλονται και στην οντολογική ιδιοτυπία του φυσικού κόσμου, τόσο κατά τις αυτοδιαμορφώσεις του όσο και κατά τις όποιες συνάφειες μπορεί να αναδείξει στον χώρο και στον χρόνο. Δεν πρέπει να παραμείνουμε δηλαδή αποκλειστικά στον θείο προσδιορισμό, διότι τότε θα προέκυπτε ένα παθητικά υφιστάμενο σύμπαν. Ο Θεός χορηγεί δυνατότητες, προκειμένου να αξιοποιηθούν. Υπό την έννοια αυτή της συναμφότερης λειτουργίας, κατανοούμε ότι η ανωτέρω διαπίστωση φανερώνει πρωταρχικά την σχέση ανάμεσα στον Λόγο και στους ιδιαίτερους ακριβώς λόγους, η οποία θα μπορούσε να λειτουργήσει υπό το σχήμα «εν-πλήθος», αρκεί να διατηρηθούν απαραβίαστες η μεταφυσική της υπερβατικότητας και η μη μετουσίωση. Σε καμία περίπτωση η μεταφυσική της εμμένειας δεν οδηγεί σε φυσικοποίηση της θεολογίας, διότι θα εισήγοντο αναγκαιότητες από το ύστερον στο πρότερον. Πιο συγκεκριμένα, θα οδηγούσε ή σε μία απορρόφηση του μεταφυσικού από το φυσικό ή στην εκκοσμίκευσή του. Οι ανωτέρω οντολογικές ρήτρες επηρεάζουν αναμφιβόλως τον τρόπο συγκρότησης της γνωσιολογίας, τόσο ως προς την μέθοδο όσο και ως προς τα εννοιολογικά σχήματα.

Στην ανά χείρας λοιπόν ενότητα ο Μάξιμος προβαίνει σε ριζική διάκριση ανάμεσα στον Θεό, τον μόνο άκτιστο και αιώνιο, και στα δημιουργήματα, τα οποία έχουν αποκλειστικά στον θείο Λόγο τούς οικείους λόγους τους, σύμφωνα με τους οποίους έχουν αναχθεί στο είναι και έχουν αποκτήσει τους όρους της κίνησής τους, με ενδιάμεσο αλλά και προφανή συλλογισμό ότι η όλη κατάσταση τελείται πλέον υπό όρους ενυλότητας και αισθητοποίησης. Η διατυπούμενη συνάφεια δεν μπορεί βεβαίως να οδηγήσει τον οιονδήποτε ενασχολούμενο να ισχυρίζεται, παρατηρεί ο Π. Κουμάντος, ότι τα πάντα καθ’ εαυτά ουσιοποιούνται στο εσωτερικό του Θεού. Ο εν λόγω αποκλεισμός οφείλεται στο ότι ακριβώς υπάρχει σε μόνιμη κλίμακα το στοιχείο της ελευθερίας και της κίνησης ή της προόδου μέσα στην σύνολη δημιουργία, τόσο ως διαδικασία όσο και ως αποτέλεσμα. Δεν πρόκειται δηλαδή για μία ορισμένη μετουσία, η οποία θα ανεδείκνυε πιεστικά οντολογικά διακυβεύματα και συνακόλουθα ηθικής και γνωσιολογικής τάξης. Και το εφόδιο της ελευθερίας δεν συνιστά μία αδρανή κατοχή, αλλά καλείται να ενεργοποιεί την προσέγγιση των όντων προς τους λόγους τους σύμφωνα με την θεϊκή βούληση για το κάθε όν ιδιαιτέρως, αλλά και για τη συνολική Δημιουργία135. Η θέση που εδώ διατυπώνεται έχει μία αυτονόητη προέκταση: απαιτείται ένα νέο οντολογικό πλαίσιο, χωροχρονικής εδώ διάστασης, στο οποίο η κτιστή πραγματικότητα θα ακονίσει και θα αποδείξει τον τρόπο διά του οποίου τείνει δι’ επιγνώσεως να αξιοποιήσει τις δυνατότητες που άνωθεν έχει λάβει. Και δυνατότητες έχουν χορηγηθεί σε σύμπασα την κτίση, αναλόγως εκάστοτε με την οντική ιδιαιτερότητα. Έτσι, τα όντα μπορεί να ευρίσκονται σε αρμονία ή δυσαρμονία προς τους λόγους ανάλογα με την ποιότητα εκείνων των επιλογών που τα οδηγούν στην κίνησή τους. Η δυσαρμονία, ωστόσο, είναι εφικτό να υπερβαθεί με μία ενδοκοσμικής τάξης διαμεσολάβηση. Συγκεκριμένα, αν αναπτύσσουν μέσα από διορθωτικές ανακατασκευές ακόμη και διά του εθισμού σχέσεις αρμονίας μεταξύ τους. Η διαμορφούμενη βαθμιαίως αμοιβαιότητα συντελεί ώστε να οδεύουν, έστω και σε περιορισμένη προσκαίρως κλίμακα, ανελικτικά σύμφωνα προς την καθορισμένη πρόθεση του Θεού136. Ο παράγων της διαδικασίας είναι διάχυτος, αποκλείει τους αυτοματισμούς και ανάγει στο προσκήνιο – και εδώ χρειάζεται ιδιαίτερη προσοχή – τις ανακατασκευές όχι ως κατά επιφανειακή υπόδειξη διορθώσεις αλλά με το ενδιάμεσο των αναστοχασμών. Οι εν λόγω εσωτερικές ούτως ειπείν αναδιπλώσεις έχουν τις προϋποθέσεις να οδηγούν ακόμη και σε αναίρεση των διαμορφωθεισών, σ’ ένα προηγούμενο στάδιο, θεωρητικών ανιχνεύσεων και σε προσθαφαιρέσεις επί των συγκροτηθέντων εννοιολογικών κατηγορηματικών σχημάτων.

Ακριβώς μ’ έναν τέτοιο τρόπο καταδεικνύεται η απόσταση ανάμεσα στα δημιουργήματα και στον Δημιουργό τους, διότι στο σύνολό τους αποτελούν μονοσημάντως εκφάνσεις των προβολών του, κατά τέτοιο όμως τρόπο ώστε και να οριοθετούνται οι βαθμοί της ανεξαρτησίας τους αλλά και σαφώς να γίνεται κατανοητό ότι η εν λόγω κατάσταση σαφώς υπάγεται σ’ έναν σχετικισμό, επειδή ακριβώς είναι χορηγία - προϊόν. Ο Μάξιμος διατυπώνει δηλαδή με αυστηρές εξειδικεύσεις τα πεδία διάκρισης ανάμεσα στον αυτοπροσδιορισμό και στον ετεροπροσδιορισμό, αναδεικνύοντας παράλληλα και την προοπτική της σύνθεσής τους, η οποία ανταποκρίνεται στον ιδιαίτερο τρόπο με τον οποίο ο Χριστιανισμός αντιμετωπίζει τον, με τη ευρεία λειτουργία του όρου, οντολογικό ρεαλισμό. Δηλαδή την πραγμάτωση μίας σχέσης χωρίς τον περιορισμό των διαφορών. Καταρχάς, πρέπει να επισημανθεί, προς αποφυγή παρερμηνειών, ότι ο χριστιανικός μονισμός συνυφαίνεται στενά με την ετερότητα –ή, πιο μετριοπαθώς, με την ανομοιότητα–, η οποία συνιστά όρον διαφοράς ανάμεσα στο αίτιο και στον αιτιατό και όχι ανάπτυξη δύο πραγματικοτήτων με πρόσημο αιτιότητας αυτόνομης και ιδιαίτερης υφής σε καθεμία εξ αυτών (ως αυτοαιτιότητας δηλαδή). Και πολλώ μάλλον η ουσία του αιτιατού δεν παρουσιάζει ούτε και στο ελάχιστο κορυφαίο σημείο της εξέλιξής της καταστάσεις οντολογικής ανεξαρτησίας, διότι ο δυϊσμός θα ήταν προ των πυλών, με αναγκαστικά νέες συζητήσεις αναφορικά με την καταστατική θέση της ύλης. Το υλικό δηλαδή υπόστρωμα είναι πηγή ή αποδέκτης των διαφοροποιήσεων; Τέτοιου είδους ωστόσο ερωτήματα πλατωνικού ή αριστοτελικού τύπου απουσιάζουν ριζικά από την συγκρότηση του χριστιανικού οντολογικού σκεπτικού. Εδώ έρχεται, επίσης στο προσκήνιο μία ενδιάμεση κατάσταση, αυτή των θείων εξακτινώσεων, η οποία, και αυτή αποτρέπει την όποια σύνδεση με την εκδοχή περί συναϊδιότητας ακτίστου –κτιστού, αρχική συνθήκη η οποία, αν ίσχυε, θα μπορούσε να προκαλέσει σοβαρά διακυβεύματα για την οντολογική ιεραρχία, ανάμεσα στους δύο κόσμους, ακόμη και αν εισήγαγε τη αρχή της εξέλιξης ως λειτουργισμού ή ως οργανισμικότητας από τον υπερβατικό στον κτιστό. Σημειωτέον ότι και ο όρος "ιεραρχία", με αυστηρές εννοιολογικές διατυπώσεις, δεν ευδοκιμεί στο χριστιανικό οντολογικό πλαίσιο αναφορικά με τα όσα περιλαμβάνονται στην τριαδολογία, διότι αναδεικνύει μορφές εξελίξεων – διαδοχών – υπαγωγικών σχέσεων – εξαρτήσεων. Καθίσταται λοιπόν φανερό ότι κατά τον Μάξιμο «οὐκ ἐξ αϊδίου τὰ ὄντα συνύπαρκτα τῷ Θεῷ137», από την στιγμή ακριβώς που είναι εκδηλώσεις της βούλησής του κατά την προβολή της και όχι της ουσίας του. Επομένως, τον Θεό και τον κόσμο συνδέουν μόνον οι ενέργειες – και μάλιστα κατά την ενυπόστατη υφή των εκδηλώσεών τους – και ουδείς άλλος οντολογικός παράγων. Άνετα λοιπόν μπορεί να εισαχθεί ο όρος της ενεργού αιτιότητας, η οποία καλύπτει το σύνολο των απαιτητικών αποριών περί δημιουργίας. Σε συμφωνία με τα ανωτέρω, η διατύπωση του Μαξίμου ότι: «ἐν ᾧ (τῷ Θεῷ) κατὰ μίαν ἀπερινόητον ἁπλότητα πάντες οἱ τῶν ὄντων λόγοι ἑνοειδῶς καὶ εἰσὶ καὶ ὑφεστήκασιν, ὡς δημιουργῷ τῶν ὄντων καὶ ποιητῇ»138, δεν πρέπει να εκληφθεί ως μία οιασδήποτε μορφής αποδοχή περί συναϊδιότητας Θεού και κόσμου. Η αιτιότητα έχει μονοσήμαντο χαρακτήρα, κινείται υπό τους όρους του ζεύγους "εν – πλήθος" ως δυναμοκρατικής εξακτίνωσης της ενότητας και δεν υπάγεται πυρηνικά έστω και στην στοιχειώδη σύλληψη της ανθρώπινης αντιληπτικότητας. Όθεν, δεν κατακτάται ούτε διατυπώνεται με εννοιολογικές τεχνολογήσεις. Η υφή του αποφατικού λόγου που εδώ τίθεται είναι αξιοπρόσεκτη, διότι δεν σχετίζεται μόνον με τη θεία ουσία, οπότε η οντολογική υπερβατικότητα απλώνεται και σε άλλα επίπεδα. Συνεπαγωγικώς προκύπτει ότι η εμβέλεια της καταφατικής γνωσιολογίας περιορίζεται έτι περαιτέρω, με τελική προέκταση να ελέγχεται για την ακρίβειά του – τόσο την νοηματική όσο και την ποσοτική – το σύστημα των κατηγοριών. Και εδώ πάντως πρέπει να διευκρινίσουμε ότι δεν εισάγεται εκείνος ο ακραίος σκεπτικισμός που θα οδηγούσε στον αγνωστικισμό.

Ο διαμειφθείς όρος απόστασης δεν θέτει μόνον ζητήματα αιτιότητας, αλλά προσλαμβάνει έτι περαιτέρω επενδύσεις και διαμορφώνει μία διευρυμένη κοσμολογία, με πηγές και αναγωγές που σαφώς την υπερβαίνουν. Συγκεκριμένα, οι λόγοι των όντων ευρίσκονται προαιώνια στον θείο Λόγο - και άρα δεν προκύπτουν ως έξωθεν συμβεβηκότα - , χωρίς όμως να ταυτίζονται μαζί του, για την ίδια όπως και ανωτέρω συνθήκη: το πανθεϊστικό μοντέλο απουσιάζει ρητά από την διδασκαλία του Χριστιανισμού της Ανατολής, εδραζόμενο, εκτός των άλλων, και στις προτεραιότητες : «τοὺς γὰρ λόγους τῶν γεγονότων ἔχων πρὸ τῶν αἰώνων ὑφεστῶτας βουλήσει ἀγαθῇ κατ’αὐτοὺς τὴν ὁρατὴν καὶ ἀόρατον ἐκ τοῦ μὴ ὄντος ὑπεστήσατο κτίσιν139». Ως επίταση του αποφατικού παραδείγματος, ιδιαιτέρως ενδιαφέρον είναι ότι οι λόγοι τοποθετούνται πριν από τους αιώνες, στους οποίους μάλλον θα αποδίδεται το περιεχόμενο πιο εξειδικευμένων αρχετύπων αναφορικά με ό,τι θα προκύψει ως φυσικό σύμπαν. Σε συνάφεια με τα όσα αναφέρουμε στην υπ’ αριθμ. 128 σημείωση, θα προσθέταμε ότι οι αιώνες είναι οι τρόποι με τους οποίους «απλώνονται» οι θείες ενέργειες, οι άπειρες επιμέρους ενότητες. Το ζήτημα, ωστόσο, προεκτείνεται σε πιο εντυπωσιακό βαθμό. Στο ανωτέρω λοιπόν εδάφιο καταρχάς επισημαίνεται πως ό,τι είναι κτιστό δεν σημαίνει ότι υπάγεται υποχρεωτικά και στην αισθητηριακή εμπειρία και άρα δεν είναι βέβαιο ότι μπορεί να διατυπωθεί με ακριβή εννοιολογικά σχήματα. Το ενδεχόμενο και το καθ’υπόθεσιν έρχονται ως ενδεχόμενα. Τα γνωσιολογικής τάξης επικείμενα που αναδύονται δι’εμμέσων, αλλά σαφώς εδραίων, συνεπαγωγών είναι προφανή. Τα ανθρώπινα νοητικά κέντρα έχουν συγκεκριμένα όρια εμβελείας, ακόμη και όταν γνωστικώς αναφέρονται στα κτιστά όντα. Ορισμένα εξ αυτών –προφανώς τους αγγέλους –τα κατανοούν μόνο ως θεία δημιουργήματα, χωρίς έστω και την ελαχίστη προοπτική μορφικής περιγραφής τους, όσο και αν μετέχουν οι άνθρωποι στις διαμεσολαβήσεις που τα ίδια αναλαμβάνουν για την διαπόρθμευση των θείων ενεργειών. Παράλληλα, διευκρινίζεται από τον Μάξιμο, προσαρτώντας στις διατυπώσεις του και την διδασκαλία του Αποστόλου Παύλου, ότι «πάντα ἐξ αὐτοῦ καὶ δι’αὐτοῦ καὶ εἰς αὐτὸν ἔκτισται». Και ο ανωτέρω ολισμός τίθεται στην προοπτική της θεωρητικής σύλληψης του ότι η δημιουργία των όντων είναι «καρπός» της αγαθής βούλησης του Θεού140. Σημειωτέον ότι με το «ἐξ αὐτοῦ» γίνεται αναφορά στο ποιητικό αίτιο, με το «δι’ αὐτοῦ» σε όλον εκείνον τον ούτως ειπείν εργαλειακό οπλισμό διά του οποίου διεκπεραιώνεται η παραγωγική διεργασία και με το «εἰς αὐτὸν» στο τελικό αίτιο ως κεφαλαιωτική σημασιολόγηση, ως κατά χάριν θέωση. Με την λογική και την σοφία του ο Θεός στο σύνολο του υπαρκτού προσέδωσε υπόσταση κατά τον χρόνο που προσιδίαζε και συνεχίζει να προσδίδει, τόσο στα καθόλου όσο και στα επιμέρους. Ο όρος «καθόλου» χριστιανικά έχει ένα ιδιαίτερο περιεχόμενο και αναφέρεται σε ό,τι συνιστά τα γενικά χαρακτηριστικά της κτίσης, τα άνωθεν ορισθέντα και αισθητώς εκφανθέντα. Εδώ, ωστόσο, χρειάζεται προσοχή για τους συστηματικούς εκείνους λόγους που αρθρώνουν την εξέλιξη της ιστορίας των φιλοσοφικών ιδεών. Οι λόγοι δεν ταυτίζονται με τα «καθόλου» της αρχαίας ελληνικής φιλοσοφίας, αφού χριστιανικά το ζήτημα θέτει πιο εξειδικευμένες διακρίσεις – προτεραιότητες, οι οποίες αντλούν τις αρχικές αφορμές τους από το μονιστικό παράδειγμα. Πιο συγκεκριμένα, και τα καθόλου όπως βεβαίως και τα καθέκαστον δημιουργήθηκαν σύμφωνα με την εξειδικευμένως λειτουργούσα παρέμβαση των ιδίων των λόγων. Είναι εμφανές ότι στα σχετικά με την εδώ διάκριση χωρία γίνεται αναφορά καθαρά περί υπάρξεως καθολικών και καθέκαστον λόγων, με το ερευνητικό ζητούμενο να αναδύεται περί του ιδιαίτερου περιεχομένου τους, επιστημονικό αίτημα όχι άνετα αλωτό. Στην φράση του «Λόγον γὰρ ἀγγέλων δημιουργίας προκαθηγεῖσθαι πιστεύομεν», θα συνεχίσει ο Μάξιμος επεξηγηματικά, «λόγον ἑκάστης τῶν συμπληρουσῶν τὸν ἄνω κόσμον οὐσιῶν καὶ δυνάμεων, λόγον ἀνθρώπων, λόγον παντὸς τῶν ἐκ Θεοῦ τὸ εἶναι λαβόντων, ἵνα μὴ τὰ καθ’ἕκαστον λέγω»141. Το παράδειγμα είναι διάχυτα εξατομικευμένο, καθότι αναδεικνύει ένα σύστημα σκέψης που, πέραν της γενικής οντολογίας που έρχεται να θεμελιώσει, αναζητεί να περιγράψει το πλήθος που περιλαμβάνεται στο υπαρκτό ως όλον, τόσο ως προς την πηγή του όσο και ως προς το περιεχόμενό του. Ωστόσο, δεν πρέπει να διαλάθει της προσοχής η διάκριση που διατυπώνεται ανάμεσα σ’ έναν γενικότατο λόγο της κτίσης και σε επιμέρους λόγους τής κάθε ομάδας εντός της οποίας συμπεριλαμβάνονται ομοειδή όντα. Εδώ άνετα θα μπορούσαμε να παραθέσουμε την ακόλουθη επισήμανση του Πορφύριου, η οποία έχει ποικίλα πεδία εφαρμογών στην μελέτη μας: «Φιμὶ τῶν καθόλου λεγομένων τὰ μὲν ἐστιν γένη, τὰ δὲ εἴδη, τὰ δὲ διαφοραί. Τῶν δὲ εἰδῶν καὶ γενῶν τὰ μὲν ἐστιν μόνον εἴδη, ἅ διαιρεῖται εἰς τὰ καθ’ἕκαστα, τὰ δὲ ἦν μόνον γένη· ταῦτα δὲ ἦν ὧν οὐκέτι ἀνωτέρω εὑρίσκεται γένος. Ὅσα δὲ τούτων μεταξύ, ταῦτα εἴδη μὲν ὄντα τῶν ἐπαναβεβηκότων, γένη δὲ τῶν ὑποκαταβεβηκότων εἰκότως ἄν εἴη ὑπάλληλα τὰ γένη» (Εἰς τὰς Ἀριστοτέλους Κατηγορίας κατὰ πεῦσιν καὶ ἀπόκρισιν, 83. 18-23).

Από την άλλη, η προθετική κατηγορία «βούλησις» και η, έστω ως προς το πρόσημο αρνητικά διατυπούμενη, οντολογική «μη ον»142 εκδηλούμενες στην παραγωγική –κοσμολογική κατηγορία «κτίσις» σαφέστατα και φέρουν στο προσκήνιο τα διαμεσολαβούντα στάδια μεταξύ Θεού και όντων, ορίζοντας το από ποιά κατάσταση και με βάση ποιά θεία διεργασία ανάγεται στο είναι μία νέα πραγματικότητα. Είναι σαφές ότι οι όροι που χρησιμοποιούνται χρήζουν ειδικής επιμελητείας, η οποία είναι αναγκαίο να διευκρινίσει τις συνθήκες τής a priori ανυπαρξίας και το λογικά εκ πρώτης προσέγγισης άτοπο αναφορικά με την μετάβαση στην ύπαρξη. Να καταστεί σαφές πάντως ότι στην ευρύτερη συνάφεια του εδώ κειμένου δεν φαίνεται να υποστηρίζεται ότι ο τρόπος της θείας δημιουργίας είναι γνωστικά «αλωτός» από τον άνθρωπο, καθότι η όποια συλλογιστική τεχνολόγησή του προσκρούει σε ζητήματα που στον χώρο της αισθητής εμπειρίας παρουσιάζονται ως αντιφατικά και ως μη ερμηνεύσιμα. Εξάλλου, αισθητηριακή εμπειρία των όσων διαλαμβάνονται στο πώς της θείας παραγωγής ο άνθρωπος δεν διαθέτει. Άρα, η επιλογή του δέοντος γνωσιοθεωρητικού παραδείγματος κρίνεται ως πέραν τού ιδιαιτέρως σχολιαστικού αναγκαία, προκειμένου οι εννοιολογικές οριογραμμίσεις να αποτυπώνουν το αντικειμενικό. Και προφανώς, δεν μπορεί να διαλάθει του ερευνητικού καθήκοντος η επιλογή –με τα όποια διακυβεύματα –της κατάλληλης μεθόδου, η οποία εναπόκειται αυστηρά στην ευθύνη του ανθρώπου. Ανεξάρτητα πάντως από την ανωτέρω επισήμανση, σ’ένα γενικό πλαίσιο θέασης του ζητήματος θα μπορούσαμε να υποστηρίξουμε το εξής: Επειδή οι λόγοι τού «είναι» προϋπάρχουν στον Θεό, συνεπαγωγικώς κάθε δημιούργημα αποτελεί ένα ελάχιστο μέρος Αυτού143, ως προς τον ενεργό λόγο –αιτιότητά του βεβαίως και όχι ως προς την ουσία του. Αλλά και ο πρώτος παράγων δεν εξασφαλίζει προϋποθέσεις για ολική γνωστική άλωσή του και ούτως ή άλλως ο όρος «μέρος»χρησιμοποιείται κατ’οικονομίαν. Επιπλέον, επ’ ουδενί δεν μπορεί να ισχύει εδώ η σχέση «εν - πλήθος» ούτε επίσης «γένος –είδη», καθότι υπάγουν στην ίδια κατηγορία τα όποια συσχετιζόμενα περιλαμβάνουν στις αναφορές τους, ή τα προσεγγίζουν υπό τις κοινές ιδιότητές τους, τις εξειδικευόμενες κατά περίπτωση εφαρμογής. 

Δεν τίθεται δηλαδή ζήτημα περί μίας οντολογικής πυραμίδας που θα αποτυπωνόταν με τυπικά λογικές διακλαδώσεις, διότι οι όροι ταυτότητας, έστω διαδικαστικά μειούμενης, θα συνιστούσαν καθεστώς. Σημειωτέον ότι η αιτιότητα ανήκει στις θείες δυνάμεις, αλλά δεν τίθεται υποχρεωτικά ως προς την εκδήλωσή της, δεν υπάγεται δηλαδή σε μία αδήριτη αναγκαιότητα, η οποία θα εκδηλωνόταν ούτως ή άλλως, τροφοδοτούμενη από μία εσωτερικότητα που δεν θα μπορούσε να δράσει διαφορετικά. Τα ντετερμινιστικά μοντέλα εδώ σαφώς και απουσιάζουν και έτσι ανοίγεται πεδίο για άλλου τύπου σχέσεις, δυναμοκρατικά ανανεώσιμες και ως ένα σημείο μη προβλέψιμες από όποιον άνθρωπο θα επιχειρούσε να τις αναγνώσει. Εξάλλου, η Θεία Αποκάλυψη, είτε υπό την φυσική είτε υπό την υπερφυσική προβολή της, υπάγεται σε συνθήκες που δεν προσδιορίζονται από την ανθρώπινη βούληση. Συνιστά απόλυτη έκφανση εκείνης της ριζικής υπερβατικότητας η οποία κατέχει, εκ των ιδρυτικών αυτοθεμελιώσεών της, τους όρους συνάφειας της ουσίας της με την βούληση –γνώση της και το πώς της εκδήλωσης του εν λόγω ζεύγους. Αυστηρώς φιλοσοφικά σκεπτόμενοι, θα σημειώναμε ότι εδώ συγκροτείται μία Μεταφυσική των ανώτατων οντολογικών ρυθμίσεων, οι οποίες εκφεύγουν από κάθε έξωθεν προσδιορισμό. Διατυπώνεται λόγος για το πλήρως ανεξάρτητο «πράγμα καθεαυτό».

Συμπερασματικώς, αφού κάθε δημιούργημα έχει ως βασική Αρχή τον Θεό και μετέβη από την ανυπαρξία στην ύπαρξη εξαιτίας της παρέμβασης της εν λόγω Ανώτατης Αρχής, έχει την δυνατότητα κινούμενο ελεύθερα, ως προϊόν πάντοτε της ίδιας της θείας ελευθερίας που εκπέμπεται ακατάπαυστα, να τοποθετηθεί μελλοντικώς στην υπερβατική περιοχή του, αναμφιβόλως όχι με την έννοια του οντολογικού συμφυρμού144. Ένα τέτοιο ενδεχόμενο, τουλάχιστον καταρχάς, θα έθετε υπό αμφισβήτηση την ρητή ιεραρχία που θεωρείται ότι υπάρχει ανάμεσα στο άκτιστο και στο κτιστό, ζήτημα που θα ανέτρεπε και τις αποδεκτές γνωσιοθεωρητικές οριοθετήσεις. Και εδώ κατά βάση πρόκειται για μία ανάκτηση, η οποία επαναφέρει τον άνθρωπο στην φυσιολογική υπαρκτική λειτουργία του, στην ανταπόκρισή του στις οντολογικές προκείμενές του. Είναι απαραίτητο, επομένως, να είμεθα προσεκτικοί στις διατυπώσεις μας: δεν πρόκειται για κατάκτηση, αλλά για ένα μέλλον που επαναφέρει υπό νέους όρους το παρελθόν, για το «ἐνεργείᾳ», εκείνο που καθιστά πραγματικότητα το «δυνάμει». Για μία εισέτει φορά, το πλατωνικό παράδειγμα έρχεται στο προσκήνιο. Παρά το ότι η θεωρία του ιδρυτή της Ακαδημίας περί ανάμνησης, κατά τον τρόπον που την διατυπώνει στους διαλόγους Φαίδων και Μένων, δεν διακινείται στο πλαίσιο της χριστιανικής διδασκαλίας, το ότι τονίζει μία επάνοδο στα αρχέτυπα με γνωσιολογικούς κυρίως όρους –οι οποίοι ακολούθως διευρύνονται σε συνολικά υπαρξιακούς –δεν είναι και τόσο ξένη προς την ανάκτηση του «κατ’εικόνα»από το «καθ’ ομοίωσιν». Η μετάβαση και στις δύο περιπτώσεις γίνεται προς το παρελθόν, ή προς το πηγαίον.

Είναι λοιπόν έτι περαιτέρω προφανές ότι η εδώ διαμειβόμενη κίνηση δεν τίθεται με όρους μηχανιστικούς και αυτοματισμού, οι οποίοι προσιδιάζουν κατά μείζονα λόγο σ’ ένα βιοοργανικό μοντέλο παραγωγής, ούτε υπακούει σε τέτοιες αναπόδραστες κινήσεις που δεν θα είχαν τις προϋποθέσεις παρά μόνον να εκδηλωθούν είτε για λόγους εσωτερικούς είτε εξωτερικούς, προφανώς μη ελεγχόμενους, τουλάχιστον συνειδητώς. Εδώ η επαναληπτικότητα θα είναι διάχυτη με κανονικότητες που προσδιορίζονται από αρχαϊκά ούτως ειπείν σχήματα –ενδεχομένως και οιονεί προγραμματικών –ντετερμινισμών. Ένας κατά κάποιο τρόπο υπόγειος κοχλάζων πυρήνας θα τροφοδοτεί επιτακτικά τις όποιες δραστηριότητες αναλαμβάνονται και διαδικαστικά και κατά την περαίωσή τους. Για να αποφευχθεί ένα τέτοιο ρήγμα ή αναστολή ως προς την αυτορύθμισή της στο εκάστοτε ενεστωτικό συνειδέναι, προϋποθέτει η εν λόγω κίνηση μία εκ βαθέων διϋλισμένη κατανόηση των περιρρεουσών καταστάσεων και μάλιστα ενώπιον του ενδεχομένου να επιλεγεί και η αντίθετη κίνηση, για λόγους προβλεπτούς ή απρόβλεπτους, οπότε και εδώ έως έναν συγκεκριμένο βαθμό θα είχε θέση ο αποφατισμός, υπό την έννοια της μη δυνατότητας για ασφαλή πρόβλεψη των ενεργημάτων. Η εμπειρία και οι ερεθισμοί που η ίδια προκαλεί υπόκεινται σε συγκεκριμένη εμβέλεια διαπιστώσεων και προβλεπτικότητας και πέραν αυτών τα ενδεχόμενα, οι υποθέσεις και οι ανακατασκευές κυριαρχούν. Για το εν λόγω θέμα περί των απρόβλεπτων ιδιαιτεροτήτων, οι σύγχρονες φυσικές επιστήμες μπορούν να παράσχουν σαφείς τεκμηριώσεις. Δεν έχουμε τα εχέγγυα δηλαδή, και μάλιστα σε ηυξημένο βαθμό, να υποστηρίξουμε ότι είναι διάχυτη η πρόβλεψη για το πώς θα συμπεριφερθεί ένας συγκεκριμένος άνθρωπος έναντι των δυνατοτήτων που ενώπιόν του «ανοίγονται». Εξάλλου, δεν πρέπει να διαλάθει της προσοχής πως ό,τι συνιστά όρον λειτουργίας τού κοινωνικού γίγνεσθαι υπόκειται σε μία εξελικτικότητα τόσο οριζόντιων όσο και κάθετων διαδρομών, ή και σ’ ένα συναμφότερον μεταξύ τους. Οι διακλαδισμοί αυτοί συνιστούν μία πολυπρισματική συνθήκη, ανθιστάμενη στις όποιες απόπειρες για εδραίες κατηγοριοποιήσεις της.

Διαπιστώνουμε, συνεπώς, από την σύνθεση των ανωτέρω πως η συνεκτική προΰπαρξη όλων των λόγων στον Θεό αποτρέπει οιοδήποτε ενδεχόμενο για άρση της ενότητάς του, ενώ η διαφοροποίηση και η ιδιαίτερη κινητικότητα των κτιστών όντων, οι οποίες ευρίσκονται στην από τον Θεόν οριοθετημένη τάξη πραγμάτων, διασώζουν παράλληλα και ταυτόχρονα την ανεξαρτησία, την αυθυπαρξία και την ατομική οντότητά τους. Το σύνολο των ανωτέρω καταστάσεων δεν μπορεί να θεαθεί ανεξάρτητα από την διαλεκτική της μεταφυσικής της υπερβατικότητας με την μεταφυσική της εμμένειας, και προφανώς όχι με όρους μηχανιστικής μετεξέλιξης και πολύ περισσότερο μακράν από το τυχαίο και από τον αυτοματισμό.

ΑΣΑΡΚΟΣ ΛΟΓΟΣ, ΧΩΡΙΣ ΤΗΝ ΕΜΠΕΙΡΙΑ ΤΗΣ ΠΤΩΣΕΩΣ, ΟΥΤΕ ΤΗΣ ΕΝΑΝΘΡΩΠΙΣΕΩΣ, ΛΟΓΙΚΟΦΑΝΗΣ. ΤΟΝ ΟΠΟΙΟ ΑΠΟΦΕΥΓΟΥΝ ΟΙ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΟΙ ΑΚΑΔΗΜΑΙΚΟΙ ΜΕ ΤΟΝ ΙΣΤΟΡΙΚΙΣΜΟ.ΠΡΟΚΥΠΤΕΙ ΛΟΙΠΟΝ ΜΙΑ ΟΝΤΟΛΟΓΙΑ ΚΤΙΣΜΕΝΗ ΣΤΗΝ ΕΛΛΕΙΨΗ ΠΙΣΤΗΣ ΚΑΙ ΑΓΙΟΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗΣ ΕΜΠΕΙΡΙΑΣ Η ΟΠΟΙΑ ΣΥΜΠΑΡΑΣΥΡΕΙ ΚΑΙ ΤΗΝ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ, Η ΟΠΟΙΑ ΕΜΦΑΝΙΖΕΤΑΙ ΣΑΝ Η ΣΥΝΘΕΣΗ ΚΑΙ Ο ΣΚΟΠΟΣ ΑΥΤΗΣ ΤΗΣ ΑΠΟΥΣΙΑΣ ΤΗΣ ΕΝΣΑΡΚΩΣΕΩΣ.

Σημειώσεις