Συνέχεια από Κυριακή, 13 Σεπτεμβρίου 2026
PAUL FRIEDLȀNDERΠΛΑΤΩΝ ΤΡΙΤΟΣ ΤΟΜΟΣ
ΤΑ ΠΛΑΤΩΝΙΚΑ ΚΕΙΜΕΝΑ –
ΔΕΥΤΕΡΗ ΚΑΙ ΤΡΙΤΗ ΠΕΡΙΟΔΟΣ
ΤΡΙΤΗ ΜΕΣΗ ΠΕΡΙΟΔΟΣ: ΤΟ ΟΨΙΜΟ ΕΡΓΟ
ΠΡΩΤΗ ΟΜΑΔΑ ΔΙΑΛΟΓΩΝ : ΜΥΘΟΛΟΓΙΑ ΚΑΙ ΝΟΜΟΘΕΣΙΑ
31. Νόμοι
Οίνος, Διαπαιδαγώγηση, Μουσική.
ΔΕΥΤΕΡΗ ΚΑΙ ΤΡΙΤΗ ΠΕΡΙΟΔΟΣ
ΤΡΙΤΗ ΜΕΣΗ ΠΕΡΙΟΔΟΣ: ΤΟ ΟΨΙΜΟ ΕΡΓΟ
ΠΡΩΤΗ ΟΜΑΔΑ ΔΙΑΛΟΓΩΝ : ΜΥΘΟΛΟΓΙΑ ΚΑΙ ΝΟΜΟΘΕΣΙΑ
31. Νόμοι
Οίνος, Διαπαιδαγώγηση, Μουσική.
Το Δεύτερο Βιβλίο συνδέεται λοιπόν τεχνηέντως με το Πρώτο, αλλά υφίσταται και καθ’ εαυτό. Κάτι που το εκφράζει η εξής ασήμαντη, κατά τα άλλα, παρατήρηση: Με την παραπομπή στην «αρχή τής συζήτησης» («κατ’ αρχάς τών λόγων») μπορεί να εννοείται η αρχή τού Δευτέρου Βιβλίου (ΙΙ 671 Α 2 – ΙΙ 664 Ε 3), αλλ’ αμέσως μετά κι ένα σημείο τού Πρώτου (00 671 Α 7 –Ι 640 C).
Το Δεύτερο Βιβλίο χωρίζεται με κάποια σαφήνεια σε δυό σχεδόν όμοια ως προς την έκτασή τους μέρη˙ το πρώτο (μέχρι το 664 Β) αφορά στη διαπαιδαγώγηση γενικά, ενώ το δεύτερο εφαρμόζει αυτές τις σκέψεις σε έναν θεσμό: την τριμερή ανδρική χορωδία.
Ο Αθηναίος επανέρχεται συνεχώς στην προσπάθεια να δείξη με ποιαν έννοια καλούμαστε να εννοήσουμε τη διαπαιδαγώγηση (Ι 643 Α κ.ε. ΙΙ 652 Ε κ.ε. 659 C κ.ε.). Ο Πλάτων απομακρύνει εδώ απ’ τον ορισμό αυτόν τόσο κάθε πρακτική εκπαίδευση ως «τραχεία και ανάξια ενός ελευθέρου ανθρώπου» (644 Α), όσο και την επιστημονική μόρφωση, μέχρι και τη διαλεκτική, όπως τη γνωρίζουμε απ’ το μέσον τής «Πολιτείας» (παιδεία – Πολιτεία VII 534 D 8). Η «παιδεία» συνδέεται στους «Νόμους», κατά την ελληνική αίσθηση της γλώσσας, απ’ τη μια με τα «παιδιά» (τα «αγόρια»...) κι απ’ την άλλη με το «παιχνίδι» («παίζειν, παιδιά»). Διαπαιδαγώγηση σημαίνει λοιπόν να οδηγήσης με παιχνίδι και σοβαρότητα τα παιδιά (643 Β 6) στο να αγαπήσουν αυτό, το οποίο και θα πρέπη να εξασκήσουν κάποτε με τη μορφή μιας τέλειας πράξης ως άνδρες (643 D). Η διαπαιδαγώγηση δείχνει στα παιδιά τον δρόμο προς την αρετή, ξυπνά μέσα τους την επιθυμία να γίνουν τέλειοι πολίτες, που θα μπορούν τόσο να κυβερνούν όσο και να κυβερνώνται, να υπηρετούν σωστά (643 Ε). Βασίζεται άρα σε κείνη την προηγούμενη μορφή αρετής, που ταιριάζει στα παιδιά. Για να γίνη έτσι σαφές, ότι δεν πρέπει να αποβλέπη στη λογική, αλλά στα πάθη. Η παιδική ψυχή πρέπει να μάθη να αισθάνεται με σωστό τρόπο την ευχαρίστηση και την επιθυμία (την κλίση), την αποστροφή και την απροθυμία έτσι, ώστε να παρουσιάζεται αργότερα, όταν και «θα προσλάβη τον λόγο», μια αρμονία ανάμεσα στην ήδη κεκτημένη συνήθεια και την ίδια – την αρμονία, την οποίαν και ονομάζουμε αρετή (ΙΙ 653 Β). «Όταν θα έρθη ο λόγος», είχε ήδη ειπωθή αντίστοιχα στην «Πολιτεία» (ΙΙΙ402 Α). Όπου και αναφερόταν ήδη η μουσική διαπαιδαγώγηση, η τροφή δηλ. της νεαρής ψυχής, που καλείται να συνηθίση να χαίρεται με το ωραίο και να το προσλαμβάνη στον εαυτό της, και να μέμφεται και να μισή το άσχημο. Είναι και στην «Πολιτεία» μέσον μιας τέτοιας μόρφωσης τόσο η «μουσική», όσο και η γυμναστική.
Ας παρατηρήσουμε όμως ταυτόχρονα και μια διαφορά. Τί είναι ακριβώς ο λόγος στην πόλη-πολιτεία; Οι μαθηματικές επιστήμες και η διαλεκτική. Κι απ’ αυτά τα δυό υπάρχουν μόνον ίχνη στους «Νόμους». Οι νέοι πρέπει εδώ να μαθαίνουν μόνο στοιχειωδώς να υπολογίζουν, να μετρούν και να παρατηρούν τα άστρα (817 Ε κ.ε.). Η διδασκαλία τών μαθηματικών πρέπει να είναι μόνον πρακτικά παραστατική «όπως στους Αιγύπτιους». Η δε αστρονομική διδασκαλία, στην περίπτωση που υπάρχει, πρέπει να αναπαριστά την τάξη στο αστρικό σύστημα. Πόσο απέχουν όλα αυτά από εκείνο που έχουν π.χ. διδαχθή ο Πλάτων και ο Θεαίτητος από τον Θεόδωρο τον Κυρηναίο, ή από εκείνο που δίδασκε ο Εύδοξος στην ίδιαν την Ακαδημία! Και μόνο στο τέλος τού όλου έργου (ΧΙΙ 965 Β) βρίσκουμε μιαν αναφορά στο ότι οι φρουροί-φύλακες «πρέπει να έχουν μια πιο συγκεκριμένη μόρφωση, απ’ αυτήν που έχει ως τώρα περιγραφεί». Πρέπει να μάθουν να θεωρούν τη «μιαν Ιδέα», και πρέπει να έχουν κάποια γνώση για τους θεούς, και σ’ αυτό χρησιμεύει – όπως έχει δειχθή στη θεολογία τού Δεκάτου Βιβλίου – η διπλή εκείνη γνώση για τα αστέρια πάνω από εμάς και για την ψυχή μέσα μας. Το πόσο σύντομα αναφέρονται όλα αυτά σε σύγκριση με την οδό τής μορφώσεως στην «Πολιτεία» αποδεικνύεται ήδη και από το ότι ο Φίλιππος o Oπούντιος (μαθητής τού Πλάτωνα στην Ακαδημία και εκδότης τών «Νόμων»...) θεωρούσε απαραίτητο να συμπληρώση όσα λείπουν στην «Επινομία» του. Και δεν θεωρεί πραγματικά ο λόγος, τον οποίον θα πρέπη να αναλάβη στον εαυτό της αργότερα η ψυχή, καθόλου πρωτεύουσες εκείνες τις επιστήμες. Αλλά θεωρείται πρωταρχικός «ο ορθός (σωστός..) λόγος, που διατυπώνεται με τους νόμους, και τον οποίον καταφάσκουν οι επιφανέστεροι και πιο ηλικιωμένοι άνδρες (της πολιτείας...), βασισμένοι στην εμπειρία τους» (ΙΙ 659 Β). Δεν αποτελεί άρα επιστημονική γνώση εδώ ο λόγος, έστω κι αν τοποθετείται στο μέσον τής πόλεως-πολιτείας, αλλά την ενσαρκωμένη στους νόμους τάξη και σοφία τής ίδιας της πολιτείας. Το γνωσιακό σύστημα αποτελούσε στην «Πολιτεία» τον πυρήνα της, χωρίς τον οποίον η πόλη θα έμενε ένα κενό κέλυφος, ενώ ο πυρήνας μπορεί να υφίσταται και χωρίς κέλυφος και μπορεί να αποσπαστή τρόπον τινά κάθε στιγμή από το κέλυφος. Στους «Νόμους» δεν υφίσταται ωστόσο σχεδόν παντελώς αυτή η αντίθεση. Γιατί ο Πλάτων αποφεύγει τώρα συνειδητά, αυτό που θα μπορούσε να παρεμποδίση την παντοδυναμία τής μετριοπαθούς ιδανικής πολιτείας του.
«Όταν έρχεται ο λόγος» – αυτό παραπέμπει εξίσου στην «Πολιτεία» και στους «Νόμους» σε συστήματα τάξης, διαφορετικού όμως επιπέδου: στη μεν «Πολιτεία» στις μαθηματικές επιστήμες και τη διαλεκτική μαζί με τα αντικείμενά τους, στους δε «Νόμους» στη νομοθεσία. Δεν θεωρείται έτσι και η προπαρασκευαστική «μουσική» κατά τον ίδιον εντελώς τρόπο στους δυό διαλόγους. Η «Πολιτεία» είχε ήδη ξεκινήσει να διευκρινίζη τούς θεσμούς της, τους οποίους και πρέπει να εξυπηρετή η ποίηση. Γι’ αυτό υπήρχε και η κριτική τών μύθων, η απώθηση της «μιμητικής» ποίησης, η επιλογή τών ευγενών ρυθμών και μουσικών τόνων. Οι «Νόμοι» δεν διαθέτουν εδώ ακόμα μια τέτοιαν επιλεκτική διαδρομή, ξεκινούν από πρωτογενείς εμπειρίες. Όλες οι νεαρές υπάρξεις (όλα τα νεαρά ζώα...) ρέπουν στο να κινούνται ακατάπαυστα, με σώμα και φωνή. Μια τάξη σ’ αυτές τις κινήσεις, δηλ. ρυθμό και αρμονία, έχουν μόνον οι άνθρωποι, που χαίρονται ταυτόχρονα να αντιλαμβάνονται αυτήν την τάξη. Και είναι αυτός ακριβώς ο παράγοντας της ευχαρίστησης που όχι μόνον δεν καταπολεμάται – σε απόλυτη συμφωνία με τον «Φίληβο» -, αλλά τίθεται ως θεμέλιο ως μια πρωταρχική ορμή τής ίδιας της ζωής. «Αναγκαίως ομοιάζει κανείς σ’ αυτό με το οποίο και χαίρεται» ((Προδρομική έκφραση και αλήθεια του καινοδιαθηκικού λόγου: «Όπου είναι ο θησαυρός σας, εκεί είναι και η καρδιά σας»... )) . Κάτι που θυμίζει τη φράση τής «Πολιτείας», ότι κάποιος θα ομοιάση σε κείνο, στο οποίο και αγαπητικά παραμένει. Και όσο πιο αρχέγονα και καθολικά κατανοείται εδώ στους «Νόμους» η εμπειρία, τόσο περισσότερο διευκρινίζεται το πόσο τεράστια σημασία έχει η χαρά για τη διαμόρφωση των παιδιών. Η χαρά είναι εκείνη που προσδιορίζει, τώρα και πάντα, και την κρίση περί μουσικής. Για να επικεντρωθή όμως τότε η προσοχή στο να μη μπορή να καταργήση την ισχύ αυτής τής κρίσης μια «τυχαία», και τρόπον τινά «αυθαίρετη» ευχαρίστηση. Γι’ αυτό και πρέπει να καταπολεμηθή κι εδώ – κάτι στο οποίο πάντοτε απέβλεπε ο Πλάτων – η συνηθισμένη άποψη, σαν να μπορούσε να είναι κάτι ταυτόχρονα κακό και ευχάριστο (656 Α)˙ γι’ αυτό και δεν πρέπει να μετράται η χαρά με τη χαρά που παίρνει ο καθένας και οιοσδήποτε, αλλά με τη χαρά τών αρίστων και πιο καλλιεργημένων (658 Ε)˙ γι’ αυτό και πρέπει «να εξαναγκαστούν» οι ποιητές να εγκαθιδρύσουν σε κείνη τη γνήσια ιεραρχία τών αγαθών – όπως είχε ήδη απαγγελθή εμφαντικά στον πίνακα των αγαθών τού Πρώτου Βιβλίου (631 Β) – τα ποιήματά τους (661 Α κ.ε.) και να φανερώσουν τη σύγκλιση της πιο δίκαιης με την πιο μακαριστή ζωή, η οποία και εμφανίζεται, απέναντι στην κοινή αντίληψη, στο τέλος τής «Πολιτείας» (ΙΧ 580 Β κ.ε.). Το ότι αντιλαμβάνεται λοιπόν τόσο πρωταρχικά την ευχαρίστηση και τη χαρά ο Πλάτων, το ότι την εξυψώνει σ’ αυτό το ύψος, και το ότι αναζητά τόσο πολύ τη σύγκλισή της με άλλες μετρήσιμες αξίες – το ότι υπάρχουν τέτοιες μετρήσιμες αξίες, – όλα αυτά αποδεικνύουν ότι και η τέχνη δεν μπορεί να θεωρηθή μόνον καθεαυτή.
( συνεχίζεται )
Το Δεύτερο Βιβλίο χωρίζεται με κάποια σαφήνεια σε δυό σχεδόν όμοια ως προς την έκτασή τους μέρη˙ το πρώτο (μέχρι το 664 Β) αφορά στη διαπαιδαγώγηση γενικά, ενώ το δεύτερο εφαρμόζει αυτές τις σκέψεις σε έναν θεσμό: την τριμερή ανδρική χορωδία.
Ο Αθηναίος επανέρχεται συνεχώς στην προσπάθεια να δείξη με ποιαν έννοια καλούμαστε να εννοήσουμε τη διαπαιδαγώγηση (Ι 643 Α κ.ε. ΙΙ 652 Ε κ.ε. 659 C κ.ε.). Ο Πλάτων απομακρύνει εδώ απ’ τον ορισμό αυτόν τόσο κάθε πρακτική εκπαίδευση ως «τραχεία και ανάξια ενός ελευθέρου ανθρώπου» (644 Α), όσο και την επιστημονική μόρφωση, μέχρι και τη διαλεκτική, όπως τη γνωρίζουμε απ’ το μέσον τής «Πολιτείας» (παιδεία – Πολιτεία VII 534 D 8). Η «παιδεία» συνδέεται στους «Νόμους», κατά την ελληνική αίσθηση της γλώσσας, απ’ τη μια με τα «παιδιά» (τα «αγόρια»...) κι απ’ την άλλη με το «παιχνίδι» («παίζειν, παιδιά»). Διαπαιδαγώγηση σημαίνει λοιπόν να οδηγήσης με παιχνίδι και σοβαρότητα τα παιδιά (643 Β 6) στο να αγαπήσουν αυτό, το οποίο και θα πρέπη να εξασκήσουν κάποτε με τη μορφή μιας τέλειας πράξης ως άνδρες (643 D). Η διαπαιδαγώγηση δείχνει στα παιδιά τον δρόμο προς την αρετή, ξυπνά μέσα τους την επιθυμία να γίνουν τέλειοι πολίτες, που θα μπορούν τόσο να κυβερνούν όσο και να κυβερνώνται, να υπηρετούν σωστά (643 Ε). Βασίζεται άρα σε κείνη την προηγούμενη μορφή αρετής, που ταιριάζει στα παιδιά. Για να γίνη έτσι σαφές, ότι δεν πρέπει να αποβλέπη στη λογική, αλλά στα πάθη. Η παιδική ψυχή πρέπει να μάθη να αισθάνεται με σωστό τρόπο την ευχαρίστηση και την επιθυμία (την κλίση), την αποστροφή και την απροθυμία έτσι, ώστε να παρουσιάζεται αργότερα, όταν και «θα προσλάβη τον λόγο», μια αρμονία ανάμεσα στην ήδη κεκτημένη συνήθεια και την ίδια – την αρμονία, την οποίαν και ονομάζουμε αρετή (ΙΙ 653 Β). «Όταν θα έρθη ο λόγος», είχε ήδη ειπωθή αντίστοιχα στην «Πολιτεία» (ΙΙΙ402 Α). Όπου και αναφερόταν ήδη η μουσική διαπαιδαγώγηση, η τροφή δηλ. της νεαρής ψυχής, που καλείται να συνηθίση να χαίρεται με το ωραίο και να το προσλαμβάνη στον εαυτό της, και να μέμφεται και να μισή το άσχημο. Είναι και στην «Πολιτεία» μέσον μιας τέτοιας μόρφωσης τόσο η «μουσική», όσο και η γυμναστική.
Ας παρατηρήσουμε όμως ταυτόχρονα και μια διαφορά. Τί είναι ακριβώς ο λόγος στην πόλη-πολιτεία; Οι μαθηματικές επιστήμες και η διαλεκτική. Κι απ’ αυτά τα δυό υπάρχουν μόνον ίχνη στους «Νόμους». Οι νέοι πρέπει εδώ να μαθαίνουν μόνο στοιχειωδώς να υπολογίζουν, να μετρούν και να παρατηρούν τα άστρα (817 Ε κ.ε.). Η διδασκαλία τών μαθηματικών πρέπει να είναι μόνον πρακτικά παραστατική «όπως στους Αιγύπτιους». Η δε αστρονομική διδασκαλία, στην περίπτωση που υπάρχει, πρέπει να αναπαριστά την τάξη στο αστρικό σύστημα. Πόσο απέχουν όλα αυτά από εκείνο που έχουν π.χ. διδαχθή ο Πλάτων και ο Θεαίτητος από τον Θεόδωρο τον Κυρηναίο, ή από εκείνο που δίδασκε ο Εύδοξος στην ίδιαν την Ακαδημία! Και μόνο στο τέλος τού όλου έργου (ΧΙΙ 965 Β) βρίσκουμε μιαν αναφορά στο ότι οι φρουροί-φύλακες «πρέπει να έχουν μια πιο συγκεκριμένη μόρφωση, απ’ αυτήν που έχει ως τώρα περιγραφεί». Πρέπει να μάθουν να θεωρούν τη «μιαν Ιδέα», και πρέπει να έχουν κάποια γνώση για τους θεούς, και σ’ αυτό χρησιμεύει – όπως έχει δειχθή στη θεολογία τού Δεκάτου Βιβλίου – η διπλή εκείνη γνώση για τα αστέρια πάνω από εμάς και για την ψυχή μέσα μας. Το πόσο σύντομα αναφέρονται όλα αυτά σε σύγκριση με την οδό τής μορφώσεως στην «Πολιτεία» αποδεικνύεται ήδη και από το ότι ο Φίλιππος o Oπούντιος (μαθητής τού Πλάτωνα στην Ακαδημία και εκδότης τών «Νόμων»...) θεωρούσε απαραίτητο να συμπληρώση όσα λείπουν στην «Επινομία» του. Και δεν θεωρεί πραγματικά ο λόγος, τον οποίον θα πρέπη να αναλάβη στον εαυτό της αργότερα η ψυχή, καθόλου πρωτεύουσες εκείνες τις επιστήμες. Αλλά θεωρείται πρωταρχικός «ο ορθός (σωστός..) λόγος, που διατυπώνεται με τους νόμους, και τον οποίον καταφάσκουν οι επιφανέστεροι και πιο ηλικιωμένοι άνδρες (της πολιτείας...), βασισμένοι στην εμπειρία τους» (ΙΙ 659 Β). Δεν αποτελεί άρα επιστημονική γνώση εδώ ο λόγος, έστω κι αν τοποθετείται στο μέσον τής πόλεως-πολιτείας, αλλά την ενσαρκωμένη στους νόμους τάξη και σοφία τής ίδιας της πολιτείας. Το γνωσιακό σύστημα αποτελούσε στην «Πολιτεία» τον πυρήνα της, χωρίς τον οποίον η πόλη θα έμενε ένα κενό κέλυφος, ενώ ο πυρήνας μπορεί να υφίσταται και χωρίς κέλυφος και μπορεί να αποσπαστή τρόπον τινά κάθε στιγμή από το κέλυφος. Στους «Νόμους» δεν υφίσταται ωστόσο σχεδόν παντελώς αυτή η αντίθεση. Γιατί ο Πλάτων αποφεύγει τώρα συνειδητά, αυτό που θα μπορούσε να παρεμποδίση την παντοδυναμία τής μετριοπαθούς ιδανικής πολιτείας του.
«Όταν έρχεται ο λόγος» – αυτό παραπέμπει εξίσου στην «Πολιτεία» και στους «Νόμους» σε συστήματα τάξης, διαφορετικού όμως επιπέδου: στη μεν «Πολιτεία» στις μαθηματικές επιστήμες και τη διαλεκτική μαζί με τα αντικείμενά τους, στους δε «Νόμους» στη νομοθεσία. Δεν θεωρείται έτσι και η προπαρασκευαστική «μουσική» κατά τον ίδιον εντελώς τρόπο στους δυό διαλόγους. Η «Πολιτεία» είχε ήδη ξεκινήσει να διευκρινίζη τούς θεσμούς της, τους οποίους και πρέπει να εξυπηρετή η ποίηση. Γι’ αυτό υπήρχε και η κριτική τών μύθων, η απώθηση της «μιμητικής» ποίησης, η επιλογή τών ευγενών ρυθμών και μουσικών τόνων. Οι «Νόμοι» δεν διαθέτουν εδώ ακόμα μια τέτοιαν επιλεκτική διαδρομή, ξεκινούν από πρωτογενείς εμπειρίες. Όλες οι νεαρές υπάρξεις (όλα τα νεαρά ζώα...) ρέπουν στο να κινούνται ακατάπαυστα, με σώμα και φωνή. Μια τάξη σ’ αυτές τις κινήσεις, δηλ. ρυθμό και αρμονία, έχουν μόνον οι άνθρωποι, που χαίρονται ταυτόχρονα να αντιλαμβάνονται αυτήν την τάξη. Και είναι αυτός ακριβώς ο παράγοντας της ευχαρίστησης που όχι μόνον δεν καταπολεμάται – σε απόλυτη συμφωνία με τον «Φίληβο» -, αλλά τίθεται ως θεμέλιο ως μια πρωταρχική ορμή τής ίδιας της ζωής. «Αναγκαίως ομοιάζει κανείς σ’ αυτό με το οποίο και χαίρεται» ((Προδρομική έκφραση και αλήθεια του καινοδιαθηκικού λόγου: «Όπου είναι ο θησαυρός σας, εκεί είναι και η καρδιά σας»... )) . Κάτι που θυμίζει τη φράση τής «Πολιτείας», ότι κάποιος θα ομοιάση σε κείνο, στο οποίο και αγαπητικά παραμένει. Και όσο πιο αρχέγονα και καθολικά κατανοείται εδώ στους «Νόμους» η εμπειρία, τόσο περισσότερο διευκρινίζεται το πόσο τεράστια σημασία έχει η χαρά για τη διαμόρφωση των παιδιών. Η χαρά είναι εκείνη που προσδιορίζει, τώρα και πάντα, και την κρίση περί μουσικής. Για να επικεντρωθή όμως τότε η προσοχή στο να μη μπορή να καταργήση την ισχύ αυτής τής κρίσης μια «τυχαία», και τρόπον τινά «αυθαίρετη» ευχαρίστηση. Γι’ αυτό και πρέπει να καταπολεμηθή κι εδώ – κάτι στο οποίο πάντοτε απέβλεπε ο Πλάτων – η συνηθισμένη άποψη, σαν να μπορούσε να είναι κάτι ταυτόχρονα κακό και ευχάριστο (656 Α)˙ γι’ αυτό και δεν πρέπει να μετράται η χαρά με τη χαρά που παίρνει ο καθένας και οιοσδήποτε, αλλά με τη χαρά τών αρίστων και πιο καλλιεργημένων (658 Ε)˙ γι’ αυτό και πρέπει «να εξαναγκαστούν» οι ποιητές να εγκαθιδρύσουν σε κείνη τη γνήσια ιεραρχία τών αγαθών – όπως είχε ήδη απαγγελθή εμφαντικά στον πίνακα των αγαθών τού Πρώτου Βιβλίου (631 Β) – τα ποιήματά τους (661 Α κ.ε.) και να φανερώσουν τη σύγκλιση της πιο δίκαιης με την πιο μακαριστή ζωή, η οποία και εμφανίζεται, απέναντι στην κοινή αντίληψη, στο τέλος τής «Πολιτείας» (ΙΧ 580 Β κ.ε.). Το ότι αντιλαμβάνεται λοιπόν τόσο πρωταρχικά την ευχαρίστηση και τη χαρά ο Πλάτων, το ότι την εξυψώνει σ’ αυτό το ύψος, και το ότι αναζητά τόσο πολύ τη σύγκλισή της με άλλες μετρήσιμες αξίες – το ότι υπάρχουν τέτοιες μετρήσιμες αξίες, – όλα αυτά αποδεικνύουν ότι και η τέχνη δεν μπορεί να θεωρηθή μόνον καθεαυτή.
( συνεχίζεται )
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου