Σάββατο 31 Οκτωβρίου 2026

Η διαμάχη των καθόλου 7

Συνέχεια από Σάββατο 17. Οκτωβρίου 2026

Η διαμάχη των καθόλου 7

Από τον Πλάτωνα ως το τέλος του Μεσαίωνα

Σειρά: Des Travaux / Seuil 1996


Alain de Libera

Πλατωνικές πηγές της προβληματικής των καθόλου


Η προβληματική των καθόλου διαρθρώνεται από δύο επανερχόμενα πλατωνικά στοιχεία. Το πρώτο, χωρίς άμεσο κειμενικό έρεισμα, είναι η επιχειρηματολογική ακολουθία μέσω της οποίας ο Σωκράτης οδηγεί τον Μένωνα να παραδεχθεί την αναγκαιότητα να τεθεί ότι όλα τα άτομα του ίδιου είδους συμφωνούν ως προς την κατοχή μιας και της αυτής πραγματικής ιδιότητας — οι μεσαιωνικοί ρεαλιστές θα πουν: ως προς την κατοχή μιας και της αυτής κοινής φύσης. Αυτή η ακολουθία, η οποία ξεκινά από την ιδέα της ουσιώδους μη διαφοράς για να καταλήξει στην ιδέα της κοινής ουσίας, προϋποτίθεται ή αναπτύσσεται από κάθε ρεαλιστική θεωρία. Το δεύτερο στοιχείο, το οποίο μεταδόθηκε από τον Αριστοτέλη στις Κατηγορίες, είναι η θεωρία των επώνυμων Μορφών, η οποία επανεισάγεται αδέξια στην έννοια της παρωνυμίας, έννοια ασυνεπή ως προς την αριστοτελική της διατύπωση.

ΑΠΟ ΤΗ ΜΗ ΔΙΑΦΟΡΑ ΣΤΗ ΜΕΘΕΞΗ Ή Η ΒΙΑ ΠΟΥ ΑΣΚΗΘΗΚΕ ΣΤΟΝ ΜΕΝΩΝΑ

Ο Μένων είναι, για να χρησιμοποιήσουμε μια μεσαιωνική έκφραση, το ιστορικό κάτοπτρο της προβληματικής των καθόλου. Όποιος σκύβει επάνω του βλέπει να εμφανίζεται μέσα του το πρόβλημα στην πρωταρχική του καθαρότητα· σύντομα, όμως, η θέαση αντιστρέφεται και το βλέμμα που έχει στραφεί προς αυτό συλλαμβάνει τον ίδιο του τον εαυτό ως αντικείμενο ενός βλέμματος. Πράγματι, διαβάζουμε τον διάλογο με αφετηρία τη γνώση μας για «το» πρόβλημα των καθόλου, μεταφέρουμε σε αυτόν μια γλώσσα ήδη επεξεργασμένη από τις μεσαιωνικές διακρίσεις και, υπό αυτές τις συνθήκες, δεν δυσκολευόμαστε καθόλου να εξουδετερώσουμε την αρχέγονη βιαιότητά του. Εντούτοις, αν ξαφνικά το βλέμμα αντιστραφεί, αν τα ελληνικά διαπεράσουν το κάτοπτρο, τότε είναι οι δικές μας κατασκευές, το δικό μας λεξιλόγιο, που μας φαίνονται ξαφνικά να προέρχονται, από απόσταση, από μια κίνηση της σκέψης η οποία ενεργεί μέσα μας χωρίς εμείς να το γνωρίζουμε.

Σκοπός μας εδώ είναι να δείξουμε ότι «το» πρόβλημα των καθόλου αποτελεί το ίχνος και το εναπομένον αποτέλεσμα μιας βίας, μιας βίας που ασκήθηκε στον Μένωνα. Για να καταστήσουμε αυτή τη βία αισθητή, θα ακολουθήσουμε δύο μεταφράσεις, εκείνες του Alfred Croiset και της Monique Canto, οι οποίες, καθεμία με τον τρόπο της, φανερώνουν τη γλωσσική απόσταση από την οποία προκύπτει ο πλατωνισμός.

Στον Μένωνα, 72b, ο Σωκράτης υποθέτει ότι, αφού ρώτησε τον Μένωνα (Q1) «τι είναι ουσιωδώς μια μέλισσα» —κατά την Canto (Πλάτων, Ménon, μετάφραση, εισαγωγή και σημειώσεις Monique Canto-Sperber, Παρίσι, Flammarion, σειρά GF 491, 1991): «μέσα στην πραγματικότητά της»—, εκείνος του απαντά (R1) ότι «υπάρχουν κάθε λογής μέλισσες». Τον ρωτά τότε (Q2):
«Όταν δηλώνεις ότι υπάρχουν πλήθη μελισσών κάθε λογής και διαφορετικών μεταξύ τους, εννοείς ότι είναι διαφορετικές ως μέλισσες ή μήπως εκείνο που τις διακρίνει είναι κάτι άλλο από αυτό, παραδείγματος χάριν η ομορφιά, το μέγεθος και ορισμένα άλλα γνωρίσματα του ίδιου είδους;»

Η απάντηση του Μένωνα (R2) είναι ότι «ως μέλισσες δεν διαφέρουν μεταξύ τους» ή, σύμφωνα με την εκδοχή της Canto, ότι «καθόσον είναι μέλισσες, δεν υπάρχει καμία διαφορά ανάμεσα σε δύο από αυτές».

Η θέση σύμφωνα με την οποία δεν υπάρχει καμία διαφορά μεταξύ των μελισσών, καθόσον είναι μέλισσες, επικαλείται αμέσως μια άλλη θέση, την οποία ο Σωκράτης διατυπώνει υποθετικά (Q3):
«Αν στη συνέχεια σου έλεγα: Για να δούμε, Μένωνα, αυτό το πράγμα χάρη στο οποίο μοιάζουν και το οποίο είναι το ίδιο σε όλες, ποιο είναι; Θα είχες ασφαλώς έτοιμη κάποια απάντηση;» (μτφρ. Croiset). «Αν, λοιπόν, στη συνέχεια σε ρωτούσα: “Λοιπόν, Μένωνα, πες μου ποια είναι αυτή η ιδιότητα η οποία, χωρίς να δημιουργεί την παραμικρή διαφορά ανάμεσα σε αυτές τις μέλισσες, τις καθιστά όλες το ίδιο πράγμα. Κατά τη γνώμη σου,²² ποια είναι;” Ασφαλώς θα ήξερες να μου το πεις!» (μτφρ.²³ Canto).


Αφού ο Μένων απάντησε (R3) ότι θα ήξερε να απαντήσει στο ερώτημα του Σωκράτη, εάν εκείνος του το έθετε, ο Σωκράτης διατυπώνει για λογαριασμό του την απάντηση που αυτός δεν θα παρέλειπε να δώσει και την εφαρμόζει στο πρόβλημα της αρετής (R3΄).

«Λοιπόν, το ίδιο ερώτημα τίθεται και σχετικά με τις αρετές: όσο πολυάριθμες και διαφορετικές κι αν είναι, έχουν από κοινού έναν ορισμένο γενικό χαρακτήρα, χάρη στον οποίο είναι αρετές. Αυτόν τον γενικό χαρακτήρα πρέπει να έχουμε υπόψη μας, ώστε η απάντηση στο ερώτημα να είναι ορθή και να μας επιτρέπει να συλλάβουμε σε τι συνίσταται η αρετή» (μτφρ. Croiset, σ. 237).
«Λοιπόν, το ίδιο ισχύει και για τις αρετές! Ακόμη κι αν είναι πολλές και κάθε λογής, διαθέτουν τουλάχιστον μία και μόνη χαρακτηριστική μορφή, την ίδια σε όλες ανεξαιρέτως, η οποία τις καθιστά αρετές. Μια τέτοια χαρακτηριστική μορφή είναι εκείνο που πρέπει να έχουμε σαφώς υπόψη μας, για να απαντήσουμε σε όποιον ζητεί να δείξουμε σε τι συνίσταται η αρετή» (μτφρ. Canto, σ. 129).

Ο «γενικός χαρακτήρας» τον οποίο έχουν από κοινού οι αρετές, η «μοναδική και ταυτόσημη χαρακτηριστική μορφή» την οποία όλες «διαθέτουν ανεξαιρέτως», είναι το εἶδος.

²⁴ Αυτές οι λίγες γραμμές παρέχουν τον πλατωνικό ιστό της προβληματικής των καθόλου. Το ερώτημα (Q1) εισάγει την έννοια της οὐσίας. Ο Σωκράτης ερωτά τι είναι η μέλισσα περὶ οὐσίας. Κατά τη Monique Canto, ο όρος οὐσία έχει στον Πλάτωνα περισσότερες σημασίες, καθώς δηλώνει είτε (a) την πραγματική ύπαρξη ενός πράγματος (Πρωταγόρας, 349b· Εὐθύφρων, 11a), είτε (b) την πραγματική φύση ή την ουσία ενός πράγματος· και αυτή η ουσία, με τη σειρά της, νοείται είτε (b1) ως μια νοητή πραγματικότητα εμμενής στα αισθητά, επιμέρους και συγκεκριμένα όντα —πράγμα που σημαίνει ότι παρουσιάζει τον ίδιο τύπο Είναι με αυτά και ότι βρίσκεται στο ίδιο οντολογικό επίπεδο (Εὐθύφρων, 11a)— είτε (b2) ως «οντολογικά διαφορετική από τις πραγματικότητες που ονομάζονται με βάση αυτήν και γνωρίσιμη μόνο μέσω της σκέψης» (Φαίδων, 65d, 78d, 92d).

Μεταφράζοντας το περὶ οὐσίας ως «μέσα στην πραγματικότητά της», η Monique Canto θεωρεί ότι ο Σωκράτης αναφέρεται στις σημασίες (a) και (b1) του όρου. Διότι, όπως δείχνει το (R3΄), εκείνο που είναι μια μέλισσα μέσα στην πραγματικότητά της είναι «το πραγματικό στοιχείο βάσει του οποίου όλες οι μέλισσες είναι μέλισσες και, ως τέτοιες, συμβαίνει να είναι ταυτόσημες».

Επομένως, το να ορίσουμε τι είναι μια μέλισσα μέσα στην πραγματικότητά της σημαίνει επίσης να ορίσουμε ένα ζωικό είδος, καθώς «το στοιχείο αναφοράς που οφείλει να λαμβάνει υπόψη κάθε απόπειρα ορισμού» σε αυτό το πεδίο είναι το εἶδος, «αυτή η μορφή για την οποία ο Σωκράτης υποστηρίζει ότι είναι μοναδική και ταυτόσημη σε όλες τις μέλισσες, από τη στιγμή που έχει αναγνωριστεί η ειδολογική τους ταυτότητα».


Όπως και ο όρος οὐσία, έτσι και ο όρος εἶδος έχει περισσότερες σημασίες, καθώς δηλώνει είτε (1) μια μη αισθητή πραγματικότητα, σε σχέση προς την οποία ονομάζεται μια τάξη αισθητών όντων, είτε αυτή η πραγματικότητα «αντιπροσωπεύει ολόκληρη την πραγματικότητα από την οποία στερούνται τα αισθητά όντα» (1a), είτε δεν παρουσιάζει «οντολογική διαφορά ορισμένης φύσεως από τα επιμέρους όντα, τα οποία αντλούν από αυτήν τη φύση και το όνομά τους» (1b), είτε (2) «ένα λογικό καθόλου, ένα είδος γένους που αντιτίθεται σε κατώτερα είδη ή σε επιμέρους όντα» (Θεαίτητος, 178a· Συμπόσιον, 205b· Πολιτεία, II, 357c).

Στο κείμενο του Μένωνα, ο Πλάτων επικαλείται τη σημασία (1b): «Πράγματι, δεν εξετάζεται ούτε η αντίληψη σύμφωνα με την οποία το εἶδος θα διέθετε μια μορφή πραγματικότητας ανώτερη από εκείνη του αισθητού όντος ούτε εκείνη που θα απέδιδε στο εἶδος μια μορφή χωριστής ύπαρξης». Με άλλα λόγια, το (R3΄) αποτελεί κατάλληλη απάντηση στην προβληματική που διανοίχθηκε²⁵ στο (Q1): η σημασία (1b) του εἴδους αντιστοιχεί πλήρως στη σημασία (b1) της οὐσίας.

Από αυτή την ανάλυση μπορούν να συναχθούν διάφορες παρατηρήσεις:

Η ίδια «χαρακτηριστική μορφή», το ίδιο εἶδος, χρησιμεύει για να οριστεί τόσο τι είναι ένα επιμέρους ον περὶ οὐσίας όσο και το είδος στο οποίο αυτό ανήκει· η μορφή αυτή παρουσιάζεται άλλοτε ως νοητής φύσεως, αλλά εμμενής στα αισθητά όντα, χωρίς να συγχέεται με αυτά (Μένων), και άλλοτε ως Μορφή, με την έννοια μιας «πραγματικότητας ανεξάρτητης από το αισθητό, η οποία υπάρχει καθ’ εαυτήν και είναι απρόσιτη στις αισθήσεις» (Canto, σ. 220).

Υπάρχει, επομένως, στον ίδιο τον Πλάτωνα η δυνατότητα να διακριθούν τρεις τύποι εἴδους: η εμμενής μορφή, η χωριστή Μορφή και το λογικό γένος. Αυτή η διάκριση, για την οποία μπορούμε να υποθέσουμε ότι, όσον αφορά τη σημασία του «γενικού χαρακτήρα» και εκείνη της «χωριστής Μορφής», αντανακλά κάποια εξέλιξη στη σκέψη του Πλάτωνα, παγιώθηκε σχολαστικά ως τριμερής διαίρεση κατά την ύστερη Αρχαιότητα, όπου κατέστησε δυνατή την ενσωμάτωση των αντιλήψεων του Αριστοτέλη σε ένα πλατωνικό πλαίσιο.

Στην αμφισημία των όρων οὐσία και εἶδος προστίθεται μια δυσκολία που συνδέεται με τη λειτουργία του εἴδους μέσα στον λόγο: το εἶδος χρησιμεύει ταυτόχρονα για να ορίσει τόσο αυτό που κάθε συγκεκριμένο άτομο πρέπει να «έχει» ή να «κατέχει» για να είναι αυτό που είναι, όσο και τη μία και ταυτόσημη πραγματικότητα σε όλα τα «άτομα» μιας ίδιας κλάσης ή ενός ίδιου είδους, η οποία θεμελιώνει συγχρόνως την ενότητα/πραγματικότητα μιας κλάσης, την πραγματικότητα/ενότητα ενός φυσικού είδους και την κοινή υπαγωγή των εν λόγω ατόμων σε αυτή την κλάση ή σε αυτό το είδος.

Στον Μένωνα, η επιχειρηματολογική στρατηγική του Σωκράτη επιτρέπει να αποφευχθεί η σύμπτυξη όλων αυτών των λειτουργιών του λόγου στην ίδια στιγμή. Αν εξετάσουμε προσεκτικά το κείμενο, βλέπουμε πράγματι ότι ο Σωκράτης αρχίζει κάνοντας τον Μένωνα να αναγνωρίσει την ταυτότητα των μελισσών κατά το είδος 〈Q2〉–〈R2〉, προτού ανυψωθεί στην εξέταση αυτού που τη θεμελιώνει, δηλαδή αυτού που πρέπει να «έχει κατά νου» όποιος θέλει να δώσει επαρκή απάντηση στο ερώτημα του ορισμού ενός ατόμου περὶ οὐσίας. Πώς το επιτυγχάνει ο Σωκράτης; Κάνοντας τον Μένωνα να πει ότι «οι μέλισσες δεν διαφέρουν μεταξύ τους ως μέλισσες»· έπειτα, κάνοντάς τον να παραδεχθεί ότι θα ήξερε να πει, αν του το ζητούσε, «ποιο είναι το πράγμα χάρη στο οποίο οι μέλισσες μοιάζουν μεταξύ τους και το οποίο είναι ταυτόσημο σε όλες» ή «ποια είναι η ιδιότητα που, χωρίς να δημιουργεί την παραμικρή διαφορά μεταξύ των μελισσών, τις κάνει να είναι όλες το ίδιο πράγμα»· και, αφού ο Μένων έχει παραδεχθεί ότι θα ήξερε να το πει, διατυπώνοντας ο ίδιος γι’ αυτόν θετικά, δηλαδή με τη μορφή θέσης, εκείνο χάρη στο οποίο θα ήξερε να το πει, αν έπρεπε να το πει.

Ο Σωκράτης, λοιπόν, απαντά ο ίδιος στο 〈Q3〉, φέρνοντας στο φως τη «θέαση» του εἴδους 〈R3΄〉, την οποία προϋποθέτει η «απάντηση» του Μένωνα 〈R3〉. Η απάντηση του Σωκράτη καθίσταται δυνατή από την ίδια τη φύση του ερωτήματός του, η οποία, με τη σειρά της, εξαρτάται από το ζεύγος 〈Q2〉–〈R2〉. Αν προσέξουμε ειδικότερα τη διατύπωση του 〈Q2〉–〈R2〉, βλέπουμε τότε ότι ο Μένων αναγνωρίζει όχι τόσο την ταυτότητα των μελισσών κατά το είδος όσο το απλό γεγονός ότι τίποτε δεν διακρίνει μια μέλισσα ως μέλισσα από μια άλλη μέλισσα ως μέλισσα. Πάνω στη σύλληψη μιας μη διαφοράς περὶ οὐσίας μεταξύ ατόμων —για τα οποία θα πούμε, ακριβώς γι’ αυτόν τον λόγο, ότι ανήκουν στο ίδιο είδος—, και όχι πάνω στην αναγνώριση μιας ταυτότητας κατά το είδος, θεμελιώνει ο Σωκράτης την επιχειρηματολογική κίνηση που του επιτρέπει να οδηγήσει ρητά τον Μένωνα στην αναγνώριση του «γενικού χαρακτήρα» τον οποίο κατέχουν από κοινού όλα τα άτομα που χαρακτηρίζονται ταυτόσημα κατά το είδος.

Ολόκληρη η πορεία του Σωκράτη στηρίζεται έτσι στην ανεπαίσθητη μετάβαση από το 〈R2〉, «οι μέλισσες δεν διαφέρουν μεταξύ τους ως μέλισσες», στο 〈Q3〉, «ποιο είναι το θεμέλιο, ταυτόσημο σε όλες, της αμοιβαίας ομοιότητάς τους», ή, αν προτιμά κανείς, από το 〈R2〉, «οι μέλισσες δεν διαφέρουν μεταξύ τους ως προς το εἶδος», στο 〈R3〉, «η κατοχή του ίδιου εἴδους θεμελιώνει την ομοιότητα όλων των μελισσών μεταξύ τους». Η μετάβαση από τη μη διαφορά στην ομοιότητα αποτελεί τη μήτρα της προβληματικής των καθόλου και τον κινητήριο μηχανισμό του ρεαλισμού.

Ας δούμε, ωστόσο, τι ακριβώς λέει το κείμενο. Όλες οι μεταφράσεις και όλα τα σχόλια στον Πλάτωνα προϋποθέτουν ότι η προβληματική των καθόλου έχει ήδη διαμορφωθεί· χρησιμοποιούν τη γλώσσα και τις έννοιές της — ταυτότητα κατά το είδος, ομοιότητα. Εδώ υπάρχει ένας αναχρονισμός, αναγκαίος για τη φιλοσοφική συζήτηση της «πλατωνικής θέσης», αλλά επιζήμιος από ιστορική και φιλολογική άποψη, διότι συγκαλύπτει την πραγματική συνέχεια μεταξύ των αρχαίων και των μεσαιωνικών προβληματικών. Τι λέει, πράγματι, ο Πλάτων στα 〈R2〉 72b και 〈Q3〉 72c; Το κείμενο του 〈Q2〉–〈R2〉 δεν λέει «ως μέλισσες, οι μέλισσες δεν διαφέρουν μεταξύ τους», αλλά «δεν υπάρχει διαφορά μεταξύ των μελισσών εξαιτίας του γεγονότος ότι είναι μέλισσες» [ή «δεν υπάρχει διαφορά μεταξύ τους καθόσον είναι μέλισσες» ή «δεν υπάρχει διαφορά μεταξύ τους στον βαθμό που είναι μέλισσες»]. Αυτή τη διατύπωση διατηρεί και ταυτόχρονα μετασχηματίζει ο Σωκράτης στο 〈Q3〉, όταν ρωτά τον Μένωνα όχι ποιο είναι εκείνο το πράγμα «χάρη στο οποίο μοιάζουν μεταξύ τους», αλλά, κυριολεκτικά, «χάρη στο οποίο δεν διαφέρουν καθόλου» — οὐδὲν διαφέρουσιν.

Με αυστηρή, λοιπόν, προσήλωση στους όρους, η διδασκαλία του Πλάτωνα είναι ότι το εἶδος είναι «εκείνο χάρη στο οποίο ορισμένα πράγματα δεν διαφέρουν»· αυτό, διατυπωμένο θετικά, δεν λέει ότι μοιάζουν μεταξύ τους, αλλά μόνο ότι είναι μη διαφορετικά. Με μία διατύπωση: το εἶδος είναι εκείνο χάρη στο οποίο, από την άποψη της οὐσίας, ορισμένα πράγματα είναι μη διαφορετικά μεταξύ τους. Αυτή τη διδασκαλία ξαναβρίσκουμε στον Μεσαίωνα στη θεωρία της «indifferentia».

Πρέπει να σημειωθεί ότι δεν πρέπει να συγχέουμε 〈1〉 το πρόβλημα του Πορφυρίου, εκείνο του καθεστώτος των καθόλου, με 〈2〉 το πρόβλημα της γνώσης του καθόλου και του καθ’ έκαστον. Ο Πλάτων συνέπλεξε τα δύο στον Μένωνα, στον βαθμό που η πράξη με την οποία θεμελιώνει την εννοιολογική αναγκαιότητα της Ιδέας —πρόβλημα 1— είναι εκείνη με την οποία ανυψώνεται στη γνώση του γενικού —πρόβλημα 2. Καθένα από αυτά τα προβλήματα έχει τη δική του ιστορία, τον δικό του επιστημικό χρόνο· τα δύο όμως αλληλεπιδρούν σε συγκεκριμένες στιγμές, τις οποίες πρέπει να οριοθετήσουμε, να περιγράψουμε και να μελετήσουμε αυτοτελώς. Αυτό θα κάνουμε εδώ. Ας περάσουμε τώρα στην τελευταία προκαταρκτική εξέταση.


Σημειώσεις:

22 Πρβλ. Πλάτων, Ménon, μτφρ. A. Croiset, Παρίσι, Les Belles Lettres, 1967, σ. 236.
23 Πρβλ. Πλάτων, Ménon, μτφρ. M. Canto («GF», 491), Παρίσι, Garnier-Flammarion, 1991, σ. 128.
24 Πρβλ. M. Canto, στο Πλάτων, Ménon, προαναφερθείσα μετάφραση, σ. 219–220.
25 Πρβλ. M. Canto, στο ίδιο.

Συνεχίζεται με
ΠΛΑΤΩΝΙΚΗ ΘΕΩΡΙΑ ΤΩΝ ΙΔΕΩΝ ΚΑΙ ΕΠΩΝΥΜΙΚΗ ΑΙΤΙΟΤΗΤΑ ΤΩΝ ΕΙΔΩΝ

Δεν υπάρχουν σχόλια: