Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Antonello D'Angelo - Άτομο - ιστορικότητα - αναλογία στη διατριβή επί υφηγεσία του Martin Heidegger. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Antonello D'Angelo - Άτομο - ιστορικότητα - αναλογία στη διατριβή επί υφηγεσία του Martin Heidegger. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 16 Ιανουαρίου 2026

Άτομο, ιστορικότητα, αναλογία στη Habilitationsschrift (διατριβή επί υφηγεσία) του Martin Heidegger 3

Συνέχεια από Πέμπτη 8. Ιανουαρίου 2026


Άτομο, ιστορικότητα, αναλογία στη Habilitationsschrift (διατριβή επί υφηγεσία) του Martin Heidegger 3

Του ANTONELLO D'ANGELO 
στο «archivio di filosofia», lxxxiv 3, 2016

.....Το πρόβλημα που αφορά την εξατομίκευση (individuazione) είναι παρόν σε σημαντικό βαθμό στον εννοιολογικό ιστό της Habilitationsschrift, παρότι δεν συζητείται με αναλυτικό τρόπο ούτε απολύτως ορθά ως προς τη φιλολογική του διάσταση. Πράγματι, δεν είναι πολλά τα κείμενα που μνημονεύει ο Heidegger (μερικά μάλιστα μη αυθεντικά), από τα οποία, με τη σειρά τους, δεν αποσπώνται πολλές προτάσεις. Πριν τα υπενθυμίσουμε, ας υποδείξουμε γενικά ποιες είναι οι καθοδηγητικές ιδέες που προσδιορίζουν τη διαδικασία του Heidegger. Καταρχάς, ο Γερμανός φιλόσοφος συνδέει το πρόβλημα της εξατομίκευσης με εκείνο που αφορά την ύπαρξη και τον χρόνο. Δεύτερον, από την εξατομίκευση περνά να εξετάσει το πρόβλημα της αναλογίας. Αν αυτή η προσέγγιση δεν είναι, όπως φαίνεται, ξένη προς τη σκοτιανή γραμματεία, προέρχεται αναμφίβολα από μια ορισμένη ερμηνευτική ελευθερία....

Στην πρώτη quaestio De praedicamentis τίθεται το ερώτημα αν το βιβλίο Κατηγορίαι πραγματεύεται τις δέκα φωνές που σημαίνουν τα δέκα γένη των όντων. Η πρόταση που παραθέτει ο Heidegger απαντά στο δεύτερο επιχείρημα υπέρ του διατυπωμένου ερωτήματος: στο Liber de praedicamentis θα αποδεικνυόταν δηλαδή ότι οι δέκα ασύνθετες φωνές είναι σημαντικές, δηλαδή αντιστοιχούν στα δέκα γένη των όντων. Το επιχείρημα υποστηρίζει ότι σε αυτή την πραγματεία ορίζονται το μονοσήμαντο, το ομώνυμο και το παρωνυμικό, τα οποία είναι διαφορές μόνο ως προς τη σημαίνουσα φωνή· δηλαδή ότι μόνο η φωνή διακρίνεται σε μονοσήμαντη, ομώνυμη και παρωνυμική. Πριν εξετάσουμε την απάντηση (που παραθέτει ο Heidegger), είναι σκόπιμο να λάβουμε υπόψη τη λύση (την οποία επίσης μνημονεύει ο Heidegger).³ Ο Duns Scotus γράφει ότι το βιβλίο περί κατηγοριών δεν πραγματεύεται τις δέκα φωνές καθ’ όσον είναι το πρώτο υποκείμενο, ούτε κανένα μέρος της λογικής πραγματεύεται τη φωνή, διότι οι ιδιότητες του συλλογισμού και όλων των μερών του μπορούν να του ανήκουν σύμφωνα με το είναι που έχουν στον νου, χωρίς να έχουν εκφωνηθεί· η λογική, αντιθέτως, πραγματεύεται κάτι που είναι προγενέστερο (etwas Früheres).⁴ (Quaest. in lib. praed., q. 1, p. 438 a:
«Στο ερώτημα μπορείς να πεις ότι το βιβλίο αυτό δεν αφορά τις δέκα φωνές ως πρώτο υποκείμενο, ούτε ότι οποιοδήποτε μέρος της Λογικής αφορά τη φωνή· διότι όλες οι ιδιότητες του συλλογισμού και όλα τα μέρη του μπορούν να του ανήκουν σύμφωνα με το είναι που έχουν στον νου, ακόμη κι αν δεν εκφέρονται, όπως φαίνεται επαγωγικά· επομένως η Λογική αφορά κάτι προγενέστερο· και ως προς τη σημαίνουσα φωνή έχει λόγο μόνο κατά το μέτρο που έχει σημασιολογική λειτουργία».)


Απαιτείται μια συνοπτική επισκόπηση της quaestio. Τα επιχειρήματα υπέρ (ότι το βιβλίο περί κατηγοριών πραγματεύεται τις δέκα φωνές) είναι πέντε· το δεύτερο μόλις το αναφέραμε. Το πρώτο επικαλείται την auctoritas (αυθεντία) του Βοήθιου. Το τρίτο και το τέταρτο στηρίζονται στο γεγονός ότι ο Αριστοτέλης, κατά κάποιον τρόπο, θεωρεί ισοδύναμα τα πράγματα που λέγονται, που είναι και που σημαίνονται· αν ισχύει αυτό, δηλαδή αν οι ασύνθετες φωνές έχουν σημασία, τότε αυτές αποτελούν το κατεξοχήν υποκείμενο του βιβλίου περί κατηγοριών. Στο πέμπτο επιχείρημα υποστηρίζεται ότι, εφόσον η λογική δεν είναι πραγματική επιστήμη, θα είναι sermocinalis (επιστήμη του λόγου / της γλώσσας), δηλαδή διαλογική, οπότε κάθε μέρος της θα πραγματεύεται τη σημαίνουσα φωνή· το πρώτο μέρος της λογικής, δηλαδή το βιβλίο περί κατηγοριών, θα πραγματεύεται τότε την απλή έννοια, όπως ακριβώς το δεύτερο (το Peri hermeneias) θα αφορά τη φωνή που σημαίνει τη σύνθετη έννοια.

Ακολουθούν τρία επιχειρήματα στα οποία, αντιθέτως, υποστηρίζεται ότι η λογική δεν πραγματεύεται τις δέκα φωνές· επιχειρήματα έναντι των οποίων μπορεί να αντιταχθεί ότι οι ιδιότητες του συλλογισμού και της κρίσης είναι τέτοιες καθ’ όσον ήδη ανήκουν στη φωνή. Επανέρχεται όμως η θέση ότι η ίδια η φωνή δεν είναι το υποκείμενο της λογικής, διότι ο συλλογισμός και η κρίση βρίσκονται στον νου ανεξάρτητα από το αν εκφέρονται· αν δεν ίσχυε αυτό, τότε ακόμη και όποιος κατέχει στον νου του μια απόδειξη ή μια επιστήμη δεν θα την κατείχε παρά μόνο αν την εκφωνούσε, πράγμα που είναι προφανώς ψευδές. (Ivi, p. 437 a: «Στην πρώτη διαίρεση λέγεται “εκείνα που λέγονται”. Παρομοίως κατωτέρω λέγεται: “καθένα από τα ασύνθετα είτε σημαίνει ουσία κ.τ.λ.”. Όμως το να σημαίνει το ασύνθετο Είναι ιδιότητα της σημαίνουσας φωνής· επομένως εκείνο είναι το υποκείμενο, και έτσι, κατά μέγιστο λόγο, οι δέκα φωνές σημαίνουν τα δέκα γένη των όντων, διότι περί αυτών πραγματεύεται». ⁶ Ivi, p. 437 a–b: «Ή η Λογική είναι πραγματική επιστήμη ή διαλογική· δεν είναι πραγματική, είναι προφανές· άρα είναι διαλογική· επομένως κάθε μέρος της αφορά τη σημαίνουσα φωνή· και έτσι το πρώτο μέρος της, που είναι το παρόν βιβλίο, αφορά τη φωνή που σημαίνει την απλή έννοια, όπως το βιβλίο Perihermeneias αφορά τη φωνή που σημαίνει τη σύνθετη έννοια». )

Μπορούμε να παραλείψουμε τις απαντήσεις στα επιχειρήματα που αφορούν την ταυτότητα την οποία θεμελιώνει ο Αριστοτέλης ανάμεσα στα όντα που είναι, σε όσα λέγονται και σε όσα σημαίνονται, και να εξετάσουμε εκείνη που αφορά τον ισχυρισμό ότι η λογική είναι μια scientia sermocinalis. Η ιδιότητα αυτή, λοιπόν, αρνείται και υποστηρίζεται ότι η διάκριση ανάμεσα σε πραγματική και σε διαλογική επιστήμη δεν είναι επαρκής για τη λογική· πράγματι, εφόσον η έννοια αποτελεί τον μέσο όρο ανάμεσα στο πράγμα και στον λόγο, όπως υπάρχει επιστήμη των πραγμάτων (η μεταφυσική ή η φυσική) και επιστήμη των φωνών (η γραμματική ή η ρητορική), έτσι μπορεί να υπάρχει και επιστήμη της έννοιας, και αυτή ακριβώς είναι η λογική, η οποία ονομάζεται scientia rationalis καθόσον αφορά τις έννοιες που σχηματίζονται ab actu rationis (από την πράξη του λόγου). (Ivi, p. 438 b: «Λέγω ότι η Λογική δεν είναι πραγματική επιστήμη ούτε διαλογική (sermocinalis), διότι δεν εξετάζει ούτε τον λόγο ούτε τα πάθη του λόγου, ούτε έχει ως υποκείμενό της τον λόγο καθ’ όσον είναι λόγος· μάλιστα, επειδή αυτή η διαίρεση είναι ανεπαρκής, αποδεικνύεται ως εξής: το μέσον μεταξύ πράγματος και λόγου ή φωνής είναι η έννοια· επομένως, όπως υπάρχει κάποια επιστήμη των πραγμάτων και κάποια των σημαίνουσων φωνών, έτσι μπορεί να υπάρχει και κάποια επιστήμη των εννοιών, και αυτή είναι η Λογική· και γι’ αυτό ονομάζεται scientia rationalis… επειδή αφορά τις έννοιες που σχηματίζονται από την πράξη του λόγου (ab actu rationis).»)

Ας εξετάσουμε, τέλος, την απάντηση στο δεύτερο επιχείρημα (εκείνη που παραθέτει ο Martin Heidegger).² Ας υπενθυμίσουμε το ίδιο το επιχείρημα: οι δέκα φωνές σημαίνουν τα δέκα γένη των όντων, δεδομένου ότι στο βιβλίο περί κατηγοριών ορίζονται το μονοσήμαντο, το ομώνυμο και το παρωνυμικό, τα οποία είναι διαφορές μόνον της σημαίνουσας φωνής. Η απάντηση είναι ότι το μονοσήμαντο και το παρωνυμικό αποτελούν διαφορές του κατηγορουμένου που ανήκει καθ’ εαυτό στην έννοια και όχι πρωτίστως στη σημαίνουσα φωνή· επομένως, όπως δηλώνει ο Heidegger, η μονοσημία, η ομωνυμία και η παρωνυμία (και άρα και η αναλογία) διαφοροποιούνται περισσότερο στη φωνή παρά στην κατηγόρηση, η οποία είναι ο αυθεντικός φορέας του νοήματος. Και προσθέτει: η μονοσημία δεν αφορά πρωτίστως το νόημα (δηλαδή τη σημαίνουσα φωνή), αλλά το νόημα όπως αυτό παρίσταται στην κατηγόρηση· μόνο εδώ, δηλαδή στην προσαρμογή του ίδιου του νοήματος προς το αντικείμενο, η κατεύθυνση της πλήρωσης αποκτά ισχύ.( Ibid. και πρβλ. quaest. super praed., q. 1, p. 438:
«Το μονοσήμαντο και το παρωνυμικό είναι πρωτίστως διαφορές του κατηγορουμένου, καθόσον ανήκουν στην έννοια, και όχι πρωτίστως της σημαίνουσας φωνής». Υπενθυμίζεται επίσης ότι ο Heidegger εδώ παραπέμπει εκ παραδρομής στο quaestio 6.)

Πέρα από τις παραθέσεις άλλων σκωτικών κειμένων, εκείνο που εμφανίζεται τελικά ως ενδιαφέρον είναι η ανασύνθεση, σε γενικές γραμμές, της χρήσης που κάνει ο Heidegger από αυτά, πάνω στο έδαφος της σύγχρονής του φιλοσοφίας. Οι σημαντικότερες αναφορές είναι στον Edmund Husserl και στον Emil Lask. Πράγματι, ο λόγος που αναπτύσσει ο Heidegger σχετικά με την αναλογία εντάσσεται στο πλαίσιο της Τέταρτης Έρευνας και ορισμένων παραγράφων των Ideen I του Husserl και έχει ως σκοπό να αναδείξει τον ρόλο των λασκιανών αναστοχαστικών κατηγοριών.

Από το πρώτο χουσσερλιανό κείμενο παρατίθεται ένα χωρίο της Εισαγωγής, όπου λέγεται ότι οι a priori νόμοι του νοήματος διαχωρίζουν το νόημα από το μη-νόημα· δεν είναι ακόμη οι νόμοι της λογικής, αλλά της προσδίδουν τις δυνατές μορφές νοήματος· οι νόμοι της σύμπλεξης του νοήματος υποδεικνύουν εκείνο που απαιτεί η καθαρή ενότητα του νοήματος, δηλαδή η ενοποίησή του σε ένα και μόνο νόημα. Προφανώς, για τον Heidegger η ενότητα ή η ενοποίηση αυτή είναι εκείνη που παρέχεται από την αναλογία. Περαιτέρω, ο Husserl μιλά για νοήματα που προχωρούν σε κατηγορηματικές εκπτύξεις (bei den prädikativen Auseinanderlegungen), τα οποία δεν είναι έμμεσα περιεχόμενα στο αρχικό νόημα, το οποίο καθαυτό είναι απολύτως απλό: για παράδειγμα, ένα κύριο όνομα «Ε» ονομάζει το αντικείμενο με μία μόνο ακτίνα (in einem Strahl), ενώ τα επεξηγηματικά νοήματα (ας πούμε ευθέως: οι κρίσεις), όπως «Ε είναι α», είναι πολυακτινωτά (vielstrahlig) και συγκροτούνται σε περισσότερα στάδια, χωρίς αυτό να εμποδίζει την ενότητά τους. Είναι, λοιπόν, φανερό ότι ο Heidegger, και ως προς την ορολογία ακόμη, αναφέρεται σε αυτές τις προτάσεις. Διευκρινίζοντας τις «διαφορετικές λειτουργικές τροπικότητες που απαντούν στις εκφράσεις» (δηλαδή τη μονοσημία, την ομωνυμία και την αναλογία), καταφεύγει σε χωρικές μεταφορές και υποστηρίζει ότι «η ταυτότητα μέσα στη διαφορά, στην περίπτωση των αναλογικών εκφράσεων», μπορεί να παρασταθεί «ως μια δέσμη ακτίνων που συγκλίνει σε ένα σημείο (ein Strahlenbüschel, das in einem Punkte zusammenläuft)» (Ivi, p. 270, σημ. 41. E. Husserl, Logische Untersuchungen, 1913², p. 295. ⁵ E. Husserl, Logische Untersuchungen, pp. 300–301. ⁶ M. Heidegger, Die Kategorien- und Bedeutungslehre, όπ. π., p. 277.).

Και στο § 119 των Ideen I («Μετασχηματισμός πολυθετικών πράξεων σε μονοθετικές») ο Husserl γράφει ότι «η συνθετική συνείδηση, ή το καθαρό εγώ “εντός” αυτής, κατευθύνεται με πολλές ακτίνες (vielstrahlig) προς το αντικειμενικό, ενώ η καθαρά θετική συνείδηση με μία μόνο ακτίνα». Είναι ωστόσο δυνατό, μέσα σε αυτή την πολυακτινωτή (ή πολυθετική) σύσταση, εκείνο που γίνεται συνειδητό με πολυακτινωτό τρόπο να μετασχηματισθεί σε κάτι που γίνεται συνειδητό πρωτίστως με μία μόνο ακτίνα· είναι δυνατό, δηλαδή, να καταστεί αντικειμενικό με ειδική έννοια, μέσω μιας μονοθετικής πράξης, εκείνο που προηγουμένως είχε συγκροτηθεί συνθετικά. Ή ακόμη: «η πολλαπλή συνείδηση μπορεί κατ’ ουσίαν να μεταφερθεί σε μία ενιαία».²

Από αυτές τις λίγες νύξεις καθίσταται προφανές, όπως ήδη ειπώθηκε, ότι ο Heidegger «μεταθέτει» τη γλώσσα της φαινομενολογίας σε εκείνη της Σχολαστικής και εννοεί ασφαλώς ως αναλογία, δηλαδή ως reductio ή attributio ad unum, εκείνο που ο Husserl είχε χαρακτηρίσει ως μεταφορά κάτι που γίνεται συνειδητό με πολυακτινωτό τρόπο σε κάτι που γίνεται συνειδητό με μία μόνο ακτίνα.

Όσον αφορά τον Emil Lask, είναι δυσκολότερο να εντοπιστεί ένας σύνδεσμος με τη διδασκαλία της αναλογίας. Ο Heidegger γράφει: «Ο κυρίαρχος ρόλος των αναστοχαστικών κατηγοριών, στις προαναφερθείσες λειτουργικές τροπικότητες της έκφρασης [δηλαδή τη μονοσημία, την ομωνυμία και την αναλογία], συνιστά να νοηθούν απολύτως με την έννοια της γενικής ουσίας που ανήκει στις κατηγορίες τις οποίες αφορούν». Ο Lask θα είχε επιτελέσει με αποφασιστικό τρόπο την εννοιακή στερέωση αυτών των κατηγοριών, διακρίνοντάς τες από τις συστατικές και προσδιορίζοντάς τες ως αναμφίβολα εξαρτημένες από το υλικό στοιχείο, έστω και όχι από το ειδικό του μέρος, έτσι ώστε το περιεχόμενό τους (Gehalt) να ξεθωριάζει «μέχρι να καταλήξει στην καθαρή ικανότητα του περιέχειν (Inhaltlichkeit)».⁴

Η ορολογία του Lask, όπως είναι φανερό, υιοθετείται κατά λέξη, και ο Heidegger υπενθυμίζει σε υποσημείωση τις σελίδες 148 και εξής της Logik der Philosophie und die Kategorienlehre. Ας δούμε συνοπτικά τι γράφει ο Lask. Η αναστοχαστική κατηγορία, όπως επισημαίνει και ο ίδιος ο Heidegger, είναι αναμφίβολα «δημιούργημα» της «υποκειμενικότητας», αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι είναι αυθαίρετη και μη προσδιορισμένη από το υλικό στοιχείο. Διότι «καθ’ όσον αποτελεί λογική μορφή επιβαρυμένη (belastet) με προσδιορισμούς που αντιστοιχούν σε ένα υλικό, είναι —σε αντίθεση με την απλώς καθαρή μορφή— μια αντικειμενική μορφή».⁵ Μόνο που το αντικειμενικό περιεχόμενο είναι, όπως ειπώθηκε, ξεθωριασμένο, έτσι ώστε με βάση τη σφαίρα του αναστοχασμού δεν μπορεί κανείς να φθάσει στη θέαση της σύμπτωσης ανάμεσα στα αντικειμενικά περιεχόμενα και το θεωρητικό νόημα. Μόνο η συστατική αντικειμενικότητα μπορεί να υποδείξει τον δρόμο για τη στερέωση της εν λόγω σύμπτωσης· και απέναντι σε αυτή την αντικειμενικότητα «οι σχέσεις στην αναστοχαστική περιοχή σχηματίζουν απλώς ένα σχηματικό analogon».

Αναμφίβολα, αυτά δεν αρκούν για να εξαχθεί από τις διατυπώσεις αυτές ένας σαφής δεσμός με τη σχολαστική διδασκαλία της αναλογίας· μπορεί όμως ίσως να υποστηριχθεί ότι ανάμεσα στο αντικειμενικό περιεχόμενο και το θεωρητικό νόημα παρεμβάλλεται μια σχέση που δεν είναι μονοσήμαντη, όπως —από τη «σκωτική» σκοπιά— αποδεικνύεται ότι είναι εκείνη που βρίσκεται στο καθαρά λογικό επίπεδο, αλλά διαφορετικού τύπου, δηλαδή τέτοια που αφορά τη σχέση ανάμεσα στη «λογική» και την «πρώτη φιλοσοφία».

Οι αναστοχαστικές κατηγορίες, γράφει ακόμη ο Lask, πρέπει να νοούνται ως εκείνες οι μορφές που, αδιαφορώντας για την ειδικότητα των περιεχομένων, αφορούν οποιοδήποτε περιεχόμενο, δηλαδή το αδιαφοροποίητο περιεχόμενο. Το αναστοχαστικό περιεχόμενο είναι το απλό «κάτι», εκείνο δηλαδή που μπορεί να ξεθωριάσει στην αναστοχαστική ικανότητα του περιέχειν εν γένει. Οι αναστοχαστικές μορφές λαμβάνονται τώρα υπόψη καθ’ όσον είναι οι γενικές μορφές. Η «γενικότητα», όπως και η «καθολικότητα», δεν πρέπει εδώ να νοηθεί ως εκείνη που ανήκει στο γένος, αλλά ως εκείνη που προκύπτει μέσω της χουσσερλιανής Formalisierung (πηγή αυτού που ο Heidegger θα ονομάσει formale Anzeige)· δεν πρόκειται, επομένως, για τη «γενικότητα του γένους» ούτε για «μονοσημία» με την κυριολεκτική έννοια, αλλά για εκείνον τον υπερβατολογικό χαρακτήρα του Etwas überhaupt που «λέγεται» για καθετί που είναι. Ωστόσο, γράφει ακόμη ο Lask, (E. Lask, όπ. π., σσ. 153–154) είναι μονοσήμαντο (eindeutig) το νόημα που ενώνει τις πολλαπλές εκφράσεις «irgend etwas», «beliebiges Etwas», «Etwas überhaupt», «Inhalt überhaupt». Τέτοιες εκφράσεις αφορούν το αισθητό επίπεδο, το μη αισθητό και ακόμη και το υπεραισθητό· υπερβαίνουν επίσης το ρήγμα και την πρωταρχική δυαδικότητα των ειδικών περιεχομένων (die Kluft und Urdualität der spezifischen Inhalte). Με άλλα λόγια, για μία ακόμη φορά, στο λογικό πεδίο κυριαρχεί η μονοσημία. Αλλά με ποιον τρόπο σχετίζεται η λογική με την πραγματικότητα ή με το «υλικό»; Εδώ είναι που, πιθανότατα —σύμφωνα με τον Lask όπως τον ερμηνεύει ο Heidegger υπό το φως της Σχολαστικής— μπορεί να επανέλθει στο προσκήνιο ο ρόλος της αναλογίας. Πράγματι, το «κάτι» είναι το ελάχιστο υλικό που ανήκει στην κατηγορία· είναι, επομένως, ήδη κάτι που νοείται ως τοποθετημένο στο υλικό, αλλά αποσπασμένο από την ίδια την κατηγορία. Είναι εκείνο που μπορεί να «επενδυθεί» με την αναστοχαστική κατηγορία, άρα ένα analogon του «όντος» και του «ισχύοντος»· όχι πλέον κάτι λογικά γυμνό αλλά υλικό· ωστόσο υλικό simpliciter.⁴ (Ivi, σ. 154: «Το “κάτι” (Etwas) είναι το υλικό του κατηγοριακού ελαχίστου, δηλαδή κάτι που έχει ήδη νοηθεί ως τοποθετημένο στην υλικότητα, αλλά αποσπασμένο από την ίδια την κατηγορία. Είναι εκείνο που μπορεί να επενδυθεί με την αναστοχαστική κατηγορία, άρα ένα analogon του “όντος” (Seienden) και του “ισχύοντος” (Geltenden)· δεν είναι πλέον λογικά γυμνό, αλλά υλικό —ωστόσο απλώς υλικό (bloßes Material).»)

¹ Ivi, σ. 150:
«Κάθε περιεχόμενο καθαυτό, ή χωρίς διάκριση, είναι εκείνο που μπορεί να αφεθεί στην αναστοχαστική περιεκτικότητα εν γένει (reflexive Inhaltlichkeit überhaupt).»

² Είναι αξιοσημείωτο ότι η Formalisierung και η formale Anzeige συνιστούν μια «υπέρβαση» σε σχέση με τη γενίκευση και τη μονοσημία· σχετικά με αυτό ο Heidegger παραπέμπει αλλού στην αριστοτελική διατύπωση τὸ ὂν λέγεται πολλαχῶς, υπαινισσόμενος αναμφίβολα την analogia attributionis. Πρβλ. M. Heidegger, Einleitung in die Phänomenologie der Religion, GA 60, σ. 56. Στο ίδιο πλαίσιο μου επιτρέπεται να παραπέμψω εκ νέου στο δικό μου Heidegger e Kierkegaard: la recensione a Jaspers e l’indicazione formale, όπ. π.)

                       Τέλος

Πέμπτη 8 Ιανουαρίου 2026

Άτομο, ιστορικότητα, αναλογία στη Habilitationsschrift (διατριβή επί υφηγεσία) του Martin Heidegger 2

Συνέχεια από Τετάρτη 24. Δεκεμβρίου 2025


Άτομο, ιστορικότητα, αναλογία στη Habilitationsschrift (διατριβή επί υφηγεσία) του Martin Heidegger 2


Του ANTONELLO D'ANGELO στο «archivio di filosofia», lxxxiv 3, 2016

.....Το πρόβλημα που αφορά την εξατομίκευση (individuazione) είναι παρόν σε σημαντικό βαθμό στον εννοιολογικό ιστό της Habilitationsschrift, παρότι δεν συζητείται με αναλυτικό τρόπο ούτε απολύτως ορθά ως προς τη φιλολογική του διάσταση. Πράγματι, δεν είναι πολλά τα κείμενα που μνημονεύει ο Heidegger (μερικά μάλιστα μη αυθεντικά), από τα οποία, με τη σειρά τους, δεν αποσπώνται πολλές προτάσεις. Πριν τα υπενθυμίσουμε, ας υποδείξουμε γενικά ποιες είναι οι καθοδηγητικές ιδέες που προσδιορίζουν τη διαδικασία του Heidegger. Καταρχάς, ο Γερμανός φιλόσοφος συνδέει το πρόβλημα της εξατομίκευσης με εκείνο που αφορά την ύπαρξη και τον χρόνο. Δεύτερον, από την εξατομίκευση περνά να εξετάσει το πρόβλημα της αναλογίας. Αν αυτή η προσέγγιση δεν είναι, όπως φαίνεται, ξένη προς τη σκοτιανή γραμματεία, προέρχεται αναμφίβολα από μια ορισμένη ερμηνευτική ελευθερία....


Έχουμε ήδη υπενθυμίσει δύο κείμενα που παραθέτει ο Heidegger σχετικά με την αρχή της εξατομίκευσης. Ένα τρίτο, όπως είπαμε, προέρχεται από τις quaestiones De rerum principio (μη γνήσιες) (Πρόκειται για την quaestio 13, η οποία αφορά καθεαυτήν το Utrum intellectus conjunctus intelligat singulare. Πρβλ. M. Heidegger, Die Kategorien- und Bedeutungslehre des Duns Scotus, όπ.π., σ. 195, σημ. 54.).Δεν είναι τώρα ο κατάλληλος τόπος για να συνοψίσουμε το περιεχόμενο αυτής της μακράς και σύνθετης quaestio. Εκείνο που ενδιαφέρει είναι να επαναδιατυπωθεί ότι, σύμφωνα με τον Γερμανό φιλόσοφο, η haecceitas καθορίζει κατά πρωταρχικό τρόπο την πραγματική Wirklichkeit, η οποία συγκροτεί μια «πολλαπλότητα που δεν μπορεί να συλληφθεί με το βλέμμα» και ένα «ετερογενές continuum».¹ Είναι αναμφίβολα σημαντικό ότι, πέρα από και παράλληλα με τα σκωτιστικά κείμενα, ο Heidegger παραπέμπει στο «ιδιαίτερα διδακτικό» δοκίμιο Geschichtsphilosophie του Heinrich Rickert. Μας ενδιαφέρει εδώ να αναδείξουμε τα πιο ουσιώδη σημεία του σε σχέση με τις σκέψεις που αναπτύσσει ο ίδιος ο Heidegger και οι οποίες φαίνεται να ενσωματώνονται, έστω και με τη συνήθη ερμηνευτική του ελευθερία, στην σκωτιστική πηγή (Για τον φόρο τιμής στον Rickert στην χαϊντεγκεριανή ερμηνεία του Duns Scotus (ως προς την «ιστορικότητα»), πρβλ. Barash, op. cit., ιδίως σ. 103–104, όπου, μεταξύ άλλων, ο συγγραφέας επισημαίνει και τις διαφορές σκέψης, με την έννοια ότι ο Heidegger παίρνει αποστάσεις από τον «γνωσιολογισμό» του δασκάλου και αναζητεί, σε αυστηρά μεταφυσικό επίπεδο, την ενότητα μεταξύ του ετερογενούς επιπέδου της ατομικότητας και του ομογενούς επιπέδου της «έννοιας». Όπως ειπώθηκε παραπάνω, ακριβώς η αναλογία θα έπρεπε να επιτρέπει την ενοποίηση των δύο κόσμων· και ακριβώς σε αυτό φαίνεται να είναι πιο εμφανής η απόσταση από τον Rickert, πράγμα που θα μπορούσε να αποδείξει τον ισχυρό δεσμό που διατηρεί ο Heidegger με τη σχολαστική και καθολική παράδοση. Αυτό επισημαίνεται επίσης από τον Barash, op. cit., σ. 110–111, όπου υποστηρίζεται ότι πράγματι ο Heidegger, σε ολόκληρο το εννοιολογικό πλαίσιο της Habilitationsschrift, ταλαντεύεται διαρκώς στο να αποδίδει έναν προνομιακό ρόλο στη Σχολαστική και, ταυτόχρονα, στη σύγχρονη φιλοσοφία.).

Ο Rickert διερευνά τη λογική της ιστορικής επιστήμης και αναδεικνύει την αντίθεση που υφίσταται ανάμεσα σε αυτήν και στη σύλληψη της εμπειρικής πραγματικότητας· το πρόβλημα αφορά, επομένως, το τι σημαίνει, από λογική άποψη, αυτή η αντίθεση για τους σκοπούς της ιστορικής αναπαράστασης της πραγματικότητας (Το δοκίμιο Geschichtsphilosophie δημοσιεύθηκε στο Die Philosophie im Beginn des zwanzigsten Jahrhunderts. Festschrift für Kuno Fischer, Heidelberg 1905, σ. 51–132. Παρατίθεται από την ιταλική μετάφραση των S. Barbera και P. Rossi, La filosofia della storia, lo storicismo tedesco, επιμ. P. Rossi, Torino 1977, σ. 336–423: 352.). Αν και κάθε μέρος της πραγματικότητας είναι διαφορετικό από ένα άλλο, τα γεγονότα μας ενδιαφέρουν ως προς εκείνο που έχουν κοινό. Τώρα, η ατομικότητα των αντικειμένων μπορεί να θεωρηθεί κατά τέτοιον τρόπο ώστε αυτά να είναι απλώς παραδείγματα ενός γένους· όμως η γενικευτική μάθηση δεν εξαντλεί το ενδιαφέρον μας, το οποίο στρέφεται μάλλον προς την ατομικότητα.⁴ Είναι φανερό ότι αυτή η διδασκαλία αποτελεί μία από τις πηγές της χαϊντεγκεριανής «τυπικής ένδειξης» (formale Anzeige), δηλαδή εκείνης της μεθόδου που υπερβαίνει τη διαδικασία σύμφωνα με την οποία ανεβαίνουμε από το άτομο στο είδος και από αυτό στο γένος. Η διαδικασία αυτή, όπως γνωρίζουμε, είναι για τον Heidegger «αποζωοποιητική», με την έννοια ότι δεν προσεγγίζει τη facticità (συγκεκριμένο είναι-μέσα-στον-κόσμο) και παραμένει εντός των ορίων της παραδοσιακής λογικής. Γνωρίζουμε επίσης ότι η σχέση μεταξύ ατόμου, είδους και γένους χαρακτηρίζεται από μονοσημία, έτσι ώστε η υπέρβασή της να συντελείται κατά κάποιον τρόπο υπό τον καθορισμό τού τὸ ὂν λέγεται πολλαχῶς, δηλαδή της «αναλογίας» (Σε αυτό το σημείο, μου επιτρέπεται να παραπέμψω στο κείμενό μου Heidegger e Kierkegaard: La recensione a Jaspers e l’indicazione formale, «La Cultura», 1 (2009), σ. 61–85.).

Ο Rickert δεν αρνείται ότι η γενικευτική θεώρηση έχει μεγάλη σημασία τόσο στο πρακτικό όσο και στο θεωρητικό επίπεδο· ωστόσο, ακριβώς στο λογικό πεδίο, πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι ο σχηματισμός γενικών εννοιών δεν ταυτίζεται πλήρως με την επιστημονική διαδικασία· αυτό ισχύει ιδίως για την ιστορική επιστήμη, το αντικείμενο της οποίας πρέπει να συλληφθεί στην ανεπανάληπτη ατομικότητά του. Πρέπει όμως να καταστεί σαφής ο λογικός χαρακτήρας κάθε ιστορικής αναπαράστασης, δηλαδή να μπορεί να προσφερθεί, στην ιστορική γνώση, μια σύνδεση ατομικών γεγονότων.⁷ Αυτή η «γενική» σύνδεση είναι η ίδια η ιστορική ολότητα και όχι ένα σύστημα καθολικών εννοιών· η ιστορική ολότητα συλλαμβάνεται, επομένως, με ατομικευτικό τρόπο.⁸

Πρέπει ωστόσο να δοθεί προσοχή σε μια άλλη όψη της ιστορικής μεθόδου, δηλαδή σε εκείνη σύμφωνα με την οποία η ατομικευτική μάθηση δεν λαμβάνει υπόψη ολόκληρη την ατομική πολλαπλότητα, αλλά συνεπάγεται μια επιλογή, στη βάση της οποίας βρίσκεται μια αρχή αξιολόγησης. Η αξιολόγηση ενός ατομικού αντικειμένου πρέπει να συνδέεται με την αξία που έχει αυτό το αντικείμενο και όχι κάποιο άλλο· η διαφορά σε σχέση με τη γενικευτική στάση έγκειται στο ότι, στην τελευταία, μπορεί να αντικατασταθεί ένα παράδειγμα με ένα άλλο. Η γενικευτική θεώρηση είναι, επομένως, α-αξιολογική, ενώ η ατομικευτική συνδέεται με τις αξίες. Έτσι αποκτά διαφορετικό νόημα και η «υπαγωγή»· κάθε επιστήμη, πράγματι, «υπάγει» το μερικό στο καθολικό· στη ιστορική μέθοδο, όμως, η υπαγωγή δεν συνεπάγεται μια γενίκευση υπό έννοιες γένους ή νόμου, αλλά μια υπαγωγή σε καθολικές έννοιες αξίας. Πρέπει τώρα να τονιστεί ότι η ατομικευτική μάθηση κυριαρχείται σε τέτοιο βαθμό από το ενδιαφέρον για την ψυχική ζωή, ώστε εξομοιώνει την έννοια του ατόμου με εκείνη της προσωπικότητας· η ιστορία, ωστόσο, δεν εξετάζει τις προσωπικότητες παρά μόνο καθόσον αυτές, στη μοναδικότητά τους, έχουν σημασία για τις καθολικές αξίες.⁴ Είναι και πάλι φανερό ότι ο Heidegger λαμβάνει υπόψη του αυτή τη σύλληψη, έτσι ώστε η haecceitas (αυτο-αυτότητα», «αυτό-εδώ-είναι» (haec = αυτό)) να συνιστά γι’ αυτόν αναμφίβολα τη facticità, αλλά να μην αποτελεί βέβαια συνώνυμο της «ψυχικής προσωπικότητας». Είναι, θα λέγαμε, σαν αυτό που δηλώνεται τυπικά να είναι μεν το άτομο, αλλά ακριβώς σε αυτό να συνίσταται η «καθολικότητά» του.⁵

Η εξατομικευτική διαδικασία, γράφει ακόμη ο Rickert, έχει ανάγκη από γενικές έννοιες ως εργαλείο αναπαράστασης και σύνδεσης. Το εργαλείο αυτό δεν είναι, ωστόσο, ο «ιστορικός νόμος», ο οποίος, αντιθέτως, αποτελεί μια contradictio in adiecto, ακόμη κι αν ό,τι ισχύει για την εμπειρική ιστορική επιστήμη δεν ισχύει κατ’ ανάγκην για τη φιλοσοφία της ιστορίας· διότι είναι πράγματι θεμιτό να συλλαμβάνει κανείς κάθε πραγματικότητα μέσω ενός συστήματος γενικών εννοιών.⁷

Φαίνεται προφανές ότι η σκέψη του Rickert, ακόμη και η ίδια η λογοτεχνική της έκφραση, κινείται μέσα στη διπλή απαίτηση να εντοπιστεί ένας λογικός τόπος στον οποίο η εξατομίκευση και η γενίκευση να συγκλίνουν, παραμένοντας ωστόσο διακριτές. Και ότι πρόκειται για ένα χάσμα έχει δικαίως επισημανθεί (Πρβλ. το δοκίμιο της A. Giugliano, Heinrich Rickert tra Philosophie des Lebens e Lebensphilosophie, στο Nietzsche – Rickert – Heidegger (ed altre allegorie filosofiche), Napoli 1999, σ. 209–233. Η συμβολή της Giugliano, δεδομένης της ακρίβειας στην ανάλυση των κειμένων του Rickert και της προσεκτικής εξέτασης της κριτικής βιβλιογραφίας, είναι πολύτιμη για την κατανόηση του υπό εξέταση ζητήματος, και επίσης σε αναφορά στον Heidegger.).

Το αποφασιστικό σημείο, γράφει ο ίδιος, βρίσκεται στη σχέση μεταξύ της ολότητας και των μερών, η οποία δεν ταυτίζεται με εκείνη που υφίσταται μεταξύ παραδείγματος και γένους, παρότι, δεδομένου ότι οι πολιτισμικές αξίες είναι πάντοτε καθολικές, και οι έννοιες γενικού περιεχομένου, δηλαδή τα ιστορικά αντικείμενα, μπορούν να θεωρηθούν ως παραδείγματα της γενικής έννοιας.

Η φιλοσοφία της ιστορίας δεν αφορά τότε την επιμέρους ιστορική έρευνα αλλά την παγκόσμια ιστορία. Δεν συμβαίνει όμως το ίδιο στην περίπτωση των γενικευτικών επιστημών, οι οποίες δεν έχουν ποτέ να κάνουν με την ολότητα του ιστορικού σύμπαντος. Αυτές οι επιστήμες αναζητούν νόμους για να καθορίσουν ό,τι ισχύει για όλα τα μέρη· τα οποία, ωστόσο, δεν είναι στοιχεία μιας ολότητας.¹⁰

Η φιλοσοφία της ιστορίας, εν ολίγοις, στρέφεται βεβαίως προς το «γενικό», αλλά μόνο στο μέτρο που θεωρεί το ιστορικό σύμπαν, και ακριβώς γι’ αυτό το αντικείμενό της παραμένει μια μοναδική ανάπτυξη, της οποίας τα στοιχεία είναι τα άτομα. Αν εξετάσει κανείς, για παράδειγμα, τη θερμότητα του ήλιου και τη γλώσσα, διαπιστώνει ότι δεν είναι «ιστορικές αρχές», με την έννοια ότι ακριβώς η άνευ όρων γενικότητά τους αφαιρεί από αυτές το ιστορικό ενδιαφέρον.¹¹

Το ιστορικό σύμπαν είναι λοιπόν η ιστορική ολότητα, συλληφθείσα με εξατομικευτικό τρόπο χάρη στις έννοιες της αξίας· μόνο αυτή η διαδικασία καθιστά δυνατή τη σύνδεση σε ενότητα των μερών του ιστορικού σύμπαντος, καθόσον αυτά είναι ατομικά. Η συστηματική θεμελίωση δεν είναι δυνατή μέσω της εμπειρίας, αλλά πρέπει, παρακάμπτοντας την πολλαπλότητα του ιστορικού υλικού, να αναστοχαστεί κανείς πάνω σε ό,τι ισχύει απολύτως, δηλαδή υπερατομικά. Μόνο οι υπεριστορικές αξίες καθιστούν δυνατή μια φιλοσοφία της ιστορίας, τα θεμέλια της οποίας συμπίπτουν με εκείνα μιας φιλοσοφίας νοούμενης ως επιστήμη των αξιών εν γένει. Η φιλοσοφία της ιστορίας είναι επομένως αντιθετική προς τις επιμέρους ιστορικές επιστήμες, στο μέτρο που επιδιώκει να προσφέρει μια παγκόσμια ιστορία, δηλαδή μια αναπαράσταση του ιστορικού σύμπαντος. Ως φιλοσοφία, η φιλοσοφία της ιστορίας δεν μπορεί να παραιτηθεί από τη συστηματοποίηση· αυτό όμως δεν συνεπάγεται ένα σύστημα γενικών εννοιών, αλλά μια συστηματική οριοθέτηση και άρθρωση του ιστορικού σύμπαντος. Στην οριοθέτηση περιλαμβάνεται ό,τι είναι ουσιώδες για την ατομικότητα που ανήκει στην ιστορική ολότητα.³

Είναι χαρακτηριστικό, παρατηρούμε, ότι η οριοθέτηση δεν συνιστά ένα «όριο», το οποίο θα συνίστατο μάλλον σε ένα έλλειμμα· κατά τη σύλληψη του Rickert, το έλλειμμα βρίσκεται ακριβώς στην «έλλειψη ορίου» (illimitatezza), δηλαδή στη σύλληψη της φιλοσοφίας ως γενικευτικής επιστήμης. «Οριοθέτηση» σημαίνει αντίθετα «έκταση», με την έννοια ότι η φιλοσοφία, ακριβώς επειδή δεν είναι γενικευτική, αρθρώνει συστηματικά την ατομικότητα μέσα στην ιστορική ολότητα. Το σύστημα, επομένως, «αρθρώνει» και συνδέει τις ατομικότητες με ομοιογενή τρόπο, χωρίς να τις υπάγει σε ένα γένος. Έτσι πρέπει να νοηθεί και η σχέση μεταξύ του χρονικού και του άχρονου.

Σε συμφωνία με τον Dilthey, ο Rickert θεωρεί ότι η ιδέα μιας «παγκόσμιας ιστορίας» αναδύθηκε με τον Χριστιανισμό, ενώ στους Έλληνες κυριαρχούσε ο αιώνιος ρυθμός του γίγνεσθαι.⁴ Η παγκόσμια ιστορία εκτυλίσσεται στον χρόνο, αλλά, όπως γνωρίζουμε, βρίσκεται σε σχέση και σύνδεση με την «ολότητα» του χρόνου, δηλαδή με την αιωνιότητα. Η ιδέα ότι τα ιστορικά γεγονότα είναι απλώς φαινόμενα δεν είναι κατάλληλη για την ιστορική έρευνα· έτσι, η ιδέα μιας αιώνιας και μεταφυσικής πραγματικότητας φαίνεται να αποτελεί το αναγκαίο και αναπόφευκτο θεμέλιο του ιστορικού γεγονότος ως ιστορικού· το χρονικό στοιχείο πρέπει λοιπόν να είναι εξίσου πραγματικό όσο και η άχρονη πραγματικότητα· αλλά πώς είναι δυνατή η σύνδεση των δύο;

Ακριβώς επ’ αυτού του ζητήματος, όπως έχουμε υπαινιχθεί, ο Heidegger πραγματεύεται την αναλογία, δηλαδή σε ένα πλαίσιο περισσότερο ρικερτιανό παρά σκωτιστικό. Στον Rickert, ωστόσο, απαντά ένα σκεπτικό που κατά κάποιον τρόπο προαναγγέλλει ακόμη και τις θέσεις του Heidegger του Sein und Zeit. Ο φιλόσοφος του Ντάντσιχ διερωτάται πράγματι αν το υπερβατικό (και αιώνιο) Είναι πρέπει κατ’ ανάγκην να νοηθεί ως άχρονο. Ίσως αυτή να είναι η αυθεντική «σύνδεση» ανάμεσα σε ό,τι είναι εν χρόνω και σε ό,τι είναι αιώνιο. Για να βρούμε, όπως υποστηρίζει, ένα αντικειμενικό νόημα στην ιστορική και χρονική πορεία, έχουμε ανάγκη από το άχρονο· μόλις όμως θέσουμε το άχρονο, αναιρούμε κάθε νόημα της ιστορίας. Μπορούμε να αναγνωρίσουμε στις άχρονες αξίες και στη σχέση τους με τη χρονική πραγματικότητα τα προϋποθέσεις στις οποίες πρέπει να σταθούμε; Αν έπρεπε να απαντήσουμε καταφατικά σε αυτό το ερώτημα, τα καθήκοντα της φιλοσοφίας της ιστορίας θα διαμορφώνονταν με ενιαίο τρόπο.⁶

Ο Rickert φαίνεται λοιπόν να υποστηρίζει ότι, αν μπορούσε να νοηθεί η σχέση μεταξύ του χρονικού και του άχρονου κατά τρόπον ώστε το ίδιο το άχρονο να είναι χρονικό, τότε η σχέση θα αποκαλυπτόταν ως ταυτότητα. Και έτσι μπορεί να νοηθεί η Temporalität, δηλαδή η χρονικότητα του Είναι (και όχι του όντος), όπως χαράσσεται από τον Heidegger στο Sein und Zeit. Το 1916, ωστόσο, δεν φθάνει ακόμη τόσο μακριά, ώστε κινείται ακόμη σε ένα πλαίσιο που θα μπορούσαμε να ονομάσουμε, κάπως ασυνήθιστα, «ρικερτιανό-σκωτικό», όπου η έμφαση πέφτει περισσότερο στον δεύτερο όρο παρά στον πρώτο· και πράγματι, υπό αυτή την έννοια, ο Heidegger, σε συμφωνία με την καθολικο-σχολαστική του παιδεία, θεωρεί ότι η αναλογία είναι εκείνη που θεμελιώνει τη σύνδεση μεταξύ της haecceitas (αυτο-αυτότητα», «αυτό-εδώ-είναι» (haec = αυτό)), του χρόνου και του αιώνιου, δηλαδή που καθιστά ομογενές ό,τι είναι καθ’ εαυτό ετερογενές.

Η αρίθμηση μεμονωμένων και ατομικών στοιχείων είναι συνεπώς δυνατή μόνο αν τεθεί ένα ομογενές μέσον, «μέσω μιας προβολής στην οποία διατηρείται ακόμη μόνον η καθολική προσδιοριστικότητα του “είναι-δέντρο”». Μια τέτοια προβολή σε ένα ομογενές μέσον σημαίνει λοιπόν: τα αντικείμενα θεωρούνται υπό ένα ορισμένο respectus (Hinsicht) και μόνον υπό αυτόν (M. Heidegger, Die Kategorien- und Bedeutungslehre des Duns Scotus, όπ.π., σ. 197.). Το πρόβλημα που θέτει και συζητεί ο Rickert είναι εδώ υπαινικτικό· η «καθολική προσδιοριστικότητα» δεν μπορεί να σημαίνει την υπαγωγή του μερικού σε ένα γένος· διότι, αν ίσχυε αυτό, δεν θα μπορούσαμε να θεμελιώσουμε την ατομικότητα· και αν αποκλειστεί η υπαγωγή σε ένα γένος, αποκλείεται επίσης και η σχέση της μονοσημίας· επομένως πρέπει να προσφύγουμε στην αναλογία. Υπαινίσσεται όμως και το σκωτικό πρόβλημα· το άτομο, όπως είδαμε, είναι τέτοιο εντός της ίδιας κατηγορηματικής συντονίας, στην οποία όμως ισχύει η μονοσημία· και γι’ αυτό ο Λεπτός Διδάσκαλος θεωρεί ότι η ατομικότητα προκύπτει από μια προσθήκη, δηλαδή από μια αρχή που είναι εξωτερική προς την quidditas (το ουσιώδες περιεχόμενο ενός όντος), χωρίς ωστόσο να την αλλοιώνει.

Ο Heidegger, όπως παρατηρήθηκε, εντάσσει τη σύντομη πραγματεία περί της αναλογίας στο πλαίσιο του προβλήματος που αφορά τις ατομικότητες. Δύο ατομικές οντότητες δεν μπορούν να ειπωθούν «δύο», αν δεν υπήρχε ένα ομογενές μέσον και μια «καθολική προσδιοριστικότητα» (η οποία, σύμφωνα με την αυθεντική σκωτιστική διδασκαλία, θα έπρεπε να ονομάζεται μάλλον «κοινή φύση»). Ο Γερμανός φιλόσοφος γράφει ότι «μια τέτοια προβολή σε ένα ομογενές μέσον σημαίνει: τα αντικείμενα προσδιορίζονται υπό ένα ορισμένο βλέμμα και μόνον υπό αυτό»·² και μπορούμε πράγματι να κατανοήσουμε και να αποδώσουμε το Hinsicht ως respectus, δηλαδή με τον σχολαστικό όρο που δηλώνει τη σχέση της αναλογίας ad unum.

Ο Heidegger, αναμφίβολα, κατανοεί την αναλογία ως «κυρίαρχη» τόσο σε σχέση με τη σχέση που τίθεται μεταξύ της ουσίας (substantia) και των άλλων κατηγοριών, όσο και ως εκείνη που αφορά τη σχέση μεταξύ του αισθητού και του υπεραισθητού κόσμου. Οι δύο αυτές περιοχές συνδέονται, καθόσον και στις δύο ισχύει μια τάξη, αλλά είναι επίσης διακριτές, ιδίως αν ληφθούν υπόψη τα σκωτικά κείμενα στα οποία παραπέμπει ο Γερμανός φιλόσοφος· σε αυτά, πράγματι, δεν υπάρχει καμία αναφορά στη σχέση μεταξύ του αισθητού και του υπεραισθητού κόσμου· παρ’ όλα αυτά, ακριβώς από εδώ ξεκινά ο Heidegger. «Μπορεί να υποδειχθεί το κύριο χαρακτηριστικό αυτής της τάξης [scil. μεταξύ του αισθητού και του υπεραισθητού κόσμου]: κυριαρχείται από την αναλογία». Και εδώ, σε υποσημείωση, η κειμενική παραπομπή αφορά την quaestio quarta super Praedicamenta: «Illa ratio a qua imponitur ens non est aequivoca in diversis sicut est ens». Και επιπλέον (ibid.): «Apud Metaphysicum vel naturalem, qui non considerant vocem in significando sed ea quae significantur secundum id quod sunt, [vox entis] est analoga» (Για τον μεταφυσικό ή τον φυσικό φιλόσοφο, οι οποίοι δεν εξετάζουν τη λέξη ως προς το σημαίνειν, αλλά εκείνα που σημαίνονται σύμφωνα με αυτό που είναι, [η λέξη “ον”] είναι αναλογική). Εκείνο που, επομένως, ενδιαφέρει κατεξοχήν τον Heidegger να θεμελιώσει, σε συμφωνία με τη σκωτική σύλληψη, είναι ότι το πεδίο του σημαίνειν είναι διακριτό και ανεξάρτητο από το πεδίο του είναι και ότι ό,τι ισχύει για το ένα δεν ισχύει για το άλλο· ή, αν προτιμά κανείς, ότι το «ισχύειν» ανήκει στο ένα και όχι στο άλλο.

Ο τρόπος με τον οποίο ο Γερμανός φιλόσοφος μνημονεύει τους διάφορους τύπους αναλογίας, αντλώντας τους και πάλι από την quaestio quarta super Praedicamenta (η τέταρτη ερώτηση/διερεύνηση πάνω στις Κατηγορίες (του Αριστοτέλη)), είναι αρκετά συνοπτικός και απλουστευτικός· πράγματι, ανακαλεί μόνο την αναλογία που αφορά τους όρους «αρχή» και «αιτία», καθώς και την αναλογία per similitudinem (κατά ομοιότητα) ή per translationem (κατά μεταφορά). Αυτό δεν σημαίνει ότι η έκθεση είναι «επιφανειακή» ή ότι παραποιεί το νόημα της σκωτικής σύλληψης, αλλά μόνο ότι το ενδιαφέρον συγκεντρώνεται σε εκείνο που ο ίδιος ο Λεπτός Διδάσκαλος, όπως γνωρίζουμε, προτίθεται να αποδείξει, δηλαδή —ας ειπωθεί και πάλι— ότι η αναλογία ισχύει στον κόσμο της πραγματικότητας και όχι σε εκείνον του σημαινομένου.[ΣΑΝ ΤΙ; ΣΑΝ ΤΑΥΤΙΣΗ Ή ΑΝΑΒΑΠΤΙΣΗ ΤΟΥ ΣΗΜΑΙΝΟΜΕΝΟΥ ΣΤΟ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟ;] Πράγματι, ο Heidegger γράφει: «Μόνο που καμία από αυτές τις μορφές αναλογίας δεν ανήκει στην κατηγορική δομή της πραγματικής πραγματικότητας. Η αναλογία από την οποία κυριαρχείται ο κόσμος της πραγματικότητας είναι η analogia per attributionem» (αναλογία κατ’ απόδοση). Τώρα, το κείμενο αναφοράς, από το οποίο προέρχεται η κατά λέξη αυτή παράθεση, είναι και πάλι η quaestio quarta super Praedicamenta, όπου δεν εμφανίζεται η έκφραση analogia per attributionem και όπου, όπως πρέπει να επαναληφθεί, δεν γίνεται λόγος για τη σχέση μεταξύ του αισθητού και του υπεραισθητού κόσμου. Ωστόσο, ο Heidegger «συγκεράζει» τις δύο αυτές όψεις, και η analogia per attributionem μπορεί να επικληθεί, αν ληφθούν υπόψη και τα άλλα κείμενα που μνημονεύονται στην υποσημείωση, δηλαδή η quaestio septima στο πρώτο βιβλίο της Physica (μη γνήσιο έργο: ο συγγραφέας είναι πιθανότατα ο Marsilius von Inghen), η quaestio prima, Opus secundum, στο De interpretatione και η quaestio prima στη Metaphysica IV (αυτά τα έργα είναι γνήσια).

Είναι σημαντικό το γεγονός ότι τόσο στο νόθο κείμενο όσο και στα γνήσια περιέχεται η θέση που υιοθετεί και ο ίδιος ο Heidegger, δηλαδή ότι η αναλογία της απόδοσης (analogia attributionis) ισχύει στην πραγματικότητα και όχι στο πεδίο του σημαίνειν, όπου κυριαρχεί αντιθέτως η impositio voluntaria, δηλαδή το ad placitum.

Το θέμα της αναλογίας επανέρχεται στο δεύτερο μέρος της Habilitationsschrift, όταν τίθεται το ζήτημα του «οριστικού καθορισμού της έννοιας που αφορά τη διδασκαλία του σημαίνειν και της οριοθέτησής της έναντι της λογικής», με σκοπό να «συζητηθεί ένας άλλος δυνατός τρόπος θεώρησης του πεδίου του σημαίνειν». Τώρα, η σχέση που τίθεται μεταξύ των σημασιών και των λέξεων «προσκρούει στα φαινόμενα της μονοσημίας, της ομωνυμίας και της αναλογίας».⁵ Στη συνέχεια λέγεται ότι, ως προς το νόημα, η μονοσημία, η ομωνυμία και η αναλογία διαφοροποιούνται λιγότερο απ’ ό,τι ως προς τη λέξη. Μόνο στη λέξη υπάρχει πλήρης μονοσημία, δηλαδή ταυτότητα μεταξύ λέξης, σημασίας και θέσεως περιεχομένου. Η μονοσημία με την κυριολεκτική έννοια δεν αφορά πρωτίστως το νόημα, αλλά το νόημα και την έννοια καθόσον χρησιμοποιούνται κατηγορηματικά· πράγματι, πρωτίστως στην πρόταση (assertio) αποκτά ισχύ η κατεύθυνση της πλήρωσης. Σε αυτό ακριβώς το σημείο παρατίθεται η quaestio 1 (και όχι η 6) στις Κατηγορίες. Είναι παράδοξο ότι εδώ ο Heidegger συγχέει την έκτη με την πρώτη quaestio, τόσο μάλλον που το παρατιθέμενο χωρίο βρίσκεται στην ίδια σελίδα όπου περιλαμβάνεται και το άλλο, προερχόμενο από την ίδια quaestio που μνημονεύεται στην αρχή του τρίτου κεφαλαίου του πρώτου μέρους, όταν αναδεικνύεται η διαφορά μεταξύ των λογικών δομών και της γλωσσικής τους έκφρασης. Ο Heidegger, λοιπόν, τονίζει ότι, σύμφωνα με τον Duns Scotus, οι πρώτες είναι κάτι το προγενέστερο και ότι δεν έχουν ανάγκη τη γλώσσα για τη σύστασή τους και την ισχύ τους· είναι, έτσι, εκείνο που φέρει την αντικειμενική αξία, δηλαδή το έγκυρο περιεχόμενο (Gehalt), το significatum (το σημαινόμενο).

Συνεχίζεται

ΙΣΩΣ ΔΕΝ ΓΙΝΕΤΑΙ ΚΑΤΑΝΟΗΤΟ ΑΚΟΜΗ ΟΤΙ Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΣΑΝ NUOVA SCIENZA ΤΟΥ VICO, ΣΑΝ ΕΝΑΣ ΝΕΟΣ ΥΠΟΔΟΧΕΑΣ ΑΝΤΙΚΑΤΕΣΤΗΣΕ ΤΗΝ ΦΥΣΗ ΚΑΙ ΤΗΝ ΕΜΠΕΙΡΙΑ ΜΕ ΤΟ ΒΙΩΜΑ ΚΑΙ ΤΗΝ ΠΡΩΤΟΤΥΠΙΑ. Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΥΠΑΚΟΥΟΝΤΑΣ ΣΤΟ ΚΙΝΗΤΟ ΑΚΙΝΗΤΟ ΤΗΣ ΥΠΕΡΗΦΑΝΕΙΑΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΕΠΑΡΣΗΣ ΑΝΤΙΚΑΤΕΣΤΗΣΕ ΤΟΝ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟ ΜΕ ΤΗΝ ΜΑΧΗ ΓΙΑ ΤΟ ΠΡΩΤΕΙΟ ΤΟΥ ΑΝΤΙΠΡΟΣΩΠΟΥ ΤΟΥ ΠΝΕΥΜΑΤΟΣ ΤΗΣ ΕΠΟΧΗΣ. ΑΠΑΡΑΙΤΗΤΗ ΠΡΟΥΠΟΘΕΣΗ Η ΚΕΝΩΣΗ ΤΗΣ ΘΕΟΤΗΤΟΣ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ. ΤΟ CV TOY ΚΑΘΕΝΟΣ ΑΠΑΡΑΙΤΗΤΟ ΣΤΗΝ ΑΝΑΡΡΙΧΗΣΗ ΣΤΑ ΠΟΣΤΑ ΤΗΣ ΕΞΟΥΣΙΑΣ ΚΑΘΟΡΙΣΕ ΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΣΩΤΗΡΙΑ ΟΠΩΣ ΑΚΡΙΒΩΣ ΤΗΝ ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΕ ΤΟ ΥΠΟΚΕΙΜΕΝΟ ΤΟΥ ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟΥ. 

ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΤΗΣ ΕΝΝΟΙΑΣ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ ΤΟΥ ΙΕΡΟΥ ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟΥ F.M. SCIACCA

ΑΝΤΙΚΑΘΙΣΤΩΝΤΑΣ ΤΗΝ ΠΡΟΝΟΙΑ , ΤΟ ΘΕΛΗΜΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΚΑΙ ΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΣΩΤΗΡΙΑΣ  ΤΟΝ ΑΓΙΑΣΜΟ ΤΗΣ ΟΜΟΛΟΓΙΑΣ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ ΣΑΝ ΘΕΟΥ ΚΑΙ ΣΩΤΗΡΟΣ.

[.. Είναι άραγε η δόξα απλά και μόνο η νοστιμότερη τροφή του εγωισμού μας; Κι όμως! Ο πόθος της δόξας ήταν αναπό­σπαστο κομμάτι των πιο σπάνιων ανθρώπων, κα­θώς και των πιο σπάνιων στιγμών τους. Ειν’ οι στιγμές των ξαφνικών εκλάμψεων, όταν ο άνθρωπος απλώνει το χέρι του με μία αγέρωχη κί­νηση, σαν να πρόσταζε τη δημιουργία ενός κό­σμου, αντλώντας κ’ εκπέμποντας φως από μέ­σα του. ΝΙΤΣΕ]

Η ΕΣΧΑΤΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΖΗΖΙΟΥΛΑ ΤΑ ΣΚΟΥΠΙΔΙΑ ΤΗΣ ΑΝΘΡΩΠΟΤΗΤΟΣ ΤΑ ΟΠΟΙΑ ΘΑ ΔΙΕΚΔΙΚΗΣΟΥΝ ΤΗΝ ΕΙΣΟΔΟ ΤΟΥΣ ΣΤΗΝ ΒΑΣΙΛΕΙΑ. Ο ΕΚΣΥΓΧΡΟΝΙΣΜΟΣ ΤΩΝ ΠΕΠΤΩΚΟΤΩΝ ΤΑΓΜΑΤΩΝ ΤΟΥ ΕΩΣΦΟΡΟΥ. ΔΙΑΛΕΓΟΥΜΕ ΑΓΑΠΗΤΟΙ ΜΟΥ ΣΥΜΠΟΛΙΤΕΣ.

Τετάρτη 24 Δεκεμβρίου 2025

Άτομο, ιστορικότητα, αναλογία στη Habilitationsschrift (διατριβή επί υφηγεσία) του Martin Heidegger 1


Άτομο, ιστορικότητα, αναλογία στη Habilitationsschrift (διατριβή επί υφηγεσία) του Martin Heidegger 1

Του ANTONELLO D'ANGELO στο «archivio di filosofia», lxxxiv 3, 2016

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Το παρόν άρθρο σκοπεύει να προσφέρει ένα σχολιασμό των χωρίων που ο Heidegger, στη διατριβή του, αφιερώνει στο πρόβλημα της αναλογίας. Τονίζω ότι η σκέψη του Γερμανού φιλοσόφου εξαρτάται αυστηρά από εκείνη του John Duns Scotus, αλλά δείχνω επίσης ότι ο Heidegger ερμηνεύει τα σκοτιανά κείμενα σύμφωνα με τη σύγχρονη φιλοσοφία, και ιδίως με εκείνη των Heinrich Rickert, Edmund Husserl και Emil Lask.

ΛΕΞΕΙΣ-ΚΛΕΙΔΙΑ: Heidegger, Duns Scotus, αναλογία, σύγχρονη φιλοσοφία.
Ι
Το πρόβλημα που αφορά την εξατομίκευση (individuazione) είναι παρόν σε σημαντικό βαθμό στον εννοιολογικό ιστό της Habilitationsschrift, παρότι δεν συζητείται με αναλυτικό τρόπο ούτε απολύτως ορθά ως προς τη φιλολογική του διάσταση. Πράγματι, δεν είναι πολλά τα κείμενα που μνημονεύει ο Heidegger (μερικά μάλιστα μη αυθεντικά), από τα οποία, με τη σειρά τους, δεν αποσπώνται πολλές προτάσεις. Πριν τα υπενθυμίσουμε, ας υποδείξουμε γενικά ποιες είναι οι καθοδηγητικές ιδέες που προσδιορίζουν τη διαδικασία του Heidegger. Καταρχάς, ο Γερμανός φιλόσοφος συνδέει το πρόβλημα της εξατομίκευσης με εκείνο που αφορά την ύπαρξη και τον χρόνο. Δεύτερον, από την εξατομίκευση περνά να εξετάσει το πρόβλημα της αναλογίας. Αν αυτή η προσέγγιση δεν είναι, όπως φαίνεται, ξένη προς τη σκοτιανή γραμματεία, προέρχεται αναμφίβολα από μια ορισμένη ερμηνευτική ελευθερία.

Όσον αφορά, λοιπόν, το πρόβλημα που αφορά τη σχέση μεταξύ εξατομίκευσης, ύπαρξης και χρόνου, παρατηρούμε καταρχάς ότι ο Heidegger αρχίζει την έρευνα εξετάζοντας ορισμένες προτάσεις που αντλούνται από την quaestio 4 των Analytica Posteriora II (μη αυθεντικό κείμενο):
«Intelligendum est... quod esse existere non consequitur essentiam primo, sed primo consequitur individuum. Individuum enim per se et primo existit, essentia non nisi per accidens.»

Τώρα, το ότι η ατομικότητα και η ύπαρξη συνδέονται στενά και ότι, συνεπώς, το άτομο υπάρχει, είναι αναμφισβήτητο· γνωρίζουμε, ωστόσο, ότι δεν είναι η ύπαρξη η αρχή της εξατομίκευσης. Ο Duns Scotus το αποδεικνύει κυρίως στην quaestio 3 του Ordinatio II, d. 3, pars 1· και το κύριο επιχείρημα συνίσταται στο γεγονός ότι, σε μια κατηγορηματική συνάρθρωση, για παράδειγμα εκείνη της ουσίας, βρίσκονται όλα τα χαρακτηριστικά που είναι ενδογενή σε αυτή τη συνάρθρωση, δηλαδή ανεξάρτητα από οτιδήποτε δεν ανήκει στην ίδια τη συνάρθρωση. Στη συνάρθρωση της ουσίας βρίσκουμε, λοιπόν, το «έμψυχο ον» και, κατεβαίνοντας, τον «άνθρωπο» και ακόμη τον «Σωκράτη»· λοιπόν, ο Σωκράτης εξατομικεύεται πλήρως εντός της ουσιώδους συνάρθρωσης, ανεξάρτητα από το αν υπάρχει, καθόσον, όπως είχε δηλώσει ο Duns Scotus λίγο νωρίτερα, η ύπαρξη δεν έχει ίδιες διαφορές σε σχέση με την ουσία.¹

Όσον αφορά τη σχέση μεταξύ ύπαρξης και χρόνου, ας εξετάσουμε ορισμένα χωρία της quaestio 2 στα Metafisica V, 11. Τίθεται το ερώτημα: Utrum substantia sit primum omnium entium tempore (Κατά πόσον η ουσία είναι χρονικά πρώτη από όλα τα όντα.). Σύμφωνα με μία από τις απόψεις που μνημονεύει ο Duns Scotus, το χρονικό πρωτείο της ουσίας συνίσταται στο γεγονός ότι αυτή είναι χωριστή και ανεξάρτητη από τις άλλες κατηγορίες, ενώ εκείνες δεν είναι ούτε χωριστές ούτε ανεξάρτητες από αυτήν:
«Nullum accidens invenitur sine substantia, sed aliqua substantia invenitur sine accidente.» (Κανένα συμβεβηκός δεν βρίσκεται χωρίς ουσία, αλλά κάποια ουσία βρίσκεται χωρίς συμβεβηκός)


Αυτή η θέση, όπως θα δούμε, γίνεται εν μέρει δεκτή από τον Duns Scotus, αν και φαίνεται ότι της απευθύνει μια αναμφίβολα οξεία αντίρρηση. Η προτεραιότητα κατά τον χρόνο, γράφει, δεν μπορεί να νοηθεί ούτε σύμφωνα με τον αριθμό, δηλαδή σε σχέση με μια ατομική ουσία, ούτε σύμφωνα με το είδος σε σχέση με τα ίδια (propri) συμβεβηκότα. Πράγματι, η ουσία δεν είναι προγενέστερη της ίδιας της πάθησής της, δηλαδή μιας ιδιότητας που της ανήκει καθόσον είναι ουσία, δεδομένου ότι σε μια απόδειξη συμπεραίνεται πως η πάθηση ανήκει καθ’ εαυτήν σε ένα υποκείμενο. Η πάθηση, επομένως, δεν μπορεί παρά να ενυπάρχει. Το είναι-ουσία, φαίνεται λοιπόν να συνάγεται, δεν είναι τέτοιο επειδή η ίδια η ουσία έχει κάποιον ίδιο χαρακτήρα· το ότι μια προσβολή, δηλαδή ένα συμβεβηκός, είναι αχώριστη από αυτήν (ότι είναι de subiecto per se), σημαίνει πράγματι ότι η ίδια η ουσία δεν μπορεί να την αποχωρίσει από τον εαυτό της· αν αυτό είναι αληθές, τότε ούτε η ουσία είναι χωριστή, ώστε η χρονική της προτεραιότητα να μη συνίσταται στη χωριστότητα. Με άλλα λόγια, η ουσία είναι τόσο λίγο χωριστή, ώστε κάθε συμβεβηκός να εμπεριέχει την έννοιά της· αν όμως έτσι έχουν τα πράγματα, τότε δεν έχει κανένα πρωτείο ή καμία προτεραιότητα· ή, αν θέλει κανείς, τόσο τα συμβεβηκότα εξαρτώνται από αυτήν όσο και αυτή εξαρτάται από εκείνα.

Ας εξετάσουμε, λοιπόν, τη λύση. Πρέπει να γίνει κατανοητό τι σημαίνει «είναι προγενέστερο στον χρόνο». Στην περίπτωση της ουσίας καθόσον είναι ουσία, δεν μπορεί να ληφθεί ο χρόνος όπως ορίζεται στο Δ΄ βιβλίο της Φυσικής, δηλαδή ως μέτρο της κίνησης που ανήκει στα φυσικά όντα. Ούτε μπορεί να ληφθεί ο χρόνος ως εκτεταμένη και διαδοχική διάρκεια, η οποία, άλλωστε, δεν καθορίζει την ουσία του πράγματος. Αν γινόταν δεκτό ότι η ουσία είναι προγενέστερη των συμβεβηκότων ως προς τη διάρκεια, αυτή η θέση θα αναιρούνταν από μόνη της, διότι η διάρκεια είναι ένα συμβεβηκός και, επομένως, προϋποτίθεται από κάτι που, αν είναι διάρκεια, γεννά μια άπειρη παλινδρόμηση· με άλλα λόγια, αν η ουσία προηγείται ως προς τη διάρκεια, υπάρχει κάτι που, εντός της διάρκειας, είναι προγενέστερο της ουσίας, ώστε να μη δίδεται καμία προτεραιότητα της ίδιας της ουσίας. Λέγεται, λοιπόν, ότι είναι προγενέστερο στον χρόνο εκείνο που μπορεί να υπάρχει χωρίς το άλλο, ενώ το άλλο δεν μπορεί να υπάρχει χωρίς εκείνο· και έτσι ακριβώς εκφράζεται ο Aristotele in littera. Αναμφίβολα, αυτό που είναι προγενέστερο υπάρχει ενεργεία, αλλά η προτεραιότητα στον χρόνο, έτσι νοούμενη, δεν είναι τίποτε άλλο παρά προτεραιότητα κατά φύσιν.

Όσον αφορά, λοιπόν, τη σχέση μεταξύ ατομικότητας και ύπαρξης στον χρόνο, πρέπει να συναχθεί ότι η ατομική ουσία δεν είναι εντός του χρόνου νοούμενου ως διαδοχής· ούτε η ύπαρξη είναι κάτι «διαρκές» ή χρονικό, εφόσον, επαναλαμβάνεται, ο χρόνος νοείται ως διαδοχή. Το άτομο, δηλώνει ακόμη ο Duns Scotus, μπορεί να υπάρχει ανεξάρτητα από κάθε τυχαίο συμβεβηκός και διακρίνεται από ένα άλλο άτομο, διότι διαφέρει η ειδική τους φύση, την οποία ωστόσο έχουν από κοινού· η διάκριση είναι, επομένως, κατ’ ουσίαν (per essentiam) και όχι καθ’ ύπαρξιν (per existentiam), αν και η ατομική διαφορά προστίθεται στην ίδια την essentia· παραμένει, ωστόσο, σταθερό το γεγονός ότι η διάκριση δεν προκαλείται από τα τυχαία συμβεβηκότα.

Ας επιστρέψουμε τώρα στον Heidegger. Έχουμε παρατηρήσει ότι δεν προέρχονται όλες οι προτάσεις που παραθέτει σχετικά με την αρχή της εξατομίκευσης από αυθεντικά κείμενα. Η μόνη αυθεντική είναι η ord. II, d. 3, pars 1, q. 4, n. 76. Έχουμε ήδη αναφέρει εκείνη της quaestio 4 ad an. post. II. Παράδοξη, όπως έχω επισημάνει αλλού, είναι εκείνη που δηλώνεται ως προερχόμενη από in V metaph., q. 10, n. 76, αλλά που στην πραγματικότητα ανήκει στην Expositio του Antonio Andrea, Summa II, cap. 10, όπου πράγματι αυτό που τραβά την προσοχή είναι η στενή σύνδεση που τίθεται μεταξύ ατόμου, ύπαρξης και χρόνου. Εξίσου μη αυθεντικές είναι οι quaestiones de rerum principio (ερωτήματα περί της αρχής των όντων )που μνημονεύει ο Γερμανός φιλόσοφος.

Τώρα, πέρα από το γεγονός ότι ο Heidegger διαβάζει τα έργα του Doctor Subtilis στην έκδοση Vivès, η οποία δεν διακρίνει μεταξύ αυθεντικών και απόκρυφων συγγραμμάτων, και πέρα ακόμη από τη χρήση που κάνει του Lexicon του Mariano Fernández García, πρέπει να υπογραμμιστεί ότι χρησιμοποιεί τον ίδιο του τον εαυτό ως οδηγό για την κατανόηση ολόκληρου του προβλήματος που αφορά την ατομικότητα. Απόδειξη αυτού αποτελεί η αυτοπαραπομπή στο έργο Der Zeitbegriff in der Geschichtswissenschaft (Η έννοια του χρόνου στην επιστήμη της ιστορίας) (M. HEIDEGGER, Die Kategorien- und Bedeutungslehre des Duns Scotus, όπ.π., σ. 195, σημ. 54.

* Όπ.π. Πρβλ. το δικό μου Heidegger e Mariano Fernández Garcia, «La Cultura», 3 (2015), σσ. 419–425. Δημοσιευμένο στο «Zeitschrift für Philosophie und philosophische Kritik», 161 (1916). Τώρα στο Frühe Schriften, σσ. 357–375. Πολύ ενδιαφέρον είναι το εκτενές δοκίμιο του C. DOLCINI, Heidegger, il tempo, il Medioevo, που συνοδεύει την επανέκδοση της ιταλικής μετάφρασης, Modena 2000, του κειμένου του Heidegger. Όσον αφορά γενικά το ζήτημα του ιστορισμού, είναι σημαντικό το βιβλίο του J. A. BARASH, Heidegger und der Historismus. Sinn der Geschichte und Geschichtlichkeit des Seins, από τα αμερικανικά σε μετάφραση του K. Spranzel, Würzburg 1999.).

Παραλείπω τη συζήτηση που διεξάγεται σχετικά με την έννοια του χρόνου στη φυσική και έρχομαι στο σημείο που μας ενδιαφέρει περισσότερο. «Η έννοια “λιμός στη Fulda το έτος 750” δηλώνει ένα πλήρως προσδιορισμένο ατομικό γεγονός και είναι, επομένως, μια ιστορική έννοια». Μια τέτοια έννοια, όπως είναι προφανές, δεν φαίνεται να αφορά τον χρόνο στη σύνδεσή του με την κίνηση και με τα φυσικά όντα, ούτε αν νοηθεί ως διαδοχή ή διάρκεια, αλλά μάλλον το Augenblick (η στιγμή) και την ατομικότητα. Με τι ασχολείται, λοιπόν, η ιστορική επιστήμη; Ο ίδιος ο Heidegger δηλώνει, για να το αρνηθεί αμέσως, ότι ο προσδιορισμός του χρόνου στην επιστήμη της ιστορίας είναι «die historische Chronologie». Θα πρέπει, επομένως, να καθοριστεί εκείνη η μοναδική όψη της «χρονολογίας» που μπορεί να ληφθεί «ως ουσιώδης στιγμή για την ιστορική έννοια του χρόνου».

Πρέπει τότε να διερωτηθούμε σχετικά με τον σκοπό της ιστορικής επιστήμης και να λάβουμε υπόψη το γεγονός ότι αυτή έχει ως αντικείμενο (Gegenstand) τον άνθρωπο, νοούμενο όχι ως βιολογικό αντικείμενο (Objekt), αλλά καθόσον η ιδέα του πολιτισμού πραγματώνεται μέσω των σωματικο-πνευματικών του επιδόσεων. Αυτή η δημιουργία πολιτισμού εκτυλίσσεται στον χρόνο· ωστόσο, το ενδιαφέρον του ιστορικού δεν συνίσταται στην εξέταση της χρονικής «ροής», αλλά μάλλον στο «das historisch Wirksame», «εκείνο που, από ιστορική άποψη, δρα ή είναι αποτελεσματικό». Και παρατίθεται μια σκέψη του Eduard Meyer: «Η επιλογή βασίζεται στο ιστορικό ενδιαφέρον που έχει η παρούσα εποχή για κάποιο αποτέλεσμα, για το αποτέλεσμα της εξέλιξης». Και είναι προφανώς η παρούσα εποχή (Gegenwart) εκείνη στην οποία συγκεντρώνεται και το ενδιαφέρον του Heidegger, με την έννοια ότι κάθε εξέλιξη πρέπει να αναπαρίσταται στη μοναδικότητα και την ανεπανάληπτότητά της.

Ανακύπτει, όμως, το πρόβλημα που αφορά τη σχέση μεταξύ του ιστορικού αντικειμένου και του χρόνου, δεδομένου ότι το αντικείμενο, καθόσον είναι ιστορικό, ανήκει πάντοτε στο παρελθόν και ότι μεταξύ αυτού και της ιστορικής θεώρησης παρεμβάλλεται μια χρονική απόσταση. Το παρελθόν έχει νόημα μόνο εφόσον ιδωθεί με βάση ένα παρόν. Το ιστορικό νόημα συνίσταται, τότε, στην κατανόηση της ποιοτικής ετερότητας που προσδιορίζει το αντικείμενο, καθόσον είναι παρελθόν, με βάση το παρόν. Πρόκειται, δηλαδή, για τη γεφύρωση του χρονικού χάσματος (die zeitliche Kluft) που τίθεται μεταξύ της ιστορικής θεώρησης (της δυνατότητας εκ των προτέρων κατανόησης στο παρόν) και του αντικειμένου, δηλαδή για την απόκτηση, πέρα από το εν λόγω χάσμα, μιας εξοικείωσης του παρόντος με το παρελθόν. Η υπέρβαση του χρόνου ως παρόδου και ως παρελθόντος (υπέρβαση που αποτελεί τον ίδιο τον σκοπό της ιστορικής επιστήμης) είναι δυνατή μόνο εάν ο ίδιος ο χρόνος τεθεί κατά κάποιον τρόπο σε λειτουργία. Ποια σχέση υφίσταται μεταξύ των δύο «χρόνων»; Και ποια είναι η λειτουργία του χρόνου στην υπέρβαση του χρόνου (Zeitüberwindung) (Το ότι πρόκειται για δύο χρόνους επισημαίνεται από τον BARASH, op. cit., σ. 109, ο οποίος όμως δεν φαίνεται να αντιλαμβάνεται την αντίφαση που μπορεί να προκαλέσει μια τέτοια θέση. Γράφει, για παράδειγμα (loc. cit.): «Die Geschichte muß beständig aus der Perspektive eines zeitlosen, systematischen Moments, der in der Zeit aktualisiert ist, betrachtet werden» (πλάγια δικά μου). Πώς, όμως, μπορεί κάτι που είναι άχρονο να επικαιροποιείται μέσα στον χρόνο, είναι ίσως το ίδιο το πρόβλημα που αφορά την Temporalität des Seins, στην οποία θα γίνει αναφορά παρακάτω· έννοια που, αν δεν είναι αντιφατική, είναι αναμφίβολα εκείνη της οποίας η διερεύνηση είχε ως αποτέλεσμα το Sein und Zeit να παραμείνει ένα ανολοκλήρωτο έργο.).

Για τον σκοπό αυτό πρέπει να καθοριστούν ορισμένες έννοιες της ιστορικής μεθόδου. Πρώτον, να προσδιοριστεί η πραγματικότητα (Tatsächlichkeit) των περιστάσεων και η αυθεντικότητα των πηγών. Για να χρησιμοποιηθεί επιστημονικά μια πηγή, πρέπει να καθοριστεί ο χρόνος κατά τον οποίο εμφανίστηκε· η αξία της εξαρτάται, επομένως, από τη χρονική απόσταση σε σχέση με το γεγονός που μαρτυρεί. Πρόκειται, συνεπώς, και πάλι για τη γεφύρωση του χάσματος μεταξύ του «τώρα» και του παρελθόντος χρόνου. Για τον καθορισμό των εννοιών της ιστορικής μεθόδου πρέπει, δεύτερον, να αναδειχθεί η συνάφεια μεταξύ των δεδομένων των γεγονότων που είχαν προηγουμένως προσδιοριστεί στη μοναδικότητά τους. Αυτή η συνάφεια πρέπει να καθοριστεί μεταξύ ιστορικών χρόνων που διακρίνονται ποιοτικά. Αν όμως έτσι έχουν τα πράγματα, τότε η συνάφεια δεν μπορεί να είναι συνάφεια με την έννοια ότι φαίνεται αδύνατο να τεθεί συνάφεια μεταξύ ποιοτικά διαφορετικών μοναδικοτήτων. Όπως εκφράζεται ο Heidegger: «Η έννοια του χρόνου στην επιστήμη της ιστορίας δεν έχει καθόλου τον ομογενή χαρακτήρα που έχει η έννοια του χρόνου στις φυσικές επιστήμες». Αυτό σημαίνει ότι τα ιστορικά γεγονότα, παρότι διαδέχονται το ένα το άλλο, δεν συγκροτούν μια ποσοτική σειρά αλλά μια σύνδεση ποιοτήτων. Πρόκειται για την ανεύρεση ποιοτικά προσδιορισμένων «τόπων», σαν η «αρίθμηση» των γεγονότων και η θέση τους στη σειρά να μην συγκροτεί μια αριθμητική σειρά (Ότι, ωστόσο, η ιστορική επιστήμη έχει να κάνει και με γεγονότα ποσοτικά αριθμήσιμα και ότι αυτό συνιστά μια δυσκολία, επισημαίνεται εύστοχα από τον Dolcini στη συμβολή που παρατίθεται ανωτέρω στη σημείωση 2 της σ. 211.).

Είναι προφανές ότι μια τέτοια σύλληψη παραπέμπει, λίγο-πολύ άμεσα, στη σκοτιανή σύλληψη που αφορά την αρχή της εξατομίκευσης. Τα άτομα, δηλαδή, είναι αναμφίβολα πολλά και αριθμητικά διακριτά, αλλά το καθένα είναι «ένα» και δεν εξατομικεύεται χάρη στην ποσότητα. Πώς είναι, λοιπόν, δυνατόν να «μετρηθούν»;

Ο Heidegger δεν απαντά στο ερώτημα, αλλά η ανάγκη να τεθεί μια συνάφεια μεταξύ των μεμονωμένων και ποιοτικά προσδιορισμένων ιστορικών γεγονότων, δηλαδή να καταστεί ομογενές εκείνο που καθαυτό είναι ετερογενές, του επιτρέπει να περάσει από το πρόβλημα που αφορά την ατομικότητα και τον χρόνο σε εκείνο που αφορά την αναλογία. Και, τουλάχιστον στη Habilitationsschrift, ακριβώς η έννοια της αναλογίας φαίνεται να είναι εκείνη που επιτρέπει την επίλυση του προβλήματος. Για την ακρίβεια, το πέρασμα αυτό φαίνεται απότομο, αν όχι αδικαιολόγητο· δεν είναι όμως τέτοιο, εάν ληφθούν υπόψη οι σκέψεις που αναπτύχθηκαν στο άρθρο για την έννοια του χρόνου στην επιστήμη της ιστορίας.

Συνεχίζεται