Αλεξάντρ Ντούγκιν. Γιατί η Ουκρανία είναι ένα simulacrum και με ποιον πολεμά στην πραγματικότητα η Ρωσία; 1
Η επόμενη εκπομπή στο Ραδιόφωνο «Sputnik» σε λιγότερο από 30 λεπτά. Ακούτε το Ραδιόφωνο «Sputnik». «Η Κλιμάκωση του Αλεξάντρ Ντούγκιν».
— Το Ραδιόφωνο «Sputnik» είναι στον αέρα. Ονομάζομαι Αλεξέι Κρασίλνικοφ. Χαιρετώ όλους τους ακροατές μας, όλους τους θεατές μας.
Υπάρχουν εδώ και οι συνδρομητές μας. Max-κανάλι. Radio κάτω παύλα «Sputnik». Και στο Telegram μπορείτε ακόμη να παραμείνετε· μπορείτε να βρείτε εκεί πολλά ενδιαφέροντα πράγματα.
Βρισκόμαστε στην εκπομπή «Η Κλιμάκωση του Αλεξάντρ Ντούγκιν». Σας παρουσιάζω τον μόνιμο παρουσιαστή, τον φιλόσοφο Αλεξάντρ Ντούγκιν. Αλεξάντρ Γκέλιεβιτς, καλημέρα.
— Καλημέρα.
— Σας ευχαριστώ πάρα πολύ. Είναι πάντοτε εξαιρετικά ενδιαφέρον να σας ακούμε στην εκπομπή μας, να σας θέτουμε ορισμένα ερωτήματα και να ακούμε την άποψή σας, όπως λέμε, από πρώτο χέρι.
Σήμερα είχαμε σχεδιάσει να ξεκινήσουμε με τα λόγια του Βλαντίμιρ Πούτιν, με μια παρατήρησή του, με ένα σύνολο θέσεων που διατύπωσε κατά τη συνάντησή του με ναύτες του Πολεμικού Ναυτικού στην Αγία Πετρούπολη.
Και, κατ’ αρχήν, πιθανότατα ο Βλαντίμιρ Πούτιν δεν αποκάλυψε κάτι καινούργιο. Δεν άνοιξε, ας πούμε, τα μάτια κανενός, δεν ανακάλυψε κάτι νέο ή κάτι πραγματικά ρηξικέλευθο. Υπενθύμισε όμως για ακόμη μία φορά ότι, σε ορισμένες περιπτώσεις —και μάλιστα αρκετά συχνές—, η συμπεριφορά των δυτικών χωρών, οι οποίες με τις ενέργειές τους παραμερίζουν, απομακρύνουν, θα λέγαμε, κρύβουν σε δεύτερο, τρίτο ή δέκατο πέμπτο πλάνο τον Καταστατικό Χάρτη του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών, επιχειρώντας να οδηγήσουν τον κόσμο προς κάποια δική τους τάξη πραγμάτων, προς το δικό τους όραμα, είναι, για να το πούμε ήπια, λανθασμένη.
Στην προκειμένη περίπτωση, ο Βλαντίμιρ Πούτιν παρομοίασε μια τέτοια συμπεριφορά με το να αφήσεις το τζίνι να βγει από το μπουκάλι: ύστερα, λέει, δεν μπορείς πλέον να το σταματήσεις.
Πρόκειται για μια θέση με πολλά επίπεδα. Και, γενικότερα, ειπώθηκαν πολλά στη συνάντηση με τους ναύτες. Σε τι θα στρέφατε εσείς την προσοχή; Πώς πρέπει να σχολιάσουμε ή, γενικότερα, να αντιληφθούμε όλα αυτά;
— Ξέρετε, εδώ υπάρχει, θα λέγαμε, μια διακηρυκτική πλευρά.
Συνίσταται στο ότι υπογραμμίζουμε την προσήλωσή μας στο σύστημα του ΟΗΕ, στο μοντέλο της Γιάλτας, το οποίο διαμορφώθηκε ως αποτέλεσμα του Μεγάλου Πατριωτικού Πολέμου και του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Και εμείς καθοδηγούμαστε από αυτό το μοντέλο.
Ο κόσμος της Γιάλτας, του οποίου η δομή ενσωματώθηκε στον Οργανισμό Ηνωμένων Εθνών, ήταν διπολικός.
Μέσα σε αυτόν υπήρχε ισοτιμία μόνο δύο πραγματικά κυρίαρχων δυνάμεων: των ΗΠΑ και της ΕΣΣΔ. Όλοι οι υπόλοιποι εντάσσονταν σε συνασπισμούς.
Άλλοι προσδένονταν στις ΗΠΑ, άλλοι στην ΕΣΣΔ. Και επάνω σε αυτή τη δυαδική διαίρεση της παγκόσμιας ισορροπίας δυνάμεων υπήρχε επιπλέον και το όχι ιδιαίτερα σημαντικό κίνημα αντιστάσεως, το Κίνημα των Αδεσμεύτων.
Ποιοι συμμετείχαν σε αυτό; Η Ινδία, η Γιουγκοσλαβία και ορισμένες ακόμη χώρες.
Ήταν πολυάριθμες, αλλά δεν διέθεταν ουσιαστική πολιτική θέση. Απλώς ελίσσονταν μεταξύ των δύο πόλων, πλησιάζοντας άλλοτε περισσότερο τις ΗΠΑ και τη Δύση και άλλοτε τη Σοβιετική Ένωση.
Και αυτό το μοντέλο του ΟΗΕ, για να είμαστε ειλικρινείς, βόλευε τότε και εμάς και την Αμερική.
Σήμερα ο πρόεδρός μας υπογραμμίζει ότι η αποδόμηση αυτού του μοντέλου, με την οποία ασχολείται η Δύση από τα τέλη της δεκαετίας του 1980, είναι εξαιρετικά επικίνδυνη.
Σε γενικές γραμμές, ξέρετε, πρόκειται για μια περιγραφή της καταστάσεως των τελευταίων σαράντα ετών. Όχι των τελευταίων ημερών, εβδομάδων ή ετών.
Εδώ και περίπου σαράντα χρόνια η Δύση ασχολείται με την αποδόμηση, με τη διάλυση αυτού ακριβώς του διπολικού μοντέλου.
Και εμείς, προς τεράστια δυστυχία μας, τη βοηθήσαμε σε αυτό.
Στα τέλη της δεκαετίας του 1980 διαλύσαμε το Σύμφωνο της Βαρσοβίας.
Διαλύσαμε μόνοι μας την ΕΣΣΔ — ακριβώς μόνοι μας, με τα ίδια μας τα χέρια.
Και ουσιαστικά συμφωνήσαμε με τον μονοπολικό κόσμο, με τη «μονοπολική στιγμή» που προέκυψε ως αποτέλεσμα της διαλύσεως της ΕΣΣΔ.
Δηλαδή, στην πραγματικότητα, παραδοθήκαμε. Υψώσαμε τη λευκή σημαία.
Και μολονότι εξακολουθούσαμε να ψελλίζουμε κάτι, πολύ ασαφές, για τον ΟΗΕ, για τον κόσμο της Γιάλτας, κανείς πλέον δεν το έπαιρνε στα σοβαρά.
Η Δύση άρχισε να αναδιαμορφώνει το παγκόσμιο μοντέλο σύμφωνα με το δικό της μονοπολικό σύστημα.
Σύμφωνα με μια «Λίγκα των Δημοκρατιών» ή με άλλους θεσμούς, με κάποιο «Φόρουμ των Δημοκρατιών».
Και, δυστυχώς, μέχρι την άνοδο του Βλαντίμιρ Βλαντίμιροβιτς Πούτιν στην εξουσία, συμμετείχαμε και εμείς σε αυτή τη διαδικασία.
Όχι ενεργά, αλλά στην πράξη αναγνωρίζαμε αυτό το τζίνι.
Δηλαδή εμείς οι ίδιοι —και αυτό είναι το πιο τρομακτικό, κατά τη γνώμη μου, κάτι που ακόμη δεν μπορούμε να παραδεχθούμε πλήρως, αλλά έτσι ακριβώς είναι— εμείς οι ίδιοι αφήσαμε αυτό το τζίνι να βγει από το μπουκάλι, όταν διαπράξαμε γεωπολιτική αυτοκτονία.
Διαπράττοντας αυτή τη γεωπολιτική αυτοκτονία, επιτρέψαμε σε αυτό το τζίνι —στο τζίνι της μονοπολικότητας, αν θέλετε— να βγει έξω.
Και, στην πραγματικότητα, από εκείνη ήδη τη στιγμή, πριν από σαράντα χρόνια —σχεδόν σαράντα, λίγο λιγότερο—, ο ΟΗΕ δεν υπάρχει πλέον ως πραγματικό σύστημα διεθνών σχέσεων.
Εμείς τον υπερασπιζόμαστε ως μια φαντασματική μάχη, ως κάτι μέσα στο οποίο ήμασταν τουλάχιστον δεύτεροι και, σε ορισμένα ζητήματα, ακόμη και πρώτοι.
Και ύστερα από την αυτοδιάλυσή μας, ύστερα από αυτή τη γεωπολιτική αυτοκτονία που πραγματοποίησαν ο Γκορμπατσόφ, ο Γέλτσιν, οι φιλελεύθεροι και, τελικά, το ίδιο μας το κράτος, ύστερα από αυτή την αυτοκτονία —τι να έκανε, θα λέγαμε, η Δύση, όταν εμείς πλέον δεν υπήρχαμε;
Υπήρχε ένας διπολικός κόσμος. Ο ένας από τους δύο πόλους αυτοδιαλύθηκε. Έμεινε ένας μονοπολικός κόσμος.
Και έτσι η Δύση άρχισε να προσαρμόζει το σύστημα του διεθνούς δικαίου —ή αυτό που αποκαλεί «φιλελεύθερη τάξη βασισμένη σε κανόνες»— σε αυτή τη μονοπολικότητα που είχε πλέον διαμορφωθεί στην πράξη.
Ύστερα όμως κάτι δεν πήγε όπως θα ήθελε η Δύση.
Αυτό το μοντέλο της «Λίγκας των Δημοκρατιών», της μεταμορφώσεως του διεθνούς δικαίου σύμφωνα με τη δική της φιλελεύθερη μονοπολική τάξη, συνάντησε αντίσταση από δύο πόλους.
Από τη Ρωσία —και συγκεκριμένα από τον Πούτιν.
Όχι από τη Ρωσία καθ’ εαυτήν, διότι η Ρωσική Ομοσπονδία είχε ήδη συνθηκολογήσει.
Είχε οικοδομηθεί γύρω από τη λευκή σημαία της συνθηκολογήσεως, σε όλους τους θεσμούς της, έχοντας αποδεχθεί την ιδεολογία, την πολιτική, τις αξίες, την εκπαίδευση και την κοσμοαντίληψη του γεωπολιτικού εχθρού.
Ήταν απλώς σαν να είχαμε παραδοθεί αιχμάλωτοι.
— Και δεν είναι καθόλου παράξενο που μας συμπεριφέρονταν με αυτόν τον τρόπο. Ο Πούτιν όμως είπε: «Δεν θέλω να είμαι δούλος και επαρχία της Δύσης. Παρά το γεγονός ότι φαίνεται πως ηττηθήκαμε, δεν ηττηθήκαμε». Και άρχισε να ενισχύει την κυριαρχία μας.
Παράλληλα με αυτό, η Κίνα ακολούθησε ένα εντελώς διαφορετικό μοντέλο. Είχε σχεδόν ενσωματωθεί σε αυτή τη Δύση, είχε προσποιηθεί ότι αποδεχόταν πλήρως τα δυτικά πρότυπα. Στην οικονομία υιοθέτησε το νέο σύστημα· στην πολιτική διατήρησε κάπως τη δική της θέση, αλλά, γενικά, έμοιαζε έτοιμη να γίνει μέρος αυτού του παγκόσμιου κόσμου.
Και ξαφνικά αποδείχθηκε ότι το δικό της «πονηρό σχέδιο» —εδώ πράγματι υπήρχε πονηρό σχέδιο· εμείς δεν είχαμε, αλλά η Κίνα είχε— συνίστατο στο να πάρει και να αξιοποιήσει αυτές τις μεθοδολογίες του μονοπολικού δυτικού κόσμου, να τις αντιγράψει —για να είμαστε ειλικρινείς, απλώς να τις κλέψει, τα έκλεψαν όλα— και να οικοδομήσει επάνω σε αυτές, αξιοποιώντας τα δικά της πλεονεκτήματα: φυσικά τη δημογραφία, την εργατικότητα, την επιμονή, την τεράστια παραγωγική ικανότητα του κινεζικού πληθυσμού, ο οποίος αποφάσισε απλώς να αντιγράψει τη Δύση στο εσωτερικό του.
Δυτικές τεχνολογίες, μεθοδολογίες, σχέδια — όλα αυτά πέτυχαν. Και σταδιακά η Δύση συνήλθε και αντιλήφθηκε ότι είχε πλέον απέναντί της έναν τεράστιο πολιτισμό που την ανταγωνιζόταν. Και έτσι η μονοπολικότητα τέθηκε και πάλι υπό αμφισβήτηση.
Και τελικά συνέβη το εξής: χάρη στην εξέγερση του Πούτιν εναντίον της μητρόπολης —διότι τη δεκαετία του 1990 είχαμε ουσιαστικά μετατραπεί σε επαρχία της Δύσης και μάλιστα μας πρότειναν να απολαμβάνουμε αυτό το καθεστώς— ο Πούτιν είπε «όχι». Άρχισε μια εξέγερση σε αυτή την επαρχία που λεγόταν Ρωσική Ομοσπονδία, και αυτή η εξέγερση, στην πραγματικότητα, συνεχίζεται έως σήμερα.
Η Κίνα ακολούθησε διαφορετικό δρόμο και ξαναβρήκε τη δική της απόσταση απέναντι στη Δύση. Και εδώ υπάρχουν, βέβαια, ακόμη δύο ζωτικές θεμελιώδεις δυνάμεις: το σιιτικό Ιράν και η ΛΔ Κορέας, που δεν έσκυψαν το κεφάλι. Έτσι εμφανίστηκε ένας υπαινιγμός, κάποια πρώτα σχεδιάσματα ενός πολυπολικού κόσμου, με τον οποίο έχουμε να κάνουμε σήμερα.
Και ξαφνικά ανακαλύψαμε ότι, παρά την ύπαρξη αυτών των τεσσάρων πόλων, οι οποίοι δεν είναι επαρχίες —ή τουλάχιστον δεν αναγνωρίζουν πλέον τους εαυτούς τους ως τέτοιες και πολεμούν εναντίον αυτής της μονοπολικότητας— εξακολουθεί να υπάρχει και ο ΟΗΕ, ο οποίος ουσιαστικά διατηρήθηκε: δεν μεταρρυθμίστηκε ποτέ ώστε να προσαρμοστεί στον μονοπολικό κόσμο.
Δεν νομίζω ότι πρόκειται πράγματι για κάποιο σχέδιο υπερασπίσεως του ΟΗΕ. Δεν πιστεύω ότι κάποιος θεωρεί στα σοβαρά πως αυτόν τον φαντασματικό πόνο του διπολικού κόσμου, που απέμεινε από τη Γιάλτα, μπορεί πραγματικά να τον διασώσει. Τουλάχιστον όμως αποτελεί ένα είδος διπλωματικής καλύψεως για την οικοδόμηση ενός εντελώς νέου συστήματος, θεμελιωμένου στους BRICS.
Το προηγούμενο σύστημα όμως, το σύστημα του ΟΗΕ, εξακολουθεί να υπάρχει, αλλά πλέον δεν έχει κανένα νόημα.
Η Δύση εξακολουθεί να κατευθύνει τα πράγματα προς τη μονοπολικότητα. Και ο Τραμπ, παρά τις ελπίδες που είχε δημιουργήσει ότι θα συμπεριφερόταν διαφορετικά, δεν αποτέλεσε εναλλακτική ως προς αυτό το ζήτημα· συνέχισε πλήρως την πορεία προς τη μονοπολική ηγεμονία.
Ναι, είναι ακόμη δύσκολο για τους BRICS να θεμελιώσουν το δικό τους σύστημα, μολονότι γίνεται εργασία και προς αυτή την κατεύθυνση. Γι’ αυτό πιστεύω ότι πρόκειται απλώς για μια μεταβατική στιγμή.
Δηλαδή, προτού περάσουμε σε ένα νέο πολυπολικό σύστημα διεθνούς δικαίου, προσπαθούμε να διατηρήσουμε κάποια κατάλοιπα, κάποια υπολείμματα, κάποιες φαντασματικές εικόνες αυτής της διπολικότητας που δεν υπάρχει πλέον, ώστε να μπορούμε διαρκώς να αντιστεκόμαστε και να αντιπαρατιθέμεθα σε αυτό το μονοπολικό μοντέλο.
Αλλά το τζίνι βγήκε από το μπουκάλι. Το τζίνι βγήκε.
Και το πιο δυσάρεστο είναι ότι δεν το απελευθέρωσαν μόνο οι εχθροί μας, δηλαδή η Δύση· το απελευθερώσαμε και εμείς.
Εμείς οι ίδιοι καταργήσαμε τον εαυτό μας.
Όταν ένας άνθρωπος, όπως λένε οι νέοι, «βγάζει τον εαυτό του από το παιχνίδι», δηλαδή αυτοκτονεί, αμαρτάνει δύο φορές. Αμαρτάνει απέναντι στον εαυτό του —διότι απλώς δεν έχει το δικαίωμα να παραδίδεται τόσο εύκολα— και αμαρτάνει απέναντι στον Θεό.
Η αυτοκτονία είναι φοβερή αμαρτία.
Αυτή τη φοβερή αμαρτία διέπραξε η Σοβιετική Ένωση, η πολιτική της ηγεσία, όταν αυτοκαταργήθηκε και παρέδωσε την εξουσία σε μια πλέον καθαρά αποικιακή διοίκηση φιλελεύθερων δυτικιστών.
— [Αλεξάντρ Γκέλιεβιτς;]
— Ναι, αυτό ακριβώς είναι το πρόβλημα.
— Υπό αυτή την έννοια, αν το δούμε —δεν ξέρω καν πώς να το πω— λίγο ευρύτερα ή λίγο περισσότερο από την οπτική του σήμερα, θα ήθελα να προσθέσω ακόμη ένα στοιχείο στη συζήτησή μας, το οποίο άλλωστε έχει ήδη αναγγελθεί.
Διότι είναι μάλλον δύσκολο να φανταστεί κανείς τη σημερινή γεωπολιτική κατάσταση, τη σημερινή Ρωσία, χωρίς ένα φαινόμενο απέναντι στο οποίο διαφορετικοί άνθρωποι και διαφορετικά κράτη έχουν διαφορετική στάση.
Πρόκειται για τον Ντμίτρι Ανατόλιεβιτς Μεντβέντεφ και τα μέσα κοινωνικής δικτυώσεώς του.
Διότι, ως έναν βαθμό, πρόκειται για ένα είδος βαλβίδας από την οποία εκτονώνεται ο ατμός. Από την άλλη πλευρά όμως, είναι ένα απολύτως σαφές, καθαρό και κατανοητό μήνυμα, το οποίο ακούγεται ως μια ακραία θέση, ως απόλυτη ακρότητα, και υπενθυμίζει ότι στο έδαφος της Ρωσικής Ομοσπονδίας εξακολουθεί να υπάρχει, να ζει και να αναπτύσσεται ένα κράτος.
Ένα κράτος όχι μικρό.
Ένα κράτος, για να το πούμε ήπια, όχι από τα πιο αδύναμα.
Ένα κράτος που διαθέτει πυρηνικά όπλα και μια ορισμένη οικονομία, η οποία, βάσει ορισμένων δεικτών, βρίσκεται σε αρκετά υψηλό επίπεδο.
Και υπό αυτή την έννοια ο Ντμίτρι Ανατόλιεβιτς Μεντβέντεφ, με έναν απλό τρόπο —συγχωρήστε μου την έκφραση— κάπως «μάγκικα», υπενθυμίζει και εξηγεί ότι, παιδιά, με τον ρωσικό κόσμο, με τον μεγάλο ρωσικό κόσμο, όχι απλώς δεν πρέπει να αστειεύεστε, αλλά πρέπει να θυμάστε ότι υπάρχουν ορισμένες συνέπειες που αναπόφευκτα θα έρθουν.
Υπό αυτή την έννοια, υπάρχει η διπλωματική γραμμή· υπάρχει, δεν ξέρω, η άμεση επικοινωνία των κορυφαίων προσώπων του ρωσικού κράτους με εκπροσώπους άλλων χωρών, όπου εκφράζονται, και πάλι, με αρκετά διπλωματικό τρόπο.
Και υπάρχει και αυτός ο τρόπος.
Και ο συγκεκριμένος λόγος για τον οποίο οδηγώ εδώ την παρατήρησή μου είναι ο εξής: υπάρχει σήμερα στη Δύση κάποιος με τον οποίο μπορεί κανείς να διαπραγματευτεί;
Διότι βλέπουμε, για παράδειγμα, ότι επικεφαλής της ευρωπαϊκής διπλωματίας βρίσκεται η Κάγια Κάλας —με τον μέγιστο δυνατό σεβασμό, φυσικά—, αλλά δεν πρόκειται για άνθρωπο του υψηλότερου μορφωτικού επιπέδου, κάτι που, παρεμπιπτόντως, επισημαίνεται και μέσα στην ίδια την ΕΕ.
Υπάρχουν και άλλες δηλώσεις που στρέφονται εναντίον του ρωσικού κόσμου ή προσπαθούν κατά κάποιον τρόπο να τον μειώσουν.
Και εδώ, μάλλον, είναι πραγματικά δύσκολο να μην θαυμάσει κανείς το έργο των Ρώσων διπλωματών, οι οποίοι είναι αναγκασμένοι να επιλέγουν πολύ προσεκτικά τις εκφράσεις τους, ενώ ο Ντμίτρι Ανατόλιεβιτς Μεντβέντεφ μπορεί, από μια παράπλευρη κατεύθυνση, ας πούμε, να τα πει όλα όπως είναι, ευθέως και πραγματικά.
— Ξέρετε, δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι ο Ντμίτρι Ανατόλιεβιτς Μεντβέντεφ δεν είναι απλώς πρώην πρόεδρος της Ρωσικής Ομοσπονδίας —μολονότι και αυτό είναι βέβαια πολύ σημαντικό—, αλλά είναι επίσης αναπληρωτής πρόεδρος του Συμβουλίου Ασφαλείας.
— Ναι.
— Και πολλοί πιστεύουν ότι είναι αναπληρωτής του Σοϊγκού, ο οποίος είναι γραμματέας. Όχι, δεν είναι έτσι.
Η θέση αυτή δημιουργήθηκε ειδικά γι’ αυτόν, ως πληρεξούσιου εκπροσώπου του προέδρου στο Συμβούλιο Ασφαλείας.
Ουσιαστικά είναι το alter ego του προέδρου στο Συμβούλιο Ασφαλείας.
Πρόκειται για μία από τις σημαντικότερες και πιο κομβικές θέσεις στη χώρα.
Και όταν ένας τέτοιος άνθρωπος… Ομολογώ ότι και εγώ ο ίδιος σοκαρίστηκα κάπως από το μοντέλο του —ή μάλλον από το λεξιλόγιο με το οποίο περιέγραψε όσα συμβαίνουν.
Αλλά πρέπει να πούμε ότι, όταν εσείς μιλάτε για σεβασμό, για το έργο των διπλωματών μας…
— Έκανα αρκετές φορές αυτή τη διευκρίνιση, απλώς για να…
— Ναι, βέβαια. Απλώς εδώ έχουμε το ακριβώς αντίθετο.
Εκείνος, θα λέγαμε, βρίζει χυδαία όχι μόνο την Ουκρανία αλλά και τη δυτική διπλωματία.
Απειλεί την Αγγλία με εντελώς τρομερές τιμωρίες.
Δεν αναφέρει, είναι αλήθεια, την Αμερική σε αυτό το συγκεκριμένο κείμενο· σε άλλα κείμενα την αναφέρει.
Και στην πραγματικότητα θέλω να πω ότι αυτός ο άνθρωπος, ο Μεντβέντεφ, ο Ντμίτρι Ανατόλιεβιτς Μεντβέντεφ, παρά όλη αυτή τη σκληρότητα της πολεμικής του, περιγράφει τα πράγματα όπως είναι.
Οι διπλωμάτες, αντιθέτως, περιγράφουν απλώς κάτι που δεν υπάρχει.
Δηλαδή εκφράζουν την επιθυμία μας να ζήσουμε όλοι ειρηνικά και αρμονικά· αλλά στην πραγματικότητα πρόκειται για πόλεμο.
— Ο Μεντβέντεφ υπενθυμίζει ότι βρισκόμαστε σε πόλεμο με την Ευρωπαϊκή Ένωση, με τη Βρετανία, με ένα ναζιστικό μόρφωμα που δεν έχει δικαίωμα να αποκαλείται κράτος. Όπως, για παράδειγμα, το ISIS: εμείς δεν αποκαλούμε πλήρως «Ισλαμικό Κράτος» αυτή την οργάνωση, η οποία είναι απαγορευμένη στη Ρωσική Ομοσπονδία· πρόκειται για τρομοκρατικό μόρφωμα.
Το ίδιο τρομοκρατικό μόρφωμα είναι και η Ουκρανία, η οποία, όπως λέγει μεταφορικά ο Ντμίτρι Ανατόλιεβιτς Μεντβέντεφ, δεν έχει δικαίωμα να υπάρχει. Έτσι ακριβώς έχουν τα πράγματα.
Δηλαδή ο Μεντβέντεφ μιλά από την οπτική, ας πούμε, του Συμβουλίου Ασφαλείας, από την οπτική της πραγματικής αυτοσυνειδησίας του κράτους μας. Βρισκόμαστε σε πόλεμο με τη Δύση. Εξήγησα στην αρχή γιατί.
Επειδή τώρα εξεγερθήκαμε εναντίον της, εξεγερθήκαμε εναντίον της ηγεμονίας της. Η Δύση μάς αντιμετωπίζει ως εξεγερμένους, ως εκείνους που σηκώθηκαν και πραγματοποίησαν μια γεωπολιτική επανάσταση.
Της είπαμε: «Δεν σας υπακούμε πλέον».
Και εκείνοι λένε: «Μα πώς γίνεται αυτό; Είστε μέρος μας. Έχουμε ήδη πάρει υπό τον έλεγχό μας ολόκληρη την ελίτ σας, όλους τους “κοιμώμενους”. Είστε η συνέχειά μας, είστε τελικά το παράρτημά μας.
Οι ολιγάρχες σας, η ελίτ σας ζουν στη Δύση· είστε ήδη μέρος μας, και τώρα εσείς ξεσηκώνεστε;»
Από τη δική μας οπτική, λοιπόν, είμαστε εξεγερμένοι· εξεγερμένοι εναντίον της δυτικής ηγεμονίας.
Και πολεμούμε μαζί τους. Εκείνοι δεν μας υπολογίζουν και θέλουν να μας καταστρέψουν, να μας επιφέρουν στρατηγική ήττα.
Αυτός ο πόλεμος αγγίζει ολόκληρη τη χώρα μας, διότι τα εχθρικά μη επανδρωμένα αεροσκάφη μπορούν να φθάσουν σε οποιοδήποτε στρατηγικό βάθος.
Δηλαδή κανείς δεν μπορεί να αποστασιοποιηθεί από αυτόν.
Και πώς πρέπει να αποκαλούμε τους εχθρούς μας; Γιατί να τηρούμε τόσες τυπικότητες;
Φανταστείτε ότι διεξάγεται ένας Δεύτερος Μεγάλος Πατριωτικός Πόλεμος.
«Αξιότιμε κύριε Γκέμπελς», «βαθύτατα αξιότιμε κύριε Χίτλερ», «ο εταίρος μας Γκέρινγκ», «ο συνομιλητής μας, ο διαπραγματευτής Χίμλερ».
Μα δεν μιλούμε έτσι.
Και ο Μεντβέντεφ λέγει: ας αποκαλούμε την Κάγια Κάλας, ας αποκαλούμε τη βρετανική ηγεσία, ας αποκαλούμε το ΝΑΤΟ, ας αποκαλούμε την Ουκρανία με τα σωστά τους ονόματα.
Τότε τους Γερμανούς τούς αποκαλούσαμε «φασιστικό κτήνος».
Ύστερα από τον πόλεμο, παρεμπιπτόντως, γίναμε πιο προσεκτικοί και λέγαμε: «Αξιότιμοι Γερμανοί σύντροφοι», εκείνοι τους οποίους μόλις είχαμε νικήσει.
«Αξιότιμοι δυτικοί σύντροφοι, Κάγια Κάλας και όλοι οι υπόλοιποι» — μετά τη νίκη μας εναντίον τους στην Ουκρανία, τότε θα επαναφέρουμε το λεξιλόγιό μας σε ευπρεπή μορφή.
Όταν όμως λέμε: «αξιότιμε σύντροφε Χίμλερ», «αξιότιμε σύντροφε Γκέρινγκ», «Χίτλερ» — αυτό είναι παράλογο.
Και ένα μέρος της διπλωματίας μας, δυστυχώς, ένα μέρος της πολιτικής μας ελίτ —ιδίως εκείνοι που διαθέτουν αρκετά σοβαρά περιουσιακά στοιχεία στη Δύση— εξακολουθούν να μιλούν στον εχθρό με τη γλώσσα πραγματικά φοβισμένων υποτελών.
Ο Μεντβέντεφ, αντιθέτως, μιλά στη γλώσσα της πραγματικότητας.
Είναι χονδροειδής, αλλά πιθανότατα έτσι σκέπτονται και έτσι αισθάνονται οι άνθρωποι που συμμετέχουν στον πόλεμο.
Όχι μόνο εκείνοι που βρίσκονται στη γραμμή επαφής των μαχών, αλλά και εκείνοι που διοικούν υπουργεία και υπηρεσίες οι οποίες έχουν αναδιοργανωθεί σύμφωνα με τις ανάγκες μιας χώρας σε πόλεμο.
Έτσι σκέπτονται.
Δεν θα επαναλάβω τις εκφράσεις του Μεντβέντεφ, αλλά ασφαλώς δεν χρησιμοποιούν τη φράση «αξιότιμοι εταίροι».
Η υπέροχη Κάγια Κάλας, ο Στάρμερ, ο εξαιρετικός πρωθυπουργός της Βρετανίας…
Ο Μεντβέντεφ τούς αποκαλεί με ονόματα που πλησιάζουν μάλλον προς το υβριστικό λεξιλόγιο.
Νομίζω ότι ο Ρώσος άνθρωπος μπορεί να καταλάβει μόνος του ή να δει αυτό το tweet.
Διότι πρόκειται απλώς για μια περιγραφή των πραγμάτων όπως πραγματικά είναι.
Και, φυσικά, με φόντο αυτή την περιγραφή, όσα κάνει η διπλωματία μας φαίνονται απλώς διφορούμενα.
— Δεν μπορώ να μην παρέμβω, συγχωρέστε με, προσπαθούσα τόση ώρα να μπω στη συζήτηση. Πώς το ερμηνεύετε εσείς αυτό; Μας απομένουν δύο λεπτά.
Αλλάζει το επίπεδο της διπλωματίας;
Διότι οι διπλωμάτες μας, και πάλι με όλο τον σεβασμό, προσπαθούν να μιλούν όπως μιλούσαν παλαιότερα.
Δηλαδή προσπαθούν να διατηρούν κάποιες αρχές, κάποιους κανόνες, έναν τρόπο πολιτισμένης, σοβαρής, ώριμης συμπεριφοράς.
Έτσι προσπαθούν να μιλούν.
Από την άλλη πλευρά, πραγματικά —και πάλι, δεν έχω καμία προσωπική αντίρρηση απέναντι στην Κάγια Κάλας— υπήρχαν όμως δημοσιεύματα ότι ακόμη και στη Δύση δεν ήταν ιδιαίτερα προετοιμασμένοι για το επίπεδο της καταρτίσεως και της μορφώσεώς της.
Και αυτό είναι απλώς ένα παράδειγμα.
Μήπως, λοιπόν, το επίπεδο της διπλωματίας πέφτει, ενώ οι δικοί μας απλώς εξακολουθούν να εργάζονται όπως είχαν συνηθίσει, όπως είχαν διδαχθεί πριν από τόσα χρόνια;
Ή μήπως διαμορφώνονται πράγματι κάποιες νέες πραγματικότητες;
— Καλή ερώτηση. Προτείνω να μιλήσουμε γι’ αυτήν αναλυτικότερα μετά το διάλειμμα.
Αλλά, εν συντομία, μπορώ να πω το εξής.
Κοιτάξτε, όταν εμείς υιοθετούμε, για παράδειγμα, την κριτική που ασκεί ο Τραμπ ή κάποιος άλλος στη Δύση στον Ζελένσκι ή στην Κάγια Κάλας, είναι σαν να προσπαθούμε να ενταχθούμε…
Ας επιστρέψουμε πάλι στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.
Διεξάγεται πόλεμος με τη Γερμανία, με τη ναζιστική Γερμανία.
Και ξαφνικά, για παράδειγμα, ξεσπά κάποια σύγκρουση ανάμεσα στον Γκέμπελς και στον Χίμλερ…
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου