Συνέχεια από Τετάρτη 19. Αυγούστου 2026
Giovanni Reale
2019, Εκδόσεις La nave di Teseo, Μιλάνο
Ι
Ορισμένες εισαγωγικές παρατηρήσεις
Μια επανάσταση κοσμοϊστορικής εμβέλειας στον ελληνικό πολιτισμό
Ο Πλάτων στην τελική φάση της συγκρούσεως του νέου πολιτισμού της γραφής με την παραδοσιακή κουλτούρα της προφορικότητας
Η κυριαρχία της προφορικότητας στον ελληνικό πολιτισμό έως τον πέμπτο αιώνα και η αποφασιστική μεταβολή της τεχνικής της επικοινωνίας κατά το πρώτο μισό του τέταρτου αιώνα
Η πλατωνική κριτική της γραφής, την οποία ο Havelock παραβλέπει ολοκληρωτικά
Ο Πλάτων στην τελική φάση της συγκρούσεως του νέου πολιτισμού της γραφής με την παραδοσιακή κουλτούρα της προφορικότητας
Η κυριαρχία της προφορικότητας στον ελληνικό πολιτισμό έως τον πέμπτο αιώνα και η αποφασιστική μεταβολή της τεχνικής της επικοινωνίας κατά το πρώτο μισό του τέταρτου αιώνα
Η πλατωνική κριτική της γραφής, την οποία ο Havelock παραβλέπει ολοκληρωτικά
Ο Havelock όχι μόνο υποστηρίζει τη θέση ότι ακριβώς η γραφή κατέστησε δυνατό, και μάλιστα αναγκαίο, τον πλατωνισμό, αλλά επιπλέον ότι το σύνολο των πλατωνικών συγγραμμάτων αποτελεί τη μεγάλη διαχωριστική γραμμή της ελληνικής σκέψης και, στο είδος του, ένα primum, κάτι το πρωτοφανές στην ιστορία του ανθρώπινου γένους. Σε ένα έργο που δημοσιεύθηκε μετά τον θάνατό του γράφει:
«Η μεγάλη διαχωριστική γραμμή στην ιστορία της ελληνικής θεωρητικής σκέψης, είτε αυτή εξέταζε τη φύση είτε τον άνθρωπο, δεν συμπίπτει με την περίοδο της δραστηριότητας του Σωκράτη —κάτι τέτοιο θα αποτελούσε, από ιστορική άποψη, παράλογη υπόθεση—, αλλά με το πρώτο μισό του 4ου αιώνα π.Χ., όταν ένας άνδρας καταγόμενος από την Αθήνα, συνδυάζοντας τη λογοτεχνική τέχνη που είχε γεννηθεί στην πόλη του —δηλαδή τη δραματική τέχνη— με το διανοητικό εγχείρημα που είχε αρχίσει στην Ιωνία και είχε υιοθετηθεί από τον Σωκράτη, εισήγαγε στον ελληνικό κόσμο —καθώς και στον κόσμο των πολιτισμικών κληρονόμων του— ένα σημαντικό σώμα συγγραμμάτων προορισμένων για αναγνώστες, το πρώτο του είδους του στην ιστορία του ανθρώπινου γένους».
Αλλά τότε πώς είναι δυνατόν ένας άνθρωπος, ο οποίος με τα συγγράμματά του άλλαξε την ιστορία του ελληνικού πολιτισμού και των πολιτισμικών κληρονόμων του, να υποβάλλει ακριβώς τα συγγράμματα σε τόσο αυστηρή κριτική; Στον Φαίδρο και στην παρέκβαση της Έβδομης Επιστολής, ο Πλάτων δηλώνει μάλιστα, όπως θα δούμε, ότι για ορισμένα πράγματα —για εκείνα που είχαν γι’ αυτόν τη μεγαλύτερη αξία, δηλαδή για τα θεμέλια του συστήματός του— όχι μόνο δεν υπήρχε μέχρι τότε κανένα δικό του σύγγραμμα, αλλά ούτε και επρόκειτο να υπάρξει ποτέ στο μέλλον.
Ο Havelock θα έπρεπε να είχε αναλύσει αυτά τα κείμενα με μεγάλη προσοχή και να είχε προσφέρει μια ερμηνεία τους σε συνάρτηση με τη θεμελιώδη θέση του· αντιθέτως, τα παραβλέπει ολοκληρωτικά. Μπορούμε να εξηγήσουμε το γεγονός αυτό χρησιμοποιώντας ορισμένα κριτήρια και κάποιες μεταφορές επιστημολογικού χαρακτήρα. Η κριτική που ασκεί ο Πλάτων στη γραφή αποτελεί ένα πραγματικό «αντι-γεγονός», το οποίο δεν εντάσσεται στο κατηγορικό πλαίσιο του ερμηνευτικού παραδείγματος του Havelock. Για να ενταχθούν τα «αντι-γεγονότα» σε ένα ορισμένο κατηγορικό πλαίσιο, δεν υπάρχει άλλη δυνατότητα παρά να αμβλυνθούν όσο χρειάζεται: στην περίπτωση αυτή, τα γεγονότα «τεχνητοποιούνται» (arte-fatti) και «ανακατασκευάζονται» (ri-fatti) μέσω κατάλληλων εννοιολογικών ανασυγκροτήσεων. Σε πολλές περιπτώσεις ο Havelock ενεργεί ακριβώς με αυτόν τον τρόπο, όπως θα δούμε· στη συγκεκριμένη περίπτωση, όμως, ο μελετητής ενήργησε με ακραίο τρόπο: θα μπορούσαμε να πούμε ότι «αναίρεσε» το ίδιο το γεγονός (dis-fatto il fatto), δηλαδή το εξάλειψε ριζικά, θεωρώντας το ανύπαρκτο.
Αντιθέτως, θα δούμε ότι ο Πλάτων, ακριβώς επειδή ήταν μεγάλος συγγραφέας, όχι μόνο είχε συνείδηση ότι ήταν ο μεγαλύτερος συγγραφέας της εποχής του και το απέδειξε τόσο στην πράξη όσο και στη θεωρία· αλλά, ακριβώς κατά τη φάση εκείνη της μετάβασης από τον έναν πολιτισμό στον άλλον, ανακάλυψε ότι το νέο μεγάλο μέσο επικοινωνίας μέσω της γραφής, μαζί με τα πλεονεκτήματά του, συνεπαγόταν και μειονεκτήματα, καθώς εισήγαγε ορισμένα στοιχεία που μπορούσαν να καταστήσουν την επικοινωνία αναποτελεσματική ή ακόμη και επιβλαβή. Ειδικότερα, κατανόησε με ποια έννοια και σε ποιον βαθμό το γραπτό δεν είναι απολύτως «αυτάρκες», επειδή χρειάζεται «βοήθεια» για την επαρκή και ολοκληρωμένη πρόσληψη των μηνυμάτων του. Για το ζήτημα αυτό, όμως, θα χρειαστεί να μιλήσουμε εκτενώς.
Ο Havelock δεν εξηγεί γιατί ο Πλάτων αποδομεί την ποιητικο-μιμητική προφορικότητα και συγχρόνως υποστηρίζει ότι η προφορικότητα βρίσκεται, από αξιολογική άποψη, υπεράνω της γραφής
Σε συνάρτηση με την κριτική της γραφής, ο Πλάτων παρουσιάζει μια συστηματική υπεράσπιση της προφορικότητας, την οποία θεωρεί ουσιώδη για τη μετάδοση των φιλοσοφικών μηνυμάτων, για τους λόγους που θα εξετάσουμε. Επιπλέον, θεωρεί τη γραφή μια πολύ όμορφη μορφή «παιχνιδιού», η οποία όμως εξακολουθεί να είναι παιχνίδι, σε αντίθεση με τη «σοβαρότητα» που χαρακτηρίζει τη διαλεκτική προφορικότητα. Περισσότερο από οπουδήποτε αλλού, στο πλαίσιο της επιχειρηματολογίας του Havelock επιβαλλόταν η εξήγηση αυτού του γεγονότος, σε συνάρτηση με μια επαρκή ερμηνεία της κριτικής της γραφής.
Πράγματι, το πρόβλημα παρουσιάζεται εξαιρετικά σύνθετο. Δεν είχα πραγματευθεί τη λύση του σε προηγούμενα έργα μου και την παρουσιάζω εδώ για πρώτη φορά. Η προφορικότητα έχει διαφορετικές μορφές, οι οποίες δεν μπορούν να αναχθούν εξ ολοκλήρου, όπως κάνει ο Havelock, στην «ποιητικο-μιμητική» μορφή, έστω και αν αυτή αποδεικνύεται η περισσότερο διαδεδομένη. Πράγματι, στο εσωτερικό της προφορικότητας θα πρέπει να διακρίνουμε:
α) την ποιητικο-μιμητική προφορικότητα, η οποία αποτελεί την αρχαιότερη και συγχρόνως την περισσότερο διαδεδομένη μορφή·
β) την προφορικότητα που θα ονομάσουμε διαλεκτική και η οποία γεννήθηκε και εδραιώθηκε με την εμφάνιση των φιλοσοφικών και επιστημονικών ερευνών·
γ) τέλος, την προφορικότητα που θα μπορούσαμε να χαρακτηρίσουμε ρητορική, επειδή υποστηρίχθηκε και επιβλήθηκε από τους Ρήτορες, δηλαδή από τους διδασκάλους της δημόσιας ευγλωττίας.
Ο Πλάτων άσκησε εντονότατη πολεμική εναντίον της πρώτης μορφής προφορικότητας, της «ποιητικο-μιμητικής»· στράφηκε όμως και εναντίον της τρίτης μορφής προφορικότητας, εκείνης που ήταν χαρακτηριστική των Ρητόρων και συνδεόταν με τη διδασκαλία των Σοφιστών —του Πρωταγόρα και του Γοργία—, και έβαλε στο στόχαστρό του ρήτορες όπως ο Λυσίας και ο ίδιος ο Ισοκράτης.
Η προφορικότητα που ο Πλάτων θεώρησε ικανή να μεταδώσει τα σπουδαιότερα μηνύματα, και ιδίως τα φιλοσοφικά, ήταν η «διαλεκτική προφορικότητα», την οποία ο Σωκράτης είχε φέρει στο προσκήνιο και την οποία ο ίδιος ο Πλάτων οικειοποιήθηκε, οργανώνοντας τα συγγράμματά του με βάση αυτή τη μέθοδο. Επομένως, δεν μπορεί να υποστηριχθεί, μαζί με τον Gentili, ότι ο Πλάτων «δεν αντιλαμβανόταν ότι ο πολιτισμός στον οποίο ασκούσε κριτική ήταν στενά συνδεδεμένος με την τεχνολογία της προφορικής επικοινωνίας. Το γεγονός ότι ο Πλάτων διακήρυττε ρητώς την προτίμησή του για τον προφορικό λόγο σημαίνει στην πραγματικότητα μόνο ότι δεν μπορούσε να συλλάβει όλες τις ιστορικές συνέπειες των δύο διαφορετικών τεχνολογιών, της προφορικής και της γραπτής επικοινωνίας, σε μια στιγμή κατά την οποία βρισκόταν σε εξέλιξη η μετάβαση από τη μία μορφή στην άλλη. Από εδώ προέρχεται η αντιφατική θέση οπισθοφυλακής που υιοθέτησε προς υπεράσπιση της προφορικότητας και εναντίον της χρήσης της γραφής, στην οποία όμως στην πράξη εμπιστευόταν τη μετάδοση της διαλεκτικής σκέψης του».
Πράγματι, ο Πλάτων δεν επένδυσε στην «ποιητικο-μιμητική προφορικότητα», αλλά στη «διαλεκτική προφορικότητα»· και θεώρησε ότι ακριβώς αυτή η μορφή προφορικότητας διέφευγε εντελώς τόσο από τους κινδύνους στους οποίους υπέπιπτε η ποιητικο-μιμητική —και η ρητορική— προφορικότητα, όσο και από τους κινδύνους στους οποίους υπέπιπτε η γραφή. Η γραφή, εξαιτίας των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών της, μπορούσε να οδηγήσει ακόμη και σε ολοκληρωτική αποτυχία της μετάδοσης των μηνυμάτων της, ιδίως όταν επρόκειτο για τα έσχατα μηνύματα της φιλοσοφίας.
Αν δεν αποσαφηνιστεί επαρκώς αυτή η διάκριση μεταξύ των διαφορετικών μορφών προφορικότητας, και ιδίως μεταξύ της «ποιητικο-μιμητικής» και της «διαλεκτικής», παρουσιάζεται μια ακρωτηριασμένη πραγματικότητα, με όλες τις συνέπειες που αυτό συνεπάγεται. Θα αφιερώσω, επομένως, τα επόμενα δύο κεφάλαια σε αυτές τις μορφές προφορικότητας, για να δείξω ότι η γέννηση και η εξέλιξη της φιλοσοφίας δεν μπορούν να εξηγηθούν παρά μόνο σε συνάρτηση με τη διαλεκτική προφορικότητα, η οποία δεν ξεκίνησε από το γραπτό, αλλά μάλλον κατέληξε σε αυτό.
Η προβληματική της ποίησης και της μυθολογίας
Φυσικά, η μεθοδολογική προσέγγιση του Havelock συνεπαγόταν την πλήρη ταύτιση της ποίησης και του μύθου με τον πολιτισμό της ποιητικο-μιμητικής προφορικότητας και, επομένως, την άρνηση ότι στον Πλάτωνα, ο οποίος ανέτρεψε τις μεθόδους και τα περιεχόμενα αυτού του πολιτισμού, η ποίηση και ο μύθος μπορούσαν να εξακολουθούν να έχουν κάποια σημασία. Αντιθέτως, όπως θα δούμε, ο Πλάτων εμφανίζεται ως δημιουργός μιας νέας μορφής ποίησης, ως ο νέος ποιητής που υπερβαίνει και πραγματώνει την αλήθεια της κωμωδίας και της τραγωδίας μέσα σε μια ανώτερη σύνθεση. Επιπλέον, αποκαθιστά τον μύθο ακριβώς στο νέο επίπεδο των φιλοσοφικών κατακτήσεων και τον παρουσιάζει ως «σκέψη μέσω εικόνων», η οποία λειτουργεί σε συνέργεια με τον λόγο.
Ευτυχώς, ως προς αυτό το σημείο, ορισμένοι μελετητές που αποδέχθηκαν τις θεμελιώδεις θέσεις του Havelock και τις ανέπτυξαν ιδιαίτερα στο πεδίο της λογοτεχνίας αντιλήφθηκαν ήδη αυτό το σφάλμα του και το διόρθωσαν. Ο Gentili, για παράδειγμα, επισημαίνει πολύ σωστά ότι ο Πλάτων απορρίπτει κατηγορηματικά τους μύθους που αποτελούσαν το αντικείμενο του έπους και της τραγωδίας, επειδή διαθέτουν δύναμη διανοητικής και ηθικής διαφθοράς· ωστόσο, αναγνωρίζει στον μύθο μια επικοινωνιακή ικανότητα και μια δύναμη πειθούς και σαγήνης, οι οποίες μπορούν, με τις κατάλληλες διορθώσεις στο περιεχόμενό του, να συνδεθούν αρμονικά με τον ορθολογικό λόγο. Φυσικά, πρόκειται για μια νέα μορφή μύθου και, συγκεκριμένα, για «έναν μύθο εξαγνισμένο από τις εφήμερες και απατηλές επινοήσεις των αρχαίων και προορισμένο να περιλάβει τις νέες αξίες της πολιτείας· επομένως, για τον μύθο ως μεταγλώσσα κατάλληλη για ένα νέο περιεχόμενο, ως σαγηνευτικό μεταμφιεσμό του φιλοσοφικού στοχασμού».
Ο Cerri, από την πλευρά του, διευκρινίζει: «Ο Πλάτων καταδικάζει τον μύθο και την ποίηση της ομηρικής και ησιόδειας παράδοσης, όχι τον μύθο και την ποίηση καθαυτά· αντιθέτως, προϋπόθεση και συνέπεια ολόκληρου του συλλογισμού είναι ότι ακριβώς ο μύθος και η ποίηση που τον αφηγείται αποτελούν τη μοναδική πρακτικά εφαρμόσιμη οδό για τη βασική διαμόρφωση του πολίτη. Η διαλεκτική αλήθεια παρεμβαίνει μόνο σε ένα δεύτερο στάδιο· αντιπροσωπεύει τον ανώτερο και επόμενο βαθμό της παιδευτικής άσκησης και, επιπλέον, προορίζεται μόνο για εκείνη την ελίτ των ανθρώπων που θα έχουν δείξει ότι διαθέτουν την κατάλληλη προδιάθεση για να τη δεχθούν».
Ένας άλλος περιορισμός της θέσης του Havelock συνίσταται στο ότι θεώρησε ως βασικό υλικό του προφορικού ποιητικο-μιμητικού πολιτισμού σχεδόν αποκλειστικά το έπος —και την τραγωδία— και συνέδεσε τη λυρική ποίηση όχι τόσο με την προφορικότητα όσο με τη γραφή. Αντιθέτως, και η λυρική ποίηση εντασσόταν στην ίδια δυναμική της τεχνολογίας της ποιητικο-μιμητικής προφορικότητας, όπως απέδειξε πολύ καλά ο Gentili. Πράγματι, η διαφορά συνίσταται μόνο στο εξής:
«Στο πλαίσιο της σχέσης ποιητή και κοινού, στη λυρική ποίηση, σε αντίθεση με την επική, ανακύπτει το ζήτημα της ιδιαιτερότητας του ακροατηρίου, το οποίο πρέπει κάθε φορά να προσδιορίζεται σε συγκεκριμένες κοινωνικές ομάδες: σε έναν θίασο κοριτσιών —Σαπφώ—, σε μια εταιρεία ευγενών —Αλκαίος—, σε μια παράταξη πολεμιστών που αγωνίζονται για την υπεράσπιση της πόλης τους —Τυρταίος— ή στο περιβάλλον των συμποσίων και των κώμων —Ανακρέων. Στην περίπτωση της χορικής λυρικής ποίησης, παράλληλα με το ζήτημα του ακροατηρίου, τίθεται και το ζήτημα του προσώπου του εντολέα και των ενδεχόμενων περιορισμών που αυτός μπορούσε να επιβάλει στον ποιητή».
Ειδικότερα, η αναγωγιστική μέθοδος «επιστημονιστικού-τεχνολογικού» χαρακτήρα την οποία ακολούθησε ο Havelock δεν του επέτρεψε να διακρίνει τη «γνωστική» σημασία του μύθου, η οποία σήμερα ανακαλύπτεται εκ νέου από πολλούς μέσω διαφορετικών οδών. Συγκεκριμένα, ο Havelock δεν κατανόησε την παρουσία εκείνου του «φαντασιακού καθόλου», δηλαδή εκείνου του «καθόλου» που εμπεριέχεται δομικά στην ίδια την ποιητική εικόνα και το οποίο, σε διαφορετικό βαθμό, κρύβεται και συγχρόνως αποκαλύπτεται σε εκείνες τις ιδιαίτερες καταστάσεις, στα γεγονότα που εκτυλίσσονται μέσα στον χρόνο και στους εμβληματικούς χαρακτήρες της ποίησης και του μύθου. Και ακριβώς αυτό είναι που, όπως θα δούμε, ο Πλάτων φέρνει στο προσκήνιο με τη νέα μορφή ποίησής του και με τους νέους μύθους που δημιουργεί.
Ο Havelock περιόρισε δραστικά ή ακόμη και εξάλειψε όλα τα στοιχεία που συνδέονται με τη μεταφυσική, τη θρησκευτική και την ερωτική προβληματική.
Συνεχίζεται
Σημειώσεις:
«Η μεγάλη διαχωριστική γραμμή στην ιστορία της ελληνικής θεωρητικής σκέψης, είτε αυτή εξέταζε τη φύση είτε τον άνθρωπο, δεν συμπίπτει με την περίοδο της δραστηριότητας του Σωκράτη —κάτι τέτοιο θα αποτελούσε, από ιστορική άποψη, παράλογη υπόθεση—, αλλά με το πρώτο μισό του 4ου αιώνα π.Χ., όταν ένας άνδρας καταγόμενος από την Αθήνα, συνδυάζοντας τη λογοτεχνική τέχνη που είχε γεννηθεί στην πόλη του —δηλαδή τη δραματική τέχνη— με το διανοητικό εγχείρημα που είχε αρχίσει στην Ιωνία και είχε υιοθετηθεί από τον Σωκράτη, εισήγαγε στον ελληνικό κόσμο —καθώς και στον κόσμο των πολιτισμικών κληρονόμων του— ένα σημαντικό σώμα συγγραμμάτων προορισμένων για αναγνώστες, το πρώτο του είδους του στην ιστορία του ανθρώπινου γένους».
Αλλά τότε πώς είναι δυνατόν ένας άνθρωπος, ο οποίος με τα συγγράμματά του άλλαξε την ιστορία του ελληνικού πολιτισμού και των πολιτισμικών κληρονόμων του, να υποβάλλει ακριβώς τα συγγράμματα σε τόσο αυστηρή κριτική; Στον Φαίδρο και στην παρέκβαση της Έβδομης Επιστολής, ο Πλάτων δηλώνει μάλιστα, όπως θα δούμε, ότι για ορισμένα πράγματα —για εκείνα που είχαν γι’ αυτόν τη μεγαλύτερη αξία, δηλαδή για τα θεμέλια του συστήματός του— όχι μόνο δεν υπήρχε μέχρι τότε κανένα δικό του σύγγραμμα, αλλά ούτε και επρόκειτο να υπάρξει ποτέ στο μέλλον.
Ο Havelock θα έπρεπε να είχε αναλύσει αυτά τα κείμενα με μεγάλη προσοχή και να είχε προσφέρει μια ερμηνεία τους σε συνάρτηση με τη θεμελιώδη θέση του· αντιθέτως, τα παραβλέπει ολοκληρωτικά. Μπορούμε να εξηγήσουμε το γεγονός αυτό χρησιμοποιώντας ορισμένα κριτήρια και κάποιες μεταφορές επιστημολογικού χαρακτήρα. Η κριτική που ασκεί ο Πλάτων στη γραφή αποτελεί ένα πραγματικό «αντι-γεγονός», το οποίο δεν εντάσσεται στο κατηγορικό πλαίσιο του ερμηνευτικού παραδείγματος του Havelock. Για να ενταχθούν τα «αντι-γεγονότα» σε ένα ορισμένο κατηγορικό πλαίσιο, δεν υπάρχει άλλη δυνατότητα παρά να αμβλυνθούν όσο χρειάζεται: στην περίπτωση αυτή, τα γεγονότα «τεχνητοποιούνται» (arte-fatti) και «ανακατασκευάζονται» (ri-fatti) μέσω κατάλληλων εννοιολογικών ανασυγκροτήσεων. Σε πολλές περιπτώσεις ο Havelock ενεργεί ακριβώς με αυτόν τον τρόπο, όπως θα δούμε· στη συγκεκριμένη περίπτωση, όμως, ο μελετητής ενήργησε με ακραίο τρόπο: θα μπορούσαμε να πούμε ότι «αναίρεσε» το ίδιο το γεγονός (dis-fatto il fatto), δηλαδή το εξάλειψε ριζικά, θεωρώντας το ανύπαρκτο.
Αντιθέτως, θα δούμε ότι ο Πλάτων, ακριβώς επειδή ήταν μεγάλος συγγραφέας, όχι μόνο είχε συνείδηση ότι ήταν ο μεγαλύτερος συγγραφέας της εποχής του και το απέδειξε τόσο στην πράξη όσο και στη θεωρία· αλλά, ακριβώς κατά τη φάση εκείνη της μετάβασης από τον έναν πολιτισμό στον άλλον, ανακάλυψε ότι το νέο μεγάλο μέσο επικοινωνίας μέσω της γραφής, μαζί με τα πλεονεκτήματά του, συνεπαγόταν και μειονεκτήματα, καθώς εισήγαγε ορισμένα στοιχεία που μπορούσαν να καταστήσουν την επικοινωνία αναποτελεσματική ή ακόμη και επιβλαβή. Ειδικότερα, κατανόησε με ποια έννοια και σε ποιον βαθμό το γραπτό δεν είναι απολύτως «αυτάρκες», επειδή χρειάζεται «βοήθεια» για την επαρκή και ολοκληρωμένη πρόσληψη των μηνυμάτων του. Για το ζήτημα αυτό, όμως, θα χρειαστεί να μιλήσουμε εκτενώς.
Ο Havelock δεν εξηγεί γιατί ο Πλάτων αποδομεί την ποιητικο-μιμητική προφορικότητα και συγχρόνως υποστηρίζει ότι η προφορικότητα βρίσκεται, από αξιολογική άποψη, υπεράνω της γραφής
Σε συνάρτηση με την κριτική της γραφής, ο Πλάτων παρουσιάζει μια συστηματική υπεράσπιση της προφορικότητας, την οποία θεωρεί ουσιώδη για τη μετάδοση των φιλοσοφικών μηνυμάτων, για τους λόγους που θα εξετάσουμε. Επιπλέον, θεωρεί τη γραφή μια πολύ όμορφη μορφή «παιχνιδιού», η οποία όμως εξακολουθεί να είναι παιχνίδι, σε αντίθεση με τη «σοβαρότητα» που χαρακτηρίζει τη διαλεκτική προφορικότητα. Περισσότερο από οπουδήποτε αλλού, στο πλαίσιο της επιχειρηματολογίας του Havelock επιβαλλόταν η εξήγηση αυτού του γεγονότος, σε συνάρτηση με μια επαρκή ερμηνεία της κριτικής της γραφής.
Πράγματι, το πρόβλημα παρουσιάζεται εξαιρετικά σύνθετο. Δεν είχα πραγματευθεί τη λύση του σε προηγούμενα έργα μου και την παρουσιάζω εδώ για πρώτη φορά. Η προφορικότητα έχει διαφορετικές μορφές, οι οποίες δεν μπορούν να αναχθούν εξ ολοκλήρου, όπως κάνει ο Havelock, στην «ποιητικο-μιμητική» μορφή, έστω και αν αυτή αποδεικνύεται η περισσότερο διαδεδομένη. Πράγματι, στο εσωτερικό της προφορικότητας θα πρέπει να διακρίνουμε:
α) την ποιητικο-μιμητική προφορικότητα, η οποία αποτελεί την αρχαιότερη και συγχρόνως την περισσότερο διαδεδομένη μορφή·
β) την προφορικότητα που θα ονομάσουμε διαλεκτική και η οποία γεννήθηκε και εδραιώθηκε με την εμφάνιση των φιλοσοφικών και επιστημονικών ερευνών·
γ) τέλος, την προφορικότητα που θα μπορούσαμε να χαρακτηρίσουμε ρητορική, επειδή υποστηρίχθηκε και επιβλήθηκε από τους Ρήτορες, δηλαδή από τους διδασκάλους της δημόσιας ευγλωττίας.
Ο Πλάτων άσκησε εντονότατη πολεμική εναντίον της πρώτης μορφής προφορικότητας, της «ποιητικο-μιμητικής»· στράφηκε όμως και εναντίον της τρίτης μορφής προφορικότητας, εκείνης που ήταν χαρακτηριστική των Ρητόρων και συνδεόταν με τη διδασκαλία των Σοφιστών —του Πρωταγόρα και του Γοργία—, και έβαλε στο στόχαστρό του ρήτορες όπως ο Λυσίας και ο ίδιος ο Ισοκράτης.
Η προφορικότητα που ο Πλάτων θεώρησε ικανή να μεταδώσει τα σπουδαιότερα μηνύματα, και ιδίως τα φιλοσοφικά, ήταν η «διαλεκτική προφορικότητα», την οποία ο Σωκράτης είχε φέρει στο προσκήνιο και την οποία ο ίδιος ο Πλάτων οικειοποιήθηκε, οργανώνοντας τα συγγράμματά του με βάση αυτή τη μέθοδο. Επομένως, δεν μπορεί να υποστηριχθεί, μαζί με τον Gentili, ότι ο Πλάτων «δεν αντιλαμβανόταν ότι ο πολιτισμός στον οποίο ασκούσε κριτική ήταν στενά συνδεδεμένος με την τεχνολογία της προφορικής επικοινωνίας. Το γεγονός ότι ο Πλάτων διακήρυττε ρητώς την προτίμησή του για τον προφορικό λόγο σημαίνει στην πραγματικότητα μόνο ότι δεν μπορούσε να συλλάβει όλες τις ιστορικές συνέπειες των δύο διαφορετικών τεχνολογιών, της προφορικής και της γραπτής επικοινωνίας, σε μια στιγμή κατά την οποία βρισκόταν σε εξέλιξη η μετάβαση από τη μία μορφή στην άλλη. Από εδώ προέρχεται η αντιφατική θέση οπισθοφυλακής που υιοθέτησε προς υπεράσπιση της προφορικότητας και εναντίον της χρήσης της γραφής, στην οποία όμως στην πράξη εμπιστευόταν τη μετάδοση της διαλεκτικής σκέψης του».
Πράγματι, ο Πλάτων δεν επένδυσε στην «ποιητικο-μιμητική προφορικότητα», αλλά στη «διαλεκτική προφορικότητα»· και θεώρησε ότι ακριβώς αυτή η μορφή προφορικότητας διέφευγε εντελώς τόσο από τους κινδύνους στους οποίους υπέπιπτε η ποιητικο-μιμητική —και η ρητορική— προφορικότητα, όσο και από τους κινδύνους στους οποίους υπέπιπτε η γραφή. Η γραφή, εξαιτίας των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών της, μπορούσε να οδηγήσει ακόμη και σε ολοκληρωτική αποτυχία της μετάδοσης των μηνυμάτων της, ιδίως όταν επρόκειτο για τα έσχατα μηνύματα της φιλοσοφίας.
Αν δεν αποσαφηνιστεί επαρκώς αυτή η διάκριση μεταξύ των διαφορετικών μορφών προφορικότητας, και ιδίως μεταξύ της «ποιητικο-μιμητικής» και της «διαλεκτικής», παρουσιάζεται μια ακρωτηριασμένη πραγματικότητα, με όλες τις συνέπειες που αυτό συνεπάγεται. Θα αφιερώσω, επομένως, τα επόμενα δύο κεφάλαια σε αυτές τις μορφές προφορικότητας, για να δείξω ότι η γέννηση και η εξέλιξη της φιλοσοφίας δεν μπορούν να εξηγηθούν παρά μόνο σε συνάρτηση με τη διαλεκτική προφορικότητα, η οποία δεν ξεκίνησε από το γραπτό, αλλά μάλλον κατέληξε σε αυτό.
Η προβληματική της ποίησης και της μυθολογίας
Φυσικά, η μεθοδολογική προσέγγιση του Havelock συνεπαγόταν την πλήρη ταύτιση της ποίησης και του μύθου με τον πολιτισμό της ποιητικο-μιμητικής προφορικότητας και, επομένως, την άρνηση ότι στον Πλάτωνα, ο οποίος ανέτρεψε τις μεθόδους και τα περιεχόμενα αυτού του πολιτισμού, η ποίηση και ο μύθος μπορούσαν να εξακολουθούν να έχουν κάποια σημασία. Αντιθέτως, όπως θα δούμε, ο Πλάτων εμφανίζεται ως δημιουργός μιας νέας μορφής ποίησης, ως ο νέος ποιητής που υπερβαίνει και πραγματώνει την αλήθεια της κωμωδίας και της τραγωδίας μέσα σε μια ανώτερη σύνθεση. Επιπλέον, αποκαθιστά τον μύθο ακριβώς στο νέο επίπεδο των φιλοσοφικών κατακτήσεων και τον παρουσιάζει ως «σκέψη μέσω εικόνων», η οποία λειτουργεί σε συνέργεια με τον λόγο.
Ευτυχώς, ως προς αυτό το σημείο, ορισμένοι μελετητές που αποδέχθηκαν τις θεμελιώδεις θέσεις του Havelock και τις ανέπτυξαν ιδιαίτερα στο πεδίο της λογοτεχνίας αντιλήφθηκαν ήδη αυτό το σφάλμα του και το διόρθωσαν. Ο Gentili, για παράδειγμα, επισημαίνει πολύ σωστά ότι ο Πλάτων απορρίπτει κατηγορηματικά τους μύθους που αποτελούσαν το αντικείμενο του έπους και της τραγωδίας, επειδή διαθέτουν δύναμη διανοητικής και ηθικής διαφθοράς· ωστόσο, αναγνωρίζει στον μύθο μια επικοινωνιακή ικανότητα και μια δύναμη πειθούς και σαγήνης, οι οποίες μπορούν, με τις κατάλληλες διορθώσεις στο περιεχόμενό του, να συνδεθούν αρμονικά με τον ορθολογικό λόγο. Φυσικά, πρόκειται για μια νέα μορφή μύθου και, συγκεκριμένα, για «έναν μύθο εξαγνισμένο από τις εφήμερες και απατηλές επινοήσεις των αρχαίων και προορισμένο να περιλάβει τις νέες αξίες της πολιτείας· επομένως, για τον μύθο ως μεταγλώσσα κατάλληλη για ένα νέο περιεχόμενο, ως σαγηνευτικό μεταμφιεσμό του φιλοσοφικού στοχασμού».
Ο Cerri, από την πλευρά του, διευκρινίζει: «Ο Πλάτων καταδικάζει τον μύθο και την ποίηση της ομηρικής και ησιόδειας παράδοσης, όχι τον μύθο και την ποίηση καθαυτά· αντιθέτως, προϋπόθεση και συνέπεια ολόκληρου του συλλογισμού είναι ότι ακριβώς ο μύθος και η ποίηση που τον αφηγείται αποτελούν τη μοναδική πρακτικά εφαρμόσιμη οδό για τη βασική διαμόρφωση του πολίτη. Η διαλεκτική αλήθεια παρεμβαίνει μόνο σε ένα δεύτερο στάδιο· αντιπροσωπεύει τον ανώτερο και επόμενο βαθμό της παιδευτικής άσκησης και, επιπλέον, προορίζεται μόνο για εκείνη την ελίτ των ανθρώπων που θα έχουν δείξει ότι διαθέτουν την κατάλληλη προδιάθεση για να τη δεχθούν».
Ένας άλλος περιορισμός της θέσης του Havelock συνίσταται στο ότι θεώρησε ως βασικό υλικό του προφορικού ποιητικο-μιμητικού πολιτισμού σχεδόν αποκλειστικά το έπος —και την τραγωδία— και συνέδεσε τη λυρική ποίηση όχι τόσο με την προφορικότητα όσο με τη γραφή. Αντιθέτως, και η λυρική ποίηση εντασσόταν στην ίδια δυναμική της τεχνολογίας της ποιητικο-μιμητικής προφορικότητας, όπως απέδειξε πολύ καλά ο Gentili. Πράγματι, η διαφορά συνίσταται μόνο στο εξής:
«Στο πλαίσιο της σχέσης ποιητή και κοινού, στη λυρική ποίηση, σε αντίθεση με την επική, ανακύπτει το ζήτημα της ιδιαιτερότητας του ακροατηρίου, το οποίο πρέπει κάθε φορά να προσδιορίζεται σε συγκεκριμένες κοινωνικές ομάδες: σε έναν θίασο κοριτσιών —Σαπφώ—, σε μια εταιρεία ευγενών —Αλκαίος—, σε μια παράταξη πολεμιστών που αγωνίζονται για την υπεράσπιση της πόλης τους —Τυρταίος— ή στο περιβάλλον των συμποσίων και των κώμων —Ανακρέων. Στην περίπτωση της χορικής λυρικής ποίησης, παράλληλα με το ζήτημα του ακροατηρίου, τίθεται και το ζήτημα του προσώπου του εντολέα και των ενδεχόμενων περιορισμών που αυτός μπορούσε να επιβάλει στον ποιητή».
Ειδικότερα, η αναγωγιστική μέθοδος «επιστημονιστικού-τεχνολογικού» χαρακτήρα την οποία ακολούθησε ο Havelock δεν του επέτρεψε να διακρίνει τη «γνωστική» σημασία του μύθου, η οποία σήμερα ανακαλύπτεται εκ νέου από πολλούς μέσω διαφορετικών οδών. Συγκεκριμένα, ο Havelock δεν κατανόησε την παρουσία εκείνου του «φαντασιακού καθόλου», δηλαδή εκείνου του «καθόλου» που εμπεριέχεται δομικά στην ίδια την ποιητική εικόνα και το οποίο, σε διαφορετικό βαθμό, κρύβεται και συγχρόνως αποκαλύπτεται σε εκείνες τις ιδιαίτερες καταστάσεις, στα γεγονότα που εκτυλίσσονται μέσα στον χρόνο και στους εμβληματικούς χαρακτήρες της ποίησης και του μύθου. Και ακριβώς αυτό είναι που, όπως θα δούμε, ο Πλάτων φέρνει στο προσκήνιο με τη νέα μορφή ποίησής του και με τους νέους μύθους που δημιουργεί.
Ο Havelock περιόρισε δραστικά ή ακόμη και εξάλειψε όλα τα στοιχεία που συνδέονται με τη μεταφυσική, τη θρησκευτική και την ερωτική προβληματική.
Συνεχίζεται
Σημειώσεις:
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου