Τρίτη 25 Αυγούστου 2026

ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ— ΟΡΓΑΝΟΝ 13

Συνέχεια από Πέμπτη 13. Αυγούστου 2026

ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ— ΟΡΓΑΝΟΝ 13

ΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣ – ΠΕΡΙ ΕΡΜΗΝΕΙΑΣ – ΠΡΩΤΑ ΑΝΑΛΥΤΙΚΑ
ΔΕΥΤΕΡΑ ΑΝΑΛΥΤΙΚΑ – ΤΟΠΙΚΑ – ΣΟΦΙΣΤΙΚΕΣ ΕΛΕΓΧΟΙ


Γενικός συντονισμός
του Maurizio Migliori

Ελληνικό κείμενο αντικριστά
Εκδόσεις Bompiani, Milano 2016

Κατηγορίες
Εισαγωγικό δοκίμιο, μετάφραση και σημειώσεις
της Marina Bernardini


ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΟ ΔΟΚΙΜΙΟ ΣΤΙΣ ΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣ

2. ΔΟΜΗ, ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ ΚΑΙ ΕΣΩΤΕΡΙΚΗ ΕΝΟΤΗΤΑ ΤΩΝ ΚΑΤΗΓΟΡΙΩΝ

EΝΟΤΗΤΑ        ΚΕΦ.                 ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΟ
ANTEPRAEDICAMENTA
1 Παρουσίαση των ομωνύμων, των συνωνύμων και των παραγώγων.
2 Διάκριση μεταξύ εκείνων που λέγονται κατὰ συμπλοκήν και εκείνων που λέγονται ἄνευ συμπλοκῆς. Έκθεση του λέγεσθαι καθ’ ὑποκειμένου και του εἶναι ἐν ὑποκειμένῳ και τετραμερής διαίρεση των όντων.
3 Χαρακτηριστικά του λέγεσθαι καθ’ ὑποκειμένου.
PRAEDICAMENTA
4 Παρουσίαση των δέκα κατηγοριών.
5 Ανάλυση της κατηγορίας της ουσίας.
6 Ανάλυση της κατηγορίας της ποσότητας.
7 Ανάλυση της κατηγορίας του πρός τι.
8 Ανάλυση της κατηγορίας της ποιότητας.
9 Ανάλυση των κατηγοριών του ποιεῖν και του πάσχειν.
POSTPRAEDICAMENTA
10 Ανάλυση των διαφορετικών σημασιών της αντιθέσεως: σχέση, εναντιότητα, στέρηση και κατοχή, κατάφαση και απόφαση.
11 Περαιτέρω παρατηρήσεις σχετικά με τα ἐναντία.
12 Σημασίες του προτέρου.
13 Σημασίες του ἅμα.
14 Σημασίες της κινήσεως.
15 Σημασίες του ἔχειν.


2.2. Η φύση του κειμένου και η εσωτερική του ενότητα
Με την τριμερή διάρθρωση του περιεχομένου σε antepraedicamenta, praedicamenta και postpraedicamenta, καθώς και με το πυκνό και ελλειπτικό ύφος ορισμένων τμημάτων, οι Κατηγορίες παρουσιάζονται ως ένα κείμενο ασφαλώς όχι εισαγωγικού ή εκλαϊκευτικού χαρακτήρα και πιθανότατα ούτε ως ένας πραγματικός κύκλος μαθημάτων· αποτελούν μάλλον ένα είδος διδακτικού εργαλείου, χρήσιμου ακριβώς επειδή είναι συνοπτικό και δομημένο με βάση σχήματα. Στο μέρος που ακολουθεί θα περιοριστούμε στην επισήμανση, έστω και αναπόφευκτα συνοπτική, ορισμένων μεθοδολογικών και θεματικο-εννοιολογικών ζητημάτων που μας φαίνονται σημαντικά για μια ενιαία ανάγνωση του κειμένου.

2.2.1. Αξία και λειτουργία των κεφαλαίων 1–3

Όπως ήδη αναφέρθηκε, το κείμενο στερείται προγραμματικού προλόγου και αρχίζει με μια σύντομη τριμερή διάκριση: εκείνη των ομωνύμων, των συνωνύμων και των παραγώγων. Η διάκριση αυτή φαίνεται αρχικά ασαφής ως προς τη λειτουργία της μέσα στο σύγγραμμα, ιδίως επειδή τα δύο κεφάλαια που ακολουθούν αμέσως το πρώτο παρουσιάζουν άλλους και διαφορετικούς τύπους ταξινομήσεως. Η τριμερής διάκριση του πρώτου κεφαλαίου, ωστόσο, δεν παραμένει απομονωμένη: όχι μόνο επανέρχεται μέσα στις Κατηγορίες, αλλά διαδραματίζει σημαντικό ρόλο και σε άλλα συγγράμματα που ανήκουν στο Όργανον, όπως τα Τοπικά και οι Σοφιστικοὶ Ἔλεγχοι. Τα λεγόμενα antepraedicamenta έχουν λόγο υπάρξεως στην εισαγωγική ενότητα με τη μορφή με την οποία μας έχουν παραδοθεί, καθόσον συμβάλλουν στο να τεθούν σε λειτουργία και να διευκρινιστούν ορισμένες έννοιες που θα επανέλθουν κατά την πορεία της πραγματεύσεως.

Στο πρώτο κεφάλαιο των Κατηγοριών τα συνώνυμα ορίζονται ως εξής:

«Συνώνυμα [...] λέγονται τα πράγματα των οποίων το όνομα είναι κοινό και ο λόγος της ουσίας που αντιστοιχεί στο όνομα είναι ο ίδιος· έτσι, για παράδειγμα, “ζῷον” είναι τόσο ο άνθρωπος όσο και ο βους: καθένα από αυτά ονομάζεται πράγματι “ζῷον” με κοινό όνομα, και ο λόγος της ουσίας είναι ο ίδιος. Διότι, αν θελήσει κανείς να εκθέσει τι σημαίνει για καθένα από τα δύο το να είναι ζῷον, θα αποδώσει τον ίδιο λόγο» (Κατ. 1, 1a6–12).

Ο ίδιος ορισμός επαναφέρεται στο κεφάλαιο 5 με αναφορά σε κάτι που έχει ήδη πραγματευθεί το κείμενο:

«Συνώνυμα, πράγματι, ήταν τα πράγματα των οποίων το όνομα είναι κοινό και ο λόγος ο ίδιος» (Κατ. 5, 3b7–8).

Ο όρος του παραδείγματος, «ζῷον», όταν χρησιμοποιείται σε σχέση με τον άνθρωπο και τον βου, νοείται με την ίδια σημασία και στις δύο περιπτώσεις, δηλαδή ως έμψυχη, ζωντανή ουσία προικισμένη με αίσθηση. Ο άνθρωπος και ο βους είναι συνώνυμα επειδή: 1) ονομάζονται και οι δύο «ζῷα», 2) ορίζονται μέσω της ίδιας έννοιας, δηλαδή της έννοιας του ζῴου. Το ζῷον κατηγορείται τόσο για τον άνθρωπο όσο και για τον βου, επειδή αποτελεί το γένος στο οποίο ανήκουν και τα δύο αυτά είδη.

Η συνωνυμία αποτελεί, για τον Αριστοτέλη, το χαρακτηριστικό μέσω του οποίου εκφράζονται οι σχέσεις ανάμεσα στο είδος και στο γένος, καθώς και ανάμεσα στο είδος και στα άτομα που περιλαμβάνονται σε αυτό, διότι δηλώνει έναν τύπο ουσιώδους κατηγορήσεως. Αυτό παραδειγματίζεται με αναφορά στην ουσία: οι πρώτες ουσίες, δηλαδή τα επιμέρους άτομα, δέχονται τόσο τον ορισμό των ειδών όσο και εκείνον των γενών, ενώ το είδος δέχεται τον ορισμό του γένους:

«Οι πρώτες ουσίες δέχονται τον λόγο τόσο των ειδών όσο και των γενών· και το είδος δέχεται τον λόγο του γένους. Διότι όλα όσα λέγονται για το κατηγορούμενο θα λέγονται και για το υποκείμενο· κατά τον ίδιο τρόπο, τα είδη και τα άτομα δέχονται τον λόγο των διαφορών. Συνώνυμα, πράγματι, ήταν τα πράγματα των οποίων το όνομα είναι κοινό και ο λόγος ο ίδιος· έτσι, όλα όσα προέρχονται από τις ουσίες και τις διαφορές λέγονται συνωνύμως» (Κατ. 5, 3b2–9).

Όλες οι κατηγορήσεις που συνεπάγονται την απόδοση του ορισμού, δηλαδή την έκφραση της ουσίας μιας πραγματικότητας —με αποκλεισμό των συμβεβηκότων—, είναι συνώνυμες. Η έννοια της συνωνυμίας αποκτά, επομένως, θεμελιώδη αξία και λειτουργία μέσα στο σύγγραμμα και σε σχέση με ένα κεντρικό μέρος του.

Η έννοια της ομωνυμίας, αντίθετα, συνδέεται με την κατηγόρηση του τύπου εἶναι ἐν ὑποκειμένῳ, η οποία ως επί το πλείστον δηλώνεται από τους σχολιαστές με τον όρο «ενύπαρξη». Αυτή δηλώνει το γεγονός ότι σε μια ουσία, πρώτη ή δεύτερη, αποδίδεται ένα στοιχείο που ανήκει σε μία από τις υπόλοιπες εννέα κατηγορίες. Μεταξύ της ουσίας και των άλλων κατηγοριών υπάρχει μια δομική ασυμμετρία: η ουσία εκφράζει κάτι καθ’ εαυτό και δεν έχει ανάγκη από κάτι άλλο· οι άλλες κατηγορίες, αντίθετα, πρέπει κατ’ ανάγκην να κατηγορούνται για μια ουσία που λειτουργεί ως υπόστρωμα. Στην περίπτωση της ενυπάρξεως, στις περισσότερες περιπτώσεις ούτε ο όρος ούτε ο ορισμός κατηγορούνται για το υποκείμενο:

«Από τα πράγματα που είναι σε ένα υποκείμενο, αντίθετα, στις περισσότερες περιπτώσεις ούτε το όνομα ούτε ο ορισμός κατηγορούνται για το υποκείμενο. Σε ορισμένες περιπτώσεις, ωστόσο, τίποτε δεν εμποδίζει το όνομα να κατηγορείται για το υποκείμενο, ενώ παραμένει αδύνατον να κατηγορηθεί γι’ αυτό ο ορισμός. Το λευκό, για παράδειγμα, μολονότι είναι σε ένα υποκείμενο, δηλαδή στο σώμα, κατηγορείται για το υποκείμενο —πράγματι, ένα σώμα λέγεται λευκό—, αλλά ο ορισμός του λευκού δεν θα κατηγορηθεί ποτέ για το σώμα» (Κατ. 5, 2a28–34).

Η συνωνυμία, επομένως, αποκλείεται. Μερικές φορές, όμως, μπορεί να παρουσιαστούν περιπτώσεις ομωνυμίας, στις οποίες ο όρος είναι κοινός ενώ ο ορισμός διαφορετικός. Όταν αποδίδεται μια ποιότητα, για παράδειγμα το λευκό χρώμα, σε ένα σώμα και λέγεται «το σώμα είναι λευκό», δεν εννοείται ότι αποδίδεται στο σώμα και ο ορισμός του λευκού. Πράγματι, το σώμα δεν είναι χρώμα και ο ορισμός του λευκού δεν μπορεί να κατηγορηθεί για το σώμα, επειδή είναι εντελώς ετερογενής προς τον ορισμό του σώματος. Στον ορισμό του λευκού περιλαμβάνεται εκείνος του χρώματος, που αποτελεί το γένος στο οποίο ανήκει, ενώ το σώμα δεν μπορεί με κανέναν τρόπο να είναι χρώμα.


Για να αποφευχθούν παρεξηγήσεις, θα ήταν ορθότερο και αυστηρότερο να διατυπώνεται μια κατηγόρηση του τύπου εἶναι ἐν ὑποκειμένῳ, όπως εκείνη που διαβάζουμε στις Κατηγορίες 2, 1a27–29: «κάποιο λευκό είναι σε ένα σώμα». Είναι το σώμα εκείνο που δέχεται, σε σχέση ενυπάρξεως, το λευκό. Το λευκό, πράγματι, δεν υπάρχει χωρίς σώμα.

Ο ίδιος ελληνικός όρος λευκόν, που εμφανίζεται στις δύο διατυπώσεις, χρησιμοποιείται με διαφορετική γραμματική λειτουργία: στην πρώτη περίπτωση («το σώμα είναι λευκό») είναι ουδέτερο επίθετο που συμφωνεί με το σῶμα, τον όρο που δηλώνει την ουσία η οποία έχει δεχθεί το λευκό ως ποιότητά της· στη δεύτερη περίπτωση («κάποιο λευκό είναι σε ένα σώμα») είναι ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο επίθετο που δηλώνει το χρώμα. Πρόκειται για σύμπτωση των καταλήξεων ουσιαστικού και επιθέτου και δεν συμβαίνει πολύ συχνά. Από αυτή την άποψη, η έννοια της ομωνυμίας είναι χρήσιμη για τον εντοπισμό ορισμένων αμφισημιών που μπορούν να προκύψουν στη γλώσσα.

Και η τρίτη έννοια που παρουσιάζεται στο πρώτο κεφάλαιο των Κατηγοριών έχει τη δική της ειδική λειτουργία κατά την κεντρική ανάπτυξη του συγγράμματος: τα παράγωγα δεν περιορίζονται στο καθαρά γλωσσικό πεδίο, αλλά φανερώνουν και αυτά μια σύνδεση με την οντολογία και με τις σχέσεις αλληλεξαρτήσεως μεταξύ των κατηγοριών. Στις περιπτώσεις όπου κατηγορούμε κάτι για μια ουσία, εάν θέλουμε, για παράδειγμα, να πούμε ότι η αρετή της ανδρείας είναι στον Σωκράτη, δηλαδή ότι ο Σωκράτης διαθέτει ανδρεία, λέμε: «ο Σωκράτης είναι ανδρείος», χρησιμοποιώντας ένα παράγωγο. Το παράγωγο αποτελεί, βέβαια, ένα γλωσσικό μέσο, αλλά χρησιμεύει για να αποδώσει μια ποιότη
τα σε μια ουσία.

Η έννοια του παραγώγου, η οποία παρουσιάζεται στο κεφάλαιο 1 των Κατηγοριών ως εξής:

«“Παράγωγα” [...] λέγονται τα πράγματα που ονομάζονται βάσει κάποιου όρου, από τον οποίο όμως διαφέρουν ως προς την κατάληξη: ο “γραμματικός” (ὁ γραμματικός), για παράδειγμα, από τη “γραμματική” (ἀπὸ τῆς γραμματικῆς) και [15] ο “ανδρείος” (ὁ ἀνδρεῖος) από την “ανδρεία” (ἀπὸ τῆς ἀνδρείας)» (Κατ. 1, 1a12–15),
επανέρχεται στο κεφάλαιο 8 για να εξηγήσει τη σχέση που εγκαθιδρύεται μεταξύ μιας ποιότητας και των πραγμάτων που χαρακτηρίζονται από αυτήν:
«Στις περισσότερες περιπτώσεις [...] και μάλιστα σχεδόν σε όλες, [τα πράγματα αυτά] δηλώνονται μέσω παραγώγων: ο “λευκός” (ὁ λευκός), για παράδειγμα, από τη “λευκότητα” (ἀπὸ τῆς λευκότητος), ο “γραμματικός” (ὁ γραμματικός) από τη “γραμματική” (ἀπὸ τῆς γραμματικῆς), ο “δίκαιος” (ὁ δίκαιος) από τη “δικαιοσύνη” (ἀπὸ τῆς δικαιοσύνης), και ούτω καθεξής» (Κατ. 8, 10a29–32).

Τα πράγματα που έχουν μια ορισμένη ποιότητα και δηλώνονται μέσω παραγώγων αντλούν τις ονομασίες τους από τις ποιότητες που κατέχουν και οι οποίες καθορίζουν τον τρόπο του είναι τους. Όπως ήδη ειπώθηκε, τα παράγωγα δεν αποτελούν αποκλειστικά γλωσσικό φαινόμενο, αλλά εκφράζουν μια σχέση ενυπάρξεως, της οποίας το ορολογικό επίπεδο δεν είναι παρά το εξωτερικό «ένδυμα».

Αυτό είναι τόσο αληθές, ώστε το ίδιο το γεγονός ότι μια πραγματικότητα που χαρακτηρίζεται ποιοτικά δηλώνεται με παράγωγο από την ποιότητα που ενυπάρχει σε αυτήν αποτελεί την αμεσότερη απόδειξη —αν και όχι τη μοναδική— ότι γίνεται λόγος για μια ποιότητα και όχι για κάτι άλλο, όπως ποσότητα, σχέση κ.λπ.

Με αυτό δεν θέλουμε να αποκλείσουμε ότι ο Αριστοτέλης έχει σαφώς κατά νου και το γλωσσικό ζήτημα. Αν πράγματι στις περισσότερες περιπτώσεις, και μάλιστα σχεδόν σε όλες, τα πράγματα που χαρακτηρίζονται από μια ποιότητα δηλώνονται με παράγωγα, είναι επίσης αληθές ότι μερικές φορές αυτό δεν συμβαίνει, και συγκεκριμένα:
όταν οι ποιότητες που κατέχουν δεν έχουν ονομασία: ο δρομικός (ὁ δρομικός), για παράδειγμα, δηλαδή εκείνος που είναι ικανός στο τρέξιμο, δεν ονομάζεται έτσι μέσω παραγώγου, αλλά επειδή διαθέτει φυσική ικανότητα για το τρέξιμο και δεν υπάρχει όρος που να εκφράζει την ικανότητα του τρέχειν (Κατ. 8, 10a32–b1)·
όταν, μολονότι οι αντίστοιχες ποιότητες έχουν όνομα, τα πράγματα που χαρακτηρίζονται από αυτές δεν αντλούν από αυτό κάποιο παράγωγο: αυτή είναι η περίπτωση του ηθικά ενάρετου ανθρώπου (ὁ σπουδαῖος), ο οποίος λέγεται έτσι επειδή κατέχει την ποιότητα της αρετής, αλλά δεν δηλώνεται μέσω παραγώγου του όρου ἀρετή (Κατ. 8, 10b5–9).
«Μια τέτοια κατάσταση, ωστόσο, δεν παρουσιάζεται σε πολλές περιπτώσεις» (Κατ. 8, 10b9).


Συνεχίζεται

Σημειώσεις:

61 Η έννοια αυτή εκφράζεται με σαφήνεια στα Τοπικά: πρβλ. Τοπ. II 2, 109b6–7· IV 3, 123a28· IV 6, 127b5–6· πρβλ. επίσης Σοφ. Ἔλ. 15, 167a24 κ.ε.

62 Πρβλ. Τοπ. VIII 4, 154a18 κ.ε.

63 Στα Τοπικά και στους Σοφιστικούς Ελέγχους η έννοια αυτή θα αποδειχθεί χρήσιμη για την αποκάλυψη των σοφιστικών συλλογισμών που στηρίζονται σε παραπλανητικές ταυτίσεις όρων, με την αναγωγή στους ορισμούς των λέξεων και στην ουσιώδη πραγματικότητά τους· πρβλ. Τοπ. VI 12, 149b1 κ.ε. Σχετικά με αυτό, πρβλ. Fermani, Εισαγωγική μελέτη στους Σοφιστικούς Ελέγχους, κατωτέρω, σ. 1670–1671.

64 Πρβλ. Κατ. 8, 10a27–29: «Ποιότητες, λοιπόν, είναι εκείνες για τις οποίες μιλήσαμε· “ορισμένης ποιότητας”, αντιθέτως, είναι οι πραγματικότητες που δηλώνονται με όρους οι οποίοι παράγονται από τις ποιότητες ή σχηματίζονται με οποιονδήποτε άλλο τρόπο από αυτές».

Δεν υπάρχουν σχόλια: