Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα π. Γ.Μεταλληνός. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα π. Γ.Μεταλληνός. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 20 Ιουλίου 2026

π. Γεώργιος Μεταλληνός: Ὁ μύθος περί ξένων ἐπιδράσεων στά ἔργα τοῦ ἁγίου Νικοδήμου τοῦ Ἁγιορείτου (Βίντεο και κείμενο)

 


Πρωτοπρεσβύτερος Γεώργιος Μεταλληνός, Ὁμότιμος Καθηγητής Ε.Κ.Π.Α.: –«Ὁ μύθος περί ξένων ἐπιδράσεων στά ἔργα τοῦ ἁγίου Νικοδήμου τοῦ Ἁγιορείτου». 29 

Σεπτεμβρίου 2018, Ναύπακτος. Μέ τήν εὐκαιρία τῆς ἑορτῆς τοῦ ἁγίου Ἱεροθέου, Δ’ Θεολογικό Συνέδριο Ἱερᾶς Μητροπόλεως Ναυπάκτου καί Ἁγίου Βλασίου, μέ γενικό θέμα «Ἡ Θεολογία στήν Τουρκοκρατία»

Ὁ λόγος γιά τήν χρήση δυτικῶν πηγῶν ἀπό τόν ἃγιο Νικόδημο, παλαιότερα τουλάχιστον, ἦταν εὐρύτατος. Συνεχίζεται δέ καί σήμερα ἀπό ἐκείνους, πού δέν παρακολουθοῦν τήν πορεία τῆς ἐπιστημονικῆς ἒρευνας καί ἀγνοοῦν τά νεώτερα πορίσματά της. Ὑπάρχουν ὃμως καί ἐκεῖνοι, πού παρασύρονται ἀπό τήν γλώσσα τοῦ Ἁγίου καί καταλήγουν σέ ἀνέρειστα συμπεράσματα. Δυτικές ἐπιδράσεις στόν ἃγιο Νικόδημο δέχθηκε καί ἓνας ἀπό τούς ἐγκυρότερους ἐρευνητές του, ὁ γερμανός ἰησουϊτης Gerhard Podskalky1, ἀπό τόν ὁποῖο ἒχουν ἐπηρεαστεῖ καί Ἓλληνες συγγραφεῖς.
1. Γίνεται λόγος γιά ἒμμεσες ἐπιδράσεις στόν ἃγιο Νικόδημο, μέ ἀναφορά στά ἒργα του «Ἐξομολογητάριον»(1794) καί «Χρηστοήθεια»(1803)2. Στή διάρκεια τῆς δουλείας κυκλοφοροῦσαν διάφορα «Ἐξομολογητάρια» (Ὁδηγός Έξομολόγου καί Ἐξομολογουμένου), Ἑλληνικά καί Ξένα3. Στά δεύτερα ἀνῆκαν καί τά μεταφρασμένα ἀπό τά ἰταλικά ἒργα τοῦ Paolo Segneri «Ὁ Μετανοῶν διδασκόμενος»4 καί «Ὁ Πνευματικός διδασκόμενος»5, πού θεωρήθηκαν ὡς πηγή τοῦ Νικοδήμου. Ἀναδύεται ὃμως τό κρίσιμο ἐρώτημα: Τὀ «Ἐξομολογητάριον» συνετάχθη μετά τήν ἐνασχόληση τοῦ Νικοδήμου μέ τά συγγράμματα τοῦ ἁγίου Συμεών τοῦ Νέου Θεολόγου6, ἂρα σέ κλίμα καθαρά ἡσυχαστικό-φιλοκαλικό, στό ὁποῖο μόνιμα ἐκινεῖτο ὁ Ἃγιος. Γιατί, λοιπόν, νά καταφύγει σέ παπικῆς προελεύσεως πηγές;
2. Γίνεται ὃμως λόγος καί γιά ἂμεσες ἐπιδρἀσεις, σχετικά με τά ἒργα τοῦ Νικοδήμου «Ἀόρατος Πόλεμος»(1795)7 καί «Γυμνάσματα Πνευματικά»(1800)8, πού θεωροῦνται ἀντιγραφή ὁμοτίτλων δυτικῶν προτύπων. Ἡ περί ἰταλικῶν προτύπων ἐκδοχή, τά ὁποῖα μάλιστα ἐπέλεξε ὁ ἲδιος ὁ Νικόδημος, ὁδήγησε σέ τερατώδεις ὑποθέσεις στό παρελθόν. Ἡ θέση ὃμως αὐτή ἒχει πιά ξεπεραστεῖ. Αὐτό δέ ὀφείλεται στήν ὁριακή παρέμβαση τοῦ ἒγκριτου ἱστορικοῦ-φιλολόγου κ. Ἐμμανουήλ Φραγκίσκου9, ὁ ὁποῖος ἐξέτασε ἐκτενῶς τό πρόβλημα, καταλήγοντας στό συμπέρασμα, ὃτι «ἡ σχηματισμένη ὣς τώρα εἰκόνα γιά τή σχέση τοῦ Νικοδήμου Ἁγιορείτη μέ κείμενα τῶν Scupoli καί Pinamonti καί πέρα ἀπό αὐτό, γιά τήν ἐπίδραση τοῦ καθολικισμοῦ στό ἒργο του, ἒρχεται νἀ ἀλλάξει ριζικά. Εἶναι φανερό, ὃτι ἡ σχέση αὐτή ὑπῆρξε τελικά ἒμμεση»10. Ἀλλά καί τό ἐπίθετο «ἒμμεση» ἒχει τήν ἐξήγησή του.

Πρῶτο σημαντικό δεδομένο εἶναι ὃτι ὁ Ἃγιος δέν γνώριζε ἰταλικά. Τά δύο ἰταλικά ἒργα μεταφράστηκαν στά ἑλληνικά ἀπό τόν «καγκελλάριο»-Γραμματέα τῆς Κοινότητας τῆς Πάτμου, Ἐμμανουήλ ἢ Μανουήλ Ρωμανίτη, κρητικῆς καταγωγῆς, πού πέθανε μετά τό 1758 ἢ 1762. Ὁ Ἃγιος Μακάριος (1741-1805), ἐκ τῶν πρωταγωνιστῶν τῆς Κολλυβαδικῆς Ὁμάδος καί «ἐργοδιώκτης» τοῦ ἁγίου Νικοδήμου, βρίσκοντας ἐνδιαφέροντα, ἀπό πλευρᾶς θεμάτων, τά ἒργα αὐτά, θεώρησε καλό νά δώσει ἀντίγραφα τῶν μεταφράσεων τοῦ Ρωμανίτη στόν Νικόδημο, ὡς ταλαντοῦχο Θεολόγο τοῦ Κολλυβαδικοῦ Κινήματος11, γιά νά ἐμπνευσθεῖ ἀνάλογες συγγραφές γιά τό Ὀρθόδοξο Πλήρωμα

Ὁ Νικόδημος, παίρνοντας ἀφορμή ἀπό τίς μεταφράσεις τοῦ Ρωμανίτη, συνέγραψε τά ὁμότιτλα ἒργα του, κατά πολύ ἐκτενέστερα τῶν μεταφράσεων, καί τό σημαντικότερο προσφέροντας στή θέση ἐκείνων ἒργα ὀρθόδοξα. Ὃ,τι προσλαμβάνει ἀπό τόν Ρωμανίτη ὀρθοδοξοποιεῖται, φέροντας τήν σφραγίδα τῆς πατερικότητας, διότι πάντα καταφεύγει σέ πατερικές πηγές12. Τό «’Εξομολογητάριον» λ.χ. στηρίζεται ἰδιαίτερα στούς 38 Κανόνες τοῦ πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Ἰωάννου Δ΄ τοῦ Νηστευτοῦ (+595)13 καί στά 17 Ἐπιτίμιά του, πού εἶχαν σωθεῖ σέ ἁγιορείτικα χειρόγραφα. Τὀ πολυσχολιαζόμενο ὃμως σχολαστικό ὓφος τοῦ ἒργου τοῦ Νικοδήμου δέν ὀφείλεται τόσο στή δυτική ἐπίδραση, γιατί ἦταν σύμπτωμα γενικότερο τῆς ἐποχῆς, ὃσο στό ἒργο τοῦ Ἰωάννου Νηστευτοῦ, πού ἐπηρέαζε τήν ὀρθόδοξη ποιμαντική πράξη, κυρίως δέ στή διάρκεια τῆς δουλείας.

3. Ἂς ἒλθουμε ὃμως εἰδικότερα στή γλώσσα τοῦ Νικοδήμου. Ἒχουν διατυπωθεῖ δύο θέσεις,ἡ μία τοῦ π. Θεοκλήτου Διονυσιάτη14 καί ἡ ἂλλη τοῦ Καθηγητῆ Χρήστου Γιανναρᾶ15, διαμετρικά ἀντίθετες μεταξύ τους. Γιά τόν ἁγιορείτη Μοναχό ὁ Νικόδημος εἶναι «ἐξομολόγος, οὗτινος τό τάλαντον σπανιώτατον», «δεινός ἑρμηνευτής Ἐπιτιμίων τῶν ἱερῶν Κανόνων, πατρικώτατος κῆρυξ τῆς μετανοίας, γλυκύς καί κατανυκτικός ἐν τῇ ἀναπτύξει τοῦ περί μετανοίας, ἐξομολογήσεως καί συγγνώμης μυστηρίου». Ὁ κ. Γιανναρᾶς, ἀντίθετα, ὑποστηρίζει ὃτι ὁ Ἃγιος συντελεῖ στό «νά διαρρηγνύει (πλῆθος ἀνθρώπων) τή σχέση του μέ τήν Ἐκκλησία, ὓστερα ἀπό μία καί μόνη ἒστω ἐμπειρία τραυματικῆς ἐξομολογήσεως μέ τίς προδιαγραφές τῆς δικανικῆς συναλλαγῆς». Ὁ Θεός τοῦ Αὐγουστίνου –συνεχίζει- τοῦ Ἀνσέλμου καί τοῦ Νικοδήμου, ὁ τρομοκράτης Θεός τῶν σαδιστικῶν ἀπαιτήσεων δικαιοσύνης δέν ἐνδιαφέρει τόν ἂνθρωπον»16.

Ἡ γλώσσα τοῦ ἁγίου Νικοδήμου χαρακτηρίζεται σχολαστική καί εὐσεβιστική, κάτι πού σέ μεγάλο βαθμό εἶναι αἰσθητό. Ὁ ἱστορικός ἀναχρονισμός ὃμως, ἡ ἀντιμετώπιση δηλαδή μέ σημερινά κριτήρια θεμάτων τοῦ παρελθόντος, δέν ὁδηγεῖ σέ ὀρθά συμπεράσματα. Τά ἒργα τοῦ ἁγίου Νικοδήμου εἶναι καί αὐτά τέκνα τῆς ἐποχῆς τους, γλωσσικά καί ὑφολογικά. Δέν παύουν ὃμως νά εἶναι πνευματικά καί ποιμαντικά. Ὁ Ἃγιος καταφεύγει στόν Ἰωάννη Νηστευτή, διότι ἒδωσε ἓνα νέο μέτρο στήν διαδικασία τῆς Μετανοίας, συντομεύοντας τήν διάρκεια τῆς ἀποχῆς ἀπό τό Μυστήριο τῆς Θείας Εὐχαριστίας καί τονίζοντας περισσότερο τόν ἀσκητικό κανόνα. Αὐτό προβάλλει καί ὁ Νικόδημος γιά νά βοηθήσει τούς πιστούς, ὣστε νά μή ἀπομακρυνθοῦν καί ἀποκοποῦν ἀπό τό Μυστήριο. Ἂλλες οἱ προϋποθέσεις τῆς χριστιανικῆς ἀρχαιότητας μέ τίς τάξεις τῶν «μετανοούντων» καί «προσκλαιόντων», καί ἂλλες ἐκεῖνες τῆς ἐποχῆς τοῦ Νικοδήμου. Προσφέρει, συνεπῶς τήν ποιμαντική τῆς πατερικῆς παράδοσης μέ τά μέσα τῆς ἐποχῆς του. Ἂλλωστε, ἀπευθύνεται στό εὐρύ λαϊκό στρῶμα, λαμβάνοντας ὑπόψει τήν δεκτικότητά του. Κάτι ἀναλογο (πρέπει νά) γίνεται καί σήμερα. Ἡ άποκρουστική γιά κάποιους «περιπτωσιολογία» τοῦ Νηστευτῆ καί τοῦ Νικοδήμου βοηθεῖ τόν ἐλάχιστα κατηχημένο πιστό νά ἀντιληφθεῖ τίς διαστάσεις καί τήν δυναμική τῆς ἁμαρτίας. Αὐτό τό ἀντιμετωπίζουμε ὡς Κληρικοί καί σήμερα. Ἡ πνευματική δέ κατάσταση τότε τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ ἦταν πολύ χαμηλή, ὃπως ἀναπτύσσει ὁ Ἃγιος στήν «Χρηστοήθεια». Δέν χάνεται ὃμως ἡ πατερική προοπτική στήν ποιμαντική τοῦ Νικοδήμου. Καί συγκεκριμένα: Ὁ ὃρος «ἱκανοποίηση» (Satisfactioτοῦ Ἀνσέλμου, +1109)17 ἀπαντᾶ συχνά στόν Νικόδημο καί γι’ αὐτό παρασύρει σέ ἀκρισίες. Ἡ συστηματική ὃμως μελέτη τῶν κειμένων του ἀποδεικνύει, ὃτι ὁ ὃρος αὐτός δέν σημαίνει τήν «ἐκδικητική διάθεση κάποιου ἂτεγκτου Θεοῦ», ἀλλά συνδέεται μέ τόν «Κανόνα» τοῦ μετανοοῦντος καί τήν ἐκπλήρωσή του. Ὁ ὃρος «ἱκανοποίηση» δέν ἀναφέρεται σέ κάποια «σαδιστική αὐθεντία», ἀλλά δηλώνει τήν «εύαρέστηση» καί τήν «χαρά» τοῦ Θεοῦ ὡς «ἰατροῦ τῶν ψυχῶν καί τῶν σωμάτων ἡμῶν»18 γιά τήν λήψη τῶν πνευματικῶν φαρμάκων ἀπό τόν μετανοοῦντα. Τήν ἀποδοχή, δηλαδή, καί ἐκτέλεση τῆς συνταγῆς τοῦ θεράποντος ἰατροῦ του, τοῦ Πνευματικοῦ, καί στήν οὐσία τοῦ Θεοῦ.

Ἡ δυτική «Satisfactio» δηλώνει τήν ἐκδικητική καί τιμωρητική στάση τοῦ Θεοῦ ἀπέναντι στόν ἁμαρτωλό γιά τήν τρωθεῖσα ἀξιοπρέπειά του. Στόν Νικόδημο, ἀντίθετα, εἶναι ἡ φανέρωση τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ καί εὐαρέστησής του γιά τή θεραπεία τοῦ τέκνου του. Ταυτίζεται, ἒτσι, μέ τούς ὃρους εὐαρεστεῖν καί εὐαρέστηση, κατά τό Ἑβρ. 11,5-619: «χωρίς τῆς πίστεως (τῆς πλήρους δηλαδή παραδόσεως τοῦ ἀνθρώπου στόν Θεό) ἀδύνατον εὐαρεστῆσαι». (Πρβλ. Ρωμ. 14, 18). Ἡ Ἱκανοποίηση» δέ κατά τόν Νικόδημο εἶναι διπλῆ, σωματική καί πνευματική. Σωματική εἶναι ἡ νηστεία, οἱ γονυκλισίες, ἡ ἐλεημοσύνη. Πνευματική δέ ἡ «κατανυκτική προσευχή» (ἡ «Εὐχή»).

Ἡ σχέση, λοιπόν, τοῦ Νικοδήμου μέ τήν δυτική δικανική θεωρία εἶναι μόνο λεκτική καί αὐτό κατ’ ἀνάγκη, διότι οἱ ὃροι αὐτοί εἶχαν εἰσέλθει στό λεξιλόγιο τῶν Ἑλλήνων. Καί εἶναι γεγονός ὃτι στά κείμενά του ἀπαντοῦν φράσεις, ὃπως «ἂπειρος ὓβρις», «ἂπειρος πληρωμή», «ὀργή τοῦ Θεοῦ». Ἒχουν ὃμως ὀρθόδοξο νόημα. Ἂν ἀπομονωθοῦν, νοοῦνται δικανικά, ἀνατρέποντας τήν λειτουργία τῆς θείας ἀγάπης, κατά τά Ἰω. 3,16 καί Ρωμ. 5,8, τήν ὁποία ὃμως ὑπονοεῖ πάντοτε ὁ Νικόδημος. Ὁ Θεός τοῦ Νικοδήμου δέν εἶναι ἂτεγκτος κριτής, προβολή τῶν ἡγεμόνων τῆς φραγκικῆς φεουδαρχίας, ἀλλά Πατέρας πλήρης οἰκτιρμῶν καί φιλανθρωπίας. Ὁ στόχος τοῦ Νικοδήμου εἶναι νά μισήσει ὁ ἂνθρωπος καί νά σιχαθεῖ τήν ἁμαρτία, καί τό «μοτίβο» τῆς «προσβολῆς» τοῦ Θεοῦ εἶναι πολύ βοηθητικό σ’ αὐτή τήν κατεύθυνση. Ἡ χρήση, ἐξ ἂλλου, τῶν κανόνων τοῦ Νηστευτοῦ στοχεύει στό νά βοηθηθεῖ ὁ πιστός νά συλλάβει τήν ἒκταση καί πολυπλοκότητα τῆς ἁμαρτίας καί τήν βαρύτητά της ὡς ψυχικῆς ἀσθενείας. Ὁ Νηστευτής στάἐπιτίμιά του εἶναι ἐπιεικέστερος καί λέγει ὁ Νικόδημος: «Σέ ἐκανόνισα κατά τόν συγκαταβατικόν Νηστευτήν», συμπληρώνοντας ὃμως: «Τόν ὁποῖον ἐδέχθη καί δέχεται ὃλη κοινῶς ἡ Ἐκκλησία τῶν Ὀρθοδόξων». Τά ἐπιτίμια κατά τόν Νικόδημο εἶναι «φάρμακα»γιά τήν θεραπεία τοῦ πιστοῦ. Καί, ὃπως γράφει, οἱ Πνευματικοί εἶναι «οἱ ἰατροί ἐκεῖνοι καί πανδοχεῖς, τούςὁποίους ἐκατάστησεν ὁ Θεός εἰς τό Πανδοχεῖον τῆς Ἐκκλησίας, διά νά ἐπιμελῶνται τούς ἀσθενεῖς, ἢτοι τούς ἁμαρτωλούς ἐκείνους, πού πληγώνονται ἀπό τούς νοητούς ληστάς, δαίμονας»20.

Τό ἲδιο πνεῦμα διέπει καί τή χρήση καί τῶν ἂλλων σχολαστικῶν ὃρων. Ὁ ὃρος «ἐξιλέωσις» σημαίνει ὃτι καλεῖται ὁ ἂνθρωπος νά γίνει δεκτικός τοῦ θείου ἐλέους καί ἒτσι δεκτός ἀπό τόν Θεό μέ τόν πνευματικό του ἀγώνα. Τό πρόβλημα, συνεπῶς, βρίσκεται στόν ἂνθρωπο καί ὂχι στόν Θεό21. Ὁ Θεός τοῦ Νικοδήμου εἶναι πάντα ἳλεως, συγκαταβατικός καί σπλαγχνικός. Στόν δυτικό νομικισμό ὁ ἁμαρτωλός στέκεται «μόνος καί ἒνοχος ἀπέναντι σέ ἓναν ἀμείλικτο δικαιοκρίτη καί τιμωρό Θεό, πού διψάει ἀκόρεστα ἱκανοποίηση, τῆς προσβεβλημένης ἀπό τήν ἀνθρώπινη ἁμαρτία δικαιοσύνης του»22. Ὁ Θεός ἐκεῖ ἀπαιτεῖ «τήν τιμωρία τοῦ ἁμαρτωλοῦ», κινούμενος ἀπό τή «σαδιστική ἀμετρία τοῦ πληγωμένου ἐγωϊσμοῦ του»23. Τά έπιτίμια, ἒτσι, εἶναι στή Δύση ποινές, τό λύτρο πού «πρέπει νά πληρώσει ὁ ἁμαρτωλός»24.

Οὐδεμία σχέση ἒχει μ’ αὐτά ἡ ποιμαντική τοῦ Νικοδήμου. Ἡ γλώσσα τοῦ Ἐξομολογηταρίου εἶναι ἡ συνήθης γλώσσα τῆς ἐποχῆς, ἡ σημαντική της ὃμως εἶναι πατερική. Ὁ Νικόδημος, ὃπως πιστεύουμε, θέλει νά ἐντάξει στό ὀρθόδοξο πλαίσιο τίς ἐπικρατοῦσες στήν ἐποχή του ἀπόψεις, «συνδυάζοντας τίς ὑπάρχουσες τάσεις»25. Μερικά παραδείγματα: Λέγει ὁ Νικόδημος, ὃτι ἡ ἁμαρτία «βεβηλώνει» τό αἷμα τοῦ Χριστοῦ καί «ὑβρίζει» τήν Χάρη Του. Ἀναπαράγει ὃμως τό Ἑβρ. 10,29: «Πόσῳ δοκεῖτε χείρονος ἀξιωθήσεται τιμωρίας ὁ τόν Υἱόν τοῦ Θεοῦ καταπατήσας καί τό αἷμα τῆς διαθήκης κοινόν ἡγησάμενος καί τό πνεῦμα τῆς χάριτος ἐνυβρίσας»; Γράφοντας γιά τήν ἁμαρτία, ὃτι συγχωρεῖται «μέ τήν ἂπειρον ἱκανοποίησιν» τῆς θυσίας τοῦ Χριστοῦ, ἀποδίδει πιστά τό Τίτ. 3,5: «Οὐκ ἐξ ἒργων τῶν ἐν δικαιοσύνῃ, ἃ ἐποιήσαμεν ἡμεῖς, ἀλλά κατά τό αὐτοῦ ἒλεος ἒσωσεν ἡμᾶς διά λουτροῦ παλιγγενεσίας». (Πρβλ. Α΄ Ἰω. 1,7).

Οἱ ὃροι ἐπίσης «τιμωρία», «ἐχθρός τοῦ Θεοῦ», «ὀργή τοῦ Θεοῦ», «ἒνοχος», εἶναι στόν Νικόδημο ἀπαλλαγμένοι ἀπό κάθε δικανική σημασία. Τό ὑπόβαθρό του εἶναι πάντα ἁγιογραφικό καί πατερικό. Παραπέμπει λ.χ. στόν ἃγιο Γρηγόριο Νύσσης: «Ὣσπερ τόν μισθόν λήψεται, καθώς φησίν ὁ Ἀπόστολος (πρβλ. Α΄Κορ. 3,3), κατά τόν ἲδιον κόπον ἓκαστος, οὓτω πάντως καί τήν τιμωρίαν ἐπί τῶν κατά δύναμιν πόνων ὀλιγωρίᾳ»26. Ἀλλά καί ὁ ἱ. Χρυσόστομος διδάσκει: «Τούτους καί ἡμεῖς μάθωμεν τῆς φιλανθρωπίας τούς νόμους… Καί γάρ ἳππον, ἂν ἰδῃς κατά κρημνόν φερόμενον, χαλινόν ἐμβάλλεις, καί ἀναχαιτίζεις μετά σφοδρότητος, καί μαστίζεις πολλάκις, καίτοι γε τοῦτο κόλασίς ἐστιν. Ἀλλ’ ἡ κόλασις αὓτη σωτηρίας μήτηρ ἐστί. Οὓτω καί ἐπί τῶν ἁμαρτανόντων ποίησον’ δῆσον τόν πλημμελήσαντα, ἓως ἂν ἐξιλεώσῃ τόν Θεόν, μή ἀφῆς λελυμένον, ἳνα μή πλέον δεθῇ τῇ τοῦ Θεοῦ ὀργῇ… Μή ὠμότητος νόμιζε τό τοιοῦτο καί ἀπανθρωπίας, ἀλλά τῆς ἂκρας ἱμερότητος καί ἀρίστης ἰατρείας καί πολλῆς κηδεμονίας»27. Αὐτή εἶναι ἡ ποιμαντική θεραπευτική τῆς αὐθεντικῆς χριστιανικότητας, καί αὐτῆς τῆς παράδοσης εἶναι φορέας καί ὁ Νικόδημος.

Δύο λόγια μόνο καί γιά τήν «Χρηστοήθεια»28. Ἀντιμετωπίσθηκε ὃπως τό Ἐξομολογητάριο, μέ βάση τά ἰσχύοντα στή σχολαστική Δύση. Καί στήν περίπτωση αὐτή πάλι συγκρούονται οἱ Φιλοσοφοῦντες καί Μεταφυσικοί μέ τούς ἐντεταγμένους στήν πατερική παράδοση τῆς ἂσκησης καί κάθαρσης.

Π.χ. ὁ Ἰησουΐτης Podskalsky29 δείχνει τοὐλάχιστον ἒκπληξη, ὃταν λέγει ὁ Νικόδημος, ὃτι ὁ Χριστός «δέν ἐγέλασε ποτέ»30. Ὁ Νικόδημος ὃμως ἂλλα ἐννοεῖ. Ὁ Χριστός δέν ἐκάγχασε, διακωκωδώντας τόν συνάνθρωπο. Γράφει ὁ Νικόδημος: «Ἐντραπῆτε, ἀδελφοί, ἀπό τήν ζωήν καί τό παράδειγμα, ὃπου μᾶς ἀφῆκεν ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός, διότι αὐτός εἰς ὃλην τήν περίοδον τῆς ἐπί γῆς αὐτοῦ πολιτείας δέν φαίνεται εἰς κανέν μέρος τῶν ἁγίων Εὐαγγελίων γεγραμμένον ὃτι ἐγέλασε». Παραπέμπει ὃμως εἰς τόν Μ. Βασίλειον: «Κατά τόν Μέγαν Βασίλειον λέγοντα καί ὁ Κύριος, τά μέν ἀναγκαῖα (=ἀδιάβλητα) πάθη τῆς σαρκός ὑπομείνας φαίνεται…, γέλωτα δέ μηδαμοῦ παραδεξάμενος, ὃσον ἐκ τῆς τῶν Εὐαγγελίων ἱστορίας»31. Συνεχίζει δέ ὁ Νικόδημος: «Τούς δέ γελῶντας, ἐξ ἐναντίας, ἐταλάνισε καί ἐθρήνησεν εἰπών΄ οὐαί ὑμῖν οἱ γελῶντες νῦν, ὃτι πενθήσετε καί κλαύσετε»(Λουκ. 6,25). Ὁ Χριστός, συμπληρώνει, μολονότι ἀναμάρτητος, ἒκλαυσε, ἐνῶ ἡμεῖς πού εἴμαστε ἁμαρτωλοί γελᾶμε».

«Εἰ δέ Χριστός, συνεχίζει, δέν ἐχοράτευεν, οὒτε ἐγέλασε ποτέ εἰς ὃλην του τήν ζωήν, πῶς ἐσεῖς ἀσύνετοι δέν ἐντρέπεσθε νά γελᾶτε καί νά χορατεύετε;». Πάλιν ὃμως παραπέμπει στόν Χρυσόστομο32. Οἱ γέλωτες πού καυτηριάζει ὁ Νικόδημος πατερικά, εἶναι ἡ «εὐτραπελία», οἱ «χορατάδες», κ.τ.λ.33. Eἶναι οἱ γέλωτες, πού προέρχονται ἀπόμία μή καθαρμένη καρδία. Προτρέπει ὃμως νά γελᾶ ὁ χριστιανός, ἀλλά χωρίς νά εὐτελίζει τόν ἂλλο. Γράφει: «Καί τοῦτο δέ τό χαμόγελο νά τό κάμνετε, γιά νά δείξετε μέ αὐτό τήν χαροποιάν διάθεσιν τῆς καρδίας σας καί νά πληρώσετε τό γεγραμμένον ἐκεῖνο, ὃτι ΄καρδίας εὐφραινομένης πρόσωπον θάλλει΄» (Παρ. 15, 14)34.

Ὁ Νικόδημος θέλει νά δείξει, ὃτι ὃποιος δέν συμπεριφέρεται φυσικά καί ἀβίαστα κατ’ αὐτόν τόν τρόπο, ἀποδεικνύει ὃτι δέν ἒχει φθάσει ἀκόμη στό ἐν Χριστῷ ἦθος καί συνεπῶς καλεῖται νά συνειδητοποιήσει τό ἒλλειμμά του. Ἡ πατερικὀτητα τοῦ Νικοδήμου φαίνεται καί ἀπότό ὃτι καταγράφει καί τήν πατερική ἑρμηνεία τῶν ὃρων «γέλως» καί «γελῶ», ἐπικαλούμενος τόν Μ. Βασίλειο: «Τά ὀνόματα ταῦτα δηλοῦσιν ὂχι τόν καγχασμόν τοῦτον καί ἀπαίδευτον γέλωτα, ἀλλά τήν χαράν τῆς ψυχῆς καί φαιδράν διάθεσιν»35.

Ὃλα αὐτά ὃμως ἀποκαλύπτουν τό πόσο πρόχειρα καί ἐπιφανειακά ἀντιμετωπίζεται ὁ Ἃγιος Νικόδημος, ὁ ὁποῖος δέν προσφέρει ἠθικολογικές ἐντολές, ἀλλά προσπαθεῖ νά ὁδηγήσει στό ἐν Χριστῷ ἦθος, πού εἶναι ὁ καρπός τοῦ ἐνοικοῦντος στόν ἀληθινό Χριστιανό ἁγίου Πνεύματος (Γαλ. 5,22).

Αμύνθηκαν γενναία οι ορθόδοξοι τής εποχής στίς επιθέσεις τού Γιανναρά εναντίον τής παραδόσεώς μας. Εγινε πόλεμος. Υπήρξαν υπερβολές. Οι ορθόδοξοι δέν γνώριζαν τίς πηγές τού Γιανναρά καί δέν γνωρίζουν ακόμη τίς προθέσεις του. Ο Γιανναράς δέν υπήρξε ορθόδοξος καί δέν γνώριζε τήν εμπειρία τών Αγίων. Ούτε οι ορθόδοξοι καί μή πού τόν πολέμησαν γνώριζαν τίς πηγές του. Δυστυχώς έμεινε ζωντανό τό χάσμα πού τούς χώριζε. Διότι μόνο ο Αγιος Γρηγόριος Παλαμάς ανακεφαλαίωσε τήν ορθοδοξία  τών Πατέρων καί τήν διέσωσε. Ποιός τήν γνωρίζει πέραν κάποιων λέξεων καί εννοιών ακόμη καί σήμερα; 

Σημειώσεις

Παρασκευή 29 Μαΐου 2026

π. Γεώργιος Μεταλληνός: Ἡ πτώση τῆς Ῥωμανίας



Τὰ αἴτια τῆς πτώσης

Ἀπὸ τὰ παραπάνω γίνεται φανερό, ὅτι ἡ πτώση τῆς Πόλης τὸ 1453 δὲν ἔγινε ἀπροσδόκητα, οὔτε μὲ αὐτὴν ἄρχισε ἡ τουρκοκρατία. Στὶς 29 Μαΐου 1453, ὅπως εἴδαμε, ἕνα μεγάλο μέρος τῆς Ρωμανίας ἦταν ἤδη κάτω ἀπὸ τοὺς Ὀθωμανούς, τοὺς Ἄραβες καὶ τοὺς Βενετούς.

 Ἀπὸ τὸ 1204 ἡ Πόλη δὲν μπόρεσε νὰ ἀναλάβει τὴν πρώτη της δύναμη καὶ ὅλα ἔδειχναν πὼς βαδίζει στὴν τελικὴ πτώση. Τὸ φραγκικὸ πλῆγμα ἐναντίον της ἦταν τόσο δυνατό, ποὺ ἀπὸ τὸ 13ο αἰ. ἡ Κωνσταντινούπολη ἦταν «μιὰ πόλη καταδικασμένη νὰ χαθεῖ».

Ἡ ἅλωση ἦταν ἐξάλλου ἡ κατάληξη μιᾶς μακροχρόνιας ἀποσύνθεσης τῆς πολιτικῆς καὶ οἰκονομικῆς ὑπόστασης τοῦ Γένους. Ἀπὸ τὸ 13ο αἰ. ὁ Ἑλληνισμὸς εἶχε διασπαστεῖ καὶ διαμοιραστεῖ, στὸ μεγαλύτερο μέρος του, σὲ ξένους δυνάστες. Οἱ διεισδύσεις, ἔπειτα, μισθοφόρων στὸ στρατὸ καὶ ἀλλοφύλων στὸ διοικητικὸ μηχανισμό του εἶχαν προκαλέσει τὴν ἐθνολογική του ἀλλοίωση. Οἱ ἐμφύλιοι πόλεμοι (1321-1328, 1341-1355), καὶ ἡ ἐσωτερικὴ ἀναρχία εἶχαν ἐπιφέρει τὴ δημογραφική του συρρίκνωση. Σοβαρὰ λάθη στὴν οἰκονομικὴ πολιτικὴ τῶν αὐτοκρατόρων, ὅπως ἡ συνεχὴς αὔξηση τῆς μεγάλης ἰδιοκτησίας σὲ βάρος τῶν μικρῶν, ποὺ πιέζονταν ἀπὸ τὴ δυσβάστακτη φορολογία, ἡ καταχρηστικὴ ἐπέκταση τοῦ θεσμοῦ τῶν «προνοιαρίων» καὶ ἡ ὑπερβολική, πολλὲς φορές, αὔξηση τῶν μοναστηριακῶν κτημάτων δημιούργησαν μιάν οἰκονομικὴ ὀλιγαρχία σὲ βάρος τῶν μικροκαλλιεργητῶν τῆς γῆς, μὲ ἀπόληξη τὴν οἰκονομικὴ κρίση. Τὸ ἐμπόριο εἶχε περιέλθει στὰ χέρια τῶν δυτικῶν καὶ οἱ δυνατότητες γιὰ οἰκονομικὴ ἀνάκαμψη περιορίστηκαν σημαντικά. Ὑπῆρχαν ὅμως καὶ πνευματικὰ αἴτια τῆς πτώσης.

Οἱ θρησκευτικές, κοινωνικὲς καὶ ἰδεολογικὲς ἀντιθέσεις προκάλεσαν βαθειὰ σύγχυση, ποὺ λειτούργησε διαλυτικὰ στὸ σῶμα τῆς αὐτοκρατορίας. Ἰδιαίτερα οἱ δυτικὲς ἐπιρροὲς καὶ οἱ συνεχεῖς ὑποχωρήσεις τῶν πολιτικῶν στὶς δυτικὲς (παπικὲς) ἀπαιτήσεις, γιὰ τὴν ἀναμενόμενη στρατιωτικὴ βοήθεια, ὁδήγησαν στὴν πνευματικὴ ἀλλοίωση τοῦ Βυζαντίου, μὲ ἄμεσο κίνδυνο ἀπώλειας τῆς πνευματικῆς καὶ πολιτιστικῆς ταυτότητάς του.

Γιατί, ἂν τὸ Βυζάντιο ἔπαυε νὰ διατηρεῖ τὴν πνευματικὴ καὶ πολιτισμικὴ ἰδιαιτερότητά του, ἀκόμη καὶ ἂν δὲν ἔπεφτε στὰ χέρια τῶν Τούρκων, θὰ καταλυόταν ἐσωτερικά, μεταβαλλόμενο σὲ πνευματικὸ προτεκτοράτο τῆς Φραγκιᾶς. Ἡ πρώτη – κατὰ τοὺς ἀνθενωτικοὺς – ἦλθε ὡς σωτηρία, διότι κράτησε τὴν πνευματικὴ καὶ πολιτιστικὴ καθαρότητα τοῦ Γένους, τὸ ὁποῖο στὴ δουλεία, παρὰ τὶς ταλαιπωρίες του, μπόρεσε νὰ ἀνασυνταχτεῖ καὶ νὰ ἐπιβιώσει.

Συνέπειες γιὰ τὸν Ἑλληνισμό

Τὸ γεγονὸς τῆς ἅλωσης εἶχε τεράστια σημασία πρῶτα γιὰ τὸν Ἑλληνισμὸ καὶ τὴν κατοπινή του πορεία. Γιὰ τοὺς Ἕλληνες ἡ ἅλωση ὑπῆρξε μιὰ κρισιμότατη στιγμὴ στὴν ἱστορία τους. Γιατί ἄρχισε γι᾿ αὐτοὺς μιὰ περίοδος μακρᾶς δοκιμασίας μὲ μειωμένες οἰκονομικὰ καὶ πολιτικὰ τὶς δυνάμεις τους. Ἂν οἱ ψυχικὲς καὶ πνευματικὲς δυνάμεις τους δὲν ἦσαν ἀκμαῖες, εἶναι ἀμφίβολο, ἂν θὰ μποροῦσε τὸ Γένος νὰ ξεπεράσει τὶς συνέπειες τῆς πτώσης, ὅπως συνέβη μὲ ἄλλους λαοὺς στὴν ἱστορία. Ἡ ἐμμονὴ ὅμως στὴν ὀρθόδοξη παράδοση, καὶ μέσω αὐτῆς καὶ στὴν ἑλληνικότητα, κρατοῦσε δεμένο τὸ Γένος μὲ τὶς ζωτικὲς πηγές του.

Ἡ ἀπώλεια εἰδικὰ τῆς Κωνσταντινούπολης ὑπῆρξε σημαντικότατο γεγονός. Ἡ Πόλη ἦταν ἡ συνισταμένη ὅλων τῶν ἐλπίδων τῶν Ῥωμηῶν. Ἡ διατήρηση τῆς ἐλευθερίας της, παρὰ τὴν τρομακτικὴ συρρίκνωση τῆς αὐτοκρατορίας, ἔτρεφε τὴν αὐτοπεποίθησή τους καὶ συντηροῦσε τὸν ψυχισμό τους. Ὅπως ὑπογράμμιζε πρὶν ἀπὸ τὴν ἅλωση ὁ λόγιος μοναχὸς Ἰωσήφ Βρυέννιος: «Ταύτης τῆς πόλεως ἱσταμένης, συνίσταταί πως αὐτῇ καὶ ἡ πίστις ἀκράδαντος· ἐδαφισθείσης δὲ ἢ ἁλούσης, ἅπερ, Χριστέ μου, μὴ γένοιτο, ποία ἔσται ψυχὴ κατὰ πίστιν ἀκλόνητος;» [δηλαδή: Ὅσο στέκεται ὄρθια αὐτὴ ἡ πόλη, μένει μαζί της ἀκλόνητη καὶ ἡ πίστη. Ἂν ὅμως κατεδαφιστεῖ ἢ ἁλωθεῖ, ποὺ νὰ μὴ γίνει, Χριστέ μου, ποιὰ ψυχὴ θὰ κρατήσει τὴν πίστη της ἀσάλευτη;] 
Μετὰ τὴν πτώση τῆς Πόλης ἡ δύναμη ἀντίστασης μειώθηκε σημαντικά, ὅπως δείχνουν οἱ ἀλλαξοπιστίες καὶ ἡ μοιρολατρικὴ στάση πολλῶν ἀπὸ τὸν κλῆρο καὶ τὸ λαό. Τὸ Γένος χρειαζόταν κάποια δύναμη, ποὺ θὰ ἐμπόδιζε τὴν ἀλλοτρίωσή του καί, θὰ ἐξασφάλιζε τὴν ἐπιβίωση καὶ ἀνάκαμψή του. Αὐτὴ τὴ δυσκολότατη, ἀλλὰ καὶ ἀναγκαιότατη ἀποστολὴ θὰ ἀναλάβει ἡ Ἐκκλησία, ὡς Ἐθναρχία.

Σημασία γιὰ τοὺς Ὀθωμανούς

Ἀλλὰ καὶ γιὰ τοὺς Ὀθωμανοὺς ἡ ἅλωση εἶχε ἀνάλογη σημασία. Μὲ αὐτὴ νομιμοποιήθηκε ἡ νίκη τους πάνω στὴν Ἑλληνικὴ αὐτοκρατορία, ἡ ὁποία μὲ τὸ πάρσιμο τῆς Πόλης ἔγινε καὶ τυπικὰ Ὀθωμανική. Ἡ κατάκτηση τῶν ὑπόλοιπων ρωμαίικων ἐδαφῶν (Τραπεζοῦντας, κυρίως Ἑλλάδας) δὲν ἦταν παρὰ ἡ ὁλοκλήρωση τῆς ὑποκατάστασης τῶν Ἑλλήνων ἀπὸ τοὺς Ὀθωμανοὺς στὴν αὐτοκρατορία τους.

Τὸ σπουδαῖο ὅμως εἶναι, ὅτι τὸ ἄλλοτε βάρβαρο τουρκικὸ φύλο τῶν Ὀθωμανῶν μέσα σὲ σύντομο χρόνο μπόρεσε νὰ συγκροτηθεῖ σὲ μιὰ πανίσχυρη αὐτοκρατορία καὶ νὰ ἐνταχθεῖ στὸ σύστημα τῶν Εὐρωπαϊκῶν κρατῶν. Μέσα στὰ ὅρια τῆς Ὀθωμανικῆς αὐτοκρατορίας θὰ ἀγωνιστεῖ στὸ ἑξῆς ὁ Ἑλληνισμός, μαζί μὲ ὅλη τὴ Ρωμηοσύνη, νὰ βρεῖ τὸ δρόμο του στὴ νέα γι᾿ αὐτὸν πραγματικότητα

Τετάρτη 19 Νοεμβρίου 2025

Η Σύνοδος της Νίκαιας ως Πεντηκοστή κατά τον Ευσέβιο Καισαρείας

Η Σύνοδος της Νίκαιας ως Πεντηκοστή κατά τον Ευσέβιο Καισαρείας



Ο Ευσέβιος πράγματι παρουσιάζει τη Σύνοδο της Νίκαιας ως ένα νέο «Πάσχα της Πεντηκοστής» μέσω έντονων θεολογικών εικόνων. Στον Βίο Κωνσταντίνου περιγράφει τη σύναξη των 318 επισκόπων στη Νίκαια με γλώσσα που παραπέμπει άμεσα στην Πεντηκοστή: τονίζει ότι επί Κωνσταντίνου “συγκροτήθηκε ἐν τοῖς καθ’ ἡμᾶς χρόνοις εἰκόνα χορείας ἀποστολικῆς” – δηλ. μια «εικόνα» της συνάθροισης των ἀποστόλων el.wikisource.org
Ο Ευσέβιος επισημαίνει πως ο Μ. Κωνσταντίνος, συγκαλώντας στη Νίκαια ἐπισκόπους ἀπὸ ὅλη τὴν οἰκουμένη, “ἕνας μόνος βασιλεύς... στέφανον ἱερέων... τῷ Χριστῷ συνέζευξε δεσμῷ εἰρήνης,” προσφέροντας το γεγονός τούτο στον Σωτήρα ως ευχαριστήριο τρόπαιο νίκης, “στήνοντας στην εποχή μας αυτό ως εικόνα του ἀποστολικοῦ χοροῦ (της συνάξεως τῶν Ἀποστόλων)”el.wikisource.org (Εὐσέβιος, Βίος Κωνσταντίνου Γ΄, 7).

Στην ίδια αφήγηση (Βίος Κωνστ. Γ΄, 8) ο Ευσέβιος κάνει ρητή σύγκριση με την ημέρα της Πεντηκοστής παραθέτοντας τις Πράξεις 2:5-11: «Ἐπειδὴ γὰρ λέγεται ὅτι ἐπὶ τοῦ καιροῦ τῶν Ἀποστόλων συνήχθησαν “ἄνδρες εὐλαβεῖς ἀπὸ παντὸς ἔθνους τῶν ὑπὸ τὸν οὐρανόν”, μεταξύ των οποίων ἦσαν “Πάρθοι καὶ Μῆδοι καὶ Ἐλαμῖται...” κτλ.» – δηλαδή οι λαοί που αναφέρονται στις Πράξεις κατά την κάθοδο του Ἁγίου Πνεύματος el.wikisource.org
Ο Ευσέβιος υπογραμμίζει ότι στη σύνοδο της Νίκαιας επαναλήφθηκε αυτό το σκηνικό, με τη διαφορά ότι όλοι οι συγκεντρωμένοι ήταν πλέον λειτουργοί του Θεοῦ (κλήρος): «πλὴν ὅσον ἐκείνοις [τοῖς Ἀποστολικοῖς χρόνους] ὑστέρει τὸ μὴ ἐκ θεοῦ λειτουργῶν συνεστάναι τοὺς πάντας· ἐπὶ δὲ τῆς παρούσης χορείας... [υπήρχαν] ἐπίσκοποι πλέον τῶν διακοσίων πεντήκοντα…»el.wikisource.org. 
Με άλλα λόγια, η πολυεθνική αυτή σύναξη των επισκόπων στη Νίκαια παρουσιάζεται ως ανάλογη με τη σύναξη της Πεντηκοστής, όπου το Αγιο Πνεύμα ενοποίησε ποικίλους λαούς σε μία πίστη.

Αξίζει να σημειωθεί ότι στην Εκκλησιαστική Ιστορία του (η οποία ολοκληρώθηκε λίγο μετά το 324 μ.Χ.) ο Ευσέβιος δεν διατυπώνει ρητά μια τέτοια αναλογία για τη Σύνοδο της Νίκαιας. Δεν εντοπίσαμε σαφή αναφορά στη Νίκαια ως “δεύτερη Πεντηκοστή” στο κείμενο της Εκκλησιαστικής Ἱστορίας. Ωστόσο, έμμεσα ο Ευσέβιος χρησιμοποιεί παρόμοια θεολογική εικόνα για την ενότητα της Ἐκκλησίας μετά τη λήξη των διωγμών. Στο τέλος του έργου (βιβλ. Ι΄) περιγράφει τις συνάξεις εγκαινίων ναών επί Κωνσταντίνου με γλώσσα που θυμίζει Πράξεις, λέγοντας ότι όλοι οι πιστοί και οι ποιμένες ήταν «μία ψυχὴ» και μία δύναμις Πνεύματος διαπερνούσε το σώμα της Ἐκκλησίας: «Καὶ ἦν μία πάντων ἐνέργεια Πνεύματος θείου τοὺς μέσσους διεφοροῦσα, καὶ μία ψυχὴ ἐν πᾶσι…»newadvent.org. Πρόκειται για περιγραφή της εἰρήνης καὶ ὁμοφωνίας στην Ἐκκλησία με τρόπο που ανακαλεί την ἐνότητα τῶν πρώτων Χριστιανῶν μετά την Πεντηκοστή (πρβλ. Πράξ. 4:32). Αυτή όμως είναι μια γενικότερη εικόνα της ἐκκλησιαστικής ἐνότητος και όχι ειδική αναφορά στη Σύνοδο της Νίκαιας.

Συμπερασματικά, ρητές μαρτυρίες υπάρχουν στο Βίος Κωνσταντίνου: ο Ευσέβιος παρομοιάζει ξεκάθαρα την Α΄ Οἰκουμενική Σύνοδο με την Πεντηκοστή, παρουσιάζοντας τη πολυφυλετική σύναξη των ἐπισκόπων υπό τον Κωνσταντίνο ως ανάλογη της συναθροίσεως τῶν Ἀποστόλων και της καθόδου του Ἁγίου Πνεύματος el.wikisource.orgel.wikisource.org. Εάν και δεν χρησιμοποιεί τον όρο «Πεντηκοστή» καθ’ ὅνομα, τα παραθέματα από τις Πράξεις και οι εκφράσεις περί «ἀποστολικῆς χορείας» και θείου ἔργου που ενοποίησε τούς διηρημένους, φανερώνουν θεολογικά την εικόνα της Πεντηκοστής στη Νίκαια. Δεν βρέθηκε διαφορετικά κάποια άλλη ευθεία συσχέτιση στα έργα του, πέρα από αυτές τις χαρακτηριστικές περικοπές. Οι εν λόγω αναφορές απαντούν στον Βίο Κωνσταντίνου (βιβλίο Γ΄, κεφ. 7–8) el.wikisource.orgel.wikisource.org, ενώ στην Εκκλησιαστική Ἱστορία η σύνδεση είναι το πολύ έμμεση, μέσα από την περιγραφή της μετα-διωγμικής ἐκκλησιαστικής ἐνότητοςnewadvent.org.

Γεώργιος Μαρτζέλος
(στο πλαίσιο της συνοδικότητας και του εορτασμού του 2025)
Απόσπασμα (περιληπτικά, από εισηγήσεις για την Αγία και Μεγάλη Σύνοδο):
«Η Πεντηκοστή αποτελεί το αρχέτυπο κάθε σύναξης της Εκκλησίας·
η σύγκληση της Α΄ Οικουμενικής Συνόδου στη Νίκαια εκφράζει κατ’ εξοχήν αυτό το πνευματικό γεγονός·
ήδη ο Ευσέβιος τονίζει την εικόνα αυτή, παρουσιάζοντας τη Σύνοδο ως “χορείαν ἀποστολικὴν”.»


Στ. Γιαγκάζογλου

Σε μαθήματα Δογματικής και κείμενα περί εκκλησιολογίας:
«Η Εκκλησία ζει από την Πεντηκοστή και εκφράζει αυτή τη ζωή μέσω της συνοδικότητας.
Η περιγραφή του Ευσέβιου για τη Νίκαια ως “ἀποστολικὴ χορεία” δείχνει την κατανόηση της Συνόδου ως γεγονότος του Πνεύματος, ως επέκτασης της Πεντηκοστής.»


π. Γεώργιος Μεταλληνός
Σε κείμενα για τους Πατέρες των Οικουμενικών Συνόδων:
«Η Νίκαια είναι η Πεντηκοστή της δογματικής αυτοσυνειδησίας της Εκκλησίας.
Ο Ευσέβιος μιλά για “ἀποστολικὴ χορεία”, που αποτελεί το πρότυπο κάθε αυθεντικής συνόδου.»


Πέτρος Βασιλειάδης

Σε κείμενα περί αποστολής και συνοδικότητας:
«Η σύνοδος είναι εκκλησιολογική πράξη εν Πνεύματι.
Ο Ευσέβιος στον Βίο Κωνσταντίνου αντιλαμβάνεται τη Νίκαια ως νέα σύναξη των Αποστόλων — μια Πεντηκοστή της οικουμένης Εκκλησίας.»


International Nicaea 2025 Conferences (WCC / Angelicum / Pro Oriente)

Σε ακαδημαϊκές εισηγήσεις:

Lewis Ayres:
«Η απεικόνιση της Συνόδου από τον Ευσέβιο ως μιας νέας αποστολικής σύναξης — της Πεντηκοστής του 4ου αιώνα — υπήρξε θεμελιώδης για τη μεταγενέστερη συνοδική θεολογία.»

Brian Daley:
«Η πεντηκοστιανή εικονολογία στο Vita Constantini Γ΄ αποτελεί την πρωιμότερη ρητή προσπάθεια να κατανοηθεί μια οικουμενική σύνοδος ως γεγονός του Πνεύματος.»

Σύγχρονη Βιβλιογραφία για “Νίκαια – Πεντηκοστή”

α. Ελληνόγλωσσα

Γεώργιος Μαρτζέλος,
Η συνοδικότητα στην Ορθόδοξη Εκκλησία (άρθρα προ της Κρήτης 2016).

Σταύρος Γιαγκάζογλου,
Μαθήματα Δογματικής (κεφ. περί Αγίου Πνεύματος & συνοδικότητας).

Πέτρος Βασιλειάδης,
Λειτουργική θεολογία και αποστολή της Εκκλησίας.

Γεώργιος Μεταλληνός,
Οι Οικουμενικές Σύνοδοι και η πνευματική εμπειρία της Εκκλησίας.

Νικόλαος Λουδοβίκος,
Εκκλησιολογία και Πεντηκοστή (αναφορές στο ευσεβιανό σχήμα).

β. Αγγλόγλωσσα / διεθνή

Lewis Ayres,
Nicaea and Its Legacy (ανάλυση του Βίος Κωνσταντίνου Γ’ 7–8).

Brian Daley,
«The Council of Nicaea as Pentecost» (paper in the Nicaea 2025 symposia).

Khaled Anatolios,
Retrieving Nicaea (σχολιάζει τον Ευσέβιο ως πρώτο “πνευματικό ερμηνευτή” της συνόδου).

H. Chadwick,
The Church in Ancient Society (αναφορά στην πεντηκοστιανή εικονολογία του Ευσέβιου).

Rowan Williams,
Arius: Heresy and Tradition (αναλύει το πνευματικό πλαίσιο της Νικαίας).

P. Gemeinhardt,
Άρθρα στο πλαίσιο του Nicaea2025 για τη συμβολική γλώσσα του Ευσέβιου.


Παρασκευή 7 Νοεμβρίου 2025

ΜΕΛΕΤΕΣ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΟΝ JACOB BOEHME 4

Συνέχεια από: Tρίτη 4 Νοεμβρίου 2025

ΜΕΛΕΤΕΣ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΟΝ JACOB BOEHME 4
Ν. Α. BERDYAEV (BERDIAEV)

Μελέτη I. Η διδασκαλία περί του Ungrund και της ελευθερίας
(1939 - #349)

https://www.tlchrist.info/mystic/video/the_ungrund.htm


Χαρακτηριστικό της κοσμοαντίληψης του Boehme είναι ότι απεχθανόταν την ιδέα της προορισμού (predestination). Και σε αυτό δεν υπήρξε άνθρωπος με πνεύμα προτεσταντικό.
Ήθελε να υπερασπιστεί την αγαθότητα του Θεού και την ελευθερία του ανθρώπου, και τα δύο εξίσου υπονομευμένα από τη διδασκαλία περί προορισμού.

Ήταν διατεθειμένος να θυσιάσει την παντοδυναμία και την παντογνωσία του Θεού και να παραδεχθεί ότι ο Θεός δεν προέβλεψε τις συνέπειες της ελευθερίας.
Δηλώνει ότι ο Θεός δεν προείδε την πτώση των αγγέλων.


Αυτό το πρόβλημα τον βασάνιζε βαθιά, και μέσα σ’ αυτό το μαρτύριο βρισκόταν η ηθική σημασία της δημιουργικής του πορείας. Αλλά ο Boehme εδώ δεν λέει πάντοτε το ίδιο πράγμα· οι σκέψεις του τείνουν να είναι αντινομικές και ακόμη αντιφατικές.
Χαρακτηριστική γι’ αυτόν ήταν μια αντινομική στάση απέναντι στο κακό. Και παρόμοιος με αυτόν ως προς αυτό είναι ο Dostoevsky. Το κακό, που τόσο βασάνιζε τον Boehme, βρίσκει την εξήγησή του στο ότι στη θεμελιώδη βάση του Είναι βρίσκεται το Ungrund, η σκοτεινή, παράλογη, μη οντική (meonic) ελευθερία — μια δυνατότητα που δεν καθορίζεται από τίποτε. Η σκοτεινή ελευθερία είναι αδιάβατη, ανεξιχνίαστη για τον Θεό· Εκείνος δεν προβλέπει τα αποτελέσματά της και δεν ευθύνεται για το κακό ως προς την προέλευσή του — δεν δημιουργήθηκε από τον Θεό.

Η διδασκαλία για το Ungrund απαλλάσσει τον Θεό από την ευθύνη για το κακό, η οποία γεννάται από την ιδέα της παντοδυναμίας και της παντογνωσίας Του.
Κι όμως, μέσα σε όλα αυτά, ο Boehme βλέπει το Ungrund μέσα στον ίδιο τον Θεό· μέσα στον Θεό υπάρχει η σκοτεινή αρχή, υπάρχει η πάλη του φωτός και του σκότους.
Θα μπορούσε να ειπωθεί ότι η σκοτεινή αρχή (όπου το «σκοτεινό» δεν σημαίνει «κακό») βρίσκεται στην Gottheit (Θεότητα), αλλά όχι στον Gott (Θεό).


Ο Boehme αντιπαραθέτει ως το έπακρο το Πρόσωπο του Υιού — ως αγάπη — προς το Πρόσωπο του Πατρός — ως οργή. Στον Υιό δεν υπάρχει πλέον καμία σκοτεινή αρχή· είναι ολόκληρος φως, αγάπη, αγαθότητα. Αλλά κατ’ αυτόν τον τρόπο, ο Πατήρ μεταμορφώνεται στη Θεότητα της αποφατικής θεολογίας. Και εδώ μπορούν να διακριθούν γνωστικά μοτίβα. Ωστόσο, το κακό, που τόσο βασανίζει τον Boehme, έχει γι’ αυτόν και μια θετική αποστολή. Το θεϊκό φως μπορεί να φανερωθεί μόνο μέσω της αντίθεσης του άλλου, του σκότους που βρίσκεται απέναντι. Αυτή είναι η προϋπόθεση κάθε πραγμάτωσης, κάθε γέννησης.
Το κακό δεν είναι μόνο αρνητική, αλλά και θετική αρχή. Κι όμως, μέσα σε αυτό, το κακό παραμένει κακό και πρέπει να καεί, να νικηθεί. Παντού στη φύση υπάρχει πάλη αντίθετων αρχών — όχι ηρεμία, όχι αιώνια τάξη. Και αυτή η πάλη των αντιθέτων έχει επίσης θετική σημασία: μόνο μέσω αυτής αποκαλύπτεται το ύψιστο φως, το αγαθό, η αγάπη. Το Είναι είναι ένας συνδυασμός αντιθέτων, του ναι και του όχι. Το «ναι» είναι αδύνατο χωρίς το “όχι”. Και ολόκληρο το Είναι, ακόμη και η Θεότητα, βρίσκεται σε πύρινη κίνηση.

Αυτό όμως δεν σημαίνει, όπως τείνει να υποστηρίξει η γερμανική ιδεαλιστική μεταφυσική των αρχών του 19ου αιώνα, ότι ο Θεός είναι απλώς γινόμενος (ένα γίγνεσθαι), απλώς το τέλος της κοσμικής διαδικασίας. Η κόλαση υπάρχει για τον Boehme, αλλά στην κόλαση του Boehme, όπως και στην κόλαση του Swedenborg, δεν υπάρχει μαρτύριο με την κοινή έννοια. Στον Boehme υπάρχει ήδη εκείνος ο νέος τύπος ψυχής, που δεν θα μπορούσε να πει, όπως ο Θωμάς Ακινάτης (Thomas Aquinas), ότι ο δίκαιος στον παράδεισο χαίρεται βλέποντας τα βασανιστήρια του αμαρτωλού στην κόλαση.

Οι σκέψεις του Boehme για την ελευθερία και το κακό παραμένουν αντινομικές.
Οι ιδέες του, γεννημένες από τη θεμελιώδη διαίσθηση του Ungrund, δεν είναι λογικά αρμονικές ούτε συνεπείς. Όταν η γερμανική ιδεαλιστική μεταφυσική προσπάθησε να τις εναρμονίσει και να τις οδηγήσει στο λογικό τους τέλος, μέσα σε ένα «ανώτερο» επίπεδο συνείδησης, απέτυχε να υπερβεί την τραγική αντινομία του κακού και της ελευθερίας· επιδίωξε να την αναιρέσει, αμβλύνοντάς την μέσα σε έναν πρωταρχικό μονισμό, σβήνοντας τη φλεγόμενη επίγνωση του κακού και της ελευθερίας.


Η διδασκαλία του Boehme για το Ungrund εξηγεί, ως παραγόμενη από την ελευθερία, την προέλευση του κακού, την πτώση του Εωσφόρου (Lucifer), που παρασύρει στην Πτώση ολόκληρη την κτίση· κι όμως, μαζί με αυτό, το Ungrund εισέρχεται και μέσα στον Θεό και εξηγεί μια γένεση, μια δυναμική διαδικασία μέσα στη θεία ζωή. Εδώ καθίσταται δυνατή μια ρήξη με τον ακραίο μονισμό και τον ακραίο δυϊσμό, και οι δύο εσφαλμένοι από την προοπτική της χριστιανικής αποκάλυψης. Η σκέψη του Boehme βρίσκεται σαν επάνω σε λεπτή κόψη, πάντοτε εκτεθειμένη σε κίνδυνο από αντίθετες κατευθύνσεις·
όμως η θεμελιώδης διαίσθησή του είναι ιδιοφυής, οργανική και γόνιμη.

Η διδασκαλία περί Ungrund και ελευθερίας βρίσκεται σε αντίθεση με τον ελληνικό ορθολογισμό, με τον οποίο μολύνθηκε η μεσαιωνική σχολαστική — και από τον οποίο ακόμη και η πατερική σκέψη δεν ήταν εντελώς ελεύθερη. Ο Boehme πρέπει να αναγνωριστεί ως ο θεμελιωτής της φιλοσοφίας της ελευθερίας, που είναι γνήσια χριστιανική φιλοσοφία (
Vide Charles Secretan, "La philosophie de la liberte"). Ο μη τραγικός και ορθολογικός αισιοδοξισμός του Thomas Aquinas υποχωρεί μπροστά σε μια τραγική φιλοσοφία της ελευθερίας. Η ελευθερία — είναι η πηγή της τραγωδίας. Ο Hegel επιχείρησε να προσδώσει αισιόδοξο χαρακτήρα στην ίδια την αρχή της αντίφασης και της πάλης των αντιθέτων αρχών.
Μετέφερε τη ζωή μέσα στην έννοια και έκανε την ίδια την έννοια πηγή δραματισμού και πάθους. Μετά τον Thomas Aquinas, ο Hegel αντιπροσωπεύει μια δεύτερη ιδιοφυή αναλαμπή του ορθολογισμού.

Αλλά στη θεμελιώδη βάση της φιλοσοφίας του Hegel βρίσκεται μια παράλογη αρχή.
Η Θεότητα για τον Hegel είναι μια πρωταρχικά ασυνείδητη Θεότητα, η οποία έρχεται σε συνείδηση μόνο μέσω της ανθρώπινης φιλοσοφίας, δηλαδή μέσα στη φιλοσοφία του ίδιου του Hegel. Το παράλογο πρέπει να εξορθολογιστεί, μέσα στο σκοτάδι πρέπει να αφυπνιστεί το φως. Η λογική αντίληψη του παραλόγου, που βρίσκεται στη ρίζα του Είναι, είναι ένα θεμελιώδες και μεγαλειώδες θέμα της γερμανικής μεταφυσικής.

Η γερμανική φιλοσοφία είναι φιλοσοφία των μεταφυσικών βόρειων τόπων.
Ο κόσμος δεν φωτίζεται φυσικά και εξαρχής από το ηλιακό φως· είναι βυθισμένος στο σκοτάδι, και το φως αποκτάται μέσα από βύθιση στο υποκείμενο, από τα βάθη του πνεύματος. Σε αυτό έγκειται μια βαθιά ριζωμένη διαφορά της γερμανικής σκέψης από τη λατινική. Η γερμανική σκέψη κατανοεί τη λογική (Vernunft) διαφορετικά από τη λατινική.
Στην γερμανική κατανόηση, η λογική στέκεται αντίκρυ στο παράλογο σκοτάδι και πρέπει να φέρει φως μέσα σ’ αυτό. Στην λατινική, στην αρχαία κατανόηση, η λογική από την αρχή φωτίζει τον κόσμο όπως ο ήλιος, και η λογική μέσα στον άνθρωπο απλώς αντικατοπτρίζει τη λογική μέσα στη φύση των πραγμάτων.


Η γερμανική ιδέα ωστόσο προέρχεται από τον Boehme, από τη διδασκαλία του για το Ungrund, για την ελευθερία, για την παράλογη αρχή που εδράζεται στα βάθη του Είναι.
Με τον Boehme αρχίζει μια νέα εποχή στην ιστορία της χριστιανικής σκέψης.
Η επιρροή του είναι τεράστια, αλλά εξωτερικά όχι τόσο εμφανής, ενεργεί μάλλον σαν εσωτερική ενφύτευση. Αυτή η επιρροή είναι ορατή μόνο στον Fr. Baader και στον Schelling· αλλά υπάρχει επίσης στον Fichte, στον Hegel, στον Schopenhauer.
(Ο Kroner (1884-1974), στην αξιοσημείωτη ιστορία του για τον γερμανικό ιδεαλισμό, «Από τον Kant στον Hegel», αναφέρει τον J. Boehme, μαζί με τον Eckhardt και τον Luther, ως μία από τις πηγές της γερμανικής φιλοσοφίας).
Και είναι πολύ ισχυρή μέσα στον Ρομαντισμό και στα απόκρυφα ρεύματα.(
Βλέπε το εξαιρετικό ενδιαφέρον που πρόσφατα εκδηλώθηκε όσον αφορά το υλικό της δίτομης συλλογής του Viatte, «Les sources occultes du Romantisme»/"Οι απόκρυφες πηγές του Ρομαντισμού". Παντού είναι εμφανής η τεράστια επιρροή του Boehme).

Χωρίς τις ιδιοφυείς διαισθήσεις του Boehme, ο ορθολογισμός της αρχαιότητας και της σχολαστικής φιλοσοφίας, όπως επίσης και ο ορθολογισμός της νεότερης φιλοσοφίας — του Descartes και του Spinoza — δεν θα μπορούσαν να υπερβούν εαυτούς.
Μόνο μια μυθολογική συνείδηση θα μπορούσε να δει μια παράλογη αρχή μέσα στο είναι, εκεί όπου η φιλοσοφική συνείδηση είχε πάντοτε δει μόνο λογική αρχή. Ο Boehme επανέφερε τη μεταφυσική στις πηγές της μυθολογικής συνείδησης της ανθρωπότητας.
Αλλά η μυθολογική συνείδησή του τρέφεται από τις πηγές της Βιβλικής Αποκάλυψης. Από τον Boehme προέρχεται ο δυναμισμός της γερμανικής φιλοσοφίας — και θα μπορούσε ακόμη να ειπωθεί, ο δυναμισμός ολόκληρης της σκέψης του 19ου αιώνα.
Ο Boehme ήταν ο πρώτος που συνέλαβε τον κόσμο και τη ζωή ως παθιασμένο αγώνα, ως κίνηση, διαδικασία, αιώνια γένεση.


Μόνο μέσα σε μια τέτοια διαίσθηση της κοσμικής ζωής θα μπορούσε να καταστεί δυνατό το φαινόμενο του Faust, θα μπορούσαν να καταστούν δυνατοί ο Darwin, ο Marx, ο Nietzsche, παρότι τόσο απομακρυσμένοι από τους θρησκευτικούς στοχασμούς του Boehme. Η διδασκαλία του Boehme για το Ungrund και για την ελευθερία καθιστά δυνατό να εξηγηθεί όχι μόνο η προέλευση του κακού, έστω και αντινομικά, αλλά επίσης να εξηγηθεί η δημιουργικότητα του νέου μέσα στην κοσμική ζωή, η δημιουργική δυναμική. Η δημιουργία, από τη φύση της, είναι δημιουργία εκ της μη οντικής (meonic) ελευθερίας, εκ του μηδενός, εκ του Ungrund· προϋποθέτει αυτήν την αβυσσαλέα πηγή μέσα στο Είναι, προϋποθέτει το σκοτάδι που υποβαστάζει τη φωταγώγηση. Υπήρξε μια παρέκκλιση του Boehme στο ότι πίστεψε πως το Ungrund, η σκοτεινή αρχή, βρισκόταν μέσα στον ίδιο τον Θεό, αντί να δει την αρχή της ελευθερίας στο Τίποτα, στο μη οντικό (meonic), εκτός Θεού. Είναι αναγκαίο να διακρίνουμε μεταξύ του Θείου Τίποτα και του μη-όντος (στο ουκ ον) εκτός Θεού. Αλλά η σκέψη του Boehme είναι δύστροπη προς την κατανόηση, κάπως αδρή. Ο Boehme δεν θα συμφωνούσε ποτέ ότι μέσα στον Θεό βρίσκεται η πηγή του κακού — και αυτό επίσης τον βασάνιζε. Η σκέψη του παραμένει αντινομική, απείθαρχη σε κάθε λογική ερμηνεία.

Αλλά η ηθική του βούληση ήταν αγνή, ποτέ δεν δηλητηριάστηκε από εσωτερικό κακό.
Ο Boehme ήταν ευσεβής χριστιανός, θερμά πιστεύων και με καθαρή καρδιά.
Η φιδίσια σοφία του συνδυαζόταν με απλότητα καρδιάς και πίστη. Αυτό πρέπει πάντοτε να διατηρείται κατά νου όταν γίνονται κρίσεις για τον Boehme. Ο Boehme δεν ήταν ούτε πανθεϊστής, ούτε μονιστής, ούτε Μανιχαίος. Ο Carriere επίσης λέει σωστά ότι ο Boehme δεν ήταν ούτε πανθεϊστής ούτε δυϊστής. Η ιδέα του Boehme για το Ungrund δεν έτεινε μόνο να αναπτυχθεί περαιτέρω, αλλά και να παραμορφωθεί μέσα στη γερμανική φιλοσοφία, παρόμοια με ό,τι συνέβη με τις πηγές της χριστιανικής αποκάλυψης, του χριστιανικού ρεαλισμού. Η γερμανική μεταφυσική έγινε έτσι επιρρεπής σε ιμπεριαλισμό, σε μονισμό· δίδασκε ότι ο Θεός έρχεται σε ύπαρξη μέσα στην κοσμική διαδικασία.

Αλλά ο βολονταρισμός του Boehme υπήρξε πολύ γόνιμος για τη φιλοσοφία, όπως επίσης και η διδασκαλία του για την πάλη των αντιθέτων αρχών, του φωτός και του σκότους, για την αναγκαιότητα της αντίθεσης προς την ανάπτυξη των θετικών αρχών. Η μεταφυσική του Boehme είναι μια μουσική χριστιανική μεταφυσική, και σε αυτό είναι σύμφωνη με τον γερμανικό χαρακτήρα. Διαφέρει έτσι από τη δομική (αρχιτεκτονική) χριστιανική μεταφυσική του Thomas Aquinas, που είναι χαρακτηριστική του λατινικού πνεύματος.
Η γερμανική μεταφυσική του 19ου αιώνα επιχείρησε να μεταφέρει ένα μουσικό θέμα μέσα σε εννοιολογικό σύστημα. Στο μεγαλειώδες εύρος αυτού του εγχειρήματος βρισκόταν και η αιτία της κατάρρευσης των συστημάτων της. Σήμερα, ένα αναζωπύρωμα του Boehme έχει καταστεί εφικτό. Έχουν γραφεί σειρές νέων βιβλίων γι’ αυτόν. Μπορεί να βοηθήσει στην υπέρβαση όχι μόνο των σχημάτων της ελληνικής σκέψης και της μεσαιωνικής σχολαστικής, αλλά και του ίδιου του γερμανικού ιδεαλισμού, πάνω στον οποίο ο ίδιος είχε εσωτερική επιρροή.


Όπως και με τον Fr. Baader, ο Boehme για εμάς τους Ρώσους πρέπει να είναι πιο οικείος και αγαπητός από άλλους δυτικούς στοχαστές.
Με τα ιδιάζοντα γνωρίσματα του πνεύματός μας, είμαστε καλεσμένοι να οικοδομήσουμε μια φιλοσοφία της τραγωδίας, και μας είναι ξένος ο αισιόδοξος ορθολογισμός της ευρωπαϊκής σκέψης. Ο Boehme αγάπησε τόσο πολύ την ελευθερία, ώστε είδε σε αυτήν την αληθινή Εκκλησία — μόνο εκεί όπου υπάρχει ελευθερία. Ο Boehme άσκησε επιρροή στα ρωσικά μυστικιστικά ρεύματα του ύστερου 18ου και πρώιμου 19ου αιώνα, αλλά αυτά τον αφομοίωσαν αφελώς, χωρίς δημιουργική επεξεργασία. Μεταφράστηκε στη ρωσική γλώσσα και διείσδυσε ως τα λαϊκά στρώματα, μέσα στη λαϊκή θεοσοφία, όπου τον εκτιμούσαν σχεδόν ως Πατέρα της Εκκλησίας. Είναι αξιοπερίεργο ότι ο Herzen (1812-1870), στις Επιστολές σχετικώς με την Μελέτη της Φύσεως "Letters Concerning the Study of Nature", μίλησε με ενθουσιασμό για τον Boehme.
Η επιρροή του Boehme μπορεί αργότερα να ανιχνευθεί στον Vl. Solov’ev (1853-1900), αλλά επισκιάστηκε από τον ορθολογιστικό σχηματισμό. Η φιλοσοφία του Vl. Solov’ev δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ούτε φιλοσοφία της ελευθερίας, ούτε φιλοσοφία της τραγωδίας. Αλλά στη ρωσική σκέψη των αρχών του 20ού αιώνα, εκείνοι που βρίσκονταν πιο κοντά στον Boehme έγραφαν κατά παρόμοιο τρόπο. Οι φύλακες της Ορθοδοξίας, που έχουν ιδιαίτερη ροπή προς την ανίχνευση αιρέσεων, τείνουν να φοβούνται την επιρροή του Boehme, θεωρώντας τον μη ορθόδοξο, προτεστάντη, ακόμη και γνωστικό ή θεοσοφιστή. Αλλά στην πραγματικότητα ολόκληρος ο δυτικός κόσμος είναι μη ορθόδοξος· όλη η σκέψη της δυτικής Ευρώπης είναι μη ορθόδοξη σκέψη.

Από μια τέτοια σκοπιά, θα έπρεπε να αποφύγουμε κάθε σχέση με τη δυτική σκέψη, και επιπλέον να αγωνιστούμε εναντίον της, ως πειρασμού και κακού. Αυτή είναι η πιο ανόθευτη μορφή σκοταδισμού, μια επιστροφή στην παλιά μας κενότητα. Ο χριστιανικός κόσμος, στην πιο δημιουργική περίοδό του, τρέφτηκε από τη ειδωλολατρική σκέψη της αρχαιότητας. Και σε κάθε περίπτωση, ο Boehme ήταν περισσότερο χριστιανός απ’ ό,τι ο Πλάτων, ο οποίος χαίρει μεγάλης εκτίμησης μέσα στην πατερική παράδοση· και ακόμη περισσότερο από τον Kant, που εκτιμάται από πολλούς ορθόδοξους θεολόγους, όπως ο μητροπολίτης Antonii.

Ο Boehme είναι πολύ δύσκολος για την κατανόηση, και από αυτόν μπορούν να προκύψουν πολύ διαφορετικά και αντίθετα συμπεράσματα.
Βλέπω τη σημασία του Boehme για τη χριστιανική φιλοσοφία και τη χριστιανική θεοσοφία στο ότι επιχείρησε με τον στοχασμό του να υπερβεί τη λαβή της ελληνικής και λατινικής σκέψης πάνω στη χριστιανική συνείδηση· βυθίστηκε στο πρωταρχικό μυστήριο της ζωής, το οποίο η αρχαία σκέψη είχε αποφύγει.

Η χριστιανική θεολογία, και όχι μόνο η καθολική, είναι τόσο διαποτισμένη από την ελληνική σκέψη — από τον Πλατωνισμό, τον Αριστοτελισμό και τον Στωικισμό — ώστε κάθε παρέμβαση στις σταθερές αυτής της σκέψης θεωρείται ως προσβολή της ίδιας της χριστιανικής αποκάλυψης. Και πράγματι, οι Έλληνες Πατέρες της Εκκλησίας ήταν μορφωμένοι στην ελληνική φιλοσοφία, ήταν Πλατωνικοί, και στη σκέψη τους αποτυπώνεται η περιοριστικότητα του ελληνικού ορθολογισμού.

Αυτή η σκέψη δεν κατόρθωσε να επιλύσει το πρόβλημα του προσώπου, το πρόβλημα της ελευθερίας, το πρόβλημα της δημιουργικής δυναμικής. Ο Boehme δεν ήταν Αριστοτελικός, ούτε Πλατωνικός, και η επιρροή του βρίσκεται έξω από τη διαμάχη μεταξύ Ανατολικού Πλατωνισμού και Δυτικού Αριστοτελισμού. Ο Boehme ήταν πολύ κοντά μόνο στον Ηράκλειτο.

Πιστεύω ότι στη χριστιανική φιλοσοφία πρέπει να υπερβούμε όχι μόνο τον Αριστοτελισμό, αλλά και τον Πλατωνισμό, ως φιλοσοφίες στατικές και επαναληπτικές, ανίκανες να στοχαστούν το μυστήριο της ελευθερίας και της δημιουργίας. Η διδασκαλία του Boehme για τη Σοφία (Sophia) στην οποία θα στραφώ στην επόμενη μελέτη, δεν είναι ένας χριστιανικός Πλατωνισμός, όπως επιχειρεί να τη νοήσει η ρωσική Σοφιολογία· το νόημά της είναι εντελώς διαφορετικό. Η διδασκαλία του Boehme σχετικά με το Ungrund και την ελευθερία πρέπει, ωστόσο, να αναπτυχθεί περαιτέρω, σε σχέση με τη διάκριση μεταξύ της θείας αβύσσου και της θείας ελευθερίας, σε αντιπαραβολή με τη meonic άβυσσο και τη meonic ελευθερία. Στα τελικά, ανέκφραστα βάθη του μυστηρίου, αυτή η διάκριση θα εξαλειφθεί, αλλά στο κατώφλι της προσέγγισης του μυστηρίου, αυτή η διάκριση πρέπει να διατυπωθεί.

Nikolai Berdyaev
1930

ΚΑΙ Ο ΦΛΩΡΟΦΣΚΙ Ο ΜΕΓΑΛΥΤΕΡΟΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΘΕΟΛΟΓΟΣ ΤΟΥ ΑΙΩΝΟΣ ΜΑΣ. παπα ΓΙΩΡΓΗΣ ΜΕΤΑΛΛΗΝΟΣ

Τρίτη 20 Μαΐου 2025

Κωνσταντίνος ο Μέγας και η ιστορική αλήθεια, Του π. Γ. Δ. Μεταλληνού, τ. Κοσμήτορα της Θεολογικής Σχολής του Πανεπ. Αθηνών

 

Του π. Γ. Δ. Μεταλληνού, τ. Κοσμήτορα της Θεολογικής Σχολής του Πανεπ. Αθηνών
Πηγή: Απομαγνητοφωνημένη ομιλία


Η εορτή του αγίου Κωνσταντίνου και της μητέρας του, της αγίας Ελένης, που είχαμε πριν από δύο μέρες, επικαιροποιεί το θέμα το οποίον εξαγγείλατε προηγουμένως.

Η σωστή χρήση των πηγών

Είναι γεγονός ότι η στάση των ιστορικών απέναντι στο Μέγα Κωνσταντίνο είναι αντιφατική. Για άλλους υπήρξε μέγα αίνιγμα ή στυγνός δολοφόνος και καιροσκόπος, για άλλους δε, το μέγα θαύμα της ιστορίας. Αυτό συμβαίνει διότι επικρατούν συνήθως ιδεολογικά κριτήρια και παραταξιακές εκτιμήσεις ερήμην των πηγών. Ένα από τα μεγαλύτερα εγκλήματα στο χώρο της ιστορίας, που οδηγεί αυτόχρημα στην αυτοκατάργηση του ιστορικού και των ερευνών του, είναι η χρησιμοποίηση της ιστορίας με οποιεσδήποτε διασκευές της κατά το δοκούν, ώστε να χρησιμοποιείται για να αποδειχθούν πράγματα που ιστορικά δεν θεμελιώνονται. Ένα άλλο επίσης πρόβλημα είναι όχι μόνον η ιδεολογική χρήση της ιστορίας και των πηγών ακόμη, αλλά είναι και ο ιστορικός αναχρονισμός. Να επιχειρούνται δηλαδή ερμηνευτικές προσβάσεις στα ιστορικά γεγονότα και στα ιστορικά πρόσωπα μέσα από κρίσεις και προϋποθέσεις του παρόντος, του οποιουδήποτε παρόντος. Γνωρίζετε ασφαλώς όλοι ότι όταν συντάσσει κανείς μια ιστορική διατριβή και μάλιστα αν είναι διδακτορική διατριβή που είναι η σημαντικότερη εργασία ενός επιστήμονος, παραθέτει ένα εισαγωγικό ή πρώτο κεφάλαιο που αναφέρεται στην εποχή μέσα στην οποία τοποθετούνται τα θέματα με τα οποία ασχολείται. Αυτή η τοποθέτησις είναι απολύτως αναγκαία, σφαιρική από πάσης πλευράς τοποθέτηση, για να μπορεί κανείς τα συμπεράσματα τα οποία θα συναγάγει, να τα τεκμηριώνει και μάλιστα κατά τρόπον αναμφισβήτητον. Ο ιστορικός αναχρονισμός και η ιδεολογική χρήση της ιστορίας, επαναλαμβάνω, είναι από τις μεγαλύτερες αρρώστιες των ασχολουμένων με την ιστορία, στην εποχή μας περισσότερο. Επίσης, είναι δυνατόν, να στοχάζεται κανείς εις τα ιστορικά γεγονότα ερήμην των πηγών. Αυτό είναι μυθιστόρημα, δεν είναι ιστορία.
Μυθιστόρημα σημαίνει, ή ιστορικό ρομάντσο ακόμη, σημαίνει ότι χρησιμοποιεί κανείς κάποια γεγονότα τα οποία έστω, στηρίζονται στις πηγές και τα συνδέει με έναν αυθαίρετο τρόπο. Αυτό ακριβώς είναι πάλι άλλη νόσος της ιστορικής επιστήμης. Ο μακαρίτης, ο μέχρι του θανάτου του πατριάρχης των εκκλησιαστικών ιστορικών στον τόπο μας, ο Απόστολος Βακαλόπουλος, μ’ ένα κλασικό έργο που μας έδωσε για την ιστορία, πολύτομο, του νέου ελληνισμού, αναγκάζεται να απολογηθεί στην επανέκδοση του πρώτου και δευτέρου τόμου και να πει το εξής, ότι «με κατηγορείτε διότι δεν στοχάζομαι επί των γεγονότων, αλλά νομίζω ότι επιστήμη είναι πρώτον η έρευνα και η παρουσίαση των πηγών αναλυτικά, κριτικά, και εν συνεχεία ο στοχασμός. Αφήστε με λοιπόν εγώ να ασχοληθώ με τις πηγές», έλεγε ο Βακαλόπουλος, «και εν συνεχεία σεις, κάμνετε τους στοχασμούς σας».

Επαναλαμβάνω λοιπόν, ιδεολογική χρήση της ιστορίας, ιστορικός αναχρονισμός, παραταξιακή νοοτροπία, και εν συνεχεία ανέρειστος, αθεμελίωτος στοχασμός, καταργούν τον ιστορικό και την έρευνά του.

Οι πηγές

Μιλώντας για τον Μέγα Κωνσταντίνο, ποιες είναι οι πηγές από τις οποίες αντλούμε πληροφορίες; Ο σύγχρονος ιστορικός, ο πατέρας της εκκλησιαστικής ιστορίας, είναι ο ιστορικός Ευσέβιος, ο οποίος συνεδέετο με φιλικούς δεσμούς με τον Μέγα Κωνσταντίνο και γι’ αυτό το λόγο και οι δικές του πληροφορίες πρέπει να κρίνονται και να διασταυρώνονται με άλλες πηγές. Αν δεν μπορούν να διασταυρωθούν παραμένουν ως μαρτυρίες αλλά που δε μπορεί να τις επικαλείται κανείς και να υποστηρίξει αυτό το οποίον θέλει.

Ένας άλλος σύγχρονος ιστορικός, φίλος του γιου του Κωνσταντίνου, του Κρίσπου, ήταν ο Λακτάντιος. «Περί του θανάτου των διωκτών», του Χριστιανισμού προφανώς, έχει γράψει. Είναι όμως και ο άγιος Γρηγόριος ο θεολόγος ο οποίος εις τα έπη του ασχολείται με τις δύο Ρώμες, την Παλαιά και τη Νέα Ρώμη. Θεωρεί την δευτέρα, Νέα Ρώμη, ως σύνδεσμο Ανατολής και Δύσεως, θα επανέλθω σ’ αυτό. Αυτές είναι οι ασφαλέστερες, σύγχρονες πηγές.

Ζώσιμος

Από την άλλη πλευρά, πηγή που περιέχει όποιο αρνητικό στοιχείο επαναλαμβάνεται μέχρι σήμερα για τον Μέγα Κωνσταντίνο, είναι ο ειδωλολάτρης, ο εθνικός και φανατικός μάλιστα ειδωλολάτρης ιστορικός, ο Ζώσιμος. 425 περίπου με 518. Γράφει δηλαδή ένα, ενάμιση αιώνα μετά τον Μέγα Κωνσταντίνο.

Ο Ευσέβιος όπως είπαμε είναι ο πατέρας της Εκκλησιαστικής ιστορίας και κοιμάται, αποθνήσκει, περί το 339, 340. Το 337 πεθαίνει ο Μέγας Κωνσταντίνος, άρα είναι σύγχρονος. Ο Zώσιμος ήταν φανατικός οπαδός της αρχαίας θρησκείας και έγραψε το έργο «Ιστορία Νέα» που αρχίζει από τον Αύγουστο και τελειώνει το 410, σε έξι βιβλία. Οι πηγές του είναι παγανιστικές. Οι πληροφορίες τις οποίες δίδει δεν διασταυρώνονται. Αλλά εκείνοι που θέλουν να εκμεταλλευτούν την περίπτωση εναντίον του Μεγάλου Κωνσταντίνου, αντλούν συνεχώς από αναπόδεικτα στοιχεία τα οποία παραδίδει ο Ζώσιμος. Βλέπετε πως προσπαθώ να μείνω αντικειμενικός, δεν είναι αν εμάς μας ενδιαφέρει ο Κωνσταντίνος να φανεί καλός ή κακός. Το πρόβλημα στην έρευνα είναι τι λέγουν οι πηγές. Επομένως, και ο Ευσέβιος σε πολλά σημεία πρέπει να δεχθεί αυτή τη διασταύρωση για το έγκυρο των πληροφοριών του, αλλά πολύ περισσότερο ο Ζώσιμος που είναι και μεταγενέστερος. Είναι απορριπτικός έναντι του Μεγάλου Κωνσταντίνου και είναι συγχρόνως λιβελογράφος. Η επιστήμη σήμερα δέχεται, κριτικά, ότι ο Ζώσιμος πραγματικά δεν υπήρξε ιστορικός επιστήμων. Γράφει συναισθηματικά πολλές φορές, είναι ηθικολόγος περισσότερο παρά επιστήμων. Υπάρχει ένα καταπληκτικό άρθρο, του Ντίντλεϋ, σε ένα περίφημο γερμανικό περιοδικό του 1972. Όπως επίσης ένα σπουδαίο άρθρο, που έχει τον Ντίντλεϋ υπόψιν, εις το παγκόσμιο βιογραφικό λεξικό της Εκδοτικής Αθηνών, του κυρίου Τσακανίκα. Ο φανατισμός του Ζωσίμου και η λιβελογραφική επίθεση εναντίον του Κωνσταντίνου, φαίνεται στο ότι του αποδίδει την παρακμή της αρχαίας θρησκείας και της αυτοκρατορίας σε στιγμή όπου στην εποχή του Μεγάλου Κωνσταντίνου η αυτοκρατορία, της Ρώμης, αποκτά τη μεγαλύτερη έκταση και τη μεγαλύτερη ενότητα και αίγλη. Εντελώς διαφορετικά δηλαδή είναι τα πράγματα απ’ ό,τι τα παρουσιάζει ο Ζώσιμος.

Σημασία έχει ότι άκριτα αναπαράγονται από τους μεταγενεστέρους, και μάλιστα από τους συγχρόνους μας νεοπαγανιστές ή νεοειδωλολάτρες, οι απόψεις του Ζωσίμου. Σκόπιμα για να στιγματιστεί και απορριφθεί ο Μέγας Κωνσταντίνος και το έργο του. Να σπιλωθεί και να υποτιμηθεί το πρόσωπό του. Η κορύφωση είναι η ύπουλη πραγματικά και αδίωκτη, ακαταδίωκτη δικαστικά, μετά, τι να κάνεις, που να προσφύγεις σε ποια δικαιοσύνη σ’ αυτό το χώρο, είναι τα όσα δημοσιεύονται, ανώνυμα τις περισσότερες φορές. Πόσες φορές μου στέλνουν κείμενα, από το ίντερνετ, άλλοι με επαινούν αλλά οι περισσότεροι, κυρίως οι νεοειδωλολάτρες, με κατηγορούν και μου αποδίδουν απόψεις που ποτέ δεν τις σκέφτηκα. Άλλοι το κάνουν ίσως για να αποκτήσουν κύρος, να μην τους αδικήσω. Έ, γεράσαμε τώρα στην έρευνα, σου λέει το λέει και ο Μεταλληνός. Κι αυτό είναι τιμή μου. Αλλά δε με τιμά το ότι μου αποδίδουν απόψεις που δεν τις γνωρίζω εγώ ο ίδιος. Δε θέλω τώρα να φέρω… έτσι δουλεύει και ο… θα πω το όνομα διότι είναι δημόσια πράγματα, ο κύριος Γεωργαλάς, ο παλαιός συνεργάτης του Παπαδοπούλου, είναι ανέντιμο διότι αποδίδει σε κάποιο βιβλίο ανθελληνικές θέσεις τις οποίες ποτέ δε σκέφτηκα. … (απάντηση σε ακροατή: Ο Γεωργαλάς… ζει… και να ’ναι καλά ο άνθρωπος και να ζήσει και να μετανοήσει πριν φύγει από τον κόσμο για τα ψέματα τα οποία λέει.) Μένει όμως το κείμενο και το παίρνουν φοιτητές. Αυτό γίνεται γενικά και με τον Ζώσιμο. Ο Βολταίρος επί παραδείγματι, τοποθετείται αρνητικά απέναντι στον Κωνσταντίνο. Ο Γίββων τοποθετείται αρνητικά και θα το δούμε αυτό στη συνέχεια. Αμέσως τώρα, ποιοι είναι εκείνοι οι οποίοι διαχρονικά και συγχρονικά στην εποχή μας, κατηγορούν και απορρίπτουν τον Μέγα Κωνσταντίνο.

Ο Κωνσταντίνος Παπαρηγόπουλος, τον 19ο αιώνα, ο πρώτος μεγάλος ιστορικός μας, πολλά πράγματα πρέπει να ανανεωθούν σήμερα, αλλά βασικά το έργο του παραμένει πολύτιμη πηγή διότι, το λέγω γι’ αυτούς που ίσως δεν το γνωρίζουν, ο Παπαρηγόπουλος έχει ένα προσόν: δε στοχάζεται κυρίως αλλά ακολουθεί τις ιστορικές πηγές.Το έργο του είναι ανάπτυξη των ιστορικών πηγών. Άρα και να μη βρει κανείς όλες τις πηγές, μπορεί πιστότατα να τις μελετήσει όπως αποδίδονται από τον Κωνσταντίνο Παπαρηγόπουλο. Λέγει λοιπόν. Πρώτη ομάδα, που εμίσησε τον Μέγα Κωνσταντίνο, ως πρόμαχο του νέου θρησκεύματος, είναι οι του αρχαίου θρησκεύματος οπαδοί. Οι ειδωλολάτρες της εποχής, όπως ο Ζώσιμος. Ο Ζώσιμος του αποδίδει όλες τις συμφορές, κατά τον Ζώσιμο, συμφορές του κράτους. Και σήμερα λοιπόν αποδίδονται στον Κωνσταντίνο, αναπόδεικτα, όλα αυτά τα οπαία επικαλείται ο Ζώσιμος και οι νεοειδωλολάτρες. Κατά πόσον έχουν δίκιο, θα το δούμε στη συνέχεια. Δεύτερο, επιτίθενται στον Μέγα Κωνσταντίνο, από τον 18ο κυρίως αιώνα, οι οπαδοί του Διαφωτισμού. Μια γνώμη του Ζωσίμου, που διέφυγε, την υπογραμμίζω: «εγκατέλειπε το πάτριον δόγμα και ησπάσθη την ασέβεια». Βλέπετε πόσο σχετικά είναι τα πράγματα. Ασέβεια είναι ο Χριστιανισμός. Και η πάτρια θρησκεία τιμάται!Βέβαια ένας ερευνητής της ιστορίας όπως ο ομιλών, δεν ασχολείται με συναισθηματικά πράγματα. Αλλά καταλαβαίνετε, πώς ανατρέπεται η προοπτική και πως περιμένεις να επαινέσει κάποιος τον Κωνσταντίνο όταν έχει αυτή τη βασική προοπτική στην προσέγγισή του. Παρόλα αυτά, σπεύδω να πω ότι πολλές φορές ο Ζώσιμος ή αποσιωπά σημαντικά έργα του Κωνσταντίνου ή τον επαινεί για τις αρετές τις οποίες διέθετε. Ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος μιλώντας για τον Μέγα Βασίλειο χρησιμοποιεί την εξής παροιμία που ίσως είναι δική του: «θαυμάζει ανδρός αρετήν και πολέμιος». Τη λεβεντιά ενός ανθρώπου τη θαυμάζει και ο αντίπαλός του. Όταν σε επαινεί ο αντίπαλός σου σημαίνει ότι κάτι αξίζεις. Και δεν είναι λίγες οι φορές που αναγκάζεται ο Ζώσιμος να επαινέσει τον Κωνσταντίνο.

Διαφωτιστές

Οι Διαφωτιστές λοιπόν, ο Γίββων, ο Βολταίρος. Ο Βολταίρος συνεχώς απορρίπτει το Βυζάντιο ο δε Γίββων ακόμη και στον τίτλο του βιβλίου του, ναι μεν δεν αρνείται ότι το όνομα της αυτοκρατορίας δεν είναι Βυζάντιο αλλά είναι Νέα Ρώμη, είναι συνέχεια από πλευράς πολιτικής και εδαφικής αλλά όχι και πολιτιστικής και πνευματικής, της παλαιάς Ρώμης, μιλεί για την Decline and Fall of the Roman Empire. Δηλαδή είναι το κατρακύλισμα και η πτώση της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας. Κι αυτό οφείλεται κατ’ αυτόν, κατά τον Γίββωνα, στον Χριστιανισμό. Το έργο του είναι σπουδαίο, αλλά όταν έχει συγκεκριμένη προοπτική, καταλαβαίνετε το βασικό μειονέκτημά του. Στη διαστροφή των πνευμάτων κατά τον Παπαρηγόπουλο, ουκ ολίγον συνετέλεσε και η παπική αρχή. Μπορεί να είναι ο Μέγας Κωνσταντίνος αναγεγραμμένος εις το αγιολόγιο του παπισμού (σημ. ΟΟΔΕ: τουλάχιστον στους Ουνίτες), αλλά δεν παύει να μισείται ή να τον αποστρέφονται οι ρωμαιοκαθολικοί επειδή μετέφερε την πρωτεύουσα στη Νέα Ρώμη και οδήγησε στην αφάνεια την Παλαιά Ρώμη. Αν γινότανε κάτι τώρα σε μας, λέγω τώρα μια σκέψη, η πρωτεύουσα να μεταφερθεί στη Θεσσαλονίκη, τι θα κάναμε κύριε δήμαρχε εμείς, οι χαμουτζήδες, όπως μας λένε οι βόρειοι, σ’ αυτή τη μεταβολή; Σημασία τώρα ουσιαστικότερη έχει το εξής: το όνομα Κωνσταντίνοςμολονότι εννοιολογικά προέρχεται από την ελληνική γλώσσα. Κώνστας είναι η constantia είναι η σταθερότης, η δύναμη του χαρακτήρος, και τα δύο από το ρήμα ίσταμαι και ίστημι, επομένως η προέλευση εννοιολογικά είναι αρχαιοελληνική, ελληνική, αλλά το όνομα Κωνσταντίνος επεκράτησε στη Δύση. Από το σχίσμα και μετά, ουδείς πάπας και ουδείς ηγεμόνας της Δύσεως, έλαβε το όνομα Κωνσταντίνος. Έγινε το μισητότερο όνομα εις την Δύση εν αντιθέσει με την Ανατολή που φθάσαμε πριν από κάποια χρόνια από τον ανώτατο άρχοντα και όχι μόνο τον πρώην, τον τέως βασιλέα, αλλά και πρόεδρο δημοκρατίας μέχρι τους αρχηγούς των κομμάτων, να έχουν όλοι το όνομα Κωνσταντίνος. Και η μακαρίτισσα η Μαλβίνα η Κάραλη, είπε κάποτε με κάποια αγανάκτηση, καλά βρε παιδιά, δεν υπάρχει κανένας Βρασσίδας, Επαμεινώνδας, μόνο Κωνσταντίνοι υπάρχουν. Έγινε το αγαπητότερο όνομα, κι επειδή έχω και τον γαμπρό μου Κωνσταντίνο, συγνώμη γι’ αυτό που λέγω, το έζησα και προχτές, οι Κωνσταντίνοι έγιναν, δόξα τω Θεώ, περισσότεροι από τους Γιώργηδες και τους Γιάννηδες. Αυτό σημαίνει πόσο αγαπήθηκε, λαογραφικά μιλώ αυτή τη στιγμή, πόσο αγαπήθηκε αυτό το όνομα.

Και τέταρτη ομάδα που στρέφεται εναντίον του είναι οι δυτικόφρονες οι οποίοι, ακρίτως, ακολουθούν πάντοτε κάποιαν Ευρώπη, κάποια Δύση, χωρίς να ενδιαφέρονται αν αυτά που λέγονται είναι ορθά ή όχι.

Βιογραφικά στοιχεία


Δύο τρία βιογραφικά στοιχεία πριν προχωρήσω σε κάποιες απολογητικές θέσεις. Το όνομα του ήταν Imperator Ceasar Clavdius Valerius Constantinus Augustus – το πλήρες όνομα όταν από το 324 έγινε μονοκράτωρ. Γεννήθηκε στις 22 Φεβρουαρίου περί το 280. Κατ’ άλλους λίγο ενωρίτερα, κατ’ άλλους λίγο αργότερα. Στη Ναϊσό, εις την Νίσσα της Σερβίας. Τα νεανικά του χρόνια τα πέρασε ως όμηρος εις την αυλή του αυτοκράτωρος Διοκλητιανού ή στην αυλή του συναυτοκράτωρος Γαλερίου. Όμηρος ώστε να εμποδιστεί ο πατέρας του που ήταν Καίσαρ, ο Κωνστάντιος ο Χλωρός, να επαναστατήσει εναντίον του αυτοκράτωρος. Ίσως γνώρισε το μαρτύριο του αγίου Γεωργίου και τα θαύματά του στην Ανατολή, γιατί η αγάπη του προς τους μάρτυρες πρέπει να έχει κάποιο ουσιαστικό έρεισμα. Υπήρξε γενναίος πολεμιστής με πολλά προσόντα, με ηρωικό φρόνημα. Στην αρχή ενυμφεύφθει τη σεμνή Νινευίνα και απέκτησε τον Κρίσπο, το πρώτο παιδί του. Για πολιτικούς λόγους, όπως και ο πατέρας του, αναγκάστηκε να χωρίσει τη Νινευίνα και να νυμφευθεί την κόρη του συναυτοκράτωρος Μαξιμιανού, την Φαύστα. Η Φαύστα προφέρεται λατινιστί Φάουστα και πραγματικά ήταν η Φάουστα της οικογενείας. Ο Βοσταντζόγλου έχει γράψει ο μακαρίτης σχετικά με την Φαύστα. Απέκτησε από την Φαύστα τρεις γιους. Τον Κωνσταντίνο, τον Κωνστάντιο και τον Κώνσταντα που βασίλευσαν και οι τρεις. Βλέπετε, όλα τα ονόματα στρέφονται γύρω από την ίδια ρίζα. Ο Διοκλητιανός εφήρμοσε ένα νέο σύστημα διοικήσεως, την Renovatio Imperius, την ανανέωση της αυτοκρατορίας από το 285, την τετραρχία.

Ο Διοκλητιανός ήταν ο πρώτος Αύγουστος και Καίσαρ, δεύτερος Αύγουστος θα λέγαμε, ο Γαλέριος. Βοηθός του στην Ανατολή. Ο Μαξιμιανός επίσης συναύγουστος, είχε καίσαρα τον Κωνστάντιο Χλωρό, τον πατέρα του Κωνσταντίνου στη Νίσσα. Το 305, την 1η Μαΐου, παραιτήθηκε ο Διοκλητιανός και ο Μαξιμιανός και ο Χλωρός ανακυρήχθηκε Αύγουστος στην Δύση και ο Γαλέριος στην Ανατολή. Ο Κωνσταντίνος τότε εκλήθη στη Δύση, κοντά στον πατέρα του. Το 306 επέρχεται ο θάνατος του Κωνσταντίου Χλωρού και στις 25 Ιουλίου του 306, ο στρατός ανεκύρηξε τον Κωνσταντίνο αυτοκράτορα. Πρέπει να λάβουμε υπ’ όψη κάτι εδώ. Δεν υπήρχε κληρονομικότητα της βασιλείας, όπως όλη την περίοδο του Βυζαντίου, της Νέας Ρώμης δηλαδή, της Ρωμανίας, όπως δεν υπήρχε και στην αρχαία Ελλάδα. Κληρονομικοί θεσμοί δεν υπήρχαν, θεσμοθετημένη κληρονομική διαδοχή. Απλούστατα, ο στρατός η σύγκλητος και ο λαός μπορούσαν να δεχθούν το γιο κάποιου να τους διαδεχθεί, αλλά όχι κληρονομικώ δικαιώματι. Αυτή είναι η δημοκρατία του ελληνισμού και όχι το όνομα βασιλεύς. Έχω πει και άλλες φορές σ’ αυτή την αίθουσα, ας λέγεται όπως θέλει να λέγεται, αρκεί να εκλέγεται. Αυτή είναι η δημοκρατία. Ο Κωνσταντίνος λοιπόν ανακηρύχθηκε από τον στρατό και την σύγκλητο αυτοκράτωρ. Αλλά και ο Μαξέντιος, ο γιος του Μαξιμιανού, το ίδιο έτος στις 28 Οκτωβρίου, ανακηρύχθηκε και αυτός αυτοκράτορας. Το 311 αποθνήσκει ο Γαλάριος και τον διαδέχεται ο Λικίνιος που έλαβε ως σύζυγο την Κωνσταντία – Κωνσταντία και αυτή – θετή αδερφή του Κωνσταντίνου. 28 Οκτωβρίου του 312 ο Κωνσταντίνος ενίκησε τον Μαξέντιο – θα το δούμε γιατί – στη Μιλβία, κατ’ άλλους Μουλβία, γέφυρα. Η σύγκλητος ανακήρυξε τότε πρώτον Αύγουστο τον Κωνσταντίνο. Το 313 ο Λικίνιος ενίκησε τον Μαξιμίνο. Και μένουν τώρα δύο Αύγουστοι. Ο Κωνσταντίνος ο πρώτος Αύγουστος και ο Λικίνιος δεύτερος Αύγουστος. Έτσι το 313 εκδίδεται το περιβόητο διάταγμα των Μεδιολάνων, που θα δούμε πια είναι η σημασία του. Το 321 ο Λικίνιος επαναφέρει τους διωγμούς με νέο διάταγμα εναντίον των χριστιανών ενώ το 313 είχε αποφασιστεί, με πρώτον τον Κωνσταντίνο, να πάψουν οι διωγμοί. Επέρχεται η σύγκρουση μεταξύ των δύο και η ήττα του Λικινίου. Το 324 ο Κωνσταντίνος γίνεται μονοκράτορας, η αυτοκρατορία αποκτά ενότητα σε μία αχανή έκταση. Από την Θούλην, που μπορεί να ήταν η σημερινή Ισλανδία, ή τουλάχιστον η Ιρλανδία, μέχρι την Περσία και την Ινδία. Επομένως γίνεται ένα ενιαίο κράτος, με μία κεντρική εξουσία, έναν κεντρικό αυτοκράτορα. Το 325 συγκαλεί την Α’ Οικουμενική Σύνοδο και το 330 εγκαινιάζει τη νέα πρωτεύουσα, τη Νέα Ρώμη. Στις 22 Μαΐου του 337 πεθαίνει στο Δρέπανο της Βιθυνίας – Μικρασία – που ήταν η πόλις καταγωγής της Αγίας Ελένης και γι’ αυτό ονόμασε την πόλην αυτήν Ελενούπολη. Βαπτίστηκε από τον φίλο του, Ευσέβιο Νικομηδείας, με λευκή εσθήτα, ως κατηχούμενος και μετά από λίγο αρρώστησε και πέθανε σε ηλικία περίπου εξήντα ετών. Η σωρός του μεταφέρθηκε και ετάφη στη νέα πρωτεύουσα, τη Νέα Ρώμη.

Κατηγορίες από τον Ζώσιμο


Αυτά είναι τα τυπικά ιστορικά. Ο Κωνσταντίνος κατηγορήθηκε από τον Ζώσιμο για τη δολοφονία και εξόντωση των αντιπάλων του.

Τι μαρτυρούν οι πηγές; Κάποια πράγματα τα οποία λέγονται από τους αντιπάλους του, και μάλιστα το Ζώσιμο που είναι η πηγή των συκοφαντιών κατά του Κωνσταντίνου, μένουν στο χώρο του θρύλου. Όταν είναι κάτι αναπόδεικτο το αναφέρει μεν ο ιστορικός όπως κάνω και ’γω τώρα, χωρίς όμως να μπορεί να στηρίξει οποιαδήποτε συμπεράσματα σε αμέριστες υποθέσεις ή σκέψεις.

Η περίπτωση του Μαξιμιανού


Η περίπτωση του Μαξιμιανού, για να μείνω σε μερικά χαρακτηριστικά παραδείγματα. Ο Μαξιμιανός ήθελε να γίνει αύγουστος, αυτοκράτορας και διώχθηκε από τον γιο του Μαξέντιο. Έτσι κατέφυγε στην κόρη του, ήταν πεθερός του Κωνσταντίνου, στην κόρη του Φαύστα και ζήτησε προστασία από τον Κωνσταντίνο. Το 310 όμως οργάνωσε συνωμοσία και κίνημα για ανατροπή του Κωνσταντίνου. Αυτή ήταν η κατάσταση της εποχής. Ξέρετε, κανείς, όσο μεγάλος κι αν είναι, δε μπορεί να πάψει να είναι τέκνο της εποχής του. Γι’ αυτό σας είπα ότι όταν εφαρμόζεται ο λεγόμενος ιστορικός αναχρονισμός, είναι αποτυχία της ιστορικής έρευνας. Εμείς θα ερμηνεύσουμε τα πράγματα της εποχής εκείνης, μεθιστάμενοι σ’ αυτή την εποχή κι όχι μεταφέροντας την εποχή στις δικές μας συνθήκες σήμερα. Ο Μαξιμιανός διέδωσε ότι ο Κωνσταντίνος φονεύθηκε στον πόλεμο κατά των Φραγκογερμανών στα βόρεια σύνορα, και πήρε ένα μέρος του στρατού με το μέρος του και αυτοανακηρύχθηκε αυτοκράτορας. Ο Κωνσταντίνος επέστρεψε και ο Μαξιμιανός κλείστηκε στο φρούριο της Μασσαλίας. Ο Κωνσταντίνος τον αιχμαλωτίζει, τον συγχωρεί όμως, με τη μεσολάβηση και της γυναίκας του της Φαύστας. Νέα συνωμοσία του Μαξιμιανού και της Φαύστας τώρα, για να δολοφονηθεί ο Κωνσταντίνος. Αποτυγχάνει η προσπάθεια. Η Φαύστα τότε, η Φάουστα όπως είπα της οικογένειας, ενοχοποιεί τον πατέρα της. Ο Μαξιμιανός αναγκάστηκε να αυτοαπαγχονιστεί, κρεμάστηκε δηλαδή, γιατί κατάλαβε ότι τα πράγματα έγιναν σκληρότερα γι’ αυτόν. Κατηγορούν γι’ αυτό τον Κωνσταντίνο.Κοιτάξτε, όταν κάποιος είναι ανώτατος άρχων, και δεν είναι απλώς πολιτικά και διοικητικά ανώτατος άρχων, αλλά συγκεντρώνει όλες τις εξουσίες ονομάζετο Rectus Totius Omnis, δηλαδή ο κυβερνήτης, ο διοικητής ολοκλήρου του κόσμου. Ο Κωνσταντίνος λοιπόν είναι εκείνος ο οποίος ήταν ο Ανώτατος Δικαστής. Ήταν Pontifex maximus, ο ανώτατος αρχιερεύς. Αυτά δεν τα μετέφερε ο ίδιος στον εαυτό του, τα βρήκε στη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία. Επομένως, πάσα πράξις έπρεπε να δικαστεί από τον ανώτατο δικαστή. Ο οποίος βέβαια περιεστοιχίζετο από τον στρατό αλλά στα πολιτικά πράγματα από την σύγκλητο. Δεν είναι λοιπόν δυνατόν να αποδίδουμε μονομερώς την ευθύνη, όπως όταν κανείς είναι πρόεδρος της δημοκρατίας και υπογράψει θανατική ποινή η οποία ορίζεται από το δικαστήριο, είναι υποχρεωμένος να το πράξει. Αν αρνηθεί ο ανώτατος άρχων, βασιλιάς παλαιότερα, πρόεδρος της δημοκρατίας, να δεχθεί αυτό που προτείνει η δικαστική εξουσία καταλαβαίνετε ποιες επιπτώσεις θα γίνουν.

Η περίπτωση του Βασσιανού


Δεύτερο, η περίπτωση του Βασσιανού. Θ’ αποφύγω τις λεπτομέρειες, διότι, εις την στάση του Βασσιανού, κι εδώ ο Κωνσταντίνος έδειξε μεγαθυμία κι όταν αποκαλύφθηκε η συνωμοσία – πάλι συνωμοσία – εναντίον του ανωτάτου άρχοντος, ο Βασσιανός εξετελέσθη με την εφαρμογή των νόμων του κράτους. Είναι δυνατόν λοιπόν, εν ψυχρώ, να αποδοθεί η κατηγορία στον Κωνσταντίνο και να θεωρηθεί δολοφόνος; Κάθε ανώτατος άρχων τότε θα έπρεπε να ονομάζεται δολοφόνος, εκτός και αν ο ανώτατος άρχων χρησιμοποιεί τους νόμους. Αλλά η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία γι’ αυτό κατόρθωσε τόσα χρόνια να επιβιώσει ’ δεν ενεργούσε κατ’ αυτόν τον τρόπο.

«Τούτω Νίκα» περίπτωση του Μαξεντίου

Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση του Μαξεντίου, του κουνιάδου του Κωνσταντίνου. Ο Μαξέντιος επεθύμησε να γίνει ο μόνος αυτοκράτορας και εστράφη κατά του Κωνσταντίνου επικαλούμενος τον θάνατο – την δολοφονία κατ’ αυτόν – του πατέρα του, του Μαξιμιανού. Διατάζει την καταστροφή των αγαλμάτων του Κωνσταντίνου. Ο Κωνσταντίνος μέσω των Άλπεων έρχεται στην Ιταλία και συναντώνται οι δύο στρατοί στην ιδία γέφυρα του Τίβερη, δύο χιλιόμετρα έξω από τη Ρώμη. Εδώ εμφανίζεται η γνωστή θεοσημία, όπως το περιγράφει ο ιστορικός Ευσέβιος, κατά το απομεσήμερο. Βλέπει δηλαδή στον ουρανό τον Σταυρό και τα γράμματα που έλεγαν «Τούτω Νίκα», όχι δηλαδή «Εν Τούτω Νίκα». Με αυτό το σύμβολο θα μπορείς να νικάς, ας νικάς. Ο Λακτάντιος παραθέτει το κείμενο εις τα Λατινικά. Και λέει πάλι ότι ήταν Σταυρός, ότι το είδε σε ενύπνιον ο Κωνσταντίνος, βλέπετε υπάρχουν διάφορες εκδοχές, και είπε ότι τα γράμματα ήσαν In Hoc Vincas, Εν τούτω, εδώ δηλαδή υπάρχει το In. Εν αυτώ, δηλαδή να νικάς. Ο Άγιος Αρτέμιος και ο στρατός, υπάρχουν σχετικές πηγές, εβεβαίωσαν πως το είδαν και αυτοί το σύμβολο, άρα το είδε ολόκληρος ο στρατός και όχι μόνον ο Κωνσταντίνος. Γεγονός είναι ένα. Είτε ως ενύπνιον το είδε, είτε μέρα μεσημέρι στον ουρανό, σημασία έχει ότι από τότε ο Κωνσταντίνος κατασκευάζει το λάβαρο του Σταυρού με το μονόγραμμα, το Χριστόγραμμα ΧΡ, Χριστός. Σε ένα στεφάνι. Και εις τις ασπίδες των στρατιωτών εμφανίζεται το μονόγραμμα.

Ο Ζώσιμος αποσιωπά το γεγονός, ενώ θα μπορούσε να το διαψεύσει, αλλά δε μπορεί. Αποσιωπά το γεγονός όπως και άλλοι παγανιστές συγγραφείς. Το επιβεβαιώνουν όμως μεταγενέστεροι ιστορικοί, ο Φιλοστόργιος, ο Νικηφόρος Κάλλιστος Ξανθόπουλος, ο ησυχαστής του 14ου αιώνος. Ο δε Σωζομενός, ιστορικός του 5ου αιώνος, έναν αιώνα μετά τον Κωνσταντίνο μαζί με τον Σωκράτη τον σχολαστικό, λέγει ότι οι λέξεις «Τούτω Νίκα» ήσαν άγγελοι. Όπως το αστέρι της Βηθλεέμ, κατά τον Ιερό Χρυσόστομο, ήταν υπερφυές θαύμα, δηλαδή άκτιστη ενέργεια του Τριαδικού Θεού, το ίδιο και ο Σωζομενός, το ερμηνεύει με το δικό του τρόπο.Στις 28 Οκτωβρίου του 312 γίνεται η μάχη. Ο Κωνσταντίνος είχε 25.000 στρατό, ο Μαξέντιος 100.000 και κυριολεκτικά συνετρίβη ο στρατός του Μαξεντίου. Σπάζει μια γέφυρα του Τιβέριου ποταμού και πολλοί στρατιώτες πέφτουν στο ποτάμι και πνίγονται και μαζί τους και ο Μαξέντιος. Πάλι κατηγορούν τον Κωνσταντίνο. Εμένα με ενδιαφέρει στην έρευνά μου ο όρος που χρησιμοποιείται: «δολοφόνος ο Κωνσταντίνος». Ξέρετε τι σημαίνει δολοφόνος. Να πείτε ότι με τον τρόπο που επετέθη κατόρθωσε κλπ να πέσει ο Μαξέντιος στο ποτάμι και να πνιγεί, εντάξει το δέχομαι. Αλλά δολοφόνος από πού ως που; Όταν είναι μία μάχη κατά την οποία αντιμετωπίζεται στάσις, επανάσταση εναντίον του ανωτάτου άρχοντος. Τρία χρόνια μετά ο Κωνσταντίνος έχτισε τη Θριαμβική Αψίδα η οποία υπάρχει μέχρι σήμερα στη Ρώμη. Τώρα μια αντίφαση, στους αντιπάλους του Κωνσταντίνου είναι ότι δεν κατεδίκασε κανένα στρατιώτη του αντιπάλου στρατεύματος. Δεν εφήρμοσε κανένα μέτρο εναντίον τους. Καταλαβαίνετε λοιπόν ποιες αντιφάσεις υπάρχουν εις την κρίση του Κωνσταντίνου.

Κρίσπος – Φαύστα

Χαρακτηριστικότερες από αυτές – να ολοκληρώσω αυτές τις αναφορές – είναι η περίπτωση του γιου του του Κρίσπου και η περίπτωση της Φαύστας, της δεύτερης συζύγου του. Το 316 γιόρταζε τα δέκα χρόνια της ανόδου του εις τον θρόνο, στα ανάκτορα. Και εξαπλώνεται αυτόματα η είδηση ότι συνελήφθη ο Κρίσπος και εφυλακίσθη εις την φυλακήν της Πόλας εις την Ίστρια – από εκεί κατήγετο ο Ιωάννης Καποδίστριας και η οικογένειά του, την Ίστρια. Ο Κρίσπος ήταν ένας σοβαρός και αξιοπρεπής νέος με πολλά ηγετικά χαρίσματα. Δεκαεπτάχρονος, είχε περιβληθεί ανώτατα στρατιωτικά αξιώματα και ήταν μάλιστα και αρχηγός του στόλου της αυτοκρατορίας. Μη σας φαίνεται περίεργο, ο Γκουαρνέ της Ιωσηφίνας, ο θετός γιος του Ναπολέοντος, δεκαέξι χρονών ηύρε να καταλάβει τα Επτάνησα με τους δημοκρατικούς Γάλλους. Εδώ φαίνεται το μίσος της Φαύστας. Ο Κρίστπος υπερτερούσε έναντι των τριών δικών της γιων. Ετίθετο θέμα διαδοχής. Επίσης η αγία Ελένη, αγαπούσε τον Κρίσπο για τα προσόντα, της θύμιζε τον γιο της στα νεανικά του χρόνια. Γίνεται μια σατανική ενέργεια. Ένα μήνα πριν από τον θάνατο του Κρίσπου ο Μέγας Κωνσταντίνος είχε εκδώσει ένα νόμο εναντίον της μοιχείας. Μοιχεία με έγγαμη γυναίκα, όχι απλώς πορνεία. Η τιμωρία ήταν ο θάνατος. Με ψευδομάρτυρες κατηγορήθηκε από την Φαύστα ο Κρίσπος, πρώτον για συνωμοσία εναντίον του Κωνσταντίνου και δεύτερον ότι της επετέθη, στη μητριά του δηλαδή, με ανήθικους σκοπούς. Ο Ζώσιμος, προσέξτε, ο ειδωλολάτρης ιστορικός, και ο Ιωάννης Ζωναράς τον δωδέκατο αιώνα δέχονται ως αβάσιμες τις πληροφορίες και όλοι οι σοβαροί ερευνητές δέχονται ότι αυτά μένουν στο χώρο του θρύλου. Δεν μπορεί να συναγάγει κανείς σοβαρά συμπεράσματα. Το δίλημμα που είχε ο Κωνσταντίνος σε αυτή την περίπτωση ήταν ανάλογο εκείνο ενός μεγάλου νομοθέτη του ελληνισμού. Τον έβδομο αιώνα ο Ζάλευκος – Ζάλευκος σημαίνει Πάλευκος, όμως λέμε ζάπλουτος (παρακαλώ όσους δεν το ξέρουν να μη λένε ζάμπλουτος – ζα σημαίνει πάρα πολύ, ζάπλουτος και ζάλευκος). Ο Ζάλευκος είναι σύγχρονος του Χαμουραμπί, ή Χαμουράμπι και εκδίδει την πρώτη ελληνική νομοθεσία – είναι αρχαιότερος του Σόλωνος. Είχε λοιπόν ένα νόμο που έλεγε: ο κατηγορούμενος και συλλαμβανόμενος για μοιχεία καταδικάζεται με την εξόρυξη των δύο οφθαλμών. Ο πρώτος που συνελήφθη για μοιχεία ήταν ο γιος του Ζαλεύκου. Έρχεται λοιπόν ο βασιλεύς, όπως ο Κωνσταντίνος ανώτατος δικαστής, να δικάσει. Τι να κάνει; Να τυφλώσει το γιο του που ο στρατός τον ήθελε ως διάδοχό του και η εκκλησία του δήμου; Ρωτάει λοιπόν σοφότατα ο Ζάλευκος την σύναξη: πόσα μάτια απαιτεί ο νόμος στην περίπτωση αυτή ως τιμωρία; Και του είπαν δύο. Ε, λέει, ένα μάτι του γιου μου και ένα μάτι δικό μου. Τυφλώθηκε και αυτός κατά το ένα μάτι για να μην καταδικάσει με την εξόρυξη των δύο οφθαλμών το γιο του.

Αυτό το επικαλούμεθα συνήθως, ο Δημινιάτης και ο Κωνσταντίνος Καλλίνικος για να δικαιώσουν την περί ικανοποιήσεως της θείας δικαιοσύνης θεολογική, δυτική, παπική δηλαδή θεωρία – αλλά αυτό είναι άλλου παπά ευαγγέλιο και άλλο θέμα.

Δεν εκτελεί τον Κρίσπο, απλώς τον φυλακίζει ο Κωνσταντίνος. Ο νέος εκτελέστηκε με άγνωστο τρόπο και δεν βρέθηκε διάταγμα του Μεγάλου Κωνσταντίνου που να καταδικάζει τον Κρίσπο σε θάνατο, όπως έπρεπε να υπάρχει. Οι ιστορικοί μας λέγουν ότι η μόνη που μπορούσε να χρησιμοποιήσει την σφραγίδα του αυτοκράτορος ήταν η γυναίκα του η Φαύστα και σ’ αυτήν αποδίδεται η δολοφονία. Η απάντηση λοιπόν είναι αδύνατη και ανεύθυνη και προς πάσα κατεύθυνση. Η Ελένη επέστρεψε από τη Ρώμη και πληροφορήθηκε τη συνωμοσία της Φαύστας και απεκάλυψε τα πράγματα στον Κωνσταντίνο. Ο Κωνσταντίνος τότε διέταξε την σύλληψη της Φαύστας. Ο Ζώσιμος αυθαίρετα λέει ότι ο Κωνσταντίνος διέταξε να πνιγεί η Φαύστα στο λουτρό με καυτό νερό. Προχθές μου έστειλαν ένα άρθρο – θα το επικαλεστώ για ολίγο στη συνέχεια – που επαναλαμβάνει ένας εχθρός του Χριστιανισμού, τα όσα γράφει ο Ζώσιμος. Χωρίς καμία άλλη πηγή, χωρίς διασταύρωση της πληροφορίας. Αναπαράγεται λοιπόν αυτή η κρίση αναπόδεικτα. Αλλά το μύθο του Ζωσίμου καταρρίπτει ο Ιερώνυμος. Εκκλησιαστικός συγγραφέας (366 – 419 μ.Χ). Άριστος ελληνιστής, είχε ζήσει κοντά σε πατέρες στην ανατολή και μάλιστα κοντά στον Ιωάννη το Χρυσόστομο – ανατολικός, Μέγας Βασίλειος, Ιωάννης Χρυσόστομος, ανήκουν στην ίδια ομάδα από πλευράς Ορθοδοξίας – έζησε ο Ιερώνυμος τα γεγονότα, και αυτός παρέχει την πληροφορία ότι ο θάνατος της Φαύστας επήλθε τρία ή τέσσερα έτη μετά το θάνατο του Κρίσπου. Πως είναι δυνατόν λοιπόν να συνδέονται, και μάλιστα άμεσα, τα δύο γεγονότα; Ακόμη και ο ιστορικός Γίββων εις την ιστορία του καταθέτει την αμφισβήτησή του για ένα τέτοιο θάνατο της Φαύστας. Και ο Παπαρηγόπουλος επίσης απορρίπτει μια τέτοια θεωρία. Τις περιπτώσεις λοιπόν, κυρίως, του Κρίσπου και της Φαύστας, καλύπτει θρύλος.

Η στάση του Μ. Κωνσταντίνου έναντι της ειδωλολατρείας


Ποια ήταν η στάση τώρα του Κωνσταντίνου έναντι της ειδωλολατρίας. Ένα χρόνο μετά τη Σύνοδο της Νικαίας το 326, ο Κωνσταντίνος έρχεται στη Ρώμη για να γιορτάσει τα εικοσάχρονα της Βασιλείας του, τα δεύτερα δεκενάλια. Κλήθηκε στο Καπιτώλιο να συμμετάσχει σε μια στρατιωτική, ειδωλολατρική γιορτή και να προσφέρει τις νενομισμένες θυσίες. Αρνήθηκε. Καταλαβαίνετε, έπεσε ως κεραυνός εν αιθρία η άρνηση του αυτοκράτορος να τελέσει τα καθήκοντά του ως εθνικός, ως ειδωλολάτρης αυτοκράτορας. Μάλιστα πρέπει να ξέρουμε, θα το πω παρενθετικά, γιατί εδιώκετο ο Χριστιανισμός, κυρίως τους τρεις πρώτους αιώνες; Αλλά δεν σταμάτησαν ποτέ οι διωγμοί αυτοί, μέχρι σήμερα. Εδιώκετο διότι δεν απεδέχετο άλλες θεότητες. Η φράσις της λειτουργίας: «εις Άγιος, εις Κύριος, Ιησούς Χριστός», κατά τους μεγάλους λειτουργιολόγους, εισήλθε εις την θεία λειτουργία ήδη από τον πρώτο αιώνα. «Εις Άγιος», ήταν απάντηση στους Εβραίους’ ένας είναι ο Άγιος που αγιάζει, ο Τριαδικός Θεός. «Εις Κύριος», ένας βασιλιάς, ένας αυτοκράτορας, απευθύνεται στους Ρωμαίους. Ένας είναι εκείνος ο οποίος είναι ο βασιλιάς ο δικός μας. Κι αυτό το επαναλαμβάνει το 160 περίπου στη δίκη του, ο άγιος Πολύκαρπος, επίσκοπος Σμύρνης. Τι του είπε ο Στάτιος ο Κονδράτιος, ο διοικητής της Σμύρνης; «Ώμοσον του Καίσαρος Τίτου». Θυσίασε στο άγαλμα του Καίσαρα. Διότι ο Καίσαρ ήταν Θεός επί της γης.

Τιμούσαν το πνεύμα του Καίσαρος και το πνεύμα της Ρώμης, με αγάλματα με θυσίες, ετιμώντο ως θεότητα. Άρα δεν θα είχε αντίρρηση η Ρώμη οι Χριστιανοί να εισαγάγουν μια νέα θεότητα εις την πανσπερμία των θεοτήτων – ο Οράτιος έλεγε την εποχή αυτή «υπάρχουν περισσότεροι θεοί απ’ όσον άνθρωποι» - οπότε δε θα ηρνείτο η Ρώμη εάν πρώτα εδέχοντο τη θεότητα του Καίσαρος και της Ρώμης. Γι’ αυτό εδιώκοντο οι Χριστιανοί. Ήταν απηγορευμένη εταιρεία – ομάδα διότι δεν εδέχετο «ους η πόλις», για να επαναλάβω το Σωκράτη, «ους η πόλις ενόμιζε θεούς», κατά νόμον εδέχετο ως θεότητες. Αυτό λοιπόν λειτουργεί μ’ έναν τρόπο περίεργο στη συνείδηση των ειδωλολατρών όταν ο αυτοκράτωρ που ετιμάτο ως θεός – και ο Κωνσταντίνος μέχρι τότε ετιμάτο – αρνείται να προσφέρει τα νενομισμένα όπως επέβαλε η θρησκεία της Ρώμης. Ύστερα απ’ όσα είχε βιώσει εις την Σύνοδο της Νικαίας, δεν μπορούσε να δεχθεί όλα αυτά.

Επίσης κατά τον Ζώσιμο, προκάλεσε το μίσος των ειδωλολατρών, οι οποίοι για να τον εκδικηθούν και να τον προσβάλουν, εβεβήλωσαν τα αγάλματά του. Δηλαδή χρησιμοποίησαν κάθε μέσο κατά του προσώπου στα αγάλματα του Μεγάλου Κωνσταντίνου, αλλά εκείνος, ειρηνικότατα, όταν του είπαν τι είχε γίνει, έπιασε το πρόσωπό του και είπε «ευτυχώς εγώ δε βλέπω κανένα τραύμα στο πρόσωπό μου». Δεν καταδίωξε τους ειδωλολάτρες, αλλά ούτε και τήρησε ιδιαίτερα φιλική στάση απέναντί τους. Με επιστολές του συμβούλευε τους κατοίκους της χώρας και των περιοχών που υπήρχαν ειδωλολάτρες να στραφούν προς τη χριστιανική πίστη. Πως είναι δυνατόν να τον αγαπήσουν οι εθνικοί; Αυστηρότητα έδειξε μόνον προς τους αιρετικούς. Γι’ αυτό πότε εξόριζε το Μέγα Αθανάσιο, πότε εξόριζε τον Άρειο. Διότι ένας άρχοντας, για να καταλαβαίνουν οι διοικούντες, ενδιαφέρεται σε κάθε εποχή γι’ αυτό που λέει η λαϊκή φράση: ησυχία, τάξη και ασφάλεια. Ήθελε δηλαδή να αποφύγει τις άκαιρες διενέξεις και τις συγκρούσεις. Γι’ αυτό και ο Μέγας Αθανάσιος, για να προφυλαχθεί κατά πολλούς ιστορικούς, επειδή τον απειλούσαν με δολοφονία οι Αρειανοί, εστάλη εις την Δύση. Εξόριστος στη Ρώμη, 335-36, και στα Ρέμιδα το σημερινό Πριρ, τη γενέτειρα του Μαρξ. Εκεί ακριβώς εστάλη ο Μέγας Αθανάσιος και μετέφερε το μοναχισμό του αγίου Αντωνίου και του αγίου Παχωμίου, το κοινοβιακό μοναστήρι. Δεν αδίκησε την εθνική θρησκεία. Κατά τον Ζώσιμο επέβλεψε την ανοικοδόμηση εθνικών ναών.

Η συνάδελφος στο Πανεπιστήμιο Αθηνών στη Φιλοσοφική, η κυρία Πολύμνια Αθανασιάδη, έχει μια σπουδαία εργασία εις την οποία λέει ότι αμέσως μετά τη Νίκαια ο Κωνσταντίνος χρηματοδότησε, ως αρχηγός του κράτους, τέσσερις ναούς. Δύο ειδωλολατρικούς και δύο χριστιανικούς. Δηλαδή προσπαθούσε να τηρήσει την ισορροπία και να εξασφαλίσει την ισότητα και ενότητα των πολιτών. Επίσης χρηματοδότησε τους ναούς της αγίας Ελένης, την Εκατονταπυλιανή της Πάρου, τους ναούς εκεί που βρίσκονται και σήμερα στα Ιεροσόλυμα, στη Βηθλεέμ, στο Σταυροβούνι, στη σκήτη που μετέφερε η αγία Ελένη μεγάλο τμήμα του Τιμίου Σταυρού και ούτω καθεξής. Συγχωρήστε με, βλέπω σ’ αυτό το άρθρο, και δε θα το διαβάσω ολόκληρο, και πολλοί νεοπαγανιστές μας κατηγορούν λέγοντας «δεν είναι Τίμιος Σταυρός αυτό, αλλά δάσος ολόκληρο». Μη νομίσητε ότι όποιος έχει Τίμιο Ξύλο είναι απευθείας από το Σταυρό του Χριστού. Έχουμε τα λεγόμενα κατασκευαζόμενα φυλαχτά, με το άγγιγμα του αίματος των μαρτύρων και με το άγγιγμα του Σταυρού του Χριστού, το ξύλο αγιάζεται και λέγεται και αυτό Τίμιο Ξύλο αλλά δεν ανήκει στο Σταυρό του Χριστού.Προσέξτε τώρα. Άλλο στη Μονή Ξηροποτάμου και στη Μονή Σταυροβουνίου στην Κύπρο που υπάρχει μεγάλο τμήμα του Σταυρού. Δεν είναι λοιπόν πολλοί σταυροί που κόπτονται, αλλά με αυτόν τον τρόπο παράγονται φυλαχτά που έχουν άμεση σχέση εξ επαφής με τον Σταυρό του Χριστού. Αλλά και ο πατέρας του Κωνσταντίνου είχε ευνοήσει τους Χριστιανούς με την έννοια ότι δεν εφήρμοζε τα διωκτικά διατάγματα του Διοκλητιανού απέναντί τους. Την ίδια πολιτική ακολούθησε και ο Κωνσταντίνος.

Ο Κωνσταντίνος συνέβαλε στη νίκη του Χριστιανισμού.

Ένα τεράστιο εγκληματικό λάθος – μακάρι να οφείλεται σε άγνοια – είναι το διαθρυλούμενο και επαναλαμβανόμενο πολλάκις ότι ο Μέγας Κωνσταντίνος ανεκήρυξε επίσημη θρησκεία το Χριστιανισμό – άπαγε της βλασφημίας! Αυτό θα γίνει στις 28 Φεβρουαρίου του 380 από τον Ισπανικής προελεύσεως και θερμόαιμο αυτοκράτορα τον Θεοδόσιο τον Α’, αλλά όχι από τον Κωνσταντίνο. Ο Κωνσταντίνος εξησφάλισε ελευθερία σε κάθε θρήσκευμα, οπότε και οι Χριστιανοί απέκτησαν το δικαίωμα να λατρεύουν ελεύθερα το Θεό τους. Όχι ότι ο Χριστιανισμός ανακηρύχθηκε επίσημη θρησκεία του Κράτους. Αυτό είναι τεράστιο ιστορικό λάθος και ψέμα συγχρόνως. Ο Κωνσταντίνος ο Παπαρηγόπουλος λέγει ότι «προς τον Χριστιανισμό ο Κωνσταντίνος ηδύνατο να πολιτευτεί και άλλως ή όπως επολιτεύθη, ηδύνατο να μην προστατεύσει και να τον καταδιώξει». Άρα μόνο σε μεταφυσικές, κυρίως υπερφυσικές παρεμβάσεις μέσα στην καρδιά του Κωνσταντίνου βλέπει ο Παπαρηγόπουλος την στάση του έναντι των Χριστιανών. Και κάτι σημαντικό. Κανείς πολιτικός δεν στηρίζεται ποτέ εις την μειοψηφία αλλά πάντα στην πλειοψηφία. Είτε για να επιτύχει στις εκλογές είτε για να επιτύχει τους δικούς του στόχους. Και η εποχή που ο Μέγας Κωνσταντίνος μέχρι την Α’ Οικουμενική Σύνοδο που δείχνει το ενδιαφέρον του για τον Χριστιανισμό, ποιος ήταν ο αριθμός των Χριστιανών στην Αυτοκρατορία; Οκτώ με δέκα τοις εκατό. Αυτό το μαρτυρεί σε μια σπουδαιότατη εργασία του ο Άντολφ φον Χάρμερ, ένας μεγάλος ιστορικός φιλευθέρας ιδεολογίας εις την Ευρώπη, εις την Γερμανία «Η εξάπλωσις του Χριστιανισμού κατά τους πρώτους αιώνες». Οκτώ με δέκα τοις εκατό. Μειοψηφία ήσαν αυτή την εποχή οι Χριστιανοί.

Επίσης ο Κωνσταντίνος, ο Μέγας Κωνσταντίνος, για μένα, και μόνο γι’ αυτό είναι Μέγας και άγιος της εκκλησίας. Άγιος σημαίνει ότι έχει τη Χάρη του Θεού μέσα του, αυτό σημαίνει, όχι αλάθητος. Έχει τη Χάρη του Θεού, ζωντανή και αισθητή. Ο Μέγας Κωνσταντίνος αυτοκαταργήθηκε σε κάποια στιγμή ως αυτοκράτωρ, δεχόμενος τον δημοκρατικότερο θεσμό της Ιστορίας που είναι η Σύνοδος, το Συνοδικό σύστημα. Το 311 και εν συνεχεία 313 – 14 ξέσπασε μια μεγάλη διένεξις, για το σχίσμα των Δονατιστών. Μάλωναν μεταξύ τους οι Χριστιανοί που ανήκαν στον Δονάτο και οι άλλοι στον νόμιμο επίσκοπο σε ποιον ανήκουν οι ναοί και οι περί τους ναούς τίτλοι και τα αγροτεμάχια. Ο Μέγας Κωνσταντίνος που έπρεπε να δικάσει την υπόθεση, αυτοκαταργείται από «Ύψιστος Δικαστής» και λέγει εις τον Μιλτιάδη – Έλληνα – επίσκοπο Ρώμης, της Παλαιάς Ρώμης : «έχετε σύλλογο, δικάστε με τον συνοδικό σύλλογο». Έτσι φθάσαμε στην Α’ Οικουμενική Σύνοδο. Όταν λέμε δε ότι ο Μέγας Κωνσταντίνος ήταν πρόεδρος της Συνόδου – με συγχωρείτε αλλά δεν ξέρω γράμματα, να διαβάσω τα κείμενα – ο καθηγητής Βλάσιος Φειδάς, συνάδελφός μας έχει δημοσιεύσει ένα βιβλίο για την προεδρία της Α’ Οικουμενικής Συνόδου. Οι πηγές μας λένε, αναλυόμενες κριτικά από τον κύριο Φειδά και από άλλους επιστήμονες, τελευταίος είναι αυτός που γράφει ο κύριος Φειδάς, ότι πρόεδρος υπήρξε ο Αντιοχείας Ευστάθιος.

Άλλο ο πρόεδρος που συντονίζει τις συζητήσεις και άλλο ο συγκαλέσας τη Σύνοδο. Μόνο ο αυτοκράτωρ είχε δικαίωμα να δώσει άδεια στους επισκόπους από όλο το μήκος και πλάτος της αυτοκρατορίας να κινηθούν προς την πρωτεύουσα και μάλιστα εδώ προς τη Νίκαια της Βιθυνίας. Ξέρετε αυτό και επί Ιουστινιανού ισχύει και επί Παλαιάς Ρώμης ίσχυε και επί Κατοχής. Μπορούσε να κυκλοφορήσει κανείς αν δεν είχε άδεια της γερμανικής διοικήσεως και στη Σοβιετική Ένωση μπορούσε να πει κανείς «πετάγομαι μέχρι τη Ρώμη για ψώνια» αν δεν είχε άδεια της αστυνομίας; Διότι εφοβούντο στάση, εξεγέρσεις. Αυτό ίσχυε πολύ περισσότερο στην αχανή Ρωμαϊκή αυτοκρατορία. Ο Κωνσταντίνος όμως και οι μετέπειτα αυτοκράτορες δίνει την άδεια να συγκληθεί η Σύνοδος. Προσφωνεί τους Πατέρες της Συνόδου σε άπταιστα ελληνικά, ήταν εγκρατέστατος της ελληνικής γλώσσης, και εν συνεχεία αποσύρεται και το έργο της Συνόδου διεξάγεται από τους αγίους Πατέρες μεταξύ των οποίων ο άγιος Νικόλαος, ο άγιος Σπυρίδων, ο Αλέξανδρος Θεσσαλονίκης, ο Αλέξανδρος Αλεξανδρείας, διάκονος ακόμη ο Μέγας Αθανάσιος – καταλαβαίνετε για ποια πρόσωπα μιλούμε. Αλλά δεν υπήρξε πρόεδρος της Α’ Οικουμενικής Συνόδου. Όπως θα συμβεί και στη μετέπειτα ιστορία της Εκκλησίας. Θα μου πει κανείς, συζητήσεις, επηρεασμοί εις τα μετόπισθεν μπορούσαν να υπάρχουν πάντοτε. Αλλά όταν στις Οικουμενικές Συνόδους μπορούσαν να υπάρχουν άγιοι, έτοιμοι να θυσιαστούν για την πίστη του Θεού, ουδεμία επιρροή είναι δυνατή. Αυτό είναι το πρόβλημα σήμερα. Μπορεί να συγκληθεί Οικουμενική Σύνοδος; Αν δεν έχουμε θεουμένους, δε μπορούμε να έχουμε Οικουμενική Σύνοδο. Ή, αν δεν έχουμε επισκόπους που αγωνίζονται για την πίστη του Χριστού και ακολουθούν τους αγίους τους θεουμένους, διαφορετικά όποια Σύνοδος που θα γίνει στο μέλλον που θα διεκδικήσει τον τίτλο Πανορθοδόξου και Οικουμενικής Συνόδου και θα εναντιώνεται εις τον λόγο και την πολιτεία και την πράξη των θεουμένων, δηλαδή των αγίων, θα αποδειχθεί και εύχομαι να μη γίνει αυτό, ψευδοσύνοδος, ληστρική σύνοδος. Επίσης, από ελληνολάτρης ο Μέγας Κωνσταντίνος έγινε πραγματικά πιστός εις τον Ήλιον της δικαιοσύνης, τον Ιησού Χριστό. Έγινε υπέρμαχος της χριστιανικής θρησκείας όπως αποδεικνύει ήδη το 313 με το διάταγμα των Μεδιολάνων, χωρίς, όπως είπα, να διακηρύξει επίσημη και μοναδική θρησκεία τον Χριστιανισμό.

Το διάταγμα των Μεδιολάνων

Το διάταγμα των Μεδιολάνων, ο Λακτάντιος το περιέχει στο έργο του και ο Ευσέβιος εις την Ιστορία του. Τι περιείχε το διάταγμα. Παρείχε ελευθερία λατρείας. Γενικά, σε κάθε θρησκεία. Κατήργησε τους νόμους οι οποίοι ίσχυαν εναντίον των Χριστιανών και οι τόποι λατρείας – που τους είχαν αρπάξει οι ειδωλολάτρες – επεστράφησαν στους Χριστιανούς. Ή, όπου δεν ήταν δυνατό αυτό, οι Χριστιανοί έπαιρναν αποζημίωση για τους τόπους λατρείας που είχαν αρπαγεί. Είπαμε για την Α’ Οικουμενική Σύνοδο. Ανύψωσε συγχρόνως τον ελληνισμό σε πολιτική και εκπολιτιστική δύναμη. Τεράστια προβλήματα. Ο Κωνσταντίνος χρησιμοποιεί τη γλώσσα της Ρωμανίας, της αυτοκρατορίας, της Ελληνικής δηλαδή αυτοκρατορίας η οποία εκτεινόταν απ’ τη Δύση μέχρι το βάθος της Ανατολής. Οι γλώσσες ήταν δύο, λατινικά και ελληνικά. Ο Κωνσταντίνος μιλεί ελληνικά στη Σύνοδο όπως και στη Σύνοδο το 324, στην Αντιόχεια. Εκεί ακριβώς ολοκληρώνει την αυτοταπείνωσή του και την αποδοχή της Συνόδου, του Συνοδικού θεσμού, όταν λέγει στους επισκόπους το περίφημο εκείνο: «Εσείς είστε επίσκοποι των εντός, μέσα δηλαδή στα πνευματικά, στα sacra interna της Εκκλησίας. Εγώ, ο αυτοκράτωρ, υπό του Θεού καθιστάμενος επίσκοπος των εκτός αν είη». Όσοι είστε φιλόλογοι ξέρετε τι σημαίνει αυτό το «αν είη». Θα μπορούσα να είμαι εφόσον μου το αναγνωρίζετε, επίσκοπος, που θα επιβλέπω δηλαδή τα εκτός της Εκκλησίας, τα εκτός του αγίου βήματος. Μπορούμε να συναγάγουμε τα συμπεράσματα από τις μετέπειτα επιδρομές κυριολεκτικά όχι μόνο στην Ελλάδα, εις τα sacra interna της Εκκλησίας. Το πρόβλημα των σχέσεων εκκλησίας – πολιτείας σήμερα, ξανατοποθετεί την στάση του Μεγάλου Κωνσταντίνου και πολλών άλλων αυτοκρατόρων μας στην αυτοκρατορία της Νέας Ρώμης. Δύο τρία πραγματάκια για να κλείσω.

Έργα του Μ. Κωνσταντίνου

Ανέτρεψε την πορεία της ιστορίας, με τις θρησκευτικές και αστικές αλλαγές τις οποίες επέφερε. Μια απ’ αυτές ήταν η απελευθέρωση, η δυνατότητα στους δούλους να γίνουν απελεύθεροι. Δεν καταργεί τη δουλεία, δηλαδή δεν ήταν δυνατόν να καταργηθεί, αλλά όπως ο απόστολος Παύλος με την προς Φιλήμονα επιστολή, αλλάζει το περιεχόμενο της δουλείας. Γίνεται αδελφός ο δούλος. Γίνεται δηλαδή συνεργάτης κι όπως εμείς οι δημόσιοι υπάλληλοι κύριε πρόεδρε δεν είμαστε δούλοι κανενός – όποια στιγμή θέλουμε λέμε τα βροντάω και φεύγω – κατά τον ίδιο τρόπο, όταν ο δούλος ανεγνωρίζετο ως άνθρωπος, ως ανθρώπινον πρόσωπον, δεν ήταν πλέον δούλος αλλά συνεργάτης προς τους πρώην κυρίους του. Είναι ο πρώτος έπειτα Ρωμιός αυτοκράτορας, δηλαδή ορθόδοξος αυτοκράτορας στην Ιστορία, με ποιαν έννοια: είναι αυτός ο οποίος χτίζει τη Νέα Ρώμη, τη νέα πρωτεύουσα.Από το 326 αρχίζει η αναζήτηση πόλεως – δεν ικανοποιείτο με το λατινόφωνο περιβάλλον της Δύσεως και κατάλαβε ότι η τύχη της αυτοκρατορίας μετεφέρετο πλέον στην ανατολή. Εκεί θα έτρεχε το μεγάλο παιχνίδι που το έπαιξε για χίλια εκατό χρόνια και περισσότερο – μέχρι σήμερα το παίζει, οικουμενικά. Ο Ελληνισμός διατηρεί την οικουμενικότητά του συνδεδεμένος πνευματικά με τη Νέα Ρώμη, με το Οικουμενικό Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως.

Ο Κωνσταντίνος είχε επιλέξει, τόσο ανθέλληνας ήταν, είχε επιλέξει στην αρχή την Τροία. Εκεί ήθελε να χτίσει την πρωτεύουσα. Τα λέει ο ιστορικός Σωζομενός. Εν συνεχεία όμως κατάλαβε τη σημασία της περιοχής του παλαιού Βυζαντίου, που ήταν ερείπια τώρα, που έλεγχε το πέρασμα προς τη Μαύρη θάλασσα, τα στενά δηλαδή του Βοσπόρου. Ο Παπαρηγόπουλος το είχε επιχειρήσει, ο Γίββων το είχε επιχειρήσει και πολλοί άλλοι ιστορικοί, μέτρησαν την απόσταση από την Κωνσταντινούπολη μέχρι τη Θούλη της Ισλανδίας και από την Κωνσταντινούπολη μέχρι την Κίνα. Είναι περίπου τα ίδια χιλιόμετρα. Αντελήφθη ο Κωνσταντίνος ότι το κέντρο του κόσμου ήταν αυτή η νέα πόλη. Μάλιστα όταν εχάρασε την πόλη, τον ρωτούσαν οι αξιωματικοί: «που μας πας, πολύ μακριά χαράσσεις τα όρια της πόλης». Έχουμε δεύτερη χάραξη με τον Θεοδόσιο και τρίτη χάραξη με τον Ιουστινιανό και μετέπειτα. Ο Κωνσταντίνος είπε : «δεν μπορώ να σταματήσω γιατί με οδηγεί αυτός μπροστά». Δηλαδή επεκαλέσθει υπερφυσικές παρεμβάσεις, κάποιος άγγελος, που οδηγούσε τον Μέγα Κωνσταντίνο. Αυτό ή είναι αλήθεια ή είναι ψέμα δεν είναι το πρόβλημά μας. Το πρόβλημα είναι η διορατικότητα και η οξυδέρκεια αυτού του πολιτικού να αναγνωρίσει τον ρόλο που επρόκειτο να παίξει η Κωνσταντινούπολη, η Νέα Ρώμη δηλαδή, στην περιοχή αυτή.

Έγινε ο αυτοκράτωρ ο οποίος δεν έχασε κανένα πόλεμο. Δε νικήθηκε ποτέ ούτε εσωτερικά, ούτε εξωτερικά. Κατήργησε το σώμα των πραιτοριανών, που είχαν φτάσει στο σημείο να θεωρούνται οι κύριοι των αυτοκρατόρων, κατήργησε την ποινή του σταυρικού θανάτου, ανανέωσε το οικογενειακό δίκαιο, κατεδίκασε τη μοιχεία όπως είδαμε, με νόμους ανύψωσε τη θέση της μητέρας, προστάτεψε την οικογένεια και τα παιδιά απ’ την κατάχρηση της πατρικής εξουσίας και τα κορίτσια απ’ την απαγωγή. Ρύθμισε τα ζητήματα διαζυγίου, κληρονομίας, προίκας, κοκ. Όλη η πολιτεία του δείχνει ότι ενεργούσε ως χριστιανός. Με νόμο τιμωρούσε εκείνους που προξενούσαν τον θάνατο των σκλάβων και περιόρισε τη βία και τη σωματική τιμωρία. Μάλιστα κάτι σημαντικότατο για τον 4ο αιώνα: απαγορεύει τον στιγματισμό στα πρόσωπα των σκλάβων. Είχαν τη συνήθεια δηλαδή να στιγματίζουν με σπαθί, καμένο σπαθί, τα πρόσωπα των σκλάβων. Και έλεγε ότι το πρόσωπο είναι εκείνο που μας φέρει εις τον Θεόν. Το κατ’ εικόνα Θεού, αφού πλαστήκαμε έτσι. Πως είναι δυνατόν λοιπόν να αχρειώνεται η εικόνα του Θεού στους σκλάβους; Δεν ξέρω πόσοι χριστιανοί ενεργούν κατ’ αυτόν τον τρόπο. Επέφερε την ειρήνευση και το τελευταίο ερώτημα:

Ποια η σχέση του με τον Χριστιανισμό

Ποια η σχέση του με τον Χριστιανισμό. Έχουν γραφεί πολλά. Εκατοντάδες, για να μην πω χιλιάδες βιβλία και άρθρα. Μιλούν για σκοπιμότητα, και σας μίλησα ήδη για τον Χριστιανισμό ως μειοψηφία. Ο δάσκαλός μας, ο μακαρίτης Ανδρέας Φυτράκης, το 1945 κατέθεσε τη διδακτορική του διατριβή με τον τίτλο «Η πίστις του Μεγάλου Κωνσταντίνου κατά τα τελευταία έτη της ζωής του» Μελετώντας όλες τις αρχαίες και τις νεότερες πηγές, υπογραμμίζει την τιμή του Μεγάλου Κωνσταντίνου προς τους μάρτυρες. Απεδέχετο πληρέστατα την περί μαρτυρείν και μαρτύρων θεολογία της Εκκλησίας και του απλού λαού του Θεού. Μάλιστα γονυπετής προσήυχετο μπροστά στους μάρτυρες, κατεσκεύασε δε μαρτύριον, τόπον συναγωγής λειψάνων – ήθελε να συναγάγει, να συγκεντρώσει τα λείψανα των αποστόλων – σ’ αυτό θα προχωρήσει ο Κωνστάντιος ο γιος του, δεν ετελεσφόρησε: έξι αποστόλων βρήκαν τα λείψανα – δεν είναι ανάγκη να σας απασχολήσω τώρα με αυτό, για να ταφεί μεταξύ των μαρτύρων. Ένα άλλο χαρακτηριστικό είναι ότι εξέφρασε την επιθυμία να βαπτισθεί στον Ιορδάνη διότι έμαθε ότι ο Ιορδάνης έχει αγιαστικά ύδατα λόγω της εκεί Βαπτίσεως του Ιησού Χριστού. Προσέξτε: κι αν βαπτίστηκε περί το τέλος της ζωής του, που δεν ήξερε ο Κωνσταντίνος πότε θα έρθει – όπως κανείς μας δεν ξέρει, εγώ δεν ξέρω αν θα βγω έξω από τη θύρα ζωντανός όρθιος και αν δεν πάω για να κηδευθώ στην Αθήνα. Κανείς δεν ξέρει την τελευταία στιγμή της ζωής του.

Ο Κωνσταντίνος εφήρμοζε την πρακτική των Χριστιανών της εποχής του. Είναι παιδί της εποχής του. Θέτω ερώτημα σεβαστοί πατέρες και θεολόγοι, θέτω ερώτημα πολλές φορές στη σχολή, χάριν λογοπαιγνίου, που κοινωνούσαν στην Αθήνα ο Βασίλειος και ο Γρηγόριος ο Θεολόγος; Πουθενά δεν κοινωνούσαν. Εκκλησιάζοντο εις τους αγίους Ισιδώρους που λέμε σήμερα, στο εκκλησάκι εκεί στο Λυκαβηττό, αλλά εβαπτίστηκαν γύρω στα τριανταδύο τους χρόνια. Εάν δεν γύριζαν από όλους τους πνευματικούς να αισθανθούν ότι προχωρούν στην κάθαρση της καρδιάς, δεν εβαπτίζοντο. Καταλαβαίνετε λοιπόν ότι ήταν κοινή συνήθεια. Ποιος ήταν ο πνευματικός του Κωνσταντίνου. Δεν ήταν ο Ευσέβιος Νικομηδείας. Ήσαν φίλοι, γνωρίζωντο από την ειδωλολατρική του περίοδο. Γι’ αυτό το λόγο ζήτησε στις τελευταίες στιγμές από τον επίσκοπο Νικομηδείας – που ήταν διάμεσος πρωτεύουσα μεταξύ Παλαιάς και Νέας Ρώμης – να βαπτιστεί. Και λένε, μα πήρε βάπτισμα ειδωλολάτρη. Αφήστε τον Θεόν να κάνει αυτό που θέλει. Και θα σας πω γιατί ο Θεός κάνει αυτό που θέλει. Όταν ο ένας δεν έχει συνείδηση ότι ο άλλος είναι ειδωλολάτρης τότε κανείς λόγος δε μπορεί να γίνει γι’ αυτό το θέμα. Απλούστατα, ο Μέγας Κωνσταντίνος πνευματικό σύμβουλο είχε μια μεγάλη ασκητική μορφή της εποχής, τον όσιο Κορδούη. Με αυτόν συνελέγετο, με έναν μεγάλο άγιο της Εκκλησίας, της Κόρδοβας της Ισπανίας, όσιος Κορδούης. Η Εκκλησία τον τιμά όχι γι’ αυτά τα οποία λέγουν συνήθως, όχι γιατί προσέφερε ευεργεσίες και λοιπά.

Για να καταλάβετε γιατί τον τιμάμε ως ορθόδοξο, ανοίξτε το μηναίο της 21ης Μαΐου για να δείτε τις ακολουθίες, τα τροπάρια που αναφέρονται στον άγιο Κωνσταντίνο και στην αγία Ελένη. Πρώτος λόγος: «ως ο Παύλος ουρανόθεν την κλήσην εδέξατο.» Όταν ο απόστολος Πέτρος επήγενε εις τον Κορνήλιον, έλεγεν εις τον Χριστόν :«μα που να πάω;» που του εμφανήσθη σε όραμα. Και του έλεγε « α ο Θεός εκαθάρισε, συ μη κοίνου » - μη μολύνεις τα πράγματα που ο Θεός εκαθάρισε. Και όταν πήγε στον Κορνήλιο τον εκατόνταρχο τον Ρωμαίο, τον βρήκε να έχει θεοπτικές εμπειρίες. Οπότε, τα είχε ετοιμάσει όλα ο ίδιος ο Θεός! Και τότε ο Πέτρος υποχώρησε και έκανε αυτό που έπρεπε να κάνει, να βαπτίσει τον Κορνήλιο, που είχε χρόνο μπροστά του ζωής για να βαπτιστεί. Επομένως, και στην περίπτωση αυτή, ο Μέγας Κωνσταντίνος, «ουρανόθεν την κλήσην εδέξατο», όπως ο απόστολος Παύλος. Αυτό είναι σημαντικότατο. Βέβαια, κάποιος μου έλεγε, μα είναι βέβαιο; Αφού φτάνει στα όρια του θρύλου, κι αυτό μολονότι έχουμε αρχαίες πηγές που μαρτυρούν το όραμα ή το θεοπτικό βίωμα που έζησε ο Μέγας Κωνσταντίνος. Εμένα με ενδιαφέρουν, σεβαστοί πατέρες, τα αγιολογικά κριτήρια της Εκκλησίας. Που στηριζόμαστε. Όχι βοήθησε, έδωσε, έχτισε καμπαναριά και ναούς και άλλα. Ξέρετε, η Ορθοδοξία σε αντίθεση με τον παπισμό, το λέγω γι’ αυτούς που δεν το ξέρουν, δεν αγιοποιεί κανέναν. Αγιοποίηση, παρακαλώ να ξεχαστεί ο όρος. Είναι βλασφημία. Δεν υπάρχει αγιο-ποίηση στην Ορθόδοξη, στους αγίου Πατέρες. Στην Ορθόδοξη Εκκλησία τι υπάρχει: αναγνώριση της αγιότητος. Ο Θεός με έκτατες επεμβάσεις, με λείψανα που ευωδιάζουν, που θαυματουργούν, με τα λείψανα και με τις θεοσημείες αυτές αποδεικνύει την επέμβασή του στη συγκεκριμένη περίπτωση. Τότε τιμάμε τον υπό του Θεού διατηρηθέντα και αναγνωρισθέντα άγιο.

Το δεύτερο είναι, στην Κωνσταντινούπολη, οι ντόπιοι εκεί, έλεγαν και έψαλαν ότι η λάρνακά του Μεγάλου Κωνσταντίνου βρύει ιάματα. Εάν πάει κανείς στην Κέρκυρα, συγχωρήστε μου αυτή την αναφορά, και πει ότι η λάρναξ του Μεταλληνού βρύει ιάματα θα γελάσει ο κάθε ένας. Διότι όχι δεν πέθανα ακόμη αλλά διότι δεν είμαι άξιος να θεραπεύει το αγίασμα που βγαίνει από τον τάφο. Για να το λένε για τον Κωνσταντίνο δεν ξεγελιώνται οι ντόπιοι τουλάχιστον. Ο ιστορικός Σωζομενός λέγει πάλι για τον άγιο Σπυρίδωνα «τα δε θαυμάσια αυτού ίσασι... τα θαύματα του αγίου Σπυρίδωνα. Και το τρίτον είναι ότι ο Κωνσταντίνος «εκράτηνε την πίστην της Νικαίας» Με το να επιτρέψει να συγκληθεί η Σύνοδος και να αποφασίζει η Σύνοδος, με τη Χάρη του Θεού ανεδείχθη εκείνος ο οποίος εκράτηνε, ισχυροποίησε πραγματικά την πίστην των Ορθοδόξων Πατέρων της Εκκλησίας.Για τον άγιο Σπυρίδωνα ενθυμείσθε, λέγεται χαρακτηριστικά, και το σύμβολον επήρωσε. Ο άγιος Σπυρίδων επικυρώνει με το θαύμα της κεράμου το σύμβολο. Ο Κωνσταντίνος απλώς κρατύνει την ορθόδοξον πίστιν, επειδή είχε την έμπνευσιν να αυτοκαταργηθεί από κύριος του κόσμου και να δεχθεί τον Συνοδικόν θεσμόν.Μια τελική κρίση, δυο λόγια του Κωνσταντίνου Παπαρηγοπούλου. Έχω κάνει μια σχετική μελέτη στον Παπαρηγόπουλο και γι’ αυτό το λόγο αναφέρομαι συχνά σ’ αυτόν. Λέει ο Παπαρηγόπουλος: «και αν ακόμα διέπραξε και κάποια ανομήματα ο Κωνσταντίνος, αυτό δεν οφείλεται – απλουστεύω τη γλώσσα – σε αγριότητα της ψυχής, αλλά γιατί ο ίδιος γεννήθηκε και έζησε μέσα σε καθιερωμένες από αιώνες ολέθριες έξεις και παραδόσεις. Οι προκάτοχοι και οι συνάρχοντές του, κανένα δε σεβάσθησαν θείο ή ανθρώπινο νόμο. Είναι απορίας άξιο όμως και θαυμασμού, ότι κατανικώντας τόσο μεγάλους πειρασμούς, κατόρθωσε να κατανοήσει και να ομολογήσει τις αρχές του Ευαγγελίου.» Αυτά λέει ο Κωνσταντίνος Παπαρηγόπουλος.

Ευχαριστώ.

Πηγή: http://www.oodegr.com/neopaganismos/sykofanties/kwnst2.htm
Για τον βίο των αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης διαβάστε
 εδώ.