Συνέχεια από Παρασκευή 14. Αυγούστου 2026
Ησυχασμός και Προσευχή 10
ORIENTALIA CHRISTIANA ANALECTA 176
IRÉNÉE HAUSHERR S.I.
Σχετικά με την ησυχαστική πνευματικότητα: Αντιλογία χωρίς αντίπαλο (συνέχεια)
Υπάρχουν λοιπόν δύο οδοί που οδηγούν στον σκοπό: η μία είναι βραδύτερη και απαιτεί πολύ κόπο και χρόνο, ενώ η άλλη είναι συντομότερη· υπάρχει μια μακρά οδός, εκείνη των εντολών, και μια σύντομη οδός, η οποία είναι η μέθοδος της ησυχαστικής προσευχής. Ο Γρηγόριος ο Σιναΐτης είναι εκείνος που ευθύνεται για την αντιπαράθεση μεταξύ των δύο. Πρέπει, επομένως, είτε να κατηγορήσουμε αυτόν τον απόστολο του κινήματος είτε να συγχωρήσουμε εκείνους που επαναλαμβάνουν τα λόγια του.
Λίγη σημασία έχει αν αυτή η σύντομη οδός είναι επίπονη ή όχι. Εκείνο που είναι βέβαιο είναι ότι δεν είναι η οδός των εντολών και ότι είναι συντομότερη από αυτήν. Όσο κι αν στρέψει και ξαναστρέψει κανείς το κείμενο του Σιναΐτη, αυτό παραμένει βέβαιο.
Σε αυτόν, λοιπόν, δεν ισχύει ο ισχυρισμός του π. Βασιλείου, σ. 110, στ. 5 κ.ε.:
«Σε κάθε περίπτωση, θα ήταν εσφαλμένο να υποθέσουμε ότι οι ιδιαίτεροι κανόνες που εκθέσαμε (για παράδειγμα, η “καλλιτεχνική” προσευχή) αντικατέστησαν, στα μάτια των ησυχαστών, όλη την υπόλοιπη ασκητική διδασκαλία της Εκκλησίας· στην πραγματικότητα, επειδή η διδασκαλία αυτή αποτελούσε ένα αρμονικό σύνολο, την προϋπέθεταν τόσο καθολικά γνωστή, ώστε δεν θεωρούσαν αναγκαίο να τη μνημονεύουν διαρκώς κατά την έκθεση των επιμέρους ζητημάτων που τους ενδιέφεραν».
Ο Γρηγόριος όμως τη μνημόνευσε και τη διέκρινε.
Και στη σημείωση 53:
«Επειδή δεν κατόρθωσαν να αντιληφθούν την “καλλιτεχνική” προσευχή ως οργανικό μέρος της ασκητικής διδασκαλίας της Εκκλησίας, ο Jugie, ο Hausherr και άλλοι οδηγήθηκαν στο να υποστηρίξουν ότι οι ησυχαστές θέλησαν να ανταλλάξουν την επίπονη οδό της τηρήσεως των εντολών με την “εύκολη” και “μηχανική” άσκηση της προσευχής. Στην πραγματικότητα, όμως, η προσευχή νοούνταν πάντοτε σε ενότητα με τις εντολές —ακόμη και όταν τυπικά τις χώριζαν, ώστε να τις παρουσιάσουν ως δύο οδούς;— και ακόμη και η αντιπαράθεσή της προς τις εντολές αποδεικνύεται αδικαιολόγητη, δεδομένου ότι δεν είναι τίποτε άλλο παρά η εκπλήρωση των θεμελιωδών εντολών της αγάπης προς τον Θεό και τον πλησίον».
Οι γραμμές αυτές αποδεικνύουν πόσο μακριά βρίσκεται ο π. Βασίλειος από τα σφάλματα από τα οποία θέλει να απαλλάξει συλλήβδην τους προδρόμους, τους αποστόλους, τους οπαδούς και τους επιγόνους του παλαμισμού.
Θα παραδεχθεί ασφαλώς ότι επιβάλλεται ιδιαίτερη εξέταση για καθένα από αυτά τα πρόσωπα χωριστά. Με αυτή την επιφύλαξη, συμφωνούμε και εδώ απολύτως μαζί του: μια υγιής και ορθόδοξη πνευματικότητα οφείλει να θεωρεί τις μεθόδους, όποιες κι αν είναι αυτές, όχι ως μέσο αποφυγής της ασκήσεως, αλλά ως βοήθημα για την καλύτερη άσκησή της.
Ας έλθουμε τώρα στην ίδια τη μέθοδο. Είναι γνωστές οι αυστηρές κρίσεις που διατύπωσαν εναντίον της ο Βαρλαάμ και οι οπαδοί του, και κατόπιν ο Allatius, ο Combefis και άλλοι. Ο π. Βασίλειος παραθέτει κρίσεις πολύ μεταγενέστερων Ρώσων συγγραφέων, οι οποίοι, ως προς την αυστηρότητα, ελάχιστα υπολείπονται των Λατίνων του 17ου αιώνα. Αυτή η αδικαιολόγητη δυσμένεια προέρχεται κυρίως «από το γεγονός ότι θεωρείται ως ουσιώδης πλευρά της νοεράς προσευχής εκείνο που στην πραγματικότητα δεν είναι παρά ένα επικουρικό μέσο».
Και επ’ αυτού σημείωση, αρ. 52:
«Στο σφάλμα αυτό υποπίπτει ο Hausherr. Στη La méthode de l’oraison hésychaste συγχέει συχνά την ουσία της νοεράς προσευχής με τις βοηθητικές της μεθόδους. Γράφει σχετικά με τη νοερά προσευχή: “Συνοψίζοντας λοιπόν, δύο ασκήσεις συνθέτουν τη μέθοδο: η αναζήτηση του τόπου της καρδιάς —η οποία χάρισε στους ησυχαστές την ονομασία ‘ομφαλόψυχοι’— και η αδιάκοπη επανάληψη της ευχής του Ιησού. Με αυτά τα μέσα θα φθάσει κανείς να δει ‘εκείνο που δεν γνώριζε’, δηλαδή, με θεολογικούς όρους, κατά τον Παλαμά, το φως του Θαβώρ” (ό.π., σ. 111). Σε άλλο χωρίο του ίδιου βιβλίου επιμένει ακόμη περισσότερο στις εξωτερικές μεθόδους της νοεράς εργασίας —ομφαλοσκοπία, ρυθμός της αναπνοής κ.λπ. Υποστηρίζει ότι (κατά τη γνώμη των ησυχαστών), μέσω της επιμονής σε αυτή τη νοερά προσευχή, “θα καταλήξει κανείς να βρει εκείνο που αναζητούσε”, τον τόπο της καρδιάς, και μαζί με αυτόν και μέσα σε αυτόν κάθε είδους θαυμαστά πράγματα και γνώσεις (ό.π., σ. 102). Με μία λέξη, η κατάκτηση των υψηλότερων πνευματικών βαθμίδων παρουσιάζεται από τον H. —στην ερμηνεία του για την ησυχαστική προσευχή— ως το αναπόφευκτο αποτέλεσμα (“θα καταλήξει κανείς να βρει”) της επίμονης ασκήσεως των μεθόδων της προσευχής και όχι ως καρπός της εσωτερικής ενώσεως του ανθρώπου με τον Θεό και της ελεύθερης συνεργίας του με τη θεία χάρη, σύμφωνα με την πραγματική διδασκαλία όλων των οπαδών της νοεράς προσευχής».
Δύο ερωτήματα: το είπα πράγματι αυτό; Θα μπορούσα άραγε να το είχα πει;
«Μια καταφατική πρόταση δεν είναι αποκλειστική», έλεγε κάποιος. Ο π. Βασίλειος χρησιμοποίησε αυτό το αξίωμα για να απαλλάξει τους ησυχαστές συγγραφείς από την κατηγορία, όταν αυτοί δεν αναφέρουν ρητώς «την ουσία της νοεράς προσευχής», ενώ μιλούν για αυτές τις «εξωτερικές μεθόδους». Γιατί λησμονεί αυτή την αρχή όταν κατηγορεί εκείνον που δανείζεται τις δικές τους διατυπώσεις;
«Αν, παρά τις προσπάθειές σου, αδελφέ, δεν μπορείς να εισέλθεις στις περιοχές της καρδιάς, όπως σου συνιστούσαμε, κάνε αυτό που σου λέγω και, με τη βοήθεια του Θεού, θα βρεις εκείνο που αναζητείς…» Ακολουθούν οι λεπτομέρειες αυτού του «κάνε αυτό που σου λέγω» = η ευχή του Ιησού, η οποία κρατείται με τη βία μέσα στον νου, αποκλείοντας κάθε άλλο λογισμό.
«Και αν επιμείνεις σε αυτό για τον απαιτούμενο χρόνο» (ἐπὶ καιρόν κρατήσας· οι Διηγήσεις ενός Ρώσου προσκυνητή, 1884, σ. 15, μεταφράζουν: Если нѣкоторое время въ семъ пробудешь = «αν παραμείνεις σε αυτό για κάποιο διάστημα»· η ρωσική Dobrotoljubie διορθώνει [1889, τ. V, σ. 272]: Если будешь такое дѣланіе держать неопустительно со всѣмъ вниманіемь = «αν συνεχίσεις αυτή την εργασία αδιαλείπτως και με όλη σου την προσοχή»), «με αυτόν τον τρόπο θα σου ανοίξει η είσοδος της καρδιάς, όπως σου γράψαμε, χωρίς την παραμικρή αμφιβολία (ἐκτὸς πάσης ἀμφιβολίας), όπως μάθαμε και εμείς από την πείρα· και μαζί με την τόσο ποθητή και τόσο γλυκιά προσευχή θα έλθει σε εσένα ολόκληρος ο χορός των αρετών, η αγάπη, η χαρά, η ειρήνη κ.λπ., χάρη στις οποίες θα αποκτήσεις όλα όσα ζητήσεις…».
Άρα: επίμονη άσκηση· άρα «θα καταλήξει κανείς να βρει»· άρα αναπόφευκτο αποτέλεσμα· χωρίς να υπολογίσουμε καν ότι οι αρετές έρχονται μετά τη μέθοδο. Κι όμως, εγώ είχα απαλλάξει από κάθε κατηγορία —παραπάνω— εκείνον που γράφει αυτά, τον Νικηφόρο τον Μοναχό (PG 147, 963). Και αυτές ακριβώς οι γραμμές παρατίθενται αμέσως μετά από εκείνες που ο π. Βασίλειος βρίσκει τρόπο να μου καταλογίσει…
Ο Νικηφόρος μιλά για αναπνευστική άσκηση και όχι κυρίως για «ομφαλοσκοπία». Άλλοι όμως μιλούν γι’ αυτήν, και συγκεκριμένα ο συγγραφέας του οποίου εγώ εξέδιδα για πρώτη φορά το πρωτότυπο κείμενο. Θα μπορούσα να παραλείψω να τη μνημονεύσω; Της απέδωσα υπερβολική σημασία; Τόσο το καλύτερο, αν έτσι νομίζει ο π. Βασίλειος.
Είναι βέβαιο ότι, ως προς αυτό το σημείο, οι επικρίσεις των αντιπάλων είχαν ως αποτέλεσμα, πρώτον, να παρουσιάζεται αυτή η πρακτική ως μια απλή μέθοδος ψυχολογικής συγκεντρώσεως, χωρίς καμία φιλοσοφική σημασία —έτσι ο Παλαμάς, Περὶ τῶν ἱερῶς ἡσυχαζόντων, PG 150, 1113CD—· και, δεύτερον, να απομακρύνεται βαθμιαία κάθε στοιχείο που θα μπορούσε να σκανδαλίσει ορισμένα πνεύματα. Τίποτε δεν το δείχνει καλύτερα από την ιστορία του χωρίου στο οποίο η άσκηση αυτή καταγράφηκε για πρώτη φορά γραπτώς.
1. Πρωτότυπο κείμενο, Méthode d’oraison hésychaste, σ. 164 [68]:
εἶτα καθίσας ἐν κελλίῳ ἡσύχῳ καὶ ἐν μιᾷ καταμόνας γωνία πρόσεξαι ποιῆσαι ὃ λέγω σοι· κλεῖσον τὴν θύραν καὶ ἔπαρον τὸν νοῦν σου ἀπὸ παντὸς ματαίου ἡγοῦν προσκαίρου· εἶτα ἐρείσας τῷ στήθει σὸν πώγωνα κινῶν τὸν αἰσθητὸν ὀφθαλμὸν σὺν ὅλῳ τῷ νοῒ ἐν μέσῃ κοιλίᾳ ἡγοῦν ἐν τῷ ὀμφαλῷ· ἄγξον οὖν καὶ τὴν τῆς ῥινὸς τοῦ πνεύματος ὁλκὴν τοῦ μὴ ἀδεῶς ἀναπνεῖν καὶ ἐρεύνησον νοητῶς ἔνδον ἐν τοῖς ἐγκάτοις εὑρεῖν τὸν τόπον τῆς καρδίας, ἔνθα ἐμφιλοχωρεῖν πεφύκασι πᾶσαι αἱ ψυχικαὶ δυνάμεις.
Από το κείμενο αυτό δημοσιεύθηκε αρχικά μια μετάφραση στη δημώδη ελληνική, ώστε να γίνει ευκολότερα κατανοητό από τους απλούς ανθρώπους, στη Φιλοκαλία, Βενετία 1782, σ. 1183, στ. 1:
ἔπειτα κάθισε εἰς ἕνα τόπον παράμερον καὶ ἥσυχον κατὰ μόνας εἰς μίαν ἄκραν καὶ κλεῖσε τὴν πόρταν καὶ μάζωξε τὸν νοῦν σου ἀπὸ κάθε προσωρινὸν καὶ μάταιον πρᾶγμα· καὶ τότε ἀκούμβισε εἰς τὸ στῆθός σου τὸ κάτω σιαγόνι σου, ἤγουν τὸ πηγούνι σου, διὰ νὰ προσέχῃς μὲ αὐτὸν τὸν τρόπον μέσα εἰς τὸν ἑαυτόν σου καὶ μὲ τὸν νοῦν σου καὶ μὲ τὰ αἰσθητά σου μάτια· καὶ κράτει ὀλίγον καὶ τὴν ἀναπνοήν σου, διὰ νὰ ἔχῃς ἐκεῖ τὸν νοῦν σου καὶ ἐρεύνησε μὲ τὸν νοῦν σου νὰ εὕρης τὸν τόπον ὁποῦ εἶναι ἡ καρδία σου καὶ ἐκεῖ νὰ εἶναι ὅλως διόλου καὶ ὁ νοῦς σου...
Έχουν εξαφανιστεί η αναφορά στον ομφαλό και η διαβεβαίωση ότι όλες οι δυνάμεις της ψυχής συγκεντρώνονται στον τόπο της καρδιάς. Ο Παλαμάς είχε γράψει (ό.π.): «Εκείνοι που τους αποκαλούν ομφαλόψυχους είναι συκοφάντες· διότι ποιος από αυτούς λέγει ότι η ψυχή βρίσκεται στην περιοχή του ομφαλού;».
Η δεύτερη έκδοση της Φιλοκαλίας (Αθήνα 1893, τ. II, σ. 516, στ. 1–2) αναπαράγει πιστά αυτό το κείμενο, εκτός από μία παράλειψη, η οποία δεν είναι παρά ένα τυπογραφικό σφάλμα.
Η σλαβονική μετάφραση του Παϊσίου Βελιτσκόφσκυ (έκδ. Μόσχα 1902, τ. IV, σ. 62):
Посимъ сади ко ідиномъ мѣстѣ особенномъ и безмолвномъ наединѣ, во ідиномъ оуглѣ, и затвори дверь, и собери умъ твой от всякия привременным и суетным вещи, таже прилежи къ персемъ браду твою, и внимай къ сердца умомъ твоимъ и чувственными твоими очами, и удержи мало дыхание твое, и да имаши тамо умъ твой, и испытай умомъ обрести место, идеже есть сердце твое, да будетъ тамо совершенно и умъ твой.
Είναι ακριβής μετάφραση της δημώδους ελληνικής, με τις ίδιες παραλείψεις.
Οι Ειλικρινείς διηγήσεις ενός προσκυνητή προς τον πνευματικό του πατέρα, των οποίων ο συγγραφέας γνώριζε ακόμη μόνο την παλαιά σλαβονική Dobrotoljubie, προχωρούν ένα βήμα παραπέρα (3η έκδ., Καζάν 1884, σ. 13):
«Ο στάρετς άνοιξε τη Dobrotoljubie, αναζήτησε τη διδασκαλία του αγίου Συμεών του Νέου Θεολόγου και άρχισε: “Κάθισε σιωπηλά και σε απομονωμένο μέρος, χαμήλωσε το κεφάλι, κλείσε τα μάτια· ανάπνεε απαλά· με τη φαντασία κοίταξε μέσα στην καρδιά· κατέβασε τον νου, δηλαδή τη σκέψη, από το κεφάλι στην καρδιά…”».
Δεν απομένει πλέον παρά μια σωματική στάση κατάλληλη να διευκολύνει την περισυλλογή: το βλέμμα των ματιών προς τον τόπο της καρδιάς έχει εξαφανιστεί.
Ωστόσο, στο παράρτημα αυτής της εκδόσεως διαβάζεται ένα εκτενέστερο απόσπασμα από τη διδασκαλία του αγίου Συμεών, το οποίο αναπαράγει, με ελαφρώς εκσυγχρονισμένο λεξιλόγιο, το κείμενο της σλαβονικής Dobrotoljubie. Υπάρχει όμως μία παραλλαγή: αντί των λέξεων и внимай въ сердцѣ.... очами έχουν τεθεί οι εξής:
и такимъ образомъ стой вниманіемъ внутри себя самого (не въ головѣ, а въ сердцѣ,) возвращая туда и умъ свой и чувственныя очи свои.
Η ρωσική Dobrotoljubie, τ. V, Μόσχα 1889, σ. 507:
Стой вниманіемъ внутри себя самого (не въ головѣ, а въ сердцѣ)*.
Тамъ имѣй умъ свой, стараясь всячески обрѣсти мѣсто, гдѣ сердце, чтобъ, обрѣтши его, тамъ уже всецѣло пребывалъ умъ твой. Умъ, подвизаясь въ семъ, улучитъ мѣсто сердца. Это случится, когда благодать дастъ сладость и теплоту молитвенную.
«Στάσου με την προσοχή μέσα στον ίδιο σου τον εαυτό (όχι στο κεφάλι, αλλά στην καρδιά). Εκεί να έχεις τον νου σου, προσπαθώντας με κάθε τρόπο να βρεις τον τόπο όπου βρίσκεται η καρδιά, ώστε, αφού τον βρεις, να παραμένει πλέον εκεί ολόκληρος ο νους σου. Ο νους, αγωνιζόμενος σε αυτό, θα φθάσει στον τόπο της καρδιάς. Αυτό θα συμβεί όταν η χάρη δώσει τη γλυκύτητα και τη θερμότητα της προσευχής».
Στο σημείο που σημειώνεται με αστερίσκο προστίθεται η ακόλουθη σημείωση:
«Εδώ ο άγιος Συμεών υποδεικνύει ορισμένες εξωτερικές μεθόδους, οι οποίες σκανδαλίζουν μερικούς και τους απομακρύνουν από την άσκηση, ενώ σε άλλους παραμορφώνουν την ίδια την άσκηση. Επειδή αυτές οι μέθοδοι, ελλείψει καθοδηγητών, μπορούν να συνοδεύονται από επιβλαβείς συνέπειες, και επειδή, άλλωστε, δεν είναι παρά εξωτερικές προδιαθέσεις για την εσωτερική εργασία, χωρίς να συμβάλλουν σε αυτήν κατά τρόπο ουσιώδη, τις παραλείπουμε.
Η ουσία της ασκήσεως συνίσταται στο να αποκτήσει κανείς τη συνήθεια να παραμένει με τον νου μέσα στην καρδιά, σε αυτή την αισθητή καρδιά, αλλά όχι κατά αισθητό τρόπο. Πρέπει να μεταφέρει κανείς τον νου από το κεφάλι στην καρδιά και να τον στερεώσει εκεί ή, όπως είπε ένας από τους στάρετς, να ενώσει τον νου με την καρδιά.
Πώς μπορεί να φθάσει κανείς σε αυτό; Ζήτησε και θα βρεις. Ο καταλληλότερος τρόπος για να το αποκτήσει είναι η επίμονη παραμονή ενώπιον του Θεού και ο μόχθος της προσευχής, ιδίως η επιμονή στην εκκλησιαστική προσευχή. Πρέπει όμως να θυμόμαστε ότι το δικό μας μέρος είναι μόνο η προσπάθεια, ενώ το ίδιο το πράγμα, δηλαδή η ένωση του νου με την καρδιά, είναι δώρο της χάριτος, όταν και όπως θελήσει ο Κύριος. Το καλύτερο παράδειγμα είναι ο Μάξιμος ο Καυσοκαλυβίτης» (*).
Ποιος δεν θα επιδοκίμαζε αυτά τα λόγια κοινής λογικής και ποιος δεν θα χαιρόταν γι’ αυτή την εξέλιξη; Πρέπει όμως, παρ’ όλα αυτά, να παραδεχθούμε ότι υπήρξε εξέλιξη και να μη βλέπουμε τον ελληνικό 12ο, 13ο ή 14ο αιώνα μέσα από το πρίσμα του ρωσικού 19ου αιώνα.
Όταν λοιπόν πραγματεύεται κανείς τη μέθοδο κατά τον Συμεών —ή τον ψευδο-Συμεών—, όπως έκανα εγώ εκδίδοντας το κείμενό του, είναι αδύνατον να μιλήσει γι’ αυτήν με τους ίδιους όρους όπως όταν εξετάζει τη μέθοδο σε εποχές πλησιέστερες προς εμάς ή όταν την αντιμετωπίζει συνολικά. Είχα μιλήσει γι’ αυτήν περισσότερο από δύο χρόνια πριν ο π. Βασίλειος δημοσιεύσει τις αιτιάσεις του, σε μια σύντομη επισκόπηση των μεγάλων ρευμάτων της ανατολικής πνευματικότητας (Orientalia Christiana Periodica, τ. I, σ. 132 κ.ε.).
Ο σεβαστός πατήρ δεν θα βρει εκεί ούτε τον προσβλητικό όρο «ομφαλοψυχία», τον οποίο ουδέποτε υιοθέτησα ως δικό μου, ούτε τον όρο «ομφαλοσκοπία», που επινοήθηκε ενσυνείδητα για να ονομασθεί, χωρίς καμία αξιολογική κρίση, μια πραγματική πρακτική, αφού έπρεπε οπωσδήποτε να της δοθεί κάποιο όνομα. Όσο για την αξιολόγηση, ιδού ποια ήταν:
«Όσο παράξενες κι αν φαίνονται αυτές οι μέθοδοι, δεν αποτελούν καθ’ όλα αποκλειστική ιδιοκτησία των Ανατολικών, και ασφαλώς ο ενημερωμένος θεολόγος δεν θα αρνηθεί a priori τη νομιμότητά τους· θα απαιτήσει μόνο να μην τους αποδίδεται αλάνθαστη αποτελεσματικότητα, και κυρίως να μην ελπίζει κανείς ότι μέσω αυτών θα φθάσει στη θεία θεωρία χωρίς να περάσει από όλες τις απαρνήσεις και όλες τις ασκητικές καθάρσεις».
Είχα λοιπόν πει, δύο χρόνια πριν από τον π. Βασίλειο, ακριβώς εκείνο που ο π. Βασίλειος με κατηγορεί ότι δεν είχα κατανοήσει.
Και τώρα, προς παρηγορία του, μία τελευταία παρατήρηση, η οποία θα του δείξει μέχρι ποιο σημείο φθάνει η κατανόηση ενός Καθολικού απέναντι στις μεθόδους.
Ένας Πολωνός συναντά τον προσκυνητή των Ειλικρινών Διηγήσεων (Δεύτερη διήγηση, σ. 85 κ.ε.) την ώρα που διαβάζει τη Dobrotoljubie.
«Τι διαβάζεις εκεί; — Του έδειξα το βιβλίο. — Α! Είναι η Dobrotoljubie, είπε. Είχα δει αυτό το βιβλίο στον εφημέριό μας, όταν κατοικούσα στο Βίλνο· αλλά έχω ακούσει ότι περιέχει κάτι παράξενα τεχνάσματα και επινοήσεις για την προσευχή, γραμμένα από Έλληνες μοναχούς· θυμίζει εκείνους τους φανατικούς της Μπουχάρας στις Ινδίες, που κάθονται και φουσκώνουν το σώμα τους για να καταφέρουν να προκαλέσουν ένα γαργάλημα στην καρδιά και, μέσα στην ανοησία τους, θεωρούν αυτή τη φυσική αίσθηση ως προσευχή που δήθεν τους δόθηκε από τον Θεό…».
Ο καλός strannik μπαίνει στον κόπο να αντικρούσει αυτούς τους ισχυρισμούς· η καρδιακή προσευχή δεν προέρχεται από τους Ινδούς· εκείνοι είναι που την δανείστηκαν από τους χριστιανούς ασκητές, αλλά την αλλοίωσαν και την παραμόρφωσαν.
Και όμως, διαβάζω σε ένα μικρό έντυπο, του οποίου η εκτύπωση ολοκληρώθηκε στις 10 Ιουνίου 1936 «στα τυπογραφεία της Art Catholique στο Παρίσι», και το οποίο φέρει imprimatur:
«Ο Ανατολίτης, περισσότερο ίσως από εμάς ενδιαφερόμενος να επαναφέρει στην ενότητα τη διττή ύπαρξή του, επινοεί τρόπους αναζητώντας την ολοκληρωμένη πράξη. Υπάρχουν στους Ινδούς σχολές τελειοποιήσεως της αναπνοής, των οποίων ο σκοπός είναι η πνευματική πρόοδος. Μέσω μιας μεθοδικής ακολουθίας βαθιών εισπνοών και εκπνοών, επιβραδυμένων, ρυθμισμένων σύμφωνα με χρόνους που μετρώνται αριθμητικά και διακοπτόμενων από παύσεις, ο “γιόγκι” προσπαθεί να συλλάβει όλο και περισσότερο το “πράνα”, δηλαδή τη ζωτική αρχή, συγχρόνως υλική και πνευματική, που περιέχεται στην ατμόσφαιρα, ώστε να αναπτύξει, μαζί με τη ζωτικότητα και τον αυτοέλεγχο, τις λανθάνουσες εσωτερικές του δυνάμεις. Η αναπνοή τού χρησιμεύει ως θρησκευτική άσκηση, σαν ένα είδος κοινωνίας με το πνεύμα του κόσμου. Η υλική πράξη, τελειοποιημένη και διευρυμένη, έχει γίνει γι’ αυτόν μια διάχυτη προσευχή, η οποία, είναι αλήθεια, συγχέεται υπερβολικά εύκολα με την τελειότητα».
«Αυτά τα ξένα παραδείγματα θα έπρεπε, παρ’ όλα αυτά, να μας κάνουν να ντρεπόμαστε. Δεν θα μπορούσε άραγε ένας χριστιανός να ζηλέψει τη συγκέντρωση του πνεύματος του μουσουλμάνου κατά την προσευχή ή την τόσο έντονη πνευματική προσπάθεια του γιόγκι; Θα μπορούσαμε τουλάχιστον ως προς αυτό να μαθητεύσουμε κοντά τους. Όσο για το να δανειστούμε τη μέθοδό τους, τίποτε βέβαια δεν μας υποχρεώνει. Δεν θα μπορούσαμε όμως, όπως εκείνοι, όταν προσευχόμαστε, να σκεφτόμαστε περισσότερο ότι πρέπει να προσευχόμαστε ολοκληρωτικά; Αντί να αφήνουμε παθητικά το σώμα μας στον ύπνο ή στις εξεγέρσεις του, δεν θα μπορούσαμε να το συνδέουμε περισσότερο με το έργο του πνεύματος; Γιατί να απορρίπτουμε ό,τι είναι καλό; Η φυσική γλώσσα του σώματος θα μένει πάντοτε ακατανόητη, πάντοτε αποκλεισμένη προς όφελος των αφηρημένων γλωσσών; Κι όμως είναι θεία! Με μία λέξη, πρέπει άραγε να παραιτηθούμε από το να είναι η τελετουργική πράξη της αναπνοής, σε σχέση με την προσευχή με την οποία ενώνεται, ό,τι είναι το σώμα για την ψυχή: ο στενός συνεργός της εδώ κάτω;».
Ο Ιησουίτης που γράφει αυτά —Victor Poucel S.J., Pour que votre âme respire, Art Catholique 1936, σ. 13 κ.ε.— παραθέτει στην επόμενη σελίδα τον τρίτο τρόπο προσευχής των Πνευματικών Ασκήσεων του αγίου Ιγνατίου:
Tertius orandi modus... ab un anhelitu ad alterum.
«Ο τρίτος τρόπος προσευχής, κατά κάποιον τρόπο με ρυθμό, “από τη μία αναπνοή στην άλλη”».
«Αυτός ο τρίτος τρόπος προσευχής», λέει ένας εγκεκριμένος σχολιαστής, «φέρνει την καρδιά σε αρμονία με τη φωνή· η σκέψη συνοδεύει τον λόγο και κάθε αναπνοή εκπέμπει μια προσευχή».
Θα μπορούσαμε να προσθέσουμε ακόμη πολλά, τα οποία θα ολοκλήρωναν, αν ήταν αναγκαίο, την απόδειξη προς τον π. Βασίλειο ότι είχε άδικο να βλέπει σε εμάς εχθρούς των μεθόδων ως τέτοιων. Πρέπει μόνο να αποφεύγεται να συγχέονται υπερβολικά εύκολα με την «τελειότητα».
Στο πεδίο της πνευματικότητας θα είναι εύκολο να συνεννοηθούμε. Μακάρι να συνέβαινε το ίδιο και σε όλα τα υπόλοιπα! (1)
Ρώμη, 14 Νοεμβρίου 1936.
IR. HAUSHERR, S.J.
(1) Στο υπόλοιπο της μελέτης του, ο π. Βασίλειος στρέφεται κυρίως εναντίον των π.π. Jugie και Guichardan A.A. Δεν θα δυσκολευτούν να υπερασπιστούν τις θέσεις τους.
ORIENTALIA CHRISTIANA ANALECTA 176
IRÉNÉE HAUSHERR S.I.
Σχετικά με την ησυχαστική πνευματικότητα: Αντιλογία χωρίς αντίπαλο (συνέχεια)
Υπάρχουν λοιπόν δύο οδοί που οδηγούν στον σκοπό: η μία είναι βραδύτερη και απαιτεί πολύ κόπο και χρόνο, ενώ η άλλη είναι συντομότερη· υπάρχει μια μακρά οδός, εκείνη των εντολών, και μια σύντομη οδός, η οποία είναι η μέθοδος της ησυχαστικής προσευχής. Ο Γρηγόριος ο Σιναΐτης είναι εκείνος που ευθύνεται για την αντιπαράθεση μεταξύ των δύο. Πρέπει, επομένως, είτε να κατηγορήσουμε αυτόν τον απόστολο του κινήματος είτε να συγχωρήσουμε εκείνους που επαναλαμβάνουν τα λόγια του.
Λίγη σημασία έχει αν αυτή η σύντομη οδός είναι επίπονη ή όχι. Εκείνο που είναι βέβαιο είναι ότι δεν είναι η οδός των εντολών και ότι είναι συντομότερη από αυτήν. Όσο κι αν στρέψει και ξαναστρέψει κανείς το κείμενο του Σιναΐτη, αυτό παραμένει βέβαιο.
Σε αυτόν, λοιπόν, δεν ισχύει ο ισχυρισμός του π. Βασιλείου, σ. 110, στ. 5 κ.ε.:
«Σε κάθε περίπτωση, θα ήταν εσφαλμένο να υποθέσουμε ότι οι ιδιαίτεροι κανόνες που εκθέσαμε (για παράδειγμα, η “καλλιτεχνική” προσευχή) αντικατέστησαν, στα μάτια των ησυχαστών, όλη την υπόλοιπη ασκητική διδασκαλία της Εκκλησίας· στην πραγματικότητα, επειδή η διδασκαλία αυτή αποτελούσε ένα αρμονικό σύνολο, την προϋπέθεταν τόσο καθολικά γνωστή, ώστε δεν θεωρούσαν αναγκαίο να τη μνημονεύουν διαρκώς κατά την έκθεση των επιμέρους ζητημάτων που τους ενδιέφεραν».
Ο Γρηγόριος όμως τη μνημόνευσε και τη διέκρινε.
Και στη σημείωση 53:
«Επειδή δεν κατόρθωσαν να αντιληφθούν την “καλλιτεχνική” προσευχή ως οργανικό μέρος της ασκητικής διδασκαλίας της Εκκλησίας, ο Jugie, ο Hausherr και άλλοι οδηγήθηκαν στο να υποστηρίξουν ότι οι ησυχαστές θέλησαν να ανταλλάξουν την επίπονη οδό της τηρήσεως των εντολών με την “εύκολη” και “μηχανική” άσκηση της προσευχής. Στην πραγματικότητα, όμως, η προσευχή νοούνταν πάντοτε σε ενότητα με τις εντολές —ακόμη και όταν τυπικά τις χώριζαν, ώστε να τις παρουσιάσουν ως δύο οδούς;— και ακόμη και η αντιπαράθεσή της προς τις εντολές αποδεικνύεται αδικαιολόγητη, δεδομένου ότι δεν είναι τίποτε άλλο παρά η εκπλήρωση των θεμελιωδών εντολών της αγάπης προς τον Θεό και τον πλησίον».
Οι γραμμές αυτές αποδεικνύουν πόσο μακριά βρίσκεται ο π. Βασίλειος από τα σφάλματα από τα οποία θέλει να απαλλάξει συλλήβδην τους προδρόμους, τους αποστόλους, τους οπαδούς και τους επιγόνους του παλαμισμού.
Θα παραδεχθεί ασφαλώς ότι επιβάλλεται ιδιαίτερη εξέταση για καθένα από αυτά τα πρόσωπα χωριστά. Με αυτή την επιφύλαξη, συμφωνούμε και εδώ απολύτως μαζί του: μια υγιής και ορθόδοξη πνευματικότητα οφείλει να θεωρεί τις μεθόδους, όποιες κι αν είναι αυτές, όχι ως μέσο αποφυγής της ασκήσεως, αλλά ως βοήθημα για την καλύτερη άσκησή της.
Ας έλθουμε τώρα στην ίδια τη μέθοδο. Είναι γνωστές οι αυστηρές κρίσεις που διατύπωσαν εναντίον της ο Βαρλαάμ και οι οπαδοί του, και κατόπιν ο Allatius, ο Combefis και άλλοι. Ο π. Βασίλειος παραθέτει κρίσεις πολύ μεταγενέστερων Ρώσων συγγραφέων, οι οποίοι, ως προς την αυστηρότητα, ελάχιστα υπολείπονται των Λατίνων του 17ου αιώνα. Αυτή η αδικαιολόγητη δυσμένεια προέρχεται κυρίως «από το γεγονός ότι θεωρείται ως ουσιώδης πλευρά της νοεράς προσευχής εκείνο που στην πραγματικότητα δεν είναι παρά ένα επικουρικό μέσο».
Και επ’ αυτού σημείωση, αρ. 52:
«Στο σφάλμα αυτό υποπίπτει ο Hausherr. Στη La méthode de l’oraison hésychaste συγχέει συχνά την ουσία της νοεράς προσευχής με τις βοηθητικές της μεθόδους. Γράφει σχετικά με τη νοερά προσευχή: “Συνοψίζοντας λοιπόν, δύο ασκήσεις συνθέτουν τη μέθοδο: η αναζήτηση του τόπου της καρδιάς —η οποία χάρισε στους ησυχαστές την ονομασία ‘ομφαλόψυχοι’— και η αδιάκοπη επανάληψη της ευχής του Ιησού. Με αυτά τα μέσα θα φθάσει κανείς να δει ‘εκείνο που δεν γνώριζε’, δηλαδή, με θεολογικούς όρους, κατά τον Παλαμά, το φως του Θαβώρ” (ό.π., σ. 111). Σε άλλο χωρίο του ίδιου βιβλίου επιμένει ακόμη περισσότερο στις εξωτερικές μεθόδους της νοεράς εργασίας —ομφαλοσκοπία, ρυθμός της αναπνοής κ.λπ. Υποστηρίζει ότι (κατά τη γνώμη των ησυχαστών), μέσω της επιμονής σε αυτή τη νοερά προσευχή, “θα καταλήξει κανείς να βρει εκείνο που αναζητούσε”, τον τόπο της καρδιάς, και μαζί με αυτόν και μέσα σε αυτόν κάθε είδους θαυμαστά πράγματα και γνώσεις (ό.π., σ. 102). Με μία λέξη, η κατάκτηση των υψηλότερων πνευματικών βαθμίδων παρουσιάζεται από τον H. —στην ερμηνεία του για την ησυχαστική προσευχή— ως το αναπόφευκτο αποτέλεσμα (“θα καταλήξει κανείς να βρει”) της επίμονης ασκήσεως των μεθόδων της προσευχής και όχι ως καρπός της εσωτερικής ενώσεως του ανθρώπου με τον Θεό και της ελεύθερης συνεργίας του με τη θεία χάρη, σύμφωνα με την πραγματική διδασκαλία όλων των οπαδών της νοεράς προσευχής».
Δύο ερωτήματα: το είπα πράγματι αυτό; Θα μπορούσα άραγε να το είχα πει;
«Μια καταφατική πρόταση δεν είναι αποκλειστική», έλεγε κάποιος. Ο π. Βασίλειος χρησιμοποίησε αυτό το αξίωμα για να απαλλάξει τους ησυχαστές συγγραφείς από την κατηγορία, όταν αυτοί δεν αναφέρουν ρητώς «την ουσία της νοεράς προσευχής», ενώ μιλούν για αυτές τις «εξωτερικές μεθόδους». Γιατί λησμονεί αυτή την αρχή όταν κατηγορεί εκείνον που δανείζεται τις δικές τους διατυπώσεις;
«Αν, παρά τις προσπάθειές σου, αδελφέ, δεν μπορείς να εισέλθεις στις περιοχές της καρδιάς, όπως σου συνιστούσαμε, κάνε αυτό που σου λέγω και, με τη βοήθεια του Θεού, θα βρεις εκείνο που αναζητείς…» Ακολουθούν οι λεπτομέρειες αυτού του «κάνε αυτό που σου λέγω» = η ευχή του Ιησού, η οποία κρατείται με τη βία μέσα στον νου, αποκλείοντας κάθε άλλο λογισμό.
«Και αν επιμείνεις σε αυτό για τον απαιτούμενο χρόνο» (ἐπὶ καιρόν κρατήσας· οι Διηγήσεις ενός Ρώσου προσκυνητή, 1884, σ. 15, μεταφράζουν: Если нѣкоторое время въ семъ пробудешь = «αν παραμείνεις σε αυτό για κάποιο διάστημα»· η ρωσική Dobrotoljubie διορθώνει [1889, τ. V, σ. 272]: Если будешь такое дѣланіе держать неопустительно со всѣмъ вниманіемь = «αν συνεχίσεις αυτή την εργασία αδιαλείπτως και με όλη σου την προσοχή»), «με αυτόν τον τρόπο θα σου ανοίξει η είσοδος της καρδιάς, όπως σου γράψαμε, χωρίς την παραμικρή αμφιβολία (ἐκτὸς πάσης ἀμφιβολίας), όπως μάθαμε και εμείς από την πείρα· και μαζί με την τόσο ποθητή και τόσο γλυκιά προσευχή θα έλθει σε εσένα ολόκληρος ο χορός των αρετών, η αγάπη, η χαρά, η ειρήνη κ.λπ., χάρη στις οποίες θα αποκτήσεις όλα όσα ζητήσεις…».
Άρα: επίμονη άσκηση· άρα «θα καταλήξει κανείς να βρει»· άρα αναπόφευκτο αποτέλεσμα· χωρίς να υπολογίσουμε καν ότι οι αρετές έρχονται μετά τη μέθοδο. Κι όμως, εγώ είχα απαλλάξει από κάθε κατηγορία —παραπάνω— εκείνον που γράφει αυτά, τον Νικηφόρο τον Μοναχό (PG 147, 963). Και αυτές ακριβώς οι γραμμές παρατίθενται αμέσως μετά από εκείνες που ο π. Βασίλειος βρίσκει τρόπο να μου καταλογίσει…
Ο Νικηφόρος μιλά για αναπνευστική άσκηση και όχι κυρίως για «ομφαλοσκοπία». Άλλοι όμως μιλούν γι’ αυτήν, και συγκεκριμένα ο συγγραφέας του οποίου εγώ εξέδιδα για πρώτη φορά το πρωτότυπο κείμενο. Θα μπορούσα να παραλείψω να τη μνημονεύσω; Της απέδωσα υπερβολική σημασία; Τόσο το καλύτερο, αν έτσι νομίζει ο π. Βασίλειος.
Είναι βέβαιο ότι, ως προς αυτό το σημείο, οι επικρίσεις των αντιπάλων είχαν ως αποτέλεσμα, πρώτον, να παρουσιάζεται αυτή η πρακτική ως μια απλή μέθοδος ψυχολογικής συγκεντρώσεως, χωρίς καμία φιλοσοφική σημασία —έτσι ο Παλαμάς, Περὶ τῶν ἱερῶς ἡσυχαζόντων, PG 150, 1113CD—· και, δεύτερον, να απομακρύνεται βαθμιαία κάθε στοιχείο που θα μπορούσε να σκανδαλίσει ορισμένα πνεύματα. Τίποτε δεν το δείχνει καλύτερα από την ιστορία του χωρίου στο οποίο η άσκηση αυτή καταγράφηκε για πρώτη φορά γραπτώς.
1. Πρωτότυπο κείμενο, Méthode d’oraison hésychaste, σ. 164 [68]:
εἶτα καθίσας ἐν κελλίῳ ἡσύχῳ καὶ ἐν μιᾷ καταμόνας γωνία πρόσεξαι ποιῆσαι ὃ λέγω σοι· κλεῖσον τὴν θύραν καὶ ἔπαρον τὸν νοῦν σου ἀπὸ παντὸς ματαίου ἡγοῦν προσκαίρου· εἶτα ἐρείσας τῷ στήθει σὸν πώγωνα κινῶν τὸν αἰσθητὸν ὀφθαλμὸν σὺν ὅλῳ τῷ νοῒ ἐν μέσῃ κοιλίᾳ ἡγοῦν ἐν τῷ ὀμφαλῷ· ἄγξον οὖν καὶ τὴν τῆς ῥινὸς τοῦ πνεύματος ὁλκὴν τοῦ μὴ ἀδεῶς ἀναπνεῖν καὶ ἐρεύνησον νοητῶς ἔνδον ἐν τοῖς ἐγκάτοις εὑρεῖν τὸν τόπον τῆς καρδίας, ἔνθα ἐμφιλοχωρεῖν πεφύκασι πᾶσαι αἱ ψυχικαὶ δυνάμεις.
Από το κείμενο αυτό δημοσιεύθηκε αρχικά μια μετάφραση στη δημώδη ελληνική, ώστε να γίνει ευκολότερα κατανοητό από τους απλούς ανθρώπους, στη Φιλοκαλία, Βενετία 1782, σ. 1183, στ. 1:
ἔπειτα κάθισε εἰς ἕνα τόπον παράμερον καὶ ἥσυχον κατὰ μόνας εἰς μίαν ἄκραν καὶ κλεῖσε τὴν πόρταν καὶ μάζωξε τὸν νοῦν σου ἀπὸ κάθε προσωρινὸν καὶ μάταιον πρᾶγμα· καὶ τότε ἀκούμβισε εἰς τὸ στῆθός σου τὸ κάτω σιαγόνι σου, ἤγουν τὸ πηγούνι σου, διὰ νὰ προσέχῃς μὲ αὐτὸν τὸν τρόπον μέσα εἰς τὸν ἑαυτόν σου καὶ μὲ τὸν νοῦν σου καὶ μὲ τὰ αἰσθητά σου μάτια· καὶ κράτει ὀλίγον καὶ τὴν ἀναπνοήν σου, διὰ νὰ ἔχῃς ἐκεῖ τὸν νοῦν σου καὶ ἐρεύνησε μὲ τὸν νοῦν σου νὰ εὕρης τὸν τόπον ὁποῦ εἶναι ἡ καρδία σου καὶ ἐκεῖ νὰ εἶναι ὅλως διόλου καὶ ὁ νοῦς σου...
Έχουν εξαφανιστεί η αναφορά στον ομφαλό και η διαβεβαίωση ότι όλες οι δυνάμεις της ψυχής συγκεντρώνονται στον τόπο της καρδιάς. Ο Παλαμάς είχε γράψει (ό.π.): «Εκείνοι που τους αποκαλούν ομφαλόψυχους είναι συκοφάντες· διότι ποιος από αυτούς λέγει ότι η ψυχή βρίσκεται στην περιοχή του ομφαλού;».
Η δεύτερη έκδοση της Φιλοκαλίας (Αθήνα 1893, τ. II, σ. 516, στ. 1–2) αναπαράγει πιστά αυτό το κείμενο, εκτός από μία παράλειψη, η οποία δεν είναι παρά ένα τυπογραφικό σφάλμα.
Η σλαβονική μετάφραση του Παϊσίου Βελιτσκόφσκυ (έκδ. Μόσχα 1902, τ. IV, σ. 62):
Посимъ сади ко ідиномъ мѣстѣ особенномъ и безмолвномъ наединѣ, во ідиномъ оуглѣ, и затвори дверь, и собери умъ твой от всякия привременным и суетным вещи, таже прилежи къ персемъ браду твою, и внимай къ сердца умомъ твоимъ и чувственными твоими очами, и удержи мало дыхание твое, и да имаши тамо умъ твой, и испытай умомъ обрести место, идеже есть сердце твое, да будетъ тамо совершенно и умъ твой.
Είναι ακριβής μετάφραση της δημώδους ελληνικής, με τις ίδιες παραλείψεις.
Οι Ειλικρινείς διηγήσεις ενός προσκυνητή προς τον πνευματικό του πατέρα, των οποίων ο συγγραφέας γνώριζε ακόμη μόνο την παλαιά σλαβονική Dobrotoljubie, προχωρούν ένα βήμα παραπέρα (3η έκδ., Καζάν 1884, σ. 13):
«Ο στάρετς άνοιξε τη Dobrotoljubie, αναζήτησε τη διδασκαλία του αγίου Συμεών του Νέου Θεολόγου και άρχισε: “Κάθισε σιωπηλά και σε απομονωμένο μέρος, χαμήλωσε το κεφάλι, κλείσε τα μάτια· ανάπνεε απαλά· με τη φαντασία κοίταξε μέσα στην καρδιά· κατέβασε τον νου, δηλαδή τη σκέψη, από το κεφάλι στην καρδιά…”».
Δεν απομένει πλέον παρά μια σωματική στάση κατάλληλη να διευκολύνει την περισυλλογή: το βλέμμα των ματιών προς τον τόπο της καρδιάς έχει εξαφανιστεί.
Ωστόσο, στο παράρτημα αυτής της εκδόσεως διαβάζεται ένα εκτενέστερο απόσπασμα από τη διδασκαλία του αγίου Συμεών, το οποίο αναπαράγει, με ελαφρώς εκσυγχρονισμένο λεξιλόγιο, το κείμενο της σλαβονικής Dobrotoljubie. Υπάρχει όμως μία παραλλαγή: αντί των λέξεων и внимай въ сердцѣ.... очами έχουν τεθεί οι εξής:
и такимъ образомъ стой вниманіемъ внутри себя самого (не въ головѣ, а въ сердцѣ,) возвращая туда и умъ свой и чувственныя очи свои.
Η ρωσική Dobrotoljubie, τ. V, Μόσχα 1889, σ. 507:
Стой вниманіемъ внутри себя самого (не въ головѣ, а въ сердцѣ)*.
Тамъ имѣй умъ свой, стараясь всячески обрѣсти мѣсто, гдѣ сердце, чтобъ, обрѣтши его, тамъ уже всецѣло пребывалъ умъ твой. Умъ, подвизаясь въ семъ, улучитъ мѣсто сердца. Это случится, когда благодать дастъ сладость и теплоту молитвенную.
«Στάσου με την προσοχή μέσα στον ίδιο σου τον εαυτό (όχι στο κεφάλι, αλλά στην καρδιά). Εκεί να έχεις τον νου σου, προσπαθώντας με κάθε τρόπο να βρεις τον τόπο όπου βρίσκεται η καρδιά, ώστε, αφού τον βρεις, να παραμένει πλέον εκεί ολόκληρος ο νους σου. Ο νους, αγωνιζόμενος σε αυτό, θα φθάσει στον τόπο της καρδιάς. Αυτό θα συμβεί όταν η χάρη δώσει τη γλυκύτητα και τη θερμότητα της προσευχής».
Στο σημείο που σημειώνεται με αστερίσκο προστίθεται η ακόλουθη σημείωση:
«Εδώ ο άγιος Συμεών υποδεικνύει ορισμένες εξωτερικές μεθόδους, οι οποίες σκανδαλίζουν μερικούς και τους απομακρύνουν από την άσκηση, ενώ σε άλλους παραμορφώνουν την ίδια την άσκηση. Επειδή αυτές οι μέθοδοι, ελλείψει καθοδηγητών, μπορούν να συνοδεύονται από επιβλαβείς συνέπειες, και επειδή, άλλωστε, δεν είναι παρά εξωτερικές προδιαθέσεις για την εσωτερική εργασία, χωρίς να συμβάλλουν σε αυτήν κατά τρόπο ουσιώδη, τις παραλείπουμε.
Η ουσία της ασκήσεως συνίσταται στο να αποκτήσει κανείς τη συνήθεια να παραμένει με τον νου μέσα στην καρδιά, σε αυτή την αισθητή καρδιά, αλλά όχι κατά αισθητό τρόπο. Πρέπει να μεταφέρει κανείς τον νου από το κεφάλι στην καρδιά και να τον στερεώσει εκεί ή, όπως είπε ένας από τους στάρετς, να ενώσει τον νου με την καρδιά.
Πώς μπορεί να φθάσει κανείς σε αυτό; Ζήτησε και θα βρεις. Ο καταλληλότερος τρόπος για να το αποκτήσει είναι η επίμονη παραμονή ενώπιον του Θεού και ο μόχθος της προσευχής, ιδίως η επιμονή στην εκκλησιαστική προσευχή. Πρέπει όμως να θυμόμαστε ότι το δικό μας μέρος είναι μόνο η προσπάθεια, ενώ το ίδιο το πράγμα, δηλαδή η ένωση του νου με την καρδιά, είναι δώρο της χάριτος, όταν και όπως θελήσει ο Κύριος. Το καλύτερο παράδειγμα είναι ο Μάξιμος ο Καυσοκαλυβίτης» (*).
Ποιος δεν θα επιδοκίμαζε αυτά τα λόγια κοινής λογικής και ποιος δεν θα χαιρόταν γι’ αυτή την εξέλιξη; Πρέπει όμως, παρ’ όλα αυτά, να παραδεχθούμε ότι υπήρξε εξέλιξη και να μη βλέπουμε τον ελληνικό 12ο, 13ο ή 14ο αιώνα μέσα από το πρίσμα του ρωσικού 19ου αιώνα.
Όταν λοιπόν πραγματεύεται κανείς τη μέθοδο κατά τον Συμεών —ή τον ψευδο-Συμεών—, όπως έκανα εγώ εκδίδοντας το κείμενό του, είναι αδύνατον να μιλήσει γι’ αυτήν με τους ίδιους όρους όπως όταν εξετάζει τη μέθοδο σε εποχές πλησιέστερες προς εμάς ή όταν την αντιμετωπίζει συνολικά. Είχα μιλήσει γι’ αυτήν περισσότερο από δύο χρόνια πριν ο π. Βασίλειος δημοσιεύσει τις αιτιάσεις του, σε μια σύντομη επισκόπηση των μεγάλων ρευμάτων της ανατολικής πνευματικότητας (Orientalia Christiana Periodica, τ. I, σ. 132 κ.ε.).
Ο σεβαστός πατήρ δεν θα βρει εκεί ούτε τον προσβλητικό όρο «ομφαλοψυχία», τον οποίο ουδέποτε υιοθέτησα ως δικό μου, ούτε τον όρο «ομφαλοσκοπία», που επινοήθηκε ενσυνείδητα για να ονομασθεί, χωρίς καμία αξιολογική κρίση, μια πραγματική πρακτική, αφού έπρεπε οπωσδήποτε να της δοθεί κάποιο όνομα. Όσο για την αξιολόγηση, ιδού ποια ήταν:
«Όσο παράξενες κι αν φαίνονται αυτές οι μέθοδοι, δεν αποτελούν καθ’ όλα αποκλειστική ιδιοκτησία των Ανατολικών, και ασφαλώς ο ενημερωμένος θεολόγος δεν θα αρνηθεί a priori τη νομιμότητά τους· θα απαιτήσει μόνο να μην τους αποδίδεται αλάνθαστη αποτελεσματικότητα, και κυρίως να μην ελπίζει κανείς ότι μέσω αυτών θα φθάσει στη θεία θεωρία χωρίς να περάσει από όλες τις απαρνήσεις και όλες τις ασκητικές καθάρσεις».
Είχα λοιπόν πει, δύο χρόνια πριν από τον π. Βασίλειο, ακριβώς εκείνο που ο π. Βασίλειος με κατηγορεί ότι δεν είχα κατανοήσει.
Και τώρα, προς παρηγορία του, μία τελευταία παρατήρηση, η οποία θα του δείξει μέχρι ποιο σημείο φθάνει η κατανόηση ενός Καθολικού απέναντι στις μεθόδους.
Ένας Πολωνός συναντά τον προσκυνητή των Ειλικρινών Διηγήσεων (Δεύτερη διήγηση, σ. 85 κ.ε.) την ώρα που διαβάζει τη Dobrotoljubie.
«Τι διαβάζεις εκεί; — Του έδειξα το βιβλίο. — Α! Είναι η Dobrotoljubie, είπε. Είχα δει αυτό το βιβλίο στον εφημέριό μας, όταν κατοικούσα στο Βίλνο· αλλά έχω ακούσει ότι περιέχει κάτι παράξενα τεχνάσματα και επινοήσεις για την προσευχή, γραμμένα από Έλληνες μοναχούς· θυμίζει εκείνους τους φανατικούς της Μπουχάρας στις Ινδίες, που κάθονται και φουσκώνουν το σώμα τους για να καταφέρουν να προκαλέσουν ένα γαργάλημα στην καρδιά και, μέσα στην ανοησία τους, θεωρούν αυτή τη φυσική αίσθηση ως προσευχή που δήθεν τους δόθηκε από τον Θεό…».
Ο καλός strannik μπαίνει στον κόπο να αντικρούσει αυτούς τους ισχυρισμούς· η καρδιακή προσευχή δεν προέρχεται από τους Ινδούς· εκείνοι είναι που την δανείστηκαν από τους χριστιανούς ασκητές, αλλά την αλλοίωσαν και την παραμόρφωσαν.
Και όμως, διαβάζω σε ένα μικρό έντυπο, του οποίου η εκτύπωση ολοκληρώθηκε στις 10 Ιουνίου 1936 «στα τυπογραφεία της Art Catholique στο Παρίσι», και το οποίο φέρει imprimatur:
«Ο Ανατολίτης, περισσότερο ίσως από εμάς ενδιαφερόμενος να επαναφέρει στην ενότητα τη διττή ύπαρξή του, επινοεί τρόπους αναζητώντας την ολοκληρωμένη πράξη. Υπάρχουν στους Ινδούς σχολές τελειοποιήσεως της αναπνοής, των οποίων ο σκοπός είναι η πνευματική πρόοδος. Μέσω μιας μεθοδικής ακολουθίας βαθιών εισπνοών και εκπνοών, επιβραδυμένων, ρυθμισμένων σύμφωνα με χρόνους που μετρώνται αριθμητικά και διακοπτόμενων από παύσεις, ο “γιόγκι” προσπαθεί να συλλάβει όλο και περισσότερο το “πράνα”, δηλαδή τη ζωτική αρχή, συγχρόνως υλική και πνευματική, που περιέχεται στην ατμόσφαιρα, ώστε να αναπτύξει, μαζί με τη ζωτικότητα και τον αυτοέλεγχο, τις λανθάνουσες εσωτερικές του δυνάμεις. Η αναπνοή τού χρησιμεύει ως θρησκευτική άσκηση, σαν ένα είδος κοινωνίας με το πνεύμα του κόσμου. Η υλική πράξη, τελειοποιημένη και διευρυμένη, έχει γίνει γι’ αυτόν μια διάχυτη προσευχή, η οποία, είναι αλήθεια, συγχέεται υπερβολικά εύκολα με την τελειότητα».
«Αυτά τα ξένα παραδείγματα θα έπρεπε, παρ’ όλα αυτά, να μας κάνουν να ντρεπόμαστε. Δεν θα μπορούσε άραγε ένας χριστιανός να ζηλέψει τη συγκέντρωση του πνεύματος του μουσουλμάνου κατά την προσευχή ή την τόσο έντονη πνευματική προσπάθεια του γιόγκι; Θα μπορούσαμε τουλάχιστον ως προς αυτό να μαθητεύσουμε κοντά τους. Όσο για το να δανειστούμε τη μέθοδό τους, τίποτε βέβαια δεν μας υποχρεώνει. Δεν θα μπορούσαμε όμως, όπως εκείνοι, όταν προσευχόμαστε, να σκεφτόμαστε περισσότερο ότι πρέπει να προσευχόμαστε ολοκληρωτικά; Αντί να αφήνουμε παθητικά το σώμα μας στον ύπνο ή στις εξεγέρσεις του, δεν θα μπορούσαμε να το συνδέουμε περισσότερο με το έργο του πνεύματος; Γιατί να απορρίπτουμε ό,τι είναι καλό; Η φυσική γλώσσα του σώματος θα μένει πάντοτε ακατανόητη, πάντοτε αποκλεισμένη προς όφελος των αφηρημένων γλωσσών; Κι όμως είναι θεία! Με μία λέξη, πρέπει άραγε να παραιτηθούμε από το να είναι η τελετουργική πράξη της αναπνοής, σε σχέση με την προσευχή με την οποία ενώνεται, ό,τι είναι το σώμα για την ψυχή: ο στενός συνεργός της εδώ κάτω;».
Ο Ιησουίτης που γράφει αυτά —Victor Poucel S.J., Pour que votre âme respire, Art Catholique 1936, σ. 13 κ.ε.— παραθέτει στην επόμενη σελίδα τον τρίτο τρόπο προσευχής των Πνευματικών Ασκήσεων του αγίου Ιγνατίου:
Tertius orandi modus... ab un anhelitu ad alterum.
«Ο τρίτος τρόπος προσευχής, κατά κάποιον τρόπο με ρυθμό, “από τη μία αναπνοή στην άλλη”».
«Αυτός ο τρίτος τρόπος προσευχής», λέει ένας εγκεκριμένος σχολιαστής, «φέρνει την καρδιά σε αρμονία με τη φωνή· η σκέψη συνοδεύει τον λόγο και κάθε αναπνοή εκπέμπει μια προσευχή».
Θα μπορούσαμε να προσθέσουμε ακόμη πολλά, τα οποία θα ολοκλήρωναν, αν ήταν αναγκαίο, την απόδειξη προς τον π. Βασίλειο ότι είχε άδικο να βλέπει σε εμάς εχθρούς των μεθόδων ως τέτοιων. Πρέπει μόνο να αποφεύγεται να συγχέονται υπερβολικά εύκολα με την «τελειότητα».
Στο πεδίο της πνευματικότητας θα είναι εύκολο να συνεννοηθούμε. Μακάρι να συνέβαινε το ίδιο και σε όλα τα υπόλοιπα! (1)
Ρώμη, 14 Νοεμβρίου 1936.
IR. HAUSHERR, S.J.
(1) Στο υπόλοιπο της μελέτης του, ο π. Βασίλειος στρέφεται κυρίως εναντίον των π.π. Jugie και Guichardan A.A. Δεν θα δυσκολευτούν να υπερασπιστούν τις θέσεις τους.
Συνεχίζεται
ΣΤΙΣ ΑΠΑΡΧΕΣ ΤΗΣ ΣΥΡΙΑΚΗΣ ΜΥΣΤΙΚΗΣ: ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ΚΥΠΡΟΥ Ή ΙΩΑΝΝΗΣ ΛΥΚΟΠΟΛΕΩΣ;
ΣΤΙΣ ΑΠΑΡΧΕΣ ΤΗΣ ΣΥΡΙΑΚΗΣ ΜΥΣΤΙΚΗΣ: ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ΚΥΠΡΟΥ Ή ΙΩΑΝΝΗΣ ΛΥΚΟΠΟΛΕΩΣ;
ΧΩΡΙΣ ΜΕΤΑΝΟΙΑ ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ ΠΡΟΣΕΥΧΗ.
ΕΝΑΙ ΠΡΟΥΠΟΘΕΣΗ.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου