Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Η «Ανθρωπολογική στροφή» στην Θεολογία κατά τον Κάρλ Ράνερ - Alfredo Marranzini. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Η «Ανθρωπολογική στροφή» στην Θεολογία κατά τον Κάρλ Ράνερ - Alfredo Marranzini. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 10 Ιουλίου 2026

Η «Ανθρωπολογική στροφή» στην Θεολογία κατά τον Κάρλ Ράνερ (4)

 Συνέχεια από : Πέμπτη 28 Μαίου 2026

Του Alfredo Marranzini.

Η χρησιμότης της «στροφής»

Κατ’ αρχάς θα είναι πιο εύκολο να αποκτήσουμε μια πειστική ιδέα της προόδου της αποκαλύψεως στον καταθέτη της, τον προφήτη. Ενώ λοιπόν η παρουσίασή του συνήθως φαίνεται να μας τοποθετεί απέναντι σε ένα θαύμα, έτσι ώστε να μην γίνεται κατανοητός πλέον ο παραλληλισμός που αυτή η πρόοδος παρουσιάζει με ανάλογα φαινόμενα άλλων θρησκειών, η ανθρωπολογική μέθοδος μας δείχνει τον άνθρωπο σαν το ιστορικό όν, το οποίο είναι εις θέσιν, λόγω της πιο εσωτερικής του συστάσεως, να ακούσει, να δεχθεί, μια πιθανή ιστορική αποκάλυψη του θεού, σαν το ον το οποίο μέσα στην ιστορία του πρέπει να στέκεται συνεχώς με το αυτί τεντωμένο για να ακούσει τον πιθανό λόγο του θεού [Αυτάρες μου, σαν τού Βούδα, να κρέμονται μέχρι την μέση].
Το αποκαλυπτικό μήνυμα πρέπει να είναι αναγκαίως ιστορικό και επομένως μπορεί να επαληθευθεί μόνον στην ιστορία του ανθρώπου σαν ένα μοναδικό γεγονός, ανεπανάληπτο, χωρίς καμία δυνατότητα παραγωγής του από τα χαμηλά, από κάτω, ή προϊόντος υπολογισμού. Ο Λόγος του Θεού μπορεί να είναι αντικείμενο προσλήψεως;;; και πίστεως εκ μέρους του ανθρώπου.
Χειριζόμενη στην συνέχεια την ιστορία της σωτηρίας που είναι απαραίτητη στον άνθρωπο, η θεολογία δεν μπορεί να περιοριστεί στην αφήγηση των πιο σημαντικών γεγονότων, πρέπει επίσης να χαράξει την ιστορικο-σωτηριώδη διάσταση, που είναι απροϋπόθετη και υπερβατική, στην οποία ο άνθρωπος βρίσκεται να ζει ιστορικά.
Μια θεολογία της Ιστορίας της σωτηρίας και της υπερβατικής ιστορικότητος του ανθρώπου απέναντι στην σωτηρία είναι απαραίτητη για να μπορέσουμε να έχουμε μια Εκκλησιολογία μοντέρνα και δυναμική. Αντιθέτως η δογματική εκκλησιολογία δεν αναφέρει τίποτε σχεδόν για την εσχατολογική τοποθέτηση της Εκκλησίας στην Ιστορία της σωτηρίας, που είναι τόσο απαραίτητη για την κατανόηση;;; της ουσίας της!
 
Η σπουδαιότης της υπερβατικής μεθόδου υπογραμμίζεται από τον Ράνερ για την διασάφηση των σχέσεων ανάμεσα στην ανθρωπολογική θεολογία και την Χριστολογία. Στο παρελθόν προϋποτίθετο ήδη τι πράγμα ήταν ο άνθρωπος, όταν γινόταν προσπάθεια να αποδειχθεί ότι ο Χριστός είναι ο αληθινός άνθρωπος, μάλιστα δε ο ιδανικός άνθρωπος. Κάνοντας την ανθρωπολογία να προηγείται της Χριστολογίας δεν γινόταν κατανοητό ότι στην ανθρωπολογία είχαν τοποθετηθεί στοιχεία που μπορούν να γίνουν γνωστά μόνον παίρνοντάς τα από την Χριστολογία. Και πράγματι δεν κατανοείται σωστά τι σημαίνει: «ο Λόγος ενσαρκώθηκε», εάν η ενσάρκωση γίνεται κατανοητή μόνον σαν πρόσληψη μιας πραγματικότητος η οποία δεν διαθέτει καμμία εσωτερική σχέση με αυτόν που την προσλαμβάνει και θα μπορούσε άλλο τόσο καλά να ανταλλαγεί με κάτι άλλο. Έτσι λοιπόν η ανθρωπότης του Χριστού δεν είναι μόνον το εξωτερικό και ορατό όργανο, με το οποίο φανερώνεται ένας θεός που παραμένει αόρατος, αλλά αυτό που ο θεός ο ίδιος, παραμένοντας θεός, γίνεται, όταν από αγάπη φανερώνεται στην διάσταση του μη-θεϊκού.
Παρότι λοιπόν είναι προφανές (;) πως ο θεός θα είχε μπορέσει να δημιουργήσει τον κόσμο χωρίς την ενσάρκωση, στην πραγματικότητα η δυνατότητα της δημιουργίας βασίζεται στην πιο ριζική και πρωτογενή δυνατότητα της αυτό-ξενώσεως του θεού (αυτό-αλλοτριώσεως), στην δυνατότητα να γίνει αυτός ο Ίδιος Ιστορία μέσω της ενσαρκώσεως του θείου Λόγου. Ο άνθρωπος θα μπορούσε τότε να προσδιοριστεί σαν «την δυνατή ετερότητα της αυτό-αλλοτριώσεως του θεού και ο εν δυνάμει αδελφός του Χριστού». Ο εν δυνάμει αντικειμενικός σκοπός για την υποστατική ένωση και για την χάρη είναι η ίδια η φύσις του ανθρώπου, η οποία έγινε γνωστή μέσω της ενέργειας της χάριτος και μέσω της ενεργεία ενσαρκώσεως του Λόγου. Στον Χριστό, ο άνθρωπος-θεός, βρίσκονται και φανερώνονται στην Ιστορία το θεμέλιο και ο κανόνας αυτού που είναι ο άνθρωπος. Σε Αυτόν ο άνθρωπος είναι ριζικά νομιμοποιημένος και απολύτως εξουσιοδοτημένος να προσλάβει όλη του την Φύση με όλα όσα περιέχει. «Στον Χριστό… η Φύση σώζεται καθοριστικά και απόλυτα και τότε ακριβώς επανέρχεται στον εαυτό της και φανερώνεται για τον άνθρωπο». Αποκαλύπτοντας σε μας ο Θεός, στον Ιησού της Ναζαρέτ, το μυστήριό του σε μια απόλυτη γειτνίαση, γίνεται επίσης και αποδεκτό στην απειρία του το μυστήριο που είμαστε εμείς. Ξεκινώντας από τον θεό και από τον άνθρωπο, η Χριστολογία φανερώνεται σαν ο πιο ολοκληρωμένος επίλογος της θεολογικής ανθρωπολογίας, διότι εάν ο άνθρωπος είναι ελεύθερος ακροατής της φωνής του θεού, στον Άνθρωπο-Θεος, αυτός που μιλά και αυτός στον οποίο απευθύνεται ο λόγος ταυτίζονται. [ΤΕΛΕΙΩΣΕΣ; ΕΥΧΑΡΙΣΤΗΘΗΚΕΣ;Απίστευτα πράγματα. Ούτε οι πιο σκοτεινοί λογισμοί δεν φτάνουν σε τέτοια συμπεράσματα].
 
Αλλά όμως, σημειώνει ο Ράνερ, όσο και αν η θεολογική ανθρωπολογία πρέπει να έχει σαν κριτήριο την Χριστολογία, δεν είναι προς το συμφέρον να διαγράψουμε την ανθρωπολογία σε μία μοναδική κατεύθυνση ξεκινώντας από την Χριστολογία. Διότι εμείς συναντούμε τον Χριστό, κορυφή της ενώσεως ανάμεσα στον θεό και τον άνθρωπο, στα πλαίσια της Ιστορίας μας [να και η θέωση, να ζήσουμε], στην οποία πριν από την ενσάρκωση αποκτούμε την εμπειρία του ανθρώπου και γνωρίζουμε κάτι από αυτόν, έτσι ώστε συναντώντας τον Χριστό γνωρίζουμε ήδη πως είναι ένας άνθρωπος. [Σκοτεινή σκέψη. Αυτή την γνώση είχε ο όχλος και τον σταύρωσε. Δεν ήταν προς το συμφέρον του].
Ανάμεσα στις διάφορες προσπάθειες να εισαχθεί η ανθρωπολογία στο δόγμα (στα μυστήρια, στην αγγελολογία, την πρωτολογία, την εσχατολογία κ.τ.λ.) [έγινε ένα καλό ξεσκόνισμα, διότι το δόγμα της Καθολικής Εκκλησίας είναι άχρηστο, εφόσον είναι ενσαρκωμένο στον Πάπα], και στην ηθική, ξεχωρίζει εκείνο που αφορά το Τριαδικό μυστήριο.
Μπρος στην καθαρά αντικειμενοποιημένη έκθεση της Τριάδος [που στην πραγματικότητα είναι η Οικονομική Τριάδα, η θέλησί Της], που περιέχεται στα δογματικά εγχειρίδια, ο σημερινός άνθρωπος ζητά το νόημά της [την υποκειμενική μετοχή], τι πράγμα μπορεί αυτός να κατανοήσει  και γιατί του απεκαλύφθη για την Σωτηρία του.[ΓΙΑΤΙ ΜΟΥ ΤΑ ΛΕΣ ΟΛΑ ΑΥΤΑ ΤΩΡΑ; Η ΚΡΙΣΙΜΗ ΕΡΩΤΗΣΗ ΤΟΥ ΜΟΝΤΕΡΝΙΣΜΟΥ ΣΤΟΝ ΚΥΡΙΟ] [Ο Χριστός είναι η αποκάλυψη του Θεού, πότε και της Αγίας Τριάδος, ο Ίδιος δεν είναι Θεός. Η Ενσάρκωση είναι ο θαυμαστός σχεδιασμός ενός μαγνητοφώνου, που μετέφερε ζωντανά, σαν πρόσωπο, στην Ιστορία, το μήνυμα του Θεού, προς τον άνθρωπο. Με τέτοιους πιστούς να ενωθούμε αμέσως. Το αξίζουν. Εξάλλου ζητάνε την αλήθεια από μας με αγωνία. Δεν βγάζουν κανένα συμπέρασμα πριν συμφωνήσει ο Βαρθολομαίος, ο μέγας Γέρων, του Οικουμενισμού. Όταν θέλουν να “πειράξουν” τον γέροντά τους μερικές φορές οι καλόγεροι, αστειευόμενοι του λένε: Γέροντα, έκανα αυτό, έχει ευλογία;]. Σε αυτόν (τον σημερινό άνθρωπο) λοιπόν μοιάζει σαν όλα, στο δόγμα, να εξαντλούνται σε ένα λεπτό διαλεκτικό παιχνίδι εννοιών, σε μια ραψωδική τοποθέτηση ξεκομμένων εκφράσεων, σε μια λιτανεία διαφορετικών φράσεων. Για να λύσει τις αμφιβολίες του και την αμηχανία του δεν αρκεί να του πούμε πως βρισκόμαστε απέναντι σε ένα μυστήριο ή πως το τριαδικό δόγμα είναι απαραίτητο σε κάθε δογματική πρόταση. Διότι πραγματικά δεν μπορούμε να μειώσουμε το μυστήριο σε μία διατύπωση ή σε ακατανόητους βερμπαλισμούς, στους οποίους πρέπει να υποταχθεί η νόησή μας, ούτε και μπορούμε να προϋποθέσουμε χωρίς κριτική πως κάθε;;; θείο πρόσωπο θα μπορούσε να ενώσει με τον εαυτό του υποστατικά μια ανθρώπινη Φύση. [ΑΥΤΗ Η ΔΥΝΑΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΧΡΙΣΤΟΛΟΓΙΑΣ Η ΟΠΟΙΑ ΑΠΟΚΑΛΥΨΕ ΤΗΝ ΕΝΩΣΗ ΜΕ ΤΗΝ ΦΥΣΗ ΜΑΣ ΥΠΟΣΤΑΤΙΚΑ ΛΕΙΤΟΥΡΓΗΣΕ ΣΑΝ ΒΑΣΗ ΤΟΥ ΝΕΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ, ΤΟ ΥΒΡΙΔΙΟ ΜΕ ΤΗΝ ΤΕΧΝΗΤΗ ΝΟΗΜΟΣΥΝΗ Η ΟΠΟΙΑ ΕΡΧΕΤΑΙ ΣΑΝ ΤΟΝ ΑΠΡΙΛΗ] Εφαρμόζοντας όμως την ανθρωπολογική μέθοδο το μυστήριο παραμένει(;), αλλά είμαστε σε θέση να το εξηγήσουμε και να το εμβαθύνουμε έτσι ώστε πολλά πράγματα να γίνουν πιο κατανοητά
. ΕΑΝ Η ΕΝΥΠΑΡΧΟΥΣΑ (immanent) ΤΡΙΑΔΑ ΚΑΙ Η ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΤΡΙΑΔΑ ΤΑΥΤΙΖΟΝΤΑΙ ΜΕ ΑΠΟΛΥΤΟ ΤΡΟΠΟ [η ενυπάρχουσα Τριάδα είναι το κατ’ εικόνα θεωρούμενο. Όλη η ανθρωπολογία στηρίζεται στην φιλοσοφία της Ταυτότητος, την ουσία του Γερμανικού Ιδεαλισμού, μπασταρδεμένο παιδί της κριτικής φιλοσοφίας του Kant (ξέρουμε άραγε τι σημαίνει Kant, στα Αγγλικά;) από όπου προέρχεται και η αγωνιώδης προσπάθεια ευρέσεως της ταυτότητός μας από την Νέο-ορθοδοξία. Για να γίνουμε συνειδητοί Χριστιανοί, χωρίς να έχουμε γίνει πριν, Χριστιανοί. Για να αγαπάμε τον πλησίον, χωρίς να έχουμε αγαπήσει τον Κύριο. Για να επιβάλλουμε ΚΑΝΟΝΕΣ, χωρίς να έχουμε τηρήσει τις εντολές Του. Έτσι ο Βαρθολομαίος το παίζει συνειδητός Πατριάρχης και ο Ζηζιούλας συνειδητός Επίσκοπος]. ΛΟΓΩ ΤΗΣ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑΣ ΠΟΥ ΠΡΑΓΜΑΤΟΠΟΙΗΣΕ Ο ΘΕΟΣ ΜΕ ΤΟΝ ΕΑΥΤΟ ΤΟΥ ΣΤΗΝ «ΑΚΤΙΣΤΟ» ΧΑΡΗ, τότε μπορούμε να προσπαθήσουμε την πρόσβαση στο Τριαδικό δόγμα στην Ιστορική εμπειρία, της πίστεως και της σωτηρίας, του Ιησού και του πνεύματός του μέσα μας! [Τα παιδιά του Αυγουστίνου.Πιό διάσημα από τά παιδιά του Πειραιά. Σκέψεις από το Περί Τριάδος του Αυγουστίνου].
Για να πραγματοποιήσουμε τον σκοπό μας χρειάζονται μερικές εισαγωγικές σκέψεις. Η σχέση μας με τον Θεό, θεμελιωμένη από την Χάρη, ολοκληρώνεται στον Θεό,ο οποίος δέν είναι ποτέ απολύτως κατανοητός, και αυτή η σχέση μετέχεται μέσω της απολύτου εκφράσεως που επιτυγχάνει ο θεός, του εαυτού του, στον Χριστό, με έναν ιστορικά επιβεβαιωμένο τρόπο. Αυτή η αυτοέκφραση, χωρίς να χάνει τον χαρακτήρα της απολύτου θεότητος, διαπερνά πραγματικά σαν αγάπη μέχρι τα βαθύτερα και πιο αυθεντικά επίπεδα της συγκεκριμένης μας υπάρξεως.
Αυτή η τριαδική δομή της σχέσεώς μας με τον θεό μέσω της Χάριτος αποδίδεται και κηρύττεται και στον θεό καθεαυτό λόγω της θείας αυτομετοχής. «Ο ένας θεός μετέχει του εαυτού του [πετυχημένη έκφραση ο ποιητής] σαν απόλυτη έκφραση και απόλυτο δώρο της αγάπης. Η επικοινωνία (αυτό είναι το απόλυτο μυστήριο αποκαλυμμένο μόνον στον Χριστό) [η ενσάρκωση είναι αποκάλυψη, μήνυμα και ενώ οι αρχαίοι αιρετικοί δεν μπορούσαν να δεχθούν τον θεό άνθρωπο, και δίδασκαν μια φαινομενική ενσάρκωση του θεού, οι σύγχρονοι δεν μπορούν να δεχθούν την πτώση, και την μεταμόρφωση του ανθρώπου και διδάσκουν την αποθέωση του ανθρώπου, την αποκάλυψη του καθ’ ομοίωσιν θεού και ανθρώπου], είναι στ’ αλήθεια αυτοεπικοινωνία, δηλαδή ο θεός δεν καθιστά μόνον συμμέτοχο του εαυτού του, δημιουργώντας και δωρίζοντας πεπερασμένες πραγματικότητες, μέσω της παντοδύναμής του επαρκούς αιτιότητος αλλά σε μια αιτιότητα φορμάλε σχεδόν, δίνει στα αλήθεια και με την πιο στενή σημασία του όρου, τον εαυτό του…». Αυτή η έκθεση, σημειώνει ο Ράνερ, μας γλιτώνει από την εντύπωση να βρεθούμε απέναντι σε μια λεπτή εννοιολογική διαλεκτική μόνον και μας επιτρέπει να κατανοήσουμε γιατί το μυστήριο έπρεπε να αποκαλυφθεί όταν είχε κατακτηθεί καθαρά η επίγνωση της αλήθειας, σύμφωνα με την οποία το δώρο της Χάριτος, τελικώς, δεν είναι ένα δώρο που δίνεται από τον θεό μέσω του θεού, αλλά ο Ίδιος ο θεός [κατ’ ουσίαν].
«Έτσι λοιπόν δεν είναι ένα μειονέκτημα εάν αυτή η αντίληψη της Τριάδος δεν επιτρέπει τον καθορισμό σαν μια απλή οικειοποίηση της σχέσεως της χάριτος που μας συνδέει με τα τρία πρόσωπα της Αγίας Τριάδος, και εάν η ενσάρκωση και η θέωση του ανθρώπου μέσω της χάριτος βρίσκονται μεταξύ τους σε μια πιο στενή σχέση από αυτή που διδάσκει συνήθως η δογματική θεολογία.
Το γεγονός πως αυτή η σύλληψη εμποδίζει ήδη εκ των προτέρων την εντύπωση… πως κάθε “πρόσωπο” θείο διαθέτει ένα δικό του κέντρο συνειδήσεως στην γνώση και στην ελευθερία και πως αυτό ακριβώς είναι το αυθεντικό νόημα του όρου “πρόσωπο” ακόμη και στο τριαδικό δόγμα, επιτρέπει μόνον να ξεχωρίσει πιο καθαρά η χρησιμότης της προοπτικής του τριαδικού δόγματος στο οποίο αναφερθήκαμε».
 
(Συνεχίζεται)
 
ΓΙΑ ΤΑ ΤΡΙΑ ΕΓΩ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΤΡΙΑΔΟΣ ΚΑΙ ΤΗΝ ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΠΡΟΣΩΠΩΝ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ ΣΤΟΝ ΖΗΖΙΟΥΛΑ ΚΑΙ ΣΤΟΝ ΓΙΑΝΝΑΡΑ. 
Ο ΝΕΟΣ ΘΕΟΣ ΤΗΣ ΝΕΑΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΜΕ ΤΗΝ ΑΝΘΡΩΠΟΛΟΓΙΚΗ ΣΤΡΟΦΗ ΚΑΙ ΣΥΣΤΡΟΦΗ ΚΑΤΟΡΘΩΣΕ ΤΗΝ ΔΕΥΤΕΡΑ ΠΑΡΟΥΣΙΑ. ΔΗΜΙΟΥΡΓΗΘΗΚΕ ΚΑΤ' ΕΙΚΟΝΑ ΚΑΙ ΟΜΟΙΩΣΗ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ Ο ΟΠΟΙΟΣ ΕΧΕΙ ΩΤΑ ΜΕΓΑΛΑ ΓΙΑ ΝΑ ΑΚΟΥΕΙ.(ΚΑΛΗ ΚΛΑΣΣΙΚΗ ΜΟΥΣΙΚΗ;;;ΜΟΤΣΑΡΤ!)

Πέμπτη 28 Μαΐου 2026

Η «Ανθρωπολογική στροφή» στην Θεολογία κατά τον Κάρλ Ράνερ (3)

  Συνέχεια από : Σάββατο 23 Μαίου 2026

Του Alfredo Marranzini.

Η αναγκαιότητα της «στροφής»

Η ανθρωπολογικο-υπερβατική σύσταση της θεολογίας, φαίνεται αναγκαία στον Ράνερ. Ιδιαιτέρως για λόγους που προκύπτουν από την φύση της ίδιας της θεολογίας και του αντικειμένου της. Διότι πράγματι σε κάθε πνευματική γνώση, συμπεριλαμβανομένης και της θεολογικής, κάθε έρευνα στο αντικείμενο αφορά και το υποκείμενο. Παρότι δε αυτή η αδιάκοπη σύνδεση ανάμεσα σε αντικείμενο και υποκείμενο δεν πρέπει να εκφράζεται αναγκαίως και δεν πρέπει κάθε επιστήμη να αντικατοπτρίζει τους τρόπους της υπάρξεώς της και την σύσταση του υποκειμένου της, αυτό απαιτείται αναγκαίως στην φιλοσοφία και στην θεωρητική θεολογία. Για να έχουμε έναν αληθινό φιλοσοφικό στοχασμό πάνω σε ένα συγκεκριμένο αντικείμενο, πρέπει να εισαχθεί στο σύνολο της πραγματικότητος και της αλήθειας και πρέπει να εξερευνηθούν στο υποκείμενο, ο ορίζοντας και οι δομές που καθιστούν δυνατή την γνώση.
Με τον ίδιο τρόπο μπορούμε να θέσουμε ένα αληθινό θεολογικό πρόβλημα μόνον όταν συλλαμβάνεται το ξεχωριστό αντικείμενο σε μια προοπτική που ξεκινά από τον θεό και φτάνει τελικά στον θεό. «Ο θεός όμως δεν είναι ένα αντικείμενο δίπλα σε άλλα μέσα στο απροϋπόθετο πλαίσιο (εκ των προτέρων, a priori έννοιες, έμφυτες) της ανθρώπινης εμπειρίας, αλλά το πρωτογενές θεμέλιο και το απόλυτο μέλλον κάθε πραγματικότητος. Σαν τέτοιο μπορεί να γίνει κατανοητό μόνον σαν το απόλυτο σημείο αναφοράς της υπερβατικότητος του ανθρώπου. Επομένως κάθε θεολογία είναι αναγκαίως υπερβατική ανθρωπολογία».
Αυτό ισχύει και για την θεολογία της αποκαλύψεως, η οποία περιέχει εις εαυτή, σαν στιγμή και συνθήκη της δυνατότητός της, το άπειρο υπερβατικό πλαίσιο του ανθρωπίνου πνεύματος, ξεκινώντας από το οποίο και μόνον μπορεί να γίνει κατανοητός στην ολότητά του ένας λόγος για τον θεό. Διότι η αποκάλυψη γνωρίζει στον άνθρωπο την Σωτηρία του, ένα ιστορικό γεγονός που αγκαλιάζει, λόγω της ουσίας του, την αυθεντική του φύση, ικανή πλέον της τελειωτικής της πραγματώσεως ή της ανεπανόρθωτης καταστροφή της.
Η θεολογία λοιπόν που είναι η επιστήμη της αποκαλύψεως, μπορεί να τονίσει την σωτηριώδη σπουδαιότητα κάθε αντικειμένου της πίστεως, μόνον και μόνον ερευνώντας την ικανότητα του ανθρώπου να δεχθεί την σωτηρία μέσω αυτής.
Σε αυτό ας προσθέσουμε πως, καθόσον, σύμφωνα με την 2η Βατικάνειο Σύνοδο, υπέρχει μία Ιεραρχία ανάμεσα στις αλήθειες της πίστεως, υπάρχει μέσα στη ίδια την πίστη ένας εσώτατος πυρήνας, στον οποίο κάθε άλλη πραγματικότης και διαβεβαίωση πρέπει να αναφερθεί. Αυτός ο πυρήνας είναι μόνον ο θεός Μονάς και Τριάς, ο οποίος εν Χριστώ μας σώζει κοινωνώντας μας την ζωή Του μέσω της Χάριτος. Επομένως το Τριαδικό μυστήριο, το μυστήριο του Χριστού «αποκορύφωμα της αυτοεπικοινωνίας ή αυτοκοινωνίας [Γι’ άλλη μια φορά παρουσιάζεται η παντελής έλλειψη της Θεοτόκου] του θεού στον κόσμο» και το μυστήριο της Χάριτος αλληλοδιασταυρώνονται. Δεν είναι δυνατόν λοιπόν να ομιλούμε με κατάλληλο τρόπο για την Χάρη χωρίς να χρησιμοποιήσουμε ανθρωπολογικές και υπερβατικές κατηγορίες. Αυτή η Χάρις, πράγματι, είναι ένας καθορισμός του πνευματικού υποκειμένου, που θέτει σε άμεση σχέση με τον θεό, μία απόλυτη πραγματοποίηση της ίδιας της υπερβατικότητος του ανθρώπου, ένα κατόρθωμα που γίνεται εφικτό από τον θεό, μέσω της αυτοκοινωνίας.
Η υπερβατική «στροφή» της θεολογίας της Χάριτος, σε τελική ανάλυση, καλύπτει όλη την θεολογία, βασισμένης στο Τριαδικό και Χριστολογικό μυστήριο, ώστε να παρουσιάζεται σήμερα μαζί με όλες τις άλλες αλήθειες της πίστεως σε ανθρωπολογικο-υπερβατικές κατηγορίεςΜόνον με αυτήν την προϋπόθεση η θεολογία μπορεί να απαντήσει στον μοντέρνο άνθρωπο, όταν αναρωτιέται εάν αυτή η μεγάλη συζήτηση περί θεώσεως, υιοθεσίας, θείας εγκατοικίσεως κ.τ.λ. δεν είναι τίποτε άλλο στην πραγματικότητα από εννοιολογικό λυρισμό και εύκολη μυθολογία.
Σε αυτό το σημείο ο Ράνερ δεν μπορεί παρά να αναρωτηθεί πως και γιατί οι κατηγορίες και η ανθρωπολογικο-υπερβατική μέθοδος, που προέρχονται από την ίδια την φύση της θεολογίας, που είναι τόσο απαραίτητες σε αυτή, δεν εμφανίστηκαν από το ξεκίνημα της υπάρξεώς της.[ΑΡΓΟΥΣΕ Ο ΠΡΟΤΕΣΤΑΝΤΙΣΜΟΣ]
Και δεν διστάζει να απαντήσει πως τουλάχιστον από τον Ακινάτη, η υπερβατική μέθοδος είναι παρούσα και ενεργός σε όλη την θεολογία παρότι με διαφορετική ένταση. [Αυτή την μέθοδο εισήγαγε ο Γιανναράς και υιοθετήθηκε από ΟΛΟΥΣ με ευχαρίστηση, διότι καταργούσε την θεοπτία σαν θεμέλιο της θεολογίας, την θεολογία σαν καρπό προσευχής]. Εξάλλου, ανεξαρτήτως του παρελθόντος της, αυτή η μέθοδος απαιτείται από την σημερινή πολιτισμική κατάσταση. Διότι παρότι ο Πλάτων και ο Αριστοτέλης και ο Ακινάτης παραμένουν πάντοτε επίκαιροι και ικανοί να μας πουν ακόμη κάτι «μοντέρνο», η φιλοσοφία μας και η θεολογία μας δεν μπορούν να απεμπολήσουν την αυτοσυνειδησία του ανθρώπου, όπως εκφράζεται στην φιλοσοφία και καθορίστηκε από την ανθρωπολογική στροφή που τρέχει σήμερα, από τον Καρτέσιο μέχρι τον Κάντ, από τον Γερμανικό Ιδεαλισμό στην φαινομενολογία, από τον υπαρξισμό και την θεμελιώδη σημερινή οντολογία. Αυτή η φιλοσοφία είναι βαθύτατα α-χριστιανική, διότι σε αυτή το υποκείμενο αυτονομείται, αποκλειόμενο στην υπερβατική εμπειρία που το παραπέμπει συνεχώς σε μια καταγωγή και σε μια μοίρα [ίσως σε προορισμό]. Περιέχει όμως περισσότερα χριστιανικά στοιχεία από όσα παραδέχτηκαν όσοι, βασιζόμενοι στην νεοσχολαστική φιλοσοφία, την έθεσαν σε κριτική, και μπορεί να βοηθήσει τα μέγιστα, στην κατανόηση του εσωτερικού διχασμού του ανθρώπου, που μας φανερώνει η θεολογία τόσο στην τραγικότητά του, όσο και στην δυνατότητά του να σωθεί εν Χριστώ.
Παρότι λοιπόν σε μερικούς πέρασε η ιδέα πως η μοντέρνα εποχή με την ανθρωπολογική της φιλοσοφία έφτασε στην δύση της, είναι σίγουρο πως θα γίνει αισθητή η επιρροή της και στην αυριανή σκέψη, η οποία θα συνεχίσει να έχει σαν βασικό της θέμα τον άνθρωπο και την ύπαρξή του, τόσο σαν δικό του σχέδιο επιβίωσης μέσα σε κάποια όρια, όσο και σαν ουσία εσωτερικώς σχετιζόμενη στο απρόβλεπτο και στο αδιάθετο. Η χριστιανική φιλοσοφία και θεολογία δεν μπορούν να συνεχίσουν να χάνουν, όπως έγινε στο παρελθόν, την ζωντανή επαφή με την φιλοσοφία, η οποία ασχολείται κυρίως με προβλήματα που αφορούν την ελπίδα, την κριτική των ιδεολογιών, τις νέες μορφές της ελευθερίας μέσα σε νέους κοινωνικούς δεσμούς, την εμπειρία του θεού μέσω της εμπειρίας του προγραμματισμού που υποβάλλει ο άνθρωπος τον εαυτό του, κ.τ.λ.
Ο σημερινός άνθρωπος θεωρεί μυθικές τις πολυπληθείς θεολογικές επιβεβαιώσεις και σκέπτεται πως δεν μπορεί πλέον να πιστέψει στα σοβαρά. Οι αιτίες αυτής της αντιλήψεως δεν είναι μόνον η μικρή γνώση της αλήθειας της πίστεως, η μικρή διαθεσιμότης να συμφωνήσουμε με την αποκάλυψη ή ο μυστηριώδης χαρακτήρας του περιεχομένου της. Πρέπει να αναγνωρίσουμε με ειλικρίνεια πως οι θεολογικοί καθορισμοί δεν διατυπώνονται με τέτοιο τρόπο ώστε να μπορεί να αναγνωρίσει ο άνθρωπος με ποιον τρόπο αυτό που βεβαιώνεται σε αυτές, συνδέεται με την προφάνεια που είναι δυνατόν να κατορθώσει στην ανθρώπινη εμπειρία του.
Οπωσδήποτε δεν μπορούμε να απαιτήσουμε πως όλες οι θεολογικές προτάσεις πρέπει να αντλούνται αποκλειστικά από αυτή την αυτοεμπειρία του ανθρώπου μέσα από ένα απλό λογικό συμπέρασμα ή μια λογική εξήγηση. Δεν μπορούμε ούτε να αρνηθούμε όμως σχέσεις αντιστοιχίας και περισσότερο μια σχέση που συστήνεται λόγω του γεγονότος ότι η «Φύση» καθότι πρόσωπο πνευματικό, προσωπικό και υπερβατικό, είναι μια εσωτερική στιγμή αναγκαία αν όχι στην χάρη εάν την εκλάβουμε αφηρημένα, τουλάχιστον στην πραγματοποίησή της και στην πρόοδο την οποία μπορούμε να έχουμε.
Όποιος ανακαλύπτει αυτούς τους δεσμούς και τους ερμηνεύει σαν απαιτήσεις που επιβάλλονται από το περιεχόμενο, εάν κατανοηθούν σωστά, οι δογματικές αποφάνσεις, μπορεί να διεισδύσει πιο βαθιά στην σημασία, να τις ξεκαθαρίσει από ασάφειες, από ακατάλληλα αντιπροσωπευτικά σχήματα και από συνέπειες αδικαιολόγητες και να τις παρουσιάσει με πιο πειστικό τρόπο από απόψεως διδακτικής και παιδαγωγικής. Η ανακάλυψη των δεσμών αυτών ανάμεσα στα περιεχόμενα των δογματικών αποφάνσεων κει εκείνα της εμπειρίας που έχει ο άνθρωπος του εαυτού του, αποτελεί την «στροφή» προς την ανθρωπολογικο-υπερβατική μέθοδο, που φέρει μαζί της αναμφίβολα πλεονεκτήματα για την θεολογική εργασία.

(Συνεχίζεται)

 
ΤΟ ΥΠΕΡΒΑΤΙΚΟ ΕΓΩ ΚΑΙ ΠΑΣΗΣ ΟΙΚΟΥΜΕΝΗΣ. 
ΤΟ ΥΠΟΚΕΙΜΕΝΟ ΘΕΜΕΛΙΟ ΤΟΥ ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΟΥ.
 
Αμέθυστος

Σάββατο 23 Μαΐου 2026

Η «Ανθρωπολογική στροφή» στην Θεολογία κατά τον Κάρλ Ράνερ (2)

  Συνέχεια απο : Σάββατο 9 Μαίου 2026

Η «Ανθρωπολογική στροφή» στην Θεολογία κατά τον Κάρλ Ράνερ.
Του Alfredo Marranzini.

Το καλοκαίρι του 1937, προσκαλεσμένος να δώσει, στις πανεπιστημιακές εβδομάδες του Salisburgo, δέκα πέντε μαθήματα στο θεμέλιο μίας φιλοσοφίας της θρησκείας, ο Ράνερ είχε την ευκαιρία να μελετήσει την θέση του ανθρώπου απέναντι στην αποκάλυψη και να συνθέσει τα συμπεράσματα του σε έναν τόμο με τον τίτλο: «Ακροατές του Λόγου». Και σ’αυτό του το έργο θέλει να είναι πιστός στην θωμιστική σκέψη και προσεκτικός στις προκλήσεις της συγχρόνου φιλοσοφίας. Μάλιστα, θα σημειώσει αργότερα: «Και στην μοντέρνα φιλοσοφία υπάρχει μία σειρά από κλασσικούς (Καρτέσιος, Λάϊμπνιτς, Κάντ, Φίχτε, Σέλλινγκ, Χέγκελ, Σοπενάουερ, Νίτσε, Κίρκεγκαρντ. Κ.τ.λ.) η σκέψη των οποίων, προερχόμενη από το πνευματικό ρήγμα της μοντέρνας εποχής, είναι μίας τέτοιας πρωτοτυπίας, ζωτικότητος και βάθους, ώστε μία επαφή μ’αυτή θα μπορούσε να είναι αναγκαία και να ωφελήσει μία φιλοσοφία ζωντανή και σύγχρονη. Αυτό δεν απαιτεί από τον Χριστιανό φιλόσοφο την αποδοχή οποιουδήποτε λάθους, αλλά θα τον υποχρέωνε να οικοδομήσει το σύστημα του με νέο και πρωτότυπο τρόπο, να ξεπεράσει κάθε στερεότυπο φορμαλισμό και κάθε βερμπαλισμό, να ξαναδεί τα προβλήματα που είναι διαχρονικώς νέα και να μάθει να μεταφράζει την γλώσσα μίας φιλοσοφίας σε εκείνη των άλλων».

Στο Ακροατές του Λόγου, ο Ράνερ, λαμβάνοντας υπ’όψιν ξεχωριστές δραστηριότητες της ανθρώπινης υπάρξεως, την γνώση και την βούληση, δεν προτίθεται να εξαντλήσει την ανάλυση της ζωής μας πάνω στην γή σε όλο της το εύρος και το βάθος. Αντίθετα από κάθε μορφή υπαρξισμού δεν αποδέχεται μία απλή ύπαρξη η οποία μπορεί να διαχωριστεί από την ουσία, ούτε μία βασική οντολογία η οποία καταργεί την γενική οντολογία. Στην ανθρωπολογία του, παρότι ξεκινά κατά κάποιο τρόπο από την εννοιολόγηση του ανθρώπου εκ μέρους του Μάξ Σέλερ, την αναπτύσσει με ανεξαρτησία και εφαρμόζει σε όλη τους την δυναμικότητα φιλοσοφικές αρχές του Θωμισμού. Αντιμετωπίζει όπως και πολλοί άλλοι το αποφασιστικό ερώτημα της υπαρξιστικής ανθρωπολογίας, αλλά δίνει μία λύση εντελώς διαφορετική: στο ενυπάρχον (immanent) άνοιγμα του ανθρώπου που υποστηρίζεται από τον Χάϊντεγκερ, αντιθέτει το δικό του άνοιγμα στο προσωπικό άπειρο. Στον παραλογισμό τού Είναι του Nicolai Hartmann αντικαθιστά την λογικότητα τού Είναι. Ενάντια σε κάθε τύπο αντιϊστορικής νοησιαρχίας θεωρεί αναντικατάστατη την ιστορικότητα σαν χαρακτηριστικό φαινόμενο του ανθρωπίνου πνεύματος και κάθε του πράξεως.
Αυτό το όραμα (θεωρία), ανοιχτό και στην πέραν του σχολαστικισμού σκέψη, καθιστά τον Ράνερ, ικανό να εντυπώσει στην Θεολογία την «ανθρωπολογική στροφή», η οποία δεν έχει ένα καθαρώς φιλοσοφικό κριτήριο, αλλά στηρίζεται στην αποκεκαλυμένη αλήθεια, στο κεντρικό μήνυμα του Ιησού, του Λόγου του Θεού, ο οποίος προσλαμβάνοντας το σώμα μας, θέλησε να μοιραστεί την μοίρα μας και την ιστορίας μας για να μας φανερώσει το Είναι μας.
 

Η ΣΤΡΟΦΗ ΚΑΘΕΑΥΤΗ.
 

Ανθρωπολογικές νύξεις βρίσκονται σπαρμένες σχεδόν σε όλα τα θεολογικά δοκίμια του Ράνερ, αλλά μία οργανική σχεδόν σύνθεση της αντιλήψεως του της «ανθρωπολογικής στροφής» βρίσκουμε στην διάλεξη του στο Σικάγο στις 31 Μαρτίου του 1966 και σε μία συμμετοχή του στον IV τόμο του Mysterium Salutis.
Για τον Ράνερ, η ανθρωπολογική τοποθέτηση της θεολογίας σημαίνει αρνητικώς, την απόρριψη της τακτικής να θεωρείται ο άνθρωπος σαν ένα θεολογικό θέμα, δίπλα σε τόσα άλλα, την διαβεβαίωση της δυνατότητος προσδιορισμών γύρω από τον Θεό που δεν είναι ταυτοχρόνως και προσδιορισμοί για τον άνθρωπο και αντιστρόφως, ή θα μπορούσαμε να πούμε «αυτοί οι προσδιορισμοί συνδέονται με το θέμα αλλά όχι με την γνώση του θέματος»
Η ανθρωπολογική τοποθέτηση σημαίνει θετικώς πώς αντιμετωπίζοντας κάθε θεολογικό επιχείρημα, σπουδάζονται μαζί οι αναγκαίες συνθήκες που είναι απαραίτητες για την γνώση του μέσα στο θεολογικό υποκείμενο, και αποδεικνύεται πώς υπάρχουν αυτές οι προαπαιτούμενες συνθήκες για την γνώση αυτού του υποκειμένου και  φανερώνεται πώς και γιατί αυτές εμπλέκουν ήδη καθεαυτές κάτι με το αντικείμενο και εντυπώνουν κάτι πάνω στο αντικείμενο, στον τρόπο, στην μέθοδο και στα όρια της γνώσης του.
Γενικώς, η ανθρωπολογικό-υπερβατική διατύπωση ενός θέματος δεν προϋποθέτει πώς το υλικό περιεχόμενο του αντικειμένου που ανακοινώνεται μπορεί να αντληθεί συμπερασματικά και ικανοποιητικά από τις υπερβατικές και υποκειμενικές συνθήκες της γνώσης του, ούτε πώς ένα τέτοιο περιεχόμενο, του οποίου αποκτούμε την εμπειρία μόνον εκ των υστέρων, είναι άνευ σημασίας για την ύπαρξη του υποκειμένου και για την αλήθεια της γνώσης του, ούτε πώς είναι μόνον υλικό αδιάφορο, στο οποίο το υποκείμενο αποκτά την εμπειρία της απροϋποθετης και αναγκαίας δικής του φύσεως.
Αυτό ισχύει ακόμη περισσότερο για την Θεολογική προβληματική και για την εφαρμογή της υπερβατικής μεθόδου στην Θεολογία. Έτσι είναι πολύ σημαντικό να κατανοηθεί ο άνθρωπος σαν ένα όν το οποίο κατευθύνεται, λόγω της υπερφυσικής του ιστορικής καταστάσεως, προς ένα Απόλυτο φορέα Σωτηρίας, και να υπολογισθεί πώς ο άνθρωπος πρέπει να συναντήσει τον Ιησού της Ναζαρέτ, όμως όλα αυτά δεν μπορούν να συναχθούν υπερβατολογικά. Διότι στην Θεολογία το εκ των προτέρων (a’priori) του υποκειμένου και το εκ των υστέρων (a’posteriori) του ιστορικού αντικειμένου βρίσκονται σε μία μοναδική και ιδιαίτερη σχέση.
Η τελευταία συνθήκη a’priori(εκ των προτέρων, απροϋπόθετη) της Θεολογικής γνώσεως μέσα στο υποκείμενο δηλαδή ή άκτιστη Χάρις, που είναι ο ίδιος ο Θεός, ο οποίος έχει επικοινωνήσει μαζί μας ελεύθερα, συνιστά το πραγματικό περιεχόμενο και το αντικειμενικό θεμέλιο της γνώσεως που γνωρίζεται εκ των υστέρων αλλά και αυτής της ίδιας της ιστορίας.

Συνεχίζεται
Αμέθυστος.

Σάββατο 9 Μαΐου 2026

Η «Ανθρωπολογική στροφή» στην Θεολογία κατά τον Κάρλ Ράνερ.(1)

 Η «Ανθρωπολογική στροφή» στην Θεολογία κατά τον Κάρλ Ράνερ.

Του Alfredo Marranzini.

Όποιος έχει διαβάσει έστω και μερικά θεολογικά δοκίμια του Κάρλ Ράνερ, έχει πιστοποιήσει με ευκολία σ’αυτά μία στοχαστική δύναμη πρωτότυπη και οξύτατη, η οποία επιθυμεί να παραμείνει πιστή στην παράδοση της Χριστιανικής σκέψης και ταυτοχρόνως ανοιχτή σε όλες τις προκλήσεις της συγχρόνου κουλτούρας! Αυτή η δύναμις κατευθύνεται προς την γονιμοποίηση και τον διαφωτισμό της Θεολογικής εργασίας, για να κάνει αποδεκτό στον σύγχρονο άνθρωπο, το μήνυμα της Θείας αποκαλύψεως.

Μιλώντας το 1963 στο Αννόβερο, ο Ράνερ, υπογράμμιζε πώς η «Χριστιανική Πίστη θα αφομοιωθεί σήμερα με έναν αθώο τρόπο, ουδέτερο και χωρίς καμία καταπίεση αυθεντικών προβλημάτων ή προπαρασκευασμένων αποφάσεων, συγχρόνων και νόμιμων, μόνον εάν, διατηρώντας ανέπαφο τον χαρακτήρα της αυθεντικής υπερφυσικής αποκαλύψεως του Θεού που επεμβαίνει ελεύθερα στην ιστορία, φανεί πώς είναι η μοναδική, ξεκάθαρη και πλήρης απάντηση του Θεού στο μοναδικό ερώτημα που η ύπαρξη του ανθρώπου θέτει καί είναι καθαυτή. Η πρόοδος και το περιεχόμενο της αποκαλύψεως, τα τόσο διαφορετικά στοιχεία που την αποτελούν και οι φάσεις αυτής της προόδου μέσα στην ιστορία, πρέπει να φανούν σε μία αληθινή και ξεκάθαρη ενότητα και απλότητα».

Από ποιόν πρέπει να ξεκινήσουμε όμως για να πραγματοποιήσουμε αυτή την ενοποίηση; Από τον Θεό ή από τον άνθρωπο; Η παραδοσιακή Θεολογία ξεκίνησε πάντοτε από τον Θεό για να εξηγήσει στον άνθρωπο το μυστήριο της και αφιέρωσε στην σπουδή του ανθρώπου μία εντελώς ιδιαίτερη ενασχόληση, την ανθρωπολογική Θεολογία. Ο ίδιος ο Ράνερ έγραψε πώς «μπορούμε να πούμε τι πράγμα είναι ο άνθρωπος μιλώντας μόνον για κάτι άλλο, για τον Θεό, δηλαδή όπως αυτός δεν είναι. Ο άνθρωπος είναι ξεκάθαρα ο σχετιζόμενος με τον Θεό και μόνον. Και γι’αυτό για να αποκτήσουμε μία ανθρωπολογία πρέπει να κάνουμε Θεολογία. Ο άνθρωπος είναι για τον εαυτό του ένα μυστήριο που συνεχώς υπερβαίνεται προς το μυστήριο του Θεού. Αυτή είναι η Φύση του. Ορίζεται από το ακαθόριστο, όπως δεν είναι. Χωρίς αυτό ο άνθρωπος δεν θα είναι ποτέ ο εαυτός του και δεν θα κατανοήσει ποτέ εκείνο που είναι. Αυτή η απόλυτη επίκληση στον Θεό είναι εντελώς απαγορευτική στον διανθρώπινο κόσμο ακριβώς επειδή αυτός ο κόσμος δεν είναι πνεύμα. Ο άνθρωπος όμως εισέρχεται στο πλαίσιο αυτής της σχέσεως, όταν ασχολείται με τον εαυτό του. Σ’αυτή την περίπτωση προτίθεται να στερεώσει και σταθεροποιήσει τον εαυτό του και γι’αυτό προσέχει αναπόφευκτα το μυστήριο που δεν είναι» (Κ Ράνερ, Θεολογία της γιορτής των Χριστουγέννων).

Αυτές οι δηλώσεις, που φαίνονται να μειώνουν στο ελάχιστο την σπουδαιότητα του ανθρώπου για την Θεολογία, είναι φαινομενικώς μόνον σε αντιπαράθεση με όλη την ανθρωπολογική κατεύθυνση που έδωσε ο Ράνερ, στον Θεολογικό του στοχασμό, τόσο δε που έφτασε να δηλώσει πώς η ανθρωπολογία είναι ο τόπος που συμπεριλαμβάνει όλη την Θεολογία.
Στην συνέχεια θα ερευνήσουμε με συντομία την φιλοσοφική διαδρομή που οδήγησε τον Ράνερ στην ανθρωπολογική στροφή στην Θεολογία. Και αφού καθορίσουμε σε τι συνίσταται ακριβώς, θα κάνουμε μερικές κριτικές παρατηρήσεις που θα βοηθήσουν στην συγκρότηση της Θεολογικής μεθόδου η οποία ακόμη μέχρι σήμερα δεν έχει διαγραφεί καθαρά.

Φιλοσοφική διαδρομή.

Στο «δοκίμιο δογματικής μεθοδολογίας», που γράφτηκε από τον Ράνερ στις αρχές της Θεολογικής του διδασκαλίας, δεν έλαβε σαν σημείο εκκινήσεως ούτε τον Θεό ούτε τον άνθρωπο αλλά την «θεμελιώδη σχέση ανάμεσα στον Θεό και στο πλάσμα, το δημιούργημα». Αυτό το κέντρο προοπτικής αντιστοιχεί σε μία ιδέα πολύ συγκεκριμένη της αποκαλύψεως, η οποία δεν έχει σαν αντικείμενο, ούτε τον Θεό ούτε τον άνθρωπο, αλλά την σχέση ανάμεσα στον Θεό και τον άνθρωπο, την ενέργειά τού Θεού στον άνθρωπο. Ο Λόγος του Θεού μας γνωρίζει αυτό που αυτός είναι για μας και αυτό που είμαστε γι’αυτόν. Αυτός είναι ο Θεός Σωτήρ, και εμείς τα πλάσματα που καλούμεθα να σχετιστούμε μαζί του, έκπτωτα και λυτρωμένα από τον Χριστό, πεθαμένο και δοξασμένο. Μ’αυτόν τον τρόπο ο Ράνερ χαράσσει στην Θεολογία την «ανθρωπολογική στροφή» η οποία χαρακτηρίζει όλα του τα δοκίμια και επηρέασε πάρα πολύ την κατεύθυνση της συγχρόνου Θεολογίας.

Σ’αυτή την στροφή ο Ράνερ έφτασε μετά από την φιλοσοφική του εκπαίδευση, στηριγμένη, πέραν του Ακινάτη, στον J Marechal, στον P. Roysselot, στον Χάϊντεγκερ και σε πολλούς άλλους φιλοσόφους. Όπως εξομολογείται σ’ένα του γράμμα, δεν είναι ένας φιλόσοφος ούτε επιθύμησε ποτέ του να γίνει, όμως δεν την αποδοκιμάζει, αντιθέτως μάλιστα χαίρει της εκτιμήσεως του. Από νεαρός είχε παρακολουθήσει για μία διετία τα μαθήματα του Χάϊντεγκερ, για να προετοιμαστεί να γίνει καθηγητής της ιστορίας της Φιλοσοφίας του Μονάχου, αλλά αναγκάστηκε να πάει να διδάξει Θεολογία στο Ινσμπρούκ, όχι επειδή η διπλωματική του εργασία στην θωμιστική μεταφυσική δεν έγινε αποδεκτή στο Friburgo από τον Μ. Honecker, αλλά λόγω του απλού γεγονότος πώς υπήρχε ανάγκη στο Ίνσμπουργκ ενός καθηγητού της φιλοσοφίας και οι αρχές του τάγματός του σκέφτηκαν πώς δεν θα μπορούσε να είναι χειρότερος από πολλούς άλλους».

Στην εργασία του αυτή ο Ράνερ επιδίωξε να κάνει μία εργασία φιλοσοφική και όχι ιστορική και σκέφτηκε να επανεύρει, στην μεταφυσική των πεπερασμένων όντων του Ακινάτη, το σημείο εκκινήσεως της δικής του γνώσεως, η οποία «περιέχει ταυτόχρονα καθαυτή την ολότητα του θωμιστικού δόγματος της ανθρώπινης γνώσεως, υποσχόμενος να σχηματίσει μία πρωτογενή ενότητα» (H VORGRIMLER, Καρλ Ράνερ).
Η έρευνα του, τον οδήγησε να συμπεράνει πώς «για τον Ακινάτη σαν Θεολόγο, ο άνθρωπος είναι ο τόπος στον οποίο ο Θεός φανερώνεται έτσι ώστε να μπορεί να ακουστεί στην προφορική του αποκάλυψη: ex parte animae. Για να μπορέσουμε να ακούσουμε τον Θεό που ομιλεί πρέπει να γνωρίσουμε την ύπαρξη του. Προκειμένου να απευθυνθεί με τον λόγο του σε έναν άνθρωπο που ήδη τον γνωρίζει, ο Θεός πρέπει να είναι κρυμμένος. Προκειμένου να φτάσει ο λόγος του στους ανθρώπους, πρέπει να μας συναντήσει όπου βρισκόμαστε, πάνω στην Γή και κατά την διάρκεια της ζωής μας εδώ κάτω. Από την στιγμή που ο άνθρωπος, μεταστρέφοντας τον εαυτό του σε φάντασμα, έρχεται σε επαφή με τον κόσμο, συμβαίνει ήδη βασικώς το άνοιγμα του στο Είναι γενικώς και σ’αυτό το άνοιγμα, η γνώση της υπάρξεως του Θεού, ο οποίος όμως παραμένει κρυμμένος, διότι υπερβαίνει τον κόσμο. Η αφαίρεση είναι γενικώς το κλείσιμο τού είναι γενικώς, που θέτει τον άνθρωπο απέναντι στον Θεό. Η μεταστροφή είναι η διείσδυση στην καρδιά αυτού του πεπερασμένου κόσμου, που μας αποδίδει τον Θεό μακρινό και κρυμμένο. Για τον Ακινάτη η αφαίρεση και η μεταστροφή είναι το ίδιο πράγμα: ο άνθρωπος. Εάν ο άνθρωπος γίνει κατανοητός μ’αυτόν τον τρόπο, μπορεί να ακούσει τον Θεό καθώς ομιλεί, διότι γνωρίζει την ύπαρξή του. Γι’αυτό η μεταφυσική της γνώσεως του Ακινάτη είναι Χριστιανική διότι καλεί τον άνθρωπο κατευθείαν στην καρδιά του πεπερασμένου του κόσμου, διότι και ο Αιώνιος διείσδυσε σ’αυτόν, έτσι ώστε ο άνθρωπος να τον ανακαλύψει και σ’αυτόν να ξαναβρεί τον εαυτό του.»[Η ΟΥΣΙΑ ΤΗΣ ΕΚΚΟΣΜΙΚΕΥΣΗΣ ΚΑΙ ΤΟ ΝΟΗΜΑ ΤΟΥ ΛΟΓΟΥ ΤΗΣ ΝΕΟΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ ΟΤΙ ΕΣΩΣΕ Ο ΘΕΟΣ ΤΟΝ ΑΝΘΡΩΠΟ ΚΑΙ Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΘΑ ΣΩΣΕΙ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ.]
Ο καθηγητής του Honecker δεν συμφώνησε πώς η μελέτη του Ράνερ αντιστοιχούσε στην σκέψη του Ακινάτη και δεν την δέχθηκε για το διδακτορικό. Ο Ράνερ όμως δημοσιεύοντας την διατριβή του, θεώρησε καλό να διευκρινίσει πώς είχε ξεκινήσει την εργασία του για να ερμηνεύσει την σκέψη του Ακινάτη, στο Φώς των προβλημάτων που πολιορκούν την μοντέρνα φιλοσοφία.
Συνεχίζεται

Η ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΦΑΝΕΡΩΣΕ ΠΟΙΟΣ ΕΙΝΑΙ Ο ΟΛΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΚΑΙ ΠΟΙΟΣ Ο ΛΟΓΟΣ ΤΟΥ. ΑΛΛΑ ΤΗΝ ΑΠΟΘΗΚΕΥΣΑΜΕ ΓΙΑ ΩΡΑ ΑΝΑΓΚΗΣ. ΔΕΝ ΗΡΘΕ ΑΚΟΜΗ!

Παρασκευή 26 Ιουλίου 2024

Η «Ανθρωπολογική στροφή» στην Θεολογία κατά τον Κάρλ Ράνερ (4)

 Συνέχεια από : Σάββατο 8 Ιουνίου 2024

Του Alfredo Marranzini.

Η χρησιμότης της «στροφής»

Κατ’ αρχάς θα είναι πιο εύκολο να αποκτήσουμε μια πειστική ιδέα της προόδου της αποκαλύψεως στον καταθέτη της, τον προφήτη. Ενώ λοιπόν η παρουσίασή του συνήθως φαίνεται να μας τοποθετεί απέναντι σε ένα θαύμα, έτσι ώστε να μην γίνεται κατανοητός πλέον ο παραλληλισμός που αυτή η πρόοδος παρουσιάζει με ανάλογα φαινόμενα άλλων θρησκειών, η ανθρωπολογική μέθοδος μας δείχνει τον άνθρωπο σαν το ιστορικό όν, το οποίο είναι εις θέσιν, λόγω της πιο εσωτερικής του συστάσεως, να ακούσει, να δεχθεί, μια πιθανή ιστορική αποκάλυψη του θεού, σαν το ον το οποίο μέσα στην ιστορία του πρέπει να στέκεται συνεχώς με το αυτί τεντωμένο για να ακούσει τον πιθανό λόγο του θεού [Αυτάρες μου, σαν τού Βούδα, να κρέμονται μέχρι την μέση].
Το αποκαλυπτικό μήνυμα πρέπει να είναι αναγκαίως ιστορικό και επομένως μπορεί να επαληθευθεί μόνον στην ιστορία του ανθρώπου σαν ένα μοναδικό γεγονός, ανεπανάληπτο, χωρίς καμία δυνατότητα παραγωγής του από τα χαμηλά, από κάτω, ή προϊόντος υπολογισμού. Ο Λόγος του Θεού μπορεί να είναι αντικείμενο προσλήψεως;;; και πίστεως εκ μέρους του ανθρώπου.
Χειριζόμενη στην συνέχεια την ιστορία της σωτηρίας που είναι απαραίτητη στον άνθρωπο, η θεολογία δεν μπορεί να περιοριστεί στην αφήγηση των πιο σημαντικών γεγονότων, πρέπει επίσης να χαράξει την ιστορικο-σωτηριώδη διάσταση, που είναι απροϋπόθετη και υπερβατική, στην οποία ο άνθρωπος βρίσκεται να ζει ιστορικά. Μια θεολογία της Ιστορίας της σωτηρίας και της υπερβατικής ιστορικότητος του ανθρώπου απέναντι στην σωτηρία είναι απαραίτητη για να μπορέσουμε να έχουμε μια Εκκλησιολογία μοντέρνα και δυναμική. Αντιθέτως η δογματική εκκλησιολογία δεν αναφέρει τίποτε σχεδόν για την εσχατολογική τοποθέτηση της Εκκλησίας στην Ιστορία της σωτηρίας, που είναι τόσο απαραίτητη για την κατανόηση;;; της ουσίας της!
 
Η σπουδαιότης της υπερβατικής μεθόδου υπογραμμίζεται από τον Ράνερ για την διασάφηση των σχέσεων ανάμεσα στην ανθρωπολογική θεολογία και την Χριστολογία. Στο παρελθόν προϋποτίθετο ήδη τι πράγμα ήταν ο άνθρωπος, όταν γινόταν προσπάθεια να αποδειχθεί ότι ο Χριστός είναι ο αληθινός άνθρωπος, μάλιστα δε ο ιδανικός άνθρωπος. Κάνοντας την ανθρωπολογία να προηγείται της Χριστολογίας δεν γινόταν κατανοητό ότι στην ανθρωπολογία είχαν τοποθετηθεί στοιχεία που μπορούν να γίνουν γνωστά μόνον παίρνοντάς τα από την Χριστολογία. Και πράγματι δεν κατανοείται σωστά τι σημαίνει: «ο Λόγος ενσαρκώθηκε», εάν η ενσάρκωση γίνεται κατανοητή μόνον σαν πρόσληψη μιας πραγματικότητος η οποία δεν διαθέτει καμμία εσωτερική σχέση με αυτόν που την προσλαμβάνει και θα μπορούσε άλλο τόσο καλά να ανταλλαγεί με κάτι άλλο. Έτσι λοιπόν η ανθρωπότης του Χριστού δεν είναι μόνον το εξωτερικό και ορατό όργανο, με το οποίο φανερώνεται ένας θεός που παραμένει αόρατος, αλλά αυτό που ο θεός ο ίδιος, παραμένοντας θεός, γίνεται, όταν από αγάπη φανερώνεται στην διάσταση του μη-θεϊκού.
Παρότι λοιπόν είναι προφανές (;) πως ο θεός θα είχε μπορέσει να δημιουργήσει τον κόσμο χωρίς την ενσάρκωση, στην πραγματικότητα η δυνατότητα της δημιουργίας βασίζεται στην πιο ριζική και πρωτογενή δυνατότητα της αυτό-ξενώσεως του θεού (αυτό-αλλοτριώσεως), στην δυνατότητα να γίνει αυτός ο Ίδιος Ιστορία μέσω της ενσαρκώσεως του θείου Λόγου. Ο άνθρωπος θα μπορούσε τότε να προσδιοριστεί σαν «την δυνατή ετερότητα της αυτό-αλλοτριώσεως του θεού και ο εν δυνάμει αδελφός του Χριστού». Ο εν δυνάμει αντικειμενικός σκοπός για την υποστατική ένωση και για την χάρη είναι η ίδια η φύσις του ανθρώπου, η οποία έγινε γνωστή μέσω της ενέργειας της χάριτος και μέσω της ενεργεία ενσαρκώσεως του Λόγου. Στον Χριστό, ο άνθρωπος-θεός, βρίσκονται και φανερώνονται στην Ιστορία το θεμέλιο και ο κανόνας αυτού που είναι ο άνθρωπος. Σε Αυτόν ο άνθρωπος είναι ριζικά νομιμοποιημένος και απολύτως εξουσιοδοτημένος να προσλάβει όλη του την Φύση με όλα όσα περιέχει. «Στον Χριστό… η Φύση σώζεται καθοριστικά και απόλυτα και τότε ακριβώς επανέρχεται στον εαυτό της και φανερώνεται για τον άνθρωπο». Αποκαλύπτοντας σε μας ο Θεός, στον Ιησού της Ναζαρέτ, το μυστήριό του σε μια απόλυτη γειτνίαση, γίνεται επίσης και αποδεκτό στην απειρία του το μυστήριο που είμαστε εμείς. Ξεκινώντας από τον θεό και από τον άνθρωπο, η Χριστολογία φανερώνεται σαν ο πιο ολοκληρωμένος επίλογος της θεολογικής ανθρωπολογίας, διότι εάν ο άνθρωπος είναι ελεύθερος ακροατής της φωνής του θεού, στον Άνθρωπο-Θεος, αυτός που μιλά και αυτός στον οποίο απευθύνεται ο λόγος ταυτίζονται. [ΤΕΛΕΙΩΣΕΣ; ΕΥΧΑΡΙΣΤΗΘΗΚΕΣ;Απίστευτα πράγματα. Ούτε οι πιο σκοτεινοί λογισμοί δεν φτάνουν σε τέτοια συμπεράσματα].
 
Αλλά όμως, σημειώνει ο Ράνερ, όσο και αν η θεολογική ανθρωπολογία πρέπει να έχει σαν κριτήριο την Χριστολογία, δεν είναι προς το συμφέρον να διαγράψουμε την ανθρωπολογία σε μία μοναδική κατεύθυνση ξεκινώντας από την Χριστολογία. Διότι εμείς συναντούμε τον Χριστό, κορυφή της ενώσεως ανάμεσα στον θεό και τον άνθρωπο, στα πλαίσια της Ιστορίας μας [να και η θέωση, να ζήσουμε], στην οποία πριν από την ενσάρκωση αποκτούμε την εμπειρία του ανθρώπου και γνωρίζουμε κάτι από αυτόν, έτσι ώστε συναντώντας τον Χριστό γνωρίζουμε ήδη πως είναι ένας άνθρωπος. [Σκοτεινή σκέψη. Αυτή την γνώση είχε ο όχλος και τον σταύρωσε. Δεν ήταν προς το συμφέρον του].
Ανάμεσα στις διάφορες προσπάθειες να εισαχθεί η ανθρωπολογία στο δόγμα (στα μυστήρια, στην αγγελολογία, την πρωτολογία, την εσχατολογία κ.τ.λ.) [έγινε ένα καλό ξεσκόνισμα, διότι το δόγμα της Καθολικής Εκκλησίας είναι άχρηστο, εφόσον είναι ενσαρκωμένο στον Πάπα], και στην ηθική, ξεχωρίζει εκείνο που αφορά το Τριαδικό μυστήριο.
Μπρος στην καθαρά αντικειμενοποιημένη έκθεση της Τριάδος [που στην πραγματικότητα είναι η Οικονομική Τριάδα, η θέλησί Της], που περιέχεται στα δογματικά εγχειρίδια, ο σημερινός άνθρωπος ζητά το νόημά της [την υποκειμενική μετοχή], τι πράγμα μπορεί αυτός να κατανοήσει  και γιατί του απεκαλύφθη για την Σωτηρία του.[ΓΙΑΤΙ ΜΟΥ ΤΑ ΛΕΣ ΟΛΑ ΑΥΤΑ ΤΩΡΑ; Η ΚΡΙΣΙΜΗ ΕΡΩΤΗΣΗ ΤΟΥ ΜΟΝΤΕΡΝΙΣΜΟΥ ΣΤΟΝ ΚΥΡΙΟ] [Ο Χριστός είναι η αποκάλυψη του Θεού, πότε και της Αγίας Τριάδος, ο Ίδιος δεν είναι Θεός. Η Ενσάρκωση είναι ο θαυμαστός σχεδιασμός ενός μαγνητοφώνου, που μετέφερε ζωντανά, σαν πρόσωπο, στην Ιστορία, το μήνυμα του Θεού, προς τον άνθρωπο. Με τέτοιους πιστούς να ενωθούμε αμέσως. Το αξίζουν. Εξάλλου ζητάνε την αλήθεια από μας με αγωνία. Δεν βγάζουν κανένα συμπέρασμα πριν συμφωνήσει ο Βαρθολομαίος, ο μέγας Γέρων, του Οικουμενισμού. Όταν θέλουν να “πειράξουν” τον γέροντά τους μερικές φορές οι καλόγεροι, αστειευόμενοι του λένε: Γέροντα, έκανα αυτό, έχει ευλογία;]. Σε αυτόν (τον σημερινό άνθρωπο) λοιπόν μοιάζει σαν όλα, στο δόγμα, να εξαντλούνται σε ένα λεπτό διαλεκτικό παιχνίδι εννοιών, σε μια ραψωδική τοποθέτηση ξεκομμένων εκφράσεων, σε μια λιτανεία διαφορετικών φράσεων. Για να λύσει τις αμφιβολίες του και την αμηχανία του δεν αρκεί να του πούμε πως βρισκόμαστε απέναντι σε ένα μυστήριο ή πως το τριαδικό δόγμα είναι απαραίτητο σε κάθε δογματική πρόταση. Διότι πραγματικά δεν μπορούμε να μειώσουμε το μυστήριο σε μία διατύπωση ή σε ακατανόητους βερμπαλισμούς, στους οποίους πρέπει να υποταχθεί η νόησή μας, ούτε και μπορούμε να προϋποθέσουμε χωρίς κριτική πως κάθε;;; θείο πρόσωπο θα μπορούσε να ενώσει με τον εαυτό του υποστατικά μια ανθρώπινη Φύση. [ΑΥΤΗ Η ΔΥΝΑΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΧΡΙΣΤΟΛΟΓΙΑΣ Η ΟΠΟΙΑ ΑΠΟΚΑΛΥΨΕ ΤΗΝ ΕΝΩΣΗ ΜΕ ΤΗΝ ΦΥΣΗ ΜΑΣ ΥΠΟΣΤΑΤΙΚΑ ΛΕΙΤΟΥΡΓΗΣΕ ΣΑΝ ΒΑΣΗ ΤΟΥ ΝΕΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ, ΤΟ ΥΒΡΙΔΙΟ ΜΕ ΤΗΝ ΤΕΧΝΗΤΗ ΝΟΗΜΟΣΥΝΗ Η ΟΠΟΙΑ ΕΡΧΕΤΑΙ ΣΑΝ ΤΟΝ ΑΠΡΙΛΗ] Εφαρμόζοντας όμως την ανθρωπολογική μέθοδο το μυστήριο παραμένει(;), αλλά είμαστε σε θέση να το εξηγήσουμε και να το εμβαθύνουμε έτσι ώστε πολλά πράγματα να γίνουν πιο κατανοητά
. ΕΑΝ Η ΕΝΥΠΑΡΧΟΥΣΑ (immanent) ΤΡΙΑΔΑ ΚΑΙ Η ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΤΡΙΑΔΑ ΤΑΥΤΙΖΟΝΤΑΙ ΜΕ ΑΠΟΛΥΤΟ ΤΡΟΠΟ [η ενυπάρχουσα Τριάδα είναι το κατ’ εικόνα θεωρούμενο. Όλη η ανθρωπολογία στηρίζεται στην φιλοσοφία της Ταυτότητος, την ουσία του Γερμανικού Ιδεαλισμού, μπασταρδεμένο παιδί της κριτικής φιλοσοφίας του Kant (ξέρουμε άραγε τι σημαίνει Kant, στα Αγγλικά;) από όπου προέρχεται και η αγωνιώδης προσπάθεια ευρέσεως της ταυτότητός μας από την Νέο-ορθοδοξία. Για να γίνουμε συνειδητοί Χριστιανοί, χωρίς να έχουμε γίνει πριν, Χριστιανοί. Για να αγαπάμε τον πλησίον, χωρίς να έχουμε αγαπήσει τον Κύριο. Για να επιβάλλουμε ΚΑΝΟΝΕΣ, χωρίς να έχουμε τηρήσει τις εντολές Του. Έτσι ο Βαρθολομαίος το παίζει συνειδητός Πατριάρχης και ο Ζηζιούλας συνειδητός Επίσκοπος]. ΛΟΓΩ ΤΗΣ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑΣ ΠΟΥ ΠΡΑΓΜΑΤΟΠΟΙΗΣΕ Ο ΘΕΟΣ ΜΕ ΤΟΝ ΕΑΥΤΟ ΤΟΥ ΣΤΗΝ «ΑΚΤΙΣΤΟ» ΧΑΡΗ, τότε μπορούμε να προσπαθήσουμε την πρόσβαση στο Τριαδικό δόγμα στην Ιστορική εμπειρία, της πίστεως και της σωτηρίας, του Ιησού και του πνεύματός του μέσα μας! [Τα παιδιά του Αυγουστίνου.Πιό διάσημα από τά παιδιά του Πειραιά. Σκέψεις από το Περί Τριάδος του Αυγουστίνου].
Για να πραγματοποιήσουμε τον σκοπό μας χρειάζονται μερικές εισαγωγικές σκέψεις. Η σχέση μας με τον Θεό, θεμελιωμένη από την Χάρη, ολοκληρώνεται στον Θεό,ο οποίος δέν είναι ποτέ απολύτως κατανοητός, και αυτή η σχέση μετέχεται μέσω της απολύτου εκφράσεως που επιτυγχάνει ο θεός, του εαυτού του, στον Χριστό, με έναν ιστορικά επιβεβαιωμένο τρόπο. Αυτή η αυτοέκφραση, χωρίς να χάνει τον χαρακτήρα της απολύτου θεότητος, διαπερνά πραγματικά σαν αγάπη μέχρι τα βαθύτερα και πιο αυθεντικά επίπεδα της συγκεκριμένης μας υπάρξεως.
Αυτή η τριαδική δομή της σχέσεώς μας με τον θεό μέσω της Χάριτος αποδίδεται και κηρύττεται και στον θεό καθεαυτό λόγω της θείας αυτομετοχής. «Ο ένας θεός μετέχει του εαυτού του [πετυχημένη έκφραση ο ποιητής] σαν απόλυτη έκφραση και απόλυτο δώρο της αγάπης. Η επικοινωνία (αυτό είναι το απόλυτο μυστήριο αποκαλυμμένο μόνον στον Χριστό) [η ενσάρκωση είναι αποκάλυψη, μήνυμα και ενώ οι αρχαίοι αιρετικοί δεν μπορούσαν να δεχθούν τον θεό άνθρωπο, και δίδασκαν μια φαινομενική ενσάρκωση του θεού, οι σύγχρονοι δεν μπορούν να δεχθούν την πτώση, και την μεταμόρφωση του ανθρώπου και διδάσκουν την αποθέωση του ανθρώπου, την αποκάλυψη του καθ’ ομοίωσιν θεού και ανθρώπου], είναι στ’ αλήθεια αυτοεπικοινωνία, δηλαδή ο θεός δεν καθιστά μόνον συμμέτοχο του εαυτού του, δημιουργώντας και δωρίζοντας πεπερασμένες πραγματικότητες, μέσω της παντοδύναμής του επαρκούς αιτιότητος αλλά σε μια αιτιότητα φορμάλε σχεδόν, δίνει στα αλήθεια και με την πιο στενή σημασία του όρου, τον εαυτό του…». Αυτή η έκθεση, σημειώνει ο Ράνερ, μας γλιτώνει από την εντύπωση να βρεθούμε απέναντι σε μια λεπτή εννοιολογική διαλεκτική μόνον και μας επιτρέπει να κατανοήσουμε γιατί το μυστήριο έπρεπε να αποκαλυφθεί όταν είχε κατακτηθεί καθαρά η επίγνωση της αλήθειας, σύμφωνα με την οποία το δώρο της Χάριτος, τελικώς, δεν είναι ένα δώρο που δίνεται από τον θεό μέσω του θεού, αλλά ο Ίδιος ο θεός [κατ’ ουσίαν].
«Έτσι λοιπόν δεν είναι ένα μειονέκτημα εάν αυτή η αντίληψη της Τριάδος δεν επιτρέπει τον καθορισμό σαν μια απλή οικειοποίηση της σχέσεως της χάριτος που μας συνδέει με τα τρία πρόσωπα της Αγίας Τριάδος, και εάν η ενσάρκωση και η θέωση του ανθρώπου μέσω της χάριτος βρίσκονται μεταξύ τους σε μια πιο στενή σχέση από αυτή που διδάσκει συνήθως η δογματική θεολογία.
Το γεγονός πως αυτή η σύλληψη εμποδίζει ήδη εκ των προτέρων την εντύπωση… πως κάθε “πρόσωπο” θείο διαθέτει ένα δικό του κέντρο συνειδήσεως στην γνώση και στην ελευθερία και πως αυτό ακριβώς είναι το αυθεντικό νόημα του όρου “πρόσωπο” ακόμη και στο τριαδικό δόγμα, επιτρέπει μόνον να ξεχωρίσει πιο καθαρά η χρησιμότης της προοπτικής του τριαδικού δόγματος στο οποίο αναφερθήκαμε».
 
(Συνεχίζεται)
 
ΓΙΑ ΤΑ ΤΡΙΑ ΕΓΩ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΤΡΙΑΔΟΣ ΚΑΙ ΤΗΝ ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΠΡΟΣΩΠΩΝ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ ΣΤΟΝ ΖΗΖΙΟΥΛΑ ΚΑΙ ΣΤΟΝ ΓΙΑΝΝΑΡΑ. 
Ο ΝΕΟΣ ΘΕΟΣ ΤΗΣ ΝΕΑΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΜΕ ΤΗΝ ΑΝΘΡΩΠΟΛΟΓΙΚΗ ΣΤΡΟΦΗ ΚΑΙ ΣΥΣΤΡΟΦΗ ΚΑΤΟΡΘΩΣΕ ΤΗΝ ΔΕΥΤΕΡΑ ΠΑΡΟΥΣΙΑ. ΔΗΜΙΟΥΡΓΗΘΗΚΕ ΚΑΤ' ΕΙΚΟΝΑ ΚΑΙ ΟΜΟΙΩΣΗ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ Ο ΟΠΟΙΟΣ ΕΧΕΙ ΩΤΑ ΜΕΓΑΛΑ ΓΙΑ ΝΑ ΑΚΟΥΕΙ.(ΚΑΛΗ ΚΛΑΣΣΙΚΗ ΜΟΥΣΙΚΗ;;;]

Παρασκευή 12 Ιουλίου 2024

Η ΑΝΘΡΩΠΟΛΟΓΙΚΗ ΣΤΡΟΦΗ ΣΤΗΝ ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟΝ ΚΑΡΛ ΡΑΝΕΡ (Τελευταίο)

 Συνέχεια από : Παρασκευή 5 Ιουλίου 2024 

Συμπεράσματα και αξιολογήσεις.

Μια "στροφή" τόσο καθοριστική στην Θεολογία, όπως είναι αυτή της ανθρωπολογίας, δεν θα μπορούσε να μην προκαλέσει διάφορα ερωτηματικά. Αυτή η τοποθέτηση δεν αντιφάσκει ήδη με τον «Θεοκεντρισμό», που είναι κοινός σε όλη την Θεολογία του παρελθόντος, Ιδιαιτέρως σε εκείνη του Ακινάτη, ο οποίος θεωρεί τον Θεό ποιητικό της αίτιο; Δεν είμαστε μπροστά σε μια πρόοδο άγνωστη στους πατέρες και στους σχολαστικούς και μάλιστα πολύ επικίνδυνη διότι πιέζει την αποκάλυψη να χωρέσει μέσα σε ένα φιλοσοφικό σχήμα;
Φροντίζει να απαντήσει ο ίδιος ο Ράνερ: Μόλις υπολογίσουμε τον άνθρωπο σαν το όν της απολύτου υπερβατικότητος προς τον Θεό, ο Θεοκεντρισμός και ο Θεολογικός ανθρωποκεντρισμός δεν εμφανίζονται πλέον σαν δύο αντίθετα, αλλά σαν ένα μοναδικό πράγμα που εκράζεται από δύο διαφορετικές γωνίες. [η γνωστή ένωση των αντιθέτων και η μεσότης που τα ενώνει, η υπερβατικότης, η γνωστή αυθυπέρβαση της νέο-ορθοδοξίας]. Η μία προοπτική είναι ακατανόητη χωρίς την άλλη, έτσι κι'αλλιώς.
Εξάλλου η υπερβατική-ανθρωπολογική μέθοδος δεν είναι και τόσο καινούργια, όπως φαντάζει με την πρώτη ματά. Βρίσκονται ίχνη της ήδη στην Καθολική Θεολογία, ιδιαιτέρως στον Ακινάτη, παρότι οι Ιστορικές της παρουσίες, ατελείς και μερικώς συνειδητοποιημένες, δεν απέκτησαν ποτέ τους μια ριζική μορφοποίηση.
Όσον αφορά τον Ακινάτη, παραμένει ο "Κοινός μας Δάσκαλος", και όχι επειδή εξέφρασε τέλεια το περιεχόμενο της Θεολογίας, οπότε θα μας έφτανε να σχολιάζουμε την Summa Theologica, αλλά επειδή αντικατοπτρίζει σε όλη του την στοχαστική προσπάθεια, μια σύγχρονη και μοντέρνα προοπτική, την ανθρωπολογική ακριβώς. Και γι'αυτό κατατάσσεται στο ξεκίνημα της εποχής που είναι ακόμη δική μας. Μπορεί ακόμη και σήμερα να είναι δασκαλός μας  Μπορεί να είναι αυτός ο Θηριώδης Ακινάτης λοιπόν, ένας άνθρωπος που μαζί με άλλους συνιστά την Αρχή της μοντέρνας εποχής, η οποία έχει Χριστιανική καταγωγή και σ'αυτόν τον αντιπρόσωπο [τον πάπα της Θεολογίας] των αρχών της έγινε η Εποχή μας αποδεκτή από την Εκκλησία, σαν η δική της Εποχή.
Μια σοβαρή αντίρρηση στις θέσεις του Ράνερ εκφράζεται ως εξής: Σ'αυτόν τον δομικό Ιστορικισμό του ανθρωπίνου Πνεύματος, κάθε φιλοσοφική και Θεολογική αλήθεια μειώνεται στην απάντηση που δίνει ο άνθρωπος, κινούμενος από την ατομική του Ιστορική κατάσταση, κάθε φορά, όσον αφορά τον κόσμο που παρουσιάζεται στην εμπειρία και στον Θείο Λόγο που προσεφέρθη στην Ιστορική Αποκάλυψη. Γι'αυτό ένας παρόμοιος Θεολογικός υπαρξισμός, είναι επικίνδυνος, διότι βάζει σε κίνδυνο κάθε δογματική σταθερότητα της Χριστιανικής αποκαλύψεως και αποτελεί την πιο σοβαρή κρίση του Χριστιανισμού μετά την Μεταρρύθμιση, μια κρίση πολύ πιο σοβαρή ακόμη και από την νεωτερικότητα.
Όσον αφορά τώρα το φιλοσοφικό σχήμα που υφίσταται στην ανθρωπολογική του Θεολογία, ο Ράνερ δηλώνει πως η ανάπτυξη του είναι φιλοσοφική μόνον ως προς την μορφή, και όχι ως προς το περιεχόμενο. Η δική του υπήρξε μια προσπάθεια οργανικής σχηματοποιήσεως μιας ανθρωπολογικής Θεολογίας. Και προειδοποιεί πως σ'αυτή την προσπάθεια περιέχονται αναγκαίως μόνον Θεολογικές προτάσεις, διότι διαφορετικά η Θεολογία θα βρισκόταν εξαρτημένη από μια αλλότρια ανθρωπολογία. Γι 'αυτό, αυτό που είναι "Φυσικά" ο άνθρωπος, ανεξαρτήτως της αποκαλύψεως, πρέπει να το συμπεράνουμε από το ίδιο σημείο εκκινήσεως, από την ίδια αρχή, διαφορετικά θα ήταν χωρίς σημασία για μια Θεολογική ανθρωπολογία.
Πάντως δεν μπορούμε να κατηγορήσουμε τον Ράνερ για μοντερνισμό, διότι σημειώνει καθαρά πως θα ήταν τραγικό λάθος να εξάγουμε, δια της απαγωγής, προσπαθώντας μάλιστα να είμαστε πειστικοί, όλες τις Θεολογικές προτάσεις του δόγματος από την αυτοεμπειρία του ανθρώπου και να θέλουμε να τις ερμηνεύσουμε σαν την αντικειμενοποίηση και την σύνδεση αυτής της εμπειρίας.
Διαλύει επίσης και μια δυνατή ασάφεια στην ερμηνεία της προσπάθειάς του. Να θεωρηθεί δηλ. η ανθρωπολογικο-υπερβατική κατανόηση της Θεολογίας, μια υλιστική μείωση του Θεολογικού δόγματος. Μια Θεολογία αυτού του είδους δεν αποκλείει καμία δεσμευτική απόφανση. Απλώς θα γίνει πιο μετριοπαθής στις απαιτήσεις της. Και στο τέλος θα γίνει και πιο "απλή" παρόλες τις ενοιολογικές δυσκολίες που συναντά μια τέτοια στροφή. Μόνον έτσι θα εγκαταστήσει μια ακριβέστατη σχέση με την διαρκή αξία του κηρύγματος. Ότιδήποτε είναι ουσιώδες παραμένει. [Ποιός κρίνει το ουσιώδες; Ο κόσμος; Ο ανθρωπολόγος φορέας του κοσμικού φρονήματος; Αυτά είναι τα όρια της ΣΧΕΣΗΣ και η καταστροφή που φέρει στην Σωτηρία.].
Τελικώς ο Ράνερ προσέφερε μια αξιόλογη πρόοδο στις Ιερές επιστήμες και στην είσοδό τους στον πολιτισμικό κόσμο τού σήμερα.


ΤΕΛΟΣ

Παρασκευή 5 Ιουλίου 2024

Η «Ανθρωπολογική στροφή» στην Θεολογία κατά τον Κάρλ Ράνερ (4)

 Συνέχεια από : Σάββατο 8 Ιουνίου 2024

Του Alfredo Marranzini.

Η χρησιμότης της «στροφής»

Κατ’ αρχάς θα είναι πιο εύκολο να αποκτήσουμε μια πειστική ιδέα της προόδου της αποκαλύψεως στον καταθέτη της, τον προφήτη. Ενώ λοιπόν η παρουσίασή του συνήθως φαίνεται να μας τοποθετεί απέναντι σε ένα θαύμα, έτσι ώστε να μην γίνεται κατανοητός πλέον ο παραλληλισμός που αυτή η πρόοδος παρουσιάζει με ανάλογα φαινόμενα άλλων θρησκειών, η ανθρωπολογική μέθοδος μας δείχνει τον άνθρωπο σαν το ιστορικό όν, το οποίο είναι εις θέσιν, λόγω της πιο εσωτερικής του συστάσεως, να ακούσει, να δεχθεί, μια πιθανή ιστορική αποκάλυψη του θεού, σαν το ον το οποίο μέσα στην ιστορία του πρέπει να στέκεται συνεχώς με το αυτί τεντωμένο για να ακούσει τον πιθανό λόγο του θεού [Αυτάρες μου, σαν τού Βούδα, να κρέμονται μέχρι την μέση].
Το αποκαλυπτικό μήνυμα πρέπει να είναι αναγκαίως ιστορικό και επομένως μπορεί να επαληθευθεί μόνον στην ιστορία του ανθρώπου σαν ένα μοναδικό γεγονός, ανεπανάληπτο, χωρίς καμία δυνατότητα παραγωγής του από τα χαμηλά, από κάτω, ή προϊόντος υπολογισμού. Ο Λόγος του Θεού μπορεί να είναι αντικείμενο προσλήψεως;;; και πίστεως εκ μέρους του ανθρώπου.
Χειριζόμενη στην συνέχεια την ιστορία της σωτηρίας που είναι απαραίτητη στον άνθρωπο, η θεολογία δεν μπορεί να περιοριστεί στην αφήγηση των πιο σημαντικών γεγονότων, πρέπει επίσης να χαράξει την ιστορικο-σωτηριώδη διάσταση, που είναι απροϋπόθετη και υπερβατική, στην οποία ο άνθρωπος βρίσκεται να ζει ιστορικά. Μια θεολογία της Ιστορίας της σωτηρίας και της υπερβατικής ιστορικότητος του ανθρώπου απέναντι στην σωτηρία είναι απαραίτητη για να μπορέσουμε να έχουμε μια Εκκλησιολογία μοντέρνα και δυναμική. Αντιθέτως η δογματική εκκλησιολογία δεν αναφέρει τίποτε σχεδόν για την εσχατολογική τοποθέτηση της Εκκλησίας στην Ιστορία της σωτηρίας, που είναι τόσο απαραίτητη για την κατανόηση;;; της ουσίας της!
 
Η σπουδαιότης της υπερβατικής μεθόδου υπογραμμίζεται από τον Ράνερ για την διασάφηση των σχέσεων ανάμεσα στην ανθρωπολογική θεολογία και την Χριστολογία. Στο παρελθόν προϋποτίθετο ήδη τι πράγμα ήταν ο άνθρωπος, όταν γινόταν προσπάθεια να αποδειχθεί ότι ο Χριστός είναι ο αληθινός άνθρωπος, μάλιστα δε ο ιδανικός άνθρωπος. Κάνοντας την ανθρωπολογία να προηγείται της Χριστολογίας δεν γινόταν κατανοητό ότι στην ανθρωπολογία είχαν τοποθετηθεί στοιχεία που μπορούν να γίνουν γνωστά μόνον παίρνοντάς τα από την Χριστολογία. Και πράγματι δεν κατανοείται σωστά τι σημαίνει: «ο Λόγος ενσαρκώθηκε», εάν η ενσάρκωση γίνεται κατανοητή μόνον σαν πρόσληψη μιας πραγματικότητος η οποία δεν διαθέτει καμμία εσωτερική σχέση με αυτόν που την προσλαμβάνει και θα μπορούσε άλλο τόσο καλά να ανταλλαγεί με κάτι άλλο. Έτσι λοιπόν η ανθρωπότης του Χριστού δεν είναι μόνον το εξωτερικό και ορατό όργανο, με το οποίο φανερώνεται ένας θεός που παραμένει αόρατος, αλλά αυτό που ο θεός ο ίδιος, παραμένοντας θεός, γίνεται, όταν από αγάπη φανερώνεται στην διάσταση του μη-θεϊκού.
Παρότι λοιπόν είναι προφανές (;) πως ο θεός θα είχε μπορέσει να δημιουργήσει τον κόσμο χωρίς την ενσάρκωση, στην πραγματικότητα η δυνατότητα της δημιουργίας βασίζεται στην πιο ριζική και πρωτογενή δυνατότητα της αυτό-ξενώσεως του θεού (αυτό-αλλοτριώσεως), στην δυνατότητα να γίνει αυτός ο Ίδιος Ιστορία μέσω της ενσαρκώσεως του θείου Λόγου. Ο άνθρωπος θα μπορούσε τότε να προσδιοριστεί σαν «την δυνατή ετερότητα της αυτό-αλλοτριώσεως του θεού και ο εν δυνάμει αδελφός του Χριστού». Ο εν δυνάμει αντικειμενικός σκοπός για την υποστατική ένωση και για την χάρη είναι η ίδια η φύσις του ανθρώπου, η οποία έγινε γνωστή μέσω της ενέργειας της χάριτος και μέσω της ενεργεία ενσαρκώσεως του Λόγου. Στον Χριστό, ο άνθρωπος-θεός, βρίσκονται και φανερώνονται στην Ιστορία το θεμέλιο και ο κανόνας αυτού που είναι ο άνθρωπος. Σε Αυτόν ο άνθρωπος είναι ριζικά νομιμοποιημένος και απολύτως εξουσιοδοτημένος να προσλάβει όλη του την Φύση με όλα όσα περιέχει. «Στον Χριστό… η Φύση σώζεται καθοριστικά και απόλυτα και τότε ακριβώς επανέρχεται στον εαυτό της και φανερώνεται για τον άνθρωπο». Αποκαλύπτοντας σε μας ο Θεός, στον Ιησού της Ναζαρέτ, το μυστήριό του σε μια απόλυτη γειτνίαση, γίνεται επίσης και αποδεκτό στην απειρία του το μυστήριο που είμαστε εμείς. Ξεκινώντας από τον θεό και από τον άνθρωπο, η Χριστολογία φανερώνεται σαν ο πιο ολοκληρωμένος επίλογος της θεολογικής ανθρωπολογίας, διότι εάν ο άνθρωπος είναι ελεύθερος ακροατής της φωνής του θεού, στον Άνθρωπο-Θεος, αυτός που μιλά και αυτός στον οποίο απευθύνεται ο λόγος ταυτίζονται. [ΤΕΛΕΙΩΣΕΣ; ΕΥΧΑΡΙΣΤΗΘΗΚΕΣ;Απίστευτα πράγματα. Ούτε οι πιο σκοτεινοί λογισμοί δεν φτάνουν σε τέτοια συμπεράσματα].
 
Αλλά όμως, σημειώνει ο Ράνερ, όσο και αν η θεολογική ανθρωπολογία πρέπει να έχει σαν κριτήριο την Χριστολογία, δεν είναι προς το συμφέρον να διαγράψουμε την ανθρωπολογία σε μία μοναδική κατεύθυνση ξεκινώντας από την Χριστολογία. Διότι εμείς συναντούμε τον Χριστό, κορυφή της ενώσεως ανάμεσα στον θεό και τον άνθρωπο, στα πλαίσια της Ιστορίας μας [να και η θέωση, να ζήσουμε], στην οποία πριν από την ενσάρκωση αποκτούμε την εμπειρία του ανθρώπου και γνωρίζουμε κάτι από αυτόν, έτσι ώστε συναντώντας τον Χριστό γνωρίζουμε ήδη πως είναι ένας άνθρωπος. [Σκοτεινή σκέψη. Αυτή την γνώση είχε ο όχλος και τον σταύρωσε. Δεν ήταν προς το συμφέρον του].
Ανάμεσα στις διάφορες προσπάθειες να εισαχθεί η ανθρωπολογία στο δόγμα (στα μυστήρια, στην αγγελολογία, την πρωτολογία, την εσχατολογία κ.τ.λ.) [έγινε ένα καλό ξεσκόνισμα, διότι το δόγμα της Καθολικής Εκκλησίας είναι άχρηστο, εφόσον είναι ενσαρκωμένο στον Πάπα], και στην ηθική, ξεχωρίζει εκείνο που αφορά το Τριαδικό μυστήριο.
Μπρος στην καθαρά αντικειμενοποιημένη έκθεση της Τριάδος [που στην πραγματικότητα είναι η Οικονομική Τριάδα, η θέλησί Της], που περιέχεται στα δογματικά εγχειρίδια, ο σημερινός άνθρωπος ζητά το νόημά της [την υποκειμενική μετοχή], τι πράγμα μπορεί αυτός να κατανοήσει  και γιατί του απεκαλύφθη για την Σωτηρία του.[ΓΙΑΤΙ ΜΟΥ ΤΑ ΛΕΣ ΟΛΑ ΑΥΤΑ ΤΩΡΑ; Η ΚΡΙΣΙΜΗ ΕΡΩΤΗΣΗ ΤΟΥ ΜΟΝΤΕΡΝΙΣΜΟΥ ΣΤΟΝ ΚΥΡΙΟ] [Ο Χριστός είναι η αποκάλυψη του Θεού, πότε και της Αγίας Τριάδος, ο Ίδιος δεν είναι Θεός. Η Ενσάρκωση είναι ο θαυμαστός σχεδιασμός ενός μαγνητοφώνου, που μετέφερε ζωντανά, σαν πρόσωπο, στην Ιστορία, το μήνυμα του Θεού, προς τον άνθρωπο. Με τέτοιους πιστούς να ενωθούμε αμέσως. Το αξίζουν. Εξάλλου ζητάνε την αλήθεια από μας με αγωνία. Δεν βγάζουν κανένα συμπέρασμα πριν συμφωνήσει ο Βαρθολομαίος, ο μέγας Γέρων, του Οικουμενισμού. Όταν θέλουν να “πειράξουν” τον γέροντά τους μερικές φορές οι καλόγεροι, αστειευόμενοι του λένε: Γέροντα, έκανα αυτό, έχει ευλογία;]. Σε αυτόν (τον σημερινό άνθρωπο) λοιπόν μοιάζει σαν όλα, στο δόγμα, να εξαντλούνται σε ένα λεπτό διαλεκτικό παιχνίδι εννοιών, σε μια ραψωδική τοποθέτηση ξεκομμένων εκφράσεων, σε μια λιτανεία διαφορετικών φράσεων. Για να λύσει τις αμφιβολίες του και την αμηχανία του δεν αρκεί να του πούμε πως βρισκόμαστε απέναντι σε ένα μυστήριο ή πως το τριαδικό δόγμα είναι απαραίτητο σε κάθε δογματική πρόταση. Διότι πραγματικά δεν μπορούμε να μειώσουμε το μυστήριο σε μία διατύπωση ή σε ακατανόητους βερμπαλισμούς, στους οποίους πρέπει να υποταχθεί η νόησή μας, ούτε και μπορούμε να προϋποθέσουμε χωρίς κριτική πως κάθε;;; θείο πρόσωπο θα μπορούσε να ενώσει με τον εαυτό του υποστατικά μια ανθρώπινη Φύση. [ΑΥΤΗ Η ΔΥΝΑΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΧΡΙΣΤΟΛΟΓΙΑΣ Η ΟΠΟΙΑ ΑΠΟΚΑΛΥΨΕ ΤΗΝ ΕΝΩΣΗ ΜΕ ΤΗΝ ΦΥΣΗ ΜΑΣ ΥΠΟΣΤΑΤΙΚΑ ΛΕΙΤΟΥΡΓΗΣΕ ΣΑΝ ΒΑΣΗ ΤΟΥ ΝΕΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ, ΤΟ ΥΒΡΙΔΙΟ ΜΕ ΤΗΝ ΤΕΧΝΗΤΗ ΝΟΗΜΟΣΥΝΗ Η ΟΠΟΙΑ ΕΡΧΕΤΑΙ ΣΑΝ ΤΟΝ ΑΠΡΙΛΗ] Εφαρμόζοντας όμως την ανθρωπολογική μέθοδο το μυστήριο παραμένει(;), αλλά είμαστε σε θέση να το εξηγήσουμε και να το εμβαθύνουμε έτσι ώστε πολλά πράγματα να γίνουν πιο κατανοητά. ΕΑΝ Η ΕΝΥΠΑΡΧΟΥΣΑ (immanent) ΤΡΙΑΔΑ ΚΑΙ Η ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΤΡΙΑΔΑ ΤΑΥΤΙΖΟΝΤΑΙ ΜΕ ΑΠΟΛΥΤΟ ΤΡΟΠΟ [η ενυπάρχουσα Τριάδα είναι το κατ’ εικόνα θεωρούμενο. Όλη η ανθρωπολογία στηρίζεται στην φιλοσοφία της Ταυτότητος, την ουσία του Γερμανικού Ιδεαλισμού, μπασταρδεμένο παιδί της κριτικής φιλοσοφίας του Kant (ξέρουμε άραγε τι σημαίνει Kant, στα Αγγλικά;) από όπου προέρχεται και η αγωνιώδης προσπάθεια ευρέσεως της ταυτότητός μας από την Νέο-ορθοδοξία. Για να γίνουμε συνειδητοί Χριστιανοί, χωρίς να έχουμε γίνει πριν, Χριστιανοί. Για να αγαπάμε τον πλησίον, χωρίς να έχουμε αγαπήσει τον Κύριο. Για να επιβάλλουμε ΚΑΝΟΝΕΣ, χωρίς να έχουμε τηρήσει τις εντολές Του. Έτσι ο Βαρθολομαίος το παίζει συνειδητός Πατριάρχης και ο Ζηζιούλας συνειδητός Επίσκοπος]. ΛΟΓΩ ΤΗΣ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑΣ ΠΟΥ ΠΡΑΓΜΑΤΟΠΟΙΗΣΕ Ο ΘΕΟΣ ΜΕ ΤΟΝ ΕΑΥΤΟ ΤΟΥ ΣΤΗΝ «ΑΚΤΙΣΤΟ» ΧΑΡΗ, τότε μπορούμε να προσπαθήσουμε την πρόσβαση στο Τριαδικό δόγμα στην Ιστορική εμπειρία, της πίστεως και της σωτηρίας, του Ιησού και του πνεύματός του μέσα μας! [Τα παιδιά του Αυγουστίνου.Πιό διάσημα από τά παιδιά του Πειραιά. Σκέψεις από το Περί Τριάδος του Αυγουστίνου].
Για να πραγματοποιήσουμε τον σκοπό μας χρειάζονται μερικές εισαγωγικές σκέψεις. Η σχέση μας με τον Θεό, θεμελιωμένη από την Χάρη, ολοκληρώνεται στον Θεό,ο οποίος δέν είναι ποτέ απολύτως κατανοητός, και αυτή η σχέση μετέχεται μέσω της απολύτου εκφράσεως που επιτυγχάνει ο θεός, του εαυτού του, στον Χριστό, με έναν ιστορικά επιβεβαιωμένο τρόπο. Αυτή η αυτοέκφραση, χωρίς να χάνει τον χαρακτήρα της απολύτου θεότητος, διαπερνά πραγματικά σαν αγάπη μέχρι τα βαθύτερα και πιο αυθεντικά επίπεδα της συγκεκριμένης μας υπάρξεως.
Αυτή η τριαδική δομή της σχέσεώς μας με τον θεό μέσω της Χάριτος αποδίδεται και κηρύττεται και στον θεό καθεαυτό λόγω της θείας αυτομετοχής. «Ο ένας θεός μετέχει του εαυτού του [πετυχημένη έκφραση ο ποιητής] σαν απόλυτη έκφραση και απόλυτο δώρο της αγάπης. Η επικοινωνία (αυτό είναι το απόλυτο μυστήριο αποκαλυμμένο μόνον στον Χριστό) [η ενσάρκωση είναι αποκάλυψη, μήνυμα και ενώ οι αρχαίοι αιρετικοί δεν μπορούσαν να δεχθούν τον θεό άνθρωπο, και δίδασκαν μια φαινομενική ενσάρκωση του θεού, οι σύγχρονοι δεν μπορούν να δεχθούν την πτώση, και την μεταμόρφωση του ανθρώπου και διδάσκουν την αποθέωση του ανθρώπου, την αποκάλυψη του καθ’ ομοίωσιν θεού και ανθρώπου], είναι στ’ αλήθεια αυτοεπικοινωνία, δηλαδή ο θεός δεν καθιστά μόνον συμμέτοχο του εαυτού του, δημιουργώντας και δωρίζοντας πεπερασμένες πραγματικότητες, μέσω της παντοδύναμής του επαρκούς αιτιότητος αλλά σε μια αιτιότητα φορμάλε σχεδόν, δίνει στα αλήθεια και με την πιο στενή σημασία του όρου, τον εαυτό του…». Αυτή η έκθεση, σημειώνει ο Ράνερ, μας γλιτώνει από την εντύπωση να βρεθούμε απέναντι σε μια λεπτή εννοιολογική διαλεκτική μόνον και μας επιτρέπει να κατανοήσουμε γιατί το μυστήριο έπρεπε να αποκαλυφθεί όταν είχε κατακτηθεί καθαρά η επίγνωση της αλήθειας, σύμφωνα με την οποία το δώρο της Χάριτος, τελικώς, δεν είναι ένα δώρο που δίνεται από τον θεό μέσω του θεού, αλλά ο Ίδιος ο θεός [κατ’ ουσίαν].
«Έτσι λοιπόν δεν είναι ένα μειονέκτημα εάν αυτή η αντίληψη της Τριάδος δεν επιτρέπει τον καθορισμό σαν μια απλή οικειοποίηση της σχέσεως της χάριτος που μας συνδέει με τα τρία πρόσωπα της Αγίας Τριάδος, και εάν η ενσάρκωση και η θέωση του ανθρώπου μέσω της χάριτος βρίσκονται μεταξύ τους σε μια πιο στενή σχέση από αυτή που διδάσκει συνήθως η δογματική θεολογία.
Το γεγονός πως αυτή η σύλληψη εμποδίζει ήδη εκ των προτέρων την εντύπωση… πως κάθε “πρόσωπο” θείο διαθέτει ένα δικό του κέντρο συνειδήσεως στην γνώση και στην ελευθερία και πως αυτό ακριβώς είναι το αυθεντικό νόημα του όρου “πρόσωπο” ακόμη και στο τριαδικό δόγμα, επιτρέπει μόνον να ξεχωρίσει πιο καθαρά η χρησιμότης της προοπτικής του τριαδικού δόγματος στο οποίο αναφερθήκαμε».
 
(Συνεχίζεται)
 
ΓΙΑ ΤΑ ΤΡΙΑ ΕΓΩ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΤΡΙΑΔΟΣ ΚΑΙ ΤΗΝ ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΠΡΟΣΩΠΩΝ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ ΣΤΟΝ ΖΗΖΙΟΥΛΑ ΚΑΙ ΣΤΟΝ ΓΙΑΝΝΑΡΑ. 
Ο ΝΕΟΣ ΘΕΟΣ ΤΗΣ ΝΕΑΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΜΕ ΤΗΝ ΑΝΘΡΩΠΟΛΟΓΙΚΗ ΣΤΡΟΦΗ ΚΑΙ ΣΥΣΤΡΟΦΗ ΚΑΤΟΡΘΩΣΕ ΤΗΝ ΔΕΥΤΕΡΑ ΠΑΡΟΥΣΙΑ. ΔΗΜΙΟΥΡΓΗΘΗΚΕ ΚΑΤ' ΕΙΚΟΝΑ ΚΑΙ ΟΜΟΙΩΣΗ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ Ο ΟΠΟΙΟΣ ΕΧΕΙ ΩΤΑ ΜΕΓΑΛΑ ΓΙΑ ΝΑ ΑΚΟΥΕΙ.(ΚΑΛΗ ΚΛΑΣΣΙΚΗ ΜΟΥΣΙΚΗ;;;]

Σάββατο 8 Ιουνίου 2024

Η «Ανθρωπολογική στροφή» στην Θεολογία κατά τον Κάρλ Ράνερ (3)

 Συνέχεια από : Παρασκευή 7 Ιουνίου 2024

Του Alfredo Marranzini.

Η αναγκαιότητα της «στροφής»

Η ανθρωπολογικο-υπερβατική σύσταση της θεολογίας, φαίνεται αναγκαία στον Ράνερ. Ιδιαιτέρως για λόγους που προκύπτουν από την φύση της ίδιας της θεολογίας και του αντικειμένου της. Διότι πράγματι σε κάθε πνευματική γνώση, συμπεριλαμβανομένης και της θεολογικής, κάθε έρευνα στο αντικείμενο αφορά και το υποκείμενο. Παρότι δε αυτή η αδιάκοπη σύνδεση ανάμεσα σε αντικείμενο και υποκείμενο δεν πρέπει να εκφράζεται αναγκαίως και δεν πρέπει κάθε επιστήμη να αντικατοπτρίζει τους τρόπους της υπάρξεώς της και την σύσταση του υποκειμένου της, αυτό απαιτείται αναγκαίως στην φιλοσοφία και στην θεωρητική θεολογία. Για να έχουμε έναν αληθινό φιλοσοφικό στοχασμό πάνω σε ένα συγκεκριμένο αντικείμενο, πρέπει να εισαχθεί στο σύνολο της πραγματικότητος και της αλήθειας και πρέπει να εξερευνηθούν στο υποκείμενο, ο ορίζοντας και οι δομές που καθιστούν δυνατή την γνώση.
Με τον ίδιο τρόπο μπορούμε να θέσουμε ένα αληθινό θεολογικό πρόβλημα μόνον όταν συλλαμβάνεται το ξεχωριστό αντικείμενο σε μια προοπτική που ξεκινά από τον θεό και φτάνει τελικά στον θεό. «Ο θεός όμως δεν είναι ένα αντικείμενο δίπλα σε άλλα μέσα στο απροϋπόθετο πλαίσιο (εκ των προτέρων, a priori έννοιες, έμφυτες) της ανθρώπινης εμπειρίας, αλλά το πρωτογενές θεμέλιο και το απόλυτο μέλλον κάθε πραγματικότητος. Σαν τέτοιο μπορεί να γίνει κατανοητό μόνον σαν το απόλυτο σημείο αναφοράς της υπερβατικότητος του ανθρώπου. Επομένως κάθε θεολογία είναι αναγκαίως υπερβατική ανθρωπολογία».
Αυτό ισχύει και για την θεολογία της αποκαλύψεως, η οποία περιέχει εις εαυτή, σαν στιγμή και συνθήκη της δυνατότητός της, το άπειρο υπερβατικό πλαίσιο του ανθρωπίνου πνεύματος, ξεκινώντας από το οποίο και μόνον μπορεί να γίνει κατανοητός στην ολότητά του ένας λόγος για τον θεό. Διότι η αποκάλυψη γνωρίζει στον άνθρωπο την Σωτηρία του, ένα ιστορικό γεγονός που αγκαλιάζει, λόγω της ουσίας του, την αυθεντική του φύση, ικανή πλέον της τελειωτικής της πραγματώσεως ή της ανεπανόρθωτης καταστροφή της.
Η θεολογία λοιπόν που είναι η επιστήμη της αποκαλύψεως, μπορεί να τονίσει την σωτηριώδη σπουδαιότητα κάθε αντικειμένου της πίστεως, μόνον και μόνον ερευνώντας την ικανότητα του ανθρώπου να δεχθεί την σωτηρία μέσω αυτής.
Σε αυτό ας προσθέσουμε πως, καθόσον, σύμφωνα με την 2η Βατικάνειο Σύνοδο, υπέρχει μία Ιεραρχία ανάμεσα στις αλήθειες της πίστεως, υπάρχει μέσα στη ίδια την πίστη ένας εσώτατος πυρήνας, στον οποίο κάθε άλλη πραγματικότης και διαβεβαίωση πρέπει να αναφερθεί. Αυτός ο πυρήνας είναι μόνον ο θεός Μονάς και Τριάς, ο οποίος εν Χριστώ μας σώζει κοινωνώντας μας την ζωή Του μέσω της Χάριτος. Επομένως το Τριαδικό μυστήριο, το μυστήριο του Χριστού «αποκορύφωμα της αυτοεπικοινωνίας ή αυτοκοινωνίας [Γι’ άλλη μια φορά παρουσιάζεται η παντελής έλλειψη της Θεοτόκου] του θεού στον κόσμο» και το μυστήριο της Χάριτος αλληλοδιασταυρώνονται. Δεν είναι δυνατόν λοιπόν να ομιλούμε με κατάλληλο τρόπο για την Χάρη χωρίς να χρησιμοποιήσουμε ανθρωπολογικές και υπερβατικές κατηγορίες. Αυτή η Χάρις, πράγματι, είναι ένας καθορισμός του πνευματικού υποκειμένου, που θέτει σε άμεση σχέση με τον θεό, μία απόλυτη πραγματοποίηση της ίδιας της υπερβατικότητος του ανθρώπου, ένα κατόρθωμα που γίνεται εφικτό από τον θεό, μέσω της αυτοκοινωνίας.
Η υπερβατική «στροφή» της θεολογίας της Χάριτος, σε τελική ανάλυση, καλύπτει όλη την θεολογία, βασισμένης στο Τριαδικό και Χριστολογικό μυστήριο, ώστε να παρουσιάζεται σήμερα μαζί με όλες τις άλλες αλήθειες της πίστεως σε ανθρωπολογικο-υπερβατικές κατηγορίες. Μόνον με αυτήν την προϋπόθεση η θεολογία μπορεί να απαντήσει στον μοντέρνο άνθρωπο, όταν αναρωτιέται εάν αυτή η μεγάλη συζήτηση περί θεώσεως, υιοθεσίας, θείας εγκατοικίσεως κ.τ.λ. δεν είναι τίποτε άλλο στην πραγματικότητα από εννοιολογικό λυρισμό και εύκολη μυθολογία.
Σε αυτό το σημείο ο Ράνερ δεν μπορεί παρά να αναρωτηθεί πως και γιατί οι κατηγορίες και η ανθρωπολογικο-υπερβατική μέθοδος, που προέρχονται από την ίδια την φύση της θεολογίας, που είναι τόσο απαραίτητες σε αυτή, δεν εμφανίστηκαν από το ξεκίνημα της υπάρξεώς της.[ΑΡΓΟΥΣΕ Ο ΠΡΟΤΕΣΤΑΝΤΙΣΜΟΣ]
Και δεν διστάζει να απαντήσει πως τουλάχιστον από τον Ακινάτη, η υπερβατική μέθοδος είναι παρούσα και ενεργός σε όλη την θεολογία παρότι με διαφορετική ένταση. [Αυτή την μέθοδο εισήγαγε ο Γιανναράς και υιοθετήθηκε από ΟΛΟΥΣ με ευχαρίστηση, διότι καταργούσε την θεοπτία σαν θεμέλιο της θεολογίας, την θεολογία σαν καρπό προσευχής]. Εξάλλου, ανεξαρτήτως του παρελθόντος της, αυτή η μέθοδος απαιτείται από την σημερινή πολιτισμική κατάσταση. Διότι παρότι ο Πλάτων και ο Αριστοτέλης και ο Ακινάτης παραμένουν πάντοτε επίκαιροι και ικανοί να μας πουν ακόμη κάτι «μοντέρνο», η φιλοσοφία μας και η θεολογία μας δεν μπορούν να απεμπολήσουν την αυτοσυνειδησία του ανθρώπου, όπως εκφράζεται στην φιλοσοφία και καθορίστηκε από την ανθρωπολογική στροφή που τρέχει σήμερα, από τον Καρτέσιο μέχρι τον Κάντ, από τον Γερμανικό Ιδεαλισμό στην φαινομενολογία, από τον υπαρξισμό και την θεμελιώδη σημερινή οντολογία. Αυτή η φιλοσοφία είναι βαθύτατα α-χριστιανική, διότι σε αυτή το υποκείμενο αυτονομείται, αποκλειόμενο στην υπερβατική εμπειρία που το παραπέμπει συνεχώς σε μια καταγωγή και σε μια μοίρα [ίσως σε προορισμό]. Περιέχει όμως περισσότερα χριστιανικά στοιχεία από όσα παραδέχτηκαν όσοι, βασιζόμενοι στην νεοσχολαστική φιλοσοφία, την έθεσαν σε κριτική, και μπορεί να βοηθήσει τα μέγιστα, στην κατανόηση του εσωτερικού διχασμού του ανθρώπου, που μας φανερώνει η θεολογία τόσο στην τραγικότητά του, όσο και στην δυνατότητά του να σωθεί εν Χριστώ.
Παρότι λοιπόν σε μερικούς πέρασε η ιδέα πως η μοντέρνα εποχή με την ανθρωπολογική της φιλοσοφία έφτασε στην δύση της, είναι σίγουρο πως θα γίνει αισθητή η επιρροή της και στην αυριανή σκέψη, η οποία θα συνεχίσει να έχει σαν βασικό της θέμα τον άνθρωπο και την ύπαρξή του, τόσο σαν δικό του σχέδιο επιβίωσης μέσα σε κάποια όρια, όσο και σαν ουσία εσωτερικώς σχετιζόμενη στο απρόβλεπτο και στο αδιάθετο. Η χριστιανική φιλοσοφία και θεολογία δεν μπορούν να συνεχίσουν να χάνουν, όπως έγινε στο παρελθόν, την ζωντανή επαφή με την φιλοσοφία, η οποία ασχολείται κυρίως με προβλήματα που αφορούν την ελπίδα, την κριτική των ιδεολογιών, τις νέες μορφές της ελευθερίας μέσα σε νέους κοινωνικούς δεσμούς, την εμπειρία του θεού μέσω της εμπειρίας του προγραμματισμού που υποβάλλει ο άνθρωπος τον εαυτό του, κ.τ.λ.
Ο σημερινός άνθρωπος θεωρεί μυθικές τις πολυπληθείς θεολογικές επιβεβαιώσεις και σκέπτεται πως δεν μπορεί πλέον να πιστέψει στα σοβαρά. Οι αιτίες αυτής της αντιλήψεως δεν είναι μόνον η μικρή γνώση της αλήθειας της πίστεως, η μικρή διαθεσιμότης να συμφωνήσουμε με την αποκάλυψη ή ο μυστηριώδης χαρακτήρας του περιεχομένου της. Πρέπει να αναγνωρίσουμε με ειλικρίνεια πως οι θεολογικοί καθορισμοί δεν διατυπώνονται με τέτοιο τρόπο ώστε να μπορεί να αναγνωρίσει ο άνθρωπος με ποιον τρόπο αυτό που βεβαιώνεται σε αυτές, συνδέεται με την προφάνεια που είναι δυνατόν να κατορθώσει στην ανθρώπινη εμπειρία του.
Οπωσδήποτε δεν μπορούμε να απαιτήσουμε πως όλες οι θεολογικές προτάσεις πρέπει να αντλούνται αποκλειστικά από αυτή την αυτοεμπειρία του ανθρώπου μέσα από ένα απλό λογικό συμπέρασμα ή μια λογική εξήγηση. Δεν μπορούμε ούτε να αρνηθούμε όμως σχέσεις αντιστοιχίας και περισσότερο μια σχέση που συστήνεται λόγω του γεγονότος ότι η «Φύση» καθότι πρόσωπο πνευματικό, προσωπικό και υπερβατικό, είναι μια εσωτερική στιγμή αναγκαία αν όχι στην χάρη εάν την εκλάβουμε αφηρημένα, τουλάχιστον στην πραγματοποίησή της και στην πρόοδο την οποία μπορούμε να έχουμε.
Όποιος ανακαλύπτει αυτούς τους δεσμούς και τους ερμηνεύει σαν απαιτήσεις που επιβάλλονται από το περιεχόμενο, εάν κατανοηθούν σωστά, οι δογματικές αποφάνσεις, μπορεί να διεισδύσει πιο βαθιά στην σημασία, να τις ξεκαθαρίσει από ασάφειες, από ακατάλληλα αντιπροσωπευτικά σχήματα και από συνέπειες αδικαιολόγητες και να τις παρουσιάσει με πιο πειστικό τρόπο από απόψεως διδακτικής και παιδαγωγικής. Η ανακάλυψη των δεσμών αυτών ανάμεσα στα περιεχόμενα των δογματικών αποφάνσεων κει εκείνα της εμπειρίας που έχει ο άνθρωπος του εαυτού του, αποτελεί την «στροφή» προς την ανθρωπολογικο-υπερβατική μέθοδο, που φέρει μαζί της αναμφίβολα πλεονεκτήματα για την θεολογική εργασία.

(Συνεχίζεται)

 
ΤΟ ΥΠΕΡΒΑΤΙΚΟ ΕΓΩ ΚΑΙ ΠΑΣΗΣ ΟΙΚΟΥΜΕΝΗΣ. 
ΤΟ ΥΠΟΚΕΙΜΕΝΟ ΘΕΜΕΛΙΟ ΤΟΥ ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΟΥ.
 
Αμέθυστος

Παρασκευή 7 Ιουνίου 2024

Η «Ανθρωπολογική στροφή» στην Θεολογία κατά τον Κάρλ Ράνερ (2)

 Συνέχεια απο : Πέμπτη 30 Μαίου 2024

Του Alfredo Marranzini.

Το καλοκαίρι του 1937, προσκαλεσμένος να δώσει, στις πανεπιστημιακές εβδομάδες του Salisburgo, δέκα πέντε μαθήματα στο θεμέλιο μίας φιλοσοφίας της θρησκείας, ο Ράνερ είχε την ευκαιρία να μελετήσει την θέση του ανθρώπου απέναντι στην αποκάλυψη και να συνθέσει τα συμπεράσματα του σε έναν τόμο με τον τίτλο: «Ακροατές του Λόγου». Και σ’αυτό του το έργο θέλει να είναι πιστός στην θωμιστική σκέψη και προσεκτικός στις προκλήσεις της συγχρόνου φιλοσοφίας. Μάλιστα, θα σημειώσει αργότερα: «Και στην μοντέρνα φιλοσοφία υπάρχει μία σειρά από κλασσικούς (Καρτέσιος, Λάϊμπνιτς, Κάντ, Φίχτε, Σέλλινγκ, Χέγκελ, Σοπενάουερ, Νίτσε, Κίρκεγκαρντ. Κ.τ.λ.) η σκέψη των οποίων, προερχόμενη από το πνευματικό ρήγμα της μοντέρνας εποχής, είναι μίας τέτοιας πρωτοτυπίας, ζωτικότητος και βάθους, ώστε μία επαφή μ’αυτή θα μπορούσε να είναι αναγκαία και να ωφελήσει μία φιλοσοφία ζωντανή και σύγχρονη. Αυτό δεν απαιτεί από τον Χριστιανό φιλόσοφο την αποδοχή οποιουδήποτε λάθους, αλλά θα τον υποχρέωνε να οικοδομήσει το σύστημα του με νέο και πρωτότυπο τρόπο, να ξεπεράσει κάθε στερεότυπο φορμαλισμό και κάθε βερμπαλισμό, να ξαναδεί τα προβλήματα που είναι διαχρονικώς νέα και να μάθει να μεταφράζει την γλώσσα μίας φιλοσοφίας σε εκείνη των άλλων».

Στο Ακροατές του Λόγου, ο Ράνερ, λαμβάνοντας υπ’όψιν ξεχωριστές δραστηριότητες της ανθρώπινης υπάρξεως, την γνώση και την βούληση, δεν προτίθεται να εξαντλήσει την ανάλυση της ζωής μας πάνω στην γή σε όλο της το εύρος και το βάθος. Αντίθετα από κάθε μορφή υπαρξισμού δεν αποδέχεται μία απλή ύπαρξη η οποία μπορεί να διαχωριστεί από την ουσία, ούτε μία βασική οντολογία η οποία καταργεί την γενική οντολογία. Στην ανθρωπολογία του, παρότι ξεκινά κατά κάποιο τρόπο από την εννοιολόγηση του ανθρώπου εκ μέρους του Μάξ Σέλερ, την αναπτύσσει με ανεξαρτησία και εφαρμόζει σε όλη τους την δυναμικότητα φιλοσοφικές αρχές του Θωμισμού. Αντιμετωπίζει όπως και πολλοί άλλοι το αποφασιστικό ερώτημα της υπαρξιστικής ανθρωπολογίας, αλλά δίνει μία λύση εντελώς διαφορετική: στο ενυπάρχον (immanent) άνοιγμα του ανθρώπου που υποστηρίζεται από τον Χάϊντεγκερ, αντιθέτει το δικό του άνοιγμα στο προσωπικό άπειρο. Στον παραλογισμό τού Είναι του Nicolai Hartmann αντικαθιστά την λογικότητα τού Είναι. Ενάντια σε κάθε τύπο αντιϊστορικής νοησιαρχίας θεωρεί αναντικατάστατη την ιστορικότητα σαν χαρακτηριστικό φαινόμενο του ανθρωπίνου πνεύματος και κάθε του πράξεως.
Αυτό το όραμα (θεωρία), ανοιχτό και στην πέραν του σχολαστικισμού σκέψη, καθιστά τον Ράνερ, ικανό να εντυπώσει στην Θεολογία την «ανθρωπολογική στροφή», η οποία δεν έχει ένα καθαρώς φιλοσοφικό κριτήριο, αλλά στηρίζεται στην αποκεκαλυμένη αλήθεια, στο κεντρικό μήνυμα του Ιησού, του Λόγου του Θεού, ο οποίος προσλαμβάνοντας το σώμα μας, θέλησε να μοιραστεί την μοίρα μας και την ιστορίας μας για να μας φανερώσει το Είναι μας.
 

Η ΣΤΡΟΦΗ ΚΑΘΕΑΥΤΗ.
 

Ανθρωπολογικές νύξεις βρίσκονται σπαρμένες σχεδόν σε όλα τα θεολογικά δοκίμια του Ράνερ, αλλά μία οργανική σχεδόν σύνθεση της αντιλήψεως του της «ανθρωπολογικής στροφής» βρίσκουμε στην διάλεξη του στο Σικάγο στις 31 Μαρτίου του 1966 και σε μία συμμετοχή του στον IV τόμο του Mysterium Salutis.
Για τον Ράνερ, η ανθρωπολογική τοποθέτηση της θεολογίας σημαίνει αρνητικώς, την απόρριψη της τακτικής να θεωρείται ο άνθρωπος σαν ένα θεολογικό θέμα, δίπλα σε τόσα άλλα, την διαβεβαίωση της δυνατότητος προσδιορισμών γύρω από τον Θεό που δεν είναι ταυτοχρόνως και προσδιορισμοί για τον άνθρωπο και αντιστρόφως, ή θα μπορούσαμε να πούμε «αυτοί οι προσδιορισμοί συνδέονται με το θέμα αλλά όχι με την γνώση του θέματος»
Η ανθρωπολογική τοποθέτηση σημαίνει θετικώς πώς αντιμετωπίζοντας κάθε θεολογικό επιχείρημα, σπουδάζονται μαζί οι αναγκαίες συνθήκες που είναι απαραίτητες για την γνώση του μέσα στο θεολογικό υποκείμενο, και αποδεικνύεται πώς υπάρχουν αυτές οι προαπαιτούμενες συνθήκες για την γνώση αυτού του υποκειμένου και  φανερώνεται πώς και γιατί αυτές εμπλέκουν ήδη καθεαυτές κάτι με το αντικείμενο και εντυπώνουν κάτι πάνω στο αντικείμενο, στον τρόπο, στην μέθοδο και στα όρια της γνώσης του.
Γενικώς, η ανθρωπολογικό-υπερβατική διατύπωση ενός θέματος δεν προϋποθέτει πώς το υλικό περιεχόμενο του αντικειμένου που ανακοινώνεται μπορεί να αντληθεί συμπερασματικά και ικανοποιητικά από τις υπερβατικές και υποκειμενικές συνθήκες της γνώσης του, ούτε πώς ένα τέτοιο περιεχόμενο, του οποίου αποκτούμε την εμπειρία μόνον εκ των υστέρων, είναι άνευ σημασίας για την ύπαρξη του υποκειμένου και για την αλήθεια της γνώσης του, ούτε πώς είναι μόνον υλικό αδιάφορο, στο οποίο το υποκείμενο αποκτά την εμπειρία της απροϋποθετης και αναγκαίας δικής του φύσεως.
Αυτό ισχύει ακόμη περισσότερο για την Θεολογική προβληματική και για την εφαρμογή της υπερβατικής μεθόδου στην Θεολογία. Έτσι είναι πολύ σημαντικό να κατανοηθεί ο άνθρωπος σαν ένα όν το οποίο κατευθύνεται, λόγω της υπερφυσικής του ιστορικής καταστάσεως, προς ένα Απόλυτο φορέα Σωτηρίας, και να υπολογισθεί πώς ο άνθρωπος πρέπει να συναντήσει τον Ιησού της Ναζαρέτ, όμως όλα αυτά δεν μπορούν να συναχθούν υπερβατολογικά. Διότι στην Θεολογία το εκ των προτέρων (a’priori) του υποκειμένου και το εκ των υστέρων (a’posteriori) του ιστορικού αντικειμένου βρίσκονται σε μία μοναδική και ιδιαίτερη σχέση.
Η τελευταία συνθήκη a’priori(εκ των προτέρων, απροϋπόθετη) της Θεολογικής γνώσεως μέσα στο υποκείμενο δηλαδή ή άκτιστη Χάρις, που είναι ο ίδιος ο Θεός, ο οποίος έχει επικοινωνήσει μαζί μας ελεύθερα, συνιστά το πραγματικό περιεχόμενο και το αντικειμενικό θεμέλιο της γνώσεως που γνωρίζεται εκ των υστέρων αλλά και αυτής της ίδιας της ιστορίας.

Συνεχίζεται
Αμέθυστος.