Παρασκευή 2 Οκτωβρίου 2026

Giovanni Reale - ΣΩΚΡΑΤΗΣ (67)

   Συνέχεια από: Τρίτη 22 Σεπτεμβρίου 2026

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ι΄

Η ΞΑΝΘΙΠΠΗ ΩΣ «ΕΤΕΡΑ ΟΨΙΣ» ΤΟΥ ΣΩΚΡΑΤΟΥΣ

Η ΣΥΖΥΓΟΣ ΤΟΥ ΗΡΩΟΣ ΤΗΣ «ΑΜΦΙΣΘΕΝΟΥΣ ΕΙΡΩΝΕΙΑΣ» ΚΑΙ Η ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΗ ΣΗΜΑΣΙΑ ΤΗΣ

Οἱ πληροφορίες τοῦ Ξενοφῶντος ὡς πρὸς τὴν Ξανθίππην

Σχετικῶς μὲ τὸν χαρακτῆρα τῆς Ξανθίππης, ὁ Ξενοφῶν μᾶς παρέχει σαφεῖς καὶ λεπτομερεῖς πληροφορίες. Στὰ Ἀπομνημονεύματα ἀναφέρει μία συνομιλία τοῦ Σωκράτους μὲ τὸν μεγαλύτερο υἱό του, τὸν Λαμπροκλῆ, ὁ ὁποῖος παραπονεῖται γιὰ τὸν ἀφόρητο χαρακτῆρα τῆς μητέρας του. Πρόκειται γιὰ ἕνα κείμενο λίαν ἀντιπροσωπευτικὸ σὲ ὅ,τι ἀφορᾷ ὄχι μόνον στὴν κατανόηση τῆς Ξανθίππης, ἀλλὰ καὶ στὴ σχέση της μὲ τὸν Σωκράτη. Δεδομένης τῆς σπουδαιότητάς του, θὰ τὸ παραθέσουμε ὁλόκληρο:

«Ἐπειδὴ δὲ κάποτε ἀντελήφθη ὅτι ὁ Λαμπροκλῆς, ὁ μεγαλύτερος υἱός του, ἦτο ὠργισμένος μὲ τὴν μητέρα του· «Εἰπέ μου», εἶπεν, «ὦ τέκνον μου, γνωρίζεις μερικοὺς ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι ὀνομάζονται ἀχάριστοι;» «Πολὺ μάλιστα», εἶπεν ὁ νεανίσκος. «Ἔχεις, λοιπόν, κατανοήσει τί κάμνοντας ἀποδίδουν τὸ ὄνομα τοῦτο;» «Μάλιστα», εἶπεν· «ἀχαρίστους ὀνομάζουν ἐκείνους, ποὺ εὐεργετήθησαν, ὅταν, ἐνῷ δύνανται νὰ ἀποδώσουν τὴν εὐεργεσίαν, δὲν τὴν ἀποδίδουν». «Λοιπόν, νομίζεις ὅτι πρέπει νὰ κατατάσσωνται εἰς τοὺς ἀδίκους οἱ ἀχάριστοι;» «Μάλιστα», εἶπε. «Λοιπόν, ἐσκέφθης ποτέ, ἂν ἄρα γε, καθὼς τὸ νὰ κάμνῃ τις δούλους τοὺς φίλους του νομίζεται, ὅτι εἶναι ἄδικον, τὸ νὰ κάμνῃ δὲ τοὺς ἐχθροὺς τοῦ δούλους εἶναι δίκαιον, τοιουτοτρόπως καὶ τὸ νὰ φαίνεται μὲν κανείς πρὸς τοὺς φίλους του ἀγνώμων εἶναι ἄδικον, πρὸς τοὺς ἐχθροὺς του δὲ δίκαιον;» «Μάλιστα», εἶπε· «καὶ μοῦ φαίνεται, ὅτι καὶ ἂν εὐεργετηθεὶς κανείς ὑπὸ οἱουδήποτε, εἴτε φίλου εἴτε ἐχθροῦ, δὲν προσπαθῇ νὰ ἀποδώσῃ τὴν εὐεργεσίαν, ἄδικος εἶναι». «Λοιπόν, ἐὰν βέβαια αὐτὸ εἶναι ἔτσι, δὲν εἶναι καθαρὰ ἀδικία ἡ ἀχαριστία;» Συνεφώνει. «Λοιπόν, ὅσον κανείς περισσότερον εὐεργετηθεὶς δὲν ἀποδίδῃ τὴν εὐεργεσίαν, τοσοῦτον ἀδικώτερος εἶναι;» Τὸ παρεδέχθη καὶ αὐτό.

«Ποίους, λοιπόν», εἶπε, «καὶ ὑπὸ ποίων δυνάμεθα νὰ εὕρωμεν περισσότερον εὐεργετημένους παρὰ τὰ τέκνα ὑπὸ τῶν γονέων; Διότι τὰ τέκνα οἱ γονεῖς ἀφ’ ἑνὸς μὲν τὰ ἐδημιούργησαν ἐκ τῆς ἀνυπαρξίας, ἀφ’ ἑτέρου δὲ τὰ ἔκαμαν νὰ ἴδουν τόσα πολλὰ καλὰ καὶ τόσων πολλῶν ἀγαθῶν νὰ μετάσχουν, ὅσα οἱ θεοὶ παρέχουν εἰς τοὺς ἀνθρώπους· αὐτά, ὡς γνωστόν, καὶ τόσον πολὺ μᾶς φαίνονται ὅτι ἀξίζουν ὑπὲρ πᾶν ἄλλο, ὥστε ὅλοι τὸ νὰ τὰ ἐγκαταλείψωμεν τὸ ἀποφεύγομεν περισσότερον ἀπὸ κάθε τι καὶ αἱ πόλεις διὰ τὰ μέγιστα ἀδικήματα ὡς ποινὴν τὸν θάνατον ἔχουν ὁρίσει μὲ τὴν ἰδέαν, ὅτι δὲν θὰ ἦτο δυνατόν νὰ καταστείλουν τὴν ἀδικίαν μὲ τὸν φόβον μεγαλυτέρας τιμωρίας.

Καὶ προσέτι δὲν φρονεῖς βέβαια, ὅτι οἱ ἄνθρωποι ἕνεκα τῶν ἀφροδισίων ἡδονῶν παιδοποιοῦν, ἐπειδὴ γεμάτοι μὲν εἶναι οἱ δρόμοι ἀπὸ εὐκολίας, ποὺ ἀπαλλάττουν ἀπ’ αὐτὴν τὴν ἀνάγκην, γεμάται δὲ αἱ οἰκίαι. Εἶναι δὲ φανερόν, ὅτι καὶ ἐξετάζομεν ἀπὸ ποίας γυναῖκας ἄριστα τέκνα θὰ γεννήσωμεν, μὲ ποίας συνερχόμενοι γεννῶμεν τέκνα. Καὶ ὁ μὲν ἀνὴρ καὶ ἐκείνην, ποὺ θὰ τεκνοποιήσῃ ἐξ αὐτοῦ, τὴν τρέφει καὶ διὰ τὰ μέλλοντα νὰ γεννηθοῦν παιδιά προπαρασκευάζει τὰ πάντα, ὅσα ἤθελε νομίσει, ὅτι θὰ τοὺς ὠφελήσουν εἰς τὴν ζωήν των, καὶ μάλιστα ὅσα περισσότερα ἤθελε δυνηθῇ· ἡ δὲ γυναῖκα καὶ μένουσα ἔγκυος φέρει αὐτὸ τὸ φορτίον καὶ ἐνοχλουμένη καὶ κινδυνεύουσα διὰ τὴν ζωήν της καὶ δίδουσα ἐκ τῆς τροφῆς ἐκ τῆς ὁποίας καὶ ἡ ἰδία τρέφεται, καὶ μὲ πολὺν πόνον βαστάσασα καὶ γεννήσασα τὸ βρέφος καὶ τὸ τρέφει καὶ τὸ φροντίζει, χωρίς οὔτε αὐτὴ νὰ εὐεργετηθῇ τίποτε ἐκ τῶν προτέρων οὔτε νὰ γνωρίζῃ τὸ βρέφος ὑπὸ ποίου εὐεργετεῖται οὐδὲ νὰ ἠμπορῇ νὰ λέγῃ τί τοῦ χρειάζεται, ἀλλ’ ἡ ἰδία, συμπεραίνουσα καὶ τὰ συμφέροντα καὶ τὰ εὐχάριστα, προσπαθεῖ νὰ τὰ ἐκπληροῖ καὶ τὸ διατρέφει ἐπὶ πολὺν καιρὸν καὶ κατὰ τὴν ἡμέραν καὶ κατὰ τὴν νύκτα ὑπομένουσα κοπιάζει, χωρίς νὰ γνωρίζῃ τί λογῆς εὐγνωμοσύνην θὰ λάβῃ δι’ αὐτά.

Καὶ δὲν ἀρκεῖ νὰ τὰ θρέψῃ κανείς μόνον, ἀλλὰ καὶ ὅταν γίνουν ἱκανὰ τὰ παιδιά νὰ μανθάνουν ὅσα μὲν ἀγαθὰ γνωρίζουν οἱ ἴδιοι γονεῖς κατάλληλα διὰ τὴν ζωήν, τοὺς τὰ διδάσκουν, ὅσα δὲ νομίζουν, ὅτι εἶναι ἄλλος ἱκανώτερος νὰ τὰ διδάξῃ, τὰ στέλλουν πρὸς αὐτὸν ἐξοδεύοντες καὶ φροντίζουν, πᾶν δυνατόν μέσον καταβάλλοντες, πῶς τὰ παιδιά των νὰ γίνουν ὅσον τὸ δυνατὸν ἄριστα».

Εἰς αὐτὰ ὁ νεανίσκος ἀπήντησεν· «Ἀλλὰ βέβαια, ἂν καὶ ὅλ’ αὐτὰ τὰ ἔχῃ κάμει ἡ μητέρα καὶ ἄλλα πολὺ περισσότερα ἀπὸ αὐτά, κανείς δὲν θὰ ἠδύνατο νὰ ὑπομείνῃ τὴν δυστροπίαν της». Καὶ ὁ Σωκράτης. «Ποῖον δὲ ἐκ τῶν δύο», εἶπε, «νομίζεις, ὅτι εἶναι περισσότερον δυσκολοβάστακτος ἡ ἀγριότης θηρίου ἢ μητρός;» «Ἐγὼ βέβαια νομίζω, ὅτι τῆς μητρὸς τοὐλάχιστον τῆς τοιαύτης». «Λοιπόν, πότε ἕως τώρα σοῦ ἐπροξένησε κανὲν κακὸν ἢ δαγκάσασα ἢ λακτίσασα, ὁποῖα πολλοὶ ὑπὸ τῶν θηρίων πάσχουσιν;» «Ἀλλὰ, μὰ τὴν ἀλήθειαν», εἶπε, «λέγει πράγματα, τὰ ὁποῖα κανείς μὲ θυσίαν ὅλης του τῆς ζωῆς δὲν θὰ ἤθελε νὰ τὰ ἀκούσῃ».

«Σὺ δὲ πόσας νομίζεις ὅτι παρέσχες ἐνοχλήσεις εἰς αὐτὴν μὲ τὸ νὰ τὴν στενοχωρῇς καὶ μὲ τοὺς λόγους σου καὶ μὲ τὰ ἔργα σου ἀπὸ τὴν παιδικὴν σου ἡλικίαν καὶ κατὰ τὴν ἡμέραν καὶ κατὰ τὴν νύκτα, πόσας δὲ λύπας τῆς ἐπροξένησες ἀσθενῶν;» «Ἀλλ’ οὐδέποτε ἕως τώρα», εἶπεν, «οὔτε τῆς εἶπα οὔτε τῆς ἔκαμα τίποτε, διὰ τὸ ὁποῖον νὰ ἠχλοῦθη». «Τί δὲ νομίζεις», εἶπεν, «ὅτι εἶναι ὀχληρότερον εἰς σὲ ν’ ἀκούῃς ἐκεῖνα, ποὺ λέγει αὐτή, παρὰ εἰς τοὺς ὑποκριτάς, ὅταν εἰς τὰς τραγῳδίας λέγουν τὰ ἔσχατα πρὸς ἀλλήλους;» «Ἀλλὰ, νομίζω, ἐπειδὴ πιστεύουν, ὅτι ἀπὸ τοὺς λέγοντας οὔτε ὁ ἐλέγχων ἐλέγχει, διὰ νὰ βλάψῃ, οὔτε ὁ ἀπειλῶν ἀπειλεῖ, διὰ νὰ κάμῃ τίποτε κακόν, εὐκόλως ὑποφέρουν τὰς ὕβρεις». «Σὺ δὲ, ἂν καὶ καλῶς ἠξεύρεις, ὅτι ὅσα σοῦ λέγει ἡ μητέρα σου, οὐ μόνον τὰ λέγει, χωρίς νὰ ἔχῃ κατὰ νοῦν τίποτε κακόν, ἀλλὰ καὶ θέλουσα νὰ ἔχῃς τόσα ἀγαθὰ ὅσα κανένας ἄλλος, δυσαρεστεῖσαι; Ἢ νομίζεις, ὅτι ἡ μητέρα σου θέλει τὸ κακόν σου;» «Ὄχι βέβαια», εἶπεν, «αὐτὸ τουλάχιστον δὲν τὸ φαντάζομαι».

Καὶ ὁ Σωκράτης· «Λοιπόν», εἶπεν, «ἡ μητέρα σου ἐνῷ θέλει τὸ καλόν σου καὶ φροντίζει διὰ σὲ, ὅταν ἀσθενῇς, ὅσον ἠμπορεῖ περισσότερον, καὶ διὰ νὰ γίνῃς καλὰ καὶ διὰ νὰ μὴ στερηθῇς τίποτε ἀπὸ τὴν τροφήν σου καὶ πρὸς τούτοις ἐνῷ πολλὰ [ἀγαθὰ] χάριν σου ζητεῖ ἀπὸ τοὺς θεοὺς καὶ ἐκτελεῖ τὰ τάξιμά της σὺ δυσφορεῖσαι ὅτι εἶναι ἀνυπόφορος; Ἐγὼ βέβαια νομίζω ὅτι, ἂν δὲν ἠμπορῇς νὰ ὑποφέρῃς τοιαύτην μητέρα δὲν ἠμπορεῖς νὰ ὑποφέρῃς τὰ ἀγαθά. Εἰπέ μου δέ», εἶπε, «ποῖον ἐκ τῶν δύο συμβαίνει: μήπως νομίζεις, ὅτι πρέπει νὰ τιμᾷς τοὺς ἄλλους ἢ εἶσαι προδιατεθειμένος νὰ μὴ προσπαθῇς νὰ φαίνεσαι ἀρεστὸς εἰς κανένα ἄνθρωπον μηδὲ νὰ πείθεσαι μήτε εἰς στρατηγὸν μήτε εἰς κανένα ἄλλον ἄρχοντα;» «Ναί, μὰ τὴν ἀλήθειαν», εἶπε, «παραδέχομαι, ὅτι πρέπει νὰ τιμῶ τοὺς ἄλλους».

«Λοιπόν», εἶπεν ὁ Σωκράτης, «καὶ εἰς τὸν γείτονά σου θέλεις νὰ εἶσαι ἀρεστός, καὶ διὰ νὰ σοῦ δίδῃ προσάναμμα ὅταν ἔχῃς ἀνάγκην ἀπὸ φωτιὰν καὶ διὰ νὰ σὲ βοηθῇ εἰς ἀγαθὴν τινὰ πρᾶξιν καὶ, ἂν τυχαίως σφάλῃς εἰς τίποτε, νὰ τρέχῃ νὰ σὲ βοηθῇ φιλικῶς;» «Μάλιστα», εἶπε. «Τί δέ; Καθόλου δὲν θὰ σ’ ἐνδιέφερε νὰ γίνῃ ἐχθρός σου ἢ φίλος σου, ὁ συνοδοιπόρος ἢ συνταξιδιώτης ἐν πλοίῳ ἢ ὅποιος ἄλλος συναντηθῇ μαζί σου ἢ νομίζεις, ὅτι πρέπει νὰ φροντίζῃς καὶ διὰ τὴν εὔνοιαν αὐτῶν;» «Μάλιστα», εἶπεν. «Ἔπειτα δι’ αὐτοὺς μὲν εἶσαι προδιατεθειμένος νὰ φροντίζῃς, τὴν δὲ μητέρα σου, ἡ ὁποία σὲ ἀγαπᾷ περισσότερον ἀπ’ ὅλους, δὲν νομίζεις ὅτι πρέπει νὰ τὴν τιμᾷς; Δὲν ἠξεύρεις, ὅτι καὶ ἡ πόλις διὰ τὰς ἄλλας μὲν ἀχαριστίας ἀδιαφορεῖ οὔτε τὰς δικάζει, ἀλλὰ παραβλέπει ἐκείνους, ποὺ ἔχουν εὐεργετηθῇ καὶ δὲν ἀποδίδουν τὴν εὐεργεσίαν, ἂν ὅμως κανείς τοὺς γονεῖς του δὲν περιποιῆται, εἰς τοῦτον καὶ τιμωρίαν ἐπιβάλλει καὶ κατὰ τὴν δοκιμασίαν τῶν ἀρχόντων ἀποδοκιμάζουσα αὐτὸν δὲν τοῦ ἐπιτρέπει νὰ γίνῃ ἄρχων, ἐπειδὴ οὔτε αἱ θυσίαι εὐσεβῶς θὰ ἐτελοῦντο, ὅταν αὐτὸς θὰ ἐθυσίαζεν, οὔτε ἄλλο τίποτε καλῶς καὶ δικαίως οὕτω θὰ ἔκαμνε;

Καὶ μὰ τὴν ἀλήθειαν, ἂν κανείς, ὅταν ἀποθάνουν οἱ γονεῖς του, τοὺς τάφους των δὲν στολίζῃ, καὶ αὐτὸ τὸ ἐξετάζει ἡ πόλις εἰς τὰς δοκιμασίας τῶν ἀρχόντων. Σὺ λοιπόν, παιδί μου, ἂν εἶσαι φρόνιμος, τοὺς μὲν θεοὺς θὰ παρακαλέσῃς νὰ σὲ συγχωρήσουν, ἂν πως ἔχῃς παραμελήσει τὴν μητέρα σου, μήπως καὶ αὐτοί, ἅμα σὲ καταλάβουν ὅτι εἶσαι ἀχάριστος, δὲν θελήσουν νὰ σὲ εὐεργετοῦν, ἀπὸ δὲ τοὺς ἀνθρώπους θὰ φυλαχθῇς, μήπως, ἅμα σὲ ἀντιληφθοῦν, ὅτι παραμελεῖς τοὺς γονεῖς σου, ὅλοι σὲ περιφρονήσουν, καὶ τότε εὑρεθῇς ἔρημος φίλων. Διότι, ἂν σὲ νομίσουν, ὅτι εἶσαι ἀγνώμων πρὸς τοὺς γονεῖς, κανείς δὲν θέλει πιστεύσει ὅτι, ἂν σ’ εὐεργετήσῃ, θὰ λάβῃ ὀπίσω τὴν εὐεργεσίαν»²⁴.

Ἡ περικοπὴ αὕτη εἶναι πολὺ ἐνδεικτικὴ γιὰ δυὸ λόγους: Πρῶτον, πιστοποιεῖ τὸν χολερικὸ καὶ ἀφόρητο χαρακτῆρα τῆς Ξανθίππης. Δεύτερον, παρέχει μία σαφῆ ἔνδειξη γιὰ τὸ εἶδος τῆς σχέσεως, σχέσεως ἄκρως θλιβερῆς, τὴν ὁποία διατηροῦσε ὁ Σωκράτης μὲ τὴ σύζυγό του. Στὴ σχέση αὐτὴ ἀναφέρονται ἐκτενῶς ὁρισμένες ἀπὸ τὶς μεταγενέστερες πηγές.

Ἡ δεύτερη περικοπὴ περιέχεται στὸ Συμπόσιο καὶ ἀναφέρει, ὑποτίθεται, τὴ γνώμη τοῦ Ἀντισθένη γιὰ τὴν Ξανθίππη. Ἀφοῦ μία χορεύτρια, κατὰ τὴ διάρκεια ἑνὸς συμποσίου, χόρεψε μὲ μεγάλη δεξιοτεχνία, ὁ Σωκράτης δράττεται τῆς εὐκαιρίας νὰ σχολιάσει τὴ φύση τῆς γυναίκας. Συνομιλῶντας, λοιπόν, μὲ τὸν Ἀντισθένη ἀναφέρει:

— Καὶ ἀπὸ πολλὰ ἄλλα, ὦ φίλοι, καὶ ἀπὸ ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα κάμνει αὐτὴ ἡ νέα, ἀποδεικνύεται ὅτι ἡ φύσις τῆς γυναικὸς δὲν εἶναι κατωτέρα ἀπὸ τὴν τοῦ ἀνδρός, ἀλλ’ ἔχει ἀνάγκην ἀπὸ σωματικὴν καὶ πνευματικὴν τόνωσιν. Ὥστε ἐκεῖνοι ἀπὸ σᾶς οἱ ὁποῖοι ἔχουν γυναῖκας ἂς μὴ διστάσουν νὰ τὰς διδάξουν ὅ,τι θὰ ἤθελον νὰ μάθουν.

— Πῶς λοιπόν, ὦ Σωκράτη, εἶπε ὁ Ἀντισθένης, ἀφοῦ τοιαύτη εἶναι ἡ γνώμη σου, δὲν ἐκπαιδεύεις τὴν Ξανθίππην, ἀλλ’ ἱκανοποιεῖσαι μὲ τὴν γυναῖκα αὐτήν, ἡ ὁποία νομίζω ὅτι εἶναι ἡ χειροτέρα ἀπὸ τὰς ὑπαρξάσας, τὰς ὑπαρχούσας καὶ τὰς μελλούσας νὰ ὑπάρξουν;

— Διότι, ἀπήντησε, βλέπω ὅτι καὶ ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι θέλουν νὰ γίνουν καλοὶ ἱππευταὶ μεταχειρίζονται ὄχι τοὺς πλέον ἡμέρους ἀλλὰ τοὺς πλέον θυμώδεις ἵππους, πεπεισμένοι ὅτι, ἐὰν δυνηθοῦν νὰ δαμάσουν τούτους, εὐκόλως θὰ ἠδύναντο νὰ χρησιμοποιήσουν καὶ τοὺς ἄλλους. Καὶ ἐγὼ λοιπόν, θέλων νὰ μάθω τὸν τρόπον τῆς ἐπικοινωνίας καὶ συναναστροφῆς μὲ τοὺς ἀνθρώπους, ἀπέκτησα αὐτὴν τὴν γυναῖκα, καλῶς γνωρίζων ὅτι, ἂν δυνηθῶ νὰ ὑποφέρω αὐτήν, εὐκόλως θὰ ἠμπορέσω νὰ συναναστραφῶ μὲ ὅλους τοὺς ἄλλους ἀνθρώπους²⁵.

Ἡ προσωπικότητα τοῦ Ἀντισθένη, ὁ ὁποῖος παρεμβαίνει στὴ συζήτηση, δικαιολογεῖ χωρὶς ἀμφιβολία τὴν ἀκρότητα τῆς κρίσεως γιὰ τὴν Ξανθίππη, ἐφ’ ὅσον εἶναι γνωστὸς γιὰ τὸν μισογυνισμό του. Οἱ κυνικοὶ φιλόσοφοι διακρίνονται γενικῶς γιὰ τὸν μισογυνισμό τους. Ἐν τούτοις, ἡ κρίση τοῦ Ἀντισθένη ἀντιστοιχεῖ στὴν κρίση τοῦ Λαμπροκλῆ καί, ὡς ἐκ τούτου, ἀνταποκρίνεται κάπως στὴν ἀλήθεια.

Σημειώσεις


24. ΞΕΝΟΦΩΝΤΟΣ, Ἀπομνημονεύματα, τ. Α΄, Β΄, ΙΙ, 2.

25. ΤΟΥ ΑΥΤΟΥ, Συμπόσιον, 2, 9-10.

Ακολουθεί απόδοση στη δημοτική του κειμένου των σημειώσεων 24 και 25:

Σημείωση 24 — Ξενοφών, Απομνημονεύματα Α΄, Β΄, ΙΙ, 2

Κάποτε ο Σωκράτης κατάλαβε ότι ο μεγαλύτερος γιος του, ο Λαμπροκλής, ήταν θυμωμένος με τη μητέρα του. Τον ρώτησε λοιπόν:

«Πες μου, παιδί μου, ξέρεις κάποιους ανθρώπους που τους λέμε αχάριστους;»

«Βέβαια», απάντησε ο νέος.

«Και έχεις καταλάβει για ποιο λόγο τους αποκαλούμε έτσι;»

«Ναι. Αχάριστους λέμε εκείνους που, ενώ έχουν δεχτεί μια ευεργεσία και μπορούν να την ανταποδώσουν, δεν το κάνουν».

«Άρα θεωρείς ότι οι αχάριστοι πρέπει να συγκαταλέγονται στους άδικους;»

«Βέβαια».

«Έχεις σκεφτεί μήπως η αχαριστία είναι άδικη μόνο απέναντι στους φίλους και όχι απέναντι στους εχθρούς;»

«Όχι», απάντησε. «Νομίζω πως, αν κάποιος έχει ευεργετηθεί από οποιονδήποτε, είτε φίλο είτε εχθρό, και δεν προσπαθεί να ανταποδώσει την ευεργεσία, είναι άδικος».

«Άρα η αχαριστία είναι καθαρή μορφή αδικίας;»

Ο Λαμπροκλής συμφώνησε.

«Και όσο μεγαλύτερη είναι η ευεργεσία που έχει δεχτεί κάποιος χωρίς να την ανταποδώσει, τόσο πιο άδικος γίνεται;»

Και σε αυτό συμφώνησε.

Τότε ο Σωκράτης συνέχισε:

«Και ποιοι άνθρωποι έχουν ευεργετηθεί περισσότερο και από ποιους, αν όχι τα παιδιά από τους γονείς τους; Οι γονείς είναι εκείνοι που τα έφεραν στη ζωή και τους έδωσαν τη δυνατότητα να δουν και να απολαύσουν όλα τα αγαθά που προσφέρουν οι θεοί στους ανθρώπους. Αυτά τα αγαθά τα θεωρούμε τόσο πολύτιμα, ώστε όλοι φοβόμαστε περισσότερο απ’ οτιδήποτε άλλο να τα χάσουμε, και οι πόλεις έχουν θεσπίσει τη θανατική ποινή για τα μεγαλύτερα εγκλήματα, επειδή δεν υπάρχει μεγαλύτερη τιμωρία από την απώλεια της ζωής.

Και φυσικά δεν νομίζεις ότι οι άνθρωποι κάνουν παιδιά απλώς για τη σωματική ηδονή. Είναι φανερό ότι εξετάζουν με ποιες γυναίκες θα μπορούσαν να αποκτήσουν τα καλύτερα παιδιά. Ο άντρας φροντίζει τη γυναίκα από την οποία θα αποκτήσει παιδιά και προετοιμάζει, όσο μπορεί, όλα όσα θεωρεί ότι θα είναι χρήσιμα για τη μελλοντική τους ζωή.

Η γυναίκα, από την άλλη, κυοφορεί το παιδί, υποφέρει και διακινδυνεύει ακόμη και τη ζωή της. Του δίνει από τη δική της τροφή, το κουβαλά με κόπο, το γεννά, το τρέφει και το φροντίζει, χωρίς να έχει προηγουμένως δεχτεί κάποια ευεργεσία από αυτό. Το βρέφος ούτε γνωρίζει ποιος το ευεργετεί ούτε μπορεί να πει τι χρειάζεται. Η μητέρα, προσπαθώντας μόνη της να καταλάβει τι του είναι χρήσιμο και τι το ευχαριστεί, φροντίζει να του τα προσφέρει, μέρα και νύχτα, για πολύ καιρό, χωρίς να γνωρίζει τι ανταπόδοση θα λάβει.

Και δεν αρκεί μόνο να αναθρέψει κανείς τα παιδιά. Όταν μεγαλώσουν αρκετά ώστε να μπορούν να μαθαίνουν, οι γονείς τους διδάσκουν όσα γνωρίζουν και θεωρούν χρήσιμα για τη ζωή. Και όσα δεν μπορούν να τους τα διδάξουν οι ίδιοι, τα στέλνουν σε ανθρώπους ικανότερους, πληρώνουν γι’ αυτό και κάνουν ό,τι μπορούν ώστε τα παιδιά τους να γίνουν όσο το δυνατόν καλύτερα».

Ο Λαμπροκλής απάντησε:

«Ακόμη κι αν η μητέρα μου έχει κάνει όλα αυτά και ακόμη περισσότερα, κανείς δεν θα μπορούσε να αντέξει τη δύστροπη συμπεριφορά της».

Ο Σωκράτης τού είπε:

«Τι είναι πιο δύσκολο να ανεχτεί κανείς, την αγριότητα ενός θηρίου ή μιας μητέρας;»

«Της μητέρας, τουλάχιστον μιας τέτοιας μητέρας», απάντησε.

«Και πότε σου έκανε κάποιο πραγματικό κακό; Σε δάγκωσε ή σε κλότσησε ποτέ, όπως κάνουν τα άγρια ζώα;»

«Όχι, αλλά λέει πράγματα που κανείς δεν θα ήθελε να ακούσει ούτε με αντάλλαγμα ολόκληρη τη ζωή του».

Τότε ο Σωκράτης τού είπε:

«Και εσύ πόσες ενοχλήσεις νομίζεις ότι της προκάλεσες από μικρός, με τα λόγια και τις πράξεις σου, μέρα και νύχτα; Πόση αγωνία και λύπη της προκάλεσες κάθε φορά που αρρώσταινες;»

Ο Λαμπροκλής απάντησε ότι ποτέ δεν της είπε ή δεν της έκανε κάτι με σκοπό να την πληγώσει.

Ο Σωκράτης συνέχισε:

«Κι όμως, όταν οι ηθοποιοί στις τραγωδίες λένε μεταξύ τους τα πιο βαριά λόγια, δεν τα θεωρούν πραγματικά, επειδή γνωρίζουν ότι ούτε εκείνος που κατηγορεί θέλει να βλάψει ούτε εκείνος που απειλεί σκοπεύει πραγματικά να κάνει κακό. Εσύ, λοιπόν, ενώ ξέρεις πολύ καλά ότι η μητέρα σου, όταν σου λέει κάτι, δεν έχει κακή πρόθεση απέναντί σου, αλλά αντίθετα θέλει για σένα περισσότερα αγαθά απ’ όσα για οποιονδήποτε άλλον, παρ’ όλα αυτά αγανακτείς μαζί της; Ή μήπως νομίζεις ότι θέλει το κακό σου;»

«Όχι, βέβαια. Αυτό δεν το πιστεύω».

«Άρα λοιπόν», είπε ο Σωκράτης, «η μητέρα σου θέλει το καλό σου, σε φροντίζει όταν αρρωσταίνεις όσο περισσότερο μπορεί, προσπαθεί να μη σου λείψει τίποτε, προσεύχεται στους θεούς για σένα και εκπληρώνει τα τάματά της, κι εσύ τη θεωρείς ανυπόφορη; Αν δεν μπορείς να ανεχτείς μια τέτοια μητέρα, τότε δεν μπορείς να ανεχτείς ούτε τα καλά που σου προσφέρει.

Πες μου ακόμη: θεωρείς ότι πρέπει να σέβεσαι και να τιμάς τους άλλους ανθρώπους;»

Ο Λαμπροκλής συμφώνησε.

«Θέλεις, λοιπόν, να έχεις καλές σχέσεις με τον γείτονά σου, ώστε, όταν χρειαστείς φωτιά, να σου δώσει προσάναμμα, να σε βοηθήσει σε κάποια ανάγκη και, αν σου συμβεί κάποιο λάθος ή ατύχημα, να τρέξει να σε βοηθήσει φιλικά;»

«Βέβαια».

«Και σε ενδιαφέρει ο άνθρωπος με τον οποίο ταξιδεύεις, είτε στη στεριά είτε στη θάλασσα, να είναι φίλος και όχι εχθρός σου;»

«Βέβαια».

«Και για όλους αυτούς φροντίζεις να έχεις την εύνοιά τους, αλλά τη μητέρα σου, που σε αγαπά περισσότερο απ’ όλους, δεν θεωρείς ότι πρέπει να την τιμάς;

Δεν ξέρεις ότι η πόλη μπορεί να αδιαφορεί για άλλες περιπτώσεις αχαριστίας, αλλά αν κάποιος παραμελεί τους γονείς του, τον τιμωρεί και μπορεί να τον αποκλείσει από δημόσια αξιώματα; Και όταν εξετάζεται αν κάποιος είναι άξιος να αναλάβει αξίωμα, ελέγχεται και το αν φροντίζει τους γονείς του, γιατί θεωρείται ότι, αν δεν είναι σωστός απέναντι στους γονείς του, δύσκολα θα ενεργήσει σωστά και απέναντι στους θεούς και στην πόλη.

Ακόμη και μετά τον θάνατο των γονιών, η πόλη εξετάζει αν τα παιδιά φροντίζουν τους τάφους τους.

Γι’ αυτό, παιδί μου, αν είσαι συνετός, πρέπει να ζητήσεις από τους θεούς να σε συγχωρήσουν, αν έχεις παραμελήσει τη μητέρα σου, μήπως, βλέποντας την αχαριστία σου, πάψουν και εκείνοι να σε ευεργετούν. Και πρέπει να προσέχεις μήπως και οι άνθρωποι, βλέποντας ότι παραμελείς τους γονείς σου, σε περιφρονήσουν και μείνεις χωρίς φίλους. Γιατί, αν σε θεωρήσουν αχάριστο απέναντι στους ίδιους σου τους γονείς, κανείς δεν θα πιστέψει ότι, αν σου κάνει καλό, εσύ θα του το ανταποδώσεις».


Σημείωση 25 — Ξενοφών, Συμπόσιο 2, 9–10

Ο Σωκράτης λέει:

«Από πολλά πράγματα, φίλοι μου, και από όσα έκανε αυτή η νεαρή γυναίκα, φαίνεται ότι η γυναικεία φύση δεν είναι κατώτερη από την ανδρική. Αυτό που χρειάζεται είναι κατάλληλη άσκηση και εκπαίδευση, τόσο του σώματος όσο και του πνεύματος. Όσοι λοιπόν από εσάς έχετε γυναίκες, μη διστάζετε να τις διδάσκετε όσα θα θέλατε να γνωρίζουν».

Τότε ο Αντισθένης τον ρώτησε:

«Αφού αυτή είναι η γνώμη σου, Σωκράτη, γιατί δεν εκπαιδεύεις και την Ξανθίππη; Γιατί συμβιώνεις με μια γυναίκα που, κατά τη γνώμη μου, είναι η πιο δύσκολη απ’ όλες όσες υπήρξαν, υπάρχουν ή πρόκειται να υπάρξουν;»

Και ο Σωκράτης απάντησε:

«Επειδή βλέπω ότι όσοι θέλουν να γίνουν καλοί ιππείς δεν διαλέγουν τα πιο ήρεμα άλογα, αλλά τα πιο ζωηρά και δύστροπα. Πιστεύουν ότι, αν κατορθώσουν να δαμάσουν αυτά, τότε θα μπορέσουν εύκολα να χειριστούν και όλα τα άλλα.

Έτσι κι εγώ, επειδή θέλω να μάθω πώς να συναναστρέφομαι και να επικοινωνώ με τους ανθρώπους, διάλεξα αυτή τη γυναίκα, γνωρίζοντας καλά ότι, αν μπορέσω να τα καταφέρω μαζί της, τότε θα μπορώ εύκολα να συναναστρέφομαι και με όλους τους άλλους ανθρώπους».

Δεν υπάρχουν σχόλια: