Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Wolfram Eilenberger - Η εποχή των μάγων. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Wolfram Eilenberger - Η εποχή των μάγων. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 6 Μαρτίου 2026

Η εποχή των μάγων (8)

  Συνέχεια από: Παρασκευή 27 Φεβρουαρίου 2026

Η ΝΕΩΤΕΡΗ ΔΥΣΗ ΚΑΙ ΟΙ ΘΕΟΙ ΤΗΣ

Η εποχή των  μάγων

Η μεγάλη δεκαετία της φιλοσοφίας

1919-1929

Wolfram Eilenberger

Εκδόσεις Klett-Cotta, 2018

ΙΙ. Άλματα

1919

Ο δόκτωρ Benjamin δραπετεύει από τον πατέρα του, ο λοχίας Wittgenstein αυτοκτονεί οικονομικά, ο υφηγητής Heidegger ξεπέφτει από την πίστη, και ο Monsieur Cassirer επεξεργάζεται στον ηλεκτρικό τον φωτισμό του. 

Τι να κάνω;

«Αν από την μία ο χαρακτήρας ενός ανθρώπου, μεταξύ άλλων δηλαδή και ο τρόπος που αντιδρά, ήταν σε όλα του τα επιμέρους σημεία γνωστός, και από την άλλη, αν ήταν γνωστά τα συμβάντα του κόσμου, στις περιοχές εκείνες όπου συναντούν τον συγκεκριμένο χαρακτήρα, θα μπορούσε να ειπωθεί με ακρίβεια τι θα συνέβαινε στον χαρακτήρα εκείνο, όπως και το τι θα έκανε αυτός. Αυτό σημαίνει, πως η μοίρα του θα ήταν γνωστή»15Ισχύει όμως αυτό; Είναι η μορφή της πορείας μιας ζωής με τέτοιο τρόπο καθορισμένη, προδιαγεγραμμένη, προβλέψιμη; Πόσο περιθώριο έχει ένας άνθρωπος για να διαμορφώσει τη ζωή του; Αυτές τις ερωτήσεις διαπραγματεύεται ο 27-χρονος Walter Benjamin τον Σεπτέμβριο του 1919, σε ένα δοκίμιο με τίτλο «Μοίρα και Χαρακτήρας» (Schicksal und Charakter). Όπως η πρώτη πρόταση τού κειμένου αφήνει να εννοηθεί, η προσπάθειά του έγκειται στο να μοιράσει πάλι τα χαρτιά, αντιπροσωπευτικά για ολόκληρη τή γενιά νεαρών Ευρωπαίων διανοουμένων, που βρίσκεται ενώπιον τής ανάγκης, μετά το τέλος του μεγάλου πολέμου, να επανεξετάσει τα θεμέλια τής κουλτούρας και τής ύπαρξής της. 

Το γράψιμο ώς μέσο αυτοφωτισμού.

Το πρώτο καλοκαίρι μετά τον πόλεμο, ο Benjamin βρισκόταν σε μια μεταβατική κατάσταση, και για πολύ προσωπικούς λόγους. Οι ουσιαστικές μεταβάσεις στην λεγόμενη ενήλικη ζωή βρίσκονται πια πίσω του. Παντρεύτηκε το 1917, έγινε πατέρας το 1918, και τέλη Ιουνίου του 1919 έλαβε τον διδακτορικό τίτλο στην φιλοσοφία. Όσο για τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο, κατάφερε να μην αφήσει να πλησιάσουν πολύ την ύπαρξη του οι φρικαλεότητες τής παγκόσμιας σύρραξης. Γλύτωσε την πρώτη του επιστράτευση το 1915, καθώς την νύχτα πριν την αξιολόγηση ήπιε μαζί με τον καλύτερο του φίλο, Gerhard Scholem, αμέτρητα φλυτζάνια καφέ. Το πρωί ο παλμός του είχε επαρκή αρρυθμία, ώστε να αξιολογηθεί ως ακατάλληλος. Ήταν ένα συνηθισμένο για την εποχή κόλπο. Πολύ πιο δημιουργική και επεξεργασμένη ήταν η δεύτερη προσπάθεια του να ξεφύγει, το 1916. Για να πετύχει την απαλλαγή, έβαλε την μελλοντική γυναίκα του Ντόρα, να του υποβάλει μέσω μιας διαδικασίας ύπνωσης που διήρκεσε μερικές εβδομάδες, πως πάσχει από βαριά ισχιαλγία. Σύμφωνα με τον στρατιωτικό γιατρό, τα συμπτώματα ήταν σαφή. Αν και δεν κατάφερε να απαλλαγεί από την υπηρεσία στο μέτωπο, πήρε τουλάχιστο την επίσημη άδεια να εξεταστεί για το πολύπλοκο πρόβλημα του σε μια ειδική κλινική στην Ελβετία. Και αφού μπήκε στην Ελβετία, είχε ξεφύγει από την υποχρεωτική επιστράτευση, εφόσον παρέμενε εκεί. Ο Walter και η Dora είχαν αποφασίσει να κάνουν το βήμα το Φθινόπωρο του 1917.

Το καταφύγιό του

Κατ’ αρχάς εγκαθίσταται κανείς στη Ζυρίχη, όπου στα χρόνια τού πολέμου είχαν μαζευτεί νεαροί Γερμανοί, αλλά και από ολόκληρη την Ευρώπη, διανοούμενοι. Έτσι το 1916, οι Hugo Ball και Tristan Tzara κηρύσσουν εκεί τον Ντανταϊσμό. Λίγα μέτρα από το «Cabaret Voltaire», είναι εγκατεστημένος κάποιος Wladimir Iljitsch Uljanov, όπου υπό το ψευδώνυμο Lenin σχεδιάζει την ρωσική επανάσταση. Χωρίς να βρει ή και να αναζητήσει πρόσβαση στους κύκλους αυτούς, το νεαρό φρεσκοπαντρεμμένο ζευγάρι-συνοδευόμενο από τον κοινό τους φίλο Scholem-μετακομίζει στη Βέρνη στην Κεντρική Ελβετία, όπου ο Walter εγγράφεται στο εκεί πανεπιστήμιο με σκοπό να κάνει διδακτορικό στη φιλοσοφία.

Και οι δυο-ή καλύτερα και οι τρεις-εξόριστοι από το Βερολίνο, ζουν σχεδόν αποκλεισμένοι από την πολιτισμική ζωή αυτής της διάσημης για τον αργόσυρτο τρόπο ζωής πόλη. Οι Benjamin και Scholem θεωρούν πως το επίπεδο των μαθημάτων στο πανεπιστήμιο είναι πολύ χαμηλό. Μέσα σε αυτή την υποαπασχόληση δεν επινοούν απλώς ένα φανταστικό πανεπιστήμιο, με το όνομα «Muri», αλλά και περίεργα σεμινάρια, όπως «Το πασχαλινό αβγό-τα προτερήματα και οι κίνδυνοί του» (Θεολογία), «Θεωρία και πράξη τής προσβολή» (Νομικά) ή «Θεωρία της ελεύθερης πτώσης με ασκήσεις στο τέλος» (Φιλοσοφία)16. Χρησιμοποιούν τον χρόνο στη Βέρνη για ιδιωτικά αναγνώσματα και μελέτες, όπως του νεοκαντιανού Hermann Cohen, τα οποία μελετούν πρόταση προς πρόταση σε μακρές νυχτερινές συναντήσεις.

Ήταν μια κατάσταση, η θεμελιώδης απροσδιοριστία της οποίας, αλλά και η ερωτική αμφισημία της, ταίριαζε στον χαρακτήρα του Benjamin. Μετά την γέννηση του γιού του, αυξάνει κατά πολύ την παραγωγικότητά του, και σε λιγότερο από ένα χρόνο τελειώνει το διδακτορικό του. Το προβλεπόμενο τέλος του πολέμου θέτει ενώπιον του και την αναγκαιότητα, να προσανατολιστεί επαγγελματικά πιο συγκεκριμένα για την μετά τον πόλεμο εποχή. Και ο πατέρας τού Benjamin-η οικονομική κατάσταση του οποίου επηρεάστηκε πολύ από τον πόλεμο-πιέζει τον γιο να σταθεί επιτέλους στα πόδια του.

Κρίσιμες μέρες

Όταν η νεαρή οικογένεια αποσύρεται για τις καλοκαιρινές διακοπές το 1919 σε ένα κατάλυμα στη λίμνη Brienze, έχει περάσει μήνες έντονης εργασίας. «Η Ντόρα και εγώ είμαστε στο τέλος των δυνάμεων μας», γράφει ο Benjamin στον Scholem, στις 8 Ιουλίου του 1919, κατάσταση που έχει να κάνει και με την υγεία του μικρού Stefan, που για μήνες «έχει διαρκή πυρετό» ώστε «δεν μπορεί καθόλου να ησυχάσει»18. Η Ντόρα υποφέρει πολύ κάτω από «τους μεγάλους κόπους που μαζεύτηκαν κατά τη διάρκεια των μηνών», με «αναιμία και άσχημη απώλεια βάρους» ως συνέπεια όλων αυτών. Ο Benjamin παλεύει ακόμα-με πραγματικά ισχυρούς πόνους-με την δια της ύπνωσης προκληθείσα ισχιαλγία, και επιπλέον, όπως αναφέρει στον οικογενειακό τους φίλο, «κατά τους τελευταίους μήνες έχω παθολογική ευαισθησία στον θόρυβο». Στα πρόθυρα του burnout θα λέγαμε σήμερα.

Η οικογένεια, που θα περάσει τις διακοπές της στο κατάλυμα με το ωραίο όνομα «Mon repos»,  έχει λοιπόν μεγάλη ανάγκη ξεκούρασης. Με θέα προς τη λίμνη, με πλήρη διατροφή, με νταντά που ήρθε μαζί τους-η κατάσταση ήταν σοβαρή, αλλά οικονομικά απελπιστική δεν ήταν-ήθελαν να φάνε καλά, να κοιμηθούν πολύ, να διαβάσουν λίγο, ο Walter ήθελε να μεταφράσει πότε-πότε ποιήματα του αγαπημένου του Baudelaire στα γερμανικά. Θα μπορούσαν να είναι όλα τόσο όμορφα.

Όπως ήταν όμως συνηθισμένο με τα σχέδια τού Benjamin, τίποτα δεν έγινε έτσι όπως το σχεδίασε. Πράγμα που οφειλόταν και στον Walter. Για να μην διακινδυνεύσει την οικονομική βοήθεια τού πατέρα, θεώρησε πιο έξυπνο να μην αναφέρει στην οικογένεια του στο Βερολίνο πως πέρασε επιτυχώς τις εξετάσεις τού διδακτορικού.

Ο πατέρας Benjamin αποφασίζει μαζί με την γυναίκα του να τους κάνουν μια επίσκεψη-έκπληξη στην Ελβετία. Μπορούμε να ορίσουμε με ακρίβεια την 31. Ιουλίου 1919 ως ημερομηνία κατά την οποία οι γονείς έφτασαν στο θέρετρο.

Όποιος γνωρίζει τώρα τους εμπλεκόμενους χαρακτήρες, δεν χρειάζεται και τον γενικό μαθηματικό τύπο για τα πάντα, ώστε να προβλέψει την εξέλιξη της συνάντησης πατέρα και γιου. Ο Benjamin γράφει στον Scholem στις 14 Αυγούστου 1919 για «άσχημες μέρες, που τώρα είναι πια πίσω μας», και προσθέτει: «Σου επιτρέπω να γνωστοποιήσεις πως πήρα το διδακτορικό».

Συνεχίζεται

Παρασκευή 27 Φεβρουαρίου 2026

Η εποχή των μάγων(7)

  Συνέχεια από: Δευτέρα 9 Φεβρουαρίου 2026

Η ΝΕΩΤΕΡΗ ΔΥΣΗ ΚΑΙ ΟΙ ΘΕΟΙ ΤΗΣ

Η εποχή των  μάγων

Η μεγάλη δεκαετία της φιλοσοφίας

1919-1929

Wolfram Eilenberger

Εκδόσεις Klett-Cotta, 2018

Ι. Πρόλογος-Οι μάγοι

Που είναι ο Benjamin;

Χρειάζεται έναν σκοπό η ζωή μου;

Η διασπορά τών θεμάτων με τα οποία καταπιάνεται ο Benjamin, που θα μπορούσε να αποδοθεί σε ένα ηλίθιο, ακολουθεί στην πραγματικότητα μια δική του μέθοδο γνώσης. Αυτός ο τρόπος προσέγγισης οξύνεται με μια αυξανόμενη πεποίθηση, πως ακριβώς οι περιθωριακές, και συνεπώς κατά κανόνα ξεπερασμένες εκφράσεις, αντικείμενα και πρόσωπα, φέρουν την πραγματική ουσία του κοινωνικού συνόλου. Οι εικόνες σκέψης του Benjamin που μέχρι σήμερα εκτιμώνται, όπως στα έργα του «Μονόδρομος» (Einbahnstraße, 1928) ή «Παιδικά χρόνια στο Βερολίνο γύρω στο 1900» (Berliner Kindheit um Neunzehnhundert), είναι διαποτισμένα τόσο από τα ποιήματα του αργόσχολου Baudelaire όσο και από την προτίμηση για τους περιθωριακούς των μυθιστορημάτων του Dostojewski ή από τον αγώνα τού Proust για την μνήμη. Όλα αυτά μαρτυρούν μια ρομαντική τάση για το προσωρινό και λαβυρινθώδες, αλλά προς τις εσωτεριστικές τεχνικές ερμηνείας από την ιουδαϊκή Kabbala. Όλα αυτά υπογραμμισμένα είτε με τον μαρξιστικό υλισμό είτε τον ιδεαλισμό της φυσικής φιλοσοφίας του Fichte και του SchellingΤα κείμενα του Benjamin δοκιμάζουν την γέννηση ενός νέου τρόπου γνώσης που προέρχεται από τον χαρακτηριστικό για την εποχή ιδεολογικό αποπροσανατολισμό. Οι πρώτες γραμμές του αυτοβιογραφικού του έργου «Παιδικά χρόνια στο Βερολίνο γύρω στο 1900» (εκδόθηκε μετά θάνατον) διαβάζονται σαν μια παιχνιδιάρικη εισαγωγή στην μέθοδο του:

«Το να μην τα βρίσκεις σε μια πόλη δεν σημαίνει πολλά πράγματα. Όμως, να χάνεσαι σε μια πόλη, όπως χάνεσαι μέσα σε ένα δάσος, απαιτεί εκπαίδευση. Τα ονόματα των δρόμων πρέπει στην περίπτωση αυτή να μιλούν στον περιπλανώμενο όπως το τρίξιμο των ξερών κλαδιών, και οι μικροί δρόμοι στο εσωτερικό της πόλης να του αντικατοπτρίζουν τις ώρες της ημέρας, τόσο ξεκάθαρα όσο και το κοίλωμα ενός βουνού. Την τέχνη αυτή, την έμαθα αργά. Αυτή εκπλήρωσε το όνειρο, από το οποίο ήταν καμωμένα τα πρώτα ίχνη των λαβυρίνθων στα σβησμένα φύλλα των τετραδίων μου…»

Μέσα ακριβώς στο χρονικά ανολοκλήρωτο, στην ακραία ποικιλία και την γεμάτη πραγματικότητα αντιφατικότητα του γραψίματός του, βλέπει τον μοναδικό ακόμα διαθέσιμο δρόμο προς την αληθινή γνώση τού κόσμου, και με τον τρόπο αυτό του εαυτού του. Για να το πούμε με τις περιπλεγμένες λέξεις τού «Κριτικού της γνωσιολογίας προλόγου» από τό έργο του «Καταγωγή του γερμανικού δράματος» (Ursprung des deutschen Trauerspiels): οι φιλοσοφούντες πρέπει να έχουν διαρκώς ως στόχο, να δώσουν τη δυνατότητα νά αναδυθεί, «από τα απομακρυσμένα άκρα, τις φαινομενικές υπερβολές της ανάπτυξης, η διαμόρφωση της ιδέας ως μια ολότητα χαρακτηριζόμενη από τις αντιθέσεις αυτές, που προκύπτουν από τη δυνατότητα μιας λογικής συνύπαρξης αυτών των αντιθέσεων». Η παρουσίαση αυτή μιας ιδέας όμως δεν μπορεί, σύμφωνα με τον Benjamin, «σε καμιά περίπτωση να θεωρηθεί επιτυχημένη, για όσο ο κύκλος των άκρων, που είναι δυνατόν να υπάρχουν μέσα σε αυτήν, δεν έχει περπατηθεί εικονικά (virtuell12.

Αυτό είναι, προφανώς, κάτι πολύ περισσότερο από μια περίεργη θεωρία της γνώσης. Ένα προσχέδιο (πρόγραμμα) ύπαρξης (Existenzentwurf) είναι αυτό που μετατρέπει την πρωταρχική ερώτηση του Kant «Τι είναι ο άνθρωπος;» κατευθείαν στην ερώτηση «Πως πρέπει να ζω;». Γιατί αυτό που ισχύει στην φιλοσοφική τέχνη αναπαράστασης μιας ιδέας, ισχύει για τον Benjamin, με τον ίδιο τρόπο, και στην τέχνη του ζειν. Ο ελεύθερος άνθρωπος, που διψά για γνώση, πρέπει με κάθε του ίνα «να συμμετάσχει στα απομακρυσμένα μεταξύ τους άκρα», και «δεν μπορεί να θεωρήσει ως επιτυχημένο» τον εαυτό του μέσα στην ύπαρξη του, εάν δεν περπάτησε ή τουλάχιστο δοκίμασε όλα τα πιθανά άκρα.

Ο δρόμος του Benjamin προς τη γνώση, όπως και το προσχέδιο ύπαρξης το οποίο ακολουθεί, αποτελούν ακόμα ένα άκρο, μέσα σε εκείνη τήν χαρακτηριστική για την εποχή γεμάτη ένταση συνθήκη, η οποία κινητοποιεί και γονιμοποιεί, κατά τη δεκαετία του 1920 και τον Wittgenstein, τον Cassirer και τον Heidegger. Στη θέση του ιδανικού μιάς λογικά εξηγημένης δομής του κόσμου, τοποθετεί την διερεύνηση της αντιφατικής ταυτοχρονίας. Εκεί όπου ο Cassirer προσπαθεί πάνω στη βάση τής επιστημονικά καθορισμένης έννοιας του συμβόλου να επιτύχει την ενότητα ενός πολυφωνικού συστήματος, ο Benjamin βάζει τη βούληση για τις πλούσιες σε αντιθέσεις, αιώνια δυναμικές συγκυρίες προς γνώση. Και στη θέση του χαϊντεγκεριανού φόβου του θανάτου βάζει το ιδανικό μιας μέθης που πανηγυρίζει τη στιγμή και της υπερβολής ως συνθήκη της αληθινής αίσθησης. Όλο αυτό υπογραμμισμένο με μια θρησκευτικά φορτισμένη ιστορία της φιλοσοφίας, που αφήνει ανοικτό το ενδεχόμενο της σωτηρίας, χωρίς να αναδεικνύει αυτή τη συνθήκη σωτηρίας με την χυδαία-μαρξιστική έννοια, ή έστω να μπορεί να την προβλέψει.

Η ενός ανδρός δημοκρατία

Σε αυτή την προσπάθεια να φέρει σε αρμονία την πράξη και την σκέψη, ο Benjamin ζει κατά τη δεκαετία του 1920, πνευματικά και σωματικά μετακινούμενος πάνω στον άξονα Παρίσι-Βερολίνο-Μόσχα, βρισκόμενος σε μια εγγύς στην κατάθλιψη προσμονή της ολοκληρωτικής κατάρρευσης. Η συνεπής τάση του προς αυτό-αποδόμηση—πόρνες, καζίνο, ναρκωτικά—πάει παράλληλα με φάσεις τεράστιας παραγωγικότητας και ιδιοφυιών εκρήξεων. Όπως και η δημοκρατία της Βαϊμάρης, ο Benjamin δεν αναζητά κάποια μεσαία εξισορρόπηση. Το προς ανίχνευση αληθινό-ακόμα και του εαυτού του- βρίσκεται γι’ αυτόν στις μεγάλης έντασης ακραίες περιοχές τού Είναι και της σκέψης.

Η Άνοιξη του 1929 αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα μιας συγκυρίας, που καθόριζε τη ζωή του Benjamin τα τελευταία δέκα χρόνια13. Όπως πάντα, απλώς λίγο παραπάνω: βιώνει πως είναι διχασμένος μεταξύ τουλάχιστο δυο γυναικών (Dora και Asja), δυο πόλεων (Βερολίνου και Μόσχας), δυο κλήσεων (δημοσιογράφος και φιλόσοφος), δυο καλύτερων φίλων (τον ιουδαϊστή Gershom Scholem και τον κομμουνιστή Bertolt Brecht), δυο μεγάλων προγραμμάτων (ίδρυση περιοδικού και αρχή ενός νέου κύριου έργου, με τον τίτλο Passagen-Werk), όπως και ένα σωρό προπληρωμένες παραγγελίες τις οποίες έπρεπε να παραδώσει. Αν υπάρχει ένας διανοούμενος, στη βιογραφία του οποίου αντικατοπτρίζονται οι εντάσεις της εποχής, τότε αυτός είναι ο Walter Benjamin το 1929. Είναι η Βαϊμάρη μέσα σε ένα άνδρα. Δεν μπορούσε δηλαδή να πάει καλά το πράγμα. Όπως και έγινε. Στο κάτω-κάτω μιλούμε για ένα άνθρωπο, που σύμφωνα με δική του μαρτυρία, δεν ήταν σε θέση «να φτιάξει ένα φλυτζάνι τσάι» (πράγμα για το οποίο φυσικά  το φταίξιμο είναι στη μάνα του).

Η απόφαση του Benjamin, να δυσφημήσει και να εγκαταλείψει τον μοναδικό άνθρωπο στον οποίο μέχρι τότε μπορούσε οπωσδήποτε να στηριχτεί, σηματοδοτεί την αποφασιστική στροφή στη βιογραφία του. Πράγμα που η παθούσα βλέπει πολύ πιο καθαρά από τον φιλόσοφο. Για τον λόγο αυτό, μέσα στη μεγάλη της ανησυχία, η Dora Benjamin αποτείνεται στον κοινό τους φίλο, Gershom (GerhardScholem, με μια επιστολή:

«Με τον Walter είναι πολύ άσχημα τα πράγματα, αγαπητέ Gerhard, δεν μπορώ να σου πω περισσότερα, γιατί μου πιέζει την καρδιά. Βρίσκεται υπό την πλήρη επίδραση της Asja, και κάνει πράγματα, που η πέννα αρνείται να τα γράψει, και που με παρεμποδίζουν από το να του ξαναμιλήσω σε αυτή τη ζωή. Αποτελείται μόνο από κεφάλι και γεννητικά όργανα, και όπως ξέρεις, ή μπορείς να το σκεφτείς, στις περιπτώσεις αυτές δε διαρκεί πολύ μέχρι να υποκύψει το κεφάλι. Αυτό πάντα ήταν ένας κίνδυνος, και ποιος ξέρει πως θα γίνουν τα πράγματα…Ο Walter μου άσκησε μήνυση για το χρέος μου-καθώς οι πρώτες συνεδρίες για το διαζύγιο απέτυχαν, επειδή δεν ήθελε ούτε να μου επιστρέψει τα δανεισμένα χρήματα από την κληρονομιά του (120000 Μάρκα, η μαμά είναι βαριά άρρωστη), ούτε να δώσει κάτι για τον Stefan…Του έδωσα όλα τα βιβλία, την επομένη μου ζήτησε και τη συλλογή παιδικών βιβλίων. Τον Χειμώνα έμεινε στο σπίτι μου για μήνες χωρίς να πληρώσει…Αφού για οκτώ χρόνια δώσαμε ο ένας στον άλλο όλες τις ελευθερίες, με ενάγει. Ξαφνικά βρίσκει καλούς τους γερμανικούς νόμους, τους οποίους περιφρονεί.14»

Η Dora ήξερε με ποιον είχε να κάνει. Μόλις πέντε μήνες αργότερα, σχεδόν ταυτόχρονα με την κατάρρευση του χρηματιστηρίου την «μαύρη Παρασκευή» στην Νέα Υόρκη, ο Benjamin καταρρέει τέλη Φθινοπώρου του 1929. Ανίκανος να διαβάσει, να μιλήσει, πόσω μάλλον να γράψει, πηγαίνει σε ένα σανατόριο. Με το μεγάλο κραχ η ανθρωπότητα είχε περάσει ένα κατώφλι προς μια εποχή τόσο σκοτεινή και θανατηφόρα, που ούτε ο Walter Benjamin μπορούσε να το φανταστεί.

Τέλος του κεφαλαίου Ι.

Δευτέρα 9 Φεβρουαρίου 2026

Η εποχή των μάγων(6)

  Συνέχεια από: Παρασκευή  6 Φεβρουαρίου 2021

Η ΝΕΩΤΕΡΗ ΔΥΣΗ ΚΑΙ ΟΙ ΘΕΟΙ ΤΗΣ

Η εποχή των  μάγων

Η μεγάλη δεκαετία της φιλοσοφίας

1919-1929

Wolfram Eilenberger

Εκδόσεις Klett-Cotta, 2018

Ι. Πρόλογος-Οι μάγοι

Που είναι ο Benjamin;

Κατά τις ανοιξιάτικες μέρες του μαγικού έτους 1929, όταν συναντήθηκαν οι καθηγητές Ernst Cassirer και Martin Heideggerγια να σχεδιάσουν στην κορυφή του Davos το μέλλον της ανθρώπινης ύπαρξης, τον ελεύθερο δημοσιογράφο και συγγραφέα Walter Benjamin, στην μεγάλη πόλη του Βερολίνου, βασανίζουν άλλες ανησυχίες. Η ερωμένη του, η Λετονή σκηνοθέτης Asja Lacis, τον είχε μόλις διώξει από την πρόσφατα ενοικιασμένη ερωτική φωλιά τους στην Düsseldorfer Straße, και είναι- για ακόμα μια φορά- αναγκασμένος να επιστρέψει στο πατρικό του, λίγα χιλιόμετρα πιο κάτω, στην Delbrückstraße, όπου τον περιμένουν η ετοιμοθάνατη μητέρα του, η γυναίκα του Dora και ο εντεκάχρονος πια γιος του Stefan. Το αλλόκοτο δεν είναι από μόνο του κάτι νέο. Είναι μάλλον ένα σχήμα-πρότυπο που αποτελείται από ερωτική μέθη ως αρχή, τις οικονομικές υπερβολές που συνδέονται με αυτήν, και μια πολύ γρήγορη λήξη της περιπέτειας. Το σχήμα αυτό είναι γνωστό από τα προηγούμενα χρόνια σε όλους τους εμπλεκόμενους. Την χρονική αυτή περίοδο όμως, η κατάσταση είναι οξυμένη, καθώς ο Benjamin κοινοποιεί στην σύζυγο του Dora, την απαρέγκλιτη απόφαση του να την χωρίσει-με σκοπό μάλιστα να παντρευτεί την Λετονή ερωμένη του,  η οποία τον είχε μόλις χωρίσει.

Έχει μια γοητεία το να φανταστούμε τον Benjamin ως ένα ακόμα συμμέτοχο στις πανεπιστημιακές συζητήσεις του Davos. Ως απεσταλμένο της «Frankfurter Zeitung» ή του περιοδικού «Literarische Welt», φύλλα για τα οποία έγραφε τακτικά τις κριτικές του. Τον φανταζόμαστε, πως κάθεται στην πιο απομακρυσμένη γωνία της αίθουσας εκδηλώσεων, και τραβάει το μαύρο του σημειωματάριο (Να γράφεις στο σημειωματάριο σου με τόση αυστηρότητα, με όση η υπηρεσία αλλοδαπών κρατάει τα βιβλία της), να διορθώνει τα γυαλιά του με σκελετό από νικέλιο και φακούς σαν τον πάτο γυάλινης μπουκάλας, και με την πολύ ψιλή γραφή του να κρατάει σημειώσεις για τις πρώτες παρατηρήσεις του, για τα σχήματα στις ταπετσαρίες, και μετά από μια σύντομη κριτική για το κοστούμι του Heideggerνα παραπονεθεί για την γενική πνευματική φτώχεια της εποχής, στην οποία οι φιλόσοφοι εξαίρουν την «simple life», και όπως ο Heidegger καλλιεργούν «ένα χωριάτικο στιλ της γλώσσας», το οποίο είναι διαποτισμένο από «προτίμηση για βίαιους αρχαϊσμούς», και «πιστεύει πως έτσι εξασφαλίζει τις πηγές της ζωής της γλώσσας». Τότε ίσως να στρεφόταν προς τις πολυθρόνες μέσα στο σαλόνι, στις οποίες ο «άνθρωπος-κασετίνα», ο Cassirer, θα καθόταν άνετα, και χρησιμοποιούσε το έπιπλο αυτό των μεγαλοαστών, ως εκπρόσωπο  μιάς μουχλιασμένης φιλοσοφίας, που πιστεύει πως μπορεί να στριμώξει όλη την ποικιλία του μοντέρνου κόσμου στο κορσέ ενός ενιαίου συστήματος. Και από εξωτερικής άποψης, ο Benjamin θα φαινόταν ως ένα τέλειο υβρίδιο αποτελούμενο από Heidegger και Cassirer. Και αυτός είχε ξαφνικά επεισόδια πυρετού, τελείως αγύμναστος, αλλά παρά το χαμηλό του ύψος, με μια παρουσία, ελκυστικότητα και κομψότητα, που προκαλούσε αμέσως εντύπωση.

Και πράγματι, τα θέματα που συζητήθηκαν στο Davos αποτελούν το κέντρο της εργασίας του: την μεταμόρφωση της φιλοσοφίας τού Kant, έχοντας ως υπόστρωμα μια νέα εποχή της τεχνικής, την μεταφυσική ουσία τής συνηθισμένης γλώσσας, την κρίση της ακαδημαϊκής φιλοσοφίας, την εσωτερική διάσπαση της μοντέρνας συνείδησης και αίσθησης του χρόνου, την ολοένα αυξανόμενη εμπορευματοποίηση της αστικής ζωής, την αναζήτηση της λύτρωσης σε μια εποχή  πλήρους κατάπτωσης της κοινωνίας… ποιος αν όχι ο Benjamin, είχε δημοσιεύσει τα προηγούμενα χρόνια κείμενα πάνω στα θέματα αυτά; Γιατί δεν τον έστειλε κανείς στο Davos; Ή, ακόμα πιο σκληρά ρωτώντας: γιατί δεν τον κάλεσε κανένας ως ομιλητή;

Η απάντηση είναι: από ακαδημαϊκής-φιλοσοφικής άποψης, το 1929 ο Walter Benjamin είναι ένας κανένας. Ναι μεν προσπάθησε τα προηγούμενα χρόνια σε πολλά πανεπιστήμια (BernHeidelbergFrankfurtKölnGöttingenHamburg, Ιερουσαλήμ) να ξεκινήσει μια καριέρα ως καθηγητής, αλλά κάθε φόρα αποτύγχανε παταγωδώς: εν μέρει λόγω δυσχερών συνθηκών, εν μέρει λόγω αντισημιτισμού, πάνω απ’ όλα όμως λόγω της δικής του αναποφασιστικότητας.

Όταν το 1919 έγινε διδάκτορας του πανεπιστημίου της Βέρνης, παίρνοντας άριστα (summa cum laude) για την εργασία «Η έννοια της κριτικής της τέχνης στον γερμανικό ρομαντισμό», όλες οι πόρτες φαινόταν πως του είναι ανοικτές. Ο επιβλέπων καθηγητής, ο φιλόλογος-γερμανιστής Richard Herbertz, τού πρότεινε μια έμμισθη θέση λέκτορα. Ο Benjamin διστάζει, τσακώνεται με τον πατέρα του, και καταστρέφει έτσι όλες τις προοπτικές που είχε στην ακριβή Ελβετία, και αποφασίζει να διάγει μια ύπαρξη ως ελεύθερος κριτικός. Το ότι τα επόμενα δέκα χρόνια θα προσπαθήσει πολλές φορές να προσληφθεί σε κάποιο πανεπιστήμιο, οφείλεται κυρίως στη διαπίστωση, πόσο δύσκολος είναι ο δρόμος αυτός (του ελεύθερου συγγραφέα), όταν κάποιος γράφει, ζει και ξοδεύει όπως ο Benjamin. Σε αυτά τα ζωηρά χρόνια ήταν δύσκολο να είναι κανείς Benjamin. Αυτό δεν οφείλεται μόνο στην δύσκολα δαμαζόμενη προτίμηση του για εστιατόρια, νυχτερινά κέντρα, καζίνα και οίκους ανοχής, αλλά και στο πάθος του για συλλογές, όπως για παλιά παιδικά βιβλία, τα οποία ανιχνεύει σε όλη την Ευρώπη και τα αγοράζει σχεδόν καταναγκαστικά.

Μετά την τελειωτική ρήξη με τους γονείς του, η ζωή τού καλά πληρωμένου δημοσιογράφου-συγγραφέα—η αγορά των γερμανόφωνων εφημερίδων και η ζήτηση για επιφυλλίδες  βρισκόταν σε έκρηξη—χαρακτηριζόταν από συνεχή οικονομική ανάγκη. Και πάντα, όταν τα πράγματα στενεύουν άσχημα, ο Benjamin λοξοκοιτάει προς το πανεπιστήμιο. Μια ακαδημαϊκή θέση θα έδινε στην νεαρή, πολυταξιδεμένη οικογένεια, πέραν της οικονομικής ασφάλειας, και μια σταθερότητα, και με τον τρόπο αυτό, τα δυο εκείνα πράγματα, που ο εσωτερικά διχασμένος στοχαστής ποθούσε και φοβόταν ταυτόχρονα.

Αποτυγχάνοντας καλύτερα

Το καταστροφικό και, στο μεταξύ, θρυλικό πια σημείο καμπής των ακαδημαϊκών φιλοδοξιών του Benjamin ήταν η αποτυχημένη εξέταση επί υφηγεσία στο πανεπιστήμιο της Φρανκφούρτης, το 1925. Η προσπάθεια του αυτή ειχε δρομολογηθεί από τον μοναδικό του υποστηρικτή εκεί, τον κοινωνιολόγο Gottfried Salomon-Delatour (ένας από τους κύριους οργανωτές των πανεπιστημιακών συζητήσεων στο Davos), και ο Benjamin του παρέδωσε μια εργασία με τον τίτλο «Η πηγή του γερμανικού δράματος». Με την πρώτη ματιά, σκοπός της εργασίας ήταν η ταξινόμηση της παράδοσης του δράματος της εποχής του Μπαρόκ στον κανόνα της γερμανικής λογοτεχνίας. Λόγω κυρίως του «Γνωσιολογικού προλόγου», το έργο αυτό αναγνωρίζεται σήμερα ως ορόσημο της φιλοσοφίας και της θεωρίας της λογοτεχνίας του 20ου αιώνα. Τότε όμως, δεν είχε καν ανοίξει η επίσημη διαδικασία, καθώς οι εξεταστές που είχε καλέσει το πανεπιστήμιο, εξαντλημένοι από την ορμή του έργου, παρακάλεσαν τον συγγραφέα να αποσύρει εθελοντικά την αίτηση εξέτασης επί υφηγεσία. Η αποτυχία ενώπιον της εξεταστικής επιτροπής θα ήταν αναπόφευκτη.

Αλλά ακόμα και μετά από αυτήν την τελειωτική ταπείνωση, ο Benjamin δεν μπορεί να εγκαταλείψει εντελώς το πανεπιστήμιο. Και έτσι τον Χειμώνα του 1927/28 ψάχνει, μετά από μεσολάβηση του φίλου και χρηματοδότη του, του συγγραφέα Hugo von Hofmannsthal, να έρθει σε επαφή με τον κύκλο του Αμβούργου, την λεγόμενη σχολή Warburg, γύρω από τους Erwin Panofsky και Ernst Cassirer. Και αυτή η προσπάθεια καταλήγει σε φιάσκο. Η απάντηση του Panofsky είναι τόσο αρνητική που Benjamin αναγκάζεται να ζητήσει συγγνώμη από τον υποστηρικτή του τον Hofmannsthal, που τον έμπλεξε στην ιστορία αυτή. Πρέπει να υποθέσουμε πως και ο Ernst Cassirer γνώριζε για την προσπάθεια προσέγγισης. Για τον Benjamin αυτό ήταν ιδιαίτερα πικρό, καθώς όταν σπούδαζε στο Βερολίνο, 1912-13, παρακολουθούσε με ζήλο τις παραδόσεις του τότε υφηγητή Cassirer. Οι κύκλοι είναι στενοί, οι υποστηρικτές του όλα όσα έχει, και ο Benjamin θεωρείται μια απελπιστική περίπτωση: πολύ αυτόνομες οι ιδέες του, πολύ ιδιόρρυθμο το στιλ του, στα έργα που γράφει για να βγάλει το ψωμί του υπερέχει το στιλ της επιφυλλίδας, στην θεωρία του τόσο πρωτότυπος που είναι σχεδόν αδύνατο να αποκρυπτογραφηθεί.

Η αίθουσα εκδηλώσεων του Davos ενσάρκωνε, και αυτό δε θα διέφευγε από τον ανταποκριτή Benjamin, ένα είδος πινακοθήκης προγόνων που περιλάμβανε όλα για όσα ο Benjamin ντρεπόταν στον ακαδημαϊκό χώρο-πριν απ’ όλους ο Martin Heidegger, τον οποίο ο Benjamin μισούσε βαθιά. Τα χρόνια 1913-14 παρακολουθούσαν μαζί τα σεμινάρια του νεοκαντιανού Heinrich Rickert (που αργότερα θα γινόταν ο επιβλέπων στο διδακτορικό του Heidegger). Ο Benjamin παρακολουθούσε την άνοδο του Heidegger με  προσοχή και ζήλεια. Το 1929 σχεδιάζει, για ακόμη μια φορά, την ίδρυση ενός περιοδικού («Κρίση και Κριτική», θα ήταν ο τίτλος), αποστολή του οποίου, όπως το εμπιστεύτηκε στον καινούργιο του καλύτερο φίλο, Bertolt Brecht, δεν ήταν τίποτα άλλο παρά η «συντριβή του Heidegger». Αλλά και από αυτό το σχέδιο δεν έγινε τίποτα. Μια ακόμα προσπάθεια, ένα ακόμα από την αρχή του αποτυχημένο σχέδιο.

Στα 37 του μόλις χρόνια, ο Benjamin έχει μια ντουζίνα τέτοιες προσπάθειες. Γιατί κατά την περασμένη δεκαετία ήταν ελεύθερος φιλόσοφος, δημοσιογράφος και κριτικός, αλλά πάνω απ΄ όλα ήταν ένα πράγμα: αστείρευτη πηγή αποτυχημένων μεγάλων σχεδίων. Περιοδικά, ίδρυση εκδοτικών οίκων, ακαδημαϊκά έντυπα, ή μνημειώδεις μεταφράσεις (τα άπαντα των Proust και Baudelaires), σειρές αστυνομικών μυθιστορημάτων, ή φιλόδοξα θεατρικά έργα…κατά κανόνα, όλα μένουν στις μεγάλες ανακοινώσεις. Ελάχιστα από τα σχέδια φτάνουν στο στάδιο του σχεδιαγράμματος ή αποσπάσματος. Πρέπει εν τέλει να κερδίζει παράλληλα χρήματα, πράγμα που επιτυγχάνει με την καθημερινή εργασία γράφοντας πολεμικές, στήλες και βιβλιοκριτικές. Μέχρι την Άνοιξη του 1929 έχει δημοσιεύσει κάποιες εκατοντάδες σε εφημερίδες ευρείας κυκλοφορίας. Τα θέματα του επεκτείνονται από την ιουδαϊκή μυστική των αριθμών μέχρι τον «Λένιν ως επιστολογράφο» και παιδικά παιχνίδια. Δελτία περί εκθέσεων τροφίμων ή ειδών ραπτικής προστίθενται σε μεγάλα δοκίμια για τον σουρεαλισμό ή τα κάστρα στην κοιλάδα του Loire.

Και γιατί όχι; Όποιος μπορεί και γράφει, μπορεί να γράφει για τα πάντα. Πάνω απ’ όλα τότε, όταν η προσέγγιση του συγγραφέα έγκειται στην ερμηνεία κάθε επιλεγμένου αντικειμένου ως ένα είδος μονάδας. Αυτό σημαίνει, πως στο Είναι τού επιλεγμένου αντικειμένου μπορεί να καταδειχθεί σύνολη η κατάσταση του κόσμου, στο παρόν, το παρελθόν και το μέλλον. Εδώ ακριβώς βρίσκεται η μέθοδος και η μαγεία του Benjamin. Η δική του θεώρηση του κόσμου είναι βαθιά συμβολική: κάθε άνθρωπος, κάθε έργο τέχνης, κάθε αντικείμενο της καθημερινότητας, είναι γι’ αυτόν ένα σημάδι που χρήζει αποκωδικοποίησης. Και καθένα από τα σημάδια αυτά βρίσκεται σε μια δυναμική σύνδεση με όλα τα άλλα σημεία. Και αυτό σημαίνει, πως η προς την αλήθεια στραμμένη ερμηνεία ενός τέτοιου σημαδιού, δεν καταλήγει γι’  αυτόν πουθενά αλλού, παρά στην προσπάθεια να καταδείξει και να παραστήσει στη διάνοια τη σύνδεση του με το μεγάλο, και διαρκώς μεταβαλλόμενο σύνολο των σημείων: τήν Φιλοσοφία.

Συνεχίζεται

Παρασκευή 6 Φεβρουαρίου 2026

Η εποχή των μάγων(5)

  Συνέχεια από: Δευτέρα 19 Ιανουαρίου 2026

Η ΝΕΩΤΕΡΗ ΔΥΣΗ ΚΑΙ ΟΙ ΘΕΟΙ ΤΗΣ

Η εποχή των  μάγων

Η μεγάλη δεκαετία της φιλοσοφίας

1919-1929

Καί η τελευταία επανάσταση τής σκέψης

Ι. Πρόλογος-Οι μάγοι

Χωρίς θεμέλιο

Ανεξαρτήτως της κατεύθυνσης ή της σχολής σκέψης, στην οποία ανήκαν οι συμμετέχοντες της ημερίδας στο Davos -Ιδεαλισμός, Ουμανισμός, Φιλοσοφία της ζωής, Φαινομενολογία ή Λογικισμός- σε ένα ουσιαστικό σημείο κυριαρχούσε συναίνεση μεταξύ τών παρόντων φιλοσόφων: το κοσμοθεωρητικό και πάνω απ’ όλα το επιστημονικό θεμέλιο, πάνω στο οποίο κάποτε ο Kant είχε οικοδομήσει το εντυπωσιακό του φιλοσοφικό σύστημα, είχε διαβρωθεί. Ήταν πάντως αναγκαίο να αναθεωρηθεί. Η «Κριτική του καθαρού Λόγου» του Kant στηριζόταν σε μεγάλο βαθμό στην αντίληψη περί των μορφών θεώρησης του χώρου και του χρόνου, ξεκάθαρα δηλαδή στην φυσική του 18ου αιώνος. Η νευτώνεια όμως κοσμοαντίληψη είχε αναθεωρηθεί από την επαναστατική θεωρία της σχετικότητας του Einstein (1905). Ο χώρος και ο χρόνος δεν μπορούσαν πια να θεωρηθούν χωριστά το ένα από το άλλο, ούτε ήταν με ρητό τρόπο a priori, δηλαδή δεδομένα προ της εμπειρίας. Προηγουμένως, η εξελικτική θεωρία του Δαρβίνου είχε αφαιρέσει σε σημαντικό βαθμό την ισχύ της ιδέας πως η ανθρώπινη φύση είναι πέραν του χρονικού γίγνεσθαι, από αιώνων δεδομένη. Με την δια του Δαρβίνου ανύψωση της σημασίας της τυχαιότητας στην εξέλιξη των ειδών στον πλανήτη- πράγμα που ο Nietzsche μετέφερε, ασκώντας μεγάλη επιρροή, στην κουλτούρα- είχε αποδυναμωθεί αποφασιστικά και η προοπτική της προς ένα σκοπό κατευθυνόμενης, από την λογική οδηγούμενης, πορείας της ιστορίας. Ακόμα και η ολοκληρωτική διαφάνεια της ανθρώπινης συνείδησης για τον εαυτό της -ως σημείο εκκίνησης της υπερβατικής μεθόδου διερεύνησης του Kant- μετά τον Sigmund Freud δεν φαινόταν πια αυτονόητη. Πάνω απ’ όλα όμως, οι φρικαλεότητες ανώνυμου σκοτωμού εκατομμυρίων κατά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, αφαίρεσε κάθε αξιοπιστία από την ρητορική του Διαφωτισμού περί πολιτισμένης προόδου της ανθρωπότητας με τα μέσα της κουλτούρας, της επιστήμης και της τεχνολογίας. Το περί του ανθρώπου ερώτημα, υπό το φως των πολιτικών και οικονομικών κρίσεων της δεκαετίας, αναδείχθηκε ως πιο επείγον από ποτέ. Μόνο η αλλοτινή βάση για την απάντηση του είχε τεθεί οριστικά σε αμφισβήτηση.

Ο φιλόσοφος Max Scheler, ο οποίος πέθανε ξαφνικά το 1928, -συγγραφέας του έργου «Η θέση του ανθρώπου μέσα στον κόσμο»- σε μια από τις τελευταίες του διαλέξεις, περιέγραψε με τα εξής λόγια το αίσθημα αυτό για την κρίση: «Στα περίπου δέκα χιλιάδες χρόνια ιστορίας, είμαστε η πρώτη εποχή, στην οποία ο άνθρωπος έγινε πλήρως και εντελώς προβληματικός. Καθώς δεν γνωρίζει πια τι είναι, αλλά ταυτόχρονα ξέρει, πως δεν το ξέρει».

Αυτός είναι ο ορίζοντας των ερωτημάτων ενώπιον του οποίου συναντιούνται ο Cassirer και Heidegger. Αυτός ο ορίζοντας είχε τα προηγούμενα δέκα χρόνια εμπνεύσει τους δυο στοχαστές, οδηγώντας τους στη συγγραφή των κύριων έργων τους. Αντί όμως να προσπαθήσουν να  δώσουν μια άμεση και ουσιαστική απάντηση στο ερώτημα του Kant «Τι είναι ο άνθρωπος;» - συγκεντρώθηκαν στην αποσιωπημένη ερώτηση πίσω από την ερώτηση.

Ο άνθρωπος είναι ένα ον το οποίο πρέπει να θέτει ερωτήσεις, τις οποίες δεν μπορεί να απαντήσει. Ωραία και καλά. Ποιες όμως πρέπει να είναι οι δεδομένες συνθήκες, για να είναι ένα ον σε θέση να κάνει αυτές τις ερωτήσεις; Ποιες είναι οι συνθήκες που κατ’ αρχάς δίνουν τη δυνατότητα να τεθούν οι ερωτήσεις αυτές; Σε τι στηρίζεται η ικανότητα διερεύνησης των ερωτήσεων αυτών; Αυτή η ώθηση; Οι απαντήσεις εκφράζονται ήδη στους τίτλους των κύριων έργων τους: στην περίπτωση του Cassirer έχει ως εξής: «Η φιλοσοφία των συμβολικών μορφών». Στην περίπτωση του Heidegger: «Είναι και Χρόνος».

Δυο οράματα

Ο άνθρωπος είναι σύμφωνα με τον Cassirer ένα ον που χρησιμοποιεί και που δημιουργεί σύμβολα - ένα animal symbolicum. Είναι με άλλα λόγια ένα ον που με την χρήση συμβόλων δίνει στον εαυτό του και τον κόσμο του νόημα, στήριγμα και προσανατολισμό. Το σημαντικότερο σύστημα συμβόλων του ανθρώπου είναι η φυσική του μητρική γλώσσα. Υπάρχουν όμως πολυάριθμα συστήματα συμβόλων -στη γλώσσα του Cassirer: συμβολικές μορφές- όπως αυτά (συστήματα) του μύθου, της τέχνης, των μαθηματικών ή της μουσικής. Οι συμβολισμοί αυτοί, γλωσσικοί, εικονικοί, ακουστικοί ή χειρονομίας, δεν κατανοούνται κατά κανόνα καθ’ εαυτοί. Απαιτούν αντιθέτως την ερμηνεία από άλλους ανθρώπους. Η συνεχής διαδικασία, σύμφωνα με την οποία στον κόσμο εγκαθίστανται σύμβολα, και μέσω άλλων ανθρώπων ερμηνεύονται και μεταβάλλονται, είναι η διαδικασία της ανθρώπινης κουλτούρας. Είναι αυτή η ικανότητα χρήσης συμβόλων, που επιτρέπει στον άνθρωπο να θέτει μεταφυσικά ερωτήματα, ή έστω οποιαδήποτε ερωτήματα για τον εαυτό του και τον κόσμο. Η «Κριτική του καθαρού λόγου» θα καταστεί για τον Cassirer πρόγραμμα διερεύνησης των συστημάτων των συμβολικών μορφών, με τα οποία (συστήματα) προσδίδουμε νόημα στον κόσμο μας. Με τον τρόπο αυτό καθίσταται μια Κριτική της Κουλτούρας, σε όλο το αναγκαστικά αντιφατικό της πλάτος και την ποικιλία.

Και ο Heidegger τονίζει την σημασία της γλώσσας ως μέσου για το Είναι του ανθρώπου. Την πραγματική όμως βάση για την μεταφυσική του ουσία δεν την βλέπει σε ένα κοινό για όλους σύστημα συμβόλων, αλλά μέσα σε ένα ιδιαίτερα προσωπικό αίσθημα - αυτό του φόβου. Κατ’ ακρίβειαν, εκείνου του φόβου, που καταλαμβάνει το άτομο, όταν συνειδητοποιεί τον πεπερασμένο χαρακτήρα της ύπαρξης του. Η γνώση της ιδίας περατότητας, που χαρακτηρίζει τον άνθρωπο ως μέσα στον κόσμο «πεταγμένο Είναι», γίνεται για τον άνθρωπο σκοπός -με διαμεσολάβηση του φόβου- ώστε να συλλάβει και να γνωρίσει τις προσωπικές δυνατότητες του Είναι του. Ο Heidegger ονομάζει τον σκοπό αυτό Eigentlichkeit (κάτι είναι αυτό που πραγματικά είναι, δηλαδή δεν είναι κάτι άλλο από αυτό που πραγματικά είναι). Ο τρόπος ύπαρξης του ανθρώπου χαρακτηρίζεται επιπλέον από μια αναπόφευκτη αναφορά στον χρόνο. Από την μια, μέσω της κάθε φορά μοναδικής ιστορικής συγκυρίας, στην οποία είναι ριγμένη, χωρίς να έχει ερωτηθεί, μια ύπαρξη. Από την άλλη, μέσω της γνώσης που έχει η ύπαρξη αυτή για την περατότητα της.

Για τον λόγο αυτό, η αποστολή της κουλτούρας και της γενικής χρήσης των συμβόλων που κήρυττε ο Cassirer ήταν σύμφωνα με την ερμηνεία του Heidegger να αποσπάσει τον άνθρωπο από τον φόβο του, από την περατότητα του, και με τον τρόπο αυτό, από την αποστολή του να βρει την αληθινή του ύπαρξη (Eigentlichkeit). Αντιθέτως, η αποστολή της φιλοσοφίας έγκειται ακριβώς στο να κρατήσει τον άνθρωπο ανοικτό για την αληθινή άβυσσο του φόβου του, και να απελευθερώσει έτσι με την αληθινή (eigentlich) έννοια.

Προ της επιλογής

Εύκολα μπορούμε να υποθέσουμε, πως η απάντηση στην παλιά ερώτηση του Kant περί ανθρώπου, αναλόγως εάν ακολουθεί την προσπάθεια του Cassirer ή του Heidegger, οδηγεί σε δυο αντίθετα ιδανικά, τόσο της πολιτισμικής όσο και της πολιτικής εξέλιξης: η ομολογία ενός ισόνομου ανθρωπισμού όλων των όντων που χρησιμοποιούν σύμβολα βρίσκεται απέναντι από την ελιτίστικη τόλμη προς επίτευξη της αληθινής ύπαρξης (Eigentlichkeit). Η ελπίδα για μια πολιτισμένη εξημέρωση των βαθέων φόβων έναντι της απαίτησης, να εκτεθεί κανείς όσο το δυνατόν πιο ριζικά στους φόβους αυτούς. Η αποδοχή μιας ποικιλίας πολιτισμικών μορφών και ενός πλήθους, έναντι της αίσθησης μιας αναγκαίας απώλειας του εαυτού μέσα στη σφαίρα των πάρα πολλών. Μια διαμεσολαβούμενη συνέχεια έναντι της βούλησης για μια ολική ρήξη και νέο ξεκίνημα.

Όταν στις 26 Μαρτίου του 1929 στις 10 το πρωί συναντήθηκαν ο Cassirer και ο Heidegger, μπορούσαν με το δίκιο τους να ισχυριστούν πως με τις φιλοσοφίες τους ενσάρκωναν ολόκληρες κοσμοθεωρίες. Αυτό που διακυβεύονταν στο Davos ήταν η επιλογή μεταξύ δυο θεμελιωδώς αποκλινόντων οραμάτων περί της πορείας της εξέλιξης του μοντέρνου ανθρώπου. Οράματα, οι αντιφατικές ελκτικές δυνάμεις των οποίων χαρακτηρίζουν και καθορίζουν μέχρι σήμερα από μέσα την κουλτούρα μας.

Η κρίση των φοιτητών και των νεαρών ερευνητών που ήταν παρόντες στο Davos, είχε πολύ πριν από την αντιπαράθεση ξεκαθαρίσει. Όπως ήταν αναμενόμενο σε μια κλασική αντιπαράθεση γενεών, η κρίση ήταν σαφώς υπέρ του νεαρού Heidegger. Κάποιο ρόλο θα έπαιξε και το γεγονός πως ο Cassirer -όπως και το απελπιστικά ξεπερασμένο αστικό ιδανικό μόρφωσης το οποίο προσπαθούσε να επιδείξει και στο σώμα του- ήταν κατά το μεγαλύτερο μέρος της ημερίδας με πυρετό στο κρεββάτι του δωματίου του, ενώ ο Heidegger έπιανε τα σκι σε κάθε ελεύθερο λεπτό, και μαζί με τον νεαρό ζωηρό φοιτητόκοσμο κατρακυλούσε στις μαύρες πίστες των Άλπεων.

Συνεχίζεται