Συνέχεια από Τετάρτη 29. Ιουλίου 2026
Πνευματικά Γυμνάσματα 2
Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου
ΓΥΜΝΑΣΜΑΤΑ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΑ
Τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ μεταχειρίζεται κάθε Χριστιανὸς ὅπου ἐπιθυμεῖ νὰ σώσῃ τὴν ψυχήν του, διαμοιρασμένα εἰς Μελέτας, Ἐξετάσεις καὶ Ἀναγνώσεις.
ΜΕΛΕΤΗ Β΄.
Α΄. Ὅτι ὁ ἄνθρωπος ἐπλάσθη ἀπὸ τὸν Θεόν.
Β΄. Ὅτι ἐπλάσθη διὰ τὸν Θεόν.
Γ΄. Ὅτι ἐπλάσθη διὰ νὰ ἀπολαμβάνῃ αἰωνίως τὸν Θεόν
α.
Συλλογίσου, ὅτι ὁ Θεὸς εἶναι ἡ πρώτη σου ἀρχή, «ἐξ αὐτοῦ γὰρ τὰ πάντα» λέγει ὁ Παῦλος (Ῥωμ. ια'. 35). Ποῦ ἤσουν ἐσὺ εἰς ὅλον τὸν περασμένον αἰῶνα; Ἤσουν ἐνταφιασμένος εἰς τὴν ἄβυσσον τοῦ οὐδενὸς χωρὶς ψυχήν, χωρὶς σῶμα, χωρὶς καμμίαν ἐνέργειαν, χωρὶς καμμίαν ἀξιότητα, ὑστερημένος ἀπὸ κάθε πραγματικὸν εἶναι. Τώρα, ἄν ἴσως καὶ σὺ καθ' ὑπόθεσιν ἤσουν πρὸ τῶν αἰώνων ἕνα σπειρί ἄμμου, πόσον ἤσουν χρεώστης εἰς τὸν Κύριον, ὅπου σὲ μετέβαλεν ἀπὸ ἐκεῖνο τὸ σπειρὶ τῆς ἄμμου εἰς ἕνα κτίσμα λογικόν, δεκτικὸν τόσων ἀγαθῶν; ὅθεν πόσῳ μᾶλλον τώρα εἶσαι χρεώστης εἰς τὸν Θεὸν ὅπου σὲ μετέβαλεν, ὄχι ἀπὸ τὸ σπειρὶ τῆς ἄμμου, ἀλλὰ ἀπὸ τὸ μηδαμῆ μηδαμῶς μηδὲν εἰς ἕνα τέλειον ὄν; καὶ ὅπου ἐμεταχειρίσθη εἰς ὠφέλειάν σου μίαν ἄπειρόν του δύναμιν, ἡ ὁποία ἐχρειάζετο ἀναγκαίως διὰ νὰ νικήσῃ τὸ ἄπειρον διάστημα ὅπου εὑρίσκετο ἀνάμεσα εἰς τὸ ὅν, καὶ εἰς τὸ μὴ ὄν καὶ οὕτω νὰ σὲ δημιουργήσῃ; Καὶ τὸ περισσότερον ὅπου ἐμεταχειρίσθη ὁ Θεὸς δι' ἐσὲ ἀκόμη, καὶ μίαν ἀγάπην ἄπειρον· ἐπειδὴ ἐξέλεξεν ἐσένα καλλίτερα ἀπὸ ἄλλα ἀναρίθμητα κτίσματα, ὅπου ἠμποροῦσε νὰ κάμῃ ἀντὶ διὰ ἐσένα τὰ ὁποῖα ἤθελαν νὰ τὸν δουλεύσουν, καὶ νὰ τὸν ἀγαπήσουν ἐξ ὅλης των τῆς καρδίας· μὲ ὅλον τοῦτο ὁ Θεὸς ἔστησε τοὺς ὀφθαλμούς Του εἰς ἐσέ, προκρίνοντας σχεδὸν τὴν ὠφέλειάν σου ἀπὸ τὴν ἰδίαν Του τιμήν, μόνον διά νὰ σὲ εὐεργετήσῃ· ὥστε ὅπου ἐσένα ἐθεώρησε μὲ ἱλαρὸν ὄμμα, καὶ ἐσένα ἐπροτίμησεν εἰς ὅλους τοὺς αἰῶνας, καὶ διὰ τοῦτο ηὐδόκησε, καὶ εἰς τὸν διωρισμένον καιρὸν νὰ πλάσῃ ἐσένα μοναχὸν ἀπὸ ὅλα τὰ ζῶα κατ' εἰκόνα Του καὶ ὁμοίωσιν μὲ τόσην προσοχὴν καὶ μὲ τόσην ἐπιμέλειαν καὶ ἀγάπην, ὡσὰν νὰ μὴν ἤθελεν νὰ δημιουργήσῃ ἄλλον τινά, πάρεξ᾽ ἐσένα μοναχὸν εἰς τὸν κόσμον, κατὰ τὸν Ψαλμῳδὸν ὅπου λέγει «ὁ πλάσας κατὰ μόνας τὰς καρδίας αὐτῶν», (ψαλμ. λβ'. 15)6.
Καὶ λοιπόν, ποῖος ἠμπορεῖ νὰ τὸ καταλάβῃ τὸ ἄπειρον χρέος ὅπου ἐσὺ ἔχεις εἰς τὸν Θεόν, διὰ ταύτην τὴν ἀσύγκριτον εὐεργίαν ὅπου σοῦ ἔκαμε, καὶ ἀπὸ τὸ οὐδετίποτε ὅπου ἤσουν, σὲ ἔπλασεν ἄνθρωπον; Μὰ δὲν εἶσαι μόνον χρεώστης ἔως ἐδῶ, ἀλλὰ αὐτὸ τὸ ἴδιον χρέος ἔχεις εἰς τὸν Θεὸν ἀκόμη καὶ κάθε ὥραν, καὶ κάθε στιγμήν· ἐπειδὴ ὁ Θεός, καθώς μὲ τὴν δημιουργίαν σοῦ ἔδωκε τὸ εἶναι, ἔτσι καὶ μὲ τὴν πρόνοιάν Του εἰς κάθε στιγμήν σοῦ διαφυλάττει τὸ αὐτὸ εἶναι καὶ πρὸς τούτοις δι' ἐσένα διαφυλάττει καὶ ὅλα τὰ κτίσματα ὅπου σὲ δουλεύουν, ὅπου εἶναι τὸ ἴδιον ὡσὰν νὰ ἀναπλάττῃ πάλιν καὶ ἐσέ καὶ ὅλα τὰ ἄλλα κτίσματα εἰς κάθε στιγμήν7. Ἕως τόσον ἐσύ, ἀδελφέ, ποίαν ἀνταπόδοσιν ἔκαμνες, εἰς αὐτὸ τὸ ἄπειρον χρέος ὅπου ἔχεις πρὸς τὸν Κύριον, διὰ νὰ τὸν δουλεύῃς; Τί ἔκαμνες ἔως τώρα δι' Αὐτὸν τὸν Παντοδύναμον καὶ ἀγαπητικώτατον Δημιουργόν σου καὶ Διαφυλακτήν σου; Ἄχ! ἐσὺ ἀντὶ νὰ τὸν δουλεύῃς, ἠθέλησες τόσαι φοραῖ νὰ σὲ δουλεύῃ αὐτὸς εἰς τὰ κακά σου θελήματα, μὲ τὸ νὰ ἔζησες ἔως τώρα, ὄχι κατὰ τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ κατὰ τὸ θέλημα τὸ ἰδικόν σου, ὡσὰν νὰ ἤσουν ἐσὺ κτίστης καὶ δημιουργός τοῦ ἑαυτοῦ σου, καὶ ὄχι ὁ Θεός. «Θεὸν τὸν γεννήσαντά σε ἐγκατέλιπες, καὶ ἐπελάθου Θεοῦ τοῦ τρέφοντός σε» (Δευτ. λβ' 18).
Ἐντράπου λοιπὸν διὰ τὴν ἄβυσσον τῆς ἀχαριστίας σου· καὶ θαύμασαι τὴν ὑπομονὴν τοῦ Θεοῦ ὅπου σὲ ὑποφέρει τόσον καιρόν. Ζήτησε συγχώρησιν διὰ ταύτην τὴν ἄκραν σου αδικίαν, καὶ κάμε ἀπόφασιν νὰ ἐπιστρέψῃς ὅλος εἰς τὸν Θεόν, καὶ νὰ εἶσαι εἰς τὸ ἐρχόμενον ὅλος ὑπήκοος εἰς τὸν θεῖον Του θέλημα. Διὰ νὰ ἠμπορέσῃς δὲ μὲ τελειότητα νὰ βάλῃς εἰς πρᾶξιν αὐτὸ τὸ καλόν, παρακάλεσε Τον νὰ σοῦ δώσῃ τὴν χάριν Του, ἐπειδὴ χωρὶς αὐτὴν δὲν δύνασαι τίποτε νὰ κατορθώσῃς ἐσὺ ἀπὸ λόγου σου· «χωρὶς ἐμοῦ οὐ δύνασθε ποιεῖν οὐδέν.» (Ἰωάνν. ιε'. 5).
β΄
Συλλογίσου, πῶς ὁ Θεὸς εἶναι ὄχι μόνον ἡ πρώτη σου ἀρχή, ἀλλὰ καὶ τὸ ὑστερινόν σου τέλος, διότι σὲ ἔπλασε καὶ σὲ διαφυλάττει δι' αὐτὸ μόνον τὸ τέλος διὰ νὰ Τὸν ἀγαπᾶς, διὰ νὰ Τὸν δοξάζῃς καὶ ἁπλῶς διὰ νὰ Τὸν δουλεύῃς εἰς τὴν παροῦσαν ζωήν «ἐγώ εἰμι τὸ Α καὶ τὸ Ω ἡ ἀρχὴ καὶ τὸ τέλος». (Ἀποκ. α'. 8.) Ἐσὺ ἐὰν καθ' ὑπόθεσιν ἤθελες δημιουργηθῆ, ὄχι ἀπὸ τὸν Θεόν, ἀλλὰ ἀπὸ ἄλλον τινά, καὶ νὰ δημιουργηθῇς μόνον διὰ νὰ δουλεύῃς τὸ Θεόν, ἔπρεπε νὰ εἶσαι ὅλος τοῦ Θεοῦ, ἐπειδὴ φυσικῷ τῷ τρόπῷ κάθε πρᾶγμα γίνεται καὶ εἶναι διὰ τὸ τέλος του, καὶ ἀπὸ τὸ τέλος του ὅλον εἰδοποιεῖται καὶ κυβερνᾶται· ἔτσι λόγου χάριν, το μαχαῖρι γίνεται διὰ νὰ κόπτῃ τὸ κλειδὶ διὰ νὰ ἀνοίγῃ· τὸ ὡρολόγιον διὰ νὰ δείχνῃ ὀρθὰς τὰς ὥρας· καὶ ἁπλῶς κάθε φυσικὸν καὶ κάθε τεχνητὸν διὰ κάποιον τέλος γίνεται· ὅθεν καὶ εἶναι ἀξιώματα κοινὰ κοντὰ εἰς ὅλους τοὺς φιλοσόφους ταῦτα· οὐδὲν μάτην, οὔτε Θεὸς οὔτε φύσις οὔτε τέχνη ἐποίησε. Καὶ «πᾶν τὸ κινούμενον ἕνεκά του κινεῖται». Τώρα στοχάσου ἀδελφέ, πόσον ἐσὺ χρεωστεῖς νὰ εἶσαι ὅλος δι᾽ ὅλου τοῦ Θεοῦ· ἐπειδὴ καὶ εἶσαι ὅλος δημιουργημένος ἀπὸ τὸν Θεὸν καὶ ὅλος ἀκόμη δημιουργημένος διὰ τὸν Θεόν. Τὰ ζῶα δὲν ἔγιναν ἀπὸ τὸν ἄνθρωπον, ἀλλ' ἐπειδὴ καὶ ἔγιναν διὰ τὸν ἄνθρωπον, ὑπηρετοῦν τὸν ἄνθρωπον, καὶ κοπιάζουν τὰ δυστυχισμένα δι' αὐτὸν καὶ θανατώνονται κατὰ τὸ θέλημά του. Καὶ σὺ ἀγαπητέ, πῶς θέλεις νὰ ζῇς κατὰ τὰ θέλημά σου εἰς καιρὸν ὅπου σὲ βιάζουν νὰ ζῇς μόνον κατά τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ τὰ δύο ταῦτα ἄπειρα χρέη σου; Ἤγουν διότι ἔλαβες ἀπὸ τὸν Θεὸν ὅλα τὰ ἀγαθά· καὶ διότι τὰ ἔλαβες δι' αὐτὸ μόνον τὸ τέλος, διὰ νὰ τὸν δοξάζῃς καὶ νὰ τὸν δουλεύῃς μὲ ὅλην σου τὴν καρδίαν. Ὅθεν εἶπεν ὁ ἱερὸς Αὐγουστῖνος. «Ἵνα ὅλος σοι δουλεύω, πάντα ὅσα ἐποίησας, εἰς τὴν ἐμὴν δουλείαν παρέδωκας». (Εὐχ. θ'. ἢ κ'). Καὶ πάλιν «πάντα ὑπὸ τοὺς πόδας τῶν ἀνθρώπων ὑπέταξας ἵν᾽ ὑποταγῇ σοι μόνος ὁ ἄνθρωπος, καὶ ὅλος ᾖ σός.» (Εὐχ. ί.) Καὶ λοιπὸν ἀδελφέ, ὦ τί μεγάλην ἀταξίαν περιέχει ἡ ζωὴ ὅπου ἐπέρασες ἕως τώρα ἐπειδὴ αὐτὴ δὲν εἶναι διωρισμένη διὰ νὰ προσβάλῃ ἕνα ἄπειρον ἀγαθόν, τὸ ὁποῖον εἶναι ἡ τιμή, ἡ δόξα, καὶ ἡ δούλευσις τοῦ Θεοῦ καὶ ἐσὺ τὴν ἐξώδευσες κακῶς εἰς τὸ νὰ δουλεύῃς τὸν κόσμον, εἰς τὸ νὰ ὑπηρετῇς τὰ ἄτιμα πάθη σου, καὶ εἰς τὸ νὰ ζητῆς μὲ τόσην ἐπιθυμίαν πράγματα οὐτιδανώτερα ἀπὸ τὸν ἑαυτόν σου.
Καὶ λοιπόν, ματαίως ἦλθες καὶ ἐσὺ εἰς τὸ εἶναι, καθώς καὶ ὅλοι ἐκεῖνοι οἱ λαοί, περὶ τῶν ὁποίων λέγει ἡ Γραφή, ὅτι ἠχρειώθησαν, καὶ ἔγιναν ἀνωφελεῖς ἐπάνω εἰς τὴν γῆν, μὲ τὸ νὰ μή δουλεύουν τὸν Θεόν, μήτε διὰ τὸ τέλος ἐκεῖνο ὅπου ἐπλάσθησαν. «Μάτην κοπιάσουσι πρὸς λαόν, ὃς οὐκ ὠφελήσει αὐτοὺς εἰς βοήθειαν» (Ησ. λ. 5.) ἔτσι λέγω καὶ ἐσύ, γρήγορα θέλεις ἰδῇ ὅλα σου τὰ ἔργα μάταια καὶ χαϊμένα, ὡσὰν μίαν σαΐταν ὅπου νὰ μὴ κτυπᾷ εἰς τὸ σημάδι, ἂν δὲν τὰ κάμνῃς ὅλα διὰ δόξαν Θεοῦ· ἐπειδὴ κατὰ τὸ φιλοσοφικὸν ἐκεῖνο ἀξίωμα, πᾶν τὸ ἀπογυμνούμενον τοῦ ἰδίου τέλους, ματαιούται. Ἔτσι ἕνα μαχαῖρι ὅταν δὲν κόπτῃ, γίνεται μάταιον· ἔνα κλειδὶ ὅταν δὲν ἀνοίγῃ, εἶναι ἀνωφελές· καὶ ἕνα ὡρολόγιον ὅταν δὲν δείχνῃ ὀρθῶς τὰς ὥρας, γίνεται ἄχρηστον. Τί λέγω, ὅτι τὰ ἔργα σου γίνονται μάταια, καὶ ἀνωφελῆ, ὅταν δὲν γίνωνται διὰ τὸ ἴδιον τέλος των, ὅπερ εἶναι ἡ δόξα τοῦ Θεοῦ; Τὰ τοιαῦτα ἔργα σου θέλεις τὰ δοκιμάσει ἀκόμη, ώσάν ὕλην μεγάλης φλογός, ἥτις μέλλει νὰ σὲ κατακαύσῃ εἰς τὴν τελευταίαν ἡμέραν τῆς κρίσεως. Ὅθεν πρόσεχε καλῶς· διότι ἂν δὲν δώσῃς τώρα εἰς τὴν παροῦσαν ζωὴν μίαν θεληματικὴν δόξαν εἰς τὸν Θεὸν μὲ τὰ ἔργα σου, καὶ μὲ τὴν ὑπακοήν τοῦ θείου Του θελήματος, θέλεις τοῦ δώσει μίαν βίαιον δόξαν τότε εἰς τὴν μέλλουσαν, μὲ τὴν δικαίαν τιμωρίαν ὅπου ἔχεις νὰ λάβης σύ, καὶ ὅλοι ἐκεῖνοι, ὅπου μὲ τὴν παντοτεινὴν ἀμετανοησίαν τους ἐπαρώξυναν τὴν θείαν δικαιοσύνην. «Πᾶσα γάρ φησι γλῶσσα ἐξομολογήσεται, ὅτι Κύριος Ἰησούς Χριστός, εἰς δόξαν Θεοῦ Πατρός.» (Φιλιπ. β'. 11).
Ἀποφάσισε λοιπὸν νὰ ἀρχίσῃς μίαν ζωὴν ἀξίαν διὰ τὸ τέλος σου, καὶ ὅλα τὰ ἔργα σου κάμνετα διὰ τὸν Θεὸν καὶ διὰ μόνην τὴν δόξαν τοῦ Θεοῦ, μὰ εἶναι τὰ ἔργα σου μικρά; Μὰ δὲν ἠμπορεῖς νὰ κατορθώσῃς ἀρετὰς ὑψηλάς; Μὴ λυπῆσαι· αὐτὰ τὰ μικρὰ γίνονται μεγάλα· καὶ αὐταί αἱ ταπειναί ἀρεταί ὅπου ἠμπορεῖς, γίνονται ὑψηλαί, ὅταν τὰς κάμνῃς διὰ τὴν δόξαν τοῦ Θεοῦ, καθὼς ἐκ τοῦ ἐναντίου καὶ τὰ μεγάλα ἔργα, γίνονται μικρά, καὶ αἱ ὑψηλαί ἀρεταί ἀποβαίνουν ταπειναί, ἢ μᾶλλον εἰπεῖν γίνονται κακίαι, ὅταν δὲν γίνονται διὰ τέλος ὑπερφυσικόν, ὅπερ ἐστὶν ἡ δόξα τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ διὰ δόξαν ἀνθρώπων, καὶ δι' ἄλλα τέλη φυσικὰ καὶ ἀνθρώπινα. Τί πρᾶγμα εἶναι ταπεινότερον καὶ μικρότερον, ἀπὸ τὸ νὰ τρώγῃ τινὰς καὶ νὰ πίνῃ; Ὅμως ὁ Ἀπόστολος μᾶς διδάσκει νὰ κάμνωμεν ταῦτα εἰς δόξαν Θεοῦ, διὰ νὰ γίνωνται μὲ τὸ τέλος αὐτὸ ἔργα εὐγενῆ, ἔργα ὑψηλά, ἔργα μεγάλα, καὶ τρόπον τινὰ ἔργα θεῖα. «εἴτε ἐσθίετε, εἴτε πίνετε, εἴτε τι ποιεῖτε, πάντα εἰς δόξαν Θεοῦ ποιεῖτε». (α΄. Κορ ι'. 31.). Καὶ ἐξ ἐναντίας, τί πρᾶγμα εἶναι ὑψηλότερον καὶ θειότερον, ὡσὰν τὸ νὰ κηρύττῃ τινὰς τὸ ἅγιον εὐαγγέλιον, καὶ ὅμως ὁ αὐτὸς καταδικάζει μερικούς, διότι ἔκαμναν τοῦτο διὰ φθόνον, ἢ διὰ ἔπαρσιν, ἢ δι' ἄλλον κακὸν τέλος. «Τινὲς μὲν καὶ διά φθόνον καὶ ἔριν τὸν Χριστὸν κηρύσσουσι. (Φιλιπ. α'. 15) Γνώρισαι τὴν ἀνωτάτην ἐξουσίαν ὅπου ἔχει ὁ Θεὸς ἐπάνω εἰς ἐσέ, διὰ τὴν ὁποίαν ἐσὺ δὲν ὁρίζεις τὸν ἐαυτόν σου, οὔτε ἠμπορεῖς μὲ δίκαιον τρόπον νὰ γυρίσῃς τὰ μάτια σου, ἢ νὰ σαλεύσῃς τοὺς πόδας σου, ὄχι πολύ, ἀλλὰ μίαν τρίχα ἐναντίον τοῦ ἁγίου Του θελήματος. Ὁμολόγησαι πῶς δὲν εἶσαι ἄξιος νὰ σὲ δουλεύουν τὰ κτίσματα, ἐπειδὴ καὶ εσὺ δὲν ἐδούλευσες τὸν ἰδικόν τους, καὶ ἰδικόν σου Δεσπότην. Εὐχαρίστησέ τον πῶς σὲ ὑπέφερε τόσον καιρὸν ὅπου ἐναντιώθης εἰς τὴν θείαν Του δόξαν. Κάμνε ὑπόσχεσιν νὰ ζῆς εἰς τὸ ἐρχόμενον ὅλος εἰς δόξαν Θεοῦ, καθώς ἐπροωρίσθης καὶ ἐκτίσθης ἀπὸ τὸν Θεὸν διὰ τοῦτο τὸ τέλος, ὡς λέγει ὁ Παῦλος «ἐν ᾧ καὶ ἐκληρώθημεν προορισθέντες κατὰ πρόθεσιν τοῦ τὰ πάντα ἐνεργοῦντος κατὰ τὴν βουλὴν τοῦ θελήματος Αὐτοῦ, εἰς τὸ εἶναι ἡμᾶς εἰς ἔπαινον τῆς δόξης αὐτοῦ». (Ἐφεσ. α΄. 11). Καὶ συλλογιζόμενος τὴν περασμένην ἀδυναμίαν σου, παρακάλεσέ Τον ἐξ ὅλης σου ψυχῆς νὰ σοῦ δώσῃ δύναμιν, διὰ νὰ κάμνῃς ὅλα σου τὰ ἔργα διὰ μόνην τὴν δόξαν τοῦ Θεοῦ· τὴν ὁποίαν δόξαν ζητεῖ ὁ Θεὸς ἀπὸ λόγου σου, ὡς φόρον καὶ χρέος ἀπαραίτητον, λέγοντάς σου. «Υἱὸς δοξάζει πατέρα, καὶ δοῦλος τὸν Κύριον ἑαυτοῦ, καὶ εἰ πατήρ εἰμι ἐγώ, ποῦ ἐστιν ἡ δόξα μου;»
γ.
Συλλογίσου, ὅτὶ ὁ Θεός, ὄχι μόνον εἶναι ἡ πρώτη σου ἀρχή, καὶ τὸ ὕστερόν σου τέλος ἐν τῇ παρούσῃ ζωῇ, ἀλλὰ εἶναι ἀκόμη καὶ ἡ ἰδική σου ἐπιστροφή, καὶ ἀνωτάτη μακαριότης ἐν τῇ μελλούση ζωῆ· «εἰς Αὐτὸν γὰρ τὰ πάντα λέγει ὁ Παῦλος.» (Ρωμ. ια'. 35.) 9. Ἠδύνατο ὁ Θεὸς νὰ σὲ διορίσῃ ἄνθρωπε, νὰ διαλύεσαι ὅλως εἰς δόξαν Θεοῦ, καθὼς διαλύεται καὶ τὸ λιβάνι ὅλον μέσα εἰς τὸ θυμιατὸν διὰ δόξαν Θεοῦ· ὥστε ὅπου, ἀφ' οὐ ἤθελες δουλεύσει χρόνους πολλοὺς τὸν Κύριον ἡμῶν, νὰ καταντᾷς τέλος πάντων εἰς τὸ οὐδὲν· καὶ αὐτὸ τὸ νὰ διαλυθῇς ὅλος εἰς ὑποταγὴν καὶ δόξαν Ἐκείνου τοῦ Ἀνωτάτου Πλάστου ὅπου σὲ ἔπλασε, βέβαια ἤθελεν ἦναι διὰ λόγου σου μία μεγάλη τιμή, καὶ ἕνας μεγάλος ἔπαινος, διὰ τὴν δούλευσιν ὅπου τοῦ ἔκαμες. Ἠδύνατο τέλος πάντων νὰ σοὺ δώσῃ μόνον μίαν ἀνταμοιβὴν διὰ τὴν δούλευσίν σου, χωριστὴν ἀπὸ τὸν ἑαυτόν Του, καθὼς λέγει διὰ τοῦ Ἠσαΐου· «ἰδοὺ οἱ δουλεύοντές μοί, φάγονται... Ἰδοὺ οἱ δουλεύοντές μοι, πίονται... Ἰδοὺ οἱ δουλεύοντές μοι εὐφρανθήσονται» (ξέ. 13). Καὶ αὐτὴ ἡ ἀνταμοιβὴ ἤθελεν εἶναι μία μεγάλη σου εύδαιμονία· παρ' ὅλον τοῦτο ὁ Θεός, εἶναι τόσον Φιλάνθρωπος, ὅπου ὄχι μόνον δὲν σὲ ἀφίνει νὰ ὑπάγῃς εἰς τὸ μὴ ὂν, ἀλλὰ ἔχει καὶ νὰ σὲ ἀναστήσῃ ἀσυγκρίτως λαμπρότερον, ἀπὸ ὅ,τι εἶσαι τώρα· καὶ ὄχι μόνον θέλει νὰ ἀνταμείψη κάθε σου παραμικρὰν δούλευσιν, μὲ ἕνα τόσον μεγαλοπρεπή μισθὸν μιᾶς ἀτελευτήτου βασιλείας, ἀλλὰ θέλει ἀκόμη νὰ ἦναι μισθός σου Αὐτὸς ὁ ἴδιος Θεὸς· ὥστε ὅπου ἀπολαμβάνοντας ἐσὺ τὸν μισθόν, ἐν ταὐτῷ νὰ ἀπολαμβάνῃς καὶ τὸν δοτῆρα τοῦ μισθοῦ, τὸ ὁποῖον εἶναι ἡ ἀνωτάτη μακαριότης· διὰ τοῦτο ἔλεγεν Αὐτὸς εἰς τὸν Ἀβραὰμ «ἐγὼ ὑπερασπίζω σου, ὁ μισθός σου πολὺς σφόδρα». (Γένεσ. ἴε'.) Καὶ ὁ Δαβὶδ ἐφώναζε· «Κύριος μερὶς τῆς κληρονομιάς μου» (Ψάλμ. ιε' 5) καὶ ὁ Ἀπόστολος «κληρονόμοι μὲν Θεοῦ, συγκληρονόμοι δὲ Χριστοῦ». (Ρωμ. η'. 17) Ἀλλὰ καὶ ὁ ἱερὸς Αὐγουστίνος λέγει πρὸς τὸν Θεὸν «οὐ γὰρ ἄλλος μὲν Σύ, ἄλλος δὲ ὁ μισθός σου, ἄλλα Σὺ αὐτὸς μισθὸς μέγας σφόδρα· Αὐτὸς ὁ στεφανῶν, Αὐτὸς καὶ ὁ στέφανος.» (Εὐχ. κή. ἢ λζ.)
Ἀνίσως λοιπόν, ἀδελφέ, ἐσὺ ἔπρεπε νὰ δουλεύῃς τὸν Θεὸν ἐξ ὅλης καρδίας, ὅταν ἡ ἀπόλαυσίς σου ἦτο χωριστὴ ἀπὸ τὴν δούλευσιν ὅπου Τοῦ κάμνεις· πὸσῳ μάλλον πρέπει τώρα νὰ τὸν δουλεύῃς· ὅταν Αὐτὸς ἀντάμωσεν ὁμοῦ μὲ τὴν πρὸς Αὐτὸν δουλευσίν σου, καὶ τὴν ἄκραν εὐδαιμονίαν σου; Ὅθεν ἐπειδὴ καὶ εἶσαι διωρισμένος νὰ βασιλεύης αἰωνίως ὁμοῦ μὲ τὸν Θεόν σου, καὶ ἐπειδὴ Αὐτὸς σὲ διαφυλάττει διὰ μίαν μακαριότητα τοιουτοτρόπως ἄπειρον, διὰ τί νὰ μὴν καταφρονῆς, ὡσὰν μίαν οὐτιδανὴν λάσπην, ὅλον ἐκεῖνο ὅπου σου προσφέρει διὰ μακαριότητα ὁ κόσμος ἢ ὁ διάβολος, καὶ ἂν διὰ νὰ ἀποκτήση, ἢ διὰ νὰ φυλάξῃ τινὰς μίαν πρόσκαιρον βασιλείαν, μεταχειρίζεται τόσους τρόπους, εὑρίσκει τόσας συμβουλάς, λαμβάνει τόσους κόπους, ἐξοδεύει τόσους θησαυρούς, ἀφανίζει τόσας ζωὰς ἀνθρώπων· πόσον ἀσυγκρίτως πρέπει νὰ ὑποφέρης ἐσὺ διὰ ν' ἀποκτήσης εἰς τὸν οὐρανὸν μίαν βασιλείαν ὅπου δὲν ἔχει τέλος ποτὲ ποτέ; Μάλιστα ὅπου εὑρίσκεσαι ἀναμεταξὺ εἰς δύο αἰωνιότητας, αἱ ὁποῖαι δὲν ἔχουν μέσον, ἀλλὰ ἢ εἰς τὸν παράδεισον ἔχεις νὰ εἶσαι διὰ πάντα μὲ κάθε λογῆς τρυφήν, ἢ εἰς κόλασιν διὰ πάντα μὲ κάθε λογῆς τιμωρίαν; Ἄραγε αὐτὴ ἡ ἀνάγκη, καὶ ὁ κίνδυνος, εἰς τὸν ὁποῖον εὑρίσκεσαι, σοῦ φαίνεται ὀλίγος; Μὲ ὅλον τοῦτο - ἐκεῖνο ὅπου ἔσυ ἀμέλησες - ἕως τώρα περισσότερον ἀπὸ ὅλα τὰ ἄλλα σου πράγματα, εἶναι αὐτὸ τὸ μόνον καὶ ἄκρον ἀγαθὸν καὶ ἡ μακαριότης ὅπου ἔχεις νὰ ἀπολαύσης. Καὶ τὶς ἠξεύρει πόσες φορές ἐσὺ ἐκινδύνευσες μὲ τὰς ἁμαρτίας, νὰ χάσῃς διὰ πάντα αὐτὸ τὸ αἰώνιον ἀγαθὸν ὅπου σὲ προσμένει; Καὶ νὰ κρημνισθῆς διὰ πάντα εἰς τὸ αἰώνιον κακὸν ὅπου σὲ φοβερίζει:
Λοιπὸν τώρα ὅπου ὁ Θεός σοῦ ἔδωσεν ἀκόμη, τοῦτον τὸν ὀλίγον καιρὸν τῆς ζωῆς σου, δὲν εἶναι μία μεγάλη μωρία νὰ μὴ δοθῇς ὅλος εἰς τὸ νὰ βάλῃς εἰς ἀσφάλειαν τὴν σωτηρίαν σου; Καὶ εἰς τὸ νὰ ἀπολαύσῃς βεβαίως αὐτὸ τὸ μεγάλον τέλος τῆς αἰωνίου μακαριότητος! Πῶς δὲ θέλεις ἀπολαύσεις αὐτό; Ανίσως ἐργάζεσαι μὲν κάθε ἀρετήν, ἀπέχῃς δὲ ἀπὸ κάθε ἁμαρτίαν· ὅτι διὰ τοῦτο ὀνομάζεται ἁμαρτία ἡ ἁμαρτία, ἤγουν ἀποτυχία, ἐπειδὴ κάμνει ἐκεῖνον ὅπου τὴν ἐργάζεται νὰ ἀποτύχη τοῦ τέλους ἐκείνου, διὰ τὸ ὁποῖον ἐπλάσθη παρὰ Θεοῦ· ἐὰν δὲ αὐτὸ τὸ τέλος ἀποτύχης καὶ χάσης, τί θέλει σὲ ὠφελήσει ἀδελφὲ κάθε ἄλλο κέρδος, τί θέλει σὲ ὠφελήσει ἡ τιμὴ καὶ τὰ ἀξιώματα ὅπου ἔλαβες εἰς μίαν γωνίαν τῆς γῆς, καθὼς εἶναι ἡ πατρίδα σου; Τί θέλει σὲ ὠφελήσει κάθε ἡδονή, ὅπου ἀπόλαυσες ἀπὸ τὰ κτίσματα; Τί θέλει σὲ ὠφελήσει ὅλη ἡ ποσότης τοῦ πλούτου ὅπου ἐσύναξες; «Τί ὠφελήσει ἄνθρωπον, ἐὰν κερδίση τὸν κόσμον ὅλον, καὶ ζημιωθῇ τὴν ψυχὴν αὐτοῦ; ἢ Τί δώσει ἄνθρωπος ἀντάλλαγμα τῆς ψυχῆς αὐτοῦ;» (Μάρκ. η. 37.) ἐν συντομίᾳ· ἂν ἐσὺ χάσῃς τὸ τέλος σου, ἔχασες ὁμοῦ οὐράνια καὶ ἐπίγεια καὶ ὅλα τὰ πάντα· ἔχασες αἰωνίως κάθε καλὸν καὶ ἐκέρδισες αἰωνίως κάθε κακόν. Καὶ ματαίως ἔλαβες τὸ σῶμα· ματαίως ἔλαβες τὴν ψυχὴν ματαίως ἐγεννήθης εἰς τὸν κόσμον, ἢ μᾶλλον εἰπεῖν, καλλίτερόν σου ἦτο νὰ μὴ ἤθελες γεννηθῇ ὁλότελα, καθὼς εἶπε περὶ τοῦ Ἰούδα ὁ Κύριος. «Καλὸν ἦν αὐτῷ, εἰ οὐκ ἐγεννήθη ὁ ἄνθρωπος ἐκεῖνος» (Μάρκ. ιδ'. 2).
Λοιπὸν ἀποστράφου μὲ ὅλην σου τὴν καρδίαν ὅλαις ταῖς περασμέναις ἀταξίαις τῆς ζωῆς σου, καὶ συλλογίσου τὸν πολύτιμον καιρὸν ὅπου ἐξόδευσες τόσον ματαίως. Εὐχαρίστησε τὸν Κύριον ὅπου σου δίδει καιρὸν καὶ τρόπον νὰ ἀναπληρώσῃς τὰς ζημίας σου μὲ νέα καὶ μεγαλύτερα κέρδη τῆς γνησίας μετανοίας, καὶ ἐπιστροφῆς σου. Καὶ ἀποφάσισε εἰς τό ἑξῆς νὰ κινηθῇς μὲ ὅλην σου τὴν θέλησιν, εἰς τὸ νὰ ἐπιτύχῃς τὸ τέλος σου· ἤτοι τὴν ἐν οὐρανοῖς μακαριότητα, τὴν ὁποίαν ὅποιος χάση πίπτει εἰς τὴν ἐσχάτην δυστυχίαν, κατὰ τὸν ἱερὸν Αὐγουστῖνον. Καὶ καθὼς κάμνει μία μεγάλη πέτρα, ἡ ὁποία ὅταν πέσῃ ἀπὸ κανένα ὑψηλὸν μέρος συντρίβει ὅλα ἐκεῖνα ὅπου ἐμποδίζουν τὸν δρόμον της καὶ δὲν τὴν ἀφίνουν νὰ ὑπάγῃ εἰς τὸ κέντρον της, ἔτσι κάμε καὶ ἐσύ, καὶ σύντριψε ὅλα ἐκεῖνα ὅπου σὲ ἐμποδίζουν καὶ δὲν σὲ ἀφίνουν νὰ ἐπιτύχῃς τὸ τέλος σου, τὸ ὁποῖον εἶναι ἡ αἰώνιος ἀπόλαυσις καὶ θεωρία τοῦ Θεοῦ εἰς ἐκείνην τὴν ἐν οὐρανοῖς μακαριότητα, ὡς εἴπομεν ἤξευρε γὰρ καλὰ ὅτι, κἄν ἀπολαύσῃς ὅλας τὰς δόξας, ὅλας τὰς ἡδονάς, ὅλους τοὺς θησαυροὺς καὶ ὅλας τὰς βασιλείας τοῦ κόσμου, δὲν θέλεις δυνηθή μὲ ὅλα αὐτὰ νὰ ἀναπαύσῃς καὶ νὰ χορτάσῃς τὴν ἐπιθυμίαν τῆς καρδίας σου πληρέστατα, διότι οὔτε τὰ ἀγαθὰ αὐτὰ εἶναι τέλος τοῦ ἀνθρώπου, οὔτε ὁ ἄνθρωπος ἐκτίσθη δι' αὐτά· ὅθεν καὶ ἀφ' οὖ ὁ ἄνθρωπος ἀπολαύσῃ ὅλα ταῦτα, δὲν ἀναπαύεται, ἀλλὰ ἐπιθυμεῖ ἄλλο τί πρᾶγμα ὑψηλότερον τούτων καὶ τελειότερον, ὅπερ ἄλλο δὲν εἶναι εἰ μὴ ὁ Θεός, ὅστις μὲ τὸ νὰ εἶναι ἡ ἀνωτάτη μακαριότης καὶ τὸ ἔσχατον τέλος, διὰ τὸ ὁποῖον ἐκτίσθη ὁ ἄνθρωπος, δύναται μόνος νὰ ἀναπαύσῃ τὴν ἄμετρον τῆς καρδίας ἐπιθυμίαν, καὶ νὰ τὴν χορτάσῃ πληρέστατα ὡς ἄκρον καὶ ἄπειρον ἀγαθόν. Διὰ τοῦτο καὶ ὁ θεσπέσιος Αὐγουστῖνος εἶπε ταῦτα τὰ ἀξιοσημείωτα λόγια «Εποίησας ἡμᾶς Κύριε διὰ Σέ.» Καὶ οὐδέποτε ἡ καρδία ἡμῶν ἀναπαύεται, μέχρις ὅτου εὔρῃ ἐν Σοὶ τὴν ἑαυτῆς ἀνάπαυσιν. Πότε δὲ θέλει εὔρῃ ταύτην της τὴν ἀνάπαυσιν; ἐν τῇ μελούσῃ ζωῇ· διότι ἐν τῇ παρούσῃ ζωῇ, κἂν καὶ ἀξιωθῇ τινὰς πολλῶν, καὶ μεγάλων χαρισμάτων, κἂν καὶ ἀναπαυθῇ, τῷ θεῷ ἑνωθείς, διὰ τῆς ἀπαθείας, ὅμως ἡ ἀνάπαυσίς του αὕτη εἶναι ἐπ᾿ ὀλίγον καὶ μερική, ἀλλ' οὐχὶ παντοτεινὴ καὶ πλήρης, ὡς ἔσται ἐν τῇ μακαριότητι· καὶ εἰς ὅλον τὸ ὕστερον παρακάλεσαι τὸν Κύριον νὰ σὲ δυναμώσῃ μὲ τὴν χάριν του τοιουτοτρόπως, ὥστε ὅπου ἐν τῇ κοιλάδι ταύτη τοῦ κλαυθμῶνος εὐρισκόμενος, εἰς ὅλα σου τὰ ἔργα ἄλλο νὰ μὴν ἀναπνέῃς πάρεξ τὴν ἐν οὐρανοῖς ἐκείνην μακαριότητα καὶ ἀπόλαυσιν· ἄλλο νὰ μὴν ἐπιθυμῆς, πάρεξ τὸ ἔσχατον ἐκεῖνο καὶ ὁλοϋστερινὸν τέλος καὶ τὸν σκοπόν, διὰ τὸν ὁποῖον καὶ ἐπλάσθης διὰ τῆς δημιουργίας καὶ ἀνεπλάσθης διὰ τῆς ἐνσάρκου οἰκονομίας, λέγοντας μὲ τὸν Παῦλον, «κατὰ σκοπὸν διώκω ἐπὶ τὸ βραβεῖον τῆς ἄνω κλήσεως τοῦ Θεοῦ ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ» (Φιλιπ. γ'. 14).
ΜΕΛΕΤΗ Γ΄.
Α΄. Περὶ τῶν μέσων ὅπου μᾶς ἔδωκεν ὁ Θεὸς διὰ νὰ ἐπιτύχωμεν τὸ ἄκρον τέλος μας.
Β΄. Ὅτι ἡμεῖς κάμνομεν κατάχρησιν τῶν τοιούτων μέσων.
Γ΄. Πῶς πρέπει νὰ διορθώσωμεν αὐτὴν τὴν κατάχρησιν.
Σημειώσεις:
6Ὅθεν εἶπεν ὁ Τερτυλλιανὸς περὶ τῆς πλάσεως τοῦ ἀνθρώπου τὰ γλαφυρὰ ταῦτα «ἐννόει μοι ὅλον ἐκείνῳ (τῷ ἀνθρώπῳ δηλ.) τὸν Θεὸν σχολάζοντα καὶ προσέχοντα χειρί, αἰσθήσει, ἔργῳ, βουλῇ, σοφία, προνοίᾳ καὶ πρὸ πάντων αὐτῇ τῇ ἁγάπῃ ἥτις τὰς γραμμὰς (ἐν τῷ τοῦ Ἀδάμ προσώπω) διεχάραττεν οἷος γὰρ ὁ πηλὸς διεμορφοῦτο, τοιοῦτος ὁ Χριστός διεννοεῖτο, ἄνθρωπος ἐσόμενος». (βιβλ. περί Ἀναστάσ. σαρκὸς κεφ. ς'.) Καὶ ὁ θεῖος Ἀμβρόσιος ἐρμηνεύων τὸ «αἱ χεῖρες σου ἐποίησάν με καὶ ἔπλασάν με»· λέγει «τὰ ζῶα οὐκ ἐποίησαν αἱ χεῖρές σου, ἀλλ' εἴρηκας ἐξαγαγέτω ἡ γῆ τετράποδα κ.τ.λ.»· ὅθεν καὶ ὁ Θεοδώρητος ἐρωτήσει ιθ'. λέγει ὅτι, τὸ νὰ πλάσῃ μόνον τὸν ἄνθρωπον ὁ Θεὸς, καὶ δι' ἐμφυσήματός του νὰ τὸν ζωοποιήση, ταῦτα ἐφανέρωναν τὴν ἐξαίρετον ἀγάπην καὶ κηδεμονίαν ὅπου ἔχει ὁ Θεὸς εἰς τὸν ἄνθρωπον.
7 Τρεῖς γὰρ μεταβατικὰς προς τὰ ἔξω ἐνεργείας τοῦ Θεοῦ ἀπαριθμοῦσιν οἱ θεολόγοι· δημιουργίαν, συνοχήν, καὶ συνδρομήν. (τὰ ὁποῖα ταῦτα δύο, εἶναι εἴδη τῆς προνοίας, τῆς εἰδικώτερον θεωρουμένης· ἐπειδὴ ἡ πρόνοια, γενικῶς θεωρουμένης· περιλαμβάνει καὶ τὴν δημιουργίαν ὡς ἄναρχος, καθώς εἴπομεν ἐν τῇ α΄ ὑποσημειώσει τῆς α' μελέτης) Καὶ δημιουργία μὲν εἶναι, ἡ παραγωγὴ ὅλου τοῦ ὅντος ἐκ μηδενὸς προϋφεστῶτος ὑποκειμένου. Συνοχὴ δὲ εἶναι ἡ συντήρησις τῶν οὐσιῶν τῶν ὄντων, καὶ ὁρίζεται ὅτι εἶναι μία συνεχὴς καὶ ἀδιάλειπτος παραγωγὴ τῶν δημιουργηθέντων, καθ' ἤν σώζουσι τὸ εἶναι. Συνδρομὴ δὲ εἶναι ἡ συντήρησις τῶν ἐνεργειῶν τῶν ὄντων, καὶ ὁρίζεται, ὅτι εἶναι κτίσματος ἐνέργεια, ἀνυομένη παρά Θεοῦ, ὡς παρὰ πρώτου κινοῦντος, εἴτε προκινοῦντος, εἴτε συναντιλαμβανομένου. Περί τῆς δημιουργίας μαρτυρεῖ ἡ Γραφή ἐν κεφ. ζ'. στίχ. 28 τοῦ β'. βιβλίου τῶν Μακκαβαίων, ὅπου ἡ ἁγία Σωλομονὴ λέγει πρὸς ἕναν υἱόν της «ἀξιῶ σε τέκνον ἀναβλέψαντα εἰς τὸν οὐρανὸν καὶ τὴν γῆν καὶ τὰ ἐν αὐτοῖς πάντα ἰδόντα, γνῶναι ὅτι ἐξ οὐκ ὄντων ἐποίησεν ὁ Θεός αὐτά, καὶ τὸ τῶν ἄνθρώπων γένος οὕτω γεγένηται». Περὶ δὲ τῆς συνοχῆς εἴρηται Πνεῦμα Κυρίου πεπλήρωκε τὴν οἱκουμένην· καὶ τὸ συνέχον τὰ πάντα γνῶσιν ἔχει «φωνῆς» (Σοφία Σολ. α'.7) Περὶ δὲ τῆς συνδρομῆς «ἐν αὐτῷ ζῶμεν, καὶ κινούμεθα καὶ ἐσμέν». (Πράξ. ιζ'. 28). Ὅθεν καὶ ἔχοντες οἱ Ἑβραῖοι ἀνοικτὰ τὰ ὁμμάτια, δέν εἶδον τὸν Ἰησοῦν, ὅτε ἐπορεύοντο διὰ μέσου αὐτῶν, μὲ τὸ νὰ ἐστέρησεν αὐτὰ ὁ Θεός τὴν συνδρομήν του.
8 Ὅθεν εἰς τὰς Παροιμίας, ὅπου οἱ ἑβδομήκοντα ἔχουν «πάντα τὰ ἔργα Κυρίου μετὰ δικαιοσύνης» (κεφ. ις'. 4) τὸ ἑβραϊκόν ἔχει «πάντα τὰ ἔργα Κυρίου δι' αὐτόν. Ὅθεν ἄν ὅλα τὰ κτίσματα ἔγιναν διὰ τὸν Θεόν, ἥγουν διὰ τὴν δόξαν καὶ τὴν δούλευσιν τοῦ Θεοῦ, πόσω μᾶλλον ὁ λογικὸς ἄνθρωπος, ὁ κατ' εἰκόνα Θεοῦ κτισθεὶς καὶ ὁμοίωσιν, δι' ὅ καὶ ὁ Θεολόγος Γρηγόριος εἶπεν, «ὅτι ὁ Θεὸς ἐποίησεν τὸν ἄνθρωπον, τὸν αὐτὸν πνεῦμα καὶ σάρκα· πνεῦμα διὰ τὴν χάριν, σάρκα διὰ τὴν ἔπαρσιν· τὸ μὲν ἵνα μένῃ καὶ δοξάζη τὸν εὐεργέτην· τὸ δὲ, ἵνα πάσχη». (λόγ. εἰς τὰ Γενέθλια).
9 Ὅρα εἰς τὴν ιη'. Μελέτην περὶ τῆς δόξης τοῦ Παραδείσου.
Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου
ΓΥΜΝΑΣΜΑΤΑ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΑ
Τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ μεταχειρίζεται κάθε Χριστιανὸς ὅπου ἐπιθυμεῖ νὰ σώσῃ τὴν ψυχήν του, διαμοιρασμένα εἰς Μελέτας, Ἐξετάσεις καὶ Ἀναγνώσεις.
ΜΕΛΕΤΗ Β΄.
Α΄. Ὅτι ὁ ἄνθρωπος ἐπλάσθη ἀπὸ τὸν Θεόν.
Β΄. Ὅτι ἐπλάσθη διὰ τὸν Θεόν.
Γ΄. Ὅτι ἐπλάσθη διὰ νὰ ἀπολαμβάνῃ αἰωνίως τὸν Θεόν
α.
Συλλογίσου, ὅτι ὁ Θεὸς εἶναι ἡ πρώτη σου ἀρχή, «ἐξ αὐτοῦ γὰρ τὰ πάντα» λέγει ὁ Παῦλος (Ῥωμ. ια'. 35). Ποῦ ἤσουν ἐσὺ εἰς ὅλον τὸν περασμένον αἰῶνα; Ἤσουν ἐνταφιασμένος εἰς τὴν ἄβυσσον τοῦ οὐδενὸς χωρὶς ψυχήν, χωρὶς σῶμα, χωρὶς καμμίαν ἐνέργειαν, χωρὶς καμμίαν ἀξιότητα, ὑστερημένος ἀπὸ κάθε πραγματικὸν εἶναι. Τώρα, ἄν ἴσως καὶ σὺ καθ' ὑπόθεσιν ἤσουν πρὸ τῶν αἰώνων ἕνα σπειρί ἄμμου, πόσον ἤσουν χρεώστης εἰς τὸν Κύριον, ὅπου σὲ μετέβαλεν ἀπὸ ἐκεῖνο τὸ σπειρὶ τῆς ἄμμου εἰς ἕνα κτίσμα λογικόν, δεκτικὸν τόσων ἀγαθῶν; ὅθεν πόσῳ μᾶλλον τώρα εἶσαι χρεώστης εἰς τὸν Θεὸν ὅπου σὲ μετέβαλεν, ὄχι ἀπὸ τὸ σπειρὶ τῆς ἄμμου, ἀλλὰ ἀπὸ τὸ μηδαμῆ μηδαμῶς μηδὲν εἰς ἕνα τέλειον ὄν; καὶ ὅπου ἐμεταχειρίσθη εἰς ὠφέλειάν σου μίαν ἄπειρόν του δύναμιν, ἡ ὁποία ἐχρειάζετο ἀναγκαίως διὰ νὰ νικήσῃ τὸ ἄπειρον διάστημα ὅπου εὑρίσκετο ἀνάμεσα εἰς τὸ ὅν, καὶ εἰς τὸ μὴ ὄν καὶ οὕτω νὰ σὲ δημιουργήσῃ; Καὶ τὸ περισσότερον ὅπου ἐμεταχειρίσθη ὁ Θεὸς δι' ἐσὲ ἀκόμη, καὶ μίαν ἀγάπην ἄπειρον· ἐπειδὴ ἐξέλεξεν ἐσένα καλλίτερα ἀπὸ ἄλλα ἀναρίθμητα κτίσματα, ὅπου ἠμποροῦσε νὰ κάμῃ ἀντὶ διὰ ἐσένα τὰ ὁποῖα ἤθελαν νὰ τὸν δουλεύσουν, καὶ νὰ τὸν ἀγαπήσουν ἐξ ὅλης των τῆς καρδίας· μὲ ὅλον τοῦτο ὁ Θεὸς ἔστησε τοὺς ὀφθαλμούς Του εἰς ἐσέ, προκρίνοντας σχεδὸν τὴν ὠφέλειάν σου ἀπὸ τὴν ἰδίαν Του τιμήν, μόνον διά νὰ σὲ εὐεργετήσῃ· ὥστε ὅπου ἐσένα ἐθεώρησε μὲ ἱλαρὸν ὄμμα, καὶ ἐσένα ἐπροτίμησεν εἰς ὅλους τοὺς αἰῶνας, καὶ διὰ τοῦτο ηὐδόκησε, καὶ εἰς τὸν διωρισμένον καιρὸν νὰ πλάσῃ ἐσένα μοναχὸν ἀπὸ ὅλα τὰ ζῶα κατ' εἰκόνα Του καὶ ὁμοίωσιν μὲ τόσην προσοχὴν καὶ μὲ τόσην ἐπιμέλειαν καὶ ἀγάπην, ὡσὰν νὰ μὴν ἤθελεν νὰ δημιουργήσῃ ἄλλον τινά, πάρεξ᾽ ἐσένα μοναχὸν εἰς τὸν κόσμον, κατὰ τὸν Ψαλμῳδὸν ὅπου λέγει «ὁ πλάσας κατὰ μόνας τὰς καρδίας αὐτῶν», (ψαλμ. λβ'. 15)6.
Καὶ λοιπόν, ποῖος ἠμπορεῖ νὰ τὸ καταλάβῃ τὸ ἄπειρον χρέος ὅπου ἐσὺ ἔχεις εἰς τὸν Θεόν, διὰ ταύτην τὴν ἀσύγκριτον εὐεργίαν ὅπου σοῦ ἔκαμε, καὶ ἀπὸ τὸ οὐδετίποτε ὅπου ἤσουν, σὲ ἔπλασεν ἄνθρωπον; Μὰ δὲν εἶσαι μόνον χρεώστης ἔως ἐδῶ, ἀλλὰ αὐτὸ τὸ ἴδιον χρέος ἔχεις εἰς τὸν Θεὸν ἀκόμη καὶ κάθε ὥραν, καὶ κάθε στιγμήν· ἐπειδὴ ὁ Θεός, καθώς μὲ τὴν δημιουργίαν σοῦ ἔδωκε τὸ εἶναι, ἔτσι καὶ μὲ τὴν πρόνοιάν Του εἰς κάθε στιγμήν σοῦ διαφυλάττει τὸ αὐτὸ εἶναι καὶ πρὸς τούτοις δι' ἐσένα διαφυλάττει καὶ ὅλα τὰ κτίσματα ὅπου σὲ δουλεύουν, ὅπου εἶναι τὸ ἴδιον ὡσὰν νὰ ἀναπλάττῃ πάλιν καὶ ἐσέ καὶ ὅλα τὰ ἄλλα κτίσματα εἰς κάθε στιγμήν7. Ἕως τόσον ἐσύ, ἀδελφέ, ποίαν ἀνταπόδοσιν ἔκαμνες, εἰς αὐτὸ τὸ ἄπειρον χρέος ὅπου ἔχεις πρὸς τὸν Κύριον, διὰ νὰ τὸν δουλεύῃς; Τί ἔκαμνες ἔως τώρα δι' Αὐτὸν τὸν Παντοδύναμον καὶ ἀγαπητικώτατον Δημιουργόν σου καὶ Διαφυλακτήν σου; Ἄχ! ἐσὺ ἀντὶ νὰ τὸν δουλεύῃς, ἠθέλησες τόσαι φοραῖ νὰ σὲ δουλεύῃ αὐτὸς εἰς τὰ κακά σου θελήματα, μὲ τὸ νὰ ἔζησες ἔως τώρα, ὄχι κατὰ τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ κατὰ τὸ θέλημα τὸ ἰδικόν σου, ὡσὰν νὰ ἤσουν ἐσὺ κτίστης καὶ δημιουργός τοῦ ἑαυτοῦ σου, καὶ ὄχι ὁ Θεός. «Θεὸν τὸν γεννήσαντά σε ἐγκατέλιπες, καὶ ἐπελάθου Θεοῦ τοῦ τρέφοντός σε» (Δευτ. λβ' 18).
Ἐντράπου λοιπὸν διὰ τὴν ἄβυσσον τῆς ἀχαριστίας σου· καὶ θαύμασαι τὴν ὑπομονὴν τοῦ Θεοῦ ὅπου σὲ ὑποφέρει τόσον καιρόν. Ζήτησε συγχώρησιν διὰ ταύτην τὴν ἄκραν σου αδικίαν, καὶ κάμε ἀπόφασιν νὰ ἐπιστρέψῃς ὅλος εἰς τὸν Θεόν, καὶ νὰ εἶσαι εἰς τὸ ἐρχόμενον ὅλος ὑπήκοος εἰς τὸν θεῖον Του θέλημα. Διὰ νὰ ἠμπορέσῃς δὲ μὲ τελειότητα νὰ βάλῃς εἰς πρᾶξιν αὐτὸ τὸ καλόν, παρακάλεσε Τον νὰ σοῦ δώσῃ τὴν χάριν Του, ἐπειδὴ χωρὶς αὐτὴν δὲν δύνασαι τίποτε νὰ κατορθώσῃς ἐσὺ ἀπὸ λόγου σου· «χωρὶς ἐμοῦ οὐ δύνασθε ποιεῖν οὐδέν.» (Ἰωάνν. ιε'. 5).
β΄
Συλλογίσου, πῶς ὁ Θεὸς εἶναι ὄχι μόνον ἡ πρώτη σου ἀρχή, ἀλλὰ καὶ τὸ ὑστερινόν σου τέλος, διότι σὲ ἔπλασε καὶ σὲ διαφυλάττει δι' αὐτὸ μόνον τὸ τέλος διὰ νὰ Τὸν ἀγαπᾶς, διὰ νὰ Τὸν δοξάζῃς καὶ ἁπλῶς διὰ νὰ Τὸν δουλεύῃς εἰς τὴν παροῦσαν ζωήν «ἐγώ εἰμι τὸ Α καὶ τὸ Ω ἡ ἀρχὴ καὶ τὸ τέλος». (Ἀποκ. α'. 8.) Ἐσὺ ἐὰν καθ' ὑπόθεσιν ἤθελες δημιουργηθῆ, ὄχι ἀπὸ τὸν Θεόν, ἀλλὰ ἀπὸ ἄλλον τινά, καὶ νὰ δημιουργηθῇς μόνον διὰ νὰ δουλεύῃς τὸ Θεόν, ἔπρεπε νὰ εἶσαι ὅλος τοῦ Θεοῦ, ἐπειδὴ φυσικῷ τῷ τρόπῷ κάθε πρᾶγμα γίνεται καὶ εἶναι διὰ τὸ τέλος του, καὶ ἀπὸ τὸ τέλος του ὅλον εἰδοποιεῖται καὶ κυβερνᾶται· ἔτσι λόγου χάριν, το μαχαῖρι γίνεται διὰ νὰ κόπτῃ τὸ κλειδὶ διὰ νὰ ἀνοίγῃ· τὸ ὡρολόγιον διὰ νὰ δείχνῃ ὀρθὰς τὰς ὥρας· καὶ ἁπλῶς κάθε φυσικὸν καὶ κάθε τεχνητὸν διὰ κάποιον τέλος γίνεται· ὅθεν καὶ εἶναι ἀξιώματα κοινὰ κοντὰ εἰς ὅλους τοὺς φιλοσόφους ταῦτα· οὐδὲν μάτην, οὔτε Θεὸς οὔτε φύσις οὔτε τέχνη ἐποίησε. Καὶ «πᾶν τὸ κινούμενον ἕνεκά του κινεῖται». Τώρα στοχάσου ἀδελφέ, πόσον ἐσὺ χρεωστεῖς νὰ εἶσαι ὅλος δι᾽ ὅλου τοῦ Θεοῦ· ἐπειδὴ καὶ εἶσαι ὅλος δημιουργημένος ἀπὸ τὸν Θεὸν καὶ ὅλος ἀκόμη δημιουργημένος διὰ τὸν Θεόν. Τὰ ζῶα δὲν ἔγιναν ἀπὸ τὸν ἄνθρωπον, ἀλλ' ἐπειδὴ καὶ ἔγιναν διὰ τὸν ἄνθρωπον, ὑπηρετοῦν τὸν ἄνθρωπον, καὶ κοπιάζουν τὰ δυστυχισμένα δι' αὐτὸν καὶ θανατώνονται κατὰ τὸ θέλημά του. Καὶ σὺ ἀγαπητέ, πῶς θέλεις νὰ ζῇς κατὰ τὰ θέλημά σου εἰς καιρὸν ὅπου σὲ βιάζουν νὰ ζῇς μόνον κατά τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ τὰ δύο ταῦτα ἄπειρα χρέη σου; Ἤγουν διότι ἔλαβες ἀπὸ τὸν Θεὸν ὅλα τὰ ἀγαθά· καὶ διότι τὰ ἔλαβες δι' αὐτὸ μόνον τὸ τέλος, διὰ νὰ τὸν δοξάζῃς καὶ νὰ τὸν δουλεύῃς μὲ ὅλην σου τὴν καρδίαν. Ὅθεν εἶπεν ὁ ἱερὸς Αὐγουστῖνος. «Ἵνα ὅλος σοι δουλεύω, πάντα ὅσα ἐποίησας, εἰς τὴν ἐμὴν δουλείαν παρέδωκας». (Εὐχ. θ'. ἢ κ'). Καὶ πάλιν «πάντα ὑπὸ τοὺς πόδας τῶν ἀνθρώπων ὑπέταξας ἵν᾽ ὑποταγῇ σοι μόνος ὁ ἄνθρωπος, καὶ ὅλος ᾖ σός.» (Εὐχ. ί.) Καὶ λοιπὸν ἀδελφέ, ὦ τί μεγάλην ἀταξίαν περιέχει ἡ ζωὴ ὅπου ἐπέρασες ἕως τώρα ἐπειδὴ αὐτὴ δὲν εἶναι διωρισμένη διὰ νὰ προσβάλῃ ἕνα ἄπειρον ἀγαθόν, τὸ ὁποῖον εἶναι ἡ τιμή, ἡ δόξα, καὶ ἡ δούλευσις τοῦ Θεοῦ καὶ ἐσὺ τὴν ἐξώδευσες κακῶς εἰς τὸ νὰ δουλεύῃς τὸν κόσμον, εἰς τὸ νὰ ὑπηρετῇς τὰ ἄτιμα πάθη σου, καὶ εἰς τὸ νὰ ζητῆς μὲ τόσην ἐπιθυμίαν πράγματα οὐτιδανώτερα ἀπὸ τὸν ἑαυτόν σου.
Καὶ λοιπόν, ματαίως ἦλθες καὶ ἐσὺ εἰς τὸ εἶναι, καθώς καὶ ὅλοι ἐκεῖνοι οἱ λαοί, περὶ τῶν ὁποίων λέγει ἡ Γραφή, ὅτι ἠχρειώθησαν, καὶ ἔγιναν ἀνωφελεῖς ἐπάνω εἰς τὴν γῆν, μὲ τὸ νὰ μή δουλεύουν τὸν Θεόν, μήτε διὰ τὸ τέλος ἐκεῖνο ὅπου ἐπλάσθησαν. «Μάτην κοπιάσουσι πρὸς λαόν, ὃς οὐκ ὠφελήσει αὐτοὺς εἰς βοήθειαν» (Ησ. λ. 5.) ἔτσι λέγω καὶ ἐσύ, γρήγορα θέλεις ἰδῇ ὅλα σου τὰ ἔργα μάταια καὶ χαϊμένα, ὡσὰν μίαν σαΐταν ὅπου νὰ μὴ κτυπᾷ εἰς τὸ σημάδι, ἂν δὲν τὰ κάμνῃς ὅλα διὰ δόξαν Θεοῦ· ἐπειδὴ κατὰ τὸ φιλοσοφικὸν ἐκεῖνο ἀξίωμα, πᾶν τὸ ἀπογυμνούμενον τοῦ ἰδίου τέλους, ματαιούται. Ἔτσι ἕνα μαχαῖρι ὅταν δὲν κόπτῃ, γίνεται μάταιον· ἔνα κλειδὶ ὅταν δὲν ἀνοίγῃ, εἶναι ἀνωφελές· καὶ ἕνα ὡρολόγιον ὅταν δὲν δείχνῃ ὀρθῶς τὰς ὥρας, γίνεται ἄχρηστον. Τί λέγω, ὅτι τὰ ἔργα σου γίνονται μάταια, καὶ ἀνωφελῆ, ὅταν δὲν γίνωνται διὰ τὸ ἴδιον τέλος των, ὅπερ εἶναι ἡ δόξα τοῦ Θεοῦ; Τὰ τοιαῦτα ἔργα σου θέλεις τὰ δοκιμάσει ἀκόμη, ώσάν ὕλην μεγάλης φλογός, ἥτις μέλλει νὰ σὲ κατακαύσῃ εἰς τὴν τελευταίαν ἡμέραν τῆς κρίσεως. Ὅθεν πρόσεχε καλῶς· διότι ἂν δὲν δώσῃς τώρα εἰς τὴν παροῦσαν ζωὴν μίαν θεληματικὴν δόξαν εἰς τὸν Θεὸν μὲ τὰ ἔργα σου, καὶ μὲ τὴν ὑπακοήν τοῦ θείου Του θελήματος, θέλεις τοῦ δώσει μίαν βίαιον δόξαν τότε εἰς τὴν μέλλουσαν, μὲ τὴν δικαίαν τιμωρίαν ὅπου ἔχεις νὰ λάβης σύ, καὶ ὅλοι ἐκεῖνοι, ὅπου μὲ τὴν παντοτεινὴν ἀμετανοησίαν τους ἐπαρώξυναν τὴν θείαν δικαιοσύνην. «Πᾶσα γάρ φησι γλῶσσα ἐξομολογήσεται, ὅτι Κύριος Ἰησούς Χριστός, εἰς δόξαν Θεοῦ Πατρός.» (Φιλιπ. β'. 11).
Ἀποφάσισε λοιπὸν νὰ ἀρχίσῃς μίαν ζωὴν ἀξίαν διὰ τὸ τέλος σου, καὶ ὅλα τὰ ἔργα σου κάμνετα διὰ τὸν Θεὸν καὶ διὰ μόνην τὴν δόξαν τοῦ Θεοῦ, μὰ εἶναι τὰ ἔργα σου μικρά; Μὰ δὲν ἠμπορεῖς νὰ κατορθώσῃς ἀρετὰς ὑψηλάς; Μὴ λυπῆσαι· αὐτὰ τὰ μικρὰ γίνονται μεγάλα· καὶ αὐταί αἱ ταπειναί ἀρεταί ὅπου ἠμπορεῖς, γίνονται ὑψηλαί, ὅταν τὰς κάμνῃς διὰ τὴν δόξαν τοῦ Θεοῦ, καθὼς ἐκ τοῦ ἐναντίου καὶ τὰ μεγάλα ἔργα, γίνονται μικρά, καὶ αἱ ὑψηλαί ἀρεταί ἀποβαίνουν ταπειναί, ἢ μᾶλλον εἰπεῖν γίνονται κακίαι, ὅταν δὲν γίνονται διὰ τέλος ὑπερφυσικόν, ὅπερ ἐστὶν ἡ δόξα τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ διὰ δόξαν ἀνθρώπων, καὶ δι' ἄλλα τέλη φυσικὰ καὶ ἀνθρώπινα. Τί πρᾶγμα εἶναι ταπεινότερον καὶ μικρότερον, ἀπὸ τὸ νὰ τρώγῃ τινὰς καὶ νὰ πίνῃ; Ὅμως ὁ Ἀπόστολος μᾶς διδάσκει νὰ κάμνωμεν ταῦτα εἰς δόξαν Θεοῦ, διὰ νὰ γίνωνται μὲ τὸ τέλος αὐτὸ ἔργα εὐγενῆ, ἔργα ὑψηλά, ἔργα μεγάλα, καὶ τρόπον τινὰ ἔργα θεῖα. «εἴτε ἐσθίετε, εἴτε πίνετε, εἴτε τι ποιεῖτε, πάντα εἰς δόξαν Θεοῦ ποιεῖτε». (α΄. Κορ ι'. 31.). Καὶ ἐξ ἐναντίας, τί πρᾶγμα εἶναι ὑψηλότερον καὶ θειότερον, ὡσὰν τὸ νὰ κηρύττῃ τινὰς τὸ ἅγιον εὐαγγέλιον, καὶ ὅμως ὁ αὐτὸς καταδικάζει μερικούς, διότι ἔκαμναν τοῦτο διὰ φθόνον, ἢ διὰ ἔπαρσιν, ἢ δι' ἄλλον κακὸν τέλος. «Τινὲς μὲν καὶ διά φθόνον καὶ ἔριν τὸν Χριστὸν κηρύσσουσι. (Φιλιπ. α'. 15) Γνώρισαι τὴν ἀνωτάτην ἐξουσίαν ὅπου ἔχει ὁ Θεὸς ἐπάνω εἰς ἐσέ, διὰ τὴν ὁποίαν ἐσὺ δὲν ὁρίζεις τὸν ἐαυτόν σου, οὔτε ἠμπορεῖς μὲ δίκαιον τρόπον νὰ γυρίσῃς τὰ μάτια σου, ἢ νὰ σαλεύσῃς τοὺς πόδας σου, ὄχι πολύ, ἀλλὰ μίαν τρίχα ἐναντίον τοῦ ἁγίου Του θελήματος. Ὁμολόγησαι πῶς δὲν εἶσαι ἄξιος νὰ σὲ δουλεύουν τὰ κτίσματα, ἐπειδὴ καὶ εσὺ δὲν ἐδούλευσες τὸν ἰδικόν τους, καὶ ἰδικόν σου Δεσπότην. Εὐχαρίστησέ τον πῶς σὲ ὑπέφερε τόσον καιρὸν ὅπου ἐναντιώθης εἰς τὴν θείαν Του δόξαν. Κάμνε ὑπόσχεσιν νὰ ζῆς εἰς τὸ ἐρχόμενον ὅλος εἰς δόξαν Θεοῦ, καθώς ἐπροωρίσθης καὶ ἐκτίσθης ἀπὸ τὸν Θεὸν διὰ τοῦτο τὸ τέλος, ὡς λέγει ὁ Παῦλος «ἐν ᾧ καὶ ἐκληρώθημεν προορισθέντες κατὰ πρόθεσιν τοῦ τὰ πάντα ἐνεργοῦντος κατὰ τὴν βουλὴν τοῦ θελήματος Αὐτοῦ, εἰς τὸ εἶναι ἡμᾶς εἰς ἔπαινον τῆς δόξης αὐτοῦ». (Ἐφεσ. α΄. 11). Καὶ συλλογιζόμενος τὴν περασμένην ἀδυναμίαν σου, παρακάλεσέ Τον ἐξ ὅλης σου ψυχῆς νὰ σοῦ δώσῃ δύναμιν, διὰ νὰ κάμνῃς ὅλα σου τὰ ἔργα διὰ μόνην τὴν δόξαν τοῦ Θεοῦ· τὴν ὁποίαν δόξαν ζητεῖ ὁ Θεὸς ἀπὸ λόγου σου, ὡς φόρον καὶ χρέος ἀπαραίτητον, λέγοντάς σου. «Υἱὸς δοξάζει πατέρα, καὶ δοῦλος τὸν Κύριον ἑαυτοῦ, καὶ εἰ πατήρ εἰμι ἐγώ, ποῦ ἐστιν ἡ δόξα μου;»
γ.
Συλλογίσου, ὅτὶ ὁ Θεός, ὄχι μόνον εἶναι ἡ πρώτη σου ἀρχή, καὶ τὸ ὕστερόν σου τέλος ἐν τῇ παρούσῃ ζωῇ, ἀλλὰ εἶναι ἀκόμη καὶ ἡ ἰδική σου ἐπιστροφή, καὶ ἀνωτάτη μακαριότης ἐν τῇ μελλούση ζωῆ· «εἰς Αὐτὸν γὰρ τὰ πάντα λέγει ὁ Παῦλος.» (Ρωμ. ια'. 35.) 9. Ἠδύνατο ὁ Θεὸς νὰ σὲ διορίσῃ ἄνθρωπε, νὰ διαλύεσαι ὅλως εἰς δόξαν Θεοῦ, καθὼς διαλύεται καὶ τὸ λιβάνι ὅλον μέσα εἰς τὸ θυμιατὸν διὰ δόξαν Θεοῦ· ὥστε ὅπου, ἀφ' οὐ ἤθελες δουλεύσει χρόνους πολλοὺς τὸν Κύριον ἡμῶν, νὰ καταντᾷς τέλος πάντων εἰς τὸ οὐδὲν· καὶ αὐτὸ τὸ νὰ διαλυθῇς ὅλος εἰς ὑποταγὴν καὶ δόξαν Ἐκείνου τοῦ Ἀνωτάτου Πλάστου ὅπου σὲ ἔπλασε, βέβαια ἤθελεν ἦναι διὰ λόγου σου μία μεγάλη τιμή, καὶ ἕνας μεγάλος ἔπαινος, διὰ τὴν δούλευσιν ὅπου τοῦ ἔκαμες. Ἠδύνατο τέλος πάντων νὰ σοὺ δώσῃ μόνον μίαν ἀνταμοιβὴν διὰ τὴν δούλευσίν σου, χωριστὴν ἀπὸ τὸν ἑαυτόν Του, καθὼς λέγει διὰ τοῦ Ἠσαΐου· «ἰδοὺ οἱ δουλεύοντές μοί, φάγονται... Ἰδοὺ οἱ δουλεύοντές μοι, πίονται... Ἰδοὺ οἱ δουλεύοντές μοι εὐφρανθήσονται» (ξέ. 13). Καὶ αὐτὴ ἡ ἀνταμοιβὴ ἤθελεν εἶναι μία μεγάλη σου εύδαιμονία· παρ' ὅλον τοῦτο ὁ Θεός, εἶναι τόσον Φιλάνθρωπος, ὅπου ὄχι μόνον δὲν σὲ ἀφίνει νὰ ὑπάγῃς εἰς τὸ μὴ ὂν, ἀλλὰ ἔχει καὶ νὰ σὲ ἀναστήσῃ ἀσυγκρίτως λαμπρότερον, ἀπὸ ὅ,τι εἶσαι τώρα· καὶ ὄχι μόνον θέλει νὰ ἀνταμείψη κάθε σου παραμικρὰν δούλευσιν, μὲ ἕνα τόσον μεγαλοπρεπή μισθὸν μιᾶς ἀτελευτήτου βασιλείας, ἀλλὰ θέλει ἀκόμη νὰ ἦναι μισθός σου Αὐτὸς ὁ ἴδιος Θεὸς· ὥστε ὅπου ἀπολαμβάνοντας ἐσὺ τὸν μισθόν, ἐν ταὐτῷ νὰ ἀπολαμβάνῃς καὶ τὸν δοτῆρα τοῦ μισθοῦ, τὸ ὁποῖον εἶναι ἡ ἀνωτάτη μακαριότης· διὰ τοῦτο ἔλεγεν Αὐτὸς εἰς τὸν Ἀβραὰμ «ἐγὼ ὑπερασπίζω σου, ὁ μισθός σου πολὺς σφόδρα». (Γένεσ. ἴε'.) Καὶ ὁ Δαβὶδ ἐφώναζε· «Κύριος μερὶς τῆς κληρονομιάς μου» (Ψάλμ. ιε' 5) καὶ ὁ Ἀπόστολος «κληρονόμοι μὲν Θεοῦ, συγκληρονόμοι δὲ Χριστοῦ». (Ρωμ. η'. 17) Ἀλλὰ καὶ ὁ ἱερὸς Αὐγουστίνος λέγει πρὸς τὸν Θεὸν «οὐ γὰρ ἄλλος μὲν Σύ, ἄλλος δὲ ὁ μισθός σου, ἄλλα Σὺ αὐτὸς μισθὸς μέγας σφόδρα· Αὐτὸς ὁ στεφανῶν, Αὐτὸς καὶ ὁ στέφανος.» (Εὐχ. κή. ἢ λζ.)
Ἀνίσως λοιπόν, ἀδελφέ, ἐσὺ ἔπρεπε νὰ δουλεύῃς τὸν Θεὸν ἐξ ὅλης καρδίας, ὅταν ἡ ἀπόλαυσίς σου ἦτο χωριστὴ ἀπὸ τὴν δούλευσιν ὅπου Τοῦ κάμνεις· πὸσῳ μάλλον πρέπει τώρα νὰ τὸν δουλεύῃς· ὅταν Αὐτὸς ἀντάμωσεν ὁμοῦ μὲ τὴν πρὸς Αὐτὸν δουλευσίν σου, καὶ τὴν ἄκραν εὐδαιμονίαν σου; Ὅθεν ἐπειδὴ καὶ εἶσαι διωρισμένος νὰ βασιλεύης αἰωνίως ὁμοῦ μὲ τὸν Θεόν σου, καὶ ἐπειδὴ Αὐτὸς σὲ διαφυλάττει διὰ μίαν μακαριότητα τοιουτοτρόπως ἄπειρον, διὰ τί νὰ μὴν καταφρονῆς, ὡσὰν μίαν οὐτιδανὴν λάσπην, ὅλον ἐκεῖνο ὅπου σου προσφέρει διὰ μακαριότητα ὁ κόσμος ἢ ὁ διάβολος, καὶ ἂν διὰ νὰ ἀποκτήση, ἢ διὰ νὰ φυλάξῃ τινὰς μίαν πρόσκαιρον βασιλείαν, μεταχειρίζεται τόσους τρόπους, εὑρίσκει τόσας συμβουλάς, λαμβάνει τόσους κόπους, ἐξοδεύει τόσους θησαυρούς, ἀφανίζει τόσας ζωὰς ἀνθρώπων· πόσον ἀσυγκρίτως πρέπει νὰ ὑποφέρης ἐσὺ διὰ ν' ἀποκτήσης εἰς τὸν οὐρανὸν μίαν βασιλείαν ὅπου δὲν ἔχει τέλος ποτὲ ποτέ; Μάλιστα ὅπου εὑρίσκεσαι ἀναμεταξὺ εἰς δύο αἰωνιότητας, αἱ ὁποῖαι δὲν ἔχουν μέσον, ἀλλὰ ἢ εἰς τὸν παράδεισον ἔχεις νὰ εἶσαι διὰ πάντα μὲ κάθε λογῆς τρυφήν, ἢ εἰς κόλασιν διὰ πάντα μὲ κάθε λογῆς τιμωρίαν; Ἄραγε αὐτὴ ἡ ἀνάγκη, καὶ ὁ κίνδυνος, εἰς τὸν ὁποῖον εὑρίσκεσαι, σοῦ φαίνεται ὀλίγος; Μὲ ὅλον τοῦτο - ἐκεῖνο ὅπου ἔσυ ἀμέλησες - ἕως τώρα περισσότερον ἀπὸ ὅλα τὰ ἄλλα σου πράγματα, εἶναι αὐτὸ τὸ μόνον καὶ ἄκρον ἀγαθὸν καὶ ἡ μακαριότης ὅπου ἔχεις νὰ ἀπολαύσης. Καὶ τὶς ἠξεύρει πόσες φορές ἐσὺ ἐκινδύνευσες μὲ τὰς ἁμαρτίας, νὰ χάσῃς διὰ πάντα αὐτὸ τὸ αἰώνιον ἀγαθὸν ὅπου σὲ προσμένει; Καὶ νὰ κρημνισθῆς διὰ πάντα εἰς τὸ αἰώνιον κακὸν ὅπου σὲ φοβερίζει:
Λοιπὸν τώρα ὅπου ὁ Θεός σοῦ ἔδωσεν ἀκόμη, τοῦτον τὸν ὀλίγον καιρὸν τῆς ζωῆς σου, δὲν εἶναι μία μεγάλη μωρία νὰ μὴ δοθῇς ὅλος εἰς τὸ νὰ βάλῃς εἰς ἀσφάλειαν τὴν σωτηρίαν σου; Καὶ εἰς τὸ νὰ ἀπολαύσῃς βεβαίως αὐτὸ τὸ μεγάλον τέλος τῆς αἰωνίου μακαριότητος! Πῶς δὲ θέλεις ἀπολαύσεις αὐτό; Ανίσως ἐργάζεσαι μὲν κάθε ἀρετήν, ἀπέχῃς δὲ ἀπὸ κάθε ἁμαρτίαν· ὅτι διὰ τοῦτο ὀνομάζεται ἁμαρτία ἡ ἁμαρτία, ἤγουν ἀποτυχία, ἐπειδὴ κάμνει ἐκεῖνον ὅπου τὴν ἐργάζεται νὰ ἀποτύχη τοῦ τέλους ἐκείνου, διὰ τὸ ὁποῖον ἐπλάσθη παρὰ Θεοῦ· ἐὰν δὲ αὐτὸ τὸ τέλος ἀποτύχης καὶ χάσης, τί θέλει σὲ ὠφελήσει ἀδελφὲ κάθε ἄλλο κέρδος, τί θέλει σὲ ὠφελήσει ἡ τιμὴ καὶ τὰ ἀξιώματα ὅπου ἔλαβες εἰς μίαν γωνίαν τῆς γῆς, καθὼς εἶναι ἡ πατρίδα σου; Τί θέλει σὲ ὠφελήσει κάθε ἡδονή, ὅπου ἀπόλαυσες ἀπὸ τὰ κτίσματα; Τί θέλει σὲ ὠφελήσει ὅλη ἡ ποσότης τοῦ πλούτου ὅπου ἐσύναξες; «Τί ὠφελήσει ἄνθρωπον, ἐὰν κερδίση τὸν κόσμον ὅλον, καὶ ζημιωθῇ τὴν ψυχὴν αὐτοῦ; ἢ Τί δώσει ἄνθρωπος ἀντάλλαγμα τῆς ψυχῆς αὐτοῦ;» (Μάρκ. η. 37.) ἐν συντομίᾳ· ἂν ἐσὺ χάσῃς τὸ τέλος σου, ἔχασες ὁμοῦ οὐράνια καὶ ἐπίγεια καὶ ὅλα τὰ πάντα· ἔχασες αἰωνίως κάθε καλὸν καὶ ἐκέρδισες αἰωνίως κάθε κακόν. Καὶ ματαίως ἔλαβες τὸ σῶμα· ματαίως ἔλαβες τὴν ψυχὴν ματαίως ἐγεννήθης εἰς τὸν κόσμον, ἢ μᾶλλον εἰπεῖν, καλλίτερόν σου ἦτο νὰ μὴ ἤθελες γεννηθῇ ὁλότελα, καθὼς εἶπε περὶ τοῦ Ἰούδα ὁ Κύριος. «Καλὸν ἦν αὐτῷ, εἰ οὐκ ἐγεννήθη ὁ ἄνθρωπος ἐκεῖνος» (Μάρκ. ιδ'. 2).
Λοιπὸν ἀποστράφου μὲ ὅλην σου τὴν καρδίαν ὅλαις ταῖς περασμέναις ἀταξίαις τῆς ζωῆς σου, καὶ συλλογίσου τὸν πολύτιμον καιρὸν ὅπου ἐξόδευσες τόσον ματαίως. Εὐχαρίστησε τὸν Κύριον ὅπου σου δίδει καιρὸν καὶ τρόπον νὰ ἀναπληρώσῃς τὰς ζημίας σου μὲ νέα καὶ μεγαλύτερα κέρδη τῆς γνησίας μετανοίας, καὶ ἐπιστροφῆς σου. Καὶ ἀποφάσισε εἰς τό ἑξῆς νὰ κινηθῇς μὲ ὅλην σου τὴν θέλησιν, εἰς τὸ νὰ ἐπιτύχῃς τὸ τέλος σου· ἤτοι τὴν ἐν οὐρανοῖς μακαριότητα, τὴν ὁποίαν ὅποιος χάση πίπτει εἰς τὴν ἐσχάτην δυστυχίαν, κατὰ τὸν ἱερὸν Αὐγουστῖνον. Καὶ καθὼς κάμνει μία μεγάλη πέτρα, ἡ ὁποία ὅταν πέσῃ ἀπὸ κανένα ὑψηλὸν μέρος συντρίβει ὅλα ἐκεῖνα ὅπου ἐμποδίζουν τὸν δρόμον της καὶ δὲν τὴν ἀφίνουν νὰ ὑπάγῃ εἰς τὸ κέντρον της, ἔτσι κάμε καὶ ἐσύ, καὶ σύντριψε ὅλα ἐκεῖνα ὅπου σὲ ἐμποδίζουν καὶ δὲν σὲ ἀφίνουν νὰ ἐπιτύχῃς τὸ τέλος σου, τὸ ὁποῖον εἶναι ἡ αἰώνιος ἀπόλαυσις καὶ θεωρία τοῦ Θεοῦ εἰς ἐκείνην τὴν ἐν οὐρανοῖς μακαριότητα, ὡς εἴπομεν ἤξευρε γὰρ καλὰ ὅτι, κἄν ἀπολαύσῃς ὅλας τὰς δόξας, ὅλας τὰς ἡδονάς, ὅλους τοὺς θησαυροὺς καὶ ὅλας τὰς βασιλείας τοῦ κόσμου, δὲν θέλεις δυνηθή μὲ ὅλα αὐτὰ νὰ ἀναπαύσῃς καὶ νὰ χορτάσῃς τὴν ἐπιθυμίαν τῆς καρδίας σου πληρέστατα, διότι οὔτε τὰ ἀγαθὰ αὐτὰ εἶναι τέλος τοῦ ἀνθρώπου, οὔτε ὁ ἄνθρωπος ἐκτίσθη δι' αὐτά· ὅθεν καὶ ἀφ' οὖ ὁ ἄνθρωπος ἀπολαύσῃ ὅλα ταῦτα, δὲν ἀναπαύεται, ἀλλὰ ἐπιθυμεῖ ἄλλο τί πρᾶγμα ὑψηλότερον τούτων καὶ τελειότερον, ὅπερ ἄλλο δὲν εἶναι εἰ μὴ ὁ Θεός, ὅστις μὲ τὸ νὰ εἶναι ἡ ἀνωτάτη μακαριότης καὶ τὸ ἔσχατον τέλος, διὰ τὸ ὁποῖον ἐκτίσθη ὁ ἄνθρωπος, δύναται μόνος νὰ ἀναπαύσῃ τὴν ἄμετρον τῆς καρδίας ἐπιθυμίαν, καὶ νὰ τὴν χορτάσῃ πληρέστατα ὡς ἄκρον καὶ ἄπειρον ἀγαθόν. Διὰ τοῦτο καὶ ὁ θεσπέσιος Αὐγουστῖνος εἶπε ταῦτα τὰ ἀξιοσημείωτα λόγια «Εποίησας ἡμᾶς Κύριε διὰ Σέ.» Καὶ οὐδέποτε ἡ καρδία ἡμῶν ἀναπαύεται, μέχρις ὅτου εὔρῃ ἐν Σοὶ τὴν ἑαυτῆς ἀνάπαυσιν. Πότε δὲ θέλει εὔρῃ ταύτην της τὴν ἀνάπαυσιν; ἐν τῇ μελούσῃ ζωῇ· διότι ἐν τῇ παρούσῃ ζωῇ, κἂν καὶ ἀξιωθῇ τινὰς πολλῶν, καὶ μεγάλων χαρισμάτων, κἂν καὶ ἀναπαυθῇ, τῷ θεῷ ἑνωθείς, διὰ τῆς ἀπαθείας, ὅμως ἡ ἀνάπαυσίς του αὕτη εἶναι ἐπ᾿ ὀλίγον καὶ μερική, ἀλλ' οὐχὶ παντοτεινὴ καὶ πλήρης, ὡς ἔσται ἐν τῇ μακαριότητι· καὶ εἰς ὅλον τὸ ὕστερον παρακάλεσαι τὸν Κύριον νὰ σὲ δυναμώσῃ μὲ τὴν χάριν του τοιουτοτρόπως, ὥστε ὅπου ἐν τῇ κοιλάδι ταύτη τοῦ κλαυθμῶνος εὐρισκόμενος, εἰς ὅλα σου τὰ ἔργα ἄλλο νὰ μὴν ἀναπνέῃς πάρεξ τὴν ἐν οὐρανοῖς ἐκείνην μακαριότητα καὶ ἀπόλαυσιν· ἄλλο νὰ μὴν ἐπιθυμῆς, πάρεξ τὸ ἔσχατον ἐκεῖνο καὶ ὁλοϋστερινὸν τέλος καὶ τὸν σκοπόν, διὰ τὸν ὁποῖον καὶ ἐπλάσθης διὰ τῆς δημιουργίας καὶ ἀνεπλάσθης διὰ τῆς ἐνσάρκου οἰκονομίας, λέγοντας μὲ τὸν Παῦλον, «κατὰ σκοπὸν διώκω ἐπὶ τὸ βραβεῖον τῆς ἄνω κλήσεως τοῦ Θεοῦ ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ» (Φιλιπ. γ'. 14).
ΜΕΛΕΤΗ Γ΄.
Α΄. Περὶ τῶν μέσων ὅπου μᾶς ἔδωκεν ὁ Θεὸς διὰ νὰ ἐπιτύχωμεν τὸ ἄκρον τέλος μας.
Β΄. Ὅτι ἡμεῖς κάμνομεν κατάχρησιν τῶν τοιούτων μέσων.
Γ΄. Πῶς πρέπει νὰ διορθώσωμεν αὐτὴν τὴν κατάχρησιν.
Σημειώσεις:
6Ὅθεν εἶπεν ὁ Τερτυλλιανὸς περὶ τῆς πλάσεως τοῦ ἀνθρώπου τὰ γλαφυρὰ ταῦτα «ἐννόει μοι ὅλον ἐκείνῳ (τῷ ἀνθρώπῳ δηλ.) τὸν Θεὸν σχολάζοντα καὶ προσέχοντα χειρί, αἰσθήσει, ἔργῳ, βουλῇ, σοφία, προνοίᾳ καὶ πρὸ πάντων αὐτῇ τῇ ἁγάπῃ ἥτις τὰς γραμμὰς (ἐν τῷ τοῦ Ἀδάμ προσώπω) διεχάραττεν οἷος γὰρ ὁ πηλὸς διεμορφοῦτο, τοιοῦτος ὁ Χριστός διεννοεῖτο, ἄνθρωπος ἐσόμενος». (βιβλ. περί Ἀναστάσ. σαρκὸς κεφ. ς'.) Καὶ ὁ θεῖος Ἀμβρόσιος ἐρμηνεύων τὸ «αἱ χεῖρες σου ἐποίησάν με καὶ ἔπλασάν με»· λέγει «τὰ ζῶα οὐκ ἐποίησαν αἱ χεῖρές σου, ἀλλ' εἴρηκας ἐξαγαγέτω ἡ γῆ τετράποδα κ.τ.λ.»· ὅθεν καὶ ὁ Θεοδώρητος ἐρωτήσει ιθ'. λέγει ὅτι, τὸ νὰ πλάσῃ μόνον τὸν ἄνθρωπον ὁ Θεὸς, καὶ δι' ἐμφυσήματός του νὰ τὸν ζωοποιήση, ταῦτα ἐφανέρωναν τὴν ἐξαίρετον ἀγάπην καὶ κηδεμονίαν ὅπου ἔχει ὁ Θεὸς εἰς τὸν ἄνθρωπον.
7 Τρεῖς γὰρ μεταβατικὰς προς τὰ ἔξω ἐνεργείας τοῦ Θεοῦ ἀπαριθμοῦσιν οἱ θεολόγοι· δημιουργίαν, συνοχήν, καὶ συνδρομήν. (τὰ ὁποῖα ταῦτα δύο, εἶναι εἴδη τῆς προνοίας, τῆς εἰδικώτερον θεωρουμένης· ἐπειδὴ ἡ πρόνοια, γενικῶς θεωρουμένης· περιλαμβάνει καὶ τὴν δημιουργίαν ὡς ἄναρχος, καθώς εἴπομεν ἐν τῇ α΄ ὑποσημειώσει τῆς α' μελέτης) Καὶ δημιουργία μὲν εἶναι, ἡ παραγωγὴ ὅλου τοῦ ὅντος ἐκ μηδενὸς προϋφεστῶτος ὑποκειμένου. Συνοχὴ δὲ εἶναι ἡ συντήρησις τῶν οὐσιῶν τῶν ὄντων, καὶ ὁρίζεται ὅτι εἶναι μία συνεχὴς καὶ ἀδιάλειπτος παραγωγὴ τῶν δημιουργηθέντων, καθ' ἤν σώζουσι τὸ εἶναι. Συνδρομὴ δὲ εἶναι ἡ συντήρησις τῶν ἐνεργειῶν τῶν ὄντων, καὶ ὁρίζεται, ὅτι εἶναι κτίσματος ἐνέργεια, ἀνυομένη παρά Θεοῦ, ὡς παρὰ πρώτου κινοῦντος, εἴτε προκινοῦντος, εἴτε συναντιλαμβανομένου. Περί τῆς δημιουργίας μαρτυρεῖ ἡ Γραφή ἐν κεφ. ζ'. στίχ. 28 τοῦ β'. βιβλίου τῶν Μακκαβαίων, ὅπου ἡ ἁγία Σωλομονὴ λέγει πρὸς ἕναν υἱόν της «ἀξιῶ σε τέκνον ἀναβλέψαντα εἰς τὸν οὐρανὸν καὶ τὴν γῆν καὶ τὰ ἐν αὐτοῖς πάντα ἰδόντα, γνῶναι ὅτι ἐξ οὐκ ὄντων ἐποίησεν ὁ Θεός αὐτά, καὶ τὸ τῶν ἄνθρώπων γένος οὕτω γεγένηται». Περὶ δὲ τῆς συνοχῆς εἴρηται Πνεῦμα Κυρίου πεπλήρωκε τὴν οἱκουμένην· καὶ τὸ συνέχον τὰ πάντα γνῶσιν ἔχει «φωνῆς» (Σοφία Σολ. α'.7) Περὶ δὲ τῆς συνδρομῆς «ἐν αὐτῷ ζῶμεν, καὶ κινούμεθα καὶ ἐσμέν». (Πράξ. ιζ'. 28). Ὅθεν καὶ ἔχοντες οἱ Ἑβραῖοι ἀνοικτὰ τὰ ὁμμάτια, δέν εἶδον τὸν Ἰησοῦν, ὅτε ἐπορεύοντο διὰ μέσου αὐτῶν, μὲ τὸ νὰ ἐστέρησεν αὐτὰ ὁ Θεός τὴν συνδρομήν του.
8 Ὅθεν εἰς τὰς Παροιμίας, ὅπου οἱ ἑβδομήκοντα ἔχουν «πάντα τὰ ἔργα Κυρίου μετὰ δικαιοσύνης» (κεφ. ις'. 4) τὸ ἑβραϊκόν ἔχει «πάντα τὰ ἔργα Κυρίου δι' αὐτόν. Ὅθεν ἄν ὅλα τὰ κτίσματα ἔγιναν διὰ τὸν Θεόν, ἥγουν διὰ τὴν δόξαν καὶ τὴν δούλευσιν τοῦ Θεοῦ, πόσω μᾶλλον ὁ λογικὸς ἄνθρωπος, ὁ κατ' εἰκόνα Θεοῦ κτισθεὶς καὶ ὁμοίωσιν, δι' ὅ καὶ ὁ Θεολόγος Γρηγόριος εἶπεν, «ὅτι ὁ Θεὸς ἐποίησεν τὸν ἄνθρωπον, τὸν αὐτὸν πνεῦμα καὶ σάρκα· πνεῦμα διὰ τὴν χάριν, σάρκα διὰ τὴν ἔπαρσιν· τὸ μὲν ἵνα μένῃ καὶ δοξάζη τὸν εὐεργέτην· τὸ δὲ, ἵνα πάσχη». (λόγ. εἰς τὰ Γενέθλια).
9 Ὅρα εἰς τὴν ιη'. Μελέτην περὶ τῆς δόξης τοῦ Παραδείσου.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου