Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Λορεντζάτος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Λορεντζάτος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 30 Σεπτεμβρίου 2026

Εκεί πού χτυπούσε ακόμη η καρδιά τής Ορθοδοξίας


Ενα χαριτωμένο επεισόδιο μεταξύ του Παπαδιαμάντη και του Άγιου Γέροντα Φιλόθεου Ζερβάκου, που ήταν βοηθός του Παπαδιαμάντη στις αγρυπνίες του Αγίου Ελυσσαίου, μας αφηγείται ο Ζήσιμος Λορεντζάτος:
Μπορεί να είναι εικόνα μελέτη 
Πολλάκις - λέει ο Γέροντας Θεόφιλος και εμέ όστις ήμην βοηθός του, όταν έκανα καμμίαν παραφωνίαν, με εδίωκεν.
- Φύγε μοι έλεγεν, παύσε, κλείσε το στόμα σου, απρόσεκτε. Εγώ παραμέριζα, αλλά γρήγορα του περνούσε (του Παπαδιαμάντη) ο θυμός και πάλιν με εκάλει.
- Κώστα έλα να ψάλης. 
Εγώ επειδή είχον ζήλον να μάθω, έτρεχον και έψαλλον.
Ήτον δε τόσο ταπεινός, ώστε πολλάκις μετά το τέλος της αγρυπνίας έμπροσθεν πολλών μοι εζήτει συγχώρησιν.
- Κώστα, μοι έλεγεν (τούτο ήτο το κοσμικόν μου όνομα) να με συγχωρέσεις που σε ελύπησα. 
Και εγώ του έλεγον :
- Εγώ πταίω διδάσκαλε διότι είμαι απρόσεκτος. Σε ευχαριστώ διότι με τας παρατηρήσεις που μου κάμνεις γίνομαι προσεκτικότερος και με τας επιπλήξεις με διδάσκεις την υπομονήν της οποίας έχω ανάγκην...
.
 
 
Η πηγή που χρησιμοποίησε ο Λορεντζάτος ήταν το περιοδικό Κιβωτός , Τεύχος Φεβρουαρίου 1953 , σελίδα 46.

Σάββατο 2 Μαΐου 2026

«Οι βάσεις της θρησκείας και της μεταφυσικής»: Ο Frithjof Schuon σε συνέντευξη με την Deborah Casey

«Οι βάσεις της θρησκείας και της μεταφυσικής»: Ο Frithjof Schuon σε συνέντευξη με την Deborah Casey


Frithjof Schuon — Συνεντεύξεις & Μαρτυρίες, Παράδοση & παραδόσεις— 14 Νοεμβρίου 2024

Μετά τη συνέντευξη που παραχώρησε ο Frithjof Schuon το 1967 στον φιλόσοφο, καθηγητή και μελετητή των θρησκειών Jean Biès, δημοσιεύουμε σήμερα τη δεύτερη συνέντευξη που έδωσε ο μεγάλος μεταφυσικός, το 1995, στη συγγραφέα Deborah Casey, αντλημένη και αυτή από τον ιταλικό ιστότοπο it.fschuon.info. Για ένα εκτενές βιογραφικό σημείωμα του Schuon παραπέμπουμε σε όσα παρουσιάσαμε με αφορμή τη δημοσίευση της προηγούμενης συνέντευξης.

Όσο για την Αμερικανίδα συνεντεύκτρια Deborah Casey, η οποία αποφοίτησε στις Καλές Τέχνες από το Πανεπιστήμιο της Indiana, θυμίζουμε ότι, ως φοιτήτρια, είχε ανακαλύψει τα έργα του Frithjof Schuon και άλλων συγγραφέων της ολοκληρωμένης μεταφυσικής αντίληψης, και ότι το 1974 είχε μεταβεί στη Λωζάνη ακριβώς για να συναντήσει προσωπικά τον μεγάλο Ελβετό δάσκαλο.

Ως επιμελήτρια στον εκδοτικό οίκο World Wisdom, από το 1981 είχε έπειτα την ευκαιρία να συναντά συχνά τον Schuon, προκειμένου να σχεδιάσει την έκδοση στην αγγλική γλώσσα πολλών από τα βιβλία του, αρχίζοντας από το Regards sur les mondes anciens, που μεταφράστηκε ως Light on the Ancient Worlds —στα ιταλικά, η πρώτη έκδοση, με τίτλο Sguardi sui mondi antichi, δημοσιεύθηκε από τις Edizioni Mediterranee το 1996. Η Casey, πάντα σε σχέση με το έργο του Schuon, συνέχισε να εργάζεται ενεργά με άλλους μελετητές και εκδότες για τη μετάφραση και την καταλογογράφηση, ιδίως, της αλληλογραφίας και ανέκδοτων εγγράφων του Ελβετού μεταφυσικού.

Η συνέντευξη που σας παρουσιάζουμε —χωρισμένη από την ίδια τη συγγραφέα σε σύντομες παραγράφους— δημοσιεύθηκε στο περιοδικό The Quest: Philosophy, Science, Religion, the Arts —Vol. 9, No. 2, 1996— με τον τίτλο “The Basis of Religion and Metaphysics: An Interview with Frithjof Schuon”.

1. Πνευματικότητα

DC: Έχετε γράψει περισσότερα από είκοσι βιβλία που πραγματεύονται τη θρησκεία και την πνευματικότητα. Το πρώτο σας βιβλίο έχει τον τίτλο Η υπερβατική ενότητα των θρησκειών. Μπορώ να σας ρωτήσω πώς θα έπρεπε να κατανοηθεί αυτή η ενότητα;

F.S.: Το σημείο εκκίνησής μας είναι η αναγνώριση του γεγονότος ότι υπάρχουν διάφορες θρησκείες που αλληλοαποκλείονται. Αυτό θα μπορούσε να σημαίνει ότι μία θρησκεία είναι αληθινή και ότι όλες οι άλλες είναι ψευδείς. Θα μπορούσε επίσης να σημαίνει ότι είναι όλες ψευδείς. Στην πραγματικότητα, σημαίνει ότι όλες έχουν δίκιο, όχι στήν δογματική αποκλειστικότητά τους, αλλά στο ομόφωνο εσωτερικό τους νόημα, το οποίο συμπίπτει με την καθαρή μεταφυσική· με άλλα λόγια, με τη philosophia perennis.

DC: Πώς γνωρίζουμε ότι αυτό το μεταφυσικό νόημα είναι αληθινό;

F.S.: Η μεταφυσική προοπτική βασίζεται στη νοητική ενόραση, η οποία, από τη φύση της, είναι αλάνθαστη, επειδή είναι όραση του καθαρού νου, ενώ η κοσμική φιλοσοφία εργάζεται μόνο με τη λογική, και επομένως με προϋποθέσεις και λογικά συμπεράσματα.


DC: Αν είναι έτσι, ποιες είναι οι βάσεις της θρησκείας;

F.S.: Η θρησκευτική, δογματική ή θεολογική προοπτική βασίζεται στις αποκαλύψεις· ο κύριος σκοπός της δεν είναι να εξηγήσει τη φύση των πραγμάτων ή τις καθολικές αρχές, αλλά να σώσει τον άνθρωπο από την αμαρτία και την καταδίκη, και επίσης να εγκαθιδρύσει μια ρεαλιστική κοινωνική ισορροπία.

DC: Αν έχουμε τη θρησκεία που μας σώζει, γιατί χρειαζόμαστε και τη μεταφυσική;

F.S.: Επειδή η μεταφυσική ικανοποιεί τις ανάγκες των ανθρώπων που είναι προικισμένοι διανοητικά. Η μεταφυσική αλήθεια δεν έχει να κάνει μόνο με τη σκέψη μας, αλλά διαπερνά ολόκληρο τον εαυτό μας· είναι λοιπόν πολύ πάνω από τη φιλοσοφία με τη συνηθισμένη σημασία της λέξης.

DC: Σε πνευματικό επίπεδο, τι χρειάζεται κάθε ανθρώπινο ον;

F.S.: Τρία πράγματα: αλήθεια, πνευματική άσκηση, ηθικότητα. Η καθαρή και ακάλυπτη αλήθεια συμπίπτει με τη μεταφυσική. Τα θρησκευτικά δόγματα είναι τα σύμβολα της μεταφυσικής αλήθειας· η βαθιά κατανόηση του θρησκευτικού συμβολισμού είναι εσωτερισμός. Η καθαρή μεταφυσική είναι κρυμμένη σε κάθε θρησκεία.

DC: Και ως προς την πνευματική άσκηση;

F.S.: Η πνευματική άσκηση είναι ουσιαστικά προσευχή. Υπάρχουν τρεις μορφές προσευχής: η πρώτη είναι η κανονική προσευχή, για παράδειγμα το Πάτερ ημών· η δεύτερη είναι η προσωπική προσευχή, το καλύτερο παράδειγμα της οποίας μάς δίνεται από τους Ψαλμούς· η τρίτη είναι η θεωρητική προσευχή της καρδιάς· αυτή είναι μυστική πνευματικότητα, η οποία απαιτεί ορισμένες προϋποθέσεις. Η ιστορία του Ρώσου Προσκυνητή μάς προσφέρει μια εικόνα της, όπως και τα ινδουιστικά κείμενα για το japa-yoga, τη μεθοδική επίκληση.

DC: Και η ηθικότητα;

F.S.: Αυτή είναι, μετά την αλήθεια και την πνευματική άσκηση, η τρίτη διάσταση της πνευματικής ζωής. Από τη μία πλευρά, η ηθικότητα σημαίνει λογική, υγιή και γενναιόδωρη συμπεριφορά. Από την άλλη, σημαίνει ομορφιά της ψυχής, άρα εσωτερική ευγένεια. Χωρίς αυτή την ποιότητα, η διδασκαλία και η πνευματική άσκηση θα ήταν άκαρπες.

DC: Λίγο πριν αναφέρατε τη νοητική ενόραση. Δεν την κατέχουν όλοι οι άνθρωποι;

F.S.: Ναι και όχι. Θεωρητικά, κάθε άνθρωπος είναι σε θέση να χρησιμοποιήσει τη νόηση, για τον απλό λόγο ότι ο άνθρωπος είναι άνθρωπος. Αλλά, στην πραγματικότητα, η νοητική ενόραση —το «μάτι της καρδιάς»— είναι κρυμμένη κάτω από ένα στρώμα πάγου, για να το πούμε έτσι, εξαιτίας του εκφυλισμού του ανθρώπινου γένους. Έτσι μπορούμε να πούμε ότι η καθαρή νόηση είναι δώρο και όχι γενικά ανθρώπινη ικανότητα.

DC: Είναι δυνατόν να αναπτυχθεί αυτή η ανώτερη ενόραση;

F.S.: Δεν υπάρχει ανάγκη να αναπτυχθεί. Ο άνθρωπος μπορεί να σωθεί ακόμη και μόνο με την πίστη. Αλλά είναι φανερό ότι ένα πολύ ευσεβές ή θεωρητικό πρόσωπο έχει περισσότερη ενόραση από ένα κοσμικό πρόσωπο.

2. Τέχνη

DC: Μπορώ να σας ρωτήσω ποιος είναι ο ρόλος της τέχνης στην ανθρώπινη πνευματική ύπαρξη;

F.S.: Θα μπορούσαμε να πούμε ότι, μετά την ηθικότητα, η τέχνη —με την ευρύτερη έννοια του όρου— είναι μια φυσική και αναγκαία διάσταση της ανθρώπινης κατάστασης. Ο Πλάτων είπε: «Η ομορφιά είναι η λάμψη του αληθινού». Έτσι λέμε ότι η τέχνη —συμπεριλαμβανομένης της χειροτεχνίας— είναι μια προβολή της αλήθειας και της ομορφιάς στον κόσμο των μορφών· είναι, ipso facto, μια προβολή των αρχέτυπων. Και είναι ουσιαστικά μια εξωτερίκευση με σκοπό μια εσωτερίκευση: η τέχνη δεν σημαίνει διασπορά, σημαίνει συγκέντρωση· είναι ένας δρόμος επιστροφής προς τον Θεό. Κάθε παραδοσιακός πολιτισμός δημιούργησε ένα πλαίσιο για την ομορφιά, ένα φυσικό περιβάλλον, οικολογικά αναγκαίο για την πνευματική ζωή.

DC: Ποια είναι τα κριτήρια για να γνωρίσει κανείς την αξία ενός έργου τέχνης, το επίπεδο της έμπνευσής του;

F.S.: Τα αρχέτυπα της ιερής τέχνης είναι ουράνιες εμπνεύσεις· όλα τα άλλα έργα τέχνης αντλούν την έμπνευσή τους από την πνευματική προσωπικότητα του καλλιτέχνη. Τα κριτήρια για να γνωρίσει κανείς την αξία ενός έργου τέχνης είναι: το περιεχόμενο του έργου, ο τρόπος έκφρασής του και η τεχνική του, το ύφος του.

DC: Είναι τα κριτήρια διαφορετικά για τα διάφορα είδη τέχνης, όπως η ζωγραφική, η γλυπτική, ο χορός, η μουσική, η ποίηση, η αρχιτεκτονική;

F.S.: Όχι, τα κριτήρια δεν είναι διαφορετικά για τα διάφορα είδη τέχνης.

DC: Η ομορφιά παρουσιάζει αυτό που θα μπορούσαμε να ονομάσουμε ένα αμφίσημο στοιχείο, αφού μπορεί να οδηγήσει σε κοσμική υπερηφάνεια ή, αντιθέτως, σε ανάμνηση του Θείου. Τι είναι εκείνο που σε ορισμένες τέχνες, όπως για παράδειγμα η μουσική, η ποίηση και ο χορός, κάνει το αμφίσημο στοιχείο πιο έντονο;

F.S.: Η ζωγραφική και η γλυπτική είναι, κατά μία έννοια, πιο εγκεφαλικές και αντικειμενικές από την ποίηση, τη μουσική και τον χορό, που είναι πιο σωματικές και υποκειμενικές. Επομένως, το αμφίσημο στοιχείο είναι πιο έντονο σε αυτές τις τρεις τέχνες.

DC: Θα μπορούσε κανείς να πει ότι η ινδουιστική έννοια του darshan μπορεί να εφαρμοστεί στην εμπειρία της τέχνης και της ομορφιάς;

F.S.: Βεβαίως, η ινδουιστική έννοια του darshan αναφέρεται σε κάθε αισθητική ή καλλιτεχνική εμπειρία, αλλά σε αυτή την περίπτωση περιλαμβάνει και νοητικές και ακουστικές αντιλήψεις, όχι μόνο την όραση.

DC: Θα μπορούσε κανείς να πει ότι υπάρχει ένας φυσικός σύνδεσμος ανάμεσα στην ομορφιά, με την ευρύτερη έννοια, και τον εσωτερισμό;

F.S.: Ναι, υπάρχει ένας σύνδεσμος ανάμεσα στην ομορφιά και τον εσωτερισμό, επειδή «η ομορφιά είναι η λάμψη του αληθινού». Η παραδοσιακή τέχνη είναι εσωτερική, όχι εξωτερική. Ο εξωτερικισμός ενδιαφέρεται για την ηθική, όχι για την ομορφιά. Συμβαίνει μάλιστα ο εξωτερικισμός να μπορεί να αντιτίθεται στην ομορφιά εξαιτίας μιας ηθικής προκατάληψης.

DC: Θα ήταν νόμιμο να πει κανείς ότι ο εσωτερισμός έχει ορισμένα δικαιώματα ως προς την τέχνη και την ομορφιά, τα οποία υπερβαίνουν τα όρια και τις απαγορεύσεις που θέτουν οι διάφοροι εξωτερικισμοί;

F.S.: Θεωρητικά, ο εσωτερισμός έχει ορισμένα δικαιώματα που υπερβαίνουν τις απαγορεύσεις του εξωτερικισμού, αλλά στην πράξη ο εσωτερισμός σπάνια μπορεί να κάνει χρήση αυτών των δικαιωμάτων. Ωστόσο αυτό συνέβη, για παράδειγμα, στην περίπτωση των δερβίσικων χορών ή των θιβετιανών ζωγραφιών που φαίνονται άσεμνες.

DC: Εκτός από τις «καλές τέχνες», υπάρχουν, για παράδειγμα στην Ιαπωνία, οι τέχνες της ανθοδετικής, η τελετή του τσαγιού, ακόμη και οι πολεμικές τέχνες, που αναγνωρίζονται ως εκδηλώσεις πνευματικής φύσης —ή ήταν τέτοιες αρχικά. Πώς συμβαίνει μια «καθημερινή» δραστηριότητα, όπως η προετοιμασία του τσαγιού, να μπορεί να γίνει φορέας μιας πνευματικής barakah —χάρης;

F.S.: Οι τέχνες Zen, όπως η τελετή του τσαγιού, συγκεκριμενοποιούν ορισμένους τρόπους πράξης του Βούδα ή, ας πούμε, του Πρωταρχικού Ανθρώπου. Ο Βούδας βέβαια δεν χειρίστηκε ποτέ σπαθί, αλλά αν το είχε κάνει, θα το έκανε ως Δάσκαλος Zen. Το να συμπεριφέρεται κανείς όπως ο Βούδας, ακόμη και σε ένα επίπεδο όπως η προετοιμασία του τσαγιού, σημαίνει να αφομοιώνει κάτι από τη Φύση του Βούδα. Είναι μια πόρτα ανοιχτή προς τη Φώτιση.

DC: Η σύγχρονη τέχνη δεν είναι παραδοσιακή. Αυτό σημαίνει ότι ένα σύγχρονο έργο τέχνης είναι αναγκαστικά άσχημο;

F.S.: Όχι, επειδή ένα σύγχρονο έργο τέχνης —σύγχρονο με την ευρύτερη έννοια του όρου— μπορεί να εκδηλώνει διάφορες ποιότητες σε σχέση με το περιεχόμενο, όπως και σε σχέση με την επεξεργασία, αλλά και με τον καλλιτέχνη. Ορισμένα παραδοσιακά έργα είναι άσχημα, και ορισμένα μη παραδοσιακά έργα είναι όμορφα.

DC: Τι σημασία έχει η τέχνη για τον καλλιτέχνη;

F.S.: Στη δημιουργία ενός ευγενούς έργου τέχνης, ο καλλιτέχνης εργάζεται πάνω στην ίδια του την ψυχή. Κατά μία έννοια, δημιουργεί το δικό του αρχέτυπο. Επομένως, η άσκηση κάθε τέχνης είναι ένας τρόπος αυτοπραγμάτωσης, στη θεωρία αλλά και στην πράξη. Με ασήμαντα ή ακόμη και αρνητικά θέματα, ο καλλιτέχνης μπορεί να παραμείνει εσκεμμένα αμετάβλητος, αλλά με ευγενή και βαθιά θέματα εργάζεται με την καρδιά του.

3. Πρωταρχικότητα

DC: Το βιβλίο σας Ο Φτερωτός Ήλιος αποκαλύπτει το ενδιαφέρον σας για τους Ινδιάνους της Αμερικής. Μπορώ να σας ρωτήσω ποιο είναι το κίνητρο αυτού του ενδιαφέροντος ή αυτής της συγγένειας;

F.S.: Οι Ερυθρόδερμοι, και ιδιαίτερα οι Ινδιάνοι των πεδιάδων, έχουν πολλά κοινά με τους Ιάπωνες σαμουράι, οι οποίοι συχνά ασκούσαν την πνευματικότητα Zen. Με ηθική και αισθητική έννοια, οι Ινδιάνοι των πεδιάδων ήταν ένας από τους πιο συναρπαστικούς λαούς του κόσμου. Το να διακρίνει κανείς μόνο ανάμεσα σε «πολιτισμένους λαούς» και «αγρίους» υπήρξε το μεγάλο σφάλμα του 19ου αιώνα. Υπάρχουν διακρίσεις που είναι πολύ πιο πραγματικές και σημαντικές, αφού είναι προφανές ότι ο «πολιτισμός» με τη συνηθισμένη έννοια δεν είναι η ύψιστη αξία της ανθρωπότητας, και είναι επίσης προφανές ότι ο όρος «άγριος» δεν ταιριάζει στους Ινδιάνους.

Εκείνο που καθορίζει την αξία ενός ανθρώπου δεν είναι ούτε η κοσμική του καλλιέργεια ούτε η πρακτική ή εφευρετική του ευφυΐα, αλλά η στάση του απέναντι στο Απόλυτο. Εκείνος που έχει την αίσθηση του απολύτου δεν ξεχνά ποτέ τη σχέση ανάμεσα στον άνθρωπο και την παρθένα Φύση, επειδή η Φύση είναι η καταγωγή μας, η φυσική μας πατρίδα, το πιο διαφανές Μήνυμα του Θεού. Σύμφωνα με τον Άραβα ιστορικό Ibn Khaldun, η κατάλληλη συνθήκη ενός ρεαλιστικού πολιτισμού είναι η ισορροπία ανάμεσα στους Βεδουίνους και τους κατοίκους των πόλεων, δηλαδή ανάμεσα στους νομάδες και τους εγκατεστημένους, ανάμεσα στα υγιή τέκνα της Φύσης και στους εκπροσώπους των επεξεργασμένων πολιτισμικών αξιών.

DC: Τα βιβλία τέχνης σας Ο Φτερωτός Ήλιος και, ειδικότερα, Εικόνες πρωταρχικής και μυστικής ομορφιάς πραγματεύονται το μυστήριο της ιερής γυμνότητας. Θα μπορούσατε να εξηγήσετε με λίγα λόγια τη σημασία αυτής της προοπτικής;

F.S.: Η ιερή γυμνότητα, η οποία παίζει σημαντικό ρόλο όχι μόνο για τους Ινδουιστές αλλά και για τους Ινδιάνους της Αμερικής, βασίζεται σε μια αναλογική αντιστοιχία ανάμεσα στο «εξωτερικό» και στο «ενδόμυχο»: το σώμα θεωρείται τότε η «εξωτερικευμένη καρδιά», και η καρδιά από την πλευρά της «απορροφά», κατά κάποιον τρόπο, τη σωματική προβολή· «τα άκρα συναντώνται». Στην Ινδία λέγεται ότι η γυμνότητα ευνοεί την ακτινοβολία πνευματικών επιδράσεων, και επίσης ότι ειδικά η γυναικεία γυμνότητα φανερώνει τη Lakshmi και, κατά συνέπεια, έχει ευεργετική επίδραση στο περιβάλλον.

Με απολύτως γενική έννοια, η γυμνότητα εκφράζει και δυνητικά πραγματώνει μια επιστροφή στην ουσία, στην καταγωγή, στο αρχέτυπο, και επομένως στην ουράνια κατάσταση. «Και γι’ αυτό χορεύω γυμνή», όπως είπε η Lalla Yogishvari, η μεγάλη αγία του Kashmir, αφού βρήκε τον θεϊκό Εαυτό στην καρδιά της. Ασφαλώς υπάρχει μια de facto αμφισημία στη γυμνότητα, εξαιτίας της παθιασμένης φύσης του ανθρώπου. Αλλά δεν υπάρχει μόνο η παθιασμένη φύση· υπάρχει και το δώρο της θεωρίας που την εξουδετερώνει, όπως ακριβώς συμβαίνει στην περίπτωση της «ιερής γυμνότητας». Αντίστοιχα, δεν υπάρχει μόνο η σαγήνη της εμφάνισης· υπάρχει και η μεταφυσική διαφάνεια των φαινομένων, η οποία μας επιτρέπει να αντιληφθούμε την αρχέτυπη ουσία μέσω της αισθητηριακής εμπειρίας. Όταν ο Άγιος Nonnos είδε την Αγία Pelagia να μπαίνει γυμνή στην κολυμβήθρα του βαπτίσματος, δόξασε τον Θεό που είχε τοποθετήσει στην ανθρώπινη ομορφιά όχι μόνο ένα κίνητρο αμαρτίας, αλλά και ένα κίνητρο ανόδου προς τον Θεό.

4. Μήνυμα

DC: Ποιο θα μπορούσε να είναι το μήνυμά σας για τον κοινό άνθρωπο;

F.S.: Η προσευχή. Το να είναι κανείς ανθρώπινο ον σημαίνει να είναι συνδεδεμένος με τον Θεό. Η ζωή δεν έχει νόημα χωρίς αυτό. Η προσευχή και η ομορφιά, βεβαίως, αφού ζούμε ανάμεσα στις μορφές και όχι πάνω σε ένα σύννεφο. Ομορφιά ψυχής πρωτίστως, και έπειτα ομορφιά συμβόλων γύρω μας.

DC: Μιλήσατε για μεταφυσική. Μπορώ να σας ρωτήσω ποιο είναι το κύριο περιεχόμενο αυτής της αιώνιας σοφίας;

F.S.: Μεταφυσική σημαίνει ουσιαστικά διάκριση ανάμεσα στο Πραγματικό και στο φαινομενικό ή το απατηλό. Με βεδαντικούς όρους, Atma και Maya, το Θείο και το κοσμικό. Η μεταφυσική ασχολείται επίσης με τις ρίζες της Maya και του Atma, δηλαδή με τη Θεία Προσωποποίηση, τον Θεό δημιουργό και αποκαλυπτή, και έπειτα με την προβολή του Atma μέσα στη Maya, που σημαίνει όλα όσα είναι θετικά και καλά στον κόσμο.

Αυτό είναι ουσιώδες: η μεταφυσική γνώση απαιτεί νοητική, ψυχική και ηθική αφομοίωση· η διάκριση απαιτεί συγκέντρωση, θεωρία και ένωση. Επομένως, η μεταφυσική θεωρία δεν είναι φιλοσοφία με τη νεωτερική σημασία του όρου, αλλά είναι ουσιαστικά ιερή. Η αίσθηση του ιερού είναι απαραίτητη προϋπόθεση για τη μεταφυσική πραγμάτωση, όπως είναι και για κάθε πνευματική μέθοδο. Για τους Ινδιάνους της Αμερικής, όπως και για τους Ινδουιστές, τα πάντα στη φύση είναι ιερά. Αυτό πρέπει να μάθει ο νεωτερικός άνθρωπος, επειδή πρόκειται για ζήτημα οικολογίας με την ευρύτερη έννοια του όρου.

Πρωταρχικής σημασίας είναι η προσευχή· έπειτα, η επιστροφή στη Φύση! Θα μπορούσε κανείς να αντιτείνει ότι είναι πολύ αργά γι’ αυτό, αλλά κάθε άνθρωπος είναι υπεύθυνος για ό,τι κάνει, όχι για ό,τι κάνουν οι άλλοι, επειδή ο καθένας στέκεται ενώπιον του Θεού και μπορεί να κάνει αυτό που απαιτείται για την αθάνατη ψυχή του. Το πρώτο βήμα προς την επιστροφή στη Φύση είναι η αξιοπρέπεια, αξιοπρέπεια μορφών και συμπεριφοράς: αυτή δημιουργεί το κλίμα μέσα στο οποίο η προσευχή νιώθει σαν στο σπίτι της, επειδή η αξιοπρέπεια μετέχει της αμετάβλητης Αλήθειας.

ΔΑΣΚΑΛΟΣ ΤΟΥ ΖΗΣΙΜΟΥ ΛΟΡΕΝΤΖΑΤΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΦΙΛΙΠ ΣΕΡΡΑΡΝΤ, ΤΑ ΙΧΝΗ ΤΗΣ ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑΣ ΑΥΤΗΣ ΜΕΤΑΦΕΡΟΝΤΑΙ ΣΤΟΥΣ ΝΑΟΥΣ ΑΠΟ ΤΟΝ ΛΟΥΔΟΒΙΚΟ. ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ Η ΕΝΑΝΘΡΩΠΗΣΗ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ ΜΑΣ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ. ΧΩΡΙΣ ΛΟΓΟ!

Τρίτη 6 Ιανουαρίου 2026

Ευάγγελος Μπάρτζης - Καστοριάδης και Γιανναράς: οντολογία, ψυχή και κοινωνία

Καστοριάδης και Γιανναράς: οντολογία, ψυχή και κοινωνία

Το πρώτο κοινό σημείο που μπορεί να εντοπιστεί ανάμεσα στον Κορνήλιο Καστοριάδη και τον Χρήστο Γιανναρά είναι, σε προσωπικό επίπεδο, η φιλία τους με τον Ζήσιμο Λορεντζάτο. Ίσως υπήρχαν άλλοι κοινοί γνωστοί, αλλά ο Λορεντζάτος ξεχωρίζει. Μπορεί να μην εμφανίζεται το όνομά του στα κείμενα του Καστοριάδη, αλλά ο ίδιος έγραψε μια μικρή μελέτη για τις φιλοσοφικές προεκτάσεις του έργου του Καστοριάδη, ενώ μετά τον θάνατο του δεύτερου, ως φόρο τιμής στη φιλία τους, δημοσίευσε το Μνημόσυνο, μετάφραση και φιλολογικά σχόλια του Καστοριάδη επάνω σε ένα ποίημα της Σαπφούς.[1] Ο Λορεντζάτος περιέγραφε τον Καστοριάδη ως έναν «φλογερό συζητητή του αιώνος τούτου» που «[ε]πίμονα πάσχιζε να βρει συζητητή αντίστοιχο του ή ανάλογο τουλάχιστον στο γνωστικό μήκος και πλάτος». Ο Γιανναράς δεν αρνιόταν την ύπαρξη του εντυπωσιακού γνωστικού «μήκους και πλάτους» του Καστοριάδη. Ωστόσο, ενώ οι δύο άνδρες γνωρίζονταν προσωπικά, απ’ όσο γνωρίζω υπάρχουν μόνο διάσπαρτες αναφορές του Γιανναρά στον Καστοριάδη.[2] Ίσως αυτό να οφείλεται στο γεγονός, το οποίο αναφέρει ο Λορεντζάτος, ότι ο Καστοριάδης είχε επιλέξει, με ελάχιστες εξαιρέσεις, να συνδιαλέγεται αποκλειστικά με τη γαλλική διανόηση. Από την άλλη, ο Γιανναράς έχει περιγράψει με γλαφυρότητα τον τρόπο που ο Λορεντζάτος τον επηρέασε σε πολλαπλά επίπεδα, ενώ είναι ενδεικτικό ότι στο Αλφαβητάρι του Νεοέλληνα, μια σύγχρονη προσπάθεια ψηλάφησης του «νοήματος της ελληνικότητας» που σταχυολογεί από διάφορους συγγραφείς, οι οποίοι διαμόρφωσαν τη σκέψη του Γιανναρά, συμπεριέλαβε κείμενα του Λορεντζάτου. Καστοριάδης και Γιανναράς έχουν αφήσει ανεξίτηλο το σημάδι τους στη νεοελληνική σκέψη, όπως μαρτυρεί τόσο η πληθώρα εργασιών επάνω στο έργο τους, όσο οι αντιδράσεις που η σκέψη τους προκάλεσε, στην περίπτωση του Καστοριάδη, κυρίως από τον χώρο της μαρξιστικής διανόησης, ενώ για τον Γιανναρά εκδήλωσαν έντονες αντιρρήσεις ακαδημαϊκοί και θρησκευτικοί κύκλοι.[3]

Ο Καστοριάδης και ο Γιανναράς κατέχουν τελείως διαφορετικές ιδιότητες, ο πρώτος είναι κοινωνιολόγος και ψυχαναλυτής, ενώ ο δεύτερος κινείται μέσα στο πλαίσιο της θεολογικής σκέψης. Ακολουθούν έτσι διαφορετικά μονοπάτια στη σκέψη τους, αλλά οι δρόμοι τους συγκλίνουν στην κριτική που ασκούν στη νοησιαρχία, στον εξοβελισμό της οντολογίας από την επιστημολογία, στην κεντρική σημασία της κοινωνίας και στον κομβικό ρόλο της γλώσσας ως κοινωνικής σύμβασης.[4]

Για τον Καστοριάδη, τόσο το ερώτημα της καντιανής επιστημολογίας, «τι μπορούμε να γνωρίζουμε», το οποίο απέρριψε ο Heidegger, όσο και το αντίστοιχο ερώτημα του Heidegger, «τι είναι το είναι/ποιο το νόημα του είναι», εγκλωβίζουν αμφότερα τη φιλοσοφία σε μια άγονη σκέψη, καθώς το πρώτο δίνει προτεραιότητα σε ένα υποθετικό υποκείμενο, πέρα από κάθε πραγματική εμπειρία, εκριζωμένο από τον πραγματικό ιστορικό του χώρο, όπου ο στοχασμός απολαμβάνει προτεραιότητα έναντι της γλώσσας, σαν να υπάρχει ποτέ η δυνατότητα η σημασία να ενεργείται δίχως τη γλώσσα, ή η γλώσσα να μπορεί να υπάρχει δίχως την ενέργεια της θεσμίζουσας κοινωνίας.[5] Όσον αφορά το δεύτερο ερώτημα, δηλαδή το ερώτημα του νοήματος του όντος, αυτό δεσμεύει την οντολογία σε μια «τυφλότητα» που αγνοεί άλλες διαστάσεις του όντος, τις οποίες ο Καστοριάδης ονομάζει στοιβάδες του Είναι, όπως η πόλη, ο έρωτας και η ψυχή. Δεν είναι τυχαίο, λοιπόν, ότι ο Καστοριάδης συμπυκνώνει τη σκέψη του κάτω από το τρίπτυχο «πόλη, λόγος, ψυχή».[6]

Ο Καστοριάδης εντοπίζει στον Heidegger μια υπόρρητη φιλοσοφία της Ιστορίας, η οποία προτείνει την ιστορία όχι ως Geschichte, δηλαδή δημιουργία του ανθρώπου και των κοινωνιών του, αλλά ως Geschick, δηλαδή μοίρα, προορισμό και δώρο του Είναι.[7] Παρόμοια κριτική διατυπώνει έναντι του Hegel και του Marx, καθώς πιστεύει ότι προτείνουν μια ιστορία της Φιλοσοφίας και μια φιλοσοφία της Ιστορίας, όπου αυθαίρετοι νόμοι που είναι καταγεγραμμένοι στην υφή του κόσμου (απόλυτο πνεύμα – νόμοι της καπιταλιστικής οικονομίας) επιδρούν επάνω στις ανθρώπινες κοινωνίες, αδιαφορώντας για τη δράση των ανθρώπων, οι οποίοι οδηγούνται νομοτελειακά στον Hegel στην τελική αποκάλυψη του απόλυτου λόγου, ενώ στον Marx στην εμφάνιση του προλεταριάτου και την τελική επικράτησή του.[8] Ο Καστοριάδης απορρίπτει μια φιλοσοφία της Ιστορίας που οδηγείται από έναν τυφλό ντετερμινισμό. Μια τέτοια φιλοσοφία είναι ερμητικά κλειστή στην ανάδυση από το Χάος και το Απύθμενο, τα οποία ο Καστοριάδης εντοπίζει ως θεμελιώδη στοιχεία τόσο στην υφή του φυσικού σύμπαντος όσο και στην ανάδυση της ψυχής και την ανθρώπινη δημιουργικότητα.[9] Τα κείμενα του Καστοριάδη τα διαποτίζει η ανησυχία να διαρρήξει τον εγκλεισμό τόσο της κοινωνίας όσο και του κοινωνικού ατόμου, να μην εγκλωβιστεί η ιστορία σε μια ντετερμινιστική ερμηνεία που καταδικάζει την ανθρώπινη δράση και υποβιβάζει τη σημασία της δημιουργίας, αφού την αντιλαμβάνεται ως επανάληψη ενός ή αιώνια επιστροφή σε μια υπερβατική αρχή.[10] Σε αυτή την περίπτωση, οι κοινωνίες και οι πολιτισμοί αποτελούν μια ομογενοποιημένη μάζα ενώπιον εγελιανών νόμων που οδηγούν σε ένα προκαθορισμένο τέλος, σε κάποιου είδους φιλοσοφική ή κοινωνική εσχατολογία.

Η οντολογία του Καστοριάδη, λοιπόν, δεν ασχολείται με το (όντως) ον ως αίτιο της ύπαρξης ή το υπερβατικό ως απαίτηση της λογικής προκειμένου να εδραιωθεί η ηθική (Kant), καθώς αυτό οδηγεί στην απαξίωση της Ιστορίας ως παντοτινή ανάδυση νέων μορφών, και της ανθρώπινης δημιουργικότητας, ως ανεπανάληπτης ενέργειας. Η οντολογία του είναι πολιτική και αφορά τον άνθρωπο· ανιχνεύει την ανάδυση της ψυχής μέσα στο έμβιο, ζητά να διαυγάσει την ύπαρξη μιας απύθμενης δεξαμενής δημιουργικότητας μέσα στην ψυχή (μάγμα), και στρέφεται προς τον «τρόπο» που ψυχή και κοινωνία αλληλοπεριχωρούνται, καθώς νοηματοδοτούν και νοηματοδοτούνται. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, αντί για την αναζήτηση της ουσίας του όντος ή του νοήματος του Είναι, ο Καστοριάδης στρέφεται στον «τρόπο» ύπαρξής του πολιτικού/ κοινωνικού Είναι.[11]

Η διάκριση που εισάγει ανάμεσα στην «πόλη» και την «κοινωνία» δεν είναι τυχαία. Κάτω από τον τίτλο «κοινωνία», ο Καστοριάδης παρουσιάζει σκέψεις που επικεντρώνονται στη διαδικασία που οδηγεί το έμβιο στη δημιουργία της κοινωνίας. Αντί για υπερβατικούς κανόνες που επιβάλλουν στο έμβιο τη δημιουργία της κοινωνίας, ο Καστοριάδης μελετά την εμφάνιση της κοινωνίας στρεφόμενος προς το ίδιο το έμβιο, εστιάζοντας στην ανάδυση της ψυχής, και ορίζοντας ως ζητούμενο την αναζήτηση νοήματος. Καταλήγει με αυτόν τον τρόπο στο σχήμα: έμβιο, ψυχή, κοινωνία. Από την αρχή, το έμβιο αντιμετωπίζει την τυχαιότητα και το Χάος από τη μία μεριά, και την αρχική αναγωγή των πάντων στο ίδιο το έμβιο: αυτό αποτελεί το μόνο νόημα του εαυτού του. Ωστόσο, είναι αδύνατον να αρνηθεί το «Απύθμενο» του κόσμου. Το έμβιο που δεν ανοίγεται στον κόσμο είναι καταδικασμένο να αφανιστεί λόγω της κλειστότητας του νοήματος. Στο χάσμα που υπάρχει ανάμεσα στο Τυχαίο του κόσμου και την κλειστότητα του εμβίου αναδύεται η ψυχή, πρώτη «ρήξη της ρυθμισμένης οργάνωσης του εμβίου»· ψυχή που σταδιακά δημιουργεί (ένα ρήμα με ιδιαίτερη δυναμική για τον Καστοριάδη) τον θεσμό και την κοινωνία, προκειμένου ο άνθρωπος να οργανώσει τον κόσμο ως απάντηση στην αναζήτηση νοήματος.[12] Στη γλώσσα του Καστοριάδη,ο κόσμος είναι συνολοταυτιστικός, περιέχει στοιχεία που προσδιορίζουν απόλυτα το Είναι, αλλά αν ήταν μόνο αυτό, δεν θα υπήρχε τίποτα το νέο και η δημιουργία, ως ανάδυση νέων μορφών, θα ήταν αδύνατη. Από την άλλη, ο κόσμος είναι νέα δημιουργία ex nihilo, αλλά όχι in nihilo ή cum nihilo: δεν είναι δημιουργία δίχως περιορισμούς, καθώς δεν μπορούν να αναδυθούν όλες οι μορφές οπουδήποτε, οποτεδήποτε και οπωσδήποτε.[13]

Ωστόσο, από την απαρχή τους, οι κοινωνίες επένδυσαν θεσμούς και σημασίες με όρους υπερβατικού, έχοντας αναφορά σε μια πραγματικότητα εκτός της κοινωνίας (θεοί-υπερβατικό), εισάγοντας έτσι την έννοια της ετερονομίας. Σε αυτή τη διαδικασία της ανάδυσης της κοινωνίας με την ταυτόχρονη ρήξη της κλειστότητας του εμβίου, ο Καστοριάδης αποδίδει κεντρικό ρόλο στη θρησκεία, την οποία ταυτίζει με τον ίδιο τον πολιτισμό, ως επιβολή σημασιών επάνω σε έναν κόσμο που ο ίδιος στερείται νοήματος. Ωστόσο, αυτό δεν οδηγεί τον Καστοριάδη σε έναν άκρατο υποκειμενισμό, καθώς για την ανάδυση των σημασιών υπάρχουν προϋποθέσεις για το υποκείμενο, αλλά υπάρχουν προϋποθέσεις και για το αντικείμενο: η οργάνωση του κόσμου από τον νου προϋποθέτει την οργανωσιμότητα του κόσμου. Η εμφάνιση των σημασιών προϋποθέτει τον ίδιο τον κόσμο, αλλά και τη γλώσσα, η οποία είναι κοινωνική δημιουργία.

Από την άλλη, επιλέγοντας τον όρο «πόλη», με τον οποίο σημαίνονται τόσο οι κοινωνίες της αρχαίας Ελλάδας όσο και το σύγχρονο αίτημα του κοινωνικού μετασχηματισμού, ο Καστοριάδης στρέφει το ενδιαφέρον του στο ζήτημα της αυτονομίας, δηλαδή της ικανότητας της κοινωνίας να ορίζεται (να είναι θεσμιζόμενη) και να ορίζει (να είναι θεσμίζουσα). Σε μια τέτοια περίπτωση, κανένας θεσμός ή σημασία δεν μπορεί να θεωρείται δεδομένος, αιώνιος ή δοσμένος από αλλού. Ο Καστοριάδης εντοπίζει την κρίση των μοντέρνων κοινωνιών στην ένταση που παρατηρείται εμπειρικά ανάμεσα στην περατότητα/θνητότητα των μελών της κοινωνίας, από τη μια, και τη διάρκεια που διεκδικεί η θεσμισμένη κοινωνία, από την άλλη, προκειμένου να εξασφαλίσει σταθερότητα και συνέχεια· ο χρόνος του θεσμού δεν συμπίπτει με τα όρια της περιορισμένης χρονικότητας των μελών της κοινωνίας. Οι θεσμοί διεκδικούν έτσι μια διάρκεια και έναν χαρακτήρα σχεδόν υπερβατικό (ως αναλλοίωτοι, πάντα δοσμένοι) που εγκλωβίζουν τις κοινωνίες στον ορίζοντα όσων έχουν θεσμιστεί.[14] Η πόλη, λοιπόν, ενσαρκώνει την ικανότητα της κοινωνίας να ενεργεί ως θεσμίζουσα, δηλαδή να στοχάζεται και να αμφισβητεί. Μια τέτοια κοινωνία, σύμφωνα με τον Καστοριάδη, που αμφισβήτησε την αιωνιότητα των θεσμών και έφερε ένα νέο παράδειγμα θέσμισης, εμφανίστηκε για πρώτη φορά στην αρχαία Αθήνα, αλλά και στη σύγχρονη ιστορία της Δυτικής Ευρώπης. Για τον Καστοριάδη υπάρχει άρρητη σύνδεση ανάμεσα στην εμφάνιση της φιλοσοφικής σκέψης, η οποία αμφισβητεί τις προηγούμενες σημασίες, και την εμφάνιση της αρχαίας «πόλης», χωρίς να αναχθεί ξεκάθαρα η μια σε συνθήκη ή αιτία της άλλης, αφού σκέψη και πράξη δεν διακρίνονται εύκολα. Η «πόλη» εμφαίνει, λοιπόν, την ικανότητα των ανθρώπων να στοχάζονται και να πράττουν, χωρίς το ένα να προηγείται αναγκαστικά του άλλου, δημιουργώντας καινούργια σχήματα και νέες σημασίες. Αυτή η ιστορική συγκυρία της εμφάνισης της ελληνικής πόλης σε συγκεκριμένο ιστορικό χρόνο, ως αποτέλεσμα στοχασμού και ενέργειας, ωθεί τον Καστοριάδη να καταδείξει πόσο αβασάνιστα απερίσκεπτη είναι η πρόταση της επανάληψης των πολιτειακών και κοινωνικών θεσμών της αρχαίας πόλης στο σήμερα.[15] Αυτό που δέχεται ο Καστοριάδης δεν είναι η επανεμφάνιση κάποιου θεσμού ή σημασίας, δεν κοιτά νοσταλγικά προς το παρελθόν, αλλά η ικανότητα της κοινωνίας να διεκδικήσει τη λειτουργία της ως θεσμίζουσα κοινωνία, ως ανοιχτή στην αμφισβήτηση και τον στοχασμό. Ήδη από τη Φαντασιακή θέσμιση της κοινωνίας, ο Καστοριάδης άσκησε κριτική στην προσπάθεια να προαχθεί η θεωρία έναντι της πράξης, προτάσσοντας τη σύνθεση «στοχασμού και δράσης».[16]

Μια πρώτη συνολική αποτίμηση του έργου του Γιανναρά έχει επιχειρηθεί με τον τίτλο Πόλις, οντολογία, εκκλησιαστικό γεγονός,[17] το οποίο σε πολλά σημεία συμπίπτει με όρους του Καστοριάδη, αλλά το ίδιο τρίπτυχο θα μπορούσε να εκφραστεί με όρους συναφείς με τον Καστοριάδη: πόλη, έρως, κοινωνία. Βέβαια, οι όροι δεν ταυτίζονται, αλλά ένα κοινό σημείο που αναδύεται είναι η αντίδραση στην κλειστότητα του νοήματος.

Ως προς την οντολογία, Γιανναράς και Καστοριάδης εκκινούν από διαφορετικές ερμηνευτικές αφετηρίες, κινούμενοι μέσα σε διαφορετικά θεωρητικά πλαίσια, ωστόσο μια έκφραση κλειδί στον Καστοριάδη δείχνει την εγγύτητα της σκέψης των δύο ανδρών. Ο Καστοριάδης απέρριπτε την κλασική οντολογία που εγκλώβιζε στο ερώτημα περί Θεού, καθώς καθιστούσε τον Θεό μια συνολοταυτιστική ύπαρξη, δηλαδή ύπαρξη πλήρως προσδιορίσιμη από την ουσία του (Είναι). Ωστόσο, μια τέτοια ερμηνεία της ύπαρξης του Θεού απορρίπτεται από τον Γιανναρά, ο οποίος προτάσσει τον τρόπο ύπαρξης του Θεού, ως ύπαρξης πλήρως ελεύθερης, δίχως περιορισμούς από την ίδια του την ουσία.[18] Ο Γιανναράς δεν αναγνωρίζει τίποτα το συνολοταυτιστικό στον Θεό, ο οποίος υπάρχει με τον τρόπο της ενεργούμενης σχέσης, ως πρόσωπο. Η σχέση είναι ελεύθερη, δυναμική και ακαθόριστη: «δεν τον συνιστά η ουσία του[τον Θεό], αλλά η ελευθερία της σχέσης του».[19] Δίνεται, λοιπόν, οντολογική προτεραιότητα στον «τρόπο» της ύπαρξης, ένας τρόπος που ταυτίζει την ύπαρξη με την «υπέρβαση κάθε οριστικού (από την ουσία) δεδομένου».[20] H ύπαρξη προϋποθέτει τον Άλλο, έναν αντι-κείμενο στον οποίο η ύπαρξη έχει αναφορά· ειδάλλως, η ουσία θα ήταν αυτόνομος υπαρκτικός παράγοντας, εγκλωβισμένος στην ύπαρξή της. Μια τέτοια έκθεση του οντολογικού γεγονότος έχει αντίστοιχη έκφραση στη σκέψη του Καστοριάδη, ο οποίος αναφέρει ότι το «Eίναι είναι αχώριστο από τους τρόπους του Είναι…. [η] παρουσία είναι κάθε φορά η παρουσία αυτού που παρουσιάζεται και, φυσικά, είναι παρουσία για κάποιον».[21] Για τον Καστοριάδη, η ύπαρξη είναι «τρόπος», όχι δεδομένη πραγματικότητα, αλλά γεγονός ασύλληπτης δυναμικής. Ενώ προτάσσουν, λοιπόν, την έννοια της δυναμικής παρουσίας και τον «τρόπο» της ύπαρξης, o Γιανναράς ξεκινά από τον Τριαδικό θεό για να δείξει την ύπαρξη ως σχέση, ενώ ο Καστοριάδης αναφέρεται στον κόσμο και στον άνθρωπο.

Ο Γιανναράς αναγνωρίζει στον Heidegger τη συνέπεια της «μεθόδου» και της «πραγματολογικής γλώσσας»,[22] με την οποία ο δεύτερος κατέδειξε τον εγκλωβισμό της προηγούμενης φιλοσοφικής σκέψης σε μια άγονη επιστημολογία, η οποία κατάντησε τον Θεό ένα αντικείμενο νοητικής σύλληψης. Ωστόσο, ο Γιανναράς δείχνει ότι ο Heidegger αγνοούσε τη δυνατότητα η οντολογία να μην εγκλωβίζει τον Θεό σε συνολοταυτιστικά σχήματα, όπως η ταυτότητα Θεού/ ουσίας. Έτσι, ο Γιανναράς αναφέρεται, από τη μια μεριά, στο μυστήριο της Τριαδικής ύπαρξης που φανερώνει τον Θεό ως ύπαρξη που εξ-ίσταται, δηλαδή που υπάρχει εκτός κάθε «οντικού περιορισμού», ως «τριαδική υπαρκτική αλληλοπεριχώρηση».[23] Από την άλλη, τονίζει ότι ο τρόπος της θείας ύπαρξης φανερώνεται/ γνωστοποιείται με τον τρόπο που ο Θεός ενεργεί, και η ενέργεια φανερώνει τον προσωπικό, δηλαδή τον μοναδικό και ανεπανάληπτο τρόπο, με τον οποίο πραγματώνεται η ύπαρξη.
Ως παράδειγμα αυτής της σχέσης του μοναδικού τρόπου της ύπαρξης και του τρόπου που φανερώνεται στα έργα της ύπαρξης, ο Γιανναράς αναφέρει έναν ζωγράφο και τους πίνακες του ή έναν μουσικό και τις συνθέσεις του: το έργο φανερώνει/ κοινωνεί κάτι από τη μοναδικότητα και ανομοιότητα του καλλιτέχνη, χωρίς όμως το έργο να ταυτίζεται με την ουσία του δεύτερου· αντίθετα, αποτελεί έκφανση της προσωπικής του ετερότητας.[24] Ο Γιανναράς αναφέρεται χαρακτηριστικά στο «κίτρινο» του Van Gogh, το οποίο «κίτρινο» παύει να είναι μια απλή «υπόθεση αμφιβληστροειδών» που συλλαμβάνουν και μεταφέρουν μήκη κύματος, καθώς εκφαίνει κάτι από την προσωπική ετερότητα του Ολλανδού καλλιτέχνη. Το συγκεκριμένο παράδειγμα φέρνει στο νου τα σχόλια του Καστοριάδη σχετικά με το «πράσινο» του ποιήματος του Federico García Lorca, Romance Sonámbulo: «Verde que te quiero verde», αλλά και τις παρατηρήσεις του για τον τρόπο που θεσμίζεται σε ατομικό και κοινωνικό επίπεδο, δηλαδή συγκροτείται ως νόημα, ο τρόπος που αντιλαμβανόμαστε ό,τι η επιστήμη αποδίδει απλοϊκά σε μήκη κύματος (χρώματα). Η παρατήρηση ενός πίνακα, πέρα από τη σωματική διάσταση, εμπλέκει ολόκληρη την προσωπικότητα αυτού που παρατηρεί, «και όχι μόνο τις σωματικές του συνέργειες: εμπλέκεται όλη η ιστορία του, η σκέψη του, η γλώσσα του, το φύλο του, ο κόσμος του –συνελόντι ειπείν, η “προσωπική του θέσμιση”». Και επειδή το έργο προϋποθέτει τον καλλιτέχνη και τον θεατή, τότε στην παρατήρηση συμβαίνει μια «βαθιά σύμπτωση δύο “προσωπικών θεσμίσεων”».[25]

Ο Γιανναράς επικαλείται ένα καλλιτεχνικό παράδειγμα, προκειμένου να διαυγάσει την προτεραιότητα του τρόπου της ύπαρξης (υπόσταση/ πρόσωπο), έναντι του καθορισμού (ουσία), καθώς και την ικανότητα ενεργητικής έκφανσης της ετερότητας, ωστόσο το παράδειγμα διαυγάζει πολλά για την οντολογία του ανθρώπου. Ανάμεσα στις αναφορικές δυνατότητες της ύπαρξης, μέσω των οποίων «ενεργείται η ετερότητα του υποκειμένου», ο Γιανναράς συγκαταλέγει την φαντασία, ίσως έναν από τους πιο παρεξηγημένους όρους από την Χριστιανική (κυρίως ασκητική) γραμματεία. Όπως αναφέρει, «ο κάθε άνθρωπος ενσαρκώνει όλα τα κοινά γνωρίσματα της ουσίας με τρόπο μοναδικό, ανόμοιο και ανεπανάληπτο: Μιλάει, σκέφτεται, κρίνει, φαντάζεται με τρόπο απόλυτα έτερον, κάθε ανθρώπινη ύπαρξη έχει απόλυτη ετερότητα».[26] Ο Καστοριάδης εντόπιζε στον Αριστοτέλη την ανάδυση της φαντασίας, πέρα από τον κλασικό ορισμό, ως μιας «συνθήκης και ουσιώδους διάστασης της δραστηριότητας της ψυχής». Σε αυτή την περίπτωση, η φαντασία είναι «ένα στοιχείο το οποίο δεν αφήνεται να συλληφθεί ούτε στον χώρο που ορίζεται από το αισθητό και το νοητό, ούτε, πράγμα πολύ σπουδαιότερο, στον χώρο που ορίζεται από το αληθές και το ψευδές, και, πίσω απ’ αυτά, από το ον και το μη-ον».[27] Ο Γιανναράς δεν εντοπίζει μόνο στη φαντασία μια απύθμενη ικανότητα για προσωπική δημιουργικότητα, όπως υποστήριζε ο Καστοριάδης· αντίθετα, την ανάγει στον τρόπο ύπαρξης του ανθρώπου, ως ενσάρκωση και έκφανση της προσωπικής ετερότητας.

Ενώ ο Καστοριάδης χρησιμοποιεί τον όρο «θρησκεία» για να δηλώσει τον τρόπο που οι κοινωνίες περιέβαλλαν τις σημασίες/σημαινόμενα με υπερβατική αυθεντία, ο Γιανναράς διακρίνει τη θρησκεία από ό,τι ονομάζει εκκλησιαστικό γεγονός.[28] Εντοπίζει την εμφάνιση της θρησκείας σε δυνάμεις της ψυχής που τείνουν προς την κλειστότητα του νοήματος, μια ορμή προς την κλειστότητα και τον θάνατο, που ταυτίζει τα σημαίνοντα με τα σημαινόμενα. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, η γλώσσα, στην οποία ο Γιανναράς αποδίδει κομβικό ρόλο ως σύμβαση για τη «συλλογική επισήμανση της πραγματικότητας»,[29] αποκτά μια σημασιοκεντρική χρήση, καθώς θεωρείται ότι αρκεί η ύπαρξη του σημαίνοντος για να εξασφαλιστεί η ατομική πρόσβαση στην ουσία των σημαινομένων και να δειχθεί το υπαρκτό: η λέξη ως σημαίνον ή η σωστή χρήση της λέξης (βλ. Wittgenstein) αρκούν για να καταδείξουν το υπαρκτό ή όχι. Με αυτόν τον τρόπο, η γλώσσα απολυτοποιείται και καταντά μια παγίδα που υποκαθιστά το υπαρκτό με νοητικές λειτουργίες που έχουν σκοπό να εξασφαλίσουν την πρόσβαση του υποκειμένου στην αλήθεια. Ο Γιανναράς περιγράφει την έκπτωση της γλώσσας και την εμφάνιση της θρησκείας με παρόμοιους όρους ψυχικής ανισορροπίας: αναγκαιότητα νοητικής προτεραιότητας, ατομοκεντρική αυτοάμυνα, εγκλωβισμός σε νοητά είδωλα, ανάγκη ατομικής εξασφάλισης, νευρωτικό βασανισμό και παραμόρφωση του υπαρκτού στην ψύχωση.[30] [Η ΜΗΤΡΙΚΗ ΓΛΩΣΣΑ  ΠΑΓΙΔΕΎΕΙ; ΤΟΤΕ Ο ΗΡΑΚΛΕΙΤΟΣ ΤΙ ΛΕΕΙ; ΤΟ ΜΗΤΡΙΚΟ ΣΥΝΔΡΟΜΟ ΠΑΓΙΔΕΥΕΙ ΤΗΝ ΓΛΩΣΣΑ ΑΠΟΚΛΕΙΟΝΤΑΣ ΤΗΝ ΑΠΟ ΤΗΝ ΣΗΜΑΣΙΑ ΤΟ ΣΗΜΑΙΝΟΜΕΝΟ ΕΙΝΑΙ ΠΑΝΤΑ Ο ΠΑΤΕΡΑΣ. ΣΕ ΜΙΑ ΕΠΟΧΗ ΧΩΡΙΣ ΠΑΤΕΡΑ ΠΩΣ ΘΑ ΛΥΘΕΙ ΤΟ ΠΡΟΒΛΗΜΑ ΤΟΥ ΕΥΝΟΥΧΙΣΜΟΥ; Ο ΠΑΤΕΡΑΣ ΓΕΝΝΗΘΗΚΕ ΣΤΟ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΠΝΕΥΜΑ ΩΡΙΜΑΣΕ ΣΤΗΝ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ ΚΑΙ ΧΑΘΗΚΕ ΣΤΗΝ ΛΑΤΙΝΙΚΗ ΕΚΔΟΧΗ ΤΟΥ ΜΗΤΡΙΚΟΥ ΣΥΝΔΡΟΜΟΥ ΣΤΟ ΥΠΟΚΕΙΜΕΝΟ ΤΟΥ ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟΥ, ΑΠΟΚΑΤΕΣΤΗΣΑΝ ΜΗΠΩΣ ΤΟΝ ΠΑΤΕΡΑ;]

Αντιθέτως, με τον όρο «εκκλησιαστικό γεγονός», ο Γιανναράς προσπαθεί να διατηρήσει τη λειτουργία της γλώσσας ως σύμβολου που εξασφαλίζει την ανοιχτότητα (Offenheit/ οpenness), καθώς η ύπαρξη του σημαινόμενου δεν εξαντλείται στη σημασία του, και να αποφύγει το αίτημα για ατομική εξασφάλιση: προνομιακή πρόσβαση στην αλήθεια, εξασφάλιση ατομικής σωτηρίας, καθησυχασμός φόβου ή εκδήλωση αναζήτησης της τιμωρίας. Μέσα στο εκκλησιαστικό γεγονός, η γλώσσα δεν απολυτοποιείται, αλλά αποτελεί κώδικα που δεν εξαντλεί το υπαρκτό στην κατανόηση της σημασίας του· αντίθετα, ως σύμβολο συντονίζει την προσωπική εμπειρία σε σχέση με μια «κοινή αναφορά στο ίδιο σημαινόμενο». Ο Γιανναράς επιμένει σε αυτόν τον «συντονισμό» της κοινής αναφοράς, καθώς βλέπει τόσο στο εκκλησιαστικό γεγονός όσο και στη γλώσσα τη δυναμική έκφανση της «σχέσης», έναντι του καθορισμού και της εξασφάλισης. Δεν μπορεί να υπάρχει σχέση εάν η εξασφάλιση είναι δεδομένη, καθώς η πρώτη προϋποθέτει την «περιπέτεια της ελευθερίας», τη «διακινδύνευση της σχέσης», ενώ η δεύτερη εμμένει στην «εγκύστωση της φύσης».[31] Η αλήθεια είναι «άθλημα», τίποτα δεν μπορεί να εγγυηθεί το πραγματικό και το υπαρκτό έναντι του ψευδούς, παρά μόνο το άφημα στην εμπιστοσύνη της σχέσης. Η σχέση, όμως, προϋποθέτει την ελευθερία και τίποτα δεν μπορεί να την εγγυηθεί, αφού η ελευθερία ενέχει την ενδεχομενικότητα του αδύνατου, ανεκπλήρωτου, απροσδιόριστου καθώς και της αποτυχίας. Με αυτές τις σκέψεις, ο Γιανναράς ανοίγει τον δρόμο, ανεξερεύνητο ακόμη σε μεγάλο βαθμό, για μια δυναμική κατανόηση της Ιστορίας, όπου το τέλος δεν είναι προκαθορισμένο από την αρχή, όπως νομίζει για τον Χριστιανισμό ο Καστοριάδης, η δημιουργικότητα δεν εκφαίνεται μόνο στο αρχικό «γενηθήτω φῶς…» (Γεν. 1:3), ούτε η Ιστορία εγκλωβίζεται σε μια τελεολογία καθορισμένη από δυνάμεις εκτός της Ιστορίας, όπου η ανθρώπινη δράση έχει ελάχιστη σημασία και εξαντλείται μόνο στην αρχική πτώση. Ο Καστοριάδης θέτει δύο καίρια ερωτήματα, τις απαντήσεις των οποίων ο Γιανναράς προσπάθησε να ανιχνεύσει επιμένοντας στη δυναμική της σχέσης και της ελευθερίας: πώς η δράση των ανθρώπων δημιουργεί την Ιστορία; Αν η Ιστορία δεν είναι δημιουργία των ανθρώπων, τότε πώς αποφεύγουμε τον ντετερμινισμό, ο οποίος κατανοεί το τέλος ως πλήρως καθορισμένου από τις αρχικές συνθήκες;


ΜΑΘΗΤΕΣ ΤΟΥ ΧΑΙΝΤΕΓΚΕΡ. ΣΚΕΨΕΙΣ ΠΟΥ ΠΡΟΣΠΑΘΟΥΝ ΝΑ ΒΡΟΥΝ ΤΗΝ ΕΞΟΔΟ ΑΠΟ ΤΟΝ ΛΑΒΥΡΙΝΘΟ ΤΟΥ ΥΠΑΡΚΤΟΥ ΧΩΡΙΣ ΤΗΝ ΑΡΙΑΔΝΗ ΚΑΙ ΤΟΝ ΘΗΣΕΑ. ΤΟΥΣ ΚΑΤΑΒΡΟΧΘΙΖΕΙ Ο ΜΙΝΩΤΑΥΡΟΣ ΤΗΣ ΦΑΝΤΑΣΙΑΣ ΣΑΝ ΑΙΩΝΙΟΥΣ ΕΦΗΒΟΥΣ. ΟΛΑ ΕΙΝΑΙ ΕΝΑ ΠΛΑΙΣΙΟ. ΤΗΣ ΕΠΙΣΤΗΜΗΣ. ΟΠΟΥ ΠΕΡΙΕΧΟΝΤΑΙ ΟΙ ΑΠΟΡΙΕΣ ΚΑΙ ΟΙ ΛΥΣΕΙΣ. ΤΟ ΠΛΑΙΣΙΟ ΤΟΥ ΠΑΝ/ΜΙΑΚΟΥ ΚΑΤΕΣΤΗΜΕΝΟΥ. ΕΝΑΣ ΛΑΒΥΡΙΝΘΟΣ ΜΕΤΑΠΤΥΧΙΑΚΩΝ ΚΑΙ ΔΙΔΑΚΤΟΡΙΚΩΝ. ΑΝΤΙΠΡΟΣΩΠΟΙ ΤΟΥ ΠΝΕΥΜΑΤΟΣ ΠΟΥ ΚΙΝΕΙ ΤΙΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ  ΚΑΙ ΤΙΣ ΕΜΠΝΕΥΣΕΙΣ ΚΑΙ ΤΑ ΠΟΛΙΤΙΣΜΙΚΑ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΚΑ ΔΡΩΜΕΝΑ ΚΑΘΕ ΕΠΟΧΗΣ.

Σημειώσεις


Δευτέρα 8 Δεκεμβρίου 2025

Παραδοσιακοί χωρίς Παράδοση

τον Μαρτσέλο Βενετσιάνι


Όταν η Παράδοση φθίνει, γεννιέται η παραδοσιοκρατία. Η παράδοση είναι ένας ορίζοντας ζωής, ένας κοινός κόσμος πριν γίνει ένα όραμα της ζωής σε σχέση με το Είναι. Η παραδοσιοκρατία είναι μια αντίδραση στην εξαφάνισή ή την έκλειψή της. Έχει τα χαρακτηριστικά μιας ανταγωνιστικής και ελιτίστικης θεωρίας, αν όχι μιας ιδεολογίας, όπως αποκαλύπτει ο ισμός που τον διακρίνει. Για τον Mark Sedgwick, «η παραδοσιοκρατία είναι η λιγότερο γνωστή από τις μεγάλες φιλοσοφίες του σήμερα»: είναι μια θρησκευτική φιλοσοφία, ένα μεταφυσικό όραμα και μια ριζοσπαστική πολιτική ιδεολογία. Ο Δανός μελετητής αφιερώνει μια ουσιαστική μελέτη στον «Παραδοσιοκρατία», που εκδόθηκε από τον Blu Atlantide, και είναι ένα σπάνιο δοκίμιο επειδή δεν είναι γραμμένο ούτε από έναν παραδοσιολόγο ούτε από έναν επικριτή, αλλά παραμένει ουδέτερο στη μέση. Ο πρώτος που του μίλησε για τον παραδοσιοκρατία ήταν ένας Ιταλός που ασπάστηκε το Ισλάμ στο όνομα του Γκενόν , ο Abd al-Wahid Pallavicini, τον οποίο γνώρισα αρκετές φορές. Το κείμενο είναι ευρύ στις προοπτικές και τα θέματά του, αν και του λείπει το ίδιο βάθος και οξύτητα ανάλυσης. Εστιάζει ιδιαίτερα στη σκέψη των René Guénon, Julius Evola και Frithjof Schuon, καθώς και, μεταξύ των ζώντων, των Aleksandr Dugin, Alain de Benoist και Steve Bannon. Αναφέρονται πολλοί συγγραφείς, αλλά παραδόξως απουσιάζουν έγκυροι εκφραστές της παραδοσιακής σκέψης, όπως ο Elémire Zolla και ο Augusto Del Noce, ή οι Henri Corbin και Marcel de Corte, ο Hans Sedlmayr και ο Marius Schneider, για να αναφέρουμε μόνο μερικούς άλλους αξιοσημείωτους απόντες. Η καθολική παραδοσιοκρατία ουσιαστικά παραβλέπεται. Και όταν συζητά τις ιστορικές ρίζες τής Παραδοσιοκρατίας, εστιάζει στο έργο του Oswald Spengler «Η Παρακμή της Δύσης», αλλά αγνοεί τον Giambattista Vico, τον τελευταίο των αρχαίων και τον πρώτο των σύγχρονων που προσέφερε ένα καθολικό όραμα και μια συγκριτική ιστορία πολιτισμών και κύκλων. Ο ίδιος ο Evola, στον πρόλογο του «Η Παρακμή της Δύσης», τον οποίο μετέφρασε, βρήκε περίεργο το γεγονός ότι ο Spengler δεν έκανε καμία αναφορά στον Vico και τη θεωρία του για την ιστορική επανάληψη. Θεωρούσε το όραμα του Βίκο ανώτερο από αυτό του Σπένγκλερ επειδή εμπνεύστηκε από την παραδοσιακή διδασκαλία των κύκλων και ένα μεταφυσικό όραμα που απουσιάζει από τον Σπένγκλερ. Για τον Έβολα, το μοντέλο του Σπένγκλερ είναι ατελές, συγκεχυμένο και παράλογο. Ο Σέτζγουικ εστιάζει στον Τζόρνταν Πίτερσον και τα κείμενά του, όπως το "12 Κανόνες για τη Ζωή", ένα εγχειρίδιο γεμάτο κοινοτοπίες. Μεταξύ των κανόνων, συμβουλεύει: "Καθίστε ίσια, με τους ώμους σας προς τα πίσω. Επιλέξτε φίλους που θέλουν το καλύτερο για εσάς. Μην αφήνετε τα παιδιά σας να κάνουν πράγματα που θα σας κάνουν να τα αγαπάτε λιγότερο. Κρατήστε το σπίτι σας σε άριστη τάξη πριν επικρίνετε τον κόσμο. Αφήστε τα παιδιά να κάνουν σκέιτμπορντ. Αν βρείτε μια γάτα στο δρόμο, αγκαλιάστε την". Αυτές μπορεί να φαίνονται ωραίες συμβουλές, αλλά τι σχέση έχουν με τον παραδοσιοκρατία; Αλλά το βιβλίο, προειδοποιεί ο Σέτζγουικ, έχει πουλήσει 5 εκατομμύρια αντίτυπα. Είναι το βασίλειο της ποσότητας, θα σχολίαζε περιφρονητικά ο Γκενόν. μακριά από τα πραγματικά σπουδαία κείμενα παραδοσιακών συγγραφέων για λίγους εκλεκτούς...

Το βιβλίο για τήν Παραδοσιοκρατία, με τον περίεργο υπότιτλο «Προς μια Νέα Παγκόσμια Τάξη», προσφέρει πολλές γνώσεις και δεν είναι ασήμαντο, με κάποιες γνώσεις για τα τρέχοντα γεγονότα, ειδικά εκείνα που αφορούν τον Τραμπ και τον Πούτιν. Αρχικά, πιστεύει ότι οι φιλοσοφικές ρίζες του παραδοσιοκρατίας βρίσκονται στον Νεοπλατωνισμό, στον Πλωτίνο, ο οποίος ήταν ο πρώτος κληρονόμος μιας μεγάλης παράδοσης αρκετούς αιώνες νωρίτερα: της πλατωνικής διδασκαλίας. Και υποστηρίζει ότι ο πολυετής φιλοσοφικός προσανατολισμός, η πολυετής φιλοσοφία που πιστεύει ότι είναι η καρδιά του παραδοσιοκρατίας, ξεκίνησε στη Φλωρεντία του 15ου αιώνα με τους Νεοπλατωνιστές, ιδιαίτερα τον Μαρσίλιο Φιτσίνο. Ο συγγραφέας επικρίνει τον Γκενόν επειδή δεν αποκάλυψε ποτέ τις πνευματικές του πηγές, τους δασκάλους του. Αλλά στους αληθινούς δασκάλους της Παράδοσης - όπως διδάσκουν ο Γκενόν και ο Έβολα - η απροσωπία είναι το καθοριστικό τους χαρακτηριστικό, όπως πράγματι απαιτεί ένα δόγμα με εσωτερικές προεκτάσεις. Όχι μόνο αποτυπώνει το έντονο ενδιαφέρον του Έβολα για δράση, αποκαλώντας τον μάλιστα «πολιτικό ακτιβιστή», αλλά ορθώς τονίζει την πρωτοτυπία της σκέψης του, κάπου ανάμεσα στον παραδοσιοκρατία του Γκενόν και τον υπερανθρωπισμό του Νίτσε, που διασχίζει τα ανατολικά δόγματα και τη Θέληση για Δύναμη. Ένας παραδοσιακός που παραμένει στην καρδιά του ένας απόλυτος ατομικιστής· και επιστρέφει σε αυτή την ηρωική και μοναχική σκέψη στο Ride the Tiger, το απογοητευμένο έργο του για το πώς να επιβιώσει κανείς από τον μηδενισμό. Ανασυνθέτει σωστά τις συγγένειες και τις αποκλίσεις του Evola με τον Φασισμό, τον Ναζισμό και τον ρατσισμό, αλλά στη συνέχεια, μιλώντας για τις σφαγές και τις επιθέσεις κατά τη διάρκεια των Χρόνων του Μολύβδου, αφήνει να ξεφύγει μια γκροτέσκα φράση: «Δεν είναι σαφές σε ποιο βαθμό ο Evola είναι υπεύθυνος για αυτές τις ενέργειες, μερικές από τις οποίες συνέβησαν μετά τον θάνατό του». Ένα είδος «μεταθανάτιας και πνευματιστικής συνενοχής σε σφαγές», πιο σουρεαλιστικό από την ήδη ανησυχητική «εξωτερική συνενοχή σε εγκληματική συνωμοσία». Περιέργως, ο Evola προσεγγίζει το θέμα του φύλου, επικαλούμενος τη «Μεταφυσική του Σεξ» και την υπερβατική βάση του αρσενικού και του θηλυκού, μαζί με την κριτική του για το «τρίτο φύλο». Είναι αμφισβητήσιμο αν ο Guénon αναζήτησε βάση στη Βεδάντα, ενώ ο Evola βάσισε το δόγμα του στον μύθο (και ο Mircea Eliade στον συμβολισμό).

Οι σελίδες για τον Ντούγκιν και τον ντε Μπενουά είναι ενδιαφέρουσες , παρόλο που ο δεύτερος δεν είναι παραδοσιακιστής. Αλλά όπως και ο Ντούγκιν, αντιστέκεται στην παγκόσμια μεταμοντερνικότητα και την αμερικανοποίηση του κόσμου. Δεν υπάρχει έλλειψη εξερευνήσεων σε μακρινούς τομείς, όπως ο περιβαλλοντισμός ή η παραδοσιακή μουσική, με τον Σερ Τζον Τάβενερ, ο οποίος συνέλαβε τη μουσική του διαρκούς χρόνου, ένα θείο δώρο και την αλχημική τέχνη, ακόμη και τη νεοφολκ μουσική σκηνή. Σε αυτό το σημείο, θα μπορούσε επίσης να είχε παραθέσει τον Φράνκο Μπατιάτο. Όταν ο κόσμος της Παράδοσης τοποθετείται σε μια αρχέγονη και απομακρυσμένη εποχή, γίνεται Ιδέα, και ο παραδοσιακός χαρακτήρας κινδυνεύει να περιοριστεί σε μια κοινωνία σκέψης, όπως ήταν για τον Διαφωτισμό. Τα μόνα λεπτά νήματα που κρατούν μια παράδοση ζωντανή είναι οι σπάνιοι κληρονόμοι που κρατούν τη δάδα της αναμμένη και κρυμμένη. Όσον αφορά τον παραδοσιακό χαρακτήρα, το συλλογικό έργο που συλλέχθηκε στο Tradizione e cultura (έκδοση Cantagalli) από τον σύλλογο Sunodia, με πρόεδρο τον Μπρούνο Σκονόκια, και την Πολιτιστική Επιτροπή του UCID, με πρόεδρο τον Ρικάρντο Πεντρίτσι, είναι ενδιαφέρον, με ποικίλες συνεισφορές. Η συζήτηση χωρίζεται σε ένα γενικό μέρος που αφορά τις αρχές και ένα άλλο που εξετάζει ιστορικές, κοινωνιολογικές και εκπαιδευτικές προοπτικές. Σημειώνω επίσης το έργο του PierPaolo Pisano, I pilars della tradizione (έκδοση Idrovolante), σχετικά με τις πολιτικές επιπτώσεις του παραδοσιοκρατίας, μια σκέψη για τον Θεό, τη χώρα και την οικογένεια από τον Mazzini μέχρι τον Charlie Kirk. Αυτές είναι μαρτυρίες για μια υπόγεια αλλά ευρέως διαδεδομένη και επίμονη ζωτικότητα. Ωστόσο, η επιρροή του παραδοσιοκρατίας στην πολιτική είναι περιορισμένη και έμμεση: ο Sedgwick ορθώς επισημαίνει ότι ο Dugin δεν έχει καμία σχέση με τον Putin και ο Bannon δεν έχει πλέον καμία επιρροή στον Trump. Επίσης σημαντική είναι η μετατόπιση από τις ελιτίστικες και εσωτερικές τάσεις των χθεσινών παραδοσιακών στις εθνικολαϊκιστικές τάσεις των σημερινών παραδοσιακών. Το εναπομείναν ζήτημα είναι διττό: πόσο μακριά είναι ο παραδοσιοκρατία από την παράδοση και πόσο μακριά είναι από το σημερινό κοινό συναίσθημα, με την τυφλή επιτάχυνσή του προς το τίποτα.


ΟΙ ΔΙΚΟΙ ΜΑΣ ΠΑΡΑΔΟΣΙΟΚΡΑΤΕΣ ΖΗΣΙΜΟΣ ΛΟΡΕΝΤΖΑΤΟΣ, ΚΑΙ ΦΙΛΙΠ ΣΕΡΡΑΡΝΤ ΜΑΘΗΤΕΣ ΤΟΥ  Frithjof Schuon,  ΚΑΙ Ο ΒΟΥΔΙΣΤΗΣ ΛΟΥΔΟΒΙΚΟΣ ΔΕΝ ΕΠΗΡΕΑΣΑΝ ΤΗΝ ΥΠΝΩΤΟΥΣΑ ΠΑΤΡΙΔΑ ΜΑΣ.  ΚΑΤΕΧΕΤΑΙ ΑΠΟ ΤΙΣ ΟΡΓΑΝΩΣΕΙΣ ΟΙ ΟΠΟΙΕΣ ΠΗΡΑΝ ΤΗΝ ΘΕΣΗ ΤΗΣ ΠΑΡΑΔΟΣΕΩΣ ΜΑΣ ΑΠΟ ΤΙΣ ΚΛΑΣΣΙΚΕΣ ΖΩΗ ΚΑΙ ΣΩΤΗΡΑ ΜΕΧΡΙ ΤΟΝ ΚΑΝΤΙΩΤΗ ΚΑΙ ΤΟΝ ΜΥΤΙΛΗΝΑΙΟ. ΞΕΡΟΣΦΥΡΙ.

Τρίτη 28 Οκτωβρίου 2025

Η ΚΑΤΑΠΤΩΣΗ ΤΟΥ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ ΚΑΙ ΤΗΣ ΑΡΕΤΗΣ ΤΩΝ ΝΕΟΕΛΛΗΝΩΝ...

Η ΕΛΛΑΔΑ ΣΕ ΚΡΙΣΗ ΤΑΥΤΟΤΗΤΑΣ: ΟΤΑΝ Ο ΛΑΟΣ ΜΙΣΕΙ ΤΟΝ ΕΑΥΤΟ ΤΟΥ

Τρία σύγχρονα στιγμιότυπα, που μοιάζουν να είναι τυχαία και άσχετα μεταξύ τους, αποκαλύπτουν στην πραγματικότητα το ίδιο βαθύ και κοινό ψυχολογικό υπόστρωμα της ελληνικής κοινωνίας: την εσωτερική σύγχυση και την άρνηση της ταυτότητάς της.

Το πρώτο είναι ένα διαφημιστικό βίντεο του υπουργείου Παιδείας, όπου ο μοναδικός μαθητής που εμφανίζεται είναι αλλοεθνής. Το δεύτερο είναι η δημόσια δήλωση του πρωθυπουργού, ο οποίος χαρακτήρισε τον εαυτό του «αντινατιβιστή».

Και το τρίτο είναι η έπαρση παλαιστινιακών σημαιών από οργανώσεις της Αριστεράς. Και τα τρία, πέρα από επιφανειακές πράξεις, μαρτυρούν μια βαθιά συλλογική προσπάθεια ενός πολιτισμού που αγωνίζεται να ξεχάσει τον ίδιο του τον εαυτό, μήπως και απαλλαγεί από το ιστορικό του βάρος.

Το διαφημιστικό βίντεο, με τον αλλοεθνή μαθητή να εκπροσωπεί τη νεολαία, φανερώνει την αδήριτη ανάγκη της ελληνικής κοινωνίας να παρουσιαστεί ως «σύγχρονη, ανεκτική και δυτικοφανής». Αυτό δεν είναι απλώς μια πολιτική επιλογή, αλλά μια έκφραση συλλογικού κόμπλεξ κατωτερότητας που διακατέχει τον λαό.

Με όρους ψυχολογίας, και ειδικότερα της σχολής του Jung, πρόκειται για τη «μάσκα» (persona) που επιλέγει να φορέσει η ελληνική κοινωνία ώστε να γίνει αποδεκτή από τον «ισχυρό άλλον».

Η Ελλάδα δεν εκφράζει τον εαυτό της όπως πραγματικά είναι, αλλά όπως φαντάζεται πως πρέπει να είναι – μια εικόνα προοδευτικής και δημοκρατικής κοινωνίας, που θέλει να γίνει αποδεκτή και να ανταγωνιστεί ισότιμα στην παγκόσμια σκηνή.

Όμως, κάτω από αυτή τη μάσκα το ασυνείδητο της συλλογικής ψυχής διαμαρτύρεται, δημιουργώντας έντονες εσωτερικές συγκρούσεις και τελικά συλλογική κατάθλιψη. Χιλιάδες χρόνια Ιστορίας, γεμάτα από μεγάλες μορφές – δημιουργούς, φιλοσόφους, πολεμιστές – αισθάνονται περιθωριοποιημένοι και περιφρονημένοι.

Η Ελλάδα δεν παράγει πλέον όπως παλιά επιστήμη, τέχνη και πολιτισμό. Η Παιδεία, κάποτε ο θεμέλιος λίθος για τη διαμόρφωση ψυχών και τη διαφύλαξη της παράδοσης, έχει μετατραπεί σε μηχανισμό ενοχοποίησης της ελληνικότητας, καθιστώντας το ίδιο το παρελθόν μια πηγή ενοχής και όχι έμπνευσης.

Η δεύτερη περίπτωση, η δημόσια ομολογία του πρωθυπουργού ότι είναι «αντινατιβιστής», δηλαδή εχθρικός προς την ίδια την ελληνική ταυτότητα, δείχνει έναν άλλο κρίσιμο μηχανισμό ψυχολογικής άμυνας: αυτό που ο Ερίχ Φρομ ονόμασε «φυγή από την ελευθερία».

Αντί να αναγνωρίσει, να τιμήσει και να επαναφέρει στη συλλογική συνείδηση τη σημασία της ελληνικότητας, ο ηγέτης επιλέγει την άρνηση και την αποστασιοποίηση. Είναι πολύ πιο εύκολο να απορρίψεις ένα κομμάτι της ταυτότητάς σου παρά να αναμετρηθείς με την Ιστορία σου και τις μνήμες σου.

Αυτή η άρνηση μεταμφιέζεται σε ιδέα προόδου, αλλά στην ουσία της θρέφει την αυτοϋποτίμηση και την απογοήτευση, αποστρατεύοντας τη δημιουργική αυτοκριτική που είναι αναγκαία για την υγιή ανάπτυξη μιας κοινωνίας. Το αποτέλεσμα είναι πολιτική απάθεια, έλλειψη οράματος και η χώρα να κυκλοφορεί χωρίς ιδεολογικό κέντρο βάρους ή σαφή εθνικό προσανατολισμό.

Το τρίτο γεγονός, η δημόσια έπαρση παλαιστινιακών σημαιών από αριστερές οργανώσεις, συμπληρώνει την εικόνα μιας συλλογικής αστάθειας.

Η στροφή προς ένα ξένο, άλλο πολιτισμικό σύμβολο και ιστορικό αφήγημα υποδηλώνει την ανάγκη προβολής μιας παρακμάζουσας ιδεολογίας σε εξωτερικά σύμβολα. Όταν η δική σου «ιερή» ταυτότητα και το συλλογικό νόημα καταρρέουν, η ψυχή αναζητά καταφύγιο και ταυτίζεται με τα ιερά και τα σύμβολα άλλων πολιτισμών και λαών.

Αυτή η διαδικασία είναι αυτό που ο Jung περιέγραφε ως «ενεργοποίηση της σκιάς»: η συλλογική ψυχή προβάλλει προς τα έξω εκείνα τα στοιχεία της που δεν αντέχει να αναγνωρίσει στον ίδιο της τον εαυτό. Είναι μια μορφή άμυνας απέναντι στην εσωτερική κρίση και αστάθεια.

Έτσι, όλα τα παραπάνω φαινόμενα και χιλιάδες άλλα, συγκλίνουν σε μια βαθύτερη, ουσιαστική ψυχολογική αλήθεια: η Ελλάδα πάσχει από απώλεια συλλογικού Εγώ, από μια βαθιά κρίση αυτοπεποίθησης και εθνικής ταυτότητας.

Μελετητές και φιλόσοφοι όπως ο Nietzsche και ο Eliade έχουν δείξει ότι όταν ένας πολιτισμός παύει να πιστεύει στα δικά του ιερά, μετατρέπεται σε ένα θέατρο σκιών, όπου τα σώματα κινούνται χωρίς ψυχή. Η Ελλάδα σήμερα τρέμει ανάμεσα στη νοσταλγία για το παρελθόν και στη μίμηση ξένων προτύπων, αδυνατώντας να συνθέσει το δικό της, γνήσιο αφήγημα.

Μετά τη Μεταπολίτευση, η κυρίαρχη αντίληψη που διαμορφώθηκε ήταν πως η Ιστορία, η πίστη, η παράδοση και η πολιτισμική ταυτότητα είναι ύποπτες και επικίνδυνες έννοιες. Το αποτέλεσμα ήταν η ανάπτυξη μιας νευρωτικής απόρριψης κάθε συλλογικού και ιστορικού συμβόλου στις νεότερες γενιές, που δεν έχουν πλέον τη στήριξη και την κατεύθυνση που χρειάζονται για να αντλήσουν δυνάμεις από το παρελθόν τους.

Αυτή η αντίδραση είναι βαθιά σχιζοφρενική. Αντί να επεξεργαστούμε το τραύμα μας και να το ενσωματώσουμε στην ταυτότητά μας, το στρέφουμε εναντίον του ίδιου μας του εαυτού.

Κάθε φορά που βλέπουμε την ελληνική σημαία, η αντίδραση είναι πολλές φορές αρνητική ή ακόμη και μισαλλόδοξη. Κάθε αναφορά στον ελληνικό πολιτισμό συνοδεύεται από μια άνευ προηγουμένου ανάγκη «συγγνώμης» και αυτοϋποτίμησης. Η σύγχρονη ελληνική παρουσία μοιάζει με μια ψυχολογική αυτοκαταστροφή, μια άρνηση της ίδιας της εξουσίας αλλά και των εξουσιαζόμενων.

Η Αριστερά έχει χάσει το αφήγημά της και δεν προσφέρει πλέον ένα όραμα, ενώ η Δεξιά ποτέ δεν επιδίωξε μια βαθύτερη αναζήτηση πέρα από τη στενή διαχείριση της εξουσίας.

Η Ελλάδα σήμερα βρίσκεται σε ένα κομβικό ιστορικό σημείο, σε μια κρίσιμη καμπή. Κανείς δεν μπορεί να προβλέψει με βεβαιότητα εάν η ψυχή της χώρας θα επιστρέψει στο σώμα της ή αν η χώρα θα χαθεί μέσα στην ίδια της την κρίση και αποξένωση.

Το μέλλον είναι αβέβαιο, αλλά η βαθύτερη αλήθεια παραμένει: χωρίς την επανασύνδεση με τη συλλογική ταυτότητα και τις ρίζες της, το έθνος κινδυνεύει να εξαφανιστεί μέσα στην εσωτερική του διάλυση.


Η ΣΗΜΕΡΙΝΗ ΕΛΛΑΔΑ ΕΙΝΑΙ ΠΡΟΙΟΝ ΕΙΣΑΓΩΓΗΣ. ΚΑΤΑΝΑΛΩΘΗΚΕ ΚΑΙ ΔΥΣΤΥΧΩΣ ΤΟ ΕΡΓΟΣΤΑΣΙΟ ΠΑΡΑΓΩΓΗΣ ΤΟΥ ΠΡΟΙΟΝΤΟΣ ΕΚΛΕΙΣΕ. ΑΥΤΗ ΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΣΤΙΓΜΗ ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ ΤΙΠΟΤΕ ΕΛΛΗΝΙΚΟ. ΜΠΑΛΩΜΑΤΑ ΤΩΝ ΕΙΣΗΓΜΕΝΩΝ. ΟΙ ΣΚΙΕΣ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΕΙΝΑΙ ΣΑΝ ΤΑ ΠΑΛΙΑ ΑΜΑΞΙΑ ΤΗΣ ΚΟΥΒΑΣ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΑΠΟΜΟΝΩΣΗ ΤΗΣ. ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΟΥΝ ΑΝΤΑΛΛΑΚΤΙΚΑ.

Πώς χαθήκαμε χωρίς να το καταλάβουμε; Εάν απευθυνθούμε στην οικονομική μας πραγματικότητα για κάποια ένδειξη, εκεί βρίσκουμε αμέσως απάντηση! Δεν παράγουμε τίποτα! Ζούμε με έτοιμα! Πληρώνουμε ακριβά για τα πάντα. Η Ελλάδα ζει με εισαγωγές. Εισάγει υλικά αγαθά και νόημα ζωής! Έτοιμες Ιδέες, τις οποίες προσπαθεί να ντύσει με ελληνικά ρούχα στην καλύτερη περίπτωση!

Η μόνη δυνατή λύση τώρα πια είναι να εξαφανιστούμε ολοσχερώς, να αφομοιωθούμε στη μεγάλη παραγωγική μονάδα, για να σταματήσουμε καταρχάς την ντροπή των εισαγωγών. ΕΓΩ ΕΙΜΑΙ Ο ΑΛΛΟΣ. Από την εποχή του Κοραή μέχρι τον Ζηζιούλα, τον Γιανναρά, τον Ράμφο, ο τρόπος σκέψης και ο τρόπος ζωής εισάγεται! Μεγάλες εταιρείες εισαγωγής, ισάξιες των εταιρειών των αυτοκινήτων, έχουν στηθεί και μεταπωλούν πνεύμα! Οι τελευταίοι απροσάρμοστοι, οι οποίοι όμως ετοιμάζουν το μεγάλο χτύπημα, είναι οι Επίσκοποι! Θα εισάγουν πίστη, το πρωτείο του πάπα, il Banco di Santo Spirito. Κορυφαίες ιστορικές στιγμές του Νεοελληνικού κράτους. Κάποτε η Ελλάδα ήταν γεμάτη Φιλοσόφους, Αγίους, Αγαθούς, Μακαρίους, ήρωες, ποιητές! Σήμερα, στη θέση των φιλοσοφικών σχολών και των Εκκλησιών, υπάρχουν μόνο φροντιστήρια ξένων γλωσσών! Μητρική μας γλώσσα η ετερότης! Ξεχωρίζουμε ακόμη και στην υποδούλωσή μας. Είμαστε οι πιο κωμικοί δούλοι του παγκοσμιοποιημένου χωριού! Μπορούμε να επισκεφτούμε αν θέλουμε, ενδεικτικά, μερικά μεγάλα φροντιστήρια ξένων γλωσσών για να γνωρίσουμε ορισμένα χαρακτηριστικά της ταυτότητός μας!

Στη Θεσσαλονίκη λειτουργεί από χρόνια η σχολή βιβλικών σπουδών του κ. Αγουρίδη. Εκπαιδεύει μεγάλα στελέχη, επισκόπους, καθηγητές των θεολογικών σχολών, Managers ας πούμε! Στο τελευταίο μεγάλο βιβλίο του Ράμφου, όπου αμφισβητείται η θεότης του Κυρίου, ολόκληρος ο εκδοτικός οίκος αυτής της μεγάλης σχολής εισαγωγών ιστορικού υλικού, χρησιμοποιείται σαν όργανο αποδείξεων. Όποιος επιθυμεί να αμφισβητήσει την θεότητα του Κυρίου, ας γραφτεί γρήγορα στο φροντιστήριο του κυρίου αυτού. Καθώς βεβαιώνει και ο κ. Ράμφος, είναι το πιο γρήγορο και το πιο αποτελεσματικό.

Στην Αθήνα λειτουργεί από χρόνια η προσωπική σχολή του κ. Γιανναρά. Διδάσκει θεολογικό στυλ, Γαλλικές σχέσεις! Έχει ξεσηκώσει με μεγάλη επιτυχία το στυλ του Βολταίρου, όταν με πάθος ξεσήκωνε τις καρδιές και τις ελπίδες των κυριών επί των τιμών, αναγγέλλοντας το νέο διαφωτιστικό φως. Χωρίς αυτό, είναι αδύνατες οι προσωπικές σχέσεις. Ο άνθρωπος χάνεται στις ορμέμφυτες σχέσεις!

Στο Βατικανό, στη Σκωτία και παντού στην Ελλάδα λειτουργεί η σχολή της “κοινωνίας” του Ζηζιούλα. Μεγάλο υποκατάστημα λειτουργεί τελευταίως και στον Βόλο. Δεν είναι σχολή κοινωνιολογίας. Δεν πρέπει να παρασυρόμεθα από το όνομα! Τα στελέχη της σχολής αυτής μαζί με τον υπεύθυνο της, παίρνουν το πρόγευμα τους καθημερινώς με την Αγία Τριάδα. Από τον ίδιο τον Πατέρα μαθαίνουν το μυστικό της κοινωνίας και των σχέσεων, καθότι ο ίδιος ο Πατήρ είναι η Αρχή των προσωπικών σχέσεων. Κατόπιν, με ταπεινότητα και ευγένεια διδάσκουν ό,τι έμαθαν από τον Πατέρα στις σχολές. Μιμηταί μου γίγνεσθε καθώς καγώ Πατρός! Δόξα τώ Θεώ, Μεγάλη του Γένους Σχολή η οποία εκπαιδεύει και ξένα στελέχη, για την επικείμενη παγκοσμιοποίηση! Ένα τέτοιο εκπαιδευτήριο ετερότητος, λειτουργεί ήδη στο Κέιμπριτζ. Κάτω από τη δυναμική παρουσία του εκλεκτού Κάλλιστου Γουέαρ. Σε αυτή τη σχολή ενώνονται τα δύο μεγάλα ρεύματα! Το ρεύμα της κοινωνίας του Ζηζιούλα, το οποίο κατάγεται από τον ίδιο τον Πατέρα της Αγίας Τριάδος, και το ρεύμα της Αιωνίου θρησκείας, της μιας παραδόσεως, που δίδαξε ο Φιλίπ Σεράρντ και το οποίο κατάγεται από τα χαμηλά υψίπεδα του Θιβέτ, με μεγάλους εκπροσώπους τον Κουμαρασβάμυ και τον Σουόν, μαθητές των οποίων υπήρξαν ο γοητευτικός Φιλίπ Σεράρντ και ο Έλληνας Ζήσιμος Λορεντζάτος. Κατηχητική σχολή αυτής της σχολής λειτουργεί ήδη στην Ελλάδα.

Μοναδική σχολή, πνευματική, λειτουργεί στην Πεντέλη από τον κ. Ράμφο. Εισάγει ένα περίεργο και εκρηκτικό μείγμα Γερμανικού Ιδεαλισμού και Ρομαντισμού. Μια Σύνθεση Kant και Hamann! Άξιζαν μιας τέτοιας συνθέσεως και μπράβο στον κ. Ράμφο που τα κατάφερε! Μη σας φοβίζει με την δύστροπη νεοπατερική του γλώσσα. Ενσαρκώνει τη μεγάλη έμπνευση του Hamann. Εάν ο πονηρός (ο λύκος), σκέφτηκε, ντύνεται ένδυμα προβάτου, εμείς τα αληθινά πρόβατα θα ντυθούμε ένδυμα λύκου για να τον αντιμετωπίσουμε.

Τέλος, μεγάλες σχολές Ρωμαϊκών οργίων λειτουργούσαν και λειτουργούν σε πολλές Μητροπόλεις, Επισκοπές και Αρχιεπισκοπές. Σχολές Βυζαντινής ίντριγκας λειτουργούν ακόμη στα Πατριαρχεία!

Για να μην σκάσουμε όμως από χαρά θα σταματήσουμε εδώ, αφήνοντας για μιαν άλλη ευκαιρία το Άγιον Όρος. Τη μοναδική Ελληνική Μονάδα παραγωγής, η οποία κινδυνεύει όχι λόγω καταρρεύσεως, αλλά λόγω αναστηλώσεως! Λόγω Λίφτινγκ! Θα το αφήσουμε γιατί είναι η μόνη μας ελπίδα και γιατί άρχισε να δέχεται ήδη ισχυρές επιθέσεις και αμφισβητήσεις από γιανναρικά και ραμφικά συμφέροντα. Πρέπει να δούμε τις εξελίξεις πριν απ’ όλα!


Τετάρτη 18 Ιουνίου 2025

Περεννιαλισμός: Τὸ Τέλος τοῦ Οἰκουμενισμοῦ καὶ ἡ Ὑπερβατικὴ Ἑνότητα τῶν Θρησκειῶν

 

Τὸ Τέλος τοῦ Οἰκουμενισμοῦ καὶ ἡ Ὑπερβατικὴ Ἑνότητα τῶν Θρησκειῶν

Πρωτοπρεσβυτέρου Πέτρου Χῖρς, D.Th. Καθηγητοῦ Δογματικῆς Θεολογίας Θεολογικὴ Σχολὴ Ἁγίας Τριάδος, Τζόρντανβιλ Νέας Ὑόρκης

Εἰσαγωγή: Οἱ Ἀκρότητες τοῦ Διαβόλου καὶ τὸ Τέλος τους

Δοκιμασμένη καὶ σταθερὴ τακτικὴ τοῦ ἐχθροῦ τῆς ἐν Χριστῷ σωτηρίας τοῦ ἀνθρώπου εἶναι ὁ περιορισμὸς τῶν ἐπιλογῶν τοῦ ἀνθρώπου σὲ δύο μόνο ἐπιλογές, φαινομενικὰ ἀντίθετες, καὶ ὁ ἀποκλεισμὸς καὶ ἡ ἀπόκρυψη κάθε ἄλλης δυνατότητας, ἢ τοὐλάχιστον ἡ ἀπόῤῥιψή της ὡς ἀνέφικτης ἢ ἀστήρικτης. Παραδείγματος χάριν, μπορεῖ νὰ εἶναι κανεὶς ἢ ὀρθολογιστὴς ἢ παράλογος: τὸ «ὑπέρλογος» δὲν τίθεται κάν ὡς δυνατὴ ἐπιλογή. Κατὰ παρόμοιο τρόπο, ἢ θὰ κάνει τυφλὴ ὑπακοὴ ἢ θὰ γίνει θεληματάρης καὶ ἐπαναστατικός, ἀποῤῥιπτομένης τῆς ἀληθινῆς, γνήσιας ὑπακοῆς. Σὲ μεγαλύτερη κλίμακα, στοὺς Ἀφρικανοὺς παρουσιάζει μιὰ φοβερὴ μαύρη μαγεία καὶ ὕστερα ὡς μέσο διαφυγῆς τὴν «καλὴ» λευκὴ μαγεία. Γιὰ τὸν ἐξαθλιωμένο ὄχλο ἡ πλεονεξία τοῦ καπιταλισμοῦ ἀντιμετωπίζεται καὶ διορθώνεται μὲ τὴν «ἰσότητα» καὶ «ἀδελφοσύνη» τοῦ κομμουνισμοῦ. Γιὰ ὅσους ταλαιπωροῦνταν ὑπὸ τὴν αὐταρχικὴ δεσποτεία τοῦ παπικοῦ προτεσταντισμοῦ ὑπάρχει ἡ αὐτοδεσποτεία καὶ ὁ ἀτομισμὸς τοῦ μεταῤῥυθμισμένου προτεσταντισμοῦ. Θὰ μπορούσαμε νὰ συνεχίσουμε ἀπαριθμῶντας διὰ μακρῶν καὶ ἄλλες πολλὲς τέτοιες ψευδεῖς ἀκρότητες στὶς ὁποῖες καὶ οἱ δύο ἐπιλογὲς εἶναι δαιμονικῆς ἐμπνεύσεως. Ἀκόμη καὶ σήμερα, στὴν τρέχουσα «κρίση τοῦ κορωνοϊοῦ», τὸ ἐπίσημο ἀφήγημα ἀποφαίνεται πὼς μόνη λύση τοῦ θανατηφόρου ἰοῦ εἶναι τὸ πειραματικὸ καὶ πιθανῶς πιὸ θανατηφόρο «ἐμβόλιο», ἐνῷ ἡ πρώιμη ἀντιμετώπισή του μὲ ὑπάρχοντα φάρμακα κατὰ κύριο λόγο παραβλέπεται.

Τοιουτοτρόπως ὁ ἐχθρὸς ἔχει χειραγωγήσει τὸν Δυτικὸ ἄνθρωπο ἐπιτυχῶς γιὰ πολλὲς γενιές, ἀπὸ τὸν καιρὸ τοῦ Μεγάλου Σχίσματος μέχρι καὶ σήμερα, κρατῶντας τον μέσα σὲ μιὰ συνεχὴ σειρὰ δράσεων καὶ άντιδράσεων, ὅπως τὸ ἐκκρεμὲς ποὺ ταλαντεύεται ἀδιάκοπα ἀπὸ τὸ ἕνα ἄκρο στὸ ἄλλο. Χάθηκε κάθε πνευματικὴ ἰσοῤῥοπία, χάθηκε ἡ θεία προοπτική, χάθηκε ἡ βασιλικὴ ὀδὸς τῶν Πατέρων. Μέσα σὲ τέτοιο χάος, ὅσοι δὲν ἔχουν τὴν αἰώνια προοπτική, ὅσοι δὲν βλέπουν τὸ Α καὶ τὸ Ω τῆς ἱστορίας, ἀδυνατοῦν νὰ καθορίσουν ποῦ βρισκόμαστε στὴν ῥοὴ τῆς ἱστορίας καὶ ποῦ μᾶς ὁδηγοῦν αὐτὰ τὰ γεγονότα. Ὅμως γιὰ ἐκεῖνον ποὺ βλέπει, αὐτὰ ἀποτελοῦν μιὰ διαδικασία συνεχοῦς διάλυσης, ἡ ὁποία φέρνει τὴν ἀνθρωπότητα σταδιακὰ ὅλο καὶ πιὸ κοντὰ στὴν ἐκπλήρωση τοῦ μυστηρίου τῆς ἀνομίας, στὴν ἀντιστροφὴ τῆς ἐν Χριστῷ Σωτηρίας καὶ στὴν ἀντικατάστασή Του ἀπὸ τὸν Ἀντίχριστο.

Αὐτὴ ἡ διάλυση τῆς χριστιανικῆς παράδοσης καὶ ἑνότητας στὴν Δύση καὶ ἡ ἐξ αὐτῆς ἀποῤῥέουσα καρικατούρα τοῦ Χριστοῦ καὶ τῆς Ἐκκλησίας του στὸν Προτεσταντισμό, εἴτε αὐτὸς εἶναι τοῦ παπικοῦ τύπου εἴτε τοῦ μεταῤῥυθμισμένου, ἀποτελοῦν τὴν βάση τῆς γέννησης τοῦ ἐκτρώματος τῆς νεωτερικότητας. Κατὰ τὰ τέλη τοῦ δεκάτου ἐννάτου αἰῶνα, τὰ πιὸ γερὰ μυαλὰ τῆς Δύσης, τὰ ὁποῖα ἔψαχναν διέξοδο ἀπὸ τὸ ἀδιέξοδο τῆς νεωτερικῆς, κοσμικῆς Δύσης, κοίταξαν πρὸς τὴν παράδοση τῆς Ἀνατολῆς, δυστυχῶς ὅμως ὄχι τῆς Ὀρθόδοξης Ἀνατολῆς ἀλλὰ τῆς Ἄπω Ἀνατολῆς. Αὐτοὶ οἱ λεγόμενοι Traditionalists («Παραδοσιοκράτες») ἐννοοῦσαν νὰ σώσουν τὴν Δύση ἀπὸ κατάῤῥευση ἐμβολιάζοντάς την μὲ ἀσιατικὴ «παράδοση» καὶ «μεταφυσικὴ» ὡς ἐκφράσεις τῆς Διηνεκοῦς Φιλοσοφίας (Perennial Philosophy ἢ sophia perennis). Ἡ ἀντιδιαστολὴ τοῦ εὔκολα ἀντικρουόμενου νεωτερικοῦ, ὀνοματοκρατικοῦ «Χριστιανισμοῦ», ἀ λὰ Προτεσταντισμοῦ, μὲ τὶς παραδοσιακοὺς πολιτισμοὺς τῆς [Ἄπω] Ἀνατολῆς εἶναι ἕνα ἀκόμη παράδειγμα ψευδοῦς ἀκρότητας ἀπὸ τὶς πάμπολλες ποὺ δημιουργεῖ ὁ ἐχθρός, μὲ τὶς ὁποῖες κρατᾶ τὸν ἄνθρωπο νὰ μὴν ἔχει κοινωνία μὲ τὴν Ἔνσαρκο Ἀλήθεια. Ὅμως, ἐν ἀντιθέσει πρὸς τὶς προηγούμενες ἀκρότητες τοῦ ἐκκρεμοῦς ποὺ περιόριζαν καὶ χειραγωγούσαν μία ἀΚέφαλη, διασπασμένη Δύση, ὁ περεννιαλισμὸς (ἢ Διηνεκὴς Φιλοσοφία) ὑπόσχεται νὰ θέσει τέλος στὶς ἀκρότητες καὶ νὰ δώσει μία τελική, ὁλοκληρωτική, «οἰκουμενικὴ» ἀπάντηση στὸ πρόβλημα τῶν διαιρέσεων, παρέχοντας μία «ἑνότητα» ποὺ βρίσκεται ταυτόχρονα τόσο πέρα ἀπὸ ὅλες τὶς Ἀποκαλύψεις ὅσο καὶ διὰ μέσου αὐτῶν.

Τί εἶναι ὁ Περεννιαλισμός;



Παρασκευή 28 Μαρτίου 2025

Περεννιαλισμός: Τὸ Τέλος τοῦ Οἰκουμενισμοῦ καὶ ἡ Ὑπερβατικὴ Ἑνότητα τῶν Θρησκειῶν

 

Τὸ Τέλος τοῦ Οἰκουμενισμοῦ καὶ ἡ Ὑπερβατικὴ Ἑνότητα τῶν Θρησκειῶν

Πρωτοπρεσβυτέρου Πέτρου Χῖρς, D.Th. Καθηγητοῦ Δογματικῆς Θεολογίας Θεολογικὴ Σχολὴ Ἁγίας Τριάδος, Τζόρντανβιλ Νέας Ὑόρκης

 Εἰσαγωγή: Οἱ Ἀκρότητες τοῦ Διαβόλου καὶ τὸ Τέλος τους

Δοκιμασμένη καὶ σταθερὴ τακτικὴ τοῦ ἐχθροῦ τῆς ἐν Χριστῷ σωτηρίας τοῦ ἀνθρώπου εἶναι ὁ περιορισμὸς τῶν ἐπιλογῶν τοῦ ἀνθρώπου σὲ δύο μόνο ἐπιλογές, φαινομενικὰ ἀντίθετες, καὶ ὁ ἀποκλεισμὸς καὶ ἡ ἀπόκρυψη κάθε ἄλλης δυνατότητας, ἢ τοὐλάχιστον ἡ ἀπόῤῥιψή της ὡς ἀνέφικτης ἢ ἀστήρικτης. Παραδείγματος χάριν, μπορεῖ νὰ εἶναι κανεὶς ἢ ὀρθολογιστὴς ἢ παράλογος: τὸ «ὑπέρλογος» δὲν τίθεται κάν ὡς δυνατὴ ἐπιλογή. Κατὰ παρόμοιο τρόπο, ἢ θὰ κάνει τυφλὴ ὑπακοὴ ἢ θὰ γίνει θεληματάρης καὶ ἐπαναστατικός, ἀποῤῥιπτομένης τῆς ἀληθινῆς, γνήσιας ὑπακοῆς. Σὲ μεγαλύτερη κλίμακα, στοὺς Ἀφρικανοὺς παρουσιάζει μιὰ φοβερὴ μαύρη μαγεία καὶ ὕστερα ὡς μέσο διαφυγῆς τὴν «καλὴ» λευκὴ μαγεία. Γιὰ τὸν ἐξαθλιωμένο ὄχλο ἡ πλεονεξία τοῦ καπιταλισμοῦ ἀντιμετωπίζεται καὶ διορθώνεται μὲ τὴν «ἰσότητα» καὶ «ἀδελφοσύνη» τοῦ κομμουνισμοῦ. Γιὰ ὅσους ταλαιπωροῦνταν ὑπὸ τὴν αὐταρχικὴ δεσποτεία τοῦ παπικοῦ προτεσταντισμοῦ ὑπάρχει ἡ αὐτοδεσποτεία καὶ ὁ ἀτομισμὸς τοῦ μεταῤῥυθμισμένου προτεσταντισμοῦ. Θὰ μπορούσαμε νὰ συνεχίσουμε ἀπαριθμῶντας διὰ μακρῶν καὶ ἄλλες πολλὲς τέτοιες ψευδεῖς ἀκρότητες στὶς ὁποῖες καὶ οἱ δύο ἐπιλογὲς εἶναι δαιμονικῆς ἐμπνεύσεως. Ἀκόμη καὶ σήμερα, στὴν τρέχουσα «κρίση τοῦ κορωνοϊοῦ», τὸ ἐπίσημο ἀφήγημα ἀποφαίνεται πὼς μόνη λύση τοῦ θανατηφόρου ἰοῦ εἶναι τὸ πειραματικὸ καὶ πιθανῶς πιὸ θανατηφόρο «ἐμβόλιο», ἐνῷ ἡ πρώιμη ἀντιμετώπισή του μὲ ὑπάρχοντα φάρμακα κατὰ κύριο λόγο παραβλέπεται.

Τοιουτοτρόπως ὁ ἐχθρὸς ἔχει χειραγωγήσει τὸν Δυτικὸ ἄνθρωπο ἐπιτυχῶς γιὰ πολλὲς γενιές, ἀπὸ τὸν καιρὸ τοῦ Μεγάλου Σχίσματος μέχρι καὶ σήμερα, κρατῶντας τον μέσα σὲ μιὰ συνεχὴ σειρὰ δράσεων καὶ άντιδράσεων, ὅπως τὸ ἐκκρεμὲς ποὺ ταλαντεύεται ἀδιάκοπα ἀπὸ τὸ ἕνα ἄκρο στὸ ἄλλο. Χάθηκε κάθε πνευματικὴ ἰσοῤῥοπία, χάθηκε ἡ θεία προοπτική, χάθηκε ἡ βασιλικὴ ὀδὸς τῶν Πατέρων. Μέσα σὲ τέτοιο χάος, ὅσοι δὲν ἔχουν τὴν αἰώνια προοπτική, ὅσοι δὲν βλέπουν τὸ Α καὶ τὸ Ω τῆς ἱστορίας, ἀδυνατοῦν νὰ καθορίσουν ποῦ βρισκόμαστε στὴν ῥοὴ τῆς ἱστορίας καὶ ποῦ μᾶς ὁδηγοῦν αὐτὰ τὰ γεγονότα. Ὅμως γιὰ ἐκεῖνον ποὺ βλέπει, αὐτὰ ἀποτελοῦν μιὰ διαδικασία συνεχοῦς διάλυσης, ἡ ὁποία φέρνει τὴν ἀνθρωπότητα σταδιακὰ ὅλο καὶ πιὸ κοντὰ στὴν ἐκπλήρωση τοῦ μυστηρίου τῆς ἀνομίας, στὴν ἀντιστροφὴ τῆς ἐν Χριστῷ Σωτηρίας καὶ στὴν ἀντικατάστασή Του ἀπὸ τὸν Ἀντίχριστο.

Αὐτὴ ἡ διάλυση τῆς χριστιανικῆς παράδοσης καὶ ἑνότητας στὴν Δύση καὶ ἡ ἐξ αὐτῆς ἀποῤῥέουσα καρικατούρα τοῦ Χριστοῦ καὶ τῆς Ἐκκλησίας του στὸν Προτεσταντισμό, εἴτε αὐτὸς εἶναι τοῦ παπικοῦ τύπου εἴτε τοῦ μεταῤῥυθμισμένου, ἀποτελοῦν τὴν βάση τῆς γέννησης τοῦ ἐκτρώματος τῆς νεωτερικότητας. Κατὰ τὰ τέλη τοῦ δεκάτου ἐννάτου αἰῶνα, τὰ πιὸ γερὰ μυαλὰ τῆς Δύσης, τὰ ὁποῖα ἔψαχναν διέξοδο ἀπὸ τὸ ἀδιέξοδο τῆς νεωτερικῆς, κοσμικῆς Δύσης, κοίταξαν πρὸς τὴν παράδοση τῆς Ἀνατολῆς, δυστυχῶς ὅμως ὄχι τῆς Ὀρθόδοξης Ἀνατολῆς ἀλλὰ τῆς Ἄπω Ἀνατολῆς. Αὐτοὶ οἱ λεγόμενοι Traditionalists («Παραδοσιοκράτες») ἐννοοῦσαν νὰ σώσουν τὴν Δύση ἀπὸ κατάῤῥευση ἐμβολιάζοντάς την μὲ ἀσιατικὴ «παράδοση» καὶ «μεταφυσικὴ» ὡς ἐκφράσεις τῆς Διηνεκοῦς Φιλοσοφίας (Perennial Philosophy ἢ sophia perennis). Ἡ ἀντιδιαστολὴ τοῦ εὔκολα ἀντικρουόμενου νεωτερικοῦ, ὀνοματοκρατικοῦ «Χριστιανισμοῦ», ἀ λὰ Προτεσταντισμοῦ, μὲ τὶς παραδοσιακοὺς πολιτισμοὺς τῆς [Ἄπω] Ἀνατολῆς εἶναι ἕνα ἀκόμη παράδειγμα ψευδοῦς ἀκρότητας ἀπὸ τὶς πάμπολλες ποὺ δημιουργεῖ ὁ ἐχθρός, μὲ τὶς ὁποῖες κρατᾶ τὸν ἄνθρωπο νὰ μὴν ἔχει κοινωνία μὲ τὴν Ἔνσαρκο Ἀλήθεια. Ὅμως, ἐν ἀντιθέσει πρὸς τὶς προηγούμενες ἀκρότητες τοῦ ἐκκρεμοῦς ποὺ περιόριζαν καὶ χειραγωγούσαν μία ἀΚέφαλη, διασπασμένη Δύση, ὁ περεννιαλισμὸς (ἢ Διηνεκὴς Φιλοσοφία) ὑπόσχεται νὰ θέσει τέλος στὶς ἀκρότητες καὶ νὰ δώσει μία τελική, ὁλοκληρωτική, «οἰκουμενικὴ» ἀπάντηση στὸ πρόβλημα τῶν διαιρέσεων, παρέχοντας μία «ἑνότητα» ποὺ βρίσκεται ταυτόχρονα τόσο πέρα ἀπὸ ὅλες τὶς Ἀποκαλύψεις ὅσο καὶ διὰ μέσου αὐτῶν.

Τί εἶναι ὁ Περεννιαλισμός;

Σὲ γενικὲς γραμμές, περεννιαλισμὸς εἶναι ἡ ἰδέα ὅτι στὴν καρδιὰ ὅλων τῶν μεγάλων θρησκειῶν βρίσκεται ἡ ἴδια μυστικὴ ἐμπειρία τῆς Ἀπώτερης, Ἀπόλυτης Πραγματικότητας. Ἡ Διηνεκὴς Φιλοσοφία ἔχει τὶς ἱστορικὲς ῥίζες τῆς στὸν συγκρητισμὸ Ἀναγεννησιακῶν ἀνθρωπιστῶν ὅπως τὸν Marsilio Ficino καὶ τὸν Pico della Mirandola, οἱ ὁποῖοι πρότειναν ὅτι ὁ Πλάτων, ὁ Ἰησοῦς, ἡ Καμπάλα καὶ ὁ Ἑρμὴς ὁ Τρισμέγιστος ὅλοι ὁδηγοῦσαν πρὸς τὴν ἴδια Θεία Πραγματικότητα. Ἐκδοχὲς τοῦ περεννιαλισμοῦ ἐπίσης βρίσκονται στὸν ὑπερβατισμὸ τοῦ Emerson, τοῦ Coleridge καὶ τοῦ Thoreau. Ἡ Μασονία, ἡ Θεοσοφικὴ Ἐταιρεία καὶ τὸ ἔργο τοῦ Aldous Huxley The Perennial Philosophy (Ἡ Διηνεκὴς Φιλοσοφία, 1945) διέδωσαν εὐρύτερα τὴν οἰκουμενικὴ ἐκδοχὴ τοῦ περεννιαλισμοῦ καὶ τὴν δεκαετία τοῦ ᾽60 ἔγινε ὁ ἀκρογωνιαῖος λίθος τῆς Νέας Ἐποχῆς.

Αὐτὸ ὅμως ποὺ μᾶς ἐνδιαφέρει ἰδιαιτέρως εἶναι ἡ ἐξέλιξη τοῦ περεννιαλισμοῦ κατὰ τὸν εἰκοστὸ αἰῶνα καὶ συγκεκριμένα ὅπως παρουσιάστηκε ἀπὸ τὴν ὑπὸ τῆς Βεδάντας ἐπηρεασμένη Traditionalist Σχολή, εἰδικὰ ἀπὸ τὸν Rene Geunon, ὁ ὁποῖος σημειωτέον ὅτι κατὰ πάσα πιθανότητα γνώρισε τὸν περεννιαλισμὸ τὰ χρόνια ποὺ πέρασε στὴν Μασονικὴ Στοά.

Ἐνῷ ὁ Huxley καὶ ἄλλοι ἀσπάστηκαν ἕναν «μυστικὸ οὐνιβερσαλισμό», ἡ Traditionalist Σχολὴ, ποὺ τὴν ἐκπροσωποῦσαν οἱ Guenon, Ananda Coomaraswamy, Frithjof Schuon, καὶ ἀργότερα οἱ Titus Burckhardt, Martin Lings, Huston Smith καὶ ἄλλους, προσανατολίζεται πρὸς τὶς ὀρθόδοξες θρησκευτικὲς παραδόσεις καὶ ἀποῤῥίπτει τὸν νεωτερικὸ συγκρητισμὸ καὶ οὐνιβερσαλισμό. Αὐτὴ ἡ σχολὴ θὰ ἀποτελέσει τὸ ἀντικείμενο τῆς παρούσης ἐργασίας λόγῳ τοῦ ὅτι τὰ ἔργα τους ἔχουν τραβήξει σαφῶς περισσότερο τὴν προσοχὴ καὶ ὀρισμένων Ὀρθοδόξων ἀκαδημαϊκῶν θεολόγων καὶ κληρικῶν.

Σύμφωνα μὲ τὴν Traditionalist Σχολή, ἡ διηνεκὴς φιλοσοφία εἶναι «ἀπόλυτη Ἀλήθεια καὶ ἄπειρη Παρουσία».1

«Ὡς Ἀπόλυτη Ἀλήθεια εἶναι ἡ διηνεκὴς σοφία (sophia perennis) ποὺ ἀποτελεῖ τὴν ὑπερβατικὴ πηγὴ πάντων τῶν ἐμφύτως ὀρθοδόξων θρησκειῶν τῆς ἀνθρωπότητας… Ὡς Ἄπειρη Παρουσία εἶναι ἡ διηνεκὴς θρησκεία (religio perennis) ποὺ ζεῖ ἐντὸς τῆς καρδιᾶς πάντων τῶν ἐμφύτως ὀρθοδόξων θρησκειῶν… Αὐτὴ ἀκριβῶς εἶναι ἡ “μόνη θρησκεία” ποὺ ὁ Frithjof Schuon ἀπεκάλεσε “ὑποκείμενη θρησκεία” ἢ “θρησκεία τῆς καρδιᾶς” (religio cordis), ἡ ὁποία ἀποτελεῖ τὴν καρδιὰ πάντων τῶν θρησκειῶν… [καὶ] τῆς ὁποίας ἡ φύση εἶναι οὐσιαστικὰ πέρα ἀπὸ τύπους, οἰκουμενική, ἢ πνευματική… Μὲ ἄλλα λόγια, ἡ “ὑποκείμενη θρησκεία” παραμένει ὑπερβατικὴ ὡς πρὸς τὶς θρησκεῖες, ἐνῶ παρὰ ταῦτα διατηρεῖ μία ζωοποιὸ παρουσία ἐντὸς αὐτῶν.»2

Ἑπομένως, γιὰ τὸν περεννιαλιστὴ φιλόσοφο, «ὁ Χριστιανισμός», ὅπως γράφει ὁ Clinton Minaar, «διαφέρει σαφέστατα ἀπὸ τὸ Ἰσλὰμ ἢ τὸν Βουδισμὸ ὡς πρὸς τὸν τύπο, εἶναι ὅμως ἕνα μὲ αὐτοὺς ὡς οὐσία (ἢ ὡς διηνεκὴς φιλοσοφία).»3

Ἀμέσως γίνεται φανερὸ τί δυνατότητες παρέχει αὐτὴ ἡ θεώρηση τῶν θρησκειῶν γιὰ τὴν «ἑνότητα» τῆς ἀνθρωπότητας ἀλλὰ καὶ τί περιμένει ὅσους θὰ ἀρνηθοῦν αὐτὴν τὴν «ἑνότητα» καὶ θὰ ἐπιμένουν νὰ παραμένουν μὲ τὸν Ἔνσαρκο Χριστό. Ἀλλὰ προτρέχω [τοῦ ἑαυτοῦ μου].

Εἶναι ὑψίστης σημασίας νὰ κατανοήσουμε τὴν περεννιαλιστικὴ θεώρηση τῶν πραγμάτων οὔτως ὥστε νὰ εἴμαστε σὲ θέση νὰ τὴν ἐντοπίζουμε καὶ νὰ τὴν διακρίνουμε ὅταν προωθεῖται ἀκόμη καὶ μεταξὺ ἀνθρώπων ἐντὸς τῆς Ἐκκλησίας. Ἴσως νὰ γίνει καλύτερα κατανοητὴ μὲ ἕνα σχεδιάγραμμα.

Φανταστεῖτε τὴν εἰκόνα ἑνὸς κύκλου μὲ τὸ Ἀπόλυτο στὸ κέντρο (αὐτὸς εἶναι ὁ ἐσωτερικὸς τομέας — μυστικισμός, γνῶσις, ἕνωσις), μὲ μερικὲς ἀκτῖνες νὰ ἐκπορεύονται πρὸς τὰ ἔξω, πρὸς τὴν περιφέρεια, οἱ ὁποῖες ἀκτῖνες εἶναι οἱ διάφορες ἀποκαλύψεις τοῦ Θεοῦ, καὶ μὲ μονοπάτια ποὺ ὁδηγοῦν πίσω σ᾽ Αὐτόν, στὸν ὁποῖον ἑνώνονται ὑπερβάτικα. Οἱ θρησκεῖες, ἄν καὶ ἑνωμένες στὸ κέντρο, βρίσκονται στὴν ἄκρη τῆς περιφέρειας, ξεχωριστὴ καὶ ἀπόμακρη ἡ κάθε μιὰ ἀπὸ τὴν ἄλλη (αὐτὸς εἶναι ὁ ἐξωτερικὸς τομέας — τύποι, δόγματα, τελετές).

Ἀπὸ αὐτὸ τὸ σχεδιάγραμμα καταλαβαίνει κανεὶς πόσο κεντρικὸ στὴν περεννιαλιστικὴ θεωρία εἶναι τὸ ζήτημα τῆς ἐξωτερικῆς καὶ ἐξωτερικῆς φανέρωσης τοῦ ἐσωτερισμοῦ καὶ ἐξωτερισμοῦ τῆς κάθε θρησκείας. Τὸ περεννιαλιστικὸ δόγμα διδάσκει πὼς κάθε θρησκεία ἔχει μία ἐπίσημη, θεσμικὴ διάσταση, ἡ ὁποία εἶναι ἡ ἐξωτερικὴ διάσταση ἐκείνης τῆς θρησκείας, ὅπου διαφέρει ῥιζικὰ ἀπὸ τὶς ἄλλες, καὶ ἐπίσης πὼς κάθε θρησκεία ἔχει μία ἐσωτερικὴ διάσταση, ἡ ὁποία βρίσκεται στὶς πνευματικὲς μεθόδους τῶν θρησκειῶν, ὅπου ἀπ᾽ ὅ,τι φαίνεται πλησιάζουν περισσότερο ἡ μία τὴν ἄλλη καὶ μποροῦν νὰ φτάσουν ἀκόμη καὶ στὸ σημεῖο τῆς ταυτότητας. Θὰ ἐξετάσουμε αὐτὴν τὴν ἰδέα παρακάτω, ἀφοῦ πρῶτα παρουσιάσουμε ἄλλες πλευρὲς τῆς περεννιαλιστικῆς θεώρησης.

Ἡ περεννιαλιστικὴ θεώρηση τῆς θρησκείας βασίζεται στὴν ἀξιωματικὴ θεωρία πολλαπλῶν καὶ διαφόρων Ἀποκαλύψεων, «οἱ ὁποῖες “ἀποκρυσταλλώνουν” καὶ νὰ “ἐνεργοποιοῦν”, σὲ διαφόρους βαθμούς κατὰ περίπτωση, τὸν πυρήνα τῶν βεβαιοτήτων ὁ ὁποῖος…ἐνυπάρχει ἀιωνίως στὴν θεία Παντογνωσία».4

Ἀλλὰ αὐτὸ ἀναπόφευκτα μᾶς κάνει νὰ ἀναρωτηθοῦμε: γιὰ ποιὸν πειστικὸ λόγο νὰ ἐπιθυμεῖ ἄραγε ὁ Θεὸς πολλαπλὲς ἀποκαλύψεις τοῦ ἑαυτοῦ του, οἱ ὁποῖες νὰ εἶναι ἐμφανῶς ἀποκλίνουσες καὶ ὁλοφάνερα ἀντίθετες; Γιὰ τὸν Schuon, ὁ λόγος εἶναι ὅτι οἱ διαιρέσεις τῆς ἀνθρωπότητας τὸ ἀπαιτοῦν. Ἡ ἀνθρωπότητα «εἶναι διαιρεμένη σὲ διάφορους ξεχωριστοὺς κλάδους, ὁ καθένας τῶν ὁποίων ἔχει τὰ δικά του ἰδιάζοντα χαρακτηριστικά, ψυχολογικὰ καὶ μή, τὰ ὁποῖα καθορίζουν τὴν δεκτικότητά του πρὸς τὴν ἀλήθεια καὶ διαμορφώνουν τὴν ἀντίληψη ποὺ ἐχει τῆς πραγματικότητας».5 Σὲ αὐτοὺς τοὺς ποικίλους κλάδους λοιπόν, ὁ Θεὸς ἀπηύθυνε ποικίλες ἀποκαλύψεις, οἱ ὁποῖες διαμορφώθηκαν ἀπὸ τὶς ἰδιαιτερότητες κάθε ὁμαδοποίησης τῆς ἀνθρωπότητας:

«…Αὐτὸ ποὺ καθορίζει τὴς διαφορὲς τῶν τύπων τῆς Ἀληθείας εἶναι ἡ διαφορὰ τῶν ἀνθρωπίνων δοχείων. Γιὰ χιλιᾶδες χρόνια ἡ ἀνθρωπότητα ἔχει ἤδη χωριστεῖ σὲ πολλοὺς ῥιζικὰ διαφορετικοὺς κλάδους, οἱ ὁποῖοι ἀποτελοῦν ἰσάριθμες πλήρεις ἀνθρωπότητες, λίγο-πολὺ κλειστὲς στὸν ἑαυτό τους. Ἡ ὕπαρξη πνευματικῶν δοχείων τόσο διαφορετικῶν καὶ τόσο πρωτότυπων ἀπαιτεῖ διαφοροποιημένες διαθλάσεις τῆς μίας Ἀληθείας.»6

Ἑπομένως, οἱ περεννιαλιστὲς πιστεύουν πὼς ὁ Θεὸς ἔχει ἀναθέσει κάθε μία ἀπὸ τὶς «μεγάλες παγκόσμιες θρησκεῖες» σὲ συγκεκριμένο τομέα ἢ φυλὴ τῆς ἀνθρωπότητας, καὶ «ἡ κάθε μία εἶναι πλήρως ἀληθινὴ μὲ τὴν ἔννοια ὅτι παρέχει στοὺς πιστούς της ὅλα ὅσα χρειάζονται γιὰ νὰ φτάσουν τὴν ὕψιστη ἢ πιὸ ὁλοκληρωμένη ἀνθρώπινη κατάσταση».7 Ἰσλὰμ γιὰ τοὺς Ἄραβες, Ἱνδουισμό, Βουδισμὸ καὶ Ταοϊσμὸ γιὰ τοὺς λαοὺς τῆς Ἄπω Ἀνατολῆς, Χριστιανισμὸ γιὰ τοὺς λαοὺς τῆς Δύσης, Ἰουδαϊσμὸ γιὰ μία ἐκλογὴ Σημιτικῶν λαῶν, καὶ οὔτω καθεξῆς.

Ἡ ἰδέα ὅτι ὁ Θεὸς μοιράζει ἀποκαλύψεις τοῦ ἑαυτοῦ του κομμένες στὰ μέτρα τῶν ὑποκατηγοριῶν τῆς ἀνθρωπότητας, τόσο κρίσιμη γιὰ ὁλόκληρη τὴν περεννιαλιστικὴ θεώρηση, ἔρχεται σὲ πλήρη ἀντίθεση μὲ τὴν ξεκάθαρη μαρτυρία τῆς ἱστορίας τῆς σωτηρίας ποὺ ἀρχίζει ἀπὸ τὴν Ἡμέρα τῆς Πεντηκοστῆς, κατὰ τὴν ὁποία ἀνατράπηκε ἡ κατάρα τῆς Βαβὲλ καὶ ἐνεργοποιήθηκε ἐν Χριστῷ ἡ ἑνότητα ὅλων τῶν φυλῶν τῶν ἀνθρώπων. Ἐν Χριστῷ τὸ «μεσότοιχον» ξεπεράστηκε καὶ οἱ «πολλὲς… ἀνθρωπότητες» ἑνώθηκαν, μιᾶς καὶ ἔχουν ἀπὸ κοινοῦ τὴν μία ἀνθρώπινη φύση ποὺ ἀνέλαβε ὁ Χριστὸς καὶ ποὺ τώρα κάθεται στὰ δεξιὰ τοῦ Πατρός. Ὅπως γράφει ὁ πατὴρ Γεώργιος Φλωρόφσκυ,

Ἡ Ἐκκλησία εἶναι ἡ ἴδια ἡ πληρότητα· εἶναι ἡ συνέχιση καὶ ἐκπλήρωση τῆς θεανθρώπινης ἕνωσης. Ἡ Ἐκκλησία εἶναι ἡ μεταμορφωμένη καὶ ἀναγεννημένη ἀνθρωπότητα. Ἡ ἔννοια αὐτῆς τῆς ἀναγεννήσεως καὶ μεταμορφώσεως εἶναι ὅτι ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ ἡ ἀνθρωπότητα γίνεται μία ἑνότητα, «ἐν ἑνὶ σώματι». Ἡ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας εἶναι ἑνότητα καὶ ἕνωση. Τὸ σῶμα «συνυφαίνεται» καὶ «αὐξάνει» ἐν ἑνότητι Πνεύματος, ἐν ἑνότητι ἀγάπης. Ὁ χῶρος τῆς Ἐκκλησίας εἶναι ἑνότητα. Καὶ φυσικὰ αὐτὴ ἡ ἑνότητα δὲν εἶναι ἐξωτερικὴ ἑνότητα, ἀλλὰ ἐσωτερική, ἐνδόμυχη, ὀργανική. Εἶναι ἡ ἑνότητα τοῦ ζῶντος σώματος, ἡ ἑνότητα τοῦ ὀργανισμοῦ. Ἡ Ἐκκλησία εἶναι ἑνότητα ὄχι ἁπλῶς μὲ τὴν ἔννοια ὅτι εἶναι μία καὶ μοναδική· εἶναι ἑνότητα πρωτίστως ἐπειδὴ ἡ ἴδια ἡ ὕπαρξή της συνίσταται ἀπὸ τὴν ἐπανένωση τῆς χωρισμένης καὶ διαιρεμένης ἀνθρωπότητας. Αὐτὴ ἡ ἑνότητα εἶναι ποὺ ἀποτελεῖ τὴν καθολικότητα τῆς Ἐκκλησίας. Μέσα στὴν Ἐκκλησία ἡ ἀνθρωπότητα περνάει σὲ ἄλλο πεδίο, εἰσέρχεται σὲ νέο τρόπο ὑπάρξεως.8

Ἐπιφανεῖς Ἐκκλησιαστικοὶ Ἠγέτες Ἐκφράζουν Περεννιαλισμό

Ἀπὸ τὰ τμήματα θρησκευτικῶν σπουδῶν μέχρι τὰ ὑπουργεῖα ἐξωτερικῶν, καὶ ὅλο καὶ περισσότερο στὰ τμήματα θεολογίας καὶ ἱεραρχίας, ἡ «ἀξιοπρέπεια» καὶ «ἀποδεκτότητα» τῆς Διηνεκοῦς Φιλοσοφίας τὴν ἔχει ἐν πολλοῖς καταστήσει κυρίαρχη πνευματικὴ φιλοσοφία τῶν ἡμερῶν μας. Διάσημοι λόγιοι ἢ ἔχουν ἐπηρεαστεῖ ἀπὸ αὐτὴν σὲ μεγάλο βαθμὸ ἢ ἔχουν προσχωρήσει στὶς τάξεις της· ὅλοι ἀπὸ τὸν Ken Wilber ὣς τὸν John Tavener ὣς τὸν Πρίγκηπα Καρολο, ἐκεῖνον τὸν φημισμένο προσκυνητὴ τοῦ Βατοπεδίου.

Τὴν ἄποψη ὅτι ὁ Θεὸς ἐπιθυμεῖ πολλαπλὲς ἀποκαλύψεις κάποτε μποροῦσες νὰ τὴν βρεῖς μόνο ἀναμεταξὺ τῶν λογίων τῶν ἀφιερωμένων στὴν Διηνεκὴ Φιλοσοφία· σήμερα τὴν μοιράζονται καὶ τὴν ἐκφράζουν οἱ ἀνώτατοι ἐκπροσώποι τοῦ Χριστιανισμοῦ καὶ τοῦ Ἰσλάμ. Τὸν Φεβρουάριο τοῦ 2019, ὁ Πάπας Φραγκίσκος καὶ ὁ Μεγάλος Ἰμάμης τοῦ Ἀλ-Ἀζὰρ Ἄχμεντ ἀλ Ταγιὲμπ συνυπέγραψαν τὸ Κείμενο περὶ Ἀνθρώπινης Ἀδελφοσύνης γιὰ Παγκόσμια Εἰρήνη καὶ Συμβίωση κατὰ τὴν διάρκεια παγκοσμίου συνεδρίου περὶ αὐτοῦ τοῦ θέματος στὸ Abu Dhabi. Σὲ αὐτὴν τὴν κοινὴ δήλωση διατυπώθηκε ἕνας μεγάς στῦλος τοῦ περεννιαλισμοῦ:

«Ἡ πολλαπλότητα καὶ ἡ ποικιλία θρησκειῶν, χρωμάτων, φύλων [ἀρσενικοῦ, θυληκοῦ], φυλῶν καὶ γλωσσῶν εἶναι σύμφωνη μὲ τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ μεσ᾽ στὴν σοφία του.»9

Ἡ ἐπίδραση τοῦ περεννιαλισμοῦ καθόλου δὲν περιορίζεται στοὺς ἀρχηγοὺς τῶν ἑτεροδόξων. Ὀρθόδοξοι ἱεράρχες ἔχουν ἐκφραστεῖ μὲ πανομοιότυπους ὅρους, οὐσιαστικὰ παραθέτοντας ἀπὸ τὰ ἔργα τοῦ Schuon καὶ τοῦ Coomaraswamy. Ὅπως δήλωσε καὶ ἕνας γνωστὸς Ἀρχιεπίσκοπος τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου σὲ πρόσφατη διαθρησκειακὴ συνάντηση,

«Ὅταν ἀνυψώνεις μία θρησκεία πάνω ἀπὸ ὅλες τὶς ἄλλες, εἶναι σὰν νὰ ἀποφασίζεις ἐσὺ ὅτι ὑπάρχει μόνο ἕνα μονοπάτι ποὺ ὁδηγεῖ στὸ κορυφὴ τοῦ βουνοῦ. Ἡ ἀλήθεια ὅμως εἶναι ὅτι ἐσὺ ἁπλῶς δὲν μπορεῖς νὰ δεῖς τὶς μυριάδες τῶν μονοπατιῶν ποὺ ὁδηγοῦν στὸν ἴδιο προορισμό, ἐπειδὴ περιβάλλεσαι ἀπὸ κοτρόνες προκαταλήψεως ποὺ σοῦ ἀποκρύπτουν τὴν θέα.»10

Εἶναι δύσκολο νὰ συλλάβει κανεὶς δήλωση πιὸ σύμφωνη μὲ τὸν περεννιαλισμὸ καὶ μὲ τὸ πνεῦμα τῆς ἐποχῆς καὶ πιὸ ἀβάσιμη καὶ ἀταίριαστη μὲ τὸ φρόνημα τῶν Ἁγίων τοῦ Θεοῦ, τῶν ἀληθινῶν μύστων τῆς ζωῆς τῆς Ἁγίας Τριάδος. Ἡ ἰσότητα τῶν θρησκειῶν καὶ ἡ ἐσωτερική τους ἑνότητα καὶ τὰ σωτηριώδη μονοπάτια ποὺ ὁδηγοῦν ἀπὸ τὸ ἐξωτερικὸ στὸ ἀπόλυτο (σήματα κατατεθέντα τοῦ περεννιαλισμοῦ) εἶναι ὅλα παρόντα. Αὐτὸ ὅμως ποὺ παρουσιάζει ἀκόμη μεγαλύτερο ἐνδιαφέρον γιὰ ἑμᾶς εἶναι ἡ ταύτιση τῆς πιστότητας στὸν Χριστὸ, ὡς τὴν μόνη Ὁδὸ πρὸς τὸν Πατέρα, μὲ τὴν μισαλλοδοξία καὶ τὴν προκατάληψη. Αὐτὸ θυμίζει τὶς κρίσεις δύο γνωστῶν Ὀρθοδόξων ἀπολογητῶν, τὴν ἀπάντηση τοῦ πατρὸς Ἰωάννη Ῥωμανίδη στὴν συμφωνία τοῦ Μπαλαμάντ καὶ τὴν πρόῤῥηση τοῦ πατρὸς Δανιὴλ Συσόγιεφ γιὰ τὸ μέλλον τῆς Ὀρθόδοξης ἰεραποστολῆς καὶ διωγμοῦ.

Ὅταν οἱ Ὀρθόδοξοι στὸ Μπαλαμὰντ εἶχαν πέσει σὲ πλάνη καὶ ἐπεξέτειναν πλήρη ἀναγνώριση τῶν μυστηρίων τῶν Λατίνων, ὁ πατὴρ Ἰωάννης διορατικὰ συνειδητοποίησε ὅτι ἀπὸ ἐδὼ καὶ στὸ ἑξῆς ἡ μόνη εὔλογη ἐξήγηση γιὰ τὴν συνεχιζόμενη ἄρνηση τῶν Ὀρθοδόξων νὰ συγκοινωνοῦν καὶ νὰ συλλειτουργοῦν θὰ ἦταν ἡ μισαλλοδοξία.

Ἀκόμη πιὸ εὔστοχες ἦταν οἱ παρατηρήσεις τοῦ πατρὸς Δανιήλ. Ὁ πατὴρ Δανιὴλ ἦταν μέγας ἱεραπόστολος καὶ ἡ ἐμπειρία του κηρύττοντας καὶ διδάσκοντας τὴν πίστη σὲ πολλοὺς ἑτεροδόξους, συμπεριλαμβανομένων καὶ ἄνω τῶν ὀγδόντα μουσουλμάνων ποὺ ἀσπάστηκαν τὴν Ὀρθοδοξία χάρη στὸ ἔργο του, τὸν ἔκανε νὰ δεῖ καθαρὰ τὴν φύση τοῦ διωγμοῦ ποὺ πλησιάζει. Ἡ πρόκληση ποὺ ἔρχεται δὲν θὰ εἶναι γιὰ τοὺς χριστιανοὺς νὰ ἀρνηθοῦν τὴν Θεότητα τοῦ Χριστοῦ στὰ ἴσια. Θὰ τοὺς ἀπαιτηθεῖ ὅμως νὰ ἀποδεχθοῦν τὶς μὴ χριστιανικὲς θρησκεῖες ὡς ἐξίσου σωτήρια μονοπάτια πρὸς τὸν Ἕνα Θεό. Οἱ χριστιανοὶ θὰ διαιρεθοῦν: ὅσοι θὰ ἀποδεχθοῦν αὐτὴν τὴν πρόταση θὰ ἑνωθοῦν κατ᾽ αὐτὸν τὸν τρόπο μὲ τὶς θρησκεῖες, ἐνῷ ὅσοι ἀρνηθοῦν θὰ διωχθοῦν ὡς μισαλλόδοξοι καὶ ἐπικίνδυνοι γιὰ τὴν κοινωνικὴ εἰρήνη καὶ ἀσφάλεια.

Σύντομη Ὀρθόδοξη Ἀνάλυση τῆς Περεννιαλιστικῆς Θεώρησης

Τί νὰ πεῖ κανεὶς, στὸν περιορισμένο χρόνο ποὺ μᾶς δίνεται, γιὰ τὴν περεννιαλιστικὴ θεώρηση; Κατ᾽ ἀρχάς, ὅσον ἀφορᾶ τὸ ζήτημα τῆς γνώσεως, τὴν γνωσιολογία, παρατηροῦμε ὅτι, ὰν καὶ θεωρητικὰ οἱ ἐσωτερικὲς γνώσεις ὀφείλουν νὰ ἀποκτῶνται a posteriori, ἐκ τῶν ὑστέρων, ὑποτίθενται a priori, ἐκ τῶν πρωτέρων. Αὐτὸ ποὺ εἶναι οὐσιαστικὰ καθαρή, διανοητικὴ εἰκασία ἐκ μέρους τοῦ συγγραφέως (ἀφοῦ δὲν μπορεῖ, ἐξ ὁρισμοῦ, νὰ ἔχει προσωπικὴ ἐμπειρία κάθε θρησκείας), ἐκτίθεται μὲ ἐξαιρετικὴ ἀλλὰ ἀδικαιολόγητη πεποίθηση (ὑπερηφάνεια, ἔπαρση). Ἐπίσης, οἱ θρησκευτικὲς ἀντιλήψεις ποὺ ἐκπροσωποῦν οἱ περεννιαλιστὲς εἶναι σχεδὸν ἀποκλειστικὰ μὴ Χριστιανικὲς καὶ εἰδικὰ μὴ Ὀρθόδοξες. Αὐτὸ δὲν τοὺς ἀποτρέπει ἀπὸ τὸ νὰ διαβεβαιώνουν τοὺς ἀναγνῶστες τοὺς ὅτι οὔσιαστικά, ἔσωτερικά, ὁ τρόπος προσευχῆς, καθάρσεως καὶ κοινωνίας εἶναι πραγματικὰ πολὺ παρόμοια ἢ καὶ πανομοιότυπα κατὰ μῆκος τοῦ θρησκευτικοῦ τοπίου. Εἶναι ἄκρως βολικὸ γιὰ τοὺς περεννιαλιστὲς τὸ ὅτι ἡ «ἑνότητα τῶν θρησκειῶν» βρίσκεται πέραν τοῦ διαχωριστικοῦ τείχους μεταξὺ ἐσωτερικοῦ καὶ ἐξωτερικοῦ καὶ ἑπομένως ἀποτελεῖ μία πραγματικότητα ποὺ ποτέ δὲν μπορεῖ ἐμπειρικὰ νὰ ἐπιβεβαιωθεῖ, μιᾶς καὶ ὁ κάθε πιστὸς ἀναγκαστικὰ παραμένει ἐντὸς τῆς δικῆς του θρησκευτικῆς παράδοσης. Τελικὰ λοιπὸν εἶναι θέμα ἐμπιστοσύνης στοὺς περεννιαλιστὲς «διδασκάλους» καὶ παρατηρεῖται ὅτι ἀκόμη καὶ διάσημοι προσήλυτοι στὴν Ὀρθοδοξία διατηροῦν ἀρκετὴ ἐμπιστοσύνη σ᾽ αὐτούς, τόση ὥστε βλέπουν τὴν Ὀρθοδοξία μέσα ἀπὸ τὸ πρίσμα τοῦ περεννιαλισμοῦ καὶ ὄχι τὸ ἀντίστροφο.

Ὀφείλουμε ὡστόσο νὰ ῥωτήσουμε: εἶναι κὰν ἔγκυρη αὐτὴ ἡ ὀξεία ἀντίθεση ἐξωτερικοῦ καὶ ἐσωτερικοῦ; Ἀπὸ τὴν Ὀρθόδοξη Πατερικὴ Παράδοση καὶ ἐμπειρία τοῦ Θεοῦ ἔχουμε καμμία βάση γιὰ μία τέτοια ὀξεία διαφοροποίηση μεταξὺ τῶν τύπων καὶ τοῦ Πνεύματος; Ὁ Ὀρθόδοξος ῥεαλισμὸς δὲν μᾶς ἐπιτρέπει νὰ διαχωρίσουμε τὴν Σάρκα ποὺ ἐνδύθηκε ὁ Λόγος ἀπὸ τὸ Πνεῦμα ποὺ ἀπέστειλε ὁ Λόγος καὶ τὸ ὁποῖο κατέρχεται ἐπὶ τῶν τύπων τοῦ ἄρτου καὶ τοῦ οἴνου, μεταμορφώνοντάς τα στὸ Σῶμα καὶ στὸ Αἷμα ποὺ βρίσκονται αὐτὴν τὴν στιγμὴ στὰ δεξιά τοῦ Πατρός. Πράμγατι, ἡ μεταμόρφωση αὐτῶν τῶν ἐξωτερικῶν τύπων ὑπὸ τοῦ Πνεύματος σὲ Ζωὴ Αἰώνιο λαμβάνει χώρα πέραν τοῦ διαχωριστικοῦ τείχους μεταξὺ ἐσωτερικοῦ καὶ ἐξωτερικοῦ, ὅπου ἑμεῖς ἀνεβαίνουμε ὅσω ἀκόμη εἴμαστε ἐν σαρκί. Αὐτὴ ἀκριβῶς ἡ «σκανδαλώδης» ἰδιαιτερότητα τῆς Ἐνσαρκώσεως καὶ τῆς Αἰωνίου Ταυτότητας τοῦ Λόγου μὲ τὴν Σάρκα ποὺ προσέλαβε εἶναι «πρόσκομμα» γιὰ τὶς θρησκεῖες τοῦ κόσμου καὶ θέτει τὸ Σῶμα τοῦ Χριστοῦ ξέχωρα ὡς ἐπὶ γῆς Οὐρανὸ καὶ οὐδαμῶς θρησκεῖα. Στὸ Πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ τὸ ἔσωτερικὸ Ἀπόλυτο ἐφανερώθη μὲ ἐξωτερικὴ μορφὴ, ἀφοῦ «Θεὸς ἐφανερώθη ἐν σαρκί» (Α´ Τιμ. 3,16), «ὁ ἑωρακὼς [τὸν Χριστὸν] ἑώρακε τὸν πατέρα» (Ἰω. 14,9) καὶ «δι᾿ αὐτοῦ ἔχομεν τὴν προσαγωγὴν… ἐν ἑνὶ πνεύματι πρὸς τὸν πατέρα» (Ἐφ. 2,18).

Δὲν ἔχουμε αὐτόπτες μάρτυρες τοῦ Λόγου ποὺ νὰ πιστοποιοῦν τὴν ὕπαρξή του μὲ τὴν μορφὴ ἑνὸς βιβλίου, πόσῳ μᾶλλον του Κορανίου, ἀλλὰ μᾶλλον Αὐτός, «ἐν μορφῇ Θεοῦ ὑπάρχων οὐχ ἁρπαγμὸν ἡγήσατο τὸ εἶναι ἴσα Θεῷ, ἀλλ᾿ ἑαυτὸν ἐκένωσε μορφὴν δούλου λαβών, ἐν ὁμοιώματι ἀνθρώπων γενόμενος» (Φιλ. 2,6). Ἀντίθετα πρὸς τὶς θεωρίες τῶν περεννιαλιστῶν, ἡ ἐμπειρία τῶν θρησκειῶν, εἰδικὰ τοῦ Ἰσλάμ, δὲν εἶναι ὲμπειρία ἑνὸς κενωτικοῦ Θεοὺ, ο οποίος «σχήματι εὑρεθεὶς ὡς ἄνθρωπος ἐταπείνωσεν ἑαυτὸν γενόμενος ὑπήκοος μέχρι θανάτου, θανάτου δὲ σταυροῦ» (Φιλ. 2,8). Ἐπίσης, ἀντίθετα πρὸς τὴν περεννιαλιστικὴ ἰδέα τῆς οἰκονομίας της εν Χριστώ σωτηρίας περιορισμένης σὲ ἕναν τομέα τῆς ἀνθρωπότητας καὶ στὸν περιορισμὸ τοῦ ὀνόματος τοῦ Ἔνσαρκου Λόγου στὴν «ἐξωτερικὴ» σφαίρα, ἀκόμη καὶ σὲ ἕνα μόνο μέρος του, ἑμεῖς κηρύττουμε Χριστὸ Ἐσταυρωμένο, τὸν ὁποῖο «καὶ ὁ Θεὸς αὐτὸν ὑπερύψωσε καὶ ἐχαρίσατο αὐτῷ ὄνομα τὸ ὑπὲρ πᾶν ὄνομα, ἵνα ἐν τῷ ὀνόματι Ἰησοῦ πᾶν γόνυ κάμψῃ ἐπουρανίων καὶ ἐπιγείων καὶ καταχθονίων, καὶ πᾶσα γλῶσσα ἐξομολογήσηται ὅτι Κύριος Ἰησοῦς Χριστὸς εἰς δόξαν Θεοῦ πατρός» (Φιλ. 2,9-11).

Στὸ Σῶμα τοῦ Χριστοῦ, στὴν Ἐκκλησία, ἔχουμε τὴν ἑνότητα γῆς καὶ οὐρανῶν, χρόνου καὶ αἰωνιότητας, τῆς πηγῆς τῆς Ἀποκαλύψεως καὶ τῆς φανερωμένης Ἀληθείας, τοῦ ἀπολύτου καῖ τοῦ πεπερασμένου. Μιᾶς καὶ ὁ Λόγος ἔγινε καὶ παρέμεινε σάρξ, ὁ «ἐξωτερικὸς» Προσωπικὸς τρόπος ὑπάρξεως τοῦ Θεοῦ εἶναι ταυτόχρονα καὶ ὁ «ἐσωτερικὸς» «ἀνώτερος τρόπος ὑπάρξεως» τοῦ Θεοῦ. Ὁ Λόγος ποὺ ἔγινε σάρκα καὶ κάθεται στὰ δεξιὰ τοῦ Πατρὸς ῆλθε, καὶ θὰ ξαναέλθει, γιὰ νὰ κρίνει ὅλους τοὺς ἀνθρώπους καὶ ὄχι μόνο ἕναν τομέα τῆς ἀνθρωπότητας, ὄχι βάσει κάποιου ἐσωτερικοῦ, μυστικοῦ, κρυμμένου πνευματικοῦ νόμου ἀλλὰ βάσει τῶν Ἐντολῶν του, οἱ ὁποῖες δόθηκαν γιὰ νὰ ζοῦν ὅλοι σύμφωνα μὲ αὐτὲς καὶ ἐν αὐταῖς, διότι ἀποτελοῦν ὄχι κτιστοὺς τύπους ἀλλὰ ἄκτιστες θεῖες ἐνέργειες.

Γιὰ ποιὸν λόγο σηματοδοτεῖ ἡ ἄνοδος τοῦ περεννιαλισμοῦ τὸ τέλος τοῦ Οἰκουμενισμοῦ;

Θὰ πρέπει νὰ ἔχει ἤδη καταστεῖ σαφὲς ὅτι μὲ τὸν περεννιαλισμὸ δὲν ἔχουμε οἰκουμενισμὸ κατὰ τὴν συνηθισμένη, κοινή του σημασία, ἀφοῦ ἡ ἑνότητα περὶ τῆς ὁποίας μιλοῦν αὐτοὶ οἱ φιλόσοφοι ὑφίσταται μόνο στὸ ὑπερβατικὸ πεδίο — στὸ πεδίο τοῦ Θεοῦ, ὁ ὁποῖος εἶναι ὁ ἴδιος Ὑπερβατικὴ Ἑνότητα. Δὲν ἐργάζονται λοιπὸν γιὰ μία φανερὴ ἑνότητα ἐν ἀληθείᾳ, ὅπως ἐργάζεται [τάχα] ὁ σύγχρονος οἰκουμενισμός, γιὰ τὸν ἁπλούστατο λόγο ὅτι ἤδη ἀναγνωρίζουν αὐτὴν τὴν ἑνότητα ὡς ὑπάρχουσα στὸ ἐσωτερικό, ὑπερβατικὸ πεδίο καὶ δὲν ἔχουν καμμία ἐπιθυμία γιὰ ἑνότητα στὸ φανερό, ἐξωτερικό, ἐγκόσμιο πεδίο.

Ἡ προσπάθεια νὰ ἐπιτευχθεῖ τὸ ἀδύνατο, νὰ δημιουργηθεῖ δηλαδὴ ἕνα ὡραῖο μωσαϊκὸ τοῦ Σώματος τοῦ Χριστοῦ ἀπὸ τὰ πολλὰ καὶ θρυμματισμένα κομμάτια τοῦ Προτεσταντισμοῦ σύντομα θὰ ἐγκαταλειφθεῖ ὁριστικά. Τὸ τέλος τοῦ οἰκουμενισμοῦ ὅπως τὸν ξέραμε πλησιάζει. Ἡ «ἑνότητα» ποὺ ζητᾶ ὁ κόσμος θὰ βρεθεῖ στὴν ὑπερβατικὴ ἑνότητα τῶν θρησκειῶν ποὺ προσφέρει ὁ περεννιαλισμός.

Καὶ αὐτὴ ἡ ἑνότητα θὰ βιωθεῖ ὡς ἕνας δεινὸς πειρασμός, ὁ ὁποῖος θὰ ἐπισκεφτεῖ τὴν Ἐκκλησία παγκοσμίως· θὰ ξεθωριάσει, γιὰ νὰ παραμερίσει, τὸ Θεανθρώπινο πρόσωπο τοῦ Ἰησοῦ Χριστού καὶ τοῦ Σώματός του, τῆς Ἐκκλησίας. Αὐτὸς ὁ πειρασμὸς θὰ εἶναι ὁ τελευταῖος τῆς ἱστορίας. Ἔχει προφητευτεῖ ἀπὸ τὸν ἴδιο τὸν Χριστὸ στὸ βιβλίο τῆς Ἀποκαλύψεως. Λέγει: «Ὅτι ἐτήρησας τὸν λόγον τῆς ὑπομονῆς μου, κἀγώ σε τηρήσω ἐκ τῆς ὥρας τοῦ πειρασμοῦ, τῆς μελλούσης ἔρχεσθαι ἐπὶ τῆς οἰκουμένης ὅλης, πειράσαι τοὺς κατοικοῦντας ἐπὶ τῆς γῆς» (Ἀπ. 3,10). Ὅπως μᾶς λέει ὁ μεγάλος γέροντας Ἀθανάσιος Μυτιληναῖος, «ὁ πειρασμὸς αὐτός, ἀφοῦ θὰ καλύπτει ὁλόκληρη τὴν οἰκουμένη, δὲν θὰ εἶναι παρὰ ἡ μεγάλη νοθεία τῆς πίστεως εἰς τὸ θεανθρώπινο πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ».

Ἀποκαλυπτικὰ γεγονότα ἀνατέλλουν στὸν ὁρίζοντα. Ὅπως ἀκριβῶς ἡ ἐσχάτη γενιὰ τῶν ἀνθρώπων θὰ κραυγάσει γιὰ εἰρήνη καὶ ἀσφάλεια ἀκριβῶς ἐπειδὴ δὲν θὰ τὴν ἔχουν (καὶ τότε θὰ πέσει ἡ μάχαιρα), οἱ ἄνθρωποι ποὺ τώρα κραυγάζουν γιὰ ἑνότητα καὶ μάλιστα παγκόσμια ἑνότητα (ἀκριβῶς ἐπειδὴ δὲν τὴν ἔχουν) θὰ τὴν βροῦνε στὸν περεννιαλισμό, ὁ ὁποῖος τοὺς δίνει αὐτὴν τὴν ἑνότητα σχέδον χωρὶς κόπο (χωρὶς τὸν Σταυρὸ καὶ τὴν σταύρωση τοῦ νοός). Ὅπως τὸν κομμουνισμό, ὁ ὁποῖος δὲν μποροῦσε νὰ ἰκανοποιήσει τὴν λαχτάρα τῶν ἀνθρώπων λόγῳ τοῦ ἀρνητικοῦ, καταπιεστικοῦ προσανατολισμοῦ του, ὁ συγκρητιστικὸς οἰκουμενισμὸς τῆς νεωτερικότητας δὲν ἰκανοποιεῖ τὴν λαχτάρα τῶν ἀνθρώπων γιὰ μία βαθύτερη, μυστικὴ ἑνότητα τοῦ κάθε ἀνθρώπου καὶ τῆς καθόλου ἀνθρωπότητας. Ἡ ἀνθρωπότητα θὰ ἀπαιτήσει μιὰ γερή, παραδοσιακὴ καὶ οἰκουμενικὰ ἀποδεκτὴ ἐξήγηση (ἐλκυστικὴ πρὸς τοὺς ἀσιᾶτες) ὡς πρὸς τὸ πῶς ἡ θρησκεία δὲν διαιρεῖ ἀλλὰ ἑνώνει τὴν ἀνθρωπότητα. Ὁ περεννιαλισμὸς εἶναι σὲ θέση νὰ γίνει ἡ θεωρητικὴ βάση πολλῶν χριστιανῶν (ἀκόμη καὶ «ὀρθοδόξων») γιὰ τὴν οὐσιαστική, ἂν καὶ ὑπερβατικὴ καὶ ἐσωτερική, ἑνότητα τῶν θρησκειῶν ὑπὸ τοῦ Ἀντιχρίστου.

Ἐπιτέλους τὸ ἐκκρεμὲς σταμάτησε τὴν ταλάντευσή του, μιᾶς καὶ φτάσαμε στὴν δωδεκάτη ὥρα τῆς ἱστορίας, τὴν καρδιὰ τῆς νύχτας τοῦ κόσμου τούτου, ὁπότε μαθητὲς κοιμοῦνται καὶ προδίδουν προδότες καὶ ὁ Ἔνσαρκος Χριστὸς, ὁ Ἐσταυρωμένος, παραμερίζεται γιὰ χάρη ἑνὸς Σωτῆρος ἄνευ σταυροῦ.

1 Lings, Martin; Minnaar, Clinton (2007), The Underlying Religion: An Introduction to the Perennial Philosophy, World Wisdom, p. xii.

2 Ἔ.ἄ.

3 Ἔ. ἄ. σ. xv (ιε´).

4 Oldmeadow, Harry (2010), Frithjof Schuon and the Perennial Philosophy, Word Wisdom, ISBN 978-1-935493-09-9, page vii.

5 Oldmeadow, Harry, Traditionalism: Religion in the light of the Perennial Philosophy, Sophia Perennis, San Rafael, CA., 2000, p. 69.

6 Schuon, Frithjof, Gnosis: Divine Wisdom, Perennial Books, London, 1979, p. 29.

7 Cutsinger, James, “Perennial Philosophy and Christianity”: https://www.cutsinger.net/pdf/perennial_philosophy...

8 Florovsky, Fr. Georges, “The Catholicity of the Church”: https://jbburnett.com/resources/florovsky/1/florovsky_1-3-catholicity.pdf, p. 3.

9 Source: https://www.vaticannews.va/en/pope/news/2019-02/po...

10 Source: https://www.goarch.org/-/irf-summit

https://orthodoxethos.com/post/t-telos-to-o-koymenismo-ka-pervatik-notita-t-n-thriskei-n

ΤΟ ΑΡΘΡΟ ΣΤΑ ΑΓΓΛΙΚΑ ΕΔΩ

ΑΚΤΙΝΕΣ: Περεννιαλισμός: Τὸ Τέλος τοῦ Οἰκουμενισμοῦ καὶ ἡ Ὑπερβατικὴ Ἑνότητα τῶν Θρησκειῶν (aktines.blogspot.com)

ΣΤΟΝ ΠΕΡΕΝΝΙΑΛΙΣΜΟ ΑΝΗΚΕΙ ΚΑΙ ΤΟ ΣΥΛΛΟΓΙΚΟ ΑΣΥΝΕΙΔΗΤΟ ΤΟΥ ΓΙΟΥΝΓΚ, ΤΑ ΑΡΧΕΤΥΠΑ ΤΗΣ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑΣ, ΤΑ ΟΠΟΙΑ ΛΟΓΩ ΤΗΣ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑΣ ΤΗΣ ΠΡΑΞΗΣ ΚΑΙ ΤΟΥ ΥΠΑΡΞΙΣΜΟΥ ΕΠΕΞΕΡΓΑΖΟΝΤΑΙ ΤΗΝ ΝΕΑ ΕΝΝΟΙΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΣΩΤΗΡΟΣ.

ΣΤΟΝ ΠΕΡΕΝΝΙΑΛΙΣΜΟ ΑΝΗΚΕΙ ΚΑΙ Ο ΛΟΥΔΟΒΙΚΟΣ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΗΝ ΟΜΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ, Ο ΣΕΡΡΑΡΝΤ, Ο ΛΟΡΕΝΤZΑΤΟΣ, ΜΑΘΗΤΕΣ ΤΟΥ ΚΟΥΜΑΡΑΣΒΑΜΙ KAI TOY FRITHJOF SCHUON