Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Roberto Morani - Υποκείμενο και νεωτερικότητα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Roberto Morani - Υποκείμενο και νεωτερικότητα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 3 Μαρτίου 2026

Υποκείμενο και νεωτερικότητα - Οι Hegel, Nietzsche και Heidegger ερμηνευτές του Καρτέσιου (25)

Συνέχεια από Τετάρτη18. Φεβρουαρίου 2026

Υποκείμενο και νεωτερικότητα 25

Οι Hegel, Nietzsche και Heidegger ερμηνευτές του Καρτέσιου

Του Roberto Morani

4 Συμπεράσματα

4.2. Το μοντέρνο και η νεωτερικότητα: δύο μορφές του υποκειμένου σε αντιπαραβολή

.......Ανταποκρινόμενη στην πρόσκληση να αναγνωρίσει «την πολλαπλότητα των μορφών του εγώ στον νεότερο κόσμο και — πράγμα ακόμη σημαντικότερο — να την αναγνωρίσει όχι ως ένδεια, αλλά ως πλούτο της σκέψης, τον οποίο πρέπει διαρκώς να επαναλαμβάνει και να στοχάζεται», η σύγχρονη σκέψη μπορεί να ανακαλύψει εκ νέου τη γονιμότητα της φιλοσοφίας της υποκειμενικότητας, να ανεύρει μέσα της ακόμη ανεξερεύνητες δυνατότητες άξιες επαναστοχασμού.....

Πρώτον, η πρωταρχική διάσταση της υποκειμενικότητας δεν είναι η αυτοσυνείδηση, η οποία, αντιθέτως, εμφανίζεται ως δομή συγχρόνως συστατική και παραγόμενη, ως δυνατότητα εγγεγραμμένη στα άμεσα συστατικά της ζωής του πνεύματος. Πρόκειται για μια προοπτική αυστηρά επίκαιρη, που φαίνεται να προαναγγέλλει τη σύγχρονη προβληματική περί της μη ταύτισης του εγώ με τον εαυτό του, περί της ανάγκης να διορθωθεί και να αποδυναμωθεί η ταυτοτική συγκρότηση του υποκειμένου ώστε να ανοιχθεί στους λόγους της ετερότητας, χωρίς ωστόσο να παραιτείται από τη ζωτική παρουσία της συνείδησης και από την αναντικατάστατη κριτική της λειτουργία.

Ριζώνοντας σε μια σφαίρα «άλλη» από το εγώ — μη αναγώγιμη στην εγωκεντρική του αυτοθέσμιση και στη σολιψιστική του αυτοσχέση — η εγελιανή υποκειμενικότητα επιδεικνύει συνολικά μια μη αντιδραστική στάση απέναντι στην ετερότητα· αντίθετα, την φιλοξενεί κατά τρόπο τόσο ριζικό ώστε να την καθιστά θεμελιώδη της διάσταση.
[ΠΡΟΣΩΠΟ]......

Ο δεύτερος λόγος της εύλογης αξιακής συγχρονικότητας της εγελιανής υποκειμενικότητας συνίσταται, παραδόξως, στην «ανεπικαιρότητά» της σε σχέση με τις βαθιές τάσεις της εποχής μας, αυτής της εποχής της παγκοσμιοποίησης, όπου η κυριαρχία της τεχνικής έχει καταστεί πλήρως πλανητική: δίπλα στη «μοναδική σκέψη» αυτής της «κακής» και ολοκληρωτικής καθολικότητας, αναπτύσσονται νοσταλγικές και επικίνδυνες απόπειρες διατήρησης των παλαιών και άκαμπτων ταυτοτικών συνόρων, που κινδυνεύουν να μεταφραστούν στο φαινόμενο του φονταμενταλισμού, στη σύγκρουση πολιτισμών και, συνεπώς, έστω και έμμεσα, να τροφοδοτήσουν τη δίνη πολέμου και τρομοκρατίας που απειλεί την ίδια την ύπαρξη του πλανήτη. Εδώ, η ρίζωση της ιδέας στο υποκείμενο μπορεί πράγματι να αποτελέσει μια πιθανή διέξοδο, καταρχάς διότι, όπως έγραψε ο Giulio Severino, «με τη σκέψη αυτού του απολύτου δεν δικαιολογούνται χριστιανικές και αστικές αξίες, αλλά καταφάσκεται το καθολικό ανθρώπινο μέσα στο οποίο μπορούν να αναγνωριστούν και να συναντηθούν οι άνθρωποι των διαφορετικών εποχών και πολιτισμών», και επιπλέον επειδή η ιδέα, ως κοινό έδαφος και πρωταρχική πηγή των ιστορικά προσδιορισμένων πολιτισμών και θρησκειών, εμποδίζει, τουλάχιστον κατ’ αρχήν, τις διαφορές να σκληρύνουν και να οχυρωθούν προς υπεράσπιση της ιδιαίτερης ταυτότητάς τους. Τρίτον, η εγελιανή διαμόρφωση του υποκειμένου αποδεικνύεται αξιοσημείωτης εμβέλειας και ως προς το ζήτημα του νοήματος: παρότι ενοικεί στο υποκείμενο και πραγματώνεται από το υποκείμενο, η ιδέα προβάλλει ως το θείο μέσα στον άνθρωπο, το αθεμελίωτο θεμέλιο ενός «αντικειμενικού» και απόλυτου νοήματος — πράγμα που, βεβαίως, δεν σημαίνει ότι αυτό δίδεται άμεσα ανεξάρτητα από την ερμηνεία, ούτε ότι επιβάλλεται αδιαμφισβήτητα δυνάμει της κρυστάλλινης αυταπόδεικτότητάς του, ούτε ότι δεν μπορεί να παρανοηθεί μέχρι σημείου διάλυσης· πρόκειται για ένα μη υποκειμενιστικό νόημα του υπάρχειν, μη χειραγωγήσιμο από τη βούληση ούτε παραγόμενο από μια creatio ex nihilo του υποκειμένου· ένα νόημα, τέλος, ανεξάντλητο, πάντοτε ήδη τετελεσμένο και ποτέ εξαντλητικά πραγματωμένο. Η εγελιανή προοπτική δεν φαίνεται να υπονομεύεται από τις σύγχρονες κριτικές προς τη μορφή του νοήματος ως παραδείγματος της νεωτερικότητας και του υποκειμένου. Πράγματι, δεν αξίζει κάθε τι που προέρχεται ή εξαρτάται από το υποκείμενο την κατηγορία του υποκειμενισμού, όπως δεν συνεπάγεται κάθε μορφή νοήματος την ενίσχυση της υποκειμενικότητας, δεδομένου ότι, αντιθέτως, μέσω της προσφυγής στην ιδέα, ο Hegel επιδίωξε να θέσει ένα απαραβίαστο όριο για το υποκείμενο, να αντιταχθεί στην απεριόριστη έκλυση της αυθαιρεσίας της βούλησής του, να ανακόψει το σαρωτικό παραγωγιστικο-μηδενιστικό κύμα της νεωτερικότητας.

Αλλά ο θεμελιώδης λόγος της πιθανής επανενεργοποίησης της hegeliana σύλληψης του υποκειμένου πρέπει να αναζητηθεί στο τέταρτο και τελευταίο σημείο, που αφορά την ικανότητά της να συζεύγει δύο κινήσεις τις οποίες η σύγχρονη φιλοσοφία θεωρεί ως επί το πλείστον εναλλακτικές: την «οριζόντια» ένταση προς την απελευθέρωση του ανθρώπου, προς την οικοδόμηση ενός κόσμου πράγματι ανταποκρινόμενου στις έμφυτες αρχές της ελευθερίας και της ισότητας, με το «κάθετο» άνοιγμα προς τη διαφορά του θρησκευτικού χώρου ενόψει της έσχατης δικαίωσης της ύπαρξης, προορισμένης να καταλήξει στην κατάφαση του δωρεάν, αβυσσαλέου, αθεμελίωτου, προβληματικού χαρακτήρα του νοήματος.

Στον Hegel, η ιστορική πραγμάτωση του απολύτου δεν καταλήγει σε ένα ασφυκτικό ιμανεντιστικό κλείσιμο, στην προμηθεϊκή διακήρυξη της αυτάρκειας του regnum hominis, δεν συνεπάγεται την πραγμάτωση της βασιλείας του Θεού επί της γης: δεσμευόμενο στον μετασχηματισμό της παρούσας κατάστασης πραγμάτων στο όνομα των απαραβίαστων προσταγών του καθολικού ανθρώπινου, το υποκείμενο δεν κατευνάζει την ανάγκη του για υπέρβαση· αντιθέτως, αισθάνεται ακόμη εντονότερα την αναγκαιότητα να υπερβεί τα στενά όρια της ολότητας του όντος. Στο ίχνος των περίφημων ευαγγελικών λόγων, μπορεί να ειπωθεί ότι το εγελιανό υποκείμενο αισθάνεται τόσο περισσότερο ότι δεν είναι εκ του κόσμου όσο περισσότερο δεσμεύεται μέσα στον κόσμο να πραγματώσει εκεί το καλύτερο της ανθρωπινότητάς του» (Σχετικά με αυτό, ας δούμε ένα πολύ σημαντικό απόσπασμα του Giulio Severino: «στον Hegel η δυνατότητα για τον άνθρωπο να κατοικεί τη “γη”, να έχει σε αυτήν πατρίδα, προέρχεται από την αναγνώριση μιας θεμελιώδους απουσίας του Θεού· το νόημα προέρχεται από την απόσυρση του θεμελίου. Πρόκειται για μια “προμηθεϊκή ομολογία” ή μήπως δηλώνει μάλλον τη ριζικά προβληματική κατάσταση στην οποία βρίσκεται ο άνθρωπος στο τέλος του νεότερου κόσμου; Η δυσκολία έγκειται λοιπόν στο να συμφιλιωθεί η απουσία θεμελίου με το νόημα της ύπαρξης, το “ανοίκειο της αγωνίας” με τη δυνατότητα να έχει κανείς πατρίδα. Ίσως ο άνθρωπος να βιώνει τόσο αυθεντικότερα αυτό το “ανοίκειο” όσο περισσότερο κατορθώνει να μετασχηματίζει τον κόσμο και να τον καθιστά σύμφωνο με την αληθέστερη ανθρώπινη φύση του, να αισθάνεται τόσο αυθεντικότερα την “ουτοπική του κατάσταση” όσο περισσότερο κατορθώνει να ριζώνει μέσα στον κόσμο που έχει οικοδομήσει» (G. Severino, Hegel e il nichilismo, ό.π., σ. 20).). Σήμερα, η επίκληση στον Hegel μπορεί να χρησιμεύσει τόσο για να αφοπλίσει τις συντηρητικές τάσεις αποστασιοποίησης και φυγής από την ιστορία, οι οποίες αποκρύπτουν ή, σε ορισμένες περιπτώσεις, επιδεικνύουν ανοιχτά τη βούληση διατήρησης αναλλοίωτης της υπάρχουσας πολιτικής τάξης και ιστορικής διάταξης, όσο και για να αποκαλύψει το πεισματικά θεολογικό και εμφανώς απατηλό γνώρισμα του σχεδίου πλήρους εκρίζωσης του κακού, του πόνου, της αδικίας και της ανάγκης από το πρόσωπο της γης.

Για να μπορέσει όμως να επαναπροταθεί με θεμελιωμένο τρόπο, αυτά τα αποφασιστικά γνωρίσματα του νεότερου — που στην παρούσα έρευνα εκπροσωπείται αποκλειστικά από την εγελιανή εκδοχή του, χωρίς βεβαίως να εξαντλείται σε αυτήν — απαιτείται να αναμετρηθούμε με τη θέση που διατύπωσε ο Heidegger στο κείμενο La fine della filosofia e il compito del pensiero (Το τέλος της φιλοσοφίας και το καθήκον της σκέψης):
με το ego cogito του Cartesio — λέει ο Hegel — η φιλοσοφία πατά για πρώτη φορά στεριά, όπου μπορεί να είναι στο σπίτι της. Αν με το ego cogito ως subiectum υπό κατεξοχήν έννοια επιτυγχάνεται το fundamentum absolutum, τότε αυτό σημαίνει ότι το υποκείμενο είναι το ὑποκείμενον μετατεθειμένο στη συνείδηση, εκείνο που είναι αληθινά παρόν, το οποίο στη γλώσσα της παράδοσης φέρει το κάπως ακαθόριστο όνομα της ουσίας (ZD, 68/175-176).

Στην εγελιανή αρχή που ορίζει να νοείται και να εκφράζεται «το αληθές όχι ως ουσία, αλλά εξίσου αποφασιστικά ως υποκείμενο» (Phä., 14/1, 13), ο Heidegger διαβλέπει την εδραίωση και περαιτέρω εμβάθυνση του καρτεσιανού εγχειρήματος να αποδοθεί στο υποκείμενο ο τίτλος της ουσίας, εγχείρημα που ολοκληρώνεται με τη νιτσεϊκή διδασκαλία της βούλησης για δύναμη, η οποία αποδίδει στο Subjekt το κατηγόρημα της οντολογικής ανεξαρτησίας, αποδιδόμενο από την ελληνική μεταφυσική στο μόνιμο είναι και από τη χριστιανική στον Θεό: στον Hegel, σύμφωνα με αυτή τη γραμμή ερμηνείας, «η ουσία είναι κατ’ ουσίαν υποκείμενο, δηλαδή απόλυτη υποκειμενικότητα» (GA 49, 174).

Από την εξέταση που πραγματοποιήθηκε στο πρώτο κεφάλαιο (πρβλ. §1.2.2), φάνηκε πώς η χαϊντεγκεριανή ανάγνωση διαστρεβλώνει σε βάθος την ερμηνευτική επιχείρηση που διεξήγαγε ο Hegel έναντι του Cartesio: αναδεικνύοντας μόνο την οικιακή μεταφορά (το «sentirsi a casa» (να αισθάνεται κανείς σαν στο σπίτι του)) του απολογητικού χωρίου των Lezioni (πρβλ. VGPh III, 120/66) και παραμερίζοντας τη ναυτική (το «trovarsi ancora in alto mare» (να βρίσκεται ακόμη στο πέλαγος)), ο Heidegger φωτίζει μόνο την ταύτιση απόψεων μεταξύ Hegel και Cartesio, χωρίς όμως να λαμβάνει υπόψη την εκ νέου συζήτηση του έσχατου νοήματος της κληρονομιάς του Γάλλου στοχαστή, που καθίσταται φανερή από την εγελιανή απόφαση να φέρει εις πέρας την αποστολή του, δηλαδή εκείνη τη συγκεκριμένη μορφή Vollendung που συνίσταται στην επανανοηματοδότηση του σημείου άφιξης της καρτεσιανής διάβασης: την αποκέντρωση του υποκειμένου μέσα στην ουσία. Επιπλέον, διαχωρίζοντας τις δύο εικόνες και μη αναγνωρίζοντας την απορητική τους ενότητα, ο Heidegger παρερμηνεύει και το αληθινό κίνητρο της εγελιανής συμμετοχής στην καρτεσιανή προοπτική — που διατυπώνεται μέσω της ταυτοτικής μορφής της οικίας· κίνητρο που δεν συνίσταται στην προσχώρηση σε έναν εγωλογικό και συνειδησιοκρατικό φονταμενταλισμό, αλλά στην επανάληψη του εκκεντρικού ταξιδιού, που επιτελείται ασυνείδητα στην Τρίτη Meditazione, από το υποκείμενο προς την ουσία.

Η απαρχή της χαϊντεγκεριανής παρερμηνείας ανάγεται, σε τελική ανάλυση, στην εσφαλμένη απόδοση στην hegeliana ουσία της μονιστικής και οντοθεολογικής σημασίας της causa sui, δηλαδή του ύψιστου όντος και θεμελίου της πραγματικότητας. Υποστηρίζοντας ότι στον Spinoza ο Hegel βρίσκει την ολοκληρωμένη «οπτική γωνία» της ουσίας (M. Heidegger, Die onto-theo-logische Verfassung..., ό.π., σ. 43· ιταλ. μτφρ. La costituzione onto-teo-logica..., ό.π., σ. 21. Στα ίδια συμπεράσματα καταλήγει και ο Klaus Düsing: «ξεκινώντας από τη μεταφυσική της απόλυτης υποκειμενικότητας, ο Hegel μπορεί να διατυπώσει ήδη στον πρόλογο της Fenomenologia το προγραμματικό αίτημα να “συλλάβουμε και να εκφράσουμε το αληθές όχι ως ουσία, αλλά εξίσου αποφασιστικά ως υποκείμενο”. Είναι σαφές ότι το αληθές δεν είναι μόνο, αλλά είναι βεβαίως και μια καθολικά περιεκτική ουσία με την έννοια του Spinoza, η οποία πρέπει να αναπτυχθεί έως το υποκείμενο […]. Η μεταφυσική του Hegel λαμβάνει έτσι τη δική της αδιαμφισβήτητη μορφή ως μεταφυσική της απόλυτης υποκειμενικότητας, μέσω μιας μεταφυσικής υπέρβασης και ταυτόχρονα διατήρησης του σπινοζισμού» (K. Düsing, Von der Substanz zum Subjekt. Hegels spekulative Spinoza-Deutung, στο AA.VV., Spinoza und der Deutsche Idealismus, επιμ. Manfred Walther, Königshausen & Neumann, Würzburg 1991, σσ. 163-180, ιδίως σ. 168). Παρεμφερής είναι και η ανάγνωση του Walter Jaeschke, ο οποίος αναγνωρίζει στο Grundsatz του προλόγου της Fenomenologia «μια κίνηση από την ουσία στο υποκείμενο, άρα μια αντίστροφη κίνηση σε σχέση με το καρτεσιανό πέρασμα από την έννοια του εγώ, δηλαδή του υποκειμένου, στην έννοια της ουσίας. Αλλά με “ουσία” ο Hegel δεν εννοεί πλέον την ουσιακότητα της ψυχής, δηλαδή τη res cogitans. Η έννοια της ουσίας δηλώνει εδώ, με τον Spinoza, τη μία και αληθή πραγματικότητα, το Ένα, το αυθεντικό και άνευ όρων ον» (W. Jaeschke, Substanz und Subjekt, ό.π., σ. 450).), ο Heidegger μπορεί να εντάξει τον Hegel στη Seinsgeschichte και να τον θεωρήσει συνεχιστή και τελειοποιητή της καρτεσιανής προοπτικής, εκείνον που εγκαινιάζει την ολοκλήρωση της δυτικής μεταφυσικής και προετοιμάζει την έλευση του Nietzsche. Εφόσον αδιαφορεί πλήρως για τη νέα εγελιανή χαρτογράφηση του Substanzbegriff (η έννοια της ουσίας), που προκύπτει από την κίνηση ανάληψης, μετασχηματισμού, αλληλοδιείσδυσης και απορρόφησης των αρχαίων και νεότερων αντιλήψεων περί ουσίας — πρωτίστως και της σπινοζικής στη διδασκαλία της Seele (ψυχής) — ο Heidegger δεν μπορεί να διακρίνει ότι ο στοχαστής της Στουτγάρδης δεν θεοποιεί το υποκείμενο, δεν του αποδίδει τις θεολογικές ιδιότητες της μοναδικότητας και της απειρίας, της αυτοαιτιότητας και της αυτάρκειας στο είναι, δεν το ανυψώνει στον ύψιστο βαθμό της πρώτης αιτίας και ουσιώδους αρχής του όντος· αντιθέτως, το μετατοπίζει στην ψυχική ουσία, το αποκεντρώνει στη σφαίρα του ασυνειδήτου.

«“Descartes ist an allem schuld!” lautet die Anklage im Prozeß der Moderne gegen die Neuzeit» (Ο Descartes φταίει για όλα!» — έτσι διατυπώνεται η κατηγορία στη δίκη της νεωτερικότητας εναντίον των Νέων Χρόνων, H. Schnädelbach, Descartes und das Projekt der Aufklärung, ό.π., σ. 188), έχει παρατηρηθεί· ωστόσο, τουλάχιστον σύμφωνα με τα πορίσματα της έρευνας, ανακύπτει η αμφιβολία ότι η δίκη κατά του Cartesio υπήρξε πρόχειρη και μονομερής: αναμφισβήτητα αιτιολογημένη σε σχέση με τη νεωτερικότητα, αλλά κάπως άδικη ως προς το νεότερο. Δεν υπάρχει τίποτε να αντιτάξει κανείς στη heideggeriana διάγνωση σύμφωνα με την οποία με τον Cartesio ο άνθρωπος ανυψώνεται σε υποκείμενο.

Πρέπει οπωσδήποτε να δούμε σε αυτή τη λέξη subjectum τη μετάφραση του ελληνικού ὑποκείμενον. Η λέξη δηλώνει αυτό που βρίσκεται-πριν, αυτό που συγκεντρώνει τα πάντα μέσα του ως θεμέλιο. Αυτή η μεταφυσική σημασία της έννοιας του υποκειμένου δεν έχει αρχικά καμία ιδιαίτερη αναφορά στον άνθρωπο, και ακόμη λιγότερο στο εγώ. Αλλά η συγκρότηση του ανθρώπου ως πρώτου και αυθεντικού subjectum επιφέρει το εξής: ο άνθρωπος καθίσταται εκείνο το ον στο οποίο κάθε [άλλο] θεμελιώνεται κατά τον τρόπο του είναι και της αλήθειάς του. Ο άνθρωπος γίνεται το κέντρο αναφοράς του όντος ως τέτοιου (GA 5, 88/85-86).

Der Mensch wird zur Bezugsmitte des Seienden als solchen (Ο άνθρωπος καθίσταται το κέντρο αναφοράς του όντος ως τέτοιου.): η νεωτερικότητα εκτυλίσσεται κατά μήκος μιας τροχιάς που προχωρεί από την περιφέρεια προς το κέντρο, χαράσσει μια κίνηση που βλέπει προοδευτικά το καρτεσιανό πτολεμαϊκό υποκείμενο να κατακτά το προσκήνιο της οντολογικής σκηνής, να καθίσταται πλήρως λόγος ύπαρξης και έσχατη αλήθεια της πραγματικότητας. Στη decisiva συμβολή του Heidegger, στην αδιαμφισβήτητη ανασυγκρότησή του της νεωτερικότητας, πρέπει να προστεθεί η επανεξέταση του νεότερου που διαφαίνεται στο φροϋδικό κείμενο Una difficoltà della psicoanalisi (Μια δυσκολία της ψυχανάλυσης). Στον νεότερο κόσμο, γράφει ο Freud, παρατηρείται ένα αντίρροπο κίνημα σε σχέση με την εποχή κατά την οποία ο άνθρωπος συλλάμβανε την κατοικία του (Wohnsitz), τη γη, ακίνητη στο κέντρο του σύμπαντος (im Mittelpunkte des Weltalls) και, όπου κι αν έστρεφε το βλέμμα, βρισκόταν πάντοτε «στο κέντρο ενός κύκλου που περικλείει τον εξωτερικό κόσμο». Η κεντρική θέση της γης «αποτελούσε ωστόσο εγγύηση για τον κυρίαρχο ρόλο που ασκούσε μέσα στο σύμπαν και του φαινόταν να συμφωνεί απολύτως με την κλίση του να αισθάνεται κύριος αυτού του κόσμου». Πάνω στο ναρκισσιστικό αυτό οπτασιακό της ανθρωπότητας έπληξαν διαδοχικά τρεις βαριές ταπεινώσεις: η πρώτη, κοσμολογικής προέλευσης, που απορρέει από την κοπερνίκεια επανάσταση· η δεύτερη, βιολογική, συνδεδεμένη με τις ανακαλύψεις του Darwin· και τέλος η τρίτη, ψυχολογικής τάξης, αποκαλύπτει ότι το Εγώ δεν είναι κύριος στο ίδιο του το σπίτι (S. Freud, Eine Schwierigkeit der Psychoanalyse, ό.π., σ. 11· ιταλ. μτφρ. Una difficoltà della psicoanalisi, ό.π., σ. 663), δηλαδή ότι η συνείδηση είναι μόνο μέρος και όχι το σύνολο της ψυχικής ζωής.

Από αυτό προκύπτει όχι μόνο ότι ο άνθρωπος δεν είναι η τελική αιτία της δημιουργίας, ούτε ο κύριος και κάτοχος της φύσης, αλλά και ότι το υποκείμενο δεν μπορεί να φιλοδοξεί ούτε καν στον έλεγχο — για να μη μιλήσουμε για κυριαρχία — του εσωτερικού κόσμου, ευρισκόμενο στο έλεος δυνάμεων που το υπερβαίνουν και το καθυποτάσσουν. Εφόσον οι δύο πρώτες επαναστάσεις προετοιμάζουν την ψυχαναλυτική, ο Freud περιγράφει το νεότερο ως μια πορεία από το κέντρο προς την περιφέρεια, μέσα στην οποία αναδεικνύεται σταδιακά το εκκεντρικό κοπερνίκειο υποκείμενο, εξαρχής μη ταυτόσημο με τον εαυτό του, συστατικά ριζωμένο σε μια σφαίρα αφαιρεμένη από την κυριαρχία του εγώ.

Συγκρίνοντας τις ερμηνείες του Heidegger και του Freud, διαγράφεται αφενός μια κεντρομόλος κίνηση και αφετέρου μια φυγόκεντρη διαδικασία: η δυσαρμονία των δύο διαγνώσεων της Neuzeit δεν πρέπει να ωθήσει βιαστικά σε συστράτευση με τη μία ή την άλλη, σε απόφαση σύμφωνα με τη δυαδική λογική του aut aut (είτε – είτε)· πρέπει αντίθετα να παραμείνουμε μέσα στην αντίφαση, να σταθούμε στο et-et (και – και), διότι μόνο αν θεωρηθεί ενιαία η αντιπαράθεση διασφαλίζεται η κοινή ρίζα των δύο διεργασιών που εκπηγάζουν από την καρτεσιανή φιλοσοφία.

Αν όσα ειπώθηκαν σχετικά με το νεότερο και το αποκεντρωμένο υποκείμενο είναι εύλογα, μπορούμε να αναρωτηθούμε μήπως η άλλη αρχή, που θέτει τη σκέψη στον δρόμο της υπέρβασης του μηδενισμού, της υπέρβασης της υποκειμενιστικής έκβασης της νεωτερικότητας, πρέπει να διαμορφωθεί με τη μορφή επιστροφής στην αρχή της Neuzeit, της Andenken του λησμονημένου από το νεότερο Cartesio, της Erinnerung (ενθύμησης) εκείνου που δεν υπήρξε ποτέ, ενός ακόμη ανεξερεύνητου μονοπατιού, άξιου να ανακαλυφθεί, να διασχιστεί και να αποσπαστεί από την πολυαιώνια λήθη. Αν η Anfang διατηρεί μέσα της ένα πλεόνασμα νοήματος σε σχέση με τις εξελίξεις που την ακολούθησαν ιστορικά, αν αποτελεί το σημείο τομής του πραγματικού και του δυνατού, του ήδη συμβεβηκότος και εκείνου που αξιακά οφείλει να συμβεί, τότε η σκέψη μπορεί να επιστρέψει στον Cartesio και, μαζί του, σε ολόκληρο τον αστερισμό του νεότερου, χωρίς τον φόβο ότι επιτελεί μια αναχρονιστική επιχείρηση ή ότι βυθίζεται στην άβυσσο της μηδενιστικής του εκτροπής, αλλά με την ελπίδα να επαναπατριστεί στον τόπο της χαμένης και λησμονημένης καταγωγής του, της λύτρωσης και της σωτηρίας του. Όπως θα λέγαμε: «Wo aber Gefahr ist, wächst / Das Rettende auch» («Όπου όμως υπάρχει κίνδυνος, εκεί αυξάνεται / και το σωτήριο.») (
F. Hölderlin, Patmos (Erste Fassung), στ. 3-4, στο Id., Sämtliche Werke und Briefe, 3 τόμ., επιμ. M. Knaupp, Hanser, München-Wien 1992, Bd. I, σ. 447.).


Σημειωσεις

²² H. Schnädelbach, Descartes und das Projekt der Aufklärung, ό.π., σ. 188.

²² S. Freud, Eine Schwierigkeit der Psychoanalyse, στο Id., Gesammelte Werke, ό.π., Bd. XII, σσ. 3-12, ιδίως σ. 7· ιταλ. μτφρ. Una difficoltà della psicoanalisi, στο Opere, ό.π., τ. VIII, σσ. 657-664, σ. 660..

Τετάρτη 18 Φεβρουαρίου 2026

Υποκείμενο και νεωτερικότητα - Οι Hegel, Nietzsche και Heidegger ερμηνευτές του Καρτέσιου (24)

Συνέχεια από Δευτέρα 2. Φεβρουαρίου 2026


Υποκείμενο και νεωτερικότητα 24

Οι Hegel, Nietzsche και Heidegger ερμηνευτές του Καρτέσιου


Του Roberto Morani

4 Συμπεράσματα


4.2. Το μοντέρνο και η νεωτερικότητα: δύο μορφές του υποκειμένου σε αντιπαραβολή

Αφού ανατρέξαμε εκ νέου στις εξελίξεις και επανεξετάσαμε τους σκοπούς των ερμηνειών των Hegel, Nietzsche και Heidegger, πρέπει τώρα να αναδείξουμε τις εννοιολογικά πλέον σημαντικές όψεις τους για τη σύγχρονη σκέψη. Ήδη από τον τίτλο Soggetto e modernità θελήσαμε να υπαινιχθούμε ότι το θεμελιώδες ζήτημα αυτής της έρευνας αφορά την ουσία της υποκειμενικότητας και της Neuzeit, μέσα στη δισημία τους ανάμεσα σε παρακμή και επικαιρότητα.

Ιδωμένα από αυτή την προβληματική προοπτική, τα συμπεράσματα στα οποία κατέληξε η εργασία εμφανίζονται μάλλον απρόσμενα σε σχέση με τα κεκτημένα της σημερινής φιλοσοφικής συζήτησης, η οποία κυριαρχείται πράγματι από θέσεις κριτικής προς τη νεότερη εποχή, θεωρούμενη, από τη μεγάλη πλειονότητα των σύγχρονων στοχαστών, κληρονομιά όχι μόνο ξεπερασμένη, αλλά ακόμη και απαράδεκτη, διότι στην ιδρυτική της στιγμή ανάγεται η απαρχή της βίας που εκδιπλώθηκε στα ολοκληρωτικά καθεστώτα και στις ανείπωτες τραγωδίες του περασμένου αιώνα. «Der Zeitgeist ist anticartesianisch» (H. Schnädelbach, Descartes und das Projekt der Aufklärung, ό.π., σ. 186.), έχει εύστοχα επισημανθεί· όμως, μέσα στην αποστασιοποίηση από τον Cartesio που διακηρύσσει η σκέψη του καιρού μας, διακυβεύεται η συνολική απόρριψη της Neuzeit, αιτιολογημένη από τα ολέθρια αποτελέσματά της, από την ολοκληρωτική αποτυχία του σχεδίου της.

Η μέχρι τώρα έρευνα κατέστησε δυνατή την κατάκτηση μιας διαφορετικής θεώρησης της νεότερης εποχής, η οποία εμφανίζεται πεισματικά απρόθυμη να ταυτιστεί ολοκληρωτικά με τη διαδικασία θεμελίωσης του απολύτου υποκειμένου. Η δυνατότητα της Neuzeit να προσφερθεί σε μια θετική επαναξιολόγηση προκύπτει ακριβώς από την απόσταση που διαπιστώνεται ανάμεσα στην απαρχή της, στις δυνατότητές της — όπως, λ.χ., στο ιδεώδες της ανθρώπινης χειραφέτησης («Στην καντιανή εξύμνηση του Aufklärung εκδηλώνεται η νεωτερική ένταση προς την ελευθερία, την αυτονομία, την κριτική λειτουργία της γνώσης και της συνείδησης έναντι του υπάρχοντος, προς την απόρριψη της εγγενούς αξίας της αυθεντίας — ιδεώδη στα οποία κανείς δεν θα μπορέσει ποτέ να παραιτηθεί και τα οποία πολύ λιγότερο μπορούν να αναχθούν μονοσήμαντα σε μια συγκαλυμμένη βούληση κυριαρχίας:
«Διαφωτισμός είναι η έξοδος του ανθρώπου από την ανωριμότητα για την οποία είναι ο ίδιος υπαίτιος. Ανωριμότητα είναι η ανικανότητα να χρησιμοποιεί κανείς τον ίδιο του τον νου χωρίς την καθοδήγηση κάποιου άλλου. Υπαίτια είναι αυτή η ανωριμότητα όταν η αιτία της δεν βρίσκεται στην έλλειψη νου, αλλά στην έλλειψη απόφασης και θάρρους να χρησιμοποιεί κανείς τον δικό του νου χωρίς την καθοδήγηση ενός άλλου. Sapere aude! Έχε το θάρρος να χρησιμοποιείς τον δικό σου νου!»

(I. Kant, Beantwortung der Frage: Was ist Aufklärung? [1784], στο Kants Werke, ό.π., Bd. VIII, σ. 35-42, ιδίως σ. 35· ιταλ. μτφρ. Risposta alla domanda: cos’è illuminismo?, στο Scritti di storia, politica e diritto, επιμ. F. Gonnelli, Laterza, Roma-Bari 1995, σ. 45-52, ιδίως σ. 45).) — και στα δραματικά αρνητικά της αποτελέσματα, στις τεράστιες συμφορές και στις φρικτές σφαγές που τη σημάδεψαν.

Αν είναι αληθές ότι «η νεότερη φιλοσοφία είναι φιλοσοφία της υποκειμενικότητας» (VGP 1, 202), αν δηλαδή το Subjektivitätsprinzip αντιπροσωπεύει το θεμέλιο της γένεσης, της εσωτερικής πορείας και της κατάληξης της Neuzeit, τότε η (εκ νέου) ανακάλυψη μιας αποκεντρωμένης διαμόρφωσης του υποκειμένου εξασφαλίζει το αναγκαίο εννοιολογικό εργαλείο για μια πιο αρθρωμένη και συνολικότερη αξιολόγηση του νεότερου κόσμου.

Η Neuzeit, πράγματι, δεν εμφανίζεται μόνο ως η εποχή του Ολοκαυτώματος, των γκουλάγκ, της ατομικής βόμβας, του λουτρού αίματος των παγκοσμίων πολέμων, αλλά και ως η εποχή της Γαλλικής Επανάστασης, των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, των εικοστού αιώνα προσπαθειών για συμμετοχική και μαζική δημοκρατία, της «έφοδου στον ουρανό» στο όνομα της ελευθερίας και της ισότητας, του αγώνα ενάντια στην καταπίεση ανθρώπου από άνθρωπο· εν ολίγοις, όχι μόνο ένα δειγματολόγιο φρίκης, αλλά μια κοιτίδα κατακτήσεων και αιτημάτων που δεν ανάγονται ειρηνικά στη βούληση ισχύος του απολύτου υποκειμένου, αλλά αποδίδονται σε μια ποιοτικά διαφορετική υποκειμενικότητα.[Woke υποκειμενικότητα. ΤΟ ΕΓΩ ΜΟΥ, ΤΟ ΣΩΜΑ ΜΟΥ, ΕΙΝΑΙ ΔΙΚΟ ΜΟΥ ΚΑΙ ΤΟ ΚΑΝΩ ΟΤΙ ΘΕΛΩ]

Πρέπει ωστόσο να συμφωνήσουμε με τον Heidegger και με τους σύγχρονους επικριτές τής φιλοσοφίας της υποκειμενικότητας όταν υποστηρίζουν ότι η νεωτερικότητα αποκάλυψε προοδευτικά ένα πρόσωπο ολοένα και πιο τρομακτικό, τυραννικό, αυταρχικό — χαρακτήρα που της ανήκει ενδόμυχα και που δεν μπορεί με κανέναν τρόπο να υποβαθμιστεί σε απλή ρωγμή ή ατύχημα της πορείας της.

Είναι αδιαμφισβήτητο ότι από τον Bacone στον Cartesio, από τον Hobbes στον Kant, από τον Marx στον Nietzsche, επιβλήθηκε σταδιακά μια υποκειμενικιστική μορφή της υποκειμενικότητας, εγωιστικά προσανατολισμένη στη συστηματική καταδυνάστευση της φύσης και στην καθυπόταξη του κόσμου· ότι ενεργοποιήθηκε μια διαδικασία μέσα στην οποία η απελευθέρωση του ανθρώπου σήμαινε την ανύψωσή του σε θεμέλιο της πραγματικότητας, σηματοδοτώντας μια πορεία που κατέληξε, στην εποχή της τεχνικής, στη μετατροπή του ίδιου του ανθρώπου από υποκείμενο σε αντικείμενο κυριαρχίας (Ο Mario Ruggenini έχει επισημάνει ότι «ο κόσμος της τεχνικής είναι ο κόσμος της κυριαρχίας, στον οποίο βρίσκεται υποταγμένος ο ίδιος ο άνθρωπος, ο οποίος ως υποκείμενο είχε σχεδιάσει και ονειρευτεί την άνευ όρων κυριαρχία του επί της γης. Πίσω από την ιδεολογία του υποκειμένου αποκαλύπτεται έτσι, από τη σκέψη που διαπερνά την ουσία της τεχνικής, η πραγματικότητα που αυτή καλύπτει και αποκρύπτει, δηλαδή η πληρέστερη καθυπόταξη του ανθρώπου, με τη μορφή, αφενός, της μείωσης του είναι του σε υλικό διαθέσιμο για τις επιχειρήσεις της κυριαρχίας και, αφετέρου, σε λειτουργό […] που δεν τις διαχειρίζεται ούτε τις διοικεί, παρά μόνον καθόσον διοικείται ο ίδιος και απασχολείται […]. Η σκέψη που ερωτά την ιστορία του Είναι φέρνει έτσι στο φως μια αληθινή διαλεκτική της υποκειμενικότητας, η οποία βρίσκει την ολοκλήρωσή της στον κόσμο της τεχνικής: καθιστάμενος υποκείμενο, ο άνθρωπος δεν απελευθερώνεται για μια ασφαλέστερη αυτοεπιβεβαίωση, αλλά η κυριαρχία του μετατρέπεται στη δουλεία του» (M. Ruggenini, Il soggetto e la tecnica…, ό.π., σ. 318-319).).

Δεν είναι δύσκολο να ανακεφαλαιωθεί, σε γενικές γραμμές, η μακρά πορεία της νεωτερικότητας: η γένεσή της ανάγεται στον Bacone, ο οποίος ρήγνυται με την προηγούμενη θεωρητική–θεωρησιακή παράδοση και εγκαινιάζει μια νέα θεωρητική κατεύθυνση, σημαδεμένη από τον εργαλειακό και πρακτικο-επιχειρησιακό προορισμό της γνώσης, από την ανύψωση σε κριτήρια της αλήθειας της λειτουργικότητας, της αποτελεσματικότητας, της ικανότητας επίτευξης αποτελεσμάτων χρήσιμων για την κυριαρχία του ανθρώπου επί του κόσμου ((Εμβληματικές είναι οι δηλώσεις του Bacone ότι τα μυστικά της φύσης «δεν προκύπτουν τόσο από την ίδια τη φύση σε ελεύθερη κατάσταση, όσο από τις δοκιμές και τις καταπονήσεις της τέχνης» (F. Bacon, Advancement of learning, στο The Works of Francis Bacon, ό.π., τ. III, σ. 261-491, ιδίως σ. 333· ιταλ. μτφρ. La dignità e il progresso del sapere divino e umano, στο Id., Scritti filosofici, ό.π., σ. 131-361, ιδίως σ. 207) και ότι «η επιστήμη και η ανθρώπινη δύναμη συμπίπτουν, διότι η άγνοια της αιτίας στερεί το αποτέλεσμα» (F. Bacon, Instauratio Magna…, ό.π., σ. 157· ιταλ. μτφρ. La grande instaurazione…, ό.π., σ. 552).

Αποκαλυπτική είναι επίσης η αναγωγή της χειραφέτησης του νου στον εξαγνισμό της ανθρώπινης κατάστασης και στη «διεύρυνση της εξουσίας του ανθρώπου επί της φύσης. Μετά την αμαρτία, ο άνθρωπος εξέπεσε από την κατάσταση αθωότητάς του και από την κυριαρχία του επί των δημιουργημένων πραγμάτων. Αλλά και τα δύο μπορούν να ανακτηθούν, τουλάχιστον εν μέρει, σε αυτή τη ζωή: το πρώτο μέσω της θρησκείας και της πίστης, το δεύτερο μέσω των τεχνών και των επιστημών» (F. Bacon, Instauratio Magna, ό.π., σ. 364-365· ιταλ. μτφρ. La grande instaurazione…, ό.π., σ. 795· η πλάγια έμφαση δική μου).

«Σκοπός της επιστήμης είναι η δύναμη» (T. Hobbes, Elementorum Philosophiae Sectio prima De corpore [1655], στο Thomae Hobbes Malmesburiensis Opera Philosophica quae latine scripsit omnia, in unum corpus nunc primum collecta, επιμ. Gulielmi Molesworth, 5 τ., Bohm, Londini 1839-1845, τ. I, σ. 6· ιταλ. μτφρ. Il corpo, στο Elementi di filosofia, επιμ. A. Negri, UTET, Torino 1972, σ. 61-489, ιδίως σ. 74).

Αναφερόμενος στις προόδους της νεότερης φυσικής, ο Kant αντλεί το δίδαγμα «ότι η λογική βλέπει μόνο εκείνο που η ίδια παράγει σύμφωνα με το δικό της σχέδιο και ότι, με τις αρχές των κρίσεών της κατά αμετάβλητους νόμους, πρέπει η ίδια να προπορεύεται και να αναγκάζει τη φύση να απαντά στα ερωτήματά της — και όχι να αφήνεται να καθοδηγείται από αυτήν, τρόπον τινά με τα ηνία· διότι διαφορετικά οι παρατηρήσεις μας, γινόμενες τυχαία και χωρίς προδιαγεγραμμένο σχέδιο, δεν θα κατέληγαν σε αναγκαίο νόμο, τον οποίο όμως η λογική αναζητεί και χρειάζεται. Είναι λοιπόν αναγκαίο η λογική να προσέρχεται στη φύση κρατώντας στο ένα χέρι τις αρχές σύμφωνα με τις οποίες μόνο μπορούν τα σύμφωνα φαινόμενα να έχουν ισχύ νόμου, και στο άλλο το πείραμα, το οποίο έχει συλλάβει σύμφωνα με αυτές τις αρχές — για να διδαχθεί βεβαίως από τη φύση, αλλά όχι ως μαθητής που αφήνεται να ακούει ό,τι αρέσει στον δάσκαλο, αλλά ως δικαστής που αναγκάζει τους μάρτυρες να απαντούν στα ερωτήματα που τους θέτει. Η φυσική, συνεπώς, οφείλει αυτή την τόσο ευτυχή επανάσταση της μεθόδου της μόνο σε αυτή την ιδέα, ότι η λογική πρέπει — χωρίς να φαντασιολογεί γι’ αυτήν — να αναζητεί στη φύση, σύμφωνα με ό,τι η ίδια θέτει μέσα της, εκείνο που πρέπει να μάθει από αυτήν και για το οποίο από μόνη της δεν θα μπορούσε να γνωρίζει τίποτε» (I. Kant, Kritik der reinen Vernunft, 2η έκδ. 1787, ό.π., σ. 10· ιταλ. μτφρ. Critica della ragion pura, ό.π., τ. I, σ. 18-19).

Δεν είναι τυχαίο ότι ο Marx αντιμετωπίζει με θαυμασμό το χωρίο του Discorso sul metodo που αφορά την ανύψωση του ανθρώπου σε κύριο και κάτοχο της φύσης, έστω κι αν αναστρέφει τη σχέση αιτιότητας μεταξύ θεωρητικής μεταβολής και μετασχηματισμού της πράξης. Πρβλ. K. Marx, Das Kapital. Kritik der politischen Ökonomie, Erster Band: Der Produktionsprozeß des Kapitals, Hamburg 1872, στο Karl Marx-Friedrich Engels Gesamtausgabe, Zweite Abteilung: «Das Kapital» und Vorarbeiten, Dietz, Berlin 1987, Bd. VI, σ. 380, σημ. 111· ιταλ. μτφρ. Il capitale. Critica dell’economia politica, 3 τ., επιμ. D. Cantimori, R. Panzieri, M. L. Boggeri, Editori Riuniti, Roma 1989, τ. I, σ. 433.

(Το κατά πόσον η μαρξική θεωρητική κληρονομιά δεν ανάγεται στον μηδενισμό της νεωτερικότητας και ανήκει πλήρως στην υπόγεια παράδοση του νεότερου, είναι ζήτημα που δεν μπορεί να συζητηθεί εδώ.)).

Αναγγέλλοντας ότι οι πρόοδοι της νέας επιστήμης θα καταστήσουν τον άνθρωπο maître et possesseur de la nature, (κύριος και κάτοχος της φύσης)ο Cartesio αναλαμβάνει και προωθεί τη βακωνική κληρονομιά, επιτελώντας μια κίνηση που θα παραληφθεί πρώτα από τον Hobbes και κατόπιν από τον Kant, ο οποίος, στον πρόλογο της δεύτερης έκδοσης της Critica della ragion pura, θα κατανοήσει πλήρως ότι η λογική δεν περιορίζεται στο να αντικατοπτρίζει παθητικά μια αμετάβλητη ήδη δοσμένη τάξη, ούτε αφήνει να είναι η φανέρωση του όντος όπως αυτό εκδιπλώνεται αφ’ εαυτού, αλλά κατασκευάζει ενεργητικά τις συνθήκες της φανέρωσης και της γνωσιμότητας της πραγματικότητας, καθιστάμενη έτσι νομοθετούσα.

Μετά την επανάληψη και την επανεκκίνηση της καρτεσιανής παραγωγιστικής στροφής από τον Marx, ο Nietzsche φέρνει στο φως τις τραγικές συνεπαγωγές του προταγματικού χαρακτήρα της λογικής, εντοπίζοντάς τες στον θάνατο του Θεού και στον μηδενισμό: για να υπερβεί το καταστροφικό αποτέλεσμα της πλατωνικο-χριστιανικής παράδοσης, ο Nietzsche ποντάρει στην οριστική κατάρριψη κάθε απατηλής μεταφυσικής εγγύησης και στην απεριόριστη εκδίπλωση της παραγωγικότητας του υποκειμένου.
Εάν ο δικαστής της καντιανής δίκης, η Vernunft, έθετε στο εδώλιο μόνο τη φαινομενική φύση, υπό το μεγαλείο του δικαστηρίου του Zarathustra εμφανίζονται χρόνοι, κόσμοι, χώροι, πράγματα, κακό, καλό, ιερό, ιστορία, φύση, πραγματικότητα, δυνατότητα, ουσία, είναι… και τίποτε από όλα αυτά δεν εμφανίζεται προικισμένο με αυτόνομη οντολογική σύσταση· τα πάντα απορροφώνται και ανάγονται στη Wille zur Macht.
Συνειδητό της μοναδικής και αποκλειστικής κυριαρχίας του επί της ολότητας του όντος, το υποκείμενο ταυτίζεται άνευ όρων με κάθε υποθετική ετερότητα, αναλαμβάνει την ευθύνη να προφέρει το σωτηριολογικό Ja-sagen απέναντι στη ζωή, δυνάμει της θαυματουργού παρουσίας της βούλησης πίσω από κάθε παρελθόν, παρόν και μέλλον γεγονός.

Αλλά πώς μπορεί η Wille zur Macht — μια βούληση μέσα στην οποία δεν αναπνέει πλέον το καθολικό, αλλά η ακόρεστη ορμή να επεκτείνει απεριόριστα την ισχύ της και να αυξάνει την κυριαρχία της — να δώσει στη ζωή ένα μη υποκειμενικιστικό νόημα; Μπορεί ένα αυταρχικό υποκείμενο, που προβάλλει το φως του σε έναν κατά τα άλλα «αντικειμενικό» κόσμο ασήμαντο, αδιαφανή, άμορφο, να αντιμετωπίσει το αποφασιστικό ερώτημα περί του νοήματος της ύπαρξης;

Ένα πράγμα φαίνεται βέβαιο: η μορφή του υποκειμένου που εξέφρασε και εξακολουθεί να εκφράζει την ιστορική αλήθεια του καιρού μας (Ο Nietzsche κατόρθωσε να προβλέψει την προσέγγιση της εποχής «στην οποία θα διεξαχθεί ο αγώνας για την κυριαρχία της γης· αυτός ο αγώνας θα διεξαχθεί στο όνομα θεμελιωδών φιλοσοφικών θεωριών» (KSA 9, 11[273]). Ποιος άλλος, πράγματι, προφήτευσε τις καταστροφικές συνέπειες της ανάδυσης της βούλησης για ισχύ;
«Διότι τώρα που η αλήθεια δίνει μάχη ενάντια στο χιλιόχρονο ψεύδος, θα έχουμε αναστατώσεις, έναν σπασμό σεισμών, βουνά και κοιλάδες που μετακινούνται, όπως ποτέ δεν είχε ονειρευτεί κανείς […]: θα υπάρξει πόλεμος, όπως ποτέ πριν επάνω στη γη» (KSA 6, 366/376).) — εκείνο το υπερτροφικό, παμφάγο υποκείμενο, ένας νέος Άτλας που βαστά στους ώμους του το νόημα και τη σύσταση του κόσμου — σήμερα δεν είναι πλέον εννοιολογικά διαβατή.

Τώρα, ποια μορφή του ανθρώπου, αν υπάρχει άραγε κάποια, μπορεί θεμιτά να αντιπαρατεθεί στη βία που εξαπέλυσε το απόλυτο υποκείμενο; Μπορούμε να επαναπροσφύγουμε στο υποκείμενο, προτείνοντας μια εναλλακτική του διαμόρφωση, που να ανακαλύπτει εκ νέου τις αυθεντικά καθολικές του αξιώσεις και τη διαθεσιμότητά του να αφήνει χώρο στην ετερότητα; Ή πρέπει να στραφούμε προς τη σύλληψη του ανθρώπου ως φύλακα και ποιμένα του Είναι, ως τοποτηρητή του μηδενός (Platzhalter des Nichts), ο οποίος αποσύρεται φρίσσοντας από την ιστορία και από την κυριαρχία επί του όντος και που ανακτά το θρησκευτικό αίσθημα του ορίου και της ακρόασης, της διαφοράς και της ετερότητας;

Παρότι δεν εγγυώνται απάντηση στο ερώτημα — μόνο μια ειδική μελέτη θα μπορούσε (ίσως) να οδηγήσει σε ένα τεκμηριωμένο και όχι πρόχειρο πόρισμα — τα κεφάλαια αυτής της εργασίας μαρτυρούν τουλάχιστον τη δυνατότητα να τεθεί το ερώτημα.

Απέναντι στο απόλυτο υποκείμενο της νεωτερικότητας, το ετεροκεντρικό υποκείμενο του μοντέρνου, ανοικτό στην ετερότητα πριν από κάθε γνώση και θεματικοποίηση, μη πρωταρχικά χαρακτηριζόμενο από την αφηρημένη και μονολογική βεβαιότητα του εαυτού, και συνεπώς απαλλαγμένο από την υποκειμενικιστική ανάγκη να πρέπει να αποδείξει την ύπαρξη του κόσμου και των άλλων υποκειμένων, εμφανίζεται ως μια οδός ακόμη βατή, κατ’ αρχήν απαλλαγμένη από τις κριτικές που έχουν καταπέσει επί του αυτοκεντρικού υποκειμένου.

Ανταποκρινόμενη στην πρόσκληση να αναγνωρίσει «την πολλαπλότητα των μορφών του εγώ στον νεότερο κόσμο και — πράγμα ακόμη σημαντικότερο — να την αναγνωρίσει όχι ως ένδεια, αλλά ως πλούτο της σκέψης, τον οποίο πρέπει διαρκώς να επαναλαμβάνει και να στοχάζεται», η σύγχρονη σκέψη μπορεί να ανακαλύψει εκ νέου τη γονιμότητα της φιλοσοφίας της υποκειμενικότητας, να ανεύρει μέσα της ακόμη ανεξερεύνητες δυνατότητες άξιες επαναστοχασμού.

Για να ελεγχθεί η ιδεατή συγχρονικότητα του νεότερου υποκειμένου, μπορεί κανείς να αναφερθεί χρήσιμα στην πιο αμφιλεγόμενη και περισσότερο επικριμένη εκδοχή του: την εγελιανή. Ανατρέχοντας στις αναλύσεις και στα συμπεράσματα του πρώτου κεφαλαίου, αναδύονται τουλάχιστον τέσσερις λόγοι που νομιμοποιούν, υπό το φως της σημερινής φιλοσοφικής συζήτησης, μια επαναξιολόγηση της εγελιανής μορφής του υποκειμένου.

Πρώτον, η πρωταρχική διάσταση της υποκειμενικότητας δεν είναι η αυτοσυνείδηση, η οποία, αντιθέτως, εμφανίζεται ως δομή συγχρόνως συστατική και παραγόμενη, ως δυνατότητα εγγεγραμμένη στα άμεσα συστατικά της ζωής του πνεύματος. Πρόκειται για μια προοπτική αυστηρά επίκαιρη, που φαίνεται να προαναγγέλλει τη σύγχρονη προβληματική περί της μη ταύτισης του εγώ με τον εαυτό του, περί της ανάγκης να διορθωθεί και να αποδυναμωθεί η ταυτοτική συγκρότηση του υποκειμένου ώστε να ανοιχθεί στους λόγους της ετερότητας, χωρίς ωστόσο να παραιτείται από τη ζωτική παρουσία της συνείδησης και από την αναντικατάστατη κριτική της λειτουργία.

Ριζώνοντας σε μια σφαίρα «άλλη» από το εγώ — μη αναγώγιμη στην εγωκεντρική του αυτοθέσμιση και στη σολιψιστική του αυτοσχέση — η εγελιανή υποκειμενικότητα επιδεικνύει συνολικά μια μη αντιδραστική στάση απέναντι στην ετερότητα· αντίθετα, την φιλοξενεί κατά τρόπο τόσο ριζικό ώστε να την καθιστά θεμελιώδη της διάσταση.
[ΠΡΟΣΩΠΟ]

Συνεχίζεται

Δευτέρα 2 Φεβρουαρίου 2026

Υποκείμενο και νεωτερικότητα - Οι Hegel, Nietzsche και Heidegger ερμηνευτές του Καρτέσιου (23)

 Συνέχεια από Σάββατο 24. Ιανουαρίου 2026

Υποκείμενο και νεωτερικότητα 23

Οι Hegel, Nietzsche και Heidegger ερμηνευτές του Καρτέσιου


Του Roberto Morani

4 Συμπεράσματα

4.1. Ο σύγχρονος Καρτέσιος

Ανάμεσα στις σπάνιες εκείνες σκέψεις που, αναγεννώμενες από αιώνα σε αιώνα, δεν παύουν να απαιτούν ερμηνεία — επειδή πρώτα απ’ όλα ασκούν πάνω μας μια ερμηνευτική — εκείνη του Καρτέσιου, ισχυρή χάρη στην αινιγματική της απλότητα, ταυτόχρονα φαινομενική και πραγματική, φθάνει στον πιο εσώτερο πυρήνα της σύγχρονης φιλοσοφίας, η οποία, σε ανταπόδοση, της επιτίθεται στα ζωντανά της έργα. (J.-L. Marion, Questions cartésiennes, PUF, Παρίσι 1991, σ. 154.)

Το ότι η αξιολόγηση του Marion σχετικά με την κυκλική σχέση που υφίσταται ανάμεσα στην κληρονομημένη από τον Καρτέσιο θεωρητική παρακαταθήκη και την αντιπαράθεση που εγκαθιδρύει μαζί της η ιδεατά σύγχρονη φιλοσοφία είναι ορθή, κατέστη δυνατό να διαπιστωθεί στα προηγούμενα κεφάλαια: αν ο Καρτέσιος, χάρη στη δύναμη και την επικαιρότητα των ερωτημάτων του, υπερβαίνει τα όρια της εποχής του, αμφισβητεί την έμφυτη αυτάρκη τάση του παρόντος να αναδιπλώνεται στον εαυτό του, θέτει σε κρίση την υπερήφανη και ματαιόδοξη αυταρέσκεια, την αφελή αξίωση ότι δεν έχει πλέον τίποτε να διδαχθεί από μια σκέψη που ανήκει σε ένα παρελθόν δήθεν οριστικά ξεπερασμένο, ο Hegel, ο Nietzsche και ο Heidegger, εκκινώντας από τα ειδικά προβλήματα της δικής τους εποχής, στράφηκαν προς την καρτεσιανή κληρονομιά με τη συνείδηση της στειρότητας μιας καθαρά αρχαιογνωστικής προσέγγισης· ανέλαβαν εκ νέου, συζήτησαν, διόρθωσαν και επικαιροποίησαν τις διδασκαλίες της, θέτοντάς τες σε αλληλεπίδραση με τα άλυτα ερωτήματα του παρόντος. Αναγνωρίζοντας σε αυτή την κληρονομιά ένα διδασκαλικό κύρος που δεν ακυρώνεται από την ιστορική απόσταση, επιχείρησαν να επιδιορθώσουν και να μηδενίσουν τη χρονική τομή που τους χώριζε από τον Καρτέσιο, μέσω της πρόσληψης, της επεξεργασίας, της μεταμόρφωσης και της επαναξιολόγησης του εννοιολογικού του αποθέματος.

Κινούμενοι από την ιδέα ότι είναι ταυτόχρονα μεταγενέστεροι και κληρονόμοι του, οι τρεις φιλόσοφοι «πλουραλοποίησαν» τη σκέψη του Καρτέσιου και την επανέφεραν, πέρα από τις ίδιες τις προθέσεις του συγγραφέα, στη συστατική της ανοιχτότητα προς πολλαπλές γραμμές ανάπτυξης, ορισμένες από τις οποίες είχαν ήδη πραγματοποιηθεί, ενώ άλλες είχαν χαθεί, λησμονηθεί ή παραμείνει ανεξερεύνητες. Παρότι ο Γάλλος στοχαστής, στην επιστολή προς τον Mersenne του Μαρτίου 1642, διεκδικεί ρητώς τον συστηματικό, ενιαίο και οργανικό χαρακτήρα του ίδιου του δογματικού του corpus — «βλέπω ότι απατάται κανείς πολύ εύκολα ως προς όσα έχω γράψει· διότι, από τη στιγμή που η αλήθεια είναι αδιαίρετη, αφαιρώντας της έστω και το ελάχιστο ή προσθέτοντάς της κάτι, την καθιστά κανείς ψευδή» (AT III, 544/1625) — ο Hegel, ο Nietzsche και ο Heidegger, προκειμένου να αναδείξουν τη θεσμική του επικαιρότητα, αμφισβήτησαν τη φαινομενική μονολιθικότητά του, αποσύνθεσαν την απορηματική του ενότητα και ανέδειξαν τον πολυκεντρικό του χαρακτήρα. Δεν θεώρησαν, ωστόσο, τις εσωτερικές ρωγμές του καρτεσιανού συστήματος και τις αποκλίνουσες θεωρητικές του κατευθύνσεις ως ένα όριο που θα έπρεπε να καταγγελθεί στο όνομα ενός αφηρημένου ιδεώδους συνοχής· αντίθετα, σε αυτές διέκριναν το πιο προφανές σημάδι της ανεξάντλητης βαθύτητας, του πλούτου και της ζωτικότητάς του.

Η πιο εμφανής όψη των καρτεσιανών αναγνώσεων που εξετάστηκαν — και, από ορισμένες απόψεις, και το σημείο της μέγιστης σύγκλισής τους — συνίσταται ακριβώς στην επιβεβαίωση της πολυδιαστατικότητας, της πολικής δομής που κρύβεται κάτω από τη δηλωμένη συνοχή της καρτεσιανής φιλοσοφίας και που προοριζόταν αργότερα να εκραγεί. Έχει, λοιπόν, δίκιο ο Eugenio Garin όταν γράφει ότι: «η μεγάλη ιστορία του καρτεσιανισμού, εκείνη που αγγίζει τις κορυφές και ίσως τον ίδιο τον σκελετό του φιλοσοφικού διαλόγου από τον 17ο αιώνα έως εμάς, όχι λιγότερο από την ιστορία των ελασσόνων και των ελαχίστων, συνιστά ένα είδος ιδιότυπου «πειράματος», όπου, κάθε φορά, ένα θέμα ή μια όψη προκρίνεται, ενώ άλλες αφήνονται στη σκιά ή λησμονούνται. Η ανάγνωση γίνεται μια άσκηση επιλογών: εκείνων ακριβώς των επιλογών που ο Καρτέσιος δεν έκανε.»( E. Garin, Vita e opere di Cartesio, όπ. παρ., σ. 205. Προσεκτικός στις αποκλίνουσες διαδρομές που ενεργοποιούνται από τον καρτεσιανισμό και από τον Cogito ειδικότερα, ο Garin υπογραμμίζει την αντίφαση ανάμεσα στους σκοπούς της τέταρτης ενότητας του Discours, η οποία συνδέεται με την επιθυμία για ελευθερία, και σε εκείνους της έκτης, που στοχεύουν στην κυριαρχία επί της φύσης. Πρόκειται για την αντίθεση ανάμεσα σε ό,τι εξαρτάται από τον άνθρωπο και σε ό,τι δεν εξαρτάται από αυτόν, στην επίλυση του να αλλάζουμε τις ανθρώπινες επιθυμίες μάλλον παρά την τάξη του κόσμου, στη φιλοσοφία που προτείνει μια ευδαιμονική αυτάρκεια και σε μια φιλοσοφία που υπόσχεται «μια σχεδόν απεριόριστη εξουσία» επί των πραγμάτων. Όλες αυτές οι αντιφάσεις, καταλήγει ο Garin, αναδύονται ακριβώς τη στιγμή της μετάβασης από το τεχνικό επάγγελμα, από τον κυρίαρχο ενθουσιασμό που εγκαινιάζει το έκτο μέρος, στην ανάγκη της René, δηλαδή του ανθρώπου «κυρίου και κατόχου της φύσης», ο οποίος οφείλει να βρει τρόπους να συμφιλιώσει τη σοφία με τη δύναμη, τη φιλοσοφία με την τεχνική, και ίσως ακόμη να νικήσει τον θάνατο. Από την άλλη πλευρά, τα ιδανικά της αρχαίας σκέψης, που συνήθως διατυπώνονται ως απολύτως διαφορετικά από τα νεότερα, είναι παρόντα ήδη στο έργο του Descartes. Ανανεώνοντας, πράγματι, κατά μία έννοια, τον αρχαίο σκοπό της ανάγκης της αρετής, ο Descartes προτείνει έναν νέο τρόπο ζωής, στον οποίο η επιθυμία να «μάθει να ζει» (apprendre à vivre) έχει ως τελικό σκοπό την αύξηση της γνώσης της αναγκαιότητας (πρβλ. Cambier, Descartes et la morale, όπ. παρ., σ. 78).)

Η ανακάλυψη και η επιλογή, εντός της καρτεσιανής σκέψης, αντιθετικών εννοιολογικών κατευθύνσεων συνιστούν τις δύο θεμελιώδεις ερμηνευτικές πράξεις που επιτελούν ο Hegel, ο Nietzsche και ο Heidegger, και οι οποίες καθιστούν εφικτή την περαιτέρω κίνηση διάκρισης των αρνητικών και παρωχημένων στοιχείων από εκείνα τα φιλοσοφικώς γόνιμα, άξια επανάληψης, επανεξέτασης και αφομοίωσης στις δικές τους στοχαστικές πρακτικές. Εν ολίγοις, όπως εύστοχα έχει διατυπώσει ο Herbert Schnädelbach, οι μεταγενέστεροι επιχειρούν να υπερβούν τον Descartes μέσω του Descartes (Πρβλ. H. Schnädelbach, Descartes und das Projekt der Aufklärung, στο AA.VV., Descartes im Diskurs der Neuzeit, επιμ. W. F. Niebel, A. Horn, H. Schnädelbach, Suhrkamp, Φρανκφούρτη a.M. 2000, σσ. 186–206, ιδίως σ. 202), να αντιπαρατεθούν στις επιβλαβείς συνέπειες της κληρονομιάς του μέσω της αναζωογόνησης και της εκ νέου σκέψης ενός ή περισσότερων στιγμών της ίδιας της πολυμορφικής του συγκρότησης. Στις φιλοσοφίες του Hegel, του Nietzsche και του Heidegger, ο Καρτέσιος προβάλλει ως ένα πέρασμα ταυτόχρονα αναπόφευκτο και ανεπαρκές, ως αναγκαία αλλά όχι ικανή συνθήκη για την πραγματοποίηση των θεωρητικών τους σχεδίων, σύμφωνα με μια διάγνωση που είχε ήδη διατυπώσει ο Leibniz, όταν παρατηρούσε ότι «η καρτεσιανή φιλοσοφία είναι σαν το προθάλαμο της αλήθειας και ότι είναι δύσκολο να προχωρήσει κανείς πολύ παραπέρα χωρίς να έχει περάσει από εκεί· αλλά στερείται την αληθινή γνώση του βάθους των πραγμάτων όποιος σταματά σε αυτήν».( G. W. Leibniz, Die philosophischen Schriften, όπ. παρ., τ. IV, σ. 337)

Η πρώτη όψη της καρτεσιανής παρακαταθήκης που ο Hegel, ο Nietzsche και ο Heidegger έκριναν οριστικά ξεπερασμένη είναι ο διαχωρισμός αλήθειας και χρόνου, φιλοσοφίας και ιστορίας. Όταν ο Hegel επικρίνει την παράλογη αξίωση της philosophia perennis να ανακαλύψει μια άχρονη αλήθεια, απρόθυμη να μετρηθεί με τα προηγούμενα κεκτημένα και να αποδεχθεί ότι θα τεθεί εκ νέου υπό αμφισβήτηση από τα μελλοντικά (πρβλ. VGPh I, 35–36/27), ο στόχος του είναι πράγματι ο Καρτέσιος. Ο Heidegger, από την πλευρά του, απορρίπτει τον καρτεσιανό δυϊσμό επιστημονικής γνώσης και ιστορικής έρευνας ως έκφραση της υπεροχής της θεωρητικής στάσης, από την οποία απορρέει μια έννοια της αλήθειας διαμορφωμένη κατά το πρότυπο της άκαμπτης επιχειρηματολογίας της αριθμητικής και της γεωμετρίας, καθώς και του αφηρημένα καθαρού και απλού αντικειμένου των μαθηματικών. Η καρτεσιανή αδιαφορία για την ιστορία γεννά ένα αντιθετικό κίνημα και στον Nietzsche: ενώ ο Καρτέσιος παρομοιάζει το βλέμμα προς το παρελθόν με ένα αποσταθεροποιητικό ταξίδι που απειλεί να διακυβεύσει την προσωπική ταυτότητα, ο Nietzsche (Στο πρώτο μέρος του Λόγου περί της μεθόδου, ο Καρτέσιος δηλώνει ότι αφιερώθηκε «αρκετά μεγάλο διάστημα στις γλώσσες, καθώς και στην ανάγνωση των αρχαίων βιβλίων, των ιστοριών τους και των μύθων τους. Διότι το να συνομιλεί κανείς με ανθρώπους άλλων εποχών είναι σχεδόν σαν να ταξιδεύει. Είναι καλό να γνωρίζει κανείς κάτι από τα έθιμα άλλων λαών, ώστε να κρίνει καλύτερα τα δικά μας, αντί να θεωρεί γελοίο και παράλογο ό,τι αντιτίθεται στις συνήθειές μας, όπως συνηθίζουν όσοι δεν έχουν δει τίποτε. Αλλά, αν περάσει κανείς υπερβολικά πολύ χρόνο ταξιδεύοντας, καταλήγει να γίνεται ξένος στον ίδιο του τον τόπο· και όταν είναι υπερβολικά περίεργος για όσα συνέβαιναν στους περασμένους αιώνες, μένει τις περισσότερες φορές στο σκοτάδι ως προς ό,τι γίνεται σήμερα» (AT VI, 6/295).), στις Γνώμες και γνωμικά διάφορα, και ειδικότερα στο απόφθεγμα 223 με τίτλο Προς ποιον σκοπό πρέπει να ταξιδεύει κανείς;, επισημαίνει ότι η άμεση αυτοπαρατήρηση δεν αρκεί «για να γνωρίσουμε τον εαυτό μας: χρειαζόμαστε την ιστορία, διότι το παρελθόν συνεχίζει να ρέει μέσα μας σε εκατό κύματα· εμείς οι ίδιοι δεν είμαστε παρά ό,τι σε κάθε στιγμή αισθανόμαστε από αυτή τη ροή» (KSA 2, 477/87). (Στρωματωμένη στις διαφορετικές ιστορικές εποχές που διατηρούνται και συνυπάρχουν στην ασυνείδητη μνήμη, η ατομική ταυτότητα δεν εμφανίζεται πλέον ως δεδομένη και εγγυημένη a priori, όπως στον Καρτέσιο, αλλά ως ανασυγκροτούμενη a posteriori από την αναμνηστική κίνηση, η οποία επανενώνει και επαναπροσεταιρίζεται τις πολλαπλές ιστορικο-ψυχολογικές συνιστώσες.

Αφού παραθέτει το ρητό ότι, για να κατανοήσει κανείς την ιστορία, πρέπει να ταξιδεύει και να επισκέπτεται τα ζωντανά κατάλοιπα του παρελθόντος, τα μνημεία, ο Nietzsche υπαινίσσεται μια τέχνη και έναν σκοπό «του πιο λεπτού ταξιδεύειν, που καθιστούν περιττό το να μεταβαίνει κανείς πάντοτε από τόπο σε τόπο και να διανύει χιλιάδες μίλια. Πολύ πιθανόν οι τελευταίοι τρεις αιώνες να επιβιώνουν ακόμη, σε όλες τις αποχρώσεις και τις πολιτισμικές τους διαθλάσεις, και στη δική μας γειτνίαση· αρκεί να ανακαλυφθούν. Σε πολλές οικογένειες, μάλιστα σε μεμονωμένα άτομα, τα στρώματα κείνται ακόμη το ένα πάνω στο άλλο με τρόπο ωραίο και προφανή· αλλού υπάρχουν ρωγμές του βράχου δυσκολότερες στην κατανόηση. […] Όποιος, έπειτα από μακρά άσκηση σε αυτή την τέχνη του ταξιδεύειν, έχει γίνει ένας Άργος με εκατό μάτια, θα συνοδεύει παντού το sein Ich — θέλω να πω το εγώ του — και θα το ανακαλύπτει εκ νέου, στην Αίγυπτο και στην Ελλάδα, στο Βυζάντιο και στη Ρώμη, στη Γαλλία και στη Γερμανία, στον χρόνο των νομαδικών λαών ή των εγκατεστημένων, στην Αναγέννηση και στη Μεταρρύθμιση, στην πατρίδα και στο εξωτερικό, […] τις ταξιδιωτικές περιπέτειες αυτού του γινόμενου και μεταβαλλόμενου εγώ» (KSA 2, 477–478/87–88).

Στην ανάλυση αυτού του αποσπάσματος είναι αφιερωμένο το σημαντικό δοκίμιο του Giuliano Campioni, «Verso qual meta si deve viaggiare», Lettura dell’aforisma 223 da Opinioni e sentenze diverse di Friedrich Nietzsche, στο AA.VV., La “biblioteca ideale” di Nietzsche, όπ. παρ., σσ. 131–152.)

Η δεύτερη όψη που είναι κοινή στις κριτικές που ασκούν ο Hegel, ο Nietzsche και ο Heidegger στον Cartesio αφορά τον χαρακτήρα της άμεσης βεβαιότητας που αυτός αποδίδει στο επιχείρημα του cogito. Αν ο Hegel εντοπίζει τις συνθήκες δυνατότητας της καρτεσιανής αρχής στην ταύτιση του cogitare με τη conscientia και στον περιορισμό του εγώ στη συνείδηση που συνοδεύει τις πολλαπλές του δραστηριότητες, ο Nietzsche, αντιθέτως, αρνείται στο cogito την ιδιότητα ενός «γεγονότος» αναμφισβήτητα διαπιστωμένου και άμεσα βιωμένου, θεωρώντας το ένα θεωρητικό κατασκεύασμα, μια εσφαλμένη ερμηνεία, διαμεσολαβημένη από την αφελή πίστη στη γλώσσα και από την αποδοχή των νοητικών προσδιορισμών που μεταδόθηκαν από την πλατωνικοχριστιανική μεταφυσική· ο Heidegger, τέλος, διακρίνει στην καρτεσιανή βεβαιότητα την οχληρή παρουσία της Sorge um die erkannte Erkenntnis, η οποία εγκαταλείπει την «αληθειολογική» (aletheiologisch) σημασία της αλήθειας, αρκείται σε μια τελικώς βέβαιη και απολύτως αδιαμφισβήτητη πρόταση και προσφέρει στο Dasein τη δυνατότητα να διαφύγει από το άγχος απέναντι στην Unheimlichkeit. Σε δεύτερο χρόνο, ο Heidegger διαψεύδει την καρτεσιανή αξίωση ότι με το cogito ανακαλύφθηκε ένα πρωταρχικό δεδομένο και μια πρώτη ενάργεια, δείχνοντας ότι το υποκείμενο χωρίς κόσμο συνιστά μάλλον ένα παράγωγο και δευτερογενές φαινόμενο, προερχόμενο από τη διάλυση της ενιαίας δομής του In-der-Welt-sein.

Υπάρχει, ωστόσο, και ένα τρίτο σημείο που ενώνει την pars destruens των αναγνώσεων του Hegel, του Nietzsche και του Heidegger, το οποίο αφορά την αποπραγμάτωση (decosalizzazione) του καρτεσιανού υποκειμένου: αν ο Hegel και ο πρώιμος Heidegger καταγγέλλουν την ουσιοκρατική παλινδρόμηση του ego cogito στη res cogitans, αναγνωρίζοντας στην cosa pensante αντιστοίχως ένα μεταφυσικό προ-κατάλημμα και την έννοια που αντιστοιχεί παραδειγματικά στην τάση του Dasein να ερμηνεύει τον εαυτό του με αφετηρία τον κόσμο για τον οποίο μεριμνά, ο Nietzsche αναγάγει την κριτική του ακόμη πιο πίσω, μέχρι το ίδιο το «io penso», διακρίνοντας στη σύλληψή του τη μοιραία σύμπραξη των γραμματικών προκαταλήψεων που διατρέχουν ολόκληρη τη μετασωκρατική σκέψη και οι οποίες συνεπάγονται τη μετατροπή των πράξεων σε κατηγορήματα του υποκειμένου-υποστρώματος, σε ιδιότητες της ουσίας.

Περνώντας στην αξιολόγηση της pars construens των ερμηνειών του Hegel, του Nietzsche και του Heidegger, δηλαδή των κινήσεων επανοικειοποίησης που ενεργοποιούνται έναντι του Cartesio, εντυπωσιάζει το γεγονός ότι οι πορείες τους αποκλίνουν σε μεγάλο βαθμό, ή, ακριβέστερα, ότι τόσο οι επιδιωκόμενοι στόχοι όσο και τα σημεία της καρτεσιανής σκέψης που ανακτώνται και επανεξετάζονται εμφανίζονται εξαιρετικά αντιθετικά. Ο Hegel και ο Heidegger —τουλάχιστον μέχρι το Sein und Zeit— επενδύουν, έστω με διαφορετικό τρόπο, στην αποδυνάμωση του υποκειμένου, στον μετριασμό των ολικών του αξιώσεων, στην ανάγκη αναθεώρησης και τροποποίησης της ταυτοτικής, συνειδησιακής και σολιψιστικής του συγκρότησης. Διακρίνοντας στην Τρίτη Meditazione μια φυγόκεντρη κίνηση προσανατολισμένη από το υποκείμενο προς την ουσία και την προεικόνιση της διαδικασίας της Erinnerung, ο Hegel κρίνει τον Cartesio ως τον ασυνείδητο ανακαλυπτή της ετερότητας του ασυνειδήτου και ως τον προάγγελο της δομής του wahrhaftes Gewissen. Στη μαρμπουργιανή περίοδο της φιλοσοφικής του παραγωγής, ο Heidegger, αντίθετα, στηρίζεται στο cogito, ανακαλύπτοντας στις πτυχές του την προεικόνιση των υπαρξιακών προσδιορισμών (Existenziale) του Dasein, όπως το Sich-mit-haben, το In-der-Welt-sein, το Sein zum Tode και η Jemeinigkeit, δηλαδή τις οντολογικές καθορίσεις μιας υποκειμενικότητας μη υποκειμενιστικής, ανοιχτής στον κόσμο και στο είναι.

Η νιτσεϊκή επιχείρηση της Entsubstanzialisierung, αντίθετα, αποδεικνύεται λειτουργική για την απολυτοποίηση του υποκειμένου, το οποίο, έχοντας επανοικειοποιηθεί κάθε μορφή σταθερότητας και μονιμότητας, ανακαλύπτει τον εαυτό του ως τον κάτοχο της τάξης του κόσμου και ως τον έσχατο λόγο του Θεού, ανάγοντας στη δική του άνευ όρων βούληση τη δυνατότητα να προσδώσει νόημα στη γη. Με τον Nietzsche, το υποκείμενο ανέρχεται οριστικά στον ρόλο που παραδοσιακά επιτελούσε η ουσία: καθίσταται πλήρως ανεξάρτητο από οτιδήποτε άλλο, διεκδικεί την οντολογική του αυτάρκεια χωρίς πλέον ανάγκη μεταφυσικών προστασιών ή διαβεβαιώσεων, και αναγνωρίζει στον Θεό της χριστιανικής υπερβατικότητας την εχθρική αρχή που περιορίζει εξωτερικά την αυτοπραγμάτωσή του και την ελευθερία του, αφαιρεί ζωτικό χώρο από την αυτονομία του και τον εμποδίζει να αναδειχθεί πλήρως σε κύριο της φύσης και άρχοντα του κόσμου.

Με αφετηρία αυτές τις θεωρητικές συντεταγμένες, δεν προκαλεί έκπληξη το γεγονός ότι ο Nietzsche, στην τελική φάση του Denkweg, επαινεί «τις μάχες του Cartesio εναντίον της φύσης», κρίνοντάς τες ως το σημείο εκκίνησης της διαδικασίας αντικειμενοποίησης και επίθεσης κατά της πραγματικότητας. Στην εικόνα των «κυρίων της γης», στη βούληση των οποίων ανατίθεται το «μεγάλο καθήκον» να απαντήσουν επιτέλους μόνοι τους στο ερώτημα «πώς πρέπει να διοικείται η γη ως όλο;» (KSA 11, 37[8]), διακρίνεται έντονα η επανάληψη και η ριζοσπαστικοποίηση της παραγωγιστικής οπτικής του Cartesio, ο οποίος είχε καταστήσει —ή τουλάχιστον επρόκειτο να καταστήσει— τον άνθρωπο κύριο και δεσπότη της φύσης.

Η διαφορά ανάμεσα στην αρχή και στο τέλος της νεωτερικότητας συνίσταται στη συνειδητοποίηση, εκ μέρους του νιτσεϊκού υποκειμένου, της ανάγκης —προκειμένου να στεφθεί το κατακτητικό και ολοκληρωτικό του εγχείρημα— να απελευθερωθεί από την καρτεσιανή σύλληψη του homo creatura, δηλαδή του ανθρώπου ως πλάσματος εξαρτημένου από τον Θεό ακόμη και ως προς την εξουσία που ασκεί επί των πραγμάτων· ένας προσδιορισμός προορισμένος να προκαλέσει την εξέγερση του ανθρώπου, ο οποίος καθίσταται ολοένα και περισσότερο αποφασισμένος να ασκήσει άμεσα, επιτέλους χωρίς αναθέσεις, την κυριαρχία επί του κόσμου. Εμφανίζεται, άλλωστε, ως συμπτωματικό το γεγονός ότι, πολύ πριν διακηρυχθεί από τη φεϋερμπαχιανή ανθρωπολογία, η αναστροφή της υπερβατικότητας σε εμμένεια αναγγέλλεται ήδη εντός του χριστιανικού πλαισίου, και συγκεκριμένα από τον Martin Lutero: «Non potest homo naturaliter velle Deum esse Deum, immo vellet se esse Deum et Deum non esse Deum» (Ο άνθρωπος δεν μπορεί εκ φύσεως να θέλει ο Θεός να είναι Θεός· αντίθετα, θα ήθελε ο ίδιος να είναι Θεός και ο Θεός να μην είναι Θεός). (Παραθέτω από H. Blumenberg, Die Legitimität der Neuzeit, όπ. παρ., σ. 203· ελλ. μτφρ. Η νομιμότητα του νεωτερικού, όπ. παρ., σσ. 188–189.)

Ένα από τα πλέον εντυπωσιακά στοιχεία που αναδείχθηκαν στα προηγούμενα κεφάλαια συνίσταται στο γεγονός ότι, όσο κι αν αποκλίνουν αισθητά και, σε ορισμένες περιπτώσεις, δεν φαίνεται να στοχεύουν στην κατανόηση του ίδιου συγγραφέα, οι αναγνώσεις του Hegel, του Nietzsche και του Heidegger επανενεργοποιούν δυνατότητες εγγεγραμμένες στο ίδιο το καρτεσιανό σκέπτεσθαι, και προτείνονται ως ισάριθμες αναπτύξεις ενός έργου εγγενώς ατελούς, ανοιχτού στο μέλλον της ερμηνείας και εγκύμονος της ιστορίας που έρχεται. Για να κατανοήσει κανείς τον δυναμικό χαρακτήρα του καρτεσιανού κειμένου, για να συλλάβει πώς το νόημά του δεν έχει παγιωθεί άπαξ διά παντός αλλά θεσπίζεται εκ νέου σε κάθε συνάντηση με το παρόν, μπορεί να ανατρέξει ωφέλιμα στη θεωρία της αντικειμενικής ερμηνείας που διατύπωσε ο Paul Ricoeur, η οποία αποδίδει στην πράξη της Auslegung το καθεστώς πράξης του κειμένου και όχι επί του κειμένου, δηλαδή τον χαρακτήρα της «επανάληψης ακριβώς εκείνου που βρίσκεται εν ενεργεία, σε εργασία, υπό εργασία —δηλαδή σε κύηση νοήματος— μέσα στο κείμενο. Ο λόγος του ερμηνευτή είναι ένα ξανα-λέγειν που επανενεργοποιεί το λέγειν του κειμένου».( P. Ricoeur, Qu’est-ce qu’un texte?, στο ίδιος, Du texte à l’action. Essais d’herméneutique II, Seuil, Παρίσι 1986, σσ. 153–178, ιδίως σ. 178· ελλ. μτφρ. Τι είναι ένα κείμενο;, στο Από το κείμενο στη δράση. Δοκίμια ερμηνευτικής, επιμ. G. Zampa, Jaca Book, Μιλάνο 1989, σσ. 133–154, σ. 154.)

Ότι η καρτεσιανή σκέψη συνιστά έναν χώρο όπου διασταυρώνονται και από τον οποίο εκκινούν διαφορετικά μονοπάτια, το διαπιστώσαμε αναφορικά με τη φοβερή υπόθεση του me solum esse in mundo (ότι εγώ μόνος υπάρχω στον κόσμο), με τη σολιψιστική απειλή που, στην Τρίτη Meditatio, επικρέμαται πάνω από το υποκείμενο κατά τη διάρκεια της απόδειξης της ύπαρξης του υπόλοιπου όντος. Πολύ πέρα από την αυτοερμηνεία του ίδιου του Cartesio, από αυτό το χωρίο αναβλύζουν οι διαφορετικές προοπτικές του Hegel και του Nietzsche σχετικά με την ετεροκεντρική ή αυτοκεντρωμένη δομή του υποκειμένου, σχετικά με την κίνηση από το υποκείμενο προς την ουσία ή με την αντίστροφη, αντιθετική κίνηση από την ουσία προς το υποκείμενο: δύο αποκλίνουσες εκβάσεις, ασφαλώς, αλλά αμφότερες ανταποκρινόμενες σε δύο συστατικές δυνατότητες του κειμένου του Γάλλου φιλοσόφου.

Η ερμηνευτική κατηγορία του «καρτεσιανισμού» παύει έτσι να αποτελεί την υποτιμητική ετικέτα με την οποία εκκαθαρίζεται βιαστικά η νεότερη σκέψη. Ο καρτεσιανισμός αποκαλύπτει τις πολλαπλές του όψεις, εμφανίζεται ως ένα είδος δίμορφου Ιανού που παραπέμπει στη θεμελίωση δύο διαφορετικών μορφών του υποκειμένου και δύο ανταγωνιστικών δυναμικών της Neuzeit. Μόνον ο Heidegger, μετά το Είναι και Χρόνος, αποδεσμεύεται από την καρτεσιανή κληρονομιά, διακρίνοντας σε αυτήν την απαρχή της ανθρωποκεντρικής νόσου που διατρέχει και χαρακτηρίζει τη νεότερη εποχή, αναγνωρίζοντας σε αυτήν το Ausgangspunkt της διαδικασίας της «μεταφυσικής της υποκειμενικότητας», η οποία κατευθύνεται τελεολογικά προς τη βαθμιαία ανάπτυξη και πραγμάτωση της βούλησης για δύναμη.

Τα κίνητρα της χαϊντεγκεριανής καταγγελίας της καρτεσιανής ηγεμονίας οφείλουν ασφαλώς να γίνουν δεκτά και να συμμερισθούν, διότι η θεωρητική συνάφεια που συνδέει το cogito με το Wille zur Macht αντιστοιχεί στην κυρίαρχη γραμμή της νεωτερικότητας. (Για τον οργανικό δεσμό που ο Heidegger εντοπίζει ανάμεσα στον Cartesio και τον Nietzsche, ας ιδωθεί ένα υποδειγματικό χωρίο από το δοκίμιο για τον Ευρωπαϊκό Μηδενισμό:  «Η εποχή που ονομάζουμε νεότερη εποχή, και στην ολοκλήρωση της οποίας η δυτική ιστορία αρχίζει τώρα να εισέρχεται, καθορίζεται από το γεγονός ότι ο άνθρωπος καθίσταται μέτρο και κέντρο του όντος. Ο άνθρωπος είναι εκείνο που βρίσκεται στο θεμέλιο κάθε όντος, δηλαδή —με τους όρους της νεότερης εποχής— εκείνο που βρίσκεται στο θεμέλιο κάθε αντικειμενοποίησης και αναπαραστασιμότητας, το subiectum. Όσο καθαρά κι αν στρέφεται διαρκώς ο Nietzsche εναντίον του Descartes, του οποίου η φιλοσοφία αποτελεί τη θεμελίωση της νεότερης μεταφυσικής, το πράττει μόνο επειδή ο Descartes δεν έχει ακόμη θέσει τον άνθρωπο με επαρκώς πλήρη και αποφασιστικό τρόπο ως subiectum. Η αναπαράσταση του subiectum ως ego, ως “εγώ”, δηλαδή η “εγωιστική” ερμηνεία του subiectum, δεν είναι για τον Nietzsche ακόμη αρκετά υποκειμενιστική. Μόνον στη διδασκαλία του υπερανθρώπου, ως διδασκαλία της άνευ όρων υπεροχής του ανθρώπου εντός του όντος, η νεότερη μεταφυσική φθάνει στον έσχατο και πλήρη προσδιορισμό της ουσίας της. Σε αυτή τη διδασκαλία ο Descartes γιορτάζει τον ύψιστο θρίαμβό του». (GA 6.2, 51/587–588))

Ωστόσο, το τίμημα που καταβάλλεται ενόψει της οικοδόμησης της Seinsgeschichte και της υπέρβασης της μεταφυσικής της υποκειμενικότητας φαίνεται υπερβολικά υψηλό: ο Nietzsche, πράγματι, καταλήγει να πιστοποιείται ως ο μοναδικός νόμιμος ερμηνευτής της ιστορίας της δυτικής μεταφυσικής, και ειδικότερα της νεότερης φάσης της.

Ο Heidegger επαναλαμβάνει τη νιτσεϊκή επιχείρηση αναγωγής στη βούληση για δύναμη ως αμνημόνευτη αλήθεια και ως λόγο ύπαρξης των πρώτων αρχών που εμφανίστηκαν διαδοχικά στη φιλοσοφική σκηνή από τους Έλληνες έως το παρόν, περιοριζόμενος στο να αντιστρέψει το πρόσημό της, καταγγέλλοντας την οργανική της ένταξη στην ίδια την παράδοση που, απατηλά, φιλοδοξεί να υπερβεί.

Παρά το τεράστιο πλεονέκτημα της αποκάλυψης του δεσποτικού προσώπου της νεωτερικότητας, ο Heidegger παραμένει, απέναντι στη Neuzeit, αιχμάλωτος του μύθου του ενός, της φιλοδοξίας να αναχθεί ένα εγγενώς σύνθετο φαινόμενο σε ένα ενιαίο θεμέλιο. Από αυτό απορρέει η απόκρυψη των λόγων του νεωτερικού, δηλαδή της κίνησης που έχει ως πρωταγωνιστή μια αποκεντρωμένη υποκειμενικότητα, καθώς και η απώλεια της αμφίσημης συγκρότησης της Neuzeit. Δεσμευμένη να προβάλλει πάνω στο ιστορικό γίγνεσθαι τη σφραγίδα της αναγκαιότητας και να απομακρύνει από αυτό τη σφραγίδα της δυνατότητας, η χαϊντεγκεριανή κατασκευή της Seinsgeschichte προδίδει την βαθύτερη αρχή του Είναι και Χρόνος:
«Υψηλότερη από την πραγματικότητα στέκει η δυνατότητα» (SZ, 38).

Συνεχίζεται

Σάββατο 24 Ιανουαρίου 2026

Υποκείμενο και νεωτερικότητα - Οι Hegel, Nietzsche και Heidegger ερμηνευτές του Καρτέσιου (22)

Συνέχεια από Δευτέρα 12 Ιανουαρίου 2026

Υποκείμενο και νεωτερικότητα 22

Οι Hegel, Nietzsche και Heidegger ερμηνευτές του Καρτέσιου


Του Roberto Morani

3 Ο Χάιντεγκερ, ο Καρτέσιος και το ζήτημα του υποκειμένου

3.4. Heidegger, Καρτέσιος και βούληση για δύναμη

Συμπερασματικά, είναι αναγκαίο να τεθούν στο επίκεντρο οι σοβαρές επιφυλάξεις που ανακύπτουν απέναντι στη χαϊντεγκεριανή σύλληψη της Neuzeit και του υποκειμένου, εξετάζοντας ορισμένα θεμελιώδη σημεία διαφωνίας. Προς αποφυγή κάθε δυνατής παρεξήγησης, πρέπει ωστόσο να προηγηθούν δύο σημαντικές διευκρινίσεις. Απέναντι στις πολλαπλές προκλήσεις στις οποίες υποβάλλεται το καρτεσιανό κείμενο, και πρωτίστως απέναντι στην αιφνιδιαστική του σύζευξη με τον Nietzsche, η ενόχληση εκ μέρους των ερμηνευτών που δεν συμμερίζονται τη χαϊντεγκεριανή ερμηνευτική μέθοδο είναι ασφαλώς κατανοητή. Ωστόσο, δεν μπορεί να υποστηριχθεί ότι «ο Heidegger επιχειρεί να παρουσιάσει τον Descartes ως πιο “μοντέρνο” απ’ όσο είναι στην πραγματικότητα» (D. Kolb, The Critique of Pure Modernity. Hegel, Heidegger and After, University of Chicago Press, Chicago–London 1986, 1988, σ. 141).
Πέρα από το ότι προσάπτει στον Heidegger πως το ego στον Descartes είναι το primum στο ordo cognoscendi και όχι το θεμέλιο στο ordo essendi, ο Kolb καταγγέλλει την παράνομη επιχείρηση εκσυγχρονισμού του Γάλλου στοχαστή και σε σχέση με τη χαϊντεγκεριανή θέση ότι η Neuzeit ταυτίζει, με ολοένα και πιο έκδηλο και συνειδητό τρόπο, το είναι με τη βούληση: «Ο Descartes διαθέτει πράγματι μια διδασκαλία που καθιστά τη βούληση κεντρική σε σχέση με την πραγματικότητα, αλλά αυτή αφορά τον Θεό. Η πρωτοκαθεδρία της βούλησης στην ανθρώπινη υποκειμενικότητα, την οποία αποδέχεται ο Descartes, είναι μια αποδυναμωμένη εκδοχή της πρωτοκαθεδρίας της στον Θεό, ο οποίος μπορεί ακόμη και να θελήσει οι αλήθειες των μαθηματικών να είναι διαφορετικές» (D. Kolb, The Critique of Pure Modernity…, όπ. παρ., σ. 142).
Αυτή η ανάγνωση αποκρύπτει τον άρρηκτο δεσμό ανάμεσα στον αδιάλλακτο εθελοντισμό του καρτεσιανού Θεού και στον παντοδύναμο δεσιζιονισμό του νιτσεϊκού Wille zur Macht, καθόσον και για τους δύο η αλήθεια, ο κόσμος, οι αξίες, τα νοήματα, η λογική, οι λογικομαθηματικοί νόμοι καθίστανται πλήρως εξαρτημένοι από την αυθαιρεσία της βούλησης, στερούμενοι οντολογικής αυτονομίας και θετικής αξιολογικής ισχύος. Μορφές κυριαρχίας, παραγωγής ex nihilo του νοήματος και άρνησης της ετερότητας, ο Θεός-βούληση του Descartes και η βούληση-Θεός του Nietzsche εμφανίζονται αντιστοίχως ως η αρχή και το τέλος μιας σύνθετης ιστορικο-μεταφυσικής περιπέτειας —της νεωτερικότητας— μέσα στην οποία ο άνθρωπος μετασχηματίζεται προοδευτικά από ens creatum σε ens creator, από homo creatura σε homo faber, από διαχειριστή της κυριαρχίας επί του κόσμου εκ μέρους της πρώτης αιτίας σε αρχή της υποκειμενικότητας του υποκειμενισμού που επαναστατεί κατά της υπερβατικότητας, την αναγνωρίζει ως ασυνείδητη αντικειμενοποίησή της και την αναγάγει στη δική της δημιουργική δύναμη, προκειμένου να ασκήσει τη Weltherrschaft σε πρώτο πρόσωπο και με πλήρη ανεξαρτησία.), ούτε ότι «η θέση του Descartes στην ιστορία του Είναι κατοχυρώνεται παρά τον ίδιο τον Descartes» (R. Bernasconi, Descartes in the History of Being…, όπ. παρ., σ. 166.), διότι η γραμμή που οδηγεί από τον Καρτέσιο στον Nietzsche δεν μπορεί να υποβιβαστεί σε μια λαμπρή επινόηση· αντιθέτως, όπως φάνηκε στο κεφάλαιο που είναι αφιερωμένο στον Nietzsche, αποκαλύπτει μια δυναμική πράγματι παρούσα στο καρτεσιανό κείμενο και καθιστά φανερή τη διαδικασία που πράγματι εκτυλίχθηκε στη νεωτερικότητα.

Με άλλα λόγια, δεν μπορεί κανείς να επιστρέψει νωχελικά και επιφανειακά στην κατάσταση προ της χαϊντεγκεριανής ερμηνείας του Καρτεσίου, διότι αυτή σηματοδοτεί ένα σημείο χωρίς επιστροφή: η παραίτηση από τη δυσαναπλήρωτη συμβολή της θα απέκλειε sic et simpliciter την κατανόηση της νεωτερικής εποχής ή, τουλάχιστον, ενός ουσιώδους χαρακτηριστικού της. Η φιλοσοφικά πιο γόνιμη στάση συνίσταται, αντιθέτως, στην προσπάθεια να πραγματοποιηθεί ένα —έστω και ελάχιστο— βήμα παραπέρα, εκκινώντας από τις καθοριστικές κατακτήσεις του Heidegger, αλλά προχωρώντας πέρα από τις αβεβαιότητές του, τις σιωπές του και τις αμηχανίες του.

Επιπλέον, δεν μπορεί να απευθυνθεί στον Heidegger η γενική και αόριστη κατηγορία —που συχνά διατυπώνεται εναντίον της στοχαστικής του επαναδιέλευσης της νεωτερικότητας ως «μεταφυσικής της υποκειμενικότητας»— ότι εγκλώβισε και αποστράγγισε τον πλούτο της Neuzeit μέσα σε ένα υπερβολικά άκαμπτο και ολικοποιητικό ιστοριογραφικό σχήμα. Αυτό που διακυβεύεται εδώ δεν είναι, πράγματι, η αναπόφευκτη απλοποίηση που απορρέει από την καθαυτήν θεμιτή πρόθεση να συλληφθεί η ουσία μιας ιστορικής εποχής πέρα από τις ενδεχομενικές και τυχαίες εκδηλώσεις της, αποκαθιστώντας τη συνέχεια και ανασυνθέτοντας την ταυτότητά της, οι οποίες αποκρύπτονται από φαινομενικές τομές.

Οι απορίες του μεγαλειώδους χαϊντεγκεριανού ιστορικο-στοχαστικού τοιχογραφήματος δεν προκύπτουν από την αναγωγή του νεωτερικού Wesen σε μία και μόνη αρχή· απορρέουν, αντιθέτως, από τον τρόπο με τον οποίο αυτή η reductio ad unum εφαρμόστηκε συγκεκριμένα. Προκύπτουν δηλαδή από το γεγονός ότι δεν λήφθηκε επαρκώς υπόψη —ή, μάλλον, αποσιωπήθηκε πλήρως— η ενδογενής διάσπαση και η πρωταρχική ένταση της υποκειμενικότητας στις δύο θεμελιώδεις διαμορφώσεις της (αυτοκεντρική και ετεροκεντρική υποκειμενικότητα), δηλαδή το εσωτερικό ρήγμα που ενυπάρχει στη νεωτερική εποχή ήδη από την καρτεσιανή της απαρχή.

Παραβλέποντας τη δυαδική δομή της Neuzeit και μη αναγνωρίζοντας στην καρτεσιανή Anfang την αμφίσημη συνύπαρξη δύο εξίσου ουσιωδών αρχών, ο Heidegger καταλήγει να περιγράφει την πορεία της νεωτερικότητας ως μια αδιάκοπη επανάληψη του ταυτού — «ολόκληρη η νεότερη μεταφυσική, συμπεριλαμβανομένου του Nietzsche, παραμένει στην ερμηνεία του όντος και της αλήθειας που καθορίστηκε από τον Descartes» (GA 5, 87/84) — μέσα στην οποία η καρτεσιανή Grundstellung κατακτά, μέσω των ίδιων της των μεταμορφώσεων, μια ολοένα και πιο άνευ όρων ηγεμονία (Βλ. GA 5, 89/84. «Οι εσωτερικές ουσιώδεις στιγμές της θεμελιώδους καρτεσιανής θέσης, οι οποίες διαμορφώνουν τον ίδιο τον πυρήνα αυτής της θέσης. Αυτές αναπτύσσουν αντιστοίχως τη μεταφυσική της εμβέλεια και προϋποθέτουν τη θέση του cogito με την έννοια της subiectum, η οποία καθορίζει την ουσία της νεωτερικής υποκειμενικότητας. Με τον τρόπο αυτό οδηγούν έμμεσα την καρτεσιανή θέση σε μια μορφή που τείνει να καταστεί πρακτικοτεχνική· και στον βαθμό που ο ορθολογισμός και ο εμπειρισμός έχουν απολέσει κάθε ικανότητα επίδρασης στη μεταγενέστερη εξέλιξη του νεωτερικού κόσμου».). Με άλλα λόγια: λαμβάνοντας υπόψη μόνο μία από τις δύο διαδρομές που απορρέουν από την καρτεσιανή σκέψη και ανάγοντας το cogito σε γενεσιουργό τόπο του Wille zur Macht, ο Heidegger καταλήγει να ταυτοποιεί τη βούληση για δύναμη ως τη μοναδική πρωταγωνίστρια της Neuzeit και να απολυτοποιεί τη νεωτερικότητα εις βάρος του νεωτερικού, αποδίδοντάς της μάλιστα το αμείλικτο και αδήριτο πρόσωπο της αναγκαιότητας. Ακριβώς στην αδικαιολόγητη απονομή της έννοιας του πεπρωμένου (Geschick) στη γραμμή Καρτέσιος–Nietzsche εκδηλώνεται τόσο η χαϊντεγκεριανή στρατηγική της εκ των υστέρων εννοιολογικής δικαίωσης της ιστορικά επικρατήσασας πορείας της Neuzeit, όσο και η μονομέρεια αυτής της ερμηνευτικής επιχείρησης, η πλήρης αδιαφορία να διακριθούν στη νεωτερική εποχή πραγματοποιήσεις ποιοτικά διαφορετικές από εκείνες που πράγματι συντελέστηκαν: ο εκ των προτέρων αποκλεισμός κάθε εναλλακτικής δυνατότητας αποσπά την ιστορία από το πεδίο του δυνατού και μετατρέπει τον Καρτέσιο στην αφετηρία από την οποία δεν μπορεί παρά πρέπει να προκύψει ο Nietzsche.

Τίθεται τώρα το ερώτημα: η απόδοση στη Subjektivität της ευθύνης για τη συγκρότηση της επιστημονικής και αντικειμενοποιητικής διάρθρωσης της Neuzeit εξαντλεί τις δυνατότητες του νεωτερικού υποκειμένου; Το αποτυχημένο αποτέλεσμα της νεωτερικότητας αντανακλά στο νεωτερικό αξίωμα της υποκειμενικότητας μόνο εφόσον: 1) αυτό ταυτιστεί εκ των προτέρων με τη βούληση για δύναμη όπως αυτή εκτυλίσσεται στη σύγχρονη τεχνική, η οποία ελέγχει και διαχειρίζεται, εξασφαλίζει και δικαιολογεί το ον μέσα σε έναν μηδενιστικό ορίζοντα κατανάλωσης και άρνησης του είναι· 2) στο τελικό στάδιο του αμφιλεγόμενου ταξιδιού της Neuzeit (Nietzsche) αποδοθεί η λειτουργία του telos που αποκαλύπτει το έσχατο νόημα ολόκληρης της διαδρομής, ως ετυμολογικά αποκαλυπτική στιγμή της κρίσης της νεωτερικότητας. Και οι δύο αυτές θέσεις απορρέουν από τη γοητεία της βούλησης για δύναμη, από την υπερβολική πίστη που αποδίδει ο Heidegger στον Nietzsche, και συγκεκριμένα στην επιχείρησή του να αποδώσει στο Wille zur Macht το προνόμιο ενός άνευ όρων και πάντοτε ήδη ενεργού θεμελίου κάθε αξίας, νοήματος και συμβάντος.

Ότι ο Heidegger υιοθετεί πλήρως τη νιτσεϊκή θέση για να κατανοήσει τη γένεση, την πορεία και τον τελικό προορισμό της νεωτερικότητας καθίσταται σαφές από τον ίδιο τον τρόπο με τον οποίο, στο δοκίμιο περί Ευρωπαϊκού Μηδενισμού, αποδεικνύεται η καθοριστική παρουσία της βούλησης για δύναμη πίσω και κάτω από το cogito. Απέναντι στη δυνατή ένσταση ότι, στη θεμελίωση της μεταφυσικής από τον Descartes, το Wille zur Macht απουσιάζει ακόμη, ο Heidegger απαντά:
«Ο ίδιος ο Nietzsche ερμηνεύει τη θέση του Descartes βάσει της βούλησης για αλήθεια, και αυτήν ως ένα είδος της βούλησης για δύναμη. Κατά συνέπεια, η μεταφυσική του Descartes είναι ήδη μια μεταφυσική της βούλησης για δύναμη, έστω και κατά τρόπο ασυνείδητο» (GA 6.2, 211/727).


Παράξενη και αιφνιδιαστική επιχειρηματολογία: ο Nietzsche θεωρεί την καρτεσιανή υποκειμενικότητα ως μια συγκαλυμμένη μορφή της βούλησης για δύναμη, άρα ο Descartes εγκαινιάζει, έστω και ασυνείδητα, τη μεταφυσική του Wille zur Macht. Nietzsche dixit; Εκείνο που αποκαλύπτει τη στρατηγική της επανερμηνείας, με αφετηρία τον Nietzsche, ολόκληρης της ιστορίας της Δύσης είναι ένα προγενέστερο χωρίο, στο οποίο ο Heidegger φαίνεται να προβαίνει σε μια σημαντική και πρωτότυπη παραχώρηση, επισημαίνοντας ότι η νιτσεϊκή ερμηνεία της δυτικής φιλοσοφικής παράδοσης βάσει της σκέψης της αξίας απορρέει από τη μεταφυσική της βούλησης για δύναμη, δηλαδή από τη Grundbestimmung της μεταφυσικής του Nietzsche:

«Ούτε ο Hegel ούτε ο Kant, ούτε ο Leibniz ούτε ο Descartes, ούτε η μεσαιωνική ούτε η ελληνιστική σκέψη, ούτε ο Αριστοτέλης ούτε ο Πλάτων, ούτε ο Παρμενίδης ούτε καν ο Ηράκλειτος γνωρίζουν τη βούληση για δύναμη ως θεμελιώδη χαρακτήρα του όντος. Κατά συνέπεια, όταν ο Nietzsche βλέπει τη μεταφυσική ως τέτοια και ολόκληρη την ιστορία της μέσα στον ορίζοντα της θέσης των αξιών, αυτή η ιστορία τίθεται έτσι σε μια μονομερή προοπτική και η ιστοριογραφική θεώρηση που καθοδηγείται από αυτήν καθίσταται μη αληθής» (GA 6.2, 97/628).

Heidegger εναντίον Nietzsche; Καθόλου. Διότι συνεχίζει αμφισβητώντας την απορηματική και αντιφατική ιδέα μιας αμερόληπτης και αντικειμενικής θεώρησης της ιστορίας, η οποία δεν θα εκκινούσε από την ανεξάλειπτη προϋπόθεση της ένταξης του ιστορικού στο παρόν. Επικαλούμενος θετικά την ερμηνευτική διδασκαλία της δεύτερης Ανεπίκαιρης Θεώρησης, επαναβεβαιώνει το απόλυτο δικαίωμα της Gegenwart να ερμηνεύει το παρελθόν εκκινώντας από τον αξεπέραστο ορίζοντά της, να ανασυνθέτει και να κρίνει την ιστορία από το δικό της υπέρτατο και αποκαλυπτικό Standpunkt. Το απολύτως αληθευτικό σημείο θέασης του παρόντος εκδηλώνεται πλέον στην αναγνώριση της βούλησης για δύναμη ως οντολογικού χαρακτήρα και έσχατης αλήθειας του όντος.

Ο Heidegger, λοιπόν, αφενός προσλαμβάνει ένα ουσιώδες κέρδος του Nietzsche και το χρησιμοποιεί για να ανασυγκροτήσει τον μηδενιστικό χαρακτήρα της ιστορίας της μεταφυσικής, αφετέρου το αξιοποιεί και το στρέφει εναντίον του ίδιου του ανακαλύπτοντός του, δείχνοντας τη συγκροτητική ένταξη του προσδιορισμού του Wille zur Macht στην ίδια τη Metaphysik:
«Θα μπορούσε μάλιστα να ισχύει ότι, μέσω της νιτσεϊκής ερμηνείας της μεταφυσικής βάσει της σκέψης της αξίας, η μέχρι σήμερα μεταφυσική “κατανοείται καλύτερα” απ’ όσο η ίδια κατανόησε ποτέ τον εαυτό της, καθόσον μόνον αυτή η ερμηνεία της δανείζει τη λέξη για να δείξει ό,τι εκείνη θέλησε αλλά ακόμη δεν μπόρεσε να πει. […] Αν, επιπλέον, το θεμέλιο της νιτσεϊκής σύλληψης ολόκληρης της μεταφυσικής —η ερμηνεία του όντος στο σύνολό του ως βούλησης για δύναμη— κινούνταν ακόμη εντός της τροχιάς της παραδοσιακής μεταφυσικής και ολοκλήρωνε τις θεμελιώδεις σκέψεις της, τότε η “εικόνα της ιστορίας” του Nietzsche θα ήταν δικαιολογημένη από κάθε άποψη και θα είχε αποδειχθεί ως η μόνη δυνατή και αναγκαία» (GA 6.2, 98/628–629· δική μου έμφαση).


Η κίνηση του Heidegger είναι σαφής: είναι ταυτόχρονα υπέρ και κατά του Nietzsche. Αλλά αρκεί το να στραφεί κανείς εναντίον του Nietzsche χρησιμοποιώντας την ίδια του τη διάγνωση για να ξεφύγει από τη σύλληψή της; Δανειζόμενος τα «γυαλιά» του Nietzsche για να διαβάσει τη Seinsgeschichte, μήπως ο Heidegger δεν καταλήγει να πέφτει σε μια παγίδα που του έστησε ο μέγας συνομιλητής του, παγίδα που τον εμποδίζει να κατανοήσει αυθεντικά τη Neuzeit και τον ωθεί να διαπράξει, αναφορικά με την ιστορικο-πολιτική πράξη, βαρύτατα ερμηνευτικά σφάλματα; (Η υιοθέτηση της νιτσεϊκής σύλληψης του Wille ωθεί τον Heidegger να εξομαλύνει τις διαφορετικές εκδηλώσεις της Neuzeit και να προβεί σε τραγικά σφάλματα ιστορικής αποτίμησης. Στο Die Zeit des Weltbildes (Η εποχή της εικόνας του κόσμου), για παράδειγμα, διαβάζουμε: «ο άνθρωπος, ως έλλογο ον με διαφωτιστική έννοια, δεν είναι λιγότερο υποκείμενο από τον άνθρωπο που συλλαμβάνει τον εαυτό του ως έθνος, τον θέλει ως λαό, τον καλλιεργεί ως φυλή και, τέλος, ανυψώνεται σε κύριο της οικουμένης» (GA 5, 111/96). Αν η βούληση για δύναμη αποτελεί την ουσία της νεωτερικότητας και της υποκειμενικότητας, τότε ο ναζισμός, μαζί με την εγκληματική ρατσιστική του πολιτική, δεν μπορεί παρά να εμφανίζεται ως συνειδητή έκφραση της βούλησης για δύναμη, ενώ η δημοκρατία, θεμελιωμένη στη διαφωτιστική λογική, προκύπτει απλώς ως μια μορφή Wille zur Macht ακόμη ασυνείδητη ως προς τον εαυτό της. Αφού κηρυχθούν μάταια και απατηλά όλα τα αντίρροπα κινήματα απέναντι στη βούληση κυριαρχίας, η χαϊντεγκεριανή γοητεία της βούλησης για δύναμη μεταφράζεται, στο πολιτικό επίπεδο, σε έμμεση δικαιολόγηση του ολοκληρωτισμού, ως αναπόφευκτου τέλους και ανύψωσης στην αυτοσυνείδηση της μακράς και αμφιλεγόμενης διαδικασίας της Neuzeit.

Ο Jürgen Habermas έχει εύστοχα επισημάνει ότι, μηδενίζοντας τη διαφορά μεταξύ Verstand και Vernunft, ο Heidegger καταστρέφει «τη νεωτερική λογική τόσο ριζικά, ώστε να μη διακρίνει πλέον ανάμεσα, αφενός, στα οικουμενιστικά περιεχόμενα του Ουμανισμού, του Διαφωτισμού και ακόμη και του Θετικισμού, και, αφετέρου, στις ιδέες του ιδιαιτερισμού της αυτοεπιβεβαίωσης, που είναι ίδιες του ρατσισμού και του εθνικισμού, ή σε τυπολογίες οπισθοδρομικές στο ύφος του Spengler και του Jünger. Δεν έχει σημασία αν οι νεωτερικές ιδέες εμφανίζονται στο όνομα της λογικής ή της καταστροφής της λογικής: το πρίσμα της νεωτερικής κατανόησης του Είναι αποσυνθέτει όλους τους κανονιστικούς προσανατολισμούς σε αξιώσεις δύναμης μιας υποκειμενικότητας εμμονικής με την αυτοενδυνάμωση» (J. Habermas, Der philosophische Diskurs der Moderne, όπ. παρ., σ. 160–161· ελλ. μτφρ. Ο φιλοσοφικός λόγος της νεωτερικότητας, όπ. παρ., σ. 137–138).

Δυσκολότερο είναι να συμφωνήσει κανείς με όσα παρατηρεί ο Habermas στη συνέχεια: ότι δηλαδή το γεγονός πως ο Heidegger, στην ιστορία της φιλοσοφίας και της επιστήμης μετά τον Hegel, δεν διακρίνει τίποτε άλλο παρά μια μονότονη επανάληψη της προκατάληψης της φιλοσοφίας του υποκειμένου, μπορεί να εξηγηθεί μόνο επειδή, παρότι την απορρίπτει, παραμένει παγιδευμένος στα προβλήματα που του είχε παράσχει η ίδια η φιλοσοφία του υποκειμένου με τη μορφή της χουσσερλιανής φαινομενολογίας (J. Habermas, Der philosophische Diskurs der Moderne, όπ. παρ., σ. 165· ελλ. μτφρ. Ο φιλοσοφικός λόγος της νεωτερικότητας, όπ. παρ., σ. 141).

Είναι η απόφαση να διαβαστεί η νεωτερικότητα μέσω του Nietzsche —και όχι ο άλυτος υποκειμενισμός του— που προκαλεί τις δυσκολίες της χαϊντεγκεριανής μεταφυσικής της υποκειμενικότητας και τον ωθεί να υποστηρίξει ότι «η γεωργία είναι σήμερα μηχανοποιημένη βιομηχανία τροφίμων, η οποία, ως προς την ουσία της, είναι το Ίδιο (das Selbe) με την κατασκευή πτωμάτων στους θαλάμους αερίων και στα στρατόπεδα εξόντωσης, το Ίδιο με τον αποκλεισμό και τον λιμό ολόκληρων εθνών, το Ίδιο με την κατασκευή βομβών υδρογόνου» (GA 79, 27/49–50).

Η διακήρυξη μιας απόλυτης συνέχειας ανάμεσα στη νεωτερική εποχή και το Auschwitz συνεπάγεται μια μορφή —έστω και έμμεση— δικαιολόγησης του γεγονότος: αν τίποτε διαφορετικό δεν μπορεί να συμβεί στη Neuzeit χωρίς να προωθείται και να καθορίζεται από τη βούληση για δύναμη, τότε το Ολοκαύτωμα εμφανίζεται ως λογική συνέπειά της περισσότερο παρά ως τραγική αντίφαση· μάλιστα, σε αυτό, όπως έχει υποστηριχθεί, αποκαλύφθηκε ούτε λίγο ούτε πολύ η Δύση στην ουσία της» (P. Lacoue-Labarthe, La fiction du politique. Heidegger, l’art et la politique, Bourgois, Paris 1987, 1998, σ. 59· ελλ. μτφρ. Η μυθοπλασία του πολιτικού. Heidegger, η τέχνη και η πολιτική, επιμ. Γ. Σκιμπίλια, il melangolo, Genova 1991, σ. 53).

Ο Heidegger έχει αναμφίβολα δίκιο ως προς τη νεωτερικότητα και τη βία του αυτοκρατορικού υποκειμένου· σφάλλει όμως βαρύτατα όταν τα ανυψώνει σε αλήθεια της Neuzeit, απομακρύνοντας από τον ορίζοντα του δυνατού την εναλλακτική πορεία του νεωτερικού. Η «ενοχή» του δεν συνίσταται στο ότι εξίσωσε το Auschwitz με γεγονότα δευτερεύουσας σημασίας, όπως του προσάπτει ο Lacoue-Labarthe, αλλά στη λήθη του αποκεντρωμένου υποκειμένου και της συστατικής του αξιολογικής επιταγής· διότι μόνον υπό το φως του a priori του αγαθού και του απόλυτου θεμελίου των αξιών μπορεί ο τρόμος απέναντι στο φρικωδέστερο των γεγονότων να μεταμορφωθεί νομιμόφρονα σε οντολογικό σκάνδαλο· και μόνον ενώπιον της φοβερής αντίφασης ανάμεσα σε ό,τι πρέπει να είναι και σε ό,τι συνέβη μπορεί να αποκαλυφθεί η αβυσσαλέα αρνητικότητα της Shoah.) Με δυο λόγια, ο Heidegger φαίνεται να έχει πάρει τον Nietzsche υπερβολικά στα σοβαρά, όπως έχει ήδη επισημάνει ο Franco Volpi, σε ένα χωρίο της Postfazione του στην ιταλική έκδοση του Nietzsche:
«Παίρνοντάς τον επιτέλους στα σοβαρά, ακόμη και στις πιο άβολες και δύσκολες διατυπώσεις του, ο Heidegger καταλήγει να βιώνει επάνω του όλη την καταστροφική δύναμη της νιτσεϊκής σκεπτικιστικής στάσης. Προχωρεί προς τον Nietzsche χωρίς να φοβηθεί τη βαθιά αλήθεια απέναντι στην οποία προειδοποιούσε ο Thomas Mann με τη συνετή του νουθεσία: “Όποιος παίρνει τον Nietzsche ‘στα σοβαρά’, όποιος τον παίρνει κατά γράμμα και τον πιστεύει, είναι χαμένος”. Και στη σωματική του αναμέτρηση με τα κείμενα και με τις επικίνδυνες φαντασμαγορίες που αυτά εγείρουν, καταλήγει ο ίδιος να κατακρημνίζεται σε εκείνο που, από ένα σημείο και έπειτα, θα αποκαλέσει την άβυσσο του Nietzsche» (F. Volpi, Postfazione στο M. Heidegger, Nietzsche, όπ. παρ., σ. 943–973, ιδίως σ. 972. Ο Vincenzo Vitiello παρατήρησε ότι η χαϊντεγκεριανή βούληση απομάκρυνσης από τον Nietzsche ερχόταν διαρκώς σε σύγκρουση και αναιρούνταν από αυτή τη διαφεύγουσα, πολυμορφική σκέψη, οικοδομημένη σε στρώματα. Αντί να τον αφήσει πίσω του, ο Heidegger τον έβρισκε ξανά και ξανά μπροστά του, απέναντί του, σε μια ανησυχητική εγγύτητα που απαιτούσε συνεχείς αναστοχασμούς. «Σήμερα αυτή η εγγύτητα του Heidegger προς τον Nietzsche μας φαίνεται ακόμη μεγαλύτερη, προφανώς, αν την εξετάσουμε ως προς το ουσιώδες» (V. Vitiello, Nietzsche e Heidegger…, όπ. παρ., σ. 89). Και κατά τον Mario Ruggenini, «ο Heidegger, σε περισσότερες από μία σημαντικές όψεις, υπέστη την επιρροή (του Nietzsche) με υπερβολικά βαρύ τρόπο» (M. Ruggenini, Ambivalenza del moderno…, όπ. παρ., σ. 117).).

Απέναντι στον Heidegger, πρέπει να καταγγελθεί η μονομέρεια της ερμηνείας της νεωτερικής εποχής ως βαθμιαίου ξεδιπλώματος της βούλησης για δύναμη, επισημαίνοντας ότι οι πολλαπλές εκφράσεις του νεωτερικού υποκειμένου, ολόκληρος ο αστερισμός των δυνατών διαμορφώσεών του, μπορούν να γίνουν κατανοητές ως προεικόνιση της νιτσεϊκής υποκειμενικότητας μόνο με τον όρο να λησμονηθεί ότι το εγώ των νεωτερικών δεν είναι μια μονοσήμαντη έννοια, αλλά τόσο πολυμορφική ώστε, όχι μόνο σε διαφορετικούς στοχαστές αλλά ακόμη και στον ίδιο στοχαστή, να εμφανίζεται άλλοτε σε μια πολλαπλότητα μορφών που δεν ανάγονται σε ένα ενιαίο θεμέλιο· αυτές μπορούν να νοηθούν ως στιγμές ή θραύσματα μιας ενιαίας αλήθειας ή ενός ενιαίου σφάλματος μόνο μέσω μιας πράξης αφαίρεσης που τις αποστερεί από τη συγκεκριμενότητα και τη ζωτικότητά τους.

Αν είναι αληθές ότι ο πρωτεϊκός χαρακτήρας της νεωτερικής Subjektivität εκφράζεται στην τεράστια διαφορά ανάμεσα στην αποκεντρωμένη και την αυτοκεντρωμένη υποκειμενικότητα, τότε η πράξη αφαίρεσης που προάγει η χαϊντεγκεριανή ανασύνθεση της Neuzeit συνεπάγεται τη λήθη του νεωτερικού και την απόδοση στη νεωτερικότητα του νοήματος ενός αναγκαίου τέρματος, χάνοντας έτσι τον χαρακτήρα της ως ιστορικά καθορισμένου και ενδεχομενικού συμβάντος. Ο χωρισμός της υποκειμενικότητας από την ετερότητα συνιστά, αντίθετα απ’ ό,τι πιστεύει ο Heidegger, μια δυνατότητα και όχι ένα πεπρωμένο: είναι το δραματικό αποτέλεσμα της ιστορικο-εποχικής επικράτησης της δεσποτικής, υπερτροφικής και παμφάγου υποκειμενικότητας.

Ωστόσο, η ετεροκεντρική υποκειμενικότητα, μετατοπιζόμενη στην ψυχική ουσία ως σφαίρα διακριτή από το συνειδητό εγώ, απορρίπτοντας έτσι την αφηρημένη και αναμφισβήτητη αυτοπαρουσία, επιδεικνύει όλα τα εχέγγυα για να ανοιχθεί στο Άλλο — με την τριπλή έννοια της φύσης, των άλλων υποκειμένων και του θρησκευτικού ορίζοντα της υπερβατικότητας· εγγυάται την αποδυνάμωση των επιθετικών τάσεων της αναπαραστατικής-υπολογιστικής σκέψης και την υπέρβαση της εμμενιστικής κλειστότητας που επιβάλλει το υποκείμενο της νεωτερικότητας.

Η μονοσήμαντη αναγωγή κάθε δυνατής διαμόρφωσης του υποκειμένου στον υποκειμενιστικό του προσδιορισμό και η λήθη της εκκεντρικής υποκειμενικότητας απορρέουν όχι μόνο από την αποδοχή της νιτσεϊκής διάγνωσης της ιστορίας της μεταφυσικής, αλλά και από την πλήρη υποτίμηση της αντι-μεταφυσικής δυναμικότητας των εννοιών του ασυνείδητου και της ουσίας. Ο Heidegger, πράγματι, ταύτισε μονομερώς την έννοια του Unbewußte με τη φροϋδική διδασκαλία, θεωρώντας την επινόηση οργανικά ανήκουσα στη Neuzeit (G. Severino, L’anima del tempo e il destino dell’io, κεφ. V, σ. 195.
Η μεταφυσική του Freud και η μετατόπιση της νεοκαντιανής φιλοσοφίας στο επίπεδο της ψυχολογίας. Ο Freud, αφενός, μεταφέρει στη σφαίρα του ψυχικού το μοντέλο της επιστήμης της φύσης και, αφετέρου, την καντιανή θεωρία της αντικειμενικότητας. Ο Freud επιδιώκει έτσι να ανακαλύψει την «ασυνείδητη» συνοχή των αιτιακών συνδέσεων, διότι ένα τέτοιο πράγμα «στη συνείδηση δεν είναι δυνατόν». Για τον Freud, η πληρότητα των αιτιακών συνδέσεων —όπως και για τον Kant— είναι ένα αξίωμα. Το ασυνείδητο δεν είναι κανένα από τα ψυχικά φαινόμενα καθεαυτά, αλλά το αξίωμα της επιστήμης των νεωτερικών ψυχικών φαινομένων (ZS, 260/299).), και αναγνώριζε πάντοτε στον Substanzbegriff το οντολογικό προκατάλημμα της Vorhandenheit, παραλείποντας τη αντι-μεταφυσική σημασία της ψυχικής ουσίας που προηγείται της ανάδυσης της συνείδησης και εκθρονίζει συστατικά το υποκείμενο από την κυρίαρχη θέση του.

Παράλληλα και πέρα από αυτούς τους λόγους δυσαρέσκειας, η χαϊντεγκεριανή διέλευση της νεωτερικότητας συνιστά μια αδιαπραγμάτευτη προϋπόθεση· μάλιστα προβάλλει ως η συνθήκη δυνατότητας κάθε μελλοντικής απόπειρας αναθεώρησης και μεταρρύθμισης της υποκειμενικότητας. Ειδικότερα, ανάμεσα στους πολλούς λόγους που καθιστούν τον Heidegger έναν αναπόφευκτο κόμβο της κατ’ ιδέαν σύγχρονης σκέψης, τουλάχιστον τέσσερις αφορούν άμεσα τη σχέση υποκειμενικότητας και νεωτερικότητας:
η χαϊντεγκεριανή κριτική της αυτοκρατορικής υποκειμενικότητας, υπεύθυνης για τη σημερινή ιστορική διάρθρωση και για την επικράτηση του ανθρωποκεντρικού, αντικειμενοποιητικού και εργαλειακού τρόπου σκέψης, εξακολουθεί να αποτελεί καμπανάκι κινδύνου και αναντικατάστατο θεωρητικό βοήθημα για την επανατοποθέτηση της Subjektivität έναντι της φύσης, των άλλων υποκειμένων και του θρησκευτικού χώρου·
με τη σύλληψη του Dasein πρότεινε μια καινοτόμο μορφή υποκειμενικότητας, που ρήγνυται οριστικά με τον χουσσερλιανό συνειδησιαρχισμό και με τις υποκειμενιστικές εκδοχές του υποκειμένου· επιπλέον, συγκεντρώνοντας έως το Sein und Zeit την καρτεσιανή κληρονομιά, εξασφάλισε επίσης μια αποφασιστική συμβολή στον εντοπισμό στον Καρτέσιο των δύο διαδικασιών του νεωτερικού και της νεωτερικότητας·
η δέσμη των θέσεων που αναπτύχθηκαν στο δεύτερο μέρος της εννοιολογικής του διαδρομής συνιστά πολύτιμα ερεθίσματα και αναπόδραστα σημεία αναφοράς με τα οποία οφείλει να μετριέται αδιάκοπα μια φιλοσοφία της υποκειμενικότητας αντάξια της ιστορικής της αποστολής: η σύλληψη της αλήθειας ως γεγονότος μη διαθέσιμου στο υποκείμενο και ο θεμελιωτικός ρόλος της γλώσσας, όχι απλώς εκφραστικο-επικοινωνιακός, δεσπόζουν ως βασικά οντολογικά κριτήρια που διακρίνουν—ανάλογα με το αν γίνονται δεκτά ή όχι—την απόλυτη από την αποκεντρωμένη υποκειμενικότητα·
τέλος, πρέπει να αναγνωριστεί ότι ο Heidegger, παρά την ομογενοποιητική και συνεχιστική του προσέγγιση, έφερε στο φως ορισμένες ουσιώδεις μορφές ρήξης και ασυνέχειας στη Neuzeit σε σχέση με τον Καρτέσιο της νεωτερικότητας:
«Η καθεαυτήν διαφοροποιημένη μοναδικότητα της συστηματικότητας στον Leibniz, τον Kant, τον Fichte, τον Hegel και τον Schelling δεν έχει ακόμη κατανοηθεί. Το μεγαλείο της έγκειται στο ότι δεν αναπτύσσεται, όπως στον Καρτέσιο, από το subjectum ως ego και substantia finita, αλλά, όπως στον Leibniz, από τη μονάδα· ή, όπως στον Kant, από την υπερβατολογική ουσία θεμελιωμένη στη φαντασία του πεπερασμένου λόγου· ή, όπως στον Fichte, από το άπειρο Εγώ· ή, όπως στον Hegel, από το πνεύμα ως απόλυτη γνώση· ή, όπως στον Schelling, από την ελευθερία ως αναγκαιότητα κάθε όντος, που καθορίζεται έτσι από τη διαφορά θεμελίου και ύπαρξης» (GA 5, 101/87–88).


Δηλώνοντας ότι «ο Descartes σκέφθηκε εκ των προτέρων το μεταφυσικό θεμέλιο της νεότερης εποχής, πράγμα που δεν σημαίνει ότι η μεταγενέστερη φιλοσοφία είναι απλώς καρτεσιανισμός» (GA 6.2, 130/656), ο Heidegger προκαλεί άθελά του μια ρωγμή στη συνολική του θέαση, υιοθετώντας την ιδέα της ρήξης και του ποιοτικού άλματος. Και όχι μόνον αυτό: γράφοντας ότι «στην αρχή της νεότερης μεταφυσικής η ουσία του είναι είναι πολυσήμαντη, στο μέτρο που αντηχεί σε αυτήν μια πολλαπλότητα ουσιωδών δυνατοτήτων της ουσιώδους πραγμάτωσης της πραγματικότητας» (GA 6.2, 390/886), και υποστηρίζοντας ότι «η υποτιθέμενη μονοσημία της αρχής της νεότερης φιλοσοφίας, που θα έπρεπε να εκφράζεται στο “cogito ergo sum”, είναι μια φαινοφάνεια» (GA 6.2, 390/886–887), ο Heidegger διαισθάνεται τον ανεξάντλητο πλούτο και τον πολυσημικό χαρακτήρα της καρτεσιανής Anfang, τη διάσπασή της σε δύο πόλους σε αμοιβαία ένταση: περισσότερο από τη μεσαιωνική κληρονομιά και την εισβολή της Neuzeit, οι πόλοι αυτοί φαίνεται να συγκροτούνται από το νεωτερικό και τη νεωτερικότητα. Υπάρχει όμως ένα σημείο στο δοκίμιο για τον Ευρωπαϊκό Μηδενισμό όπου ο Heidegger μοιάζει να έχει μια πραγματική έξαρση, ομολογώντας τις εγγενείς δυσκολίες της μεταφυσικής του της υποκειμενικότητας και εντοπίζοντας και τον λόγο τους: δύο παράγοντες, διαβάζουμε, καθιστούν «περίπλοκη» τη σχέση του Nietzsche με τον Καρτέσιο και δεν επιτρέπουν να κατανοηθεί «η απλή γραμμή της [ιστορικο-ουσιώδους] σύνδεσής τους»: ο πρώτος είναι η σύμμειξη εσφαλμένων ερμηνειών και ουσιώδους κατανόησης στη νιτσεϊκή ανάγνωση του cogito, ο δεύτερος αφορά τον αποχωρισμό του Nietzsche «από τους μεγάλους στοχαστές του 19ου αιώνα —έναν αιώνα δύσκολο να κατανοηθεί» (GA 6.2, 155/679).

Ο Heidegger διακρίνει στον 19ο αιώνα το εμπόδιο που απειλεί να μην του «βγουν οι λογαριασμοί», διότι σε αυτόν περιέχονται εμπειρίες σκέψης που θέτουν υπό αμφισβήτηση την απλότητα, δηλαδή τη χωρίς ρήξεις συνέχεια, της κυρίαρχης γραμμής Καρτέσιος–Nietzsche. Αν ο 19ος αιώνας παραμένει αινιγματικός και στο Die Zeit des Weltbildes χαρακτηρίζεται ως «ο πιο σκοτεινός από τους αιώνες του νεότερου κόσμου» (GA 5, 99/84), αυτό συμβαίνει επειδή η διαδικασία von Hegel zu Nietzsche δεν μπορεί να νοηθεί ως κίνηση που, υπό το έμβλημα της απίθανης τελεολογικο-συνεχιστικής αρχής σύμφωνα με την οποία «το δέντρο κρίνεται από τους καρπούς του, ο πατέρας από τα παιδιά του» (K. Löwith, Von Hegel zu Nietzsche. Der revolutionäre Bruch im Denken des 19. Jahrhunderts [1941], στο ίδιο, Sämtliche Schriften, όπ. παρ., τ. IV, σσ. 3–489, ιδίως σ. 3· μτφρ. ιταλ. Da Hegel a Nietzsche. La frattura rivoluzionaria nel pensiero del secolo XIX [1949], επιμ. G. Colli, Einaudi, Torino 1971, 1982, σ. 12.
Ξεκινώντας από την καθαυτήν θεμιτή πεποίθηση ότι «ο Hegel και ο Nietzsche είναι οι δύο όροι ανάμεσα στους οποίους εκτυλίσσεται κατ’ ουσίαν η ιστορία του γερμανικού πνεύματος στον 19ο αιώνα», ο Löwith θεωρεί ότι «τα θεμέλια της ιστορίας του Πνεύματος, τα οποία απορρέουν από την εγελιανή μεταφυσική του Πνεύματος, έχουν πλέον διαλυθεί στο μηδέν. Το Πνεύμα ως ουσία και ως υποκείμενο της ιστορίας δεν είναι πια θεμέλιο, αλλά, στην καλύτερη περίπτωση, μόνο πρόβλημα. […] Από το Πνεύμα δεν έχει απομείνει τίποτε άλλο παρά το “πνεύμα της εποχής”» (K. Löwith, Von Hegel zu Nietzsche…, όπ. παρ., σσ. 3–4· μτφρ. ιταλ. Da Hegel a Nietzsche…, όπ. παρ., σσ. 11–12).
Εφόσον ο Löwith καταγράφει όχι μια ιστορική αλλά μια φιλοσοφική αλήθεια, υποστηρίζει εμμέσως ότι το αληθινό θεμέλιο του εγελιανού Πνεύματος είναι η βούληση για δύναμη, δηλαδή ότι ο Nietzsche είναι η αλήθεια του Hegel.), πραγματώνει και αποκαλύπτει ως Wille zur Macht εκείνο που στον Hegel προβάλλει με τα ενδύματα του Geist. Έναν χρόνο πριν από τη διάγνωση του Löwith, («Ο Hegel μας εμφανίζεται πολύ μακρινός και, αντιθέτως, ο Nietzsche πολύ κοντινός σε εμάς» (K. Löwith, Von Hegel zu Nietzsche…, όπ. παρ., σ. 3· μτφρ. ιταλ. Da Hegel a Nietzsche…, όπ. παρ., σ. 11).) ο Heidegger υποστηρίζει αντιθέτως ότι είναι ο Nietzsche που αποχωρίζεται από τον αιώνα και όχι ο 19ος αιώνας που επιτελεί την Trennung από τον Hegel· ότι η ιστορική απόσταση του Hegel και η εγγύτητα του Nietzsche, που ορθά επισημαίνει ο Löwith, συνιστούν την εποχική συνθήκη του σύγχρονου ανθρώπου, δηλαδή πιστοποιούν μια αλήθεια πραγματική (de facto) και όχι δικαιωματική (de iure). Στην επιστολή της 2ας Δεκεμβρίου 1971 προς τον Gadamer, ο Heidegger γράφει πράγματι: «Επανειλημμένως αντιτάχθηκα στη ρητορική της “κατάρρευσης” του εγελιανού συστήματος. Κατέρρευσε, δηλαδή παρήκμασε, ό,τι ακολούθησε — συμπεριλαμβανομένου του Nietzsche» (Παρατίθεται από H.-G. Gadamer, La dialettica di Hegel, επιμ. R. Dottori, Marietti, Torino 1973, σ. 150 (το κείμενο δεν περιλαμβάνεται στη γερμανική έκδοση).).


Ο Hegel και το νεωτερικό ως ουσιωδώς ξένα προς την εποχή της τεχνικής, προς τη νεωτερικότητα; Υπέρβαση του μηδενισμού και αντί-κίνηση έναντι της νεωτερικότητας μέσω της Erinnerung του νεωτερικού; Το νέο ξεκίνημα ως ανάβαση στο es war, σε ό,τι άρχισε και διεκόπη, στον πρωταρχικό τόπο της Neuzeit (Καρτέσιος), που περιέχει ανεκπλήρωτες δυνατότητες προς επανάληψη και ολοκλήρωση; Στο καταληκτικό κεφάλαιο θα επιχειρήσω να σκιαγραφήσω μια πιθανή απάντηση σε αυτά τα πιεστικά ερωτήματα, χωρίς όμως να χρησιμοποιήσω ως οθόνη τον Heidegger, από του οποίου τον λόγο δεν πρέπει να αποσπάται με το ζόρι ό,τι ο ίδιος δεν μπορεί και, πολύ πιθανόν, δεν θα ήθελε καν να πει. Είναι πάντως αδιαμφισβήτητο ότι στη σκέψη του αναδύονται αποφασιστικές τομές, πρωτόγνωρες ερμηνευτικές προοπτικές και ανεξερεύνητες ερμηνευτικές διαδρομές, οι οποίες θέτουν σε κρίση την παγιωμένη ιστοριογραφία και τη σχολαστική ταξινόμηση της φιλοσοφικής παράδοσης, συγκροτώντας ένα πλούσιο εννοιακό απόθεμα που αξίζει να συλλεχθεί και να αξιοποιηθεί πέρα από τα ίδια του τα καταληκτικά σημεία.

Τέλος Κεφαλαίου 3