Συνέχεια από:Δευτέρα 17 Αυγούστου 2026
W.WINDELBAND, ΕΓΧΕΙΡΙΔΙΟ ΙΣΤΟΡΙΑΣ ΤΗΣ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑΣ, Β ΤΟΜΟΣ.
Η ΜΕΤΑΦΥΣΙΚΗ ΤΗΣ ΕΣΩΤΕΡΙΚΗΣ ΕΜΠΕΙΡΙΑΣ

.........1. Αυτό φαίνεται καθαρά ήδη στη διδασκαλία του Αυγουστίνου για το αφετηριακό σημείο της φιλοσοφίας. Ακολουθώντας μια πορεία ανάλογη με την εξέλιξη της προσωπικότητάς του, ο Αυγουστίνος αναζητά τη βεβαιότητα της γνώσης μέσα από την αμφιβολία, σε ένα δρόμο που τον είχαν ανοίξει οι θεωρίες του σκεπτικισμού. Φύση θερμόαιμη, με ακατασίγαστη δίψα για ευτυχία, προσπάθησε αρχικά να απαντήσει στην αμφιβολία του με βάση της σωκρατικό αίτημα ότι η κατοχή της αλήθειας (που χωρίς αυτήν δεν είναι δυνατό να υπάρχει ούτε και η πιθανότητα) είναι απαραίτητη προϋπόθεση της ευτυχίας και γι' αυτό πρέπει να θεωρείται κάτι εφικτό. Ο Αυγουστίνος επιμένει με έμφαση στο ότι ακόμη και ο σκεπτικισμός – που αρνείται την εξωτερική πραγματικότητα του περιεχομένου της αισθητηριακής αντίληψης ή τουλάχιστον θεωρεί ότι το πρόβλημα παραμένει ανοιχτό – δεν μπορεί να αμφισβητήσει την εσωτερική ύπαρξη της εντύπωσης. Δεν αρκείται όμως στις σχετικιστικές ή θετικιστικές υποδηλώσεις αυτής της διαπίστωσης. Απεναντίας, ξεκινά από αυτές για να προχωρήσει νικηφόρα ως τη βεβαιότητα. Με την αισθητηριακή αντίληψη δεν μας δίνεται μόνο κάποιο περιεχόμενο, που η αυθεντικότητά του είναι δυνατό να αμφισβητηθεί προς τη μια ή την η την άλλη κατεύθυνση, αλλά συνάμα και η πραγματικότητα του υποκειμένου που αντιλαμβάνεται. Αυτή η βεβαιότητα της συνείδησης για τον εαυτό της προκύπτει κατά κύριο λόγο από την ίδια την αμφιβολία. Καθώς αμφιβάλλω ξέρω ότι εγώ που αμφιβάλλω υπάρχω. Έτσι, η ίδια η αμφιβολία περιέχει την πολύτιμη αλήθεια ότι το ον που έχει συνείδηση είναι πραγματικό. Ακόμη και αν βρίσκομαι σε πλάνη ως προς όλα τα άλλα, σε τούτο δεν είναι δυνατό να πλανιέμαι: γιατί από τη στιγμή που βρίσκομαι σε πλάνη πρέπει και να υπάρχω.
Αυτή η θεμελιακή βεβαιότητα εκτείνεται σύμμετρα σε όλες τις συνειδησιακές καταστάσεις (cogitare), και ο Αυγουστίνος προσπαθεί να δείξει ότι στο ενέργημα της αμφιβολίας περικλείονται όλες οι καταστάσεις της συνείδησης: Όποιος αμφιβάλλει ξέρει όχι μόνο ότι είναι ζωντανός αλλά και ότι θυμάται, ότι γνωρίζει και ότι θέλει, αφού η αμφιβολία του βασίζεται σε προηγούμενες παραστάσεις του. Κατά τη στάθμιση των αμφιβολιών του ξεδιπλώνεται η νόηση, η γνώση, η κρίση του· και το κίνητρο της αμφιβολίας του είναι η αναζήτηση της αλήθειας. Κατά τον Αυγουστίνο -που με την άποψή του αυτή υπερέχει όχι μόνο σε σχέση με τον Αριστοτέλη αλλά και σε σχέση με τους νεοπλατωνικούς- η ψυχή είναι η ενιαία ζωντανή ολότητα της προσωπικότητας, που χάρη στην αυτοσυνείδησή της έχει τη βεβαιότητα ότι η δική της πραγματικότητα είναι η πιο αδιαμφισβήτητη αλήθεια. [ΟΥΤΕ ΔΕΥΤΕΡΟΣ ΠΛΟΥΣ ΕΠΕΚΕΙΝΑ ΤΗΣ ΟΥΣΙΑΣ ΟΥΤΕ ΝΟΥΣ ΤΟ ΘΕΙΚΟ ΣΤΟΙΧΕΙΟ. Ο ΠΡΩΤΟΣ ΨΥΧΟΛΟΓΟΣ ΤΗΣ ΕΝΟΤΗΤΟΣ ΨΥΧΗΣ ΚΑΙ ΣΩΜΑΤΟΣ. ΚΑΤΕΣΤΗΣΕ ΤΗΝ ΠΟΡΕΙΑ ΤΗΣ ΥΠΑΡΞΗΣ ΤΟΥ ΜΕΤΡΟ ΤΟΥ ΠΑΝΤΟΣ. ΦΟΒΕΡΗ ΥΠΕΡΟΧΗ. ].......
2. Η διδασκαλία όμως του Αυγουστίνου δεν σταματά σε αυτή την αρχική βεβαιότητα. Η θρησκευτική πεποίθηση του αλλά και η βαθιά γνωσιολογική θεώρηση των πραγμάτων τον οδήγησαν στην άποψη ότι η βεβαιότητα της ατομικής συνείδησης για τον εαυτό της είναι συνυφασμένη με την ιδέα του Θεού. Το θεμελιακό γεγονός της αμφιβολίας είναι και εδώ καθοριστικό, αφού περιέχει implicite ήδη ολόκληρη την αλήθεια. Πως θα αμφιβάλλαμε, ρωτά ο Αυγουστίνος, για την αυθεντικότητα των δεδομένων της αισθητηριακής αντίληψης, που μας επιβάλλονται με τόση δύναμη, αν παράλληλα με αυτά δεν είχαμε κατευθυντήριες έννοιες και μέτρα διαφορετικής προέλευσης, για να τα μετρήσουμε και να τα ελέγξουμε; Όποιος αμφιβάλλει κατέχει αναγκαστικά την αλήθεια, γιατί μόνο εξαιτίας αυτής αμφιβάλλει. Πραγματικά, συνεχίζει ο φιλόσοφος, ο άνθρωπος παράλληλα με την αίσθηση (sensus) κατέχει και την ανώτερη ικανότητα του λόγου (intellectus, ratio), δηλαδή την ικανότητα της άμεσης εποπτείας ασώματων αληθειών. Με αυτές ο Αυγουστίνος δεν εννοεί μόνο τους λογικούς νόμους αλλά και τους γνώμονες του καλού και του ωραίου, και γενικά όλες τις αλήθειες που δεν μας δίνονται διαμέσου της αίσθησης, αλλά είναι απαραίτητες για την επεξεργασία και την αποτίμηση των δεδομένων - τις αρχές της κριτικής ικανότητας.
Τέτοιοι γνώμονες του λόγου προβάλλουν σε περιπτώσεις αμφιβολίας αλλά και σε κάθε άλλη δραστηριότητα της συνείδησης ως μέτρο για την εκτίμηση των πραγμάτων. Οι γνώμονες όμως αυτοί υπερβαίνουν την ατομική συνείδηση στην οποία ενσωματώνονται κατά την πορεία του χρόνου ως κάτι υψηλότερο και ανώτερο από αυτήν. Είναι κοινοί για όλα τα όντα που σκέπτονται έλλογα· η αξία τους δεν μεταβάλλεται ποτέ. Έτσι η λειτουργία των της ατομικής συνείδησης είναι συνυφασμένη με κάτι καθολικά έγκυρο και ευρύτερο από αυτήν.
Στην ουσία όμως της αλήθειας ανήκει και το ότι υπάρχει. Από αυτή τη θεμελιακή αντίληψη της αρχαίας αλλά και κάθε απλοϊκής γνωσιολογίας ξεκινά και ο Αυγουστίνος. Ωστόσο το «είναι» των γενικών αληθειών, που η φύση τους είναι εντελώς ασώματη, μπορεί να νοηθεί (με νεοπλατωνικό τρόπο) μόνο όπως το είναι των ιδεών μέσα στον Θεό. Οι γενικές αλήθειες είναι οι αμετάβλητοι τύποι και γνώμονες κάθε πραγματικότητας, είναι οι καθορισμοί του περιεχομένου του πνεύματος του Θεού (principales formae vel rationes rerum stabiles atque incommutabiles, quae in divino intellectu continentur [θεμελιακοί τύποι ή λόγοι των πραγμάτων σταθεροί και αναλλοίωτοι που περιέχονται στο πνεύμα του Θεού]), στο οποίο περιέχονται όλες σε μια υπέρτατη ένωση. Το πνεύμα του Θεού είναι η απόλυτη ενότητα, η αλήθεια που τα περιέχει όλα. Είναι το ανώτατο είναι, το ανώτατο αγαθό, η τέλεια ομορφιά (unum, verum, bonum). Κάθε λογική γνώση είναι βασικά γνώση του Θεού. Βέβαια και ο Αυγουστίνος πιστεύει ότι ο άνθρωπος στην επίγεια ζωή του δεν μπορεί να γνωρίσει εντελώς τον Θεό. Απόλυτα βέβαιες είναι, ίσως, μόνο οι αρνητικές παραστάσεις μας γι' αυτόν. Προπαντός δεν έχουμε σύμμετρη παράσταση για τον τρόπο που οι διαφορετικοί καθορισμοί της θείας αλήθειας –για τους οποίους μόνο η νόηση έχει εποπτεία– συνδέονται μέσα στον Θεό σε μιάν ανώτατη πραγματική ενότητα: Γιατί η ασώματη και αμετάβλητη ουσία του Θεού (essentia) υπερβαίνει κατά πολύ κάθε διαπλοκή και κάθε συσχετισμό της ανθρώπινης νόησης. Ακόμη και η κατηγορία της ουσίας είναι εξίσου άσχετη με αυτόν όπως και οι υπόλοιπες.
3. Παρόλο που οι διατυπώσεις αυτές αποτελούν άμεση προέκταση νεοπλατωνικών ιδεών διατηρούν στη διδασκαλία του Αυγουστίνου τον χριστιανικό χαρακτήρα τους, καθώς η φιλοσοφική έννοια της θεότητας ως πεμπτουσίας της αλήθειας έχει εντελώς συγκεραστεί με τη θρησκευτική αντίληψη ότι η θεότητα είναι η απόλυτη προσωπικότητα. Ακριβώς όμως γι' αυτό ολόκληρο το οικοδόμημα της μεταφυσικής του Αυγουστίνου βασίζεται στην αυτογνωσία της πεπερασμένης προσωπικότητας, δηλαδή στο γεγονός της εσωτερικής εμπειρίας. Μόνο κατ' αναλογία προς την ανθρώπινη αυτογνωσία είναι δυνατό να γνωρίσουμε κάτι από την ουσία του Θεού. Και η αυτογνωσία δείχνει ότι η εσωτερική ζωή παρουσιάζει βασικά την ακόλουθη διάρθρωση: Το σταθερό συστατικό του πνευματικού είναι έγκειται στην ολότητα των συνειδησιακών περιεχομένων, στις παραστάσεις που διαρκώς αναπλάθονται. Η κίνηση και η ζωντάνια του πνευματικού είναι έγκειται στην κριτική σύνδεση και στο διαχωρισμό αυτών των στοιχείων.
Η κινητήρια, τέλος, δύναμη είναι η βούληση η προσανατολισμένη στην κατάκτηση της υπέρτατης μακαριότητας. Οι τρεις λοιπόν πλευρές της ψυχικής πραγματικότητας είναι: η παράσταση, η κρίση και η βούληση (memoria, intellectus, voluntas). Ο Αυγουστίνος δηλώνει ρητά ότι αυτές οι τρεις λειτουργικές όψεις της προσωπικότητας δεν πρέπει να θεωρηθούν κάτι ανάλογο με τις σωματικές ιδιότητες. Επίσης δεν αποτελούν διαφορετικά επίπεδα η σφαίρες της ψυχικής πραγματικότητας, αλλά με την αδιάσπαστη ενότητά τους συνθέτουν την ουσία της ψυχής. Με βάση τις σχέσεις της πνευματικής ζωής που γίνονται γνωστές από την παρατήρηση των καταστάσεων του ανθρώπου, ο Αυγουστίνος όχι μόνο προσπαθεί να σχηματίσει μιάν ανάλογη παράσταση για το μυστήριο της τριαδικότητας του Θεού, αλλά αναγνωρίζει στο esse, nosse, velle τους θεμελιακούς καθορισμούς όλων των πραγμάτων· στο είναι, στο γνωρίζειν και στο βούλεσθαι περικλείεται ολόκληρη η πραγματικότητα, ενώ ο Θεός περιβάλλει το σύμπαν με την παντοδυναμία, την παντογνωσία και την άπειρη αγαθότητά του.
Συνεχίζεται
ΤΟ ΟΡΘΟΔΟΞΟ ΒΥΖΑΝΤΙΟ ΕΙΝΑΙ ΕΝΑ ΘΑΥΜΑ, ΑΝΕΞΗΓΗΤΟ ΣΧΕΔΟΝ, ΜΕΣΑ ΣΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΒΟΥΛΗΣΗΣ ΓΙΑ ΔΥΝΑΜΗ, ΤΗΝ ΟΠΟΙΑ ΣΤΕΦΑΝΩΣΕ Η ΛΑΤΙΝΙΚΗ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΤΗΣ ΔΙΑ ΤΟΥ ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟΥ.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου