Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ντοστογιέφσκι. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ντοστογιέφσκι. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 19 Αυγούστου 2026

Μιὰ ὀρθόδοξη θεώρησι τοῦ ἀνθρώπου κατὰ τὸν Ἀλέξανδρο Παπαδιαμάντη καὶ τὸν Θεόδωρο Ντοστογιέφσκυ

Του μακαριστού π. Ἀθανάσιου Γέφτιτς*

Μόλις εἶχε τελειώσει ὁ Α´ Παγκόσμιος Πόλεμος καὶ εἶχε καταρρεύσει ἡ Γερμανία, ἐνῷ οἱ Μπολσεβίκοι στὴν Ρωσσία εἶχαν νικήσει, ὁ γερμανὸς (λογοτέχνης) Χέρμαν Ἔσσε ἔγραφε, σ᾿ ἕνα ἀπὸ τὰ πρῶτα κείμενά του (1919), γιὰ τὸν Ντοστογιέφσκυ περίπου τὰ ἑξῆς: «Αὐτὸς εἶναι ἐπικίνδυνος γιὰ τὴν Δύσι. Οἱ ἥρωές του, οἱ Καραμαζώφ, εἶναι ἀνατολικοὶ τύποι, πολὺ ἐπικίνδυνοι, σκοτεινοί, μὲ ἀσιατικὸ βάθος καὶ ἀποτελοῦν ἄμεσο κίνδυνο γιὰ τὸν δυτικὸ ἄνθρωπο». Αὐτὴ ἡ πόλωση, «Ἀνατολικοὶ – Δυτικοί», ποὺ ἔβλεπε τότε ὁ Ἔσσε, τὴν ἔχουν λίγο-πολὺ καὶ σήμερα οἱ περισσότεροι, ποὺ γράφουν γιὰ μᾶς τοὺς ὀρθοδόξους λαούς…

Εἶναι, ὅμως, τραγικὴ εἰρωνεία τῆς ἱστορίας ὅτι ὁ Χ. Ἔσσε, ἀφοῦ πέρασε καὶ ὁ Β´ Παγκόσμιος Πόλεμος καὶ πάλι οἱ Γερμανοὶ ἠττήθησαν στὰ Βαλκάνια, ἔγινε βουδδιστής, δηλαδὴ ἄκρως Ἀνατολικός. Καὶ διερωτᾶται κανείς, μήπως οἱ λεγόμενοι Δυτικοὶ εἶναι πιὸ κοντὰ στοὺς ἄπω Ἀνατολίτες, παρὰ σὲ μᾶς ἐδῶ τοὺς κοντινοὺς Βαλκάνιους. Ὅμως, ἐμεῖς οἱ Ὀρθόδοξοι, ὄχι μόνο ποὺ δὲν εἴμαστε Δυτικοί, ἀλλ᾿ οὔτε καὶ Ἀνατολικοί του Ἔσσε· δὲν εἴμαστε Εὐρωπαῖοι τοῦ Ἔσσε, ἀλλ᾿ ἀκόμη λιγότερο Ἀσιάτες του.

Οἱ ἥρωες τοῦ Ντοστογιέφσκυ καὶ τοῦ Παπαδιαμάντη δὲν κατατάσσονται στὰ σχήματα αὐτά, οὔτε ἐξηγοῦνται ἀπὸ αὐτά: «Ἀνατολὴ-Δύσι, Εὐρώπη-Ἀσία, Ἀνατολικοί-Δυτικοί». Ἡ γεωγραφικὴ καὶ πνευματικὴ πατρίδα τους, ἀλλὰ καὶ ἡ δική μας, εἶναι ἡ Ἀνατολικὴ Μεσογειακὴ λεκάνη μὲ τὰ περίχωρά της, ὅπου περιλαμβάνονται ἡ χερσόνησος τοῦ Αἴμου, τὰ Βαλκάνια (ἀλλὰ καὶ ἡ Ρωσσία), ἡ Μ. Ἀσία, ἡ Παλαιστίνη, ἡ Μεσοποταμία, ἡ Αἴγυπτος, ἡ Β. Ἀφρικὴ καὶ ἡ Ν. Ἰταλία, δηλαδὴ ἡ γεωγραφικὴ καὶ πνευματικὴ περιοχὴ τοῦ Βυζαντίου, ὅπου γεννήθηκε ὁ Χριστιανισμός, ἀλλὰ καὶ ὁ ἀρχαῖος ἑλληνικὸς πολιτισμός, καὶ ὅπου γεννήθηκε καὶ ἀναπτύχθηκε ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία μὲ τὴν παράδοσί της τὴν ζωντανή.

Τὰ πρόσωπα, ποὺ βρίσκομε στὰ ἔργα τοῦ Ντοστογιέφσκυ καὶ τοῦ Παπαδιαμάντη, δὲν μπαίνουν καὶ δὲν ἐξηγοῦνται στὰ πλαίσια αὐτά: «Ἀνατολή-Δύσι», οὔτε στὴν πόλωσι αὐτήν: «Εὐρώπη-Βαλκάνια». Ὄχι πῶς δὲν εἶναι καὶ Ἀνατολικοὶ καὶ Δυτικοί, ἀλλὰ δὲν ἐξαντλοῦνται σ᾿ αὐτὸ τὸ σχῆμα, ὅπως δὲν ἐξαντλούμεθα ἐμεῖς σήμερα μὲ τὸ νὰ χωριζώμεθα σὲ Εὐρωπαίους καὶ Βαλκάνιους…

Ὁ Παπαδιαμάντης καὶ ὁ Ντοστογιέφσκυ γεννήθηκαν καὶ ἀνατράφηκαν σ᾿ αὐτὸ τὸ ὀρθόδοξο ἐκκλησιαστικὸ περιβάλλον. Εἶναι γνωστὴ ἡ σχέσι καὶ τῶν δυό με τὴν Ὀρθόδοξο Ἐκκλησία καὶ εἰδικὰ μὲ τὰ Μοναστήρια, καὶ διαπιστώνεται αὐτὴ ἡ σχέσι στὰ ἔργα τους, μὲ διαφορὲς βέβαια, ἀλλὰ καὶ μὲ μία ἐσωτάτη ταυτότητα. Οἱ Κολλυβάδες τοῦ Παπαδιαμάντη καὶ οἱ Στάρετς (Γέροντες) τοῦ Ντοστογιέφσκυ ἦσαν φορεῖς τῆς ζωντανῆς αὐτῆς παραδόσεως τοῦ Ἡσυχασμοῦ. Οἱ Στάρετς τῆς Ρωσίας –καὶ ὄχι μόνον τῆς Ὄπτινα στὰ μετέπειτα ἔργα τοῦ Ντοστογιέφσκυ, ἀλλὰ καὶ τοῦ (ἁγίου) Τύχωνος τοῦ Ζαντόνκ, ἐπισκόπου καὶ ἀσκητοῦ– καὶ οἱ Κολλυβάδες μαρτυροῦν προσωπικά, καὶ ὄχι μόνο με τὰ ἔργα τους ἣ τὰ γραπτά τους, ἐκεῖνο ποὺ βρίσκεται στὸ βάθος τῆς ἀνθρωπολογίας τοῦ Παπαδιαμάντη καὶ τοῦ Ντοστογιέφσκυ: Τὸ ἀνθρώπινο πρόβλημα, ἡ ἀνθρώπινη μοίρα, ἂν θέλετε, ἢ τὸ πεπρωμένο του· ὄχι, ὅμως, μὲ τὴν ἐξωχριστιανικὴ ἔννοια τοῦ κρίματος ἢ τῶν κριμάτων τοῦ Θεοῦ. Κι ἑπομένως μαρτυροῦν γιὰ τὸ ἀνθρωπολογικὸ καὶ ἀνθρωπιστικὸ πρόβλημα.

Πόσα χρωστᾶ ὁ Ντοστογιέφσκυ στὰ Μοναστήρια, στὸν ἅγιο Τύχωνα καὶ στοὺς Στάρετς ἐν συνεχείᾳ καὶ πόσα χρωστᾶ ὁ Παπαδιαμάντης στὸν πατέρα του ἱερέα, ἀλλὰ καὶ στὴν παράδοση τῶν Κολλυβάδων στὴν Σκιάθο… Ἀπὸ τὰ παιδικά τους χρόνια ἦσαν πολὺ ποτισμένοι μὲ τὶς ἐμπειρίες αὐτὲς καί, ὅπως λένε καὶ οἱ δυό, ἀλλὰ τὸ ἐκφράζω μὲ τὰ λόγια του Κ. Παλαμᾶ, ὅτι ἦσαν παιδιά: «Ὁ ἄνθρωπος εἶναι πάντα αὐτό, ποὺ ἦταν παιδί». Ἴσως δὲν τὸ ξέρομε ἀκριβῶς, ἀλλὰ ξέρομε ὅτι μένει πάντα μέσα του, καὶ στὸν πλέον ἀλλαγμένο ἄνθρωπο –ἀλλαγμένο ἀπὸ τὴν ἡλικία, ἀπὸ τὰ πάθη, ἀπὸ τὴν σκέψι– μένει κάτι ἀπὸ τὸ παιδί. Καὶ ἦσαν παιδιὰ ὅταν ἔζησαν τὴν βαθειὰ ἐμπειρία τῆς Ἐκκλησίας, τὴν βαθειὰ ἐμπειρία τῶν ἡρῴων της Βίβλου, ἂς μοῦ ἐπιτραπῇ ἔτσι νὰ πῶ.

Ὁ Ντοστογιέφσκυ τὸ περιγράφει βάζοντας τὸν στάρετς Ζωσιμᾶ, ποὺ ὡς μικρὸς βρέθηκε στὸν ναὸ τὴν Μ. Ἑβδομάδα, ὅταν διαβαζόταν τὸ βιβλίο τοῦ Ἰώβ. Καὶ εἶναι γνωστό, πὼς ἐκεῖ ἔζησε ὁ στάρετς Ζωσιμᾶς, δηλαδὴ ὁ ἴδιος ὁ Ντοστογιέφσκυ, τὸ μεγάλο μυστήριο, κατὰ τὸ ὁποῖον ἡ πεπερασμένη γήινη μορφὴ τοῦ ἀνθρώπου καὶ ἡ αἰώνια Ἀλήθεια, ἡ μορφὴ τοῦ Θεοῦ, συναστήθηκαν, ἀγγίχτηκαν μαζί. Καὶ ἡ γήινη δικαιοσύνη –μὲ τὴν ἔννοια τῆς ἀληθείας, διότι τὸ ῥωσσικὸ «πράβδα» ἔχει καὶ τὴν ἔννοια τῆς ἀληθείας– συναντήθηκε μὲ τὴν αἰώνια ἀλήθεια τοῦ Θεοῦ. Καὶ ὁ Ἰὼβ ἀπήντησε: «Εἴη τὸ ὄνομα Κυρίου εὐλογημένον εἰς τοὺς αἰῶνας».

Ὁ Παπαδιαμάντης, στὸ καταπληκτικὸ κείμενό του: «Φωνὴ αὔρας λεπτῆς», γραμμένο τὸ 1901, (σχολιάζοντας) ἕνα εἱρμὸ ἀπὸ τὴν ἑορτὴ τοῦ προφήτου Ἠλιοῦ, γράφει: «Ὁ Θεὸς ἐφανερώθη εἰς τὸν Προφήτην ὄχι ἐν τῷ πνεύματι τῷ βιαίῳ, ὄχι ἐν τῷ συσσεισμῷ, ὄχι ἐν πυρί, ἀλλ᾿ ἐν φωνῇ αὔρας λεπτῆς. Καὶ ἡ φωνὴ τῆς αὔρας τῆς λεπτῆς εἶναι ἡ φωνὴ τοῦ πράου Ἰησοῦ, εἶναι ἡ φωνὴ τοῦ Εὐαγγελίου».

Ἐν συνεχείᾳ τελειώνει τὸ πολὺ μικρὸ καὶ πολὺ χαρακτηριστικὸ αὐτὸ ἄρθρο –γιὰ νὰ ποῦμε ὅτι δὲν εἶναι ὅλα τὰ διηγήματα, οὔτε ἀκόμη λιγότερο ὅλα τὰ ἄρθρα τοῦ Παπαδιαμάντη τῆς ἴδιας ἀξίας, οὔτε τοῦ Ντοστογιέφσκυ, στὸ ἴδιο ἐπίπεδο, ἀφοῦ ὡς ἄνθρωποι πάλευαν καὶ ἀποτύπωναν– τελειώνει ἀναφέροντας τὸ ποίημα τοῦ Πινδάρου, ὅπου «οἰονεὶ (:σὰν νὰ) προφητεύει» γιὰ τὸν Χριστό, ἀφοῦ «τοιοῦτος Θεός, ἥρως καὶ ἄνθρωπος οὐδεὶς ἄλλος ὑπάρχει, εἰ μὴ ὁ Ἰησοῦς Χριστός».

Φαίνεται μία μεγάλη ἀγάπη τοῦ Παπαδιαμάντη καὶ τοῦ Ντοστογιέφσκυ γιὰ τὸν Χριστό. Εἶναι γνωστὸ τὸ γράμμα τοῦ Ντοστογιέφσκυ στὸν Φονβίζιν (τὸ 1854), ποὺ λέει παράδοξα: «Ἂν ἡ ἀλήθεια, ἂς ὑποθέσωμε, θὰ ἀπέκλειε τὸν Χριστό, ἐγὼ θὰ ἔμενα μὲ τὸν Χριστὸ κι ὄχι μὲ τὴν ἀλήθεια». Παράδοξο, παραδοξότατο, (ἀφοῦ ὁ Χριστὸς ὁ ἴδιος εἶναι ἡ Ἀλήθεια, ἡ Αὐτοαλήθεια, Ἰωάν. ιδ´ 6), ἀλλ᾿ ἀληθηνέστατο. Ὁ Τ. Χρυσάφης, σ᾿ ἕνα βιβλίο του, γράφει γιὰ τὴν θεολογικὴ σκέψι τοῦ Παπαδιαμάντη καὶ λέει: «Σπάνια συναντοῦμε τὴν λέξι Θεός. Στὰ γραπτά του μιλάει γιὰ τὸν Χριστὸ καὶ ἀπευθύνεται στὸν Χριστό». Ὁ Τέσλαν Μίλος ἔχει γράψει ἕνα ἄρθρο γιὰ τὸν Ντοστογιέφσκυ καὶ λέει: «Δὲν βρῆκε τὸν Θεό, ἔχασε τὸν Θεὸ καὶ πιάστηκε ἀπὸ τὸν Χριστό». Καὶ τὸ θεωρεῖ κατάντημα τοῦ Ντοστογιέφσκυ αὐτό. Ὅμως, τί ἄλλο θὰ μποροῦσε νὰ γράψη ἕνας καθολικὸς καὶ ποῦ ἀλλοῦ θὰ μποροῦσε νὰ τὸν ὁδηγήση ἡ θρησκεία του; Πῶς νὰ καταλάβη γιατί ὁ Ντοστογιέφσκυ πιάστηκε ἀπὸ τὸν Χριστό…

Ὁ Παπαδιαμάντης τὴν ἴδια ὁμολογία δίνει ὅταν λέῃ: «Ἐν ὅσῳ ζῶ καὶ ἀναπνέω καὶ σωφρονῶ δὲν θὰ παύσω πάντοτε νὰ ὑμνῶ μετὰ λατρείας τὸν Χριστόν μου…». Διότι δὲν ἀρκεῖ κάποιος θεός, οὔτε κάποια θρησκεία. Ὁ Θεός μας εἶναι Θεὸς ἐνσαρκωμένος στὸ πρόσωπο τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ. Θεὸς ποὺ δὲν ἔλαβε σάρκα, ποὺ δὲν ἔζησε τὸν πόνο μας τὸν ἀνθρώπινο, τὴν ὕπαρξί μας, τὰ βάσανά μας, τί νὰ τὸν κάνωμε; Ἔτσι καὶ οἱ θεοὶ τῶν ἀρχαίων Ἑλλήνων, ποὺ ὁ Πλήθων στὴν «Γυφτοπούλα» (τοῦ Παπαδιαμάντη) θέλει νὰ τοὺς ἀποκαταστήσῃ, ὅπως ὁ Ἰουλιανὸς ὁ παραβάτης πρίν, εἶναι νεκροί.

Ὁ Ντοστογιέφσκυ πέρασε ἀπὸ τὸν μεγάλο πειρασμὸ (τῆς Εὐρώπης) καὶ μπολιάστηκε πάρα πολὺ ἀπὸ τὴν Δύσι, καὶ δὲν μποροῦσε (ἴσως) νὰ μὴ μπολιαστῇ. Διότι «ἀνένδεκτον (:ἀδύνατον) ἐστι τοῦ μὴ ἐλθεῖν τὰ σκάνδαλα», τοὺς πειρασμοὺς (Λουκ. ιζ´ 1). Ἀλλὰ πρέπει νὰ ξέρωμε ὅτι «πειρασμὸς ἡμᾶς οὐκ εἴληφεν (:κατέλαβε) εἰ μὴ ἀνθρώπινος» (Α´ Κορ. Ι´ 12). Εἶναι ἀναπόφευκτο νὰ περάσωμε κι ἐμεῖς (τέτοιο πειρασμό), διότι εἶναι ὄχι γεωγραφικές, ἀλλὰ πνευματικὲς κατηγορίες αὐτές. Ὁ δυτικὸς ἄνθρωπος εἶναι μέσα μας, εἶναι ὁ παλαιὸς Ἀδάμ. Καὶ παλεύουμε μέσα μας νὰ βγοῦμε, ἂν ὄχι Ἀνατολίτες, νὰ βγοῦμε τουλάχιστον ἄνθρωποι τῆς Ἐκκλησίας, ἄνθρωποι ὀρθόδοξοι, πέστε τὸ Βαλκάνιοι, Βυζαντινοί, Ἕλληνες, Σέρβοι, Ῥῶσσοι, κτλ, πάντως μὲ διαφορετικὴ γεῦσι ζωῆς, μὲ πείρα ἀνθρώπου διαφορετικὴ ἀπὸ ὅ,τι εἶναι ὁ δυτικὸς ἄνθρωπος.

Αὐτὸ ποὺ λέμε «δυτικὸς ἄνθρωπος», ἐμφωλεύει πάντα μέσα μας. Ἤξερε ὁ Παπαδιαμάντης καὶ ὁ Ντοστογιέφσκυ τὴν χριστιανικὴ ἀλήθεια, ὅτι ὁ νοῦς τοῦ ἀνθρώπου ἐκ νεότητος ῥέπει πρὸς τὸ πονηρό. «Ἐκ νεότητός μου πολλὰ πολεμεῖ με πάθη». Γράφει τὸ 1875 σὲ μία ἐπιστολή του ὁ Παπαδιαμάντης: «Εἰς τὴν ἀνθρωπίνην φύσιν ὑπάρχει μία ῥοπή, μία τάσις πρὸς τὴν διαφθοράν. Θέλει κανεὶς νὰ χαλασθῇ καὶ διὰ τούτου χαλνιέται». Στὸν «Χρῖστο Μηλιώνη» μὲ ἄλλα λόγια γράφει: «Τὰ ὅρια τῆς ἀρετῆς καὶ τῆς κακίας εἶναι τοσοῦτον δυσδιάκριτα ἐν τῇ ἀνθρωπίνῃ φύσει, ὥστε οἱ νεώτεροι ἐκ τῶν φιλοσοφούντων ἔχουν δίκαιον νὰ ἀνακηρύξουν ὡς ὅλως ἀνωφελῆ καὶ αὐτὴν ταύτην τὴν ψυχολογίαν, ὅπως ἀνεκήρυξαν καὶ τὴν μεταφυσικήν».

Λέει κι ἄλλα ὁ Παπαδιαμάντης γιὰ τὸ σκοτεινὸ ἄντρο τῆς συνειδήσεως τοῦ ἀνθρώπου. Καὶ ἀλλοῦ πάλι: «Ἡ αἰωνία τάσις τῆς ἀνθρωπίνης καρδίας εἰς τὸ νὰ ἀγαπᾷ πᾶν τὸ μισητόν». Καὶ μιλάει γιὰ αὐτολατρεία: «Ἐπέστη ὁ καιρὸς τῆς αὐτολατρείας καὶ πᾶσαι αἱ ἄλλαι θρησκεῖαι κατηργήθησαν». Ὁ κ. Μπαστιᾶς, (στὸ ὡραῖο βιβλίο του γιὰ τὸν Παπαδιαμάντη), μιλάει γιὰ αὐτολατρεία τοῦ οὐμανισμοῦ, τοῦ ἀνθρωπισμοῦ. Ὁ ἅγιος Ἀνδρέας Κρήτης τὸ εἶχε πῆ πολὺ πρὶν στὸν Μεγάλο Κανόνα του: «Αὐτείδωλον ἐγενόμην». Αὐτὸ εἶναι ἡ Δύσι: αὐτείδωλον. Καὶ αὐτὸ εἶναι μέσα μου…

Ὁ Ντοστογιέφσκυ εἶχε πολὺ μπολιαστεῖ ἀπὸ τὴν Εὐρώπη κι ἔλεγε: «Εἶναι χώρα τῶν θαυμάτων, ἀλλ᾿ εἶναι νεκροταφεῖο. Εἴμαστε εὐγνώμονες, πήραμε πάρα πολλὰ ἀπὸ τὴν Εὐρώπη καὶ θὰ πάρωμε καὶ τὴν εὐχαριστοῦμε, ἀλλ᾿ εἶναι πλέον καιρὸς νὰ βγοῦμε ἀπὸ τὴν “αἰχμαλωσία τῆς Αἰγύπτου”, ἀπὸ τὴν Εὐρώπη». Αὐτὸ ἔχει πολλὴ σημασία ἂν τὸ μετρᾶμε μὲ τὶς διαστάσεις ἑνὸς Ντοστογιέφσκυ. Νομίζω πὼς καὶ ὁ Παπαδιαμάντης πέρασε κι αὐτὸς ἀπὸ τὸν βαθὺ πειρασμὸ τῆς Δύσεως. Ἦταν ἄνθρωπος εὐρωπαῖος, σύγχρονος, μορφωμένος, διαβασμένος, μετέφρασε (δυτικὰ ἔργα), ἀλλ᾿ ἐπειδὴ ἀκριβῶς τὴν μέτρησε…, δὲν εἶπε ἀνάθεμα στὴν Εὐρώπη, ἀλλὰ τὴν ζοῦσε μέσα του.

Αὐτὸ εἶναι τὸ δράμα τοῦ ἀνθρώπου, τὸ δράμα τῶν λαῶν, ποὺ σήμερα ζοῦμε ἐμεῖς οἱ ὀρθόδοξοι λαοί. Γιατί τόσο δὲν θέλουν τοὺς Ῥώσσους, τοὺς Σέρβους καὶ τοὺς Ἕλληνες; Γιατὶ εἶναι ἀπρόβλεπτοι, ἀπροσδόκητοι. Αὐτοὶ θέλουν τὸ σίγουρο, θέλουν τὸ καλούπι, θέλουν νὰ ἐλέγχουν. Αὐτὸ εἶναι φιλαρχία δαιμονικὴ στὸ βάθος τῆς στάσεως τῆς Εὐρώπης, γιὰ γνῶσι καὶ γιὰ κυριαρχία καὶ γιὰ ὅ,τι φαίνεται.

Ὁ π. Ἰουστίνος (Πόποβιτς) ἐμμένοντας στὸν Ντοστογιέφσκυ –δὲν ξέρω ἂν διάβασε τὸν Παπαδιαμάντη, δὲν τὸν ἀναφέρει– ἔλεγε ὅτι Παπισμὸς κατὰ βάθος εἶναι στὴν Εὐρώπη ὁ Μέγας Ἱεροεξεταστής. Ἡ νοοτροπία αὐτὴ νὰ κατέχῃς τὸν ἄλλον, νὰ τὸν γνωρίζῃς, νὰ τὸν κάνῃς εὐτυχισμένο, ἀλλὰ κατὰ τὰ μέτρα σου.

Κι ἐδῶ ἔρχεται ὁ Ἰησοῦς, ὁ πράος, ὁ ταπεινός, ὁ ἀδύναμος, ποὺ φανερώνεται στὰ πρόσωπα τῶν ἡρῴων του Παπαδιαμάντη καὶ τοῦ Ντοστογιέφσκυ, ἀλλὰ δὲν σῴζει βίαια, σῴνει καὶ καλά. Δὲν ἔσωσε τὴν «Φραγκογιαννοῦ τὴν φόνισσα», ποὺ δὲν μετάνοιωσε, δὲν ἔσωσε τὴν «κα Αὐγούστα», ποὺ κι ἐκείνη δὲν μετάνοιωσε. Γιατὶ ἡ αὐτομεμψία ἀπὸ μόνη της δὲν σῴζει. Σῴζει ὁ Θεὸς βλέποντας τὸν ἄνθρωπο νὰ ξεχύνεται, νὰ καταγκρεμίζη τὰ εἴδωλα καὶ αὐτείδωλά του, τὴν αὐτοθρησκεία του, τὴν αὐτολατρεία του καὶ νὰ προσφέρῃ λατρεία στὸν Θεό.

Τὸ καλὸ καὶ χαρακτηριστικό του Παπαδιαμάντη καὶ τοῦ Ντοστογιέφσκυ εἶναι ὅτι αὐτοὶ δὲν φτιάχνουν πρόσωπα, ἀλλὰ περιγράφουν, παριστάνουν. Στὸν Ντοστογιέφσκυ βλέπει κανεὶς μία πολυφωνία καὶ μία διαλογικότητα, δηλαδὴ τὸν πλοῦτο τῆς καθολικότητας τῆς Ἐκκλησίας, τὸν πλοῦτο τῆς ἰδιοφορφίας, τῆς ἰδιοπροσωπίας. Καὶ σ᾿ ὅλα τὰ ἱστορήματα τοῦ Παπαδιαμάντη (εἶναι) μαζεμένος ὁλόκληρος λαός, ἕνα ἑλληνικὸ πανηγύρι, κι ἁπλώνεται μία ὁμοαλήθεια. Αὐτὸ δηλαδὴ ποὺ ἔλεγε ὁ Ντοστογιέφσκυ μὲ τὴν «σόμπορνοστ» (:ἑνότητα ἐν τῇ ποικιλίᾳ), ὄχι ἐπιβαρυμένη μὲ τὴν ἔννοια τῶν Σλαβοφίλων του Σολόβιεφ, ἀλλὰ μ᾿ ἐκείνη ποὺ τῆς ἔδωσε στὴν ὁμιλία του γιὰ τὸν (μεγάλο ῥῶσσο ποιητή) Πούσκιν, ὅπου εἶπε ὅτι ὁ Πούσκιν εἶναι «πανάνθρωπος», ἀντὶ τοῦ εὐρωπαίου «ὑπερανθρώπου».

Στὴν ὁμιλία αὐτὴ τοῦ 1880 ὁ Ντοστογιέφσκυ εἶπε: «Ταπεινώσου ὑπερήφανε ἄνθρωπε…». Καὶ σὲ λίγο ἐκοιμήθη († 1911) μὲ τὴν χαρὰ τῆς Ἀναστάσεως, μὲ τὴν Θ. Κοινωνία, ἀλλὰ κυρίως μὲ τὸ Εὐαγγέλιο τῆς ἀγάπης πρὸς τοὺς ἀνθρώπους…

*Τὸ παρὸν κείμενο ἀποτελεῖ ἕνα ἀπάνθισμα τῆς ὁμιλίας τοῦ Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου
πρώην Ἐρζεγοβίνης (τῆς Σερβίας) π. Ἀθανασίου Γέφτιτς, μὲ θέμα:
«Παπαδιαμάντης – Ντοστογιέφκσυ», εἰς τὴν Ἀθήνα τὴν 26η Μαΐου τοῦ 2001

Κυριακή 5 Ιουλίου 2026

Ζούμε ανάμεσα στο μυστήριο και την άβυσσο

από τον Μαρτσέλο Βενετσιάνι



Ποιες εικόνες και σκέψεις σας προκαλούν το μυστήριο και η άβυσσος; Τα πιο σκοτεινά βάθη, ή μάλλον, ένα σκοτεινός, όλο και πιο σκοτεινό βυθός, ένα απύθμενος βυθός· και την αντίληψη ενός άλλου βασιλείου, διαφορετικού από τον οικείο και γνωστό σε εμάς κόσμο, όπως το θαλάσσιο βασίλειο και το μυστήριο της αβύσσου. Το μυστήριο είναι μια σκιά που σε περιβάλλει, και η άβυσσος είναι ένας σκοτεινός κώνος στον οποίο πέφτεις και καταποντίζεσαι.

Μερικές φορές το μυστήριο είναι το πρόσωπο ενός ατόμου ή ένα πορτρέτο ενός άγνωστου προσώπου· και η άβυσσος είναι το πάθος στο οποίο σε βυθίζει ένα άτομο, μια δίνη ή ένα όραμα. Το μυστήριο και η άβυσσος είναι αυτό που δεν ξέρεις, αυτό που δεν μπορείς να ελέγξεις· σου διαφεύγουν και σε κατακλύζουν, είναι πέρα ​​από εσένα και τον κώνο φωτός σου, ξεπερνούν τα όριά σου και τις βεβαιότητές σου. Φέτος, το Eolié , το φεστιβάλ τέχνης, σκέψης και ποικιλόμορφης ανθρωπότητας που πραγματοποιείται στο Λίπαρι, με ιδέα και συντονιστή τον Francesco Malfitano, είναι αφιερωμένο στο μυστήριο και την άβυσσο. Είναι η σειρά μου να μιλήσω γι' αυτό σήμερα στα εγκαίνια του φεστιβάλ, το οποίο θα συνεχιστεί με καλεσμένους και παραστάσεις, εκθέσεις και αναγνώσεις μέχρι τη Δευτέρα.
Αν συνδυάσετε το μυστήριο με την άβυσσο, σκέφτεστε τα μυστηριώδη βάθη του βυθού του ωκεανού, την σιωπηλή και απέραντη κοιλιά της θάλασσας, ύπουλη και προσβάσιμη μόνο για λίγο. Ένα αρχιπέλαγος νησιών όπως τα Αιολικά Νησιά θυμίζει τα μυστήρια των βυθών της θάλασσας. Και η ηφαιστειακή φύση των νησιών κάνει αυτό το μυστήριο και αυτή την άβυσσο ακόμα πιο απειλητικές και ελλοχεύουσες. Ο κίνδυνος δεν προέρχεται μόνο από τα βάθη της θάλασσας αλλά και από τα βαθιά έγκατα της γης. Αυτή η συνύφανση γης, λάβας και 
θαλάσσιων κυμάτων, φωτιάς και κυμάτων, κάνει το τοπίο ακόμα πιο τρομακτικό. Το όμορφο υποχωρεί μπροστά στο υψηλό.
Όταν λέτε άβυσσοι, ποιες σκέψεις, ποιοι συγγραφείς σας έρχονται στο μυαλό; Σας έρχεται αμέσως στο μυαλό ο Νίτσε, που έβλεπε τον άνθρωπο ως σχοινοβάτη. Πράγματι, ο ίδιος ο άνθρωπος, στα μάτια του, είναι ένα τεντωμένο σχοινί ανάμεσα στο θηρίο και τον υπεράνθρωπο, αλλά τεντωμένο πάνω από μια άβυσσο. Έτσι, ένα επικίνδυνο, επισφαλές, υψηλού κινδύνου περπάτημα πάνω από έναν γκρεμό. «Είναι επικίνδυνο να πηγαίνεις από τη μία πλευρά στην άλλη, επικίνδυνο να βρίσκεσαι στα μισά του δρόμου, επικίνδυνο να κοιτάς μέσα σου. Επικίνδυνο να τρέμεις, επικίνδυνο να σταματάς». Δεν υπάρχει ανάπαυλα, ο κίνδυνος είναι παντού, επομένως ο άνθρωπος πρέπει να ζει επικίνδυνα. Αλλά αυτό που είναι σπουδαίο στον άνθρωπο, συνεχίζει ο Νίτσε, είναι «ότι είναι μια γέφυρα και όχι ένας προορισμός». Η γέφυρα είναι το πεπρωμένο του, όχι απλώς ένας σταθμός, ένας τόπος διέλευσης. Μην κοιτάς στην άβυσσο, προειδοποιεί ο Νίτσε, γιατί η άβυσσος θα σε κοιτάξει. Αν κοιτάξεις τον εαυτό σου στην άβυσσο, η άβυσσος θα σε κοιτάξει: το χάος του σύμπαντος είναι τρομακτικό όταν σε απειλεί μέχρι το ίδιο σου το σπίτι, δηλαδή όταν εισέρχεται στο μυαλό σου, στην ψυχή σου. Μας προειδοποίησε, αλλά έπεσε θύμα του και τρελάθηκε.

Το μυστήριο της αβύσσου δεν είναι μόνο αυτό που βρίσκεται μέσα στην άβυσσο, αλλά αυτό που βρίσκεται μέσα μας όταν μας πειράζει και μας ελκύει η άβυσσος. Επειδή ο ίλιγγος της αβύσσου προκύπτει όχι μόνο από τον φόβο της πτώσης, αλλά και από τον πειρασμό να πηδήξουμε ή να εγκαταλείψουμε τον εαυτό μας. Η άβυσσος προκαλεί όχι (μόνο) απώθηση αλλά και έλξη, μια μυστηριώδη έλξη. Πώς μεταφράζεται η άβυσσος σε σκέψη; Με τον μηδενισμό, όταν χάνεις τον σκοπό, το νόημα και κάθε λόγο να ζεις, και όλα πέφτουν στο κενό και την ανυπαρξία.

Το μυστήριο είναι το πριν και το μετά, αυτό που βρίσκεται πάνω και κάτω από εμάς. Είμαστε στο κέντρο, πολιορκημένοι από τα τέσσερα βασικά σημεία. Μυστήρια μας πιέζουν από παντού: το μυστήριο της γέννησης και του θανάτου, το μυστήριο της ζωής και του αγνώστου, το μυστήριο του αιώνιου και του άπειρου, το μυστήριο της αγάπης και του νου, το μυστήριο του Θεού και του ανθρώπου. Δεν γνωρίζουμε τίποτα. Μπορούμε μόνο να ασκήσουμε την πεπαιδευμένη άγνοια όπως ο Σωκράτης και ο Νικόλαος της Κούσας και να ομολογήσουμε το «Ξέρω ότι δεν ξέρω τίποτα», το οποίο είναι ήδη ένα πρώτο βήμα προς τη σοφία, αλλά παραπατάει στο χείλος του μυστηρίου και της αβυσσαλέας άγνοιας. «Χρειάζεται μια βαθιά, / σωτήρια σκέψη, που βυθίζεται στην άβυσσο / σαν δύτης με καθαρό βλέμμα, / απαλλαγμένος από τη μέθη του κρασιού...» τραγουδάει ο Αισχύλος στις Ικέτιδες. 

Η μυστηριώδης κοιλιά της αβύσσου είναι το χάος. Το χάος δεν έχει εξήγηση, νόημα, όρια, τάξη και σύνδεση. Τι θα γινόταν αν το χάος ήταν το όνομα που δίνουμε σε αυτό που δεν μπορούμε να εξηγήσουμε και να περιορίσουμε στη λογική μας; Τι θα γινόταν αν ορίζαμε το χάος ως τις τάξεις, τα νοήματα και τους λόγους που δεν μπορούμε να κατανοήσουμε; Το χάος, από αυτή την οπτική γωνία, είναι το άγνωστο, το ανεξερεύνητο, το ακατανόητο· δηλαδή, το μυστήριο.

Χάος είναι το όνομα του τόπου όπου γεννήθηκε ο Λουίτζι Πιραντέλο. Γεννήθηκε στο χάος και στη συνέχεια έζησε ανάμεσα στις σκέψεις και τα έργα του. Γεννημένος στη σκιά ενός ηφαιστείου, της Αίτνας, της ίδιας της Αίτνας όπου ο φιλόσοφος και μάγος Εμπεδοκλής εξαφανίστηκε μυστηριωδώς, ο Πιραντέλο έζησε δίπλα στον κρατήρα του χάους. Και περιέγραψε την ανθρώπινη κατάσταση ως σημαδεμένη από χάος, τρέλα, το παράλογο, την κατάρρευση της τάξης και της λογικής, των υποκειμένων και των ταυτοτήτων. Στο διήγημά του «Στη Δίνη», του οποίου ο τίτλος θυμίζει το μυστήριο της αβύσσου και την αδηφαγία της θάλασσας, ο Πιραντέλο λέει ότι ζούμε με ασφάλεια μέσα «στη μικρή μηχανή του πολιτισμού» και καταπιέζουμε οτιδήποτε ενοχλεί τη συνείδησή μας. Αλλά μόλις η μηχανή χαλάσει και κάποιος κοιτάξει μέσα μας, προκύπτει φόβος, όπως ακριβώς όταν κοιτάμε στην άβυσσο και η άβυσσος κοιτάζει μέσα μας, όπως προειδοποίησε ο Νίτσε. «Τι άβυσσος, τι άβυσσος», επαναλαμβάνει ο χαρακτήρας του Πιραντέλο στη Δίνη. Και καταλήγει: «Και τότε η άβυσσος, στην οποία το μυστικό μας είχε βυθιστεί για πάντα, χωρίς να αφήσει το παραμικρό ίχνος, τον προσέλκυσε σταδιακά και κατέκλυσε τη λογική του». Με τον Πιραντέλο, η άβυσσος και το μυστήριο κατακλύζουν τον άνθρωπο και το μυαλό του.

«Μια άβυσσος φαινόταν να ανοίγεται μέσα του», αφηγείται ο Χέρμαν Μέλβιλ στο Μόμπι Ντικ, περιγράφοντας τον Καπετάνιο Αχαάβ, «τον τρελό, τον λογικά και ακόρεστα αποφασιστικό κυνηγό της Λευκής Φάλαινας». Και αυτή η έντονη σκέψη, σαν εμμονή, τον μεταμορφώνει —σύμφωνα με τον Μέλβιλ— σε Προμηθέα, του οποίου η καρδιά καταβροχθίζεται από ένα γύπα, που γεννήθηκε από τον ίδιο.

Γνωρίζουμε άλλους που σύχναζαν στην άβυσσο, όπως ο Φρίντριχ Χέλντερλιν, ο τρελός ποιητής, ή ο Φιόντορ Ντοστογιέφσκι, που εμβάθυνε στο υπόγειο και αναζήτησε την ανθρωπιά ανάμεσα στο μυστήριο του Θεού και την άβυσσο της απώλειας: «Γεννιόμαστε νεκροί και για πολύ καιρό δεν έχουμε γεννηθεί από ζωντανούς πατέρες, και μας αρέσει όλο και περισσότερο. Το απολαμβάνουμε. Σύντομα θα επινοήσουμε έναν τρόπο να γεννηθούμε από μια ιδέα» (Σημειώσεις από το Υπόγειο). Και ο Ράινερ Μαρία Ρίλκε και ο Φραντς Κάφκα. Ή ο Τζόζεφ Κόνραντ στην Καρδιά του Σκότους.

Λογοτεχνία της αβύσσου, θα μπορούσαμε να την ονομάσουμε. Η λογοτεχνία, ο κινηματογράφος και το θέατρο ζουν στις παρυφές του μυστηρίου και της αβύσσου, βασίζονται στη γοητεία του αγνώστου, τρέφονται με εγκλήματα, άλυτα μυστήρια, αβύσσους πάθους και όλα όσα ιντριγκάρουν και συγκλονίζουν. «Ο τρόμος, ο τρόμος», φωνάζει ο Συνταγματάρχης Κουρτς, ο χαρακτήρας από το μυθιστόρημα του Κόνραντ, τον οποίο υποδύεται ο Μάρλον Μπράντο στην "Αποκάλυψη Τώρα" του Φράνσις Φορντ Κόπολα, κοιτάζοντας στην άβυσσο της ζωής. Σε αντίθεση με τον Νίτσε, ο Πασκάλ έλεγε ότι ήταν απαραίτητο να βλέπεις την άβυσσο χωρίς μάσκες, για να μην σε καταπιεί: έχεις σωθεί αν την αναγνωρίσεις.

Πώς αντιμετωπίζουμε το μυστήριο και την άβυσσο; Το να εγκαταλείπουμε τον εαυτό μας στο χάος σημαίνει να ναυαγείς, χαμένος στα κύματα και τα βάθη του. Αλλά το να προσποιούμαστε ότι νικάμε το χάος ισοδυναμεί απλώς με την κατασκευή αξιολύπητων ψεμάτων. Το Χάος υπάρχει, όπως ακριβώς υπάρχει και ο Κόσμος, και είναι απόρθητο. Το μόνο που μένει είναι να μείνουμε έξω από αυτό, να μην πέσουμε μέσα σε αυτό χωρίς να προσποιηθούμε ότι δεν υπάρχει ή ότι μπορεί να τιθασευτεί· να επιστρέψουμε στα δικά μας όρια και τάξη, και από εκεί να κοιτάξουμε μέσα στην άβυσσο και το μυστήριο. Και, αν μη τι άλλο, να επιχειρήσουμε ένα τολμηρό κατόρθωμα: να διακρίνουμε το μυστήριο από την άβυσσο. Στο μυστήριο βρίσκεται το κλειδί για τη ζωή μας, την προέλευσή της και το πεπρωμένο της· στην άβυσσο, αντίθετα, βρίσκεται η απώλειά της. Το μυστήριο του είναι (της ύπαρξης) και η άβυσσος του μη-είναι (του μηδενός). Το μυστήριο μας ανοίγει στο φως του αιώνιου, η άβυσσος μας βυθίζει στο σκοτάδι του άπειρου, τη μαύρη τρύπα. Στο μυστήριο βρίσκεται η δημιουργία, στην άβυσσο βρίσκεται η καταστροφή της. Το μυστήριο είναι η αλήθεια του κόσμου και της ζωής· είναι μεγαλύτερο από εμάς, και βρισκόμαστε μέσα σε αυτό. Η άβυσσος είναι η νύχτα από την οποία πρέπει να σώσουμε τον εαυτό μας, ή τουλάχιστον να προστατευτούμε, η μαύρη δίνη του χάους. Είμαστε ένα βήμα μακριά από την άβυσσο, δύο βήματα μακριά από τη σωτηρία.


ΟΣΟΙ ΝΟΜΙΖΟΥΝ ΑΚΟΜΗ ΟΤΙ ΕΙΝΑΙ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΙ ΚΑΙ ΑΝΑΦΕΡΟΝΤΑΙ ΣΤΟ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ, ΘΑ ΑΚΟΥΣΟΥΝ ΣΗΜΕΡΑ ΟΤΙ ΟΙ ΔΑΙΜΟΝΕΣ, ΟΙ ΝΟΜΙΜΟΙ ΚΑΤΟΙΚΟΙ ΤΟΥ ΧΑΟΥΣ ΤΗΣ ΑΒΥΣΣΟΥ, ΠΡΟΤΙΜΟΥΝ ΤΑ ΓΟΥΡΟΥΝΙΑ, ΤΟΝ ΑΝΘΡΩΠΟ ΤΗΣ ΕΠΟΧΗΣ ΤΟΥ ΑΝΤΙΧΡΙΣΤΟΥ. 
ΕΡΧΕΤΑΙ. ΥΠΟΜΟΝΗ ΣΤΙΣ ΟΥΡΕΣ ΑΝΑΜΟΝΗΣ!

Παρασκευή 19 Ιουνίου 2026

ΠΕΡΙ ΕΚΚΟΣΜΙΚΕΥΣΕΩΣ (7)

 Συνέχεια από Τρίτη, 6 Μαίου2014  

 Του A.J. NIJK 

Κοσμικότης και εκκοσμίκευση σαν επιχείρημα του Οικουμενικού στοχασμού. 

8. Ο Ντήτριχ  Μπονόφερ: ο κόσμος ωρίμασε, ενηλικιώθηκε.

 Δεν είναι δυνατόν να περιγραφούν οι περιπέτειες τής έννοιας τής εκκοσμικεύσεως, και ιδιαιτέρως ο σημαντικός ρόλος που απέκτησε μετά τις αρχές του πενήντα, αυτού του αιώνος, χωρίς να σταθούμε, τουλάχιστον για λίγο, στις σημειώσεις γύρω από «μία ερμηνεία μη-θρησκευτική των βιβλικών εννοιών σ’ έναν κόσμο που έγινε ώριμος» που μας κληροδότησε ο Dietrich Bonhoffer. Εδώ θα ασχοληθούμε μόνον με εκείνα τα στοιχεία της θεολογικής επαναοριοθέτησης την οποία ανέλαβε ο Μπονόφερ, τα οποία αντιπροσωπεύουν κατά βάθος μια τοποθέτηση στις συζητήσεις για την εκκοσμίκευση και λειτούργησαν μ’ αυτήν την έννοια μετά την κυκλοφορία του βιβλίου του «αντίσταση και παράδοση».
Ο όρος εκκοσμίκευση δεν παίζει σπουδαίο ρόλο στα κείμενα που αναφερθήκαμε. Ο Μπονόφερ είχε χρησιμοποιήσει τον όρο στο ξεκίνημά του, αλλά όχι τόσο συχνά, και μετά από ένα χωρίο τής Ηθικής του, εγκατέλειψε την χρήση του, διότι οι αρνητικοί συνειρμοί που παρήγαγε ο όρος, του φάνηκαν πολύ βαρείς. Στην θέση του βρίσκουμε κατ’ αρχάς, μερικές φορές, τον όρο Αυτονομία και στην συνέχεια κυρίως τον όρο Ενηλικίωση. Μερικές φορές δε, αλλά με μια υποτιμητική έννοια, τον όρο γήινο, εθνικό. Επιπλέον απαντώνται όροι σαν, του κόσμου τούτου, και χωρίς θρησκεία. Δεν πρέπει λοιπόν να περιμένουμε μια ορολογία καθαρά καθορισμένη σ’ αυτές τις σημειώσεις. Η δύναμη αυτών των όρων προέρχεται κυρίως από την αντίθεση με την άλλη κεντρική έννοια που περιέχεται στα γράμματα από την φυλακή, την έννοια της θρησκείας.
Εκπλήσσει η αποδοχή εκ μέρους του Μπονόφερ εκείνης της μορφής της ανθρώπινης υπάρξεως την οποία καταδεικνύει με τους όρους ενηλικίωση και γήινο, εθνικό. Κάτω από αυτήν την άποψη οι σκέψεις του βρίσκονται σε καθαρή αντίθεση με την τάση της «από-κοσμικεύσεως» των χρόνων του 30. Κάτω από αυτήν την άποψη εγκαταλείπει όλα όσα ο οικουμενικός στοχασμός είχε κατακτήσει αξιολογώντας θετικά την εκκοσμικευμένη κοινωνία. Αυτή η αποδοχή είναι εντελώς καινούρια, διότι δεν είναι μια δύσκολη παραχώρηση ή πολύ εύκολη, χωρίς να προηγηθεί ο υπολογισμός όλων των τάσεων. Δεν είναι ούτε συνέχεια μιας ιστορικιστικής αξιολογήσεως, όπως την συναντήσαμε στον Troeltsch, αλλά είναι βασικό μέρος εκείνης της αλλαγής πορείας της θεολογίας, ενός νέου οράματος της πραγματικότητος , το οποίο δεν αρνείται ούτε για ένα λεπτό τον Χριστοκεντρικό του χαρακτήρα: «Αυτό που με κινεί ακατάπαυστα είναι το ερώτημα… ποιος ΕΙΝΑΙ ΛΟΙΠΟΝ Ο ΧΡΙΣΤΟΣ ΓΙΑΣ ΜΑΣ ΣΗΜΕΡΑ;» ! [πρόκειται για την ουσιαστική σωτηρία της εκκοσμικεύσεως.] Και εμβαθύνοντας ακόμη περισσότερο στους στοχασμούς του, γράφει: « Η ώριμη κατάσταση του κόσμου δεν είναι πλέον αιτία πολέμου  ή απολογητικής, αλλά σήμερα κατανοείται καλύτερα από ότι κατανοεί τον εαυτό του, ξεκινώντας δηλαδή από το Ευαγγέλιο, από τον Χριστό». [Δηλαδή επικυρώνει και δικαιώνει τον Διαφωτισμό. Διότι ο Διαφωτισμός όπως τον όρισε και ο Καντ είναι η χειραφέτηση και η ωριμότης του κόσμου. Ενός κόσμου που δεν έχει πλέον την ανάγκη προστασίας του Θεού, αλλά που θα είναι αντιθέτως βοηθός του Θεού, αφού ο Θεός δεν μπορεί να βοηθήσει πλέον τον άνθρωπο, όπως φάνηκε στο Ολοκαύτωμα (Hans Jonas). Γι’ αυτόν τον λόγο έχουμε την ανάγκη ενός νέου Χριστού, τον οποίο καλούμαστε να κατασκευάζουμε, κατανοητό πλέον, τον οποίο δεν θα μισούν οι άνθρωποι, διότι θα είναι εκ του κόσμου τούτου, έναν Θεό αγαπολόγο, ο οποίος δεν θα απαιτεί από τον άνθρωπο μετάνοια και μεταμόρφωση, αλλά θα τον αποδέχεται και θα τον σώζει όπως είναι. Έναν Χριστό αληθινό ΕΓΩ, πρόσωπο, που θα σώζει τα αληθινά εγώ, τα οποία με αυτοπεποίθηση (πρόσωπα) θα στέκονται μπρος του λέγοντάς του «Εγώ είμαι αυτός που είμαι», όπως και εσύ, κατ’ εικόνα σου, έγινα μιμητής σου και σωτήρας του κόσμου].
Τα γράμματα και οι σημειώσεις τού Μπονόφερ φέρουν την αναντίρρητη σφραγίδα τής καταγωγής τους, από μια από εκείνες τις σπάνιες βαθειές εμπειρίες [θανάτου] στις οποίες, πολύ συχνά μέσω μιας βασανιστικής διαδικασίας διαλύσεως και αποσυνθέσεως, αρχίζει να σχηματίζεται μια καινούρια πραγματικότης. Η δυσκολία του Μπονόφερ θα οφείλεται όμως κυρίως στο γεγονός πως υποχρεώθηκα κατά κάποιο τρόπο να εκφράσει αυτή την εμπειρία στην μοναξιά του κελλιού του, με τις λέξεις που είχε από πάντοτε στην διάθεσή του και μέσα στα εννοιολογικά πλαίσια με τα οποία είχε οικειότητα. Είναι φανερό πως βασανίζεται να πει αυτό που έχει να πει: «Δεν μπορούμε να είμαστε ειλικρινείς χωρίς να αναγνωρίσουμε πως πρέπει να ζήσουμε μέσα στον κόσμο. Και ακριβώς αυτό το αναγνωρίζουμε – μπροστά στον Θεό. Ο ίδιος ο Θεός μας υποχρεώνει να το αναγνωρίσουμε… ο Θεός μας δίνει να γνωρίσουμε, να μάθουμε, πως πρέπει να ζήσουμε σαν άνθρωποι που ξέρουν να τα βγάλουν πέρα με μια ζωή χωρίς Θεό. Ο Θεός που είναι μαζί μας είναι ο Θεός που μας εγκαταλείπει! (Μάρκον, 15, 34! Και τῇ ώρα τῇ ενάτη εβόησεν ο Ιησούς φωνή μεγάλη λέγων: Ελωΐ, Ελωΐ, λαμά σαβαχθανί !, ό εστί μεθερμηνευόμενον, ο θεός μου, ο θεός μου, εις τι με εγκατέλειπες;) [Είναι μια θεολογία μετά τον θάνατο του Θεού τών διανοουμένων]. Μπροστά στον Θεό και με τον Θεό εμείς ζούμε χωρίς Θεό. Ο Θεός αφήνεται να οδηγηθεί έξω από τον κόσμο πάνω στον σταυρό, ο θεός είναι ανίκανος και αδύναμος μέσα στον κόσμο και ακριβώς έτσι και μόνον έτσι είναι μαζί μας και μας βοηθά». Δεν πρέπει να μας εκπλήττει λοιπόν και το αμέσως προηγούμενο χωρίο αυτού του αποσπάσματος όπου ο Μπονόφερ ψιθυρίζει: «Βλέπω το πρόβλημα παρότι δεν είμαι σε θέση να το λύσω, και το οποίο εκφράζει την επιθυμία μιας νέας γλώσσας, μιας γλώσσας που θα κηρύξει την ειρήνη του Θεού με τους ανθρώπους και τον ερχομό της βασιλείας του.
[Όπως βλέπουμε ο Γιανναράς θεμελίωσε την νεοθεολογία του σ’ αυτήν την κραυγή από την φυλακή. Ο Μπονόφερ διεκδίκησε την ολοκλήρωση της εκκοσμικεύσεως κατασκευάζοντας έναν εκκοσμικευμένο Χριστό. Αυτό σημαίνει η σημερινή Χριστολογία που κηρύττουν Ζηζιούλας και Γιαγκάζογλου. Φτωχέ Μπονόφερ, φυλακίστηκε στα μπουντρούμια άλλος χριστιανός πριν από σένα; Δύο τέρατα λοιπόν απελευθερώθηκαν από τις φυλακές της Δύσεως. Δύο τέρατα της αποκαλύψεως. Το σαδομαζοχιστικό τέρας της Βαστίλλης και ο εκκοσμικευμένος Χριστός, ο Αντίχριστος του Μπονόφερ. Ένας κοσμικός Χριστός χωρίς Μητέρα, χωρίς Θεοτόκο, πνευματικός, με νέο πατέρα, τον Εωσφόρο. Αυτά τα δύο τέρατα που γεννήθηκαν στα κάτεργα τής τρέλλας της εξουσίας, ενώνονται με το Ορθόδοξο υπόγειο του Ντοστογιέφσκι και διαλύουν τον Μοναχισμό. Διότι ο κλήρος είχε ήδη διαλυθεί με τον Πάπα. Ας θυμηθούμε την ωριμότητα, το γήινο φρόνημα, και το εθνικό του Μπονόφερ και ας τα παραλληλίσουμε με τον Καραμαζώφ, ο οποίος εγκαταλείπει τον Μοναχισμό και πριν εισέλθει στον κόσμο, γονατίζει και φιλάει το χώμα. Αυτά τα τρία τέρατα καταστρέφουν ήδη την ανθρώπινη ζωή, ο σαδομαζοχισμός της Γαλλικής Επαναστάσεως που έντυσε την πολιτική και γέννησε τον καπιταλισμό, ο Γήινος Χριστός του Μπονόφερ ο οποίος με μια νέα γλώσσα θα εκμαυλίσει τις ψυχές και το υπόγειο υποκείμενο, το οποίο πιστεύει ότι φιλώντας την γη, λυτρώνεται].
Συνεχίζεται

Παρασκευή 12 Ιουνίου 2026

ΠΟΥΤΙΝ & ΣΟΛΖΕΝΙΤΖΙΝ: ΜΙΑ ΑΝΙΣΟΜΕΤΡΟΣ ΟΜΟΙΟΤΗΤΑ

από τον Ντον Κούρτσιο Νίτογλια

                                   Αλεξάντερ Σολζενίτσιν και Βλαντιμίρ Πούτιν


Κεφάλαιο 1
Ι - ΝΤΟΣΤΟΓΙΕΦΣΚΙ, ΣΟΛΖΕΝΙΤΣΙΝ ΚΑΙ ΠΟΥΤΙΝ ΚΑΤΑ ΤΟΝ ΚΙΣΙΝΓΚΕΡ

Σε μια συνέντευξη στο αμερικανικό μηνιαίο «Atlantic», ο Χένρι Κίσινγκερ είπε: «Για να καταλάβεις τον Πούτιν πρέπει να διαβάσεις Ντοστογιέφσκι. […] Ο Πούτιν έχει αναδυθεί από τον Ντοστογιέφσκι, αγωνιώδης από την έλλειψη θρησκευτικότητας, την ανεκτικότητα και την ηθική παρακμή.

Ο Ντοστογιέφσκι είχε καταδικαστεί ως αντιδραστικός από το σοβιετικό καθεστώς για την «υπερβολική υπερφυσική αξία» που περιείχε τα έργα του.

Ο Πίτερ Σαβόντνικ (1), σε άρθρο που δημοσιεύτηκε στο τελευταίο τεύχος του Vanity Fair, σκιαγραφεί τους λόγους για τους οποίους ο Ντοστογιέφσκι γοητεύει τόσο πολύ τον Πούτιν: «Η παλιά Ρωσία είναι καλή και αγνή. Η Δύση είναι κακή, ακάθαρτη. Ο Πούτιν συχνά παραθέτει τον Ντοστογιέφσκι στις ομιλίες του. Ο Πούτιν έλκεται από τον βυζαντινό Ντοστογιέφσκι». […] Η Μάρτα Ντελ' Άστα μας λέει ότι ο Ντοστογιέφσκι ερμήνευσε το πρόβλημα της νεωτερικότητας με πολύ βαθύ τρόπο. Για τον Ντοστογιέφσκι, η Ρωσία ήταν μέρος της Ευρώπης· γνώριζε αυτή τη βαθιά πνευματική ενότητα. Η κριτική του δεν στρεφόταν κατά της Δύσης καθεαυτής, αλλά την προδοσία των χριστιανικών ριζών της. 

Ο Ντοστογιέφσκι αγαπούσε τη χριστιανική Ρωσία, η οποία για αυτόν είχε προδοθεί. Για αυτόν, ήταν θεμελιώδες να είναι η Ρωσία χριστιανική. […] Ο Πούτιν θα διοργανώσει την εκατονταετηρίδα του Αλεξάντερ Σολζενίτσιν το 2018. 
Τέσσερις μήνες πριν από τον θάνατό του, ο Σολζενίτσιν επαίνεσε τον Πούτιν. Υπό τον Πούτιν, το έθνος ανακαλύπτει ξανά αυτό που θα έπρεπε να είναι ρωσικό. Η πρώτη φορά που ο Πούτιν και ο Σολζενίτσιν συναντήθηκαν ήταν το 2000 στη ντάτσα του συγγραφέα, και οι δυο τους παρέμειναν απομονωμένοι στη βιβλιοθήκη για μεγάλο χρονικό διάστημα. 
Ο Πούτιν σήμερα αρέσκεται να συνοδεύει τη χήρα του μεγάλου συγγραφέα σε σημαντικά γεγονότα. […]. Ο Άντριου Κάουφμαν, ένας από τους κορυφαίους ειδικούς στη ρωσική λογοτεχνία, γράφει: «Ο Πούτιν επέλεξε τον Ντοστογιέφσκι, ο οποίος πίστευε ότι η ειδική αποστολή της Ρωσίας στον κόσμο ήταν να δημιουργήσει μια πανσλαβική χριστιανική αυτοκρατορία με τη Ρωσία στο τιμόνι. Ο Ντοστογιέφσκι πίστευε ότι η Ρωσία ήταν το πιο πνευματικά προηγμένο από όλα τα έθνη».(2).

Πρόλογος

Από όσα έχουμε δει μέχρι στιγμής, μπορεί να ειπωθεί, με πιθανότητα και ακόμη και με κάποια ηθική βεβαιότητα, ότι:
Ο Αλεξάντρ Σολζενίτσιν και ο Βλαντιμίρ Πούτιν μοιράζονταν μια κάποια σύγκλιση ιδανικών. Στην πραγματικότητα, 1ον) στα τελευταία χρόνια της ζωής του, ο Ρώσος συγγραφέας (ο οποίος φυλακίστηκε το 1945 και απελευθερώθηκε από το Γκουλάγκ το 1953, με την προσωρινή απόψυξη του Χρουστσόφ δημοσίευσε το μυθιστόρημά του «Μια μέρα από τη ζωή του Ιβάν Ντενίσοβιτς» το 1962, τιμήθηκε με το Νόμπελ Λογοτεχνίας το 1970, αλλά το 1974 (υπό την προεδρία του Λεονίντ Μπρέζνιεφ) συνελήφθη ξανά και απελάθηκε από την ΕΣΣΔ ως προδότης του σοβιετικού μπολσεβικισμού και έζησε για περίπου 20 χρόνια στην εξορία, πρώτα στην Ελβετία και στη συνέχεια στις ΗΠΑ, επιστρέφοντας στην αγαπημένη του Ρωσία, που τότε δεν είναι πλέον η Σοβιετική Ένωση, το 1994).
Ανέπτυξε - στα μυθιστορήματά του, στις ομιλίες του και σε διάφορα γραπτά του - τη θρησκευτική και πατριωτική του φιλοσοφία, την κριτική του για τον Μπολσεβικισμό, τον Ιουδαϊσμό και τη Δύση μέχρι το 2008, το έτος του θανάτου του, και 2ον) στα πρώτα χρόνια της μετασοβιετικής πολιτικής ζωής του Προέδρου Πούτιν, ο οποίος από το 1990 έχει αναζωογονήσει την τύχη της Ρωσίας και ακόμη και σήμερα, παρά την ατλαντική συνωμοσία κατά της χριστιανικής και πατριωτικής Ρωσίας, συνεχίζει να την κυβερνά εν μέσω ενός «κρυφού» και ακόμη και «αιματηρού» πολέμου που εξαπέλυσε η «Αυτοκρατορία του κακού» («Ισραήλ») από το 2014 μέχρι σήμερα (Ιούνιος 2026).


Ανόμοια ομοιότητα μεταξύ Πούτιν και Σολζενίτσιν

Στην πραγματικότητα, και οι δύο προέρχονταν από τον δογματικό μπολσεβικισμό (αθεϊστικό και υλιστικό), αλλά ασπάστηκαν τον Χριστιανισμό (Ορθόδοξο, δεδομένης και της μοντερνιστικής κρίσης που επηρέασε τους Ποιμένες  της Ρωμαϊκής Εκκλησίας, η οποία δεν βοήθησε τους Ρώσους εξόριστους να εισέλθουν στην Εκκλησία της Ρώμης) και μια βαθιά αγάπη για την πατρίδα (4η Εντολή: «Τίμα τον πατέρα σου και τη μητέρα σου» και, επομένως, την Πατρίδα που είναι η «Γη των Πατέρων»).
Ωστόσο, ο Σολζενίτσιν, αν και ήταν πεπεισμένος μπολσεβίκος τα πρώτα είκοσι πέντε χρόνια της ζωής του (μέχρι το 1945, το έτος της φυλάκισής του), στη συνέχεια διώχθηκε και φυλακίστηκε στη Σιβηρία για οκτώ ολόκληρα χρόνια, μέχρι το 1953, λίγες εβδομάδες πριν από τον θάνατο του Στάλιν.
Εν τω μεταξύ, ο Πούτιν ήταν πράκτορας, συνταγματάρχης και στη συνέχεια αρχιδιευθυντής της KGB από το 1975 έως το 1991 (για 16 χρόνια), αλλά, με την πτώση του «Τείχους του Βερολίνου» (1989) έπρεπε να διαπιστώσει (βοηθούμενος από τη σκέψη του Σολζενίτσιν) ότι ο Μπολσεβικισμός είχε καταστρέψει τη Ρωσία, η οποία αντίθετα είχε γίνει μεγάλη από τον Χριστιανισμό και τη φιλοσοφία του - που εκφράζεται (μεταξύ άλλων) αξιοθαύμαστα ήδη στα αριστουργήματα του Φιόντορ Ντοστογιέφσκι - διαποτισμένη με αγάπη για την ιστορία, την παράδοση και τον ρωσικό τρόπο σκέψης ή φιλοσοφίας (που είναι ένα με τη χριστιανική θρησκεία).
Πράγματι, και για τους δύο, η Ρωσία είναι το κατ' εξοχήν προπύργιο (μετά τη θλιβερή, υφέρπουσα αποστασία πολλών ανθρώπων της Εκκλησίας του Χριστού, η οποία είναι η Ρωμαϊκή) των παραδοσιακών αξιών (θεωρητικών και ηθικών) ενάντια στον φιλελεύθερο/Διαφωτιστικό και μεταφυσικά μηδενιστικό προοδευτισμό όχι μόνο της Βόρειας Αμερικής αλλά και της Ευρώπης που «απελευθερώθηκε» από τον «θείο Σαμ» (κάποτε «η κατ' εξοχήν Χριστιανοσύνη»).
Ο αγώνας που διεξάγει σήμερα η Ρωσία του Πούτιν εναντίον του ΝΑΤΟ, των ΗΠΑ/Ηνωμένου Βασιλείου και της Ουκρανίας (ως εφαλτήριο) είναι ο αγώνας της φυσικής και χριστιανικής τάξης ενάντια στην αντιφυσική και διαβολική ανατροπή της Δύσης, η οποία πλέον έχει σάπισει διανοητικά και ηθικά.


Ο Πούτιν «αγιοποιεί» τον Σολζενίτσιν (2007)

Το 2007, ο Πούτιν μερίμνησε για την επίσημη αποκατάσταση και ρητή έγκριση, από τη μη πλέον σοβιετική Ρωσία, των έργων του Σολζενίτσιν, τα οποία είχαν καταδικαστεί από τον σταλινικό Μπολσεβικισμό από το 1945 έως το 1970.
Επιπλέον, (5 Ιουνίου 2007) ο Πούτιν απένειμε στον Σολζενίτσιν την ύψιστη τιμή του Ρωσικού Κράτους («Ρωσικό Κρατικό Βραβείο») για το ιστορικό, φιλοσοφικό και λογοτεχνικό του έργο, συμπεριλαμβανομένου του τελευταίου αριστουργήματός του του 2002 σε δύο τόμους των περίπου 700 σελίδων ο καθένας: «Δύο Αιώνες Μαζί», που εκδόθηκε στα γαλλικά από τον εκδοτικό οίκο Fayard του Παρισιού το 2003 (μεταφράστηκε και εκδόθηκε στα ιταλικά από τον «Controcorrente» της Νάπολης το 2007), το οποίο μελετά την επιρροή, αρχικά ισχυρή (τον δέκατο ένατο αιώνα, 1ος τόμος) και στη συνέχεια κυρίαρχη (2ος τόμος, Μπολσεβίκικη Επανάσταση του 1917 και τα επόμενα χρόνια) του Ταλμουδικού Ιουδαϊσμού στη Ρωσία, πρώτα τσαρικού (που τον αντιστρατευόταν) και στη συνέχεια μπολσεβίκικού (που τον παρήγαγε, καθώς η εβραϊκή συνιστώσα των ηγετών της Μπολσεβίκικης Επανάστασης ήταν ίση με 98%).

Μάλιστα, ο ίδιος ο Πούτιν το 2007 (όταν όλοι οι πολιτικοί και οι διανοούμενοι στη Δύση, από την Ευρώπη μέχρι τις ΗΠΑ, είχαν αποκηρύξει τον «αντισημίτη Σολζενίτσιν»), πήγε να επισκεφτεί επίσημα τον Σολζενίτσιν στη ντάτσα του.

Κατά τη διάρκεια αυτής της συνάντησης συζήτησαν όχι μόνο την παρακμή και τη δύση της Δύσης, αλλά και την παράδοση του Γκορμπατσόφ στον αμερικανισμό, η οποία αποδυνάμωσε τη Ρωσία και την έφερε στο χείλος της πλήρους χρεοκοπίας.

Ο Πούτιν δανείστηκε από τον Σολζενίτσιν όχι μόνο την κριτική του για τη σοβιετική καταστολή, αλλά και τη σημασία της υπεράσπισης της ιστορικής, θρησκευτικής και φιλοσοφικής παράδοσης της Ρωσίας.
Το 2018, ο Πούτιν αποκάλυψε προσωπικά ένα εθνικό μνημείο για τον Σολζενίτσιν στη Μόσχα για την εκατονταετηρίδα της γέννησής του (11 Δεκεμβρίου 1918), αποκαλώντας τον «αληθινό πατριώτη».

8 Ιουνίου 1978: Ομιλία του Σολζενίτσιν στο Χάρβαρντ

Θα πρέπει να υπενθυμιστεί ότι στις 8 Ιουνίου 1978, στο Χάρβαρντ, ο Σολζενίτσιν, σε μια εναρκτήρια ομιλία του στο πανεπιστήμιο, επέκρινε αυστηρά το σχετικιστικό σύστημα (θεωρητικά και ηθικά) της Δύσης, το οποίο είχε χάσει τις ιστορικές/φιλοσοφικές (ελληνικές/ρωμαϊκές/πατερικές/σχολαστικές) και θρησκευτικές (ρωμαϊκός χριστιανισμός) ρίζες του.

Ο Σολζενίτσιν επέκρινε σκληρά τις «πνευματικές» και «ηθικές» διαστρεβλώσεις του δυτικού, και ιδιαίτερα του αμερικανικού, τρόπου ζωής, που είχαν επίσης διαβρώσει την Ευρώπη, κάποτε (τουλάχιστον μέχρι το 1945/1958: το τέλος του Β' Παγκοσμίου Πολέμου και τον θάνατο του Πίου ΙΒ') ακόμα χριστιανική.

Σύνοψη της ομιλίας του Χάρβαρντ

Στο Χάρβαρντ, ο Σολζενίτσιν, συνοψίζοντας σε λίγα λόγια, είπε: 1) η Δύση δεν αποτελεί το πρότυπο για την ανοικοδόμηση της Ρωσίας πάνω στα ερείπια της Σοβιετικής Ένωσης· 2) ο μπολσεβικισμός μας έκανε να υποστούμε μαρτύριο πνεύματος και σώματος, το οποίο, ωστόσο, μας ενδυνάμωσε πνευματικά· 3) η Δύση έχει περιέλθει σε φιλοσοφική, ιστορική και θρησκευτική αποστασία· 4) η προσωπικότητα του Ρώσου ανθρώπου, που μαρτύρησε από τον μπολσεβικισμό, είναι ισχυρότερη από εκείνη του Δυτικού ανθρώπου που έχει μαλακώσει από την αμερικανική ευημερία· 5) η σοβιετική καταστολή μας έκανε να αναζητούμε υψηλά, άφθαρτα και αιώνια πράγματα· ενώ η δυτική «αδύναμη σκέψη» έχει προσφέρει επιπολαιότητα,  φρούδα ματαιότητα, αηδιαστική διαφήμιση, απαράδεκτη μουσική και εκφυλισμένη τέχνη.
Αυτός ο λόγος του κόστισε, ήδη από το 1978, την «ανεκτικά δημοκρατική» περιθωριοποίηση της Δύσης, με επικεφαλής τις Ηνωμένες Πολιτείες. Αντ' αυτού, το 2002, το βιβλίο του «Δύο αιώνες μαζί» για την επιρροή του Ιουδαϊσμού στη Ρωσία τον δέκατο ένατο και εικοστό αιώνα του κόστισε τη λήθη, ακόμη και τον κοσμικό «αφορισμό», σαν να μην είχε υπάρξει ποτέ· αφού ήταν δύσκολο να τον επικρίνει και να τον αντικρούσει, ήταν καλύτερο να τον αγνοήσει και να τον ξεχάσει.

Εναντίον του Ιούδα και εναντίον του χρυσού


Υπό το πρίσμα της σκέψης του Σολζενίτσιν, η οποία συνεχίζει τη σκέψη του Ντοστογιέφσκι και επηρέασε τη θρησκευτική, φιλοσοφική και πολιτική μεταστροφή του Πούτιν, μου φαίνεται ότι μπορεί να ειπωθεί με κάποια πιθανότητα ότι η τρέχουσα πάλη (2008/2014/2022) μεταξύ «Ισραήλ» και Ρωσίας είναι αυτή δύο αντίθετων οντοτήτων όπως το ναι και το όχι, το μαύρο και το άσπρο (χωρίς να πέφτουμε στον Μανιχαϊσμό). 

Εν ολίγοις, είναι η πάλη του αίματος ενάντια στον χρυσό.

Ήδη από το 1978 (και αδιάλειπτα μέχρι το 2008), ο Σολζενίτσιν είχε διαισθανθεί ότι ο «απόκρυφος πόλεμος» μεταξύ των ψυχικά και ηθικά εκφυλισμένων δυτικών δυνάμεων και εκείνων που ήταν ακόμη φυσικά και υπερφυσικά υγιείς (χριστιανική και πατριωτική Ρωσία) είχε ήδη ξεκινήσει (βλ. ALEKSANDR SOLGENITSIN, Return to Russia. Discourses and Conversations 1994-2008, Πάδοβα/Βενετία, Marsilio, 2019).
Σύμφωνα με τον Σολζενίτσιν, το δυτικό θέαμα είναι αηδιαστικό και θλιβερό, αλλά οι Δυτικοί έχουν βγάλει τα γυαλιά τους και και τα ακουστικά τους και συνεχίζουν να χαμογελούν σαν όλα να ήταν φυσιολογικά, εύτακτα, αληθινά και καλά.


Ρώσος/Ουκρανός Σολζενίτσιν …

Η προσωπικότητα του Σολζενίτσιν είναι πιο επίκαιρη σήμερα από ποτέ. Μάλιστα, είναι ρωσο-ουκρανικής καταγωγής και ανέκαθεν δήλωνε ότι ο πόλεμος μεταξύ αυτών των δύο λαών είναι επωφελής μόνο για τους εχθρούς τους, ενώ είναι μοιραίος για αυτούς. Στην πραγματικότητα, οι πολιτισμοί τους δεν είναι ανταγωνιστικοί, αλλά αλληλένδετοι και συμπληρωματικοί.
Η Δύση εκμεταλλεύτηκε την τοποθέτηση του Ζελένσκι στην ηγεσία της Ουκρανίας για να λεηλατήσει και τη Ρωσία, αλλά η αντίδραση δεν έχει λείψει μέχρι στιγμής.
Το ίδιο ισχύει και για το Ιράν.
Από τον Δεκέμβριο του 2018, έχει αναγνωριστεί ομόφωνα ότι ο Πούτιν εμπνέεται από τον Σολζενίτσιν.
Το ότι ο Πούτιν είναι θαυμαστής του Σολζενίτσιν δεν είναι κάτι καινούργιο: στις 20 Σεπτεμβρίου 2000, τον επισκέφτηκε για πρώτη φορά, τον αναφέρει επανειλημμένα στις ομιλίες του και στις 5 Ιουνίου 2007, του απένειμε την ύψιστη τιμή του ρωσικού κράτους (βλ. JOSEPH PEARCE, "Solzhenitsyn and Putin", στο "The Imaginative Conservative", 2026).


II - Η ΣΚΕΨΗ ΤΟΥ ΣΟΛΓΚΕΝΙΤΖΙΝ ΓΙΑ ΤΟΝ ΙΟΥΔΑΪΣΜΟ

Ο Ρόλος του Ιουδαϊσμού στην Επανάσταση του Φεβρουαρίου 1917

Ο Αλεξάντερ Σολζενίτσιν (1918-2008) δημοσίευσε το 2002 μια δίτομη ιστορία των σχέσεων μεταξύ Εβραίων και Ρωσικής Επανάστασης, με τίτλο Δύο Αιώνες Μαζί . Μεταφράστηκε στα γαλλικά από τον Fayard του Παρισιού το 2003 και το 2007 από τις Edizioni Controcorrente της Νάπολης (3). Ο πρώτος τόμος ασχολείται με τον δέκατο ένατο αιώνα (Εβραίοι και Ρώσοι πριν από την Επανάσταση) και ο δεύτερος με τον εικοστό αιώνα (Εβραίοι και Ρώσοι κατά τη σοβιετική περίοδο).
Βασίζομαι σε μεγάλο βαθμό στον δεύτερο τόμο του Σολζενίτσιν για να αναπτύξω το θέμα που έχω θέσει. Το έργο του συγγραφέα είναι πολύ καλά επιμελημένο (είναι καρπός 50 ετών μελετών και έρευνας) και πλούσιο σε βιβλιογραφικές αναφορές, ιδίως ρωσικές. Για να μην επιβαρύνω το κείμενο, παραπέμπω στο απόσπασμα από το βιβλίο του Σολζενίτσιν και όποιος επιθυμεί μπορεί να ελέγξει τις πηγές τις οποίες αναφέρει άφθονα (4).

Το ντεμπούτο του βιβλίου του Σολζενίτσιν

Νομίζω ότι είναι απαραίτητο να αναφέρω την Εισαγωγή στον πρώτο τόμο του Σολζενίτσιν για να κατανοήσω το πνεύμα με το οποίο ο Συγγραφέας προσέγγισε το πρόβλημα.
«Στο μισό αιώνα εργασίας μου για την ιστορία της Ρωσικής Επανάστασης, έχω αντιμετωπίσει περισσότερες από μία φορές το πρόβλημα των σχέσεων μεταξύ Ρώσων και Εβραίων. Είχα την ελπίδα ότι ένας συγγραφέας θα με προλάβαινε και θα μπορούσε να διευκρινίσει αυτό το φλέγον ζήτημα με το απαραίτητο εύρος και ισορροπία. Αλλά τις περισσότερες φορές, έχουμε αντιμετωπίσει μονόπλευρες κατηγορίες. Είτε οι Ρώσοι είναι ένοχοι απέναντι στους Εβραίους, είτε, στον αντίθετο πόλο, οι Ρώσοι που έχουν αντιμετωπίσει αυτό το πρόβλημα σχέσεων το έχουν κάνει ως επί το πλείστον με μνησικακία, υπερβολή. […]. Ο εβραϊκός λαός είναι ταυτόχρονα ένα ενεργό υποκείμενο και ένα παθητικό αντικείμενο της ιστορίας. Τα γεγονότα που έχουν επηρεάσει αυτόν ή εκείνον τον λαό στην πορεία της ιστορίας δεν έχουν καθοριστεί πάντα μόνο από αυτόν τον λαό [Εβραίο, επιμ.], αλλά από όλους όσους τον περιβάλλουν. Μια υπερβολικά παθιασμένη στάση και από τις δύο πλευρές είναι ταπεινωτική για τον καθένα από αυτούς» (A. SOLGENITSIN, Δύο Αιώνες Μαζί. Εβραίοι και Ρώσοι πριν από την Επανάσταση, Νάπολη, Controcorrente, 2007, Τόμος Ι, σελ. 5-6).
Ωστόσο, μια μελέτη του βιβλίου θα αποκαλύψει τον κυρίαρχο, όχι τον αποκλειστικό , ρόλο που έπαιξε ο Ιουδαϊσμός στη Ρωσική Επανάσταση. Ο Σολζενίτσιν, επομένως, επιλύει αυτό το ζήτημα με ισορροπία, αλλά και με μεγάλη ιστορική αυστηρότητα, αποδίδοντας σε κάθε ένα τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματά του. Γι' αυτόν τον λόγο βασίζομαι κυρίως στη μελέτη του για να προσφέρω στον αναγνώστη μια σύντομη περίληψη του τεράστιου προβλήματος της εβραϊκής υπεροχής στη Ρωσική Επανάσταση.

Η εβραϊκή υπεροχή

Η ρωσική εβραϊκή κοινότητα πέτυχε νομική ισότητα με την Φεβρουαριανή Επανάσταση του 1917 (A. SOLGENITSIN, Δύο αιώνες μαζί. Εβραίοι και Ρώσοι κατά τη σοβιετική περίοδο, Νάπολη, Controcorrente, 2007, Τόμος II, σελ. 29). Εκείνες τις μέρες, η Πετρούπολη βρισκόταν σε απόλυτο χάος, όχι μόνο κοινωνικά, αλλά και από άποψη απόψεων και γραπτών: «ο τύπος και η κοινωνία συμφώνησαν μόνο σε ένα σημείο: την ανάγκη άμεσης καθιέρωσης νομικής ισότητας για τους Εβραίους [...], την καταστολή κάθε θρησκευτικής ή φυλετικής διάκρισης. Η νομική ισότητα για τους Εβραίους προχώρησε αλματωδώς» (αναφ., σελ. 30).
Τον Μάρτιο του 1917, «ελήφθησαν δραστικά μέτρα κατά των δηλωμένων ή θεωρούμενων αντισημιτών» (αναφ., σελ. 35). «Στη Μεγάλη Βρετανία και τις Ηνωμένες Πολιτείες, σημειώθηκαν μαζικές συγκεντρώσεις για την υποστήριξη της επανάστασης και των δικαιωμάτων των Ρώσων Εβραίων» (αναφ., σελ. 41). Ο Αμερικανός μεγιστάνας και τραπεζίτης Τζέικομπ Σιφ «άρχισε να υποστηρίζει την κυβέρνηση Κερένσκι με μια σημαντική πιστωτική γραμμή. Ο Σιφ είχε στην πραγματικότητα χρηματοδοτήσει ενεργά την ίδια την επανάσταση. […] Η ίδια η Φεβρουαριανή Επανάσταση είχε εν γνώσει της και επανειλημμένα επικαλεστεί τη βοήθεια των Εβραίων ως ένα πλήρως υποδουλωμένο έθνος. Οι μαρτυρίες είναι σχεδόν ομόφωνες και μας λένε ότι παντού στη Ρωσία οι Εβραίοι υποδέχτηκαν την επανάσταση με ενθουσιασμό» (αναφ., σελ. 41-42).
Ο Σολζενίτσιν δηλώνει: «Τα πολλά χρόνια [περίπου 50, επιμ.] σχολαστικής εργασίας μου σε αυτή την εποχή μου επέτρεψαν να διεισδύσω στο εσωτερικό νόημα της Φεβρουαριανής Επανάστασης και, κατά συνέπεια, στον ρόλο που έπαιξαν οι Εβραίοι. […] Υπήρχαν φυσικά πολλοί Εβραίοι μέσα στη διανόηση, αλλά αυτό δεν μας επιτρέπει να πούμε ότι η επανάσταση ήταν εβραϊκή. […] Από την Φεβρουαριανή Επανάσταση, η ρωσική εβραϊκή κοινότητα έλαβε πλήρως όλα όσα είχε αγωνιστεί. […] Έχει συμβεί στο παρελθόν στην ιστορία ένα βιβλίο να έχει ενδώσει σε αυτόν τον εύκολο και επικίνδυνο πειρασμό: να κατηγορήσει τα πάντα στους Εβραίους. Η Ρωσική Επανάσταση έγινε από ρωσικά χέρια λόγω έλλειψης ρωσικής διάκρισης. Αλλά, ταυτόχρονα, στην ιδεολογία της, ένας σημαντικός, αποφασιστικός ρόλος έπαιξε μια απόλυτη αδιαλλαξία απέναντι στην ιστορική ρωσική εξουσία, την οποία οι Ρώσοι, σε αντίθεση με τους Εβραίους, δεν είχαν κανένα δικαίωμα να νιώθουν. Αυτή η αδιαλλαξία είχε σαφώς ενταθεί μετά τη δίκη του Μπεϊλίς [κατηγορούμενος για «τελετουργική δολοφονία», επιμ. (5)]» (αναφ., σελ. 46).
Η «Εκτελεστική Επιτροπή του Σοβιέτ» που ιδρύθηκε τις πρώτες ώρες της επανάστασης «ήταν μια σκιώδης κυβέρνηση του πιο σκληρού είδους. Ήταν αυτή που στέρησε από την προσωρινή κυβέρνηση του Κερένσκι κάθε πραγματική εξουσία, ενώ απέφυγε να αναλάβει άμεσα και ανοιχτά την εξουσία. Ήταν ακριβώς αυτή η Εκτελεστική Επιτροπή που οδήγησε τη χώρα στην καταστροφή. Το καλοκαίρι του 1917, ένα από τα μέλη αυτής της Εκτελεστικής Επιτροπής, ο Ζοζέφ Γκόλντενμπεργκ, εξήγησε στον Γάλλο διπλωμάτη Κλοντ Ανέ: «Από την ημέρα που κάναμε την Επανάσταση, καταλάβαμε ότι, αν δεν καταστρέψουμε τον στρατό, θα την συντρίψει. Έπρεπε να επιλέξουμε ανάμεσα στον στρατό και την Επανάσταση. Δεν διστάσαμε: ταχθήκαμε με το μέρος της δεύτερης»» (αναφ., σελ. 48).
Ο Σολζενίτσιν συνεχίζει: «Ποιες ήταν αυτές οι μοιραία αποτελεσματικές προσωπικότητες που αποτελούσαν την ΕΚ (Εκτελεστική Επιτροπή, από εδώ και στο εξής ΕΚ); Η σύνθεση της ΕΚ ανησύχησε ιδιαίτερα τόσο το κοινό όσο και τις εφημερίδες το 1917, όταν ένας σημαντικός αριθμός μελών της κρυβόταν κάτω από ψευδώνυμα: η Ρωσία κυβερνιόταν, αλλά δεν ήταν σαφές από ποιον. Αργότερα έγινε γνωστό ότι η ΕΚ περιλάμβανε περίπου δέκα ηλίθιους στρατιώτες που έκαναν επίδειξη αλλά δεν είχαν πραγματικό βάρος. Από τα άλλα τριάντα πραγματικά ενεργά μέλη, περισσότερα από τα μισά ήταν Εβραίοι σοσιαλιστές. Υπήρχαν Ρώσοι, Καυκάσιοι, Λετονοί και Πολωνοί, αλλά οι Ρώσοι αποτελούσαν λιγότερο από το ένα τέταρτο » (αναφ., σελ. 48-49).

ΣΗΜΕΙΩΜΑ


1 - Ο Peter Savodnik είναι Αμερικανός πολιτικός επιστήμονας εβραϊκής καταγωγής από τη βορειοανατολική Ευρώπη, γεννημένος στην Πασαντίνα (Νότια Καλιφόρνια) γύρω στο 1975. Η ακριβής ημερομηνία γέννησής του δεν δημοσιοποιείται για λόγους εμπιστευτικότητας και ασφάλειας. Ο πατέρας του είναι ψυχίατρος που εργάζεται στην Καλιφόρνια.
Ο Peter δεν υποστηρίζει δημόσια το Ισραήλ ή τη θρησκευτική του σχέση με τον Ιουδαϊσμό. Ωστόσο, η θρησκευτική του ταυτότητα και οι δεσμοί της με την ιστορία και τη θρησκευτικότητα της ισραηλιτικής κοινότητας εμφανίζονται συχνά στις αναλύσεις των πολυάριθμων γραπτών του, τα οποία διερευνούν την εξέλιξη της εβραϊκής ταυτότητας στις ΗΠΑ και τη σχέση μεταξύ της Βόρειας Αμερικής και του Κράτους του Ισραήλ. Έχουν δημοσιευτεί κυρίως στο " Tablet Magazine ". Ο Peter γράφει για το " Vanity Fair " και τα άρθρα του εμφανίζονται επίσης συχνά στο " The Guardian " και στο " Tablet ". Έχει επίσης συνεργαστεί με άλλες εκδόσεις από την πρώην ΕΣΣΔ, τη Μέση Ανατολή και τις Ηνωμένες Πολιτείες. Έχει επίσης δημοσιεύσει πολλά βιβλία, συμπεριλαμβανομένου του " The Interloper: Lee Harvey Oswald Inside the Soviet Union " (Νέα Υόρκη, Basic Books, 2013).
2 - ΤΖΟΥΛΙΟ ΜΕΟΤΙ, «Ο Πούτιν του Πολέμου και της Ειρήνης. Καλλιεργεί τους μεγάλους της ρωσικής λογοτεχνίας, από τον Τολστόι μέχρι τον Σολζενίτσιν, ακόμη και για πολιτικούς σκοπούς», στο « Il Foglio Quotidiano », 28-29 Ιανουαρίου 2017, σελ. 1.
3 -Οι τόμοι μπορούν να παραγγελθούν στη διεύθυνση: controcorrente_na@libero.it· τηλ. 081. 421. 349· φαξ 081. 420. 25. 14.
4 - ARR: Αρχεία της Ρωσικής Επανάστασης, Slovo, Βερολίνο, 1922-1937· EG: Εβραϊκή Εγκυκλοπαίδεια (16 τόμοι), Αγία Πετρούπολη, 1906-1913· EGR: Ρωσοεβραϊκή Εγκυκλοπαίδεια, Μόσχα, 2η έκδοση, 1994 υπό έκδοση· LMGR-1: Βιβλίο για τον Ρωσοεβραϊκό Κόσμο από το 1860 έως το 1917, Ένωση Ρώσων Εβραίων, Νέα Υόρκη, 1968· LMGR-2: Βιβλίο για τον Ρωσοεβραϊκό Κόσμο, 1917-1967, Ένωση Ρώσων Εβραίων, Νέα Υόρκη, 1968· RiE: Η Ρωσία και οι Εβραίοι, YMCA Press, Παρίσι, 1978, πρωτότυπη έκδοση. Βερολίνο, 1924.
5 - Ο Μονσινιόρος Τζιοβάνι Μπατίστα Πραινάτις συμμετείχε ως ειδικός μάρτυρας σε αυτή τη δίκη και για την περίσταση έγραψε το Christianus in Talmude Judaeorum , μια ανθολογία του Ταλμούδ στην οποία ανέφερε στα εβραϊκά και μετέφρασε στα λατινικά τα άγρια ​​αντιχριστιανικά αποσπάσματα, που τείνουν να δικαιολογήσουν την καταδίκη του Χριστού σε θάνατο και τη θανάτωση των Χριστιανών. Υπάρχει ιταλική μετάφραση αυτού του βιβλίου με τον τίτλο I segreti della dottrina rabbinica (Τα Μυστικά της Ραβινικής Δοξασίας), Proceno di Viterbo, Effedieffe, 2001.


ΑΣ ΛΟΓΑΡΙΑΣΟΥΜΕ ΜΕ ΣΟΒΑΡΟΤΗΤΑ ΟΙ ΕΝΑΠΟΜΕΙΝΑΝΤΕΣ ΕΛΛΗΝΕΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΙ ΤΟ ΝΟΗΜΑ ΤΗΣ ΕΧΘΡΟΤΗΤΟΣ ΤΟΥ ΒΑΡΘΟΛΟΜΑΙΟΥ ΕΝΑΝΤΙΟΝ ΤΟΥ ΡΩΣΙΚΟΥ ΚΟΣΜΟΥ ΚΑΙ ΤΗΝ ΠΡΟΠΑΓΑΝΔΑ ΤΗΣ ΑΚΑΔΗΜΙΑΣ ΒΟΛΟΥ.

Τετάρτη 3 Ιουνίου 2026

«Ελίζαμπεθ Φέρστερ-Νίτσε (δεύτερο μέρος)» ΑπόInchiostronero Συντακτικό Επιτελείο

Από τον μύθο του Υπεράνθρωπου στην προπαγάνδα του Ράιχ: πώς ο εικοστός αιώνας ξαναέγραψε τον Νίτσε.

                              «Ελίζαμπεθ Φέρστερ-Νίτσε (δεύτερο μέρος)»

Μέσω πολιτικής οικειοποίησης, φιλοσοφικών διαστρεβλώσεων και πολιτιστικής προπαγάνδας, το Τρίτο Ράιχ μετέτρεψε τον Νίτσε σε ένα από τα πνευματικά του σύμβολα.
                                  Inchiostronero Συντακτικό Επιτελείο


Σύνοψη:
Τη δεκαετία του 1930, η φωτογραφία του Αδόλφου Χίτλερ στα Αρχεία του Νίτσε στη Βαϊμάρη απέκτησε μια εξαιρετικά συμβολική αξία: ο Φύρερ παρουσιάστηκε ως ο κληρονόμος της μεγάλης γερμανικής πνευματικής παράδοσης που ενσάρκωσε ο Φρίντριχ Νίτσε. Αλλά αυτή η εικόνα ήταν το τελικό αποτέλεσμα μιας μακράς πολιτιστικής οικειοποίησης. Μέσω της εκδοτικής χειραγώγησης του «Η Θέληση για Δύναμη» και της διαστρέβλωσης της έννοιας του Υπεράνθρωπου, η νιτσεϊκή σκέψη μετασχηματίστηκε προοδευτικά σε μια υποτιθέμενη φιλοσοφική πρόβλεψη του Εθνικοσοσιαλισμού. Το Τρίτο Ράιχ δεν επιδίωξε μόνο πολιτική κυριαρχία: επιδίωξε και πολιτιστική νομιμοποίηση. Γερμανοί φιλόσοφοι, μουσικοί και καλλιτέχνες επανερμηνεύτηκαν ως πνευματικοί πρόγονοι της νέας Γερμανίας του Χίτλερ. Σε αυτό το κλίμα, η Ευρώπη συνέβαλε αρχικά και στην υποτίμηση του καθεστώτος, που συχνά θεωρούνταν πιθανό προπύργιο ενάντια στη Σοβιετική Ένωση και τον Μπολσεβικισμό. Μόνο μετά το 1945, χάρη στο φιλολογικό έργο των μελετητών και στις νέες κριτικές εκδόσεις, ο μύθος του «Ναζί Νίτσε» άρχισε σιγά σιγά να καταρρέει. Ένας φιλόσοφος επανεμφανίστηκε, πολύ πιο περίπλοκος, ανήσυχος και απομακρυσμένος από τον ολοκληρωτισμό από ό,τι ήθελε να πιστέψει ο εικοστός αιώνας.

Αυτό το δεύτερο μέρος αφηγείται όχι μόνο την πολιτική παραμόρφωση ενός στοχαστή, αλλά και τον τρόπο με τον οποίο κάθε εποχή επιχειρεί να ξαναγράψει τους φιλοσόφους σύμφωνα με τους δικούς της φόβους, εμμονές και ιδεολογικές ανάγκες.

Δείκτης 

1.Ο Χίτλερ στο Αρχείο Νίτσε: η συμβολική καθαγίαση
2.Το Τρίτο Ράιχ και η ανάγκη οικειοποίησης των μεγάλων Γερμανών στοχαστών
3.Ευρώπη, αντικομμουνισμός και η αρχική υποτίμηση του Χίτλερ
4.Μετά το 1945: Η Ανακάλυψη του Αληθινού Νίτσε
5.Συμπέρασμα: όταν οι φιλόσοφοι γίνονται πολιτικό έδαφος

Ο Χίτλερ στο Αρχείο Νίτσε: η συμβολική καθαγίαση

Όταν ο Αδόλφος Χίτλερ επισκέφθηκε το Αρχείο Νίτσε στη Βαϊμάρη, η συνάντηση είχε μια σημασία που ξεπερνούσε κατά πολύ μια απλή πολιτιστική τελετή. Δεν ήταν απλώς ένας φόρος τιμής από έναν πολιτικό σε έναν μεγάλο Γερμανό φιλόσοφο. Αυτή η επίσκεψη αντιπροσώπευε την οριστική συμβολική καθιέρωση του Νίτσε ως μιας μορφής που πλέον ενσωματώνεται στη φαντασία του Τρίτου Ράιχ.

Τον Χίτλερ υποδέχτηκε η Ελίζαμπεθ Φέρστερ-Νίτσε, ηλικιωμένη πλέον αλλά με πλήρη επίγνωση της πολιτικής σημασίας του γεγονότος. Η αδερφή του φιλοσόφου έβλεπε τον Φύρερ ως τον αποκαταστάτη του γερμανικού μεγαλείου και θεωρούσε τον Εθνικοσοσιαλισμό μια ιστορική υλοποίηση της εθνικής υπερηφάνειας που πάντα έδειχνε. Φωτογραφίες από τη συνάντηση κυκλοφόρησαν προσεκτικά: ο Χίτλερ δίπλα στην προτομή του Νίτσε, ο Χίτλερ στον χώρο που στέγαζε την κληρονομιά του φιλοσόφου, ο Χίτλερ σχεδόν παρουσιαζόμενος ως ο πνευματικός διάδοχος μιας γερμανικής πολιτιστικής αποστολής.

Η εικόνα κατείχε τεράστια δύναμη. Σε μια Γερμανία που αναζητούσε συνεχώς πνευματικές ρίζες για να νομιμοποιήσει τη νέα της δύναμη, ο Νίτσε έγινε ένα ιδανικό σύμβολο: ο φιλόσοφος της θέλησης, της δύναμης και της υπερνίκησης του σύγχρονου ανθρώπου. Δεν είχε και τόση σημασία που πολλές πτυχές της σκέψης του ήταν ασυμβίβαστες με τον ναζιστικό ολοκληρωτισμό. Η προπαγάνδα δεν απαιτούσε φιλολογική ακρίβεια· χρειαζόταν μύθους.

Το Αρχείο Νίτσε έπαιξε έτσι καθοριστικό ρόλο στη συγκρότηση αυτής της αφήγησης. Δεν ήταν απλώς ένας χώρος πολιτιστικής διατήρησης, αλλά ένας χώρος πολιτικής εκπροσώπησης. Η Βαϊμάρη, μια πόλη-σύμβολο του κλασικού γερμανικού πολιτισμού, έγινε το σημείο συνάντησης μεταξύ της γερμανικής πνευματικής παράδοσης και του νέου Ράιχ του Χίτλερ.

Ωστόσο, πίσω από αυτή την επίσημη σκηνοθεσία κρυβόταν μια βαθιά αντίφαση. Ο Νίτσε δεν εμπιστευόταν τις οργανωμένες μάζες, τον φανατικό εθνικισμό και τη συλλογική υπακοή. Το Τρίτο Ράιχ, αντίθετα, στήριζε την εξουσία του ακριβώς στην πλήρη κινητοποίηση των μαζών και στην υποταγή του ατόμου στο κράτος.

Αλλά μέχρι τη δεκαετία του 1930, αυτή η αντίφαση είχε σχεδόν αποκρυβεί πλήρως. Η ίδια η Ευρώπη εξακολουθούσε να αντιμετωπίζει τον Χίτλερ με μια αμφισημία που σήμερα φαίνεται δύσκολο να κατανοηθεί πλήρως. Μετά τις συνεχείς εδαφικές παραχωρήσεις - από τη Ρηνανία μέχρι την Αυστρία και τη Σουδητία - πολλοί δυτικοί πολιτικοί κύκλοι έβλεπαν τη ναζιστική Γερμανία κυρίως ως πιθανό προπύργιο κατά της Σοβιετικής Ένωσης. Σε ορισμένους ευρωπαϊκούς συντηρητικούς κύκλους, ο Χίτλερ εμφανιζόταν ακόμη και ως «Δούρειος Ίππος» ικανός να χτυπήσει τον Μπολσεβικισμό στην καρδιά της Ανατολικής Ευρώπης.


Μέσα σε αυτό το πολιτικό και πολιτιστικό κλίμα, ακόμη και η οικειοποίηση του Νίτσε από τον ναζισμό θα μπορούσε να φαίνεται, για μια ορισμένη περίοδο, σχεδόν φυσική.


Το Τρίτο Ράιχ και η ανάγκη οικειοποίησης των μεγάλων Γερμανών στοχαστών
«Αυτός που ελέγχει το παρελθόν ελέγχει το μέλλον.»
«Όποιος ελέγχει το παρόν, ελέγχει το παρελθόν.»
— 1984 του Τζορτζ Όργουελ


Κάθε ολοκληρωτικό καθεστώς επιδιώκει όχι μόνο πολιτικό έλεγχο, αλλά και πολιτιστική νομιμοποίηση. Το Τρίτο Ράιχ κατάλαβε πολύ νωρίς ότι η κυριαρχία των θεσμών και της στρατιωτικής δύναμης δεν ήταν αρκετή: έπρεπε να οικοδομήσει μια συμβολική συνέχεια μεταξύ της ναζιστικής Γερμανίας και της μεγάλης γερμανικής πνευματικής παράδοσης. Για αυτόν τον λόγο, ο Εθνικοσοσιαλισμός επιχείρησε να οικειοποιηθεί φιλοσόφους, μουσικούς, ποιητές και καλλιτέχνες, μετατρέποντάς τους σε προδρόμους του Ράιχ του Χίτλερ.

Ο Νίτσε ήταν μια από τις πιο διάσημες περιπτώσεις, αλλά όχι η μόνη. Ο Βάγκνερ αναδείχθηκε σε επίσημο μουσικό της γερμανικής ψυχής. Ο Φίχτε επανερμηνεύτηκε ως θεωρητικός του οργανικού έθνους. Ακόμη και πολύ πιο σύνθετες μορφές της γερμανικής κουλτούρας απλοποιήθηκαν και υποβλήθηκαν σε μια πατριωτική και φυλετική ερμηνεία. Το καθεστώς έπρεπε να αποδείξει ότι ο ναζισμός δεν ήταν ένα βάρβαρο ρήγμα στην ευρωπαϊκή ιστορία, αλλά η φυσική ολοκλήρωση του γερμανικού πολιτισμού.

Αυτή η πολιτιστική επιχείρηση ανταποκρινόταν σε μια συγκεκριμένη ανάγκη. Ο Χίτλερ και ο Εθνικοσοσιαλισμός αναδύθηκαν από ένα σχετικά πρόσφατο πολιτικό σύμπαν, που δεν είχε το ιστορικό βάθος που κατείχαν οι αρχαίες ευρωπαϊκές μοναρχίες ή η χριστιανική θρησκευτική παράδοση. Για να καλύψει αυτό το κενό, το Ράιχ αναζητούσε συνεχώς έγκυρες πολιτιστικές ρίζες. Οι μεγάλοι Γερμανοί στοχαστές έμελλε να γίνουν οι πνευματικοί πρόγονοι της νέας πολιτικής τάξης.

Σε αυτή τη διαδικασία, η προπαγάνδα απλοποίησε οτιδήποτε φαινόταν ασαφές ή ασύμβατο. Οι αντιφάσεις εξαλείφθηκαν, οι αμφιβολίες αγνοήθηκαν, οι πολυπλοκότητες περιορίστηκαν σε συνθήματα. Οι λέξεις-κλειδιά του Νίτσε παρουσίαζαν ιδιαίτερο ενδιαφέρον: δύναμη, θέληση, ιεραρχία, υπέρβαση. Τα υπόλοιπα - ο κοσμοπολιτισμός, η κριτική του εθνικισμού, η περιφρόνηση για τον χυδαίο αντισημιτισμό - συσκοτίστηκαν προοδευτικά.

Το αποτέλεσμα ήταν μια γιγαντιαία διαδικασία πολιτισμικής επιλογής. Ο ναζισμός δεν διάβαζε στην πραγματικότητα φιλοσόφους: τους χρησιμοποιούσε. Κάθε συγγραφέας φιλτραριζόταν μέσα από τις ιδεολογικές ανάγκες του καθεστώτος. Έτσι, ο πολιτισμός έπαψε να είναι ένας κριτικός χώρος και έγινε ένα όργανο πολιτικής νομιμοποίησης.

Ακριβώς για αυτόν τον λόγο, η υπόθεση Νίτσε παραμένει εμβληματική. Ο φιλόσοφος που είχε πολεμήσει κάθε μορφή συλλογικού κομφορμισμού μεταμορφώθηκε σε ένα από τα συμβολικά σύμβολα ενός από τα πιο ομογενοποιητικά και ολοκληρωτικά πολιτικά συστήματα στην ευρωπαϊκή ιστορία.

Ευρώπη, αντικομμουνισμός και η αρχική υποτίμηση του Χίτλερ

«Αυτός που μάχεται ενάντια σε τέρατα πρέπει να προσέχει να μην γίνει και ο ίδιος τέρας.»
— Φρίντριχ Νίτσε, Πέρα από το Καλό και το Κακό


Κοιτάζοντας πίσω στη δεκαετία του 1930, εντυπωσιάζεται κανείς όχι μόνο από την ταχύτητα με την οποία ο Χίτλερ εδραίωσε την εξουσία του, αλλά και από τη δυσκολία που αντιμετώπισαν οι ευρωπαϊκές δημοκρατίες στο να κατανοήσουν πλήρως τη φύση του Εθνικοσοσιαλισμού. Σήμερα, το Τρίτο Ράιχ φαίνεται αναπόφευκτα συνδεδεμένο με τον ολοκληρωτικό πόλεμο, τη γενοκτονία και την καταστροφή της Ευρώπης. Αλλά πριν από το 1939, πολλοί δυτικοί πολιτικοί κύκλοι εξακολουθούσαν να βλέπουν τη Γερμανία του Χίτλερ με μια πολύ πιο περίπλοκη ασάφεια.

Το τραύμα του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου επηρέασε σε μεγάλο βαθμό τις άρχουσες τάξεις της Ευρώπης. Η Γαλλία και η Μεγάλη Βρετανία έβγαιναν από μια σύγκρουση που είχε καταστρέψει μια ολόκληρη γενιά και είχε καταστρέψει οικονομικά την ήπειρο. Η ίδια η ιδέα ενός νέου πολέμου φαινόταν αβάσιμη. Για αυτόν τον λόγο, τη δεκαετία του 1930, μεγάλο μέρος της ευρωπαϊκής διπλωματίας επικεντρώθηκε κυρίως στην αποφυγή μιας ακόμη μεγάλης στρατιωτικής έκρηξης. Ο Χίτλερ θεωρούνταν, τουλάχιστον αρχικά, ως ένας επιθετικός αλλά κάπως «κατανοητός» ηγέτης: ένας πολιτικός αποφασισμένος να αναθεωρήσει τις τιμωρητικές ρήτρες της Συνθήκης των Βερσαλλιών, που θεωρούνταν από πολλούς Δυτικούς παρατηρητές υπερβολικά σκληρές απέναντι στη Γερμανία.

Σε αυτό το κλίμα, ωρίμασε η πολιτική του «κατευνασμού», η οποία υποστηρίχθηκε κυρίως από τον Βρετανό πρωθυπουργό Νέβιλ Τσάμπερλεν και έγινε δεκτή, αν και διστακτικά, από τη Γαλλία. Η επαναστρατιωτικοποίηση της Ρηνανίας το 1936, η Άνσλους με την Αυστρία τον Μάρτιο του 1938 και, τέλος, η κρίση των Σουδητών αντιμετωπίστηκαν με αδύναμες διπλωματικές διαμαρτυρίες, χωρίς καμία πραγματική επιθυμία για στρατιωτική αντιπαράθεση. Η Συμφωνία του Μονάχου του Σεπτεμβρίου 1938 αντιπροσώπευε το πιο προφανές σημείο αυτής της στρατηγικής: η Γαλλία και η Μεγάλη Βρετανία παραχώρησαν στη Γερμανία την προσάρτηση των Σουδητών σε μια προσπάθεια να διατηρήσουν την ευρωπαϊκή ειρήνη.

Σήμερα, το Μόναχο συχνά τό θυμόμαστε ως σύμβολο της δυτικής πολιτικής τύφλωσης. Αλλά για να κατανοήσουμε πραγματικά αυτή την απόφαση, πρέπει να θυμηθούμε το ψυχολογικό και ιδεολογικό πλαίσιο της εποχής. Ο Τσάμπερλεν επέστρεψε στην πατρίδα του, δείχνοντας το περίφημο έγγραφο που είχε υπογράψει ο Χίτλερ και μιλώντας για «ειρήνη για την εποχή μας». Δεν επρόκειτο απλώς για προσωπική αφέλεια. Πολλοί Ευρωπαίοι ήθελαν απεγνωσμένα να πιστέψουν ότι ο Χίτλερ μπορούσε να περιοριστεί μέσω περιορισμένων παραχωρήσεων.

Αλλά παράλληλα με τον φόβο του πολέμου υπήρχε ένα άλλο αποφασιστικό στοιχείο: ο αντικομμουνισμός.

Μετά την Μπολσεβίκικη Επανάσταση του 1917, η Δυτική Ευρώπη είχε αναπτύξει έναν βαθύ φόβο για τη Σοβιετική Ένωση. Ο κομμουνισμός εμφανίστηκε όχι μόνο ως ένα εναλλακτικό πολιτικό σύστημα, αλλά και ως μια ριζοσπαστική απειλή για ολόκληρη την ευρωπαϊκή κοινωνική τάξη. Η αριστοκρατία, οι μεγάλες επιχειρήσεις, ο χρηματοπιστωτικός τομέας και μεγάλα τμήματα της συντηρητικής αστικής τάξης έβλεπαν την ΕΣΣΔ ως κίνδυνο διαρκούς επανάστασης, την καταστροφή της ιδιωτικής περιουσίας και την κατάρρευση των παραδοσιακών δομών του ευρωπαϊκού πολιτισμού.

Ο Ρωσικός Εμφύλιος Πόλεμος, η Μπολσεβίκικη Τρομοκρατία και αργότερα οι εκκαθαρίσεις του Στάλιν τροφοδότησαν περαιτέρω αυτόν τον φόβο. Σε συντηρητικούς κύκλους στη Γαλλία και τη Βρετανία, καθώς και σε τμήματα της αμερικανικής διπλωματίας, η Σοβιετική Ένωση του Στάλιν συχνά εμφανιζόταν πιο δυσοίωνη από τη Γερμανία του Χίτλερ. Ο ίδιος ο Χίτλερ το καταλάβαινε αυτό τέλεια και κατασκεύασε μεγάλο μέρος της διεθνούς προπαγάνδας του γύρω από την παρουσίασή του ως του κύριου ευρωπαϊκού προμαχώνα ενάντια στον Μπολσεβικισμό.

Εδώ γεννήθηκε μια από τις πιο σοβαρές πολιτικές ψευδαισθήσεις του εικοστού αιώνα.

Πολλοί ευρωπαϊκοί συντηρητικοί κύκλοι άρχισαν να βλέπουν τη ναζιστική Γερμανία ως πιθανό εμπόδιο κατά της σοβιετικής επέκτασης. Ορισμένοι βιομήχανοι και πολιτικοί έβλεπαν ακόμη και τη γερμανική στρατιωτική ισχύ ως ένα χρήσιμο εργαλείο για την αποδυνάμωση ή την καταστροφή του ρωσικού κομμουνισμού. Από αυτή την οπτική γωνία, η επιθετικότητα του Χίτλερ συχνά επανερμηνευόταν ως περιορισμένα επεισόδια γεωπολιτικού αναθεωρητισμού και όχι ως τα πρώτα στάδια ενός ηπειρωτικού ολοκληρωτικού σχεδίου.

Ακόμη και η κατοχή της Τσεχοσλοβακίας, μετά τις υποσχέσεις που δόθηκαν στο Μόναχο, αρχικά δεν ήταν αρκετή για να διαλύσει εντελώς αυτή την ψευδαίσθηση. Σε ορισμένους ευρωπαϊκούς κύκλους, επικρατούσε η ιδέα ότι ο Χίτλερ θα μπορούσε αναπόφευκτα να κατευθύνει την επέκτασή του προς τα ανατολικά, εναντίον της Σοβιετικής Ένωσης, γλιτώνοντας έτσι τουλάχιστον προσωρινά τις δυτικές δημοκρατίες.

Υπήρχε επίσης ένας άλλος παράγοντας που συχνά παραβλέπεται: η κρίση των ίδιων των φιλελεύθερων δημοκρατιών. Η δεκαετία του 1930 σημαδεύτηκε από τη Μεγάλη Ύφεση, τη μαζική ανεργία, μια κοινοβουλευτική κρίση και την ευρεία αντίληψη για παρακμή της ευρωπαϊκής φιλελεύθερης τάξης. Σε αυτό το κλίμα, τα αυταρχικά καθεστώτα φάνηκαν σε ορισμένους παρατηρητές ως πιο αποτελεσματικά, πειθαρχημένα συστήματα, ικανά να αποκαταστήσουν την κοινωνική τάξη. Η φασιστική Ιταλία του Μουσολίνι είχε ήδη εν μέρει ομαλοποιηθεί διπλωματικά. Η ναζιστική Γερμανία αρχικά θεωρούνταν υπό παρόμοιο πρίσμα.

Πολλοί Ευρωπαίοι διανοούμενοι και πολιτικοί δεν κατάλαβαν ότι ο Εθνικοσοσιαλισμός δεν ήταν απλώς ένας επιθετικός εθνικισμός ή μια παραδοσιακή αυταρχική δικτατορία. Ήταν μια ολοκληρωτική ιδεολογική επανάσταση, βασισμένη στον βιολογικό ρατσισμό, τη διαρκή κινητοποίηση των μαζών και ένα σχέδιο για τη βίαιη επανίδρυση της Ευρώπης.

Αυτό το κλίμα υποτίμησης συνέβαλε επίσης έμμεσα στην πολιτιστική νομιμότητα του Ράιχ. Η οικειοποίηση μορφών όπως ο Νίτσε, ο Βάγκνερ ή ο Φίχτε δεν προκάλεσε αμέσως το σκάνδαλο που θα προκαλούσε μετά το 1945. Πολλοί Δυτικοί παρατηρητές, μάλιστα, συνέχισαν να ερμηνεύουν τον Ναζισμό ως μια ακραία αλλά παρόλα αυτά «κατανοητή» μορφή ευρωπαϊκού εθνικισμού.

Μόνο με την εισβολή στην Πολωνία το 1939, με τον ολοκληρωτικό πόλεμο και τελικά με την ανακάλυψη της ναζιστικής γενοκτονικής μηχανής, αυτή η ασάφεια άρχισε τελικά να καταρρέει. Σε εκείνο το σημείο, έγινε σαφές πόσο βαθιά είχε υποτιμήσει η Ευρώπη τον Χίτλερ. Όχι μόνο ως πολιτικό ηγέτη, αλλά και ως ερμηνευτή μιας ιδεολογίας που προοριζόταν να κατακλύσει ολόκληρο τον ευρωπαϊκό πολιτισμό.

Συμπέρασμα: όταν οι φιλόσοφοι γίνονται πολιτικό έδαφος

Η ιστορία του Φρίντριχ Νίτσε και της οικειοποίησής του από τους Ναζί δείχνει πόσο εύθραυστη μπορεί να γίνει η μοίρα ενός στοχαστή όταν η φιλοσοφία εισέρχεται στο πεδίο της πολιτικής. Οι φιλόσοφοι δεν μιλούν ποτέ μόνο στην εποχή τους: τα έργα τους επιβιώνουν, επανερμηνεύονται, παραμορφώνονται, μερικές φορές ακόμη και κατάσχονται από τις επόμενες εποχές. Και όσο πιο περίπλοκος, αντιφατικός και συμβολικά ισχυρός είναι ένας συγγραφέας, τόσο περισσότερο κινδυνεύει να μεταμορφωθεί σε κάτι που δεν είχε προβλέψει.
Ο Νίτσε ήταν μια από τις πιο ακραίες περιπτώσεις του εικοστού αιώνα. Ο φιλόσοφος που δεν εμπιστευόταν τον εθνικισμό, επέκρινε τον αντισημιτισμό και έβλεπε με καχυποψία τη συλλογική ειδωλολατρία, σταδιακά μεταμορφώθηκε σε έναν υποτιθέμενο προφήτη του Τρίτου Ράιχ. Αυτή η μεταμόρφωση γεννήθηκε όχι μόνο από την προπαγάνδα του Χίτλερ, αλλά και από μια μακρά διαδικασία πολιτισμικής επιλογής που ξεκίνησε κατά τα χρόνια του Αρχείου Νίτσε και τροφοδοτήθηκε από την ανάγκη του γερμανικού εθνικισμού να βρει σπουδαίους πνευματικούς προγόνους.

Το πρόβλημα, ωστόσο, υπερβαίνει τη μορφή του Νίτσε. Κάθε πολιτική εξουσία αναζητά νομιμότητα στον πολιτισμό. Τα καθεστώτα χρειάζονται ποιητές, φιλοσόφους, καλλιτέχνες και σύμβολα για να τα ενσωματώσουν στην ιστορική τους αφήγηση. Για αυτόν τον λόγο, τείνουν να απλοποιούν τη σκέψη, να εξαλείφουν τις ασάφειες και να μετατρέπουν τα ζωντανά και προβληματικά έργα σε εύκολα χρησιμοποιήσιμα ιδεολογικά εργαλεία.
Η ιστορία του Νίτσε καταδεικνύει επίσης μια άλλη αλήθεια: τα κείμενα δεν είναι ποτέ εντελώς ασφαλή από τους ερμηνευτές τους. Μια φιλοσοφία που βασίζεται στον κατακερματισμό, την πρόκληση και την ασάφεια μπορεί εύκολα να οδηγηθεί σε κατευθύνσεις αντίθετες από τις αρχικές προθέσεις του συγγραφέα της. Ο εικοστός αιώνας διάβασε τον Νίτσε μέσα από τις δικές του εμμονές: τη δύναμη, την κρίση της Ευρώπης, τον μύθο του νέου ανθρώπου, την πολιτική βία, τον ολοκληρωτισμό.

Ωστόσο, αυτό ακριβώς το γεγονός καταδεικνύει επίσης την ικανότητα της ιστορικής και φιλολογικής έρευνας να αποκαθιστά την πολυπλοκότητα σε ό,τι είχε διαστρεβλώσει η προπαγάνδα. Μετά το 1945, ο «Ναζί Νίτσε» άρχισε σιγά σιγά να καταρρέει, επιτρέποντας την επανεμφάνιση ενός πολύ πιο ανήσυχου, αντιφατικού στοχαστή, δύσκολου να συμβιβαστεί με οποιαδήποτε πολιτική ορθοδοξία.

Ίσως αυτός ακριβώς να είναι ο προορισμός των μεγάλων φιλοσόφων: να γίνουν ερμηνευτικά πεδία μαχών. Όχι ακίνητα μνημεία, αλλά αμφισβητούμενα εδάφη όπου κάθε εποχή αναζητά, συχνά διαστρεβλώνοντάς την, την αντανάκλαση των δικών της φόβων και φιλοδοξιών.

Το Συντακτικό Προσωπικό

Αλλά πριν ο Χίτλερ εισέλθει στο Αρχείο Νίτσε στη Βαϊμάρη και το Τρίτο Ράιχ μετατρέψει τον φιλόσοφο σε ένα από τα πολιτιστικά του σύμβολα, υπήρξε μια μακρά διαδικασία κατασκευής και χειραγώγησης της δημόσιας εικόνας του. Αυτή η διαδικασία ξεκίνησε πολύ πριν από τον Ναζισμό και συνδέθηκε κυρίως με τη μορφή της αδελφής του Ελίζαμπεθ Φέρστερ-Νίτσε, τον έλεγχο των μεταθανάτιων γραπτών του και το εθνικιστικό κλίμα της Γερμανίας στα τέλη του δέκατου ένατου αιώνα. Για να κατανοήσουμε πώς ο Νίτσε συνδέθηκε προοδευτικά με τον Εθνικοσοσιαλισμό, πρέπει επομένως να επιστρέψουμε στην πηγή της παρεξήγησης: στο Αρχείο Νίτσε, στη ρήξη με τον Βάγκνερ, στην απόρριψη του αντισημιτισμού και στην παραμόρφωση εννοιών όπως η «θέληση για δύναμη» και ο «Υπεράνθρωπος», που προορίζονταν να γίνουν, στον εικοστό αιώνα, όργανα μιας από τις μεγαλύτερες ιδεολογικές οικειοποιήσεις στην ευρωπαϊκή πολιτιστική ιστορία

Ο ΧΑΙΝΤΕΓΚΕΡ ΠΟΙΟΝ ΝΙΤΣΕ ΕΡΜΗΝΕΥΣΕ; ΠΟΙΟΝ ΧΑΙΝΤΕΓΚΕΡ ΕΙΣΗΓΑΓΑΝ ΣΤΗ ΘΕΣΗ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΜΑΞΙΜΟΥ ΟΙ ΝΕΟΡΘΟΔΟΞΟΙ;  ΚΑΤΑΛΑΒΑΙΝΟΥΜΕ ΤΗΝ ΣΗΜΑΣΙΑ ΤΗΣ ΝΕΑΣ ΟΝΤΟΛΟΓΙΑΣ ΚΑΙ ΤΗΝ ΣΧΕΣΗ ΤΗΣ ΜΕ ΤΗΝ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΤΗΣ ΦΥΣΕΩΣ ΤΟΥ ΣΕΛΛΙΝΓΚ ΚΑΙ ΤΟΥ ΜΠΑΙΜΕ ΚΑΙ ΤΗΣ ΚΑΜΠΑΛΑ; 
ΤΟ ΠΡΟΤΕΣΤΑΝΤΙΚΟ ΠΑΘΟΣ ΤΗΣ Β' ΒΑΤΙΚΑΝΕΙΑΣ ΣΥΝΟΔΟΥ ΝΑ ΣΩΣΕΙ ΤΟ ΠΕΠΕΡΑΣΜΕΝΟ; ΤΗΝ ΠΡΟΠΑΓΑΝΔΑ ΤΟΥ ΠΟΥΛΗΜΕΝΟΥ ΛΟΥΔΟΒΙΚΟΥ; ΤΗΝ ΝΟΜΙΜΟΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ ΦΙΛΙΟΚΒΕ; ΤΟΝ ΠΑΡΑΛΟΓΙΣΜΟ ΤΟΥ ΞΙΩΝΗ ΟΤΙ Ο ΚΥΡΙΟΣ ΕΝΑΝΘΡΩΠΗΣΕ ΣΕ ΜΙΑ ΗΔΗ ΥΠΑΡΧΟΥΣΑ ΕΚΚΛΗΣΙΑ; ΤΗΝ ΚΑΤΑΡΓΗΣΗ ΤΟΥ ΣΤΑΥΡΟΥ ΚΑΙ ΤΗΝ ΠΡΟΣΠΑΘΕΙΑ ΝΑ ΠΕΡΙΠΕΣΕΙ ΣΤΗ ΛΗΘΗ Η ΑΝΑΣΤΑΣΗ Η ΟΠΟΙΑ ΚΑΤΑΡΓΕΙ ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΝΟΝΤΑΣ ΤΟ ΠΕΠΕΡΑΣΜΕΝΟ; 
ΤΙ ΣΗΜΑΙΝΕΙ Η ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΤΩΝ ΟΥΡΑΝΩΝ ΕΠΙ ΤΗΣ ΓΗΣ; Η ΛΑΤΡΕΙΑ ΤΟΥ ΝΤΟΣΤΟΓΙΕΦΣΚΙ Ο ΟΠΟΙΟΣ ΦΙΛΗΣΕ ΤΗ ΓΗ; ΤΗΝ ΤΑΥΤΙΣΗ ΤΟΥ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗ ΜΕ ΤΟΝ ΝΤΟΣΤΟΓΙΕΦΣΚΙ.
 ΠΟΣΟ ΑΝΟΗΤΟΙ ΕΙΜΑΣΤΕ ΝΑ ΔΕΧΘΟΥΜΕ ΤΗΝ ΕΤΕΡΟΤΗΤΑ  ΚΑΙ ΤΟ ΜΗΤΡΙΚΟ ΣΥΝΔΡΟΜΟ ΣΤΑ ΘΕΜΕΛΙΑ ΤΗΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΕΩΣ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ;

Σάββατο 25 Απριλίου 2026

«Δεν έχουμε χάσει το σύμπαν, αλλά καθρέφτες για να κοιτάμε στην άβυσσό μας». Από Σύνταξη Inchiostronero

Ανάμεσα στη φιλοσοφική επιστημονική φαντασία και την ηθική τραγωδία της νεωτερικότητας

«Δεν έχουμε χάσει το σύμπαν, αλλά καθρέφτες για να κοιτάμε στην άβυσσό μας».

Από τον Αυγουστίνο στον Λεμ, τον Νίτσε και την Κρίση της Σύγχρονης Εσωτερικότητας: Μια Ιστορία του Εσωτερικού Κενού του Σύγχρονου Ανθρώπου

                                                     Σύνταξη Inchiostronero

Η νεωτερικότητα έχει φέρει την ανθρωπότητα όλο και πιο βαθιά στο διάστημα, αλλά όχι απαραίτητα πιο κοντά στον εαυτό της. Ξεκινώντας με το Solaris του Lem , αυτό το δοκίμιο αναλογίζεται έναν βαθύ μετασχηματισμό της δυτικής συνείδησης: τη μετάβαση από τη γνώση ως επιστροφή στην εσωτερικότητα στη γνώση ως τεχνική επέκταση προς τα έξω. Μέσω του Αυγουστίνου, του Νίτσε, της Σιμόν Βάιλ και του Ντοστογιέφσκι, αναδύεται το μονοπάτι που οδήγησε τη σύγχρονη ανθρωπότητα στο ζήτημα της θεμελίωσης, της ελευθερίας και της ευθύνης. Από αυτή την οπτική γωνία, το Solaris γίνεται η συμβολική φιγούρα ενός πολιτισμού ικανού να συναντήσει άλλους κόσμους χωρίς να έχει μάθει ακόμη να γνωρίζει τον εαυτό του. Ο καθρέφτης που επικαλείται ο Lem δεν αντιπροσωπεύει μια αποποίηση της εξερεύνησης, αλλά μάλλον την απαραίτητη προϋπόθεση για την αποκατάσταση του προσανατολισμού στο μέλλον της ανθρωπότητας.

«Ο άνθρωπος έμαθε να μετρά τις αποστάσεις μεταξύ των αστεριών»
πριν μάθει κανείς να μετράει το βάθος της σιωπής του.»

Η παρανόηση της σύγχρονης εξερεύνησης

«Ο άνθρωπος είχε πάει προς άλλους κόσμους και άλλους πολιτισμούς χωρίς να γνωρίζει πλήρως τις δικές τους εσοχές, τα αδιέξοδά τους, τα χάσματα τους και τις μαύρες, καγκελωτές πόρτες τους.»


Είναι δύσκολο να φανταστεί κανείς μια ακριβέστερη διάγνωση της πνευματικής κατάστασης της νεωτερικότητας από αυτή που διατύπωσε ο Stanisław Lem στο Solaris . (1) Σε αυτή την πρόταση δεν υπάρχει μόνο ένας στοχασμός πάνω στην επιστημονική φαντασία, ούτε μια προειδοποίηση προς την επιστημονική έρευνα: υπάρχει η ακριβής εικόνα ενός πολιτισμού που έχει μπερδέψει την κίνηση με τη γνώση, την επέκταση με την κατανόηση, την εξερεύνηση με την αλήθεια.
Η σύγχρονη εποχή έχει χτίσει την πνευματική της ταυτότητα γύρω από μια ακριβή χειρονομία: την απελευθέρωση. Απελευθέρωση από την παράδοση, την απελευθέρωση από τους αρχαίους κοσμολογικούς περιορισμούς, την απελευθέρωση από την κεντρικότητα της γης, την απελευθέρωση από τη συμβολική τάξη που είχε τοποθετήσει την ανθρωπότητα μέσα σε μια νοητή δομή του κόσμου. Αυτό το κίνημα υπήρξε, από πολλές απόψεις, μια εξαιρετική απελευθέρωση. Έχει παράγει επιστήμη, τεχνολογία, ιατρική, αστρονομία και προηγουμένως αδιανόητες δυνατότητες επικοινωνίας. Αλλά έχει επίσης δημιουργήσει μια βαθιά παρανόηση: την ιδέα ότι η γνώση σημαίνει, πάνω απ' όλα, πρόοδο στο διάστημα.
Η κατάκτηση του σύμπαντος έχει γίνει έτσι η κυρίαρχη μεταφορά για τη γνώση. Όσο πιο μακριά φτάνουμε, τόσο περισσότερο πιστεύουμε ότι γνωρίζουμε. Όσο περισσότερο διευρύνουμε το πεδίο εφαρμογής μας, τόσο περισσότερο νομίζουμε ότι κατανοούμε την πραγματικότητα. Σε αυτό το νοητικό σχήμα, το άγνωστο βρίσκεται πάντα αλλού: σε έναν άλλο πλανήτη, σε έναν άλλο γαλαξία, σε μια άλλη πιθανή μορφή ζωής. Το αίνιγμα δεν κατοικεί πλέον την ανθρωπότητα, αλλά το σύμπαν.
Εδώ ακριβώς η πρόταση του Λεμ μετατρέπεται από λογοτεχνική παρατήρηση σε ιστορική κρίση. Ο σύγχρονος άνθρωπος πραγματικά συνάντησε νέους κόσμους πριν συναντήσει τον εαυτό του. Κατασκεύασε όργανα ικανά να διασχίσουν αστρικές αποστάσεις χωρίς να κατασκευάσει εξίσου αποτελεσματικά όργανα για να διασχίσει τις δικές του εσωτερικές περιοχές. Έμαθε να μετρά τον χώρο με αυξανόμενη ακρίβεια, αλλά σταδιακά έπαψε να διερευνά τα δικά του βάθη.
Ο Σολάρις δεν αφηγείται μια συνάντηση με έναν άλλο πολιτισμό. Αφηγείται την αποτυχία αυτής της συνάντησης. Ο πλανήτης δεν ανταποκρίνεται σύμφωνα με τις κατηγορίες της γήινης επιστήμης· δεν επιτρέπει στον εαυτό του να αναχθεί σε αντικείμενο, ούτε μπορεί να ερμηνευτεί μέσα στους κώδικες της ανθρώπινης γνώσης. Αυτό που επιστρέφει στους εξερευνητές δεν είναι μια νέα μορφή γνώσης, αλλά μια ανησυχητική αποκάλυψη: αυτό που συναντούν, στην πραγματικότητα, είναι η δική τους εσωτερικότητα. Όχι ένας άλλος κόσμος, αλλά ένας καθρέφτης.
Αυτό είναι το κρίσιμο σημείο. Η νεωτερικότητα πίστευε ότι το άγνωστο βρισκόταν μπροστά, ενώ συχνά βρισκόταν μέσα. Πίστευε ότι το μέλλον συνέπιπτε με την διανυθείσα απόσταση, ενώ το αληθινό αίνιγμα συνέπιπτε με τα ανεξερεύνητα βάθη. Από αυτή την οπτική γωνία, ο χώρος δεν είναι μόνο μια κατάκτηση: γίνεται και μια διαφυγή. Μια σιωπηλή, συχνά ασυνείδητη, διαφυγή από το εσωτερικό.
Επί αιώνες, ο δυτικός πολιτισμός αντιλαμβανόταν τη γνώση ως ένα διαφορετικό κίνημα. Όχι ως μια εξωτερική επέκταση, αλλά ως μια εσωτερική επιστροφή. Όχι ως κατάκτηση του κόσμου, αλλά ως ανακάλυψη της συνείδησης. Όταν ο Αυγουστίνος της Ιππώνας έγραψε: «Μην βγαίνεις έξω από τον εαυτό σου, γύρισε στον εαυτό σου: η αλήθεια κατοικεί μέσα σου», δεν διατύπωσε μια ιδιωτική πνευματική πρόσκληση, αλλά μάλλον υπέδειξε μια δομή γνώσης. Η αλήθεια δεν βρισκόταν αλλού. Δεν ήταν μακρινή. Δεν ήταν απομακρυσμένη. Ήταν προσβάσιμη μόνο μέσω ενός κινήματος αντίθετου από αυτό που θα ευνοούσε αργότερα η νεωτερικότητα.
Ο σύγχρονος πολιτισμός έχει προοδευτικά αντιστρέψει αυτή την τάση. Έχει μετατρέψει την έξοδο σε μέθοδο, την απόσταση σε κριτήριο αλήθειας, την εξερεύνηση σε παράδειγμα γνώσης. Αυτή η σιωπηλή αντιστροφή είναι μια από τις βαθύτερες ρίζες της πνευματικής κρίσης του σύγχρονου ανθρώπου. Γιατί όταν η γνώση γίνεται απλώς επέκταση, η εσωτερικότητα παύει να είναι ένα έδαφος που πρέπει να διασχιστεί και γίνεται ένας τόπος που πρέπει να αποφευχθεί. Και ακριβώς σε αυτό το κενό προκύπτει η συνθήκη που περιγράφει ο Λεμ: ένας πολιτισμός ικανός να φτάσει σε άλλους κόσμους χωρίς να γνωρίζει ακόμη τις δικές του κλειδωμένες πόρτες

.Το Solaris ως φιλοσοφικό πείραμα σχετικά με την αδυναμία συνάντησης με τον Άλλο

Αν η πρώτη παρεξήγηση της νεωτερικότητας ήταν η εξίσωση της γνώσης με την επέκταση στο διάστημα, το Solaris αντιπροσωπεύει μια από τις πιο διαυγείς στιγμές κατά τις οποίες αυτή η παρεξήγηση αμφισβητείται ριζικά. Το μυθιστόρημα του Stanisław Lem δεν περιγράφει μια επιτυχημένη συνάντηση με έναν εξωγήινο πολιτισμό, αλλά το φιλοσοφικό πείραμα μιας αδύνατης συνάντησης. Ο ζωντανός ωκεανός του πλανήτη Solaris δεν μπορεί να ταξινομηθεί, δεν επικοινωνεί σύμφωνα με κατανοητά πρότυπα, δεν δέχεται να γίνει αντικείμενο. Το μόνο που μπορεί να κάνει η ανθρώπινη επιστήμη στην παρουσία του είναι να μετρήσει, να καταγράψει, να υποθέσει. Αλλά καμία από αυτές τις λειτουργίες δεν παράγει γνώση με την πλήρη έννοια του όρου.
Το λάθος των επιστημόνων της Γης είναι ότι πιστεύουν ότι ο Άλλος πρέπει απαραίτητα να λάβει μια μορφή ερμηνεύσιμη εντός των ανθρώπινων κατηγοριών. Αναζητούν δομές, σήματα, γλώσσες. Αναζητούν προθέσεις. Αναζητούν ένα μυαλό ανάλογο με το δικό τους. Αλλά ο Σολάρις δεν παρέχει τίποτα τέτοιο. Αντίθετα, επιστρέφει παρουσίες, μορφές, οπτασίες που αναδύονται από τις αναμνήσεις των ίδιων των παρατηρητών, σαν ο πλανήτης να μην ήταν συνομιλητής αλλά μια ανακλαστική επιφάνεια ικανή να κάνει ορατό αυτό που η ανθρωπότητα δεν γνωρίζει για τον εαυτό της. Δεν είναι ο ωκεανός που είναι αινιγματικός: είναι η ανθρωπότητα.
Υπό αυτή την έννοια, ο Σολάρις δεν είναι ένας πλανήτης που πρέπει να εξερευνηθεί. Είναι ένα κατώφλι που πρέπει να ξεπεραστεί. Εκεί, η επιστήμη συναντά για πρώτη φορά όχι ένα τεχνικό όριο, αλλά ένα ανθρωπολογικό. Δεν είναι τα εργαλεία που αποτυγχάνουν. Αυτό που αποτυγχάνει είναι η ίδια η προϋπόθεση της σύγχρονης γνώσης: η ιδέα ότι η γνώση σημαίνει μετατροπή του άλλου σε αντικείμενο.
Γι' αυτό ο Λεμ λέει μια από τις πιο αποφασιστικές ατάκες στο μυθιστόρημα: «Δεν χρειαζόμαστε άλλους κόσμους. Χρειαζόμαστε καθρέφτες». Δεν πρόκειται για αποποίηση της εξερεύνησης, αλλά μάλλον για μια επανερμηνεία της. Το άγνωστο δεν συμπίπτει απαραίτητα με αυτό που είναι μακρινό. Μπορεί να συμπίπτει με αυτό που είναι απωθημένο.
Έτσι, ο Σολάρις γίνεται η συμβολική φιγούρα μιας ιστορικής μετάβασης. Η ανθρωπότητα έρχεται αντιμέτωπη με τη ριζική ετερότητα και ανακαλύπτει ότι δεν μπορεί να την συναντήσει μέχρι ο άνθρωπος να είναι πρόθυμος να συναντήσει τον εαυτό του. Ο καθρέφτης δεν είναι μια λογοτεχνική μεταφορά: είναι μια προϋπόθεση της γνώσης. Αν ο καθρέφτης είναι απαραίτητος, σημαίνει ότι η αλήθεια δεν βρίσκεται έξω από τον άνθρωπο, αλλά στον τόπο που έχει αποφύγει εδώ και καιρό να αμφισβητήσει: την εσωτερική του φύση.

Η ξεχασμένη προειδοποίηση του Αυγουστίνου: η αλήθεια κατοικεί μέσα στον εσωτερικό άνθρωπο

Αν ο Σολάρις καταδεικνύει τα όρια της γνώσης όταν αυτή περιορίζεται σε εξωτερική επέκταση, η σκέψη του Αυγουστίνου του Ιππώνα δείχνει με εκπληκτική σαφήνεια προς την αντίθετη κατεύθυνση, μια κατεύθυνση που ο σύγχρονος πολιτισμός έχει σταδιακά εγκαταλείψει. Στις σκέψεις του, η αλήθεια δεν βρίσκεται ποτέ στο μακρινό διάστημα ή στην κοσμική ετερότητα, αλλά στα βάθη της ανθρωπότητας. Γι' αυτό η πρόσκλησή του εξακολουθεί να διατηρεί απροσδόκητη δύναμη σήμερα: «Μην βγαίνεις έξω από τον εαυτό σου, γύρισε στον εαυτό σου: η αλήθεια κατοικεί μέσα στον εσωτερικό άνθρωπο».
Αυτά τα λόγια δεν ανήκουν αποκλειστικά στη χριστιανική πνευματική παράδοση. Εκφράζουν μια αληθινή δομή γνώσης. Ο Αυγουστίνος κατανοεί ότι ο άνθρωπος συναντά την αλήθεια όχι διασχίζοντας τον κόσμο, αλλά διασχίζοντας τον εαυτό του. Δεν είναι η κίνηση προς τα έξω που παράγει κατανόηση, αλλά η επιστροφή προς τα μέσα. Η αλήθεια δεν είναι μακρινή: είναι κρυμμένη.
Η νεωτερικότητα έχει καταφέρει ακριβώς το αντίθετο. Έχει μετατρέψει την έξοδο σε μέθοδο, την απόσταση σε κριτήριο, την επέκταση σε υπόσχεση γνώσης. Το σύμπαν έχει γίνει ο συμβολικός ορίζοντας μέσα στον οποίο τοποθετείται το άγνωστο, ενώ η εσωτερικότητα έχει σταδιακά πάψει να γίνεται αντιληπτή ως έδαφος προς εξερεύνηση. Αυτή η σιωπηλή αντιστροφή περιέχει έναν από τους πιο βαθιούς μετασχηματισμούς της δυτικής συνείδησης: όχι την εγκατάλειψη της αλήθειας, αλλά την εκτόπισή της.
Υπό αυτή την έννοια, η κατάκτηση του διαστήματος αντιπροσωπεύει πολύ περισσότερα από απλή τεχνική πρόοδο. Είναι το ορατό σημάδι μιας μετατόπισης στον ανθρωπολογικό προσανατολισμό. Ο σύγχρονος άνθρωπος έχει μάθει να μετρά τις κοσμικές αποστάσεις με αυξανόμενη ακρίβεια, ακριβώς τη στιγμή που έπαψε να διερευνά τα δικά του βάθη. Η διαστολή του γνωστού σύμπαντος συνοδεύτηκε από μια συρρίκνωση της εσωτερικότητας.
Εδώ ακριβώς το Σολάρις μπορεί να διαβαστεί ως μια ανεστραμμένη Αυγουστίνια παραβολή. Οι επιστήμονες του μυθιστορήματος ξεκινούν να συναντήσουν τον Άλλο και αντ' αυτού συναντούν αυτό που δεν γνωρίζουν για τον εαυτό τους. Αναζητούν έναν κοσμικό συνομιλητή και βρίσκουν μια ανάμνηση που τους προηγείται. Επιδιώκουν να ερμηνεύσουν τον πλανήτη και ερμηνεύονται από αυτόν. Το ταξίδι προς τα έξω μετατρέπεται έτσι σε μια ακούσια επιστροφή προς τα μέσα, αλλά μια επιστροφή χωρίς κατεύθυνση, επειδή ο πολιτισμός που το αναλαμβάνει έχει ξεχάσει προ πολλού την κατεύθυνση που υπέδειξε ο Αυγουστίνος.
Δεν είναι η ετερότητα του Σολάρις που είναι ακατανόητη. Είναι ο σύγχρονος άνθρωπος που έχει χάσει τη γλώσσα που χρειάζεται για να κατανοήσει τι συναντά όταν στέκεται μπροστά στον καθρέφτη του.

Ο Νίτσε και η ανακάλυψη του κενού του θεμελίου

Αν ο Αυγουστίνος είχε υποδείξει την πορεία επιστροφής στην εσωτερικότητα ως τον τόπο της αλήθειας, ο Φρίντριχ Νίτσε αντιπροσωπεύει τη στιγμή που αυτή η πορεία ξαφνικά γίνεται αδιάβατη. Όχι επειδή την καταστρέφει σκόπιμα, αλλά επειδή εκθέτει την μη αναστρέψιμη ιστορική της κρίση. Η σκέψη του δεν εγκαινιάζει τον μηδενισμό: τον κάνει ορατό. Ο Νίτσε δεν είναι υπεύθυνος για τη σύγχρονη άβυσσο. Είναι αυτός που τη φωτίζει.
Όταν ανακοινώνει τον θάνατο του Θεού, δεν κάνει μια μεταφυσική πρόκληση ή μια πολεμική χειρονομία κατά της θρησκείας. Περιγράφει έναν μετασχηματισμό που έχει ήδη συμβεί στην ευρωπαϊκή συνείδηση. Η νεωτερικότητα δεν χάνει το υπερβατικό της κέντρο λόγω σφάλματος, αλλά μέσω της ιστορικής διαδικασίας. Οι κατηγορίες που για αιώνες καθοδηγούσαν την ανθρώπινη εμπειρία - αλήθεια, καλοσύνη, τάξη, σκοπός - παύουν προοδευτικά να έχουν στοιχεία. Παραμένουν ως λέξεις, αλλά όχι πλέον ως θεμέλια.
Σε αυτό το σημείο η εσωτερικότητα αλλάζει νόημα. Όσο υπάρχει ένα υπερβατικό κέντρο, η επιστροφή στον εσωτερικό άνθρωπο που υποδεικνύει ο Αυγουστίνος διατηρεί μια κατεύθυνση. Η εσωτερικότητα είναι ένας κατοικήσιμος τόπος επειδή είναι προσανατολισμένη. Όταν αυτό το κέντρο υποχωρεί, η εσωτερικότητα δεν εξαφανίζεται, αλλά γίνεται ένας χώρος χωρίς εγγυήσεις. Ο άνθρωπος συνεχίζει να κοιτάζει μέσα του, αλλά δεν βρίσκει πλέον αυτό που για αιώνες αποτελούσε την αρχή της ενότητάς του.
Ο μηδενισμός προκύπτει ακριβώς από αυτόν τον μετασχηματισμό. Δεν είναι η άρνηση όλων των αξιών. Είναι η ανακάλυψη ότι οι αξίες δεν έχουν πλέον σαφή βάση. Ο Νίτσε κατανοεί ότι ο ευρωπαϊκός πολιτισμός έχει εισέλθει σε μια νέα εποχή, στην οποία η ανθρωπότητα πρέπει να μάθει να ζει χωρίς τη συμβολική υποστήριξη που είχε δομήσει την εμπειρία της για χιλιετίες. Η άβυσσος δεν ανοίγει επειδή κάποιος την σκάβει. Ανοίγει επειδή το έδαφος στο οποίο κάποτε περπατούσε η ανθρωπότητα υποχωρεί.
Από αυτή την οπτική γωνία, ο κόσμος που περιγράφεται στο Solaris εμφανίζεται ως μια από τις πιο ακριβείς εικόνες της σύγχρονης κατάστασης. Οι επιστήμονες που βρίσκονται σε τροχιά γύρω από τον πλανήτη πιστεύουν ότι αντιμετωπίζουν ένα κοσμικό αίνιγμα, αλλά στην πραγματικότητα αντιμετωπίζουν την ίδια εμπειρία που περιγράφει ο Νίτσε: την ανακάλυψη ότι η ανθρωπότητα δεν διαθέτει πλέον μια γλώσσα ικανή να εγγυηθεί μια ουσιαστική συνάντηση με την ετερότητα. Ο ωκεανός του Solaris δεν είναι απλώς ακατανόητος. Είναι το σημάδι ενός σύμπαντος που δεν παρέχει πλέον στην ανθρωπότητα επιβεβαίωση της κεντρικότητάς του. Σε αυτή τη σιωπή ανοίγεται η άβυσσος της νεωτερικότητα
ς.

Σιμόν Βέιλ: το κενό όχι ως πτώση αλλά ως χώρος προσοχής

Αν ο Νίτσε έκανε ορατό το άνοιγμα της αβύσσου, η Σιμόν Βάιλ ήταν από τις ελάχιστες στοχαστές του εικοστού αιώνα που κατάλαβαν ότι αυτό το κενό δεν συμπίπτει απαραίτητα με μια μη αναστρέψιμη πτώση. Η σκέψη της προκύπτει ακριβώς στο σημείο όπου η νεωτερικότητα ανακαλύπτει ότι δεν μπορεί πλέον να βασίζεται σε μια σαφή βάση, αλλά αρνείται να ερμηνεύσει αυτή την κατάσταση ως μια απλή απώλεια. Το κενό δεν είναι απλώς στέρηση. Μπορεί να γίνει χώρος.
Για τη Weil, η κρίση του σύγχρονου κόσμου δεν έγκειται στην απουσία απαντήσεων, αλλά στην αδυναμία να σταματήσει κανείς πριν από ερωτήσεις. Ο σύγχρονος άνθρωπος φοβάται τη σιωπή επειδή την ερμηνεύει ως έλλειψη. Γεμίζει τον χώρο της εμπειρίας με δραστηριότητα, παραγωγή, κίνηση, πληροφορίες. Αλλά ακριβώς αυτός ο κορεσμός εμποδίζει την πιο δύσκολη πράξη: την προσοχή. Η προσοχή δεν είναι συγκέντρωση ή εκούσια προσπάθεια. Είναι διαθεσιμότητα. Είναι αναστολή. Είναι μια μορφή αναμονής.
Γι' αυτό η Weil μπορούσε να γράψει μια από τις πιο ριζοσπαστικές φράσεις της ευρωπαϊκής σκέψης του εικοστού αιώνα: «Η απόλυτη προσοχή είναι προσευχή». Αυτός δεν είναι ένας θρησκευτικός ορισμός με τη συμβατική έννοια του όρου. Είναι ένας γνωστικός ορισμός. Η προσοχή είναι η χειρονομία μέσω της οποίας ο άνθρωπος αποκηρύσσει την κυριαρχία πάνω σε αυτό που συναντά και δέχεται να μεταμορφωθεί από αυτό. Με αυτή την έννοια, αντιπροσωπεύει την πιο βαθιά απάντηση στην κρίση που άνοιξε ο μηδενισμός. Εκεί που η νεωτερικότητα έβλεπε μόνο την απόσυρση των θεμελίων, η Weil διακρίνει την πιθανότητα μιας νέας μορφής σχέσης με την αλήθεια.
Το κενό δεν είναι πλέον ο χώρος που άφησε η απουσία του Θεού. Γίνεται ο χώρος στον οποίο ο άνθρωπος μπορεί επιτέλους να ακούσει. Δεν συμπίπτει με την απώλεια προσανατολισμού, αλλά με την αναστολή των ψευδών βεβαιοτήτων που είχαν καταστήσει αδύνατη την αυθεντική εμπειρία της πραγματικότητας. Η σιωπή δεν είναι η άρνηση της γνώσης. Είναι η κατάστασή της.
Από αυτή την οπτική γωνία, ακόμη και η εμπειρία που περιγράφεται στο Solaris αποκτά διαφορετικό νόημα. Η αδυναμία των επιστημόνων να κατανοήσουν τον πλανήτη δεν πηγάζει μόνο από την ανεπάρκεια των εργαλείων τους, αλλά και από την αδυναμία τους να σταματήσουν μπροστά σε κάτι που δεν μπορεί να αναχθεί σε αντικείμενο. Παρατηρούν χωρίς να βλέπουν, καταγράφουν χωρίς να κατανοούν, αναλύουν χωρίς να ακούν. Αυτό που τους λείπει δεν είναι η επιστήμη. Είναι η προσοχή. Και ακριβώς σε αυτή την έλλειψη βρίσκεται η κρίσιμη διαφορά μεταξύ της γνώσης που κατακτά και της γνώσης που περιμένει.

Ντοστογιέφσκι: Ελευθερία μπροστά στην άβυσσο

Αν ο Νίτσε έκανε ορατή την κρίση της θεμελίωσης και η Σιμόν Βέιλ έδειξε πώς το κενό μπορεί να γίνει χώρος προσοχής, ο Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι είναι ο συγγραφέας που διερεύνησε με τον πιο διαυγή τρόπο τις ηθικές συνέπειες αυτής της μεταμόρφωσης. Στα μυθιστορήματά του, η άβυσσος δεν είναι μεταφορά. Είναι μια συγκεκριμένη συνθήκη της ανθρώπινης ύπαρξης. Είναι ο τόπος όπου η ανθρώπινη ελευθερία ξαφνικά βρίσκεται χωρίς εγγυήσεις.
Το ερώτημα που διατρέχει ολόκληρο το έργο του δεν αφορά απλώς την πίστη ή τον αθεϊσμό. Αφορά την ίδια την πιθανότητα ευθύνης. Αν ο άνθρωπος δεν στηρίζεται πλέον σε μια προφανή υπερβατική τάξη, σε ποια βάση μπορεί να στηριχτεί ακόμα η διάκριση μεταξύ καλού και κακού; Αυτή είναι η ένταση που αναδύεται με ιδιαίτερη δύναμη στη μορφή του Ιβάν Καραμάζοφ, του χαρακτήρα που ενσαρκώνει με τον πιο ριζικό τρόπο τη σύγχρονη συνείδηση ​​που αντιμετωπίζει τη σιωπή του ουρανού. Δεν εκφράζει μια επιφανειακή εξέγερση, αλλά μια ηθική διαμαρτυρία που γεννιέται από την άρνηση αποδοχής ενός κόσμου στον οποίο ο αθώος πόνος δεν βρίσκει καμία δικαιολογία.
Σε αυτό το πλαίσιο, η φράση που αποδίδεται στον Ιβάν αποκτά την πλήρη σημασία της: «Αν ο Θεός δεν υπάρχει, όλα επιτρέπονται». Δεν πρόκειται για δήλωση ηθικής άδειας, αλλά για την πιο ακραία διατύπωση ενός προβλήματος. Ο Ντοστογιέφσκι κατανοεί ότι η σύγχρονη ελευθερία δεν συνίσταται απλώς στην χειραφέτηση από μια εξωτερική εξουσία. Συνίσταται στην ανάληψη μιας ευθύνης που δεν μπορεί πλέον να ανατεθεί. Όταν τα θεμέλια κλονίζονται, η ελευθερία δεν μειώνεται. Γίνεται πιο επαχθής.
Γι' αυτό το λόγο η άβυσσος που περιγράφεται στους Αδελφούς Καραμάζοφ δεν συμπίπτει με τον παθητικό μηδενισμό. Αντίθετα, είναι ο χώρος στον οποίο ο άνθρωπος ανακαλύπτει ότι καμία εξωτερική δομή δεν μπορεί να αντικαταστήσει τη συνείδηση. Η απεριόριστη ελευθερία δεν είναι προνόμιο. Είναι μια δοκιμασία. Ο σύγχρονος άνθρωπος αναγκάζεται να λαμβάνει αποφάσεις χωρίς καμία σαφή μεταφυσική εγγύηση. Η ευθύνη του γίνεται απόλυτη ακριβώς όταν ο προσανατολισμός του φαίνεται να κλονίζεται.
Από αυτή την οπτική γωνία, η εμπειρία του Solaris αποκτά ένα περαιτέρω νόημα. Οι επιστήμονες που βρίσκονται σε τροχιά γύρω από τον πλανήτη αντιμετωπίζουν κάτι περισσότερο από ένα απλό κοσμικό αίνιγμα. Αντιμετωπίζουν μια μορφή ελευθερίας για την οποία δεν έχουν πλέον συγκεκριμένα κριτήρια. Ο καθρέφτης που επιστρέφει ο ωκεανός δεν προσφέρει απαντήσεις. Επιστρέφει ερωτήματα. Και ακριβώς σε αυτή τη σιωπή αποκαλύπτεται η συνθήκη που περιγράφει ο Ντοστογιέφσκι: τι συμβαίνει όταν ο άνθρωπος βρίσκεται αντιμέτωπος με τον εαυτό του χωρίς να μπορεί να βασιστεί σε ένα θεμέλιο που τον προϋπάρχει.

Η νεωτερικότητα ως πολιτισμός επέκτασης χωρίς αυτογνωσία


Σε αυτό το σημείο, το ταξίδι που έχουμε διανύσει μας επιτρέπει να αναγνωρίσουμε πιο καθαρά αυτό που είναι ίσως το πιο χαρακτηριστικό γνώρισμα του σύγχρονου πολιτισμού: την εξαιρετική του ικανότητα επέκτασης, που συνοδεύεται από μια προοδευτική δυσκολία στην απόκτηση εσωτερικής γνώσης. Η νεωτερικότητα δεν είναι απλώς μια εποχή ανακαλύψεων. Είναι μια μετατόπιση στον προσανατολισμό. Για πρώτη φορά στη Δυτική ιστορία, η ανάπτυξη της τεχνολογικής δύναμης δεν συμπίπτει πλέον με την εμβάθυνση της ανθρώπινης εμπειρίας.
Αυτό το κενό δεν είναι άμεσα ορατό, επειδή η νεωτερικότητα έχει παράγει αντικειμενικά εξαιρετικά αποτελέσματα. Έχει διευρύνει τους ορίζοντες του γνωστού κόσμου, έχει μεταμορφώσει τις υλικές συνθήκες ύπαρξης και έχει επιτρέψει μια άνευ προηγουμένου κυκλοφορία γνώσης. Αλλά αυτή η ίδια η επιτάχυνση έχει βοηθήσει στην εδραίωση μιας έμμεσης ιδέας: ότι η γνώση σημαίνει, πάνω απ 'όλα, επέκταση της ανθρώπινης κυριαρχίας πάνω στην πραγματικότητα. Η γνώση έχει σταδιακά ταυτιστεί με την ικανότητα παρέμβασης, τροποποίησης και πρόβλεψης. Έχει πάψει να συμπίπτει με την ικανότητα κατανόησης.
Με αυτή την έννοια, η νεωτερικότητα μπορεί να περιγραφεί ως ένας πολιτισμός τεχνολογίας χωρίς εσωτερικότητα, προόδου χωρίς ανθρωπολογία, επιστήμης χωρίς συνείδηση. Όχι επειδή η τεχνολογία είναι ένα λάθος, ούτε επειδή η πρόοδος είναι μια ψευδαίσθηση, αλλά επειδή η ανάπτυξή τους συνέβη χωρίς μια παράλληλη διερεύνηση του ζητήματος του τι είναι οι άνθρωποι. Η διεύρυνση των δυνατοτήτων προηγήθηκε της διευκρίνισης του νοήματος.
Εδώ ακριβώς η εικόνα του Σολάρις αποκτά συμβολική σημασία που υπερβαίνει τη λογοτεχνική διάσταση. Ο πλανήτης που φαντάζεται ο Λεμ αντιπροσωπεύει όχι μόνο τη ριζική ετερότητα που συναντά η ανθρωπότητα στο διάστημα. Αντιπροσωπεύει την ίδια τη δύσκολη θέση της Δύσης απέναντι στην ιστορία της. Ένας πολιτισμός ικανός να κατασκευάσει ολοένα και πιο εκλεπτυσμένα εργαλεία για την κατανόηση του κόσμου ανακαλύπτει ξαφνικά ότι του λείπουν εξίσου εκλεπτυσμένα εργαλεία για την κατανόηση του εαυτού του. Το αίνιγμα δεν είναι πλέον απλώς αυτό που βρίσκεται πέρα ​​από τα όρια του εξερευνημένου σύμπαντος. Είναι αυτό που βρίσκεται μέσα στα όρια της ανθρώπινης εμπειρίας.
Γι' αυτό η αποτυχημένη συνάντηση με τον Σολάρις δεν αποτελεί μεμονωμένο επεισόδιο στη φιλοσοφική επιστημονική φαντασία του εικοστού αιώνα. Είναι μια μορφή της σύγχρονης συνθήκης. Ο σύγχρονος άνθρωπος έχει πολλαπλασιάσει τις δυνατότητές του να παρεμβαίνει στην πραγματικότητα χωρίς να αναπτύσσει με την ίδια ένταση την ικανότητα να αναρωτιέται για τη συνείδησή του. Έμαθε να αλλάζει τον κόσμο πριν κατανοήσει το νόημα των δικών του μετασχηματισμών. Αυτή η δυσαναλογία αποκαλύπτει τη βαθύτερη ένταση της νεωτερικότητας: έναν πολιτισμό που έχει μάθει να διασχίζει τον χώρο χωρίς να έχει μάθει ακόμη να διασχίζει τον εαυτό του.

Η Επιστροφή του Καθρέφτη

Στο τέλος του ταξιδιού μέσα από τους Λεμ, Αυγουστίνο, Νίτσε, Σιμόν Βάιλ και Ντοστογιέφσκι, καθίσταται δυνατό να αναγνωριστεί πιο καθαρά η φύση της παρανόησης που συνοδεύει τον σύγχρονο πολιτισμό. Δεν πρόκειται για τεχνικό λάθος ή υπερβολική εμπιστοσύνη στην επιστήμη. Είναι μια μετατόπιση στον προσανατολισμό. Ο σύγχρονος άνθρωπος έχει μάθει να κοιτάζει όλο και πιο μπροστά ακριβώς την ίδια στιγμή που έπαψε να κοιτάζει όλο και πιο βαθιά. Έχει πολλαπλασιάσει τα εργαλεία εξερεύνησής του χωρίς να αναπτύξει τα εργαλεία της αυτογνωσίας με την ίδια ένταση.
Γι' αυτό η φράση του Stanisław Lem, ξαναδιαβασμένη υπό το φως ολόκληρου του ταξιδιού, αποκτά ένα νόημα που υπερβαίνει το αφηγηματικό πλαίσιο από το οποίο προέρχεται: «Δεν χρειαζόμαστε άλλους κόσμους. Χρειαζόμαστε καθρέφτες». Δεν υπονοεί την αποποίηση της εξερεύνησης, αλλά μάλλον μια ιεραρχία. Δεν είναι ο χώρος που είναι άχρηστος. Είναι ο χώρος χωρίς εσωτερικότητα που γίνεται άγονος. Ένας πολιτισμός που διασχίζει το σύμπαν χωρίς να διασχίζει τον εαυτό του κινδυνεύει να μετατρέψει κάθε ανακάλυψη σε ένα ολοένα και μεγαλύτερο αίνιγμα.
Ο Αυγουστίνος είχε υποδείξει την κατεύθυνση της επιστροφής, ο Νίτσε είχε καταδείξει την κρίση θεμελίωσης που έκανε αυτή την επιστροφή πιο δύσκολη, η Σιμόν Βέιλ είχε αναγνωρίσει στο κενό μια πιθανότητα προσοχής, ο Ντοστογιέφσκι είχε αποκαλύψει την ευθύνη που προκύπτει όταν ο άνθρωπος δεν μπορεί πλέον να αναθέσει την έννοια της δικής του ελευθερίας. Σε αυτή την τροχιά, ο καθρέφτης εμφανίζεται όχι ως λογοτεχνική εικόνα, αλλά ως ανθρωπολογική αναγκαιότητα. Δεν είναι σύμβολο ατομικής αντανάκλασης. Είναι η προϋπόθεση κάθε πιθανού μέλλοντος.
Το πρόβλημα της νεωτερικότητας δεν είναι ότι αναζητήσαμε άλλους κόσμους, αλλά ότι πιστεύαμε ότι αυτοί οι κόσμοι θα μπορούσαν να αντικαταστήσουν την ανθρώπινη γνώση. Το Solaris, με την αδιαπέραστη σιωπή του, επιστρέφει στον σύγχρονο πολιτισμό το ερώτημα που απέφευγε εδώ και καιρό: όχι τι θα βρούμε πέρα ​​από τα όρια του γνωστού σύμπαντος, αλλά τι συμβαίνει όταν ο άνθρωπος τελικά συναντήσει την εικόνα του.
Επειδή πριν από κάθε νέα εξερεύνηση, απομένει ένα κατώφλι που πρέπει να ξεπεραστεί. Όχι αυτό που χωρίζει τους πλανήτες, αλλά αυτό που χωρίζει την ανθρωπότητα από τον εαυτό της. Και μέχρι να ξεπεραστεί αυτό το κατώφλι, κάθε ταξίδι προς τα έξω παραμένει ημιτελές. Ο καθρέφτης, με αυτή την έννοια, δεν είναι το τέλος του ταξιδιού. Είναι η αρχή του.

Το Συντακτικό Προσωπικό
Προτάσεις ανάγνωσης

(1)


Περιγραφή


Το αριστούργημα της φιλοσοφικής επιστημονικής φαντασίας.

«Το «Solaris» είναι ένα εκθαμβωτικό κόσμημα, η τραγωδία του Ορφέα και της Ευρυδίκης της εποχής μας, το υψηλότερο κείμενο της σύγχρονης πολωνικής λογοτεχνίας για εμάς» – Oreste del Buono, Tuttolibri-La Stampa

Το «Solaris» είναι ένα αριστούργημα φιλοσοφικής επιστημονικής φαντασίας. Βρισκόμαστε στα πιο απομακρυσμένα σημεία του σύμπαντος που έχει εξερευνήσει η ανθρωπότητα. Ένας αστροναύτης, από τη Γη, προσγειώνεται στον διαστημικό σταθμό που περιστρέφεται γύρω από τον πλανήτη Solaris. Εδώ βρίσκει μια ατμόσφαιρα μυστηρίου και καχυποψίας: κανείς δεν τον καλωσορίζει, οι λίγοι επισκέπτες στο διαστημόπλοιο φαίνονται αναστατωμένοι και συγκλονισμένοι, ένας πρόσφατος θάνατος αναφέρεται με προσοχή αλλά όπως ήταν αναμενόμενο, τα αντικείμενα υφίστανται παράξενες παραμορφώσεις, οι παρουσίες γίνονται αισθητές. Ο Solaris είναι γνωστός στους ανθρώπους ως ο μεγάλος «ζωντανός» πλανήτης. Φαίνεται σαν ένας απέραντος ωκεανός και θα έπρεπε να είχε εκραγεί αν η τροχιά του ακολουθούσε τους νόμους της φυσικής. Αλλά είναι σαν να είναι προικισμένος με μια συνειδητή ικανότητα αντίδρασης, και αυτή η ικανότητα φαίνεται να συνδέεται με τις εμφανίσεις φαντασμάτων, τις ζωντανές προβολές εφιαλτών, ονείρων και φαντασιώσεων. Ο αστροναύτης αναγκάζεται να αμφισβητήσει τον εαυτό του, ενώ η ίδια αγωνία που διαπερνά ολόκληρο το περιβάλλον τον μολύνει - το μυστήριο του θανάτου του συντρόφου του, πρώτα και κύρια. Αλλά αυτό τον ωθεί σε μεγαλύτερα αινίγματα που πρέπει να ξετυλίξει: αν ο Solaris έχει τη δική του ζωή και τι είδους εναλλακτική μορφή ζωής μπορεί να είναι. αν οι «φαντασίες» έχουν κάποια προσιτή εξήγηση· αν όλη αυτή η δραστηριότητα έχει έναν σκοπό, που συνδέεται με κάποιο τρόπο με τα υπαρξιακά πεπρωμένα των ανθρώπων. Αν δεν είναι όλα ένα ενιαίο, τεράστιο μήνυμα. Μια συναρπαστική περιπέτεια, γεμάτη προσμονή και μυστήριο. Αλλά θα μπορούσε κανείς να την ονομάσει και επιστημολογική περιπέτεια, με την έννοια ότι παρουσιάζει στον φακό της αναστοχασμού έναν τεράστιο αριθμό ερωτημάτων που βασιλεύουν στους κλάδους της φιλοσοφίας. Μεταξύ αυτών, το πιο ενδιαφέρον φαίνεται να είναι το θέμα της Ταυτότητας, του Υποκειμένου, του Εαυτού. Δεν υπάρχει ένας ενιαίος, αυτοπροσδιοριζόμενος Εαυτός. Ο καθένας είναι ένα αρχιπέλαγος Εαυτών, και κάθε ένα από τα νησιά αυτού του αρχιπελάγους κινείται σε σχέση με τον Εαυτό που τον περιέχει, σαν ένα παράλληλο σύμπαν. Άλλωστε, το μυαλό, τα όριά του, οι δυνατότητές του, οι δεσμοί του με την ισχυρή μηχανή που το υποστηρίζει, τον εγκέφαλο, είναι τα θέματα γύρω από τα οποία περιστρέφονταν πάντα οι ιστορίες επιστημονικής φαντασίας αυτού του συγγραφέα από το Λβιβ, που μεγάλωσε στην Κρακοβία, ενός ειδικού στην κυβερνητική, και ο οποίος συγκαταλέγεται στους επιδραστικούς ιδρυτές της σύγχρονης μυθοπλασίας εικονικής πραγματικότητας.