Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα EDMUND HUSSERL-ΕΞΙΔΑΝΙΚΕΥΣΗ ΚΑΙ ΔΟΞΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα EDMUND HUSSERL-ΕΞΙΔΑΝΙΚΕΥΣΗ ΚΑΙ ΔΟΞΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 24 Φεβρουαρίου 2026

EDMUND HUSSERL: ΕΞΙΔΑΝΙΚΕΥΣΗ ΚΑΙ ΔΟΞΑ (=Η ΑΡΧΑΙΑ ΓΝΩΜΗ) – IDEALISIERUNG UND DOXA (1)

 Antonio Aguirre

Edmund Husserl: Idealisierung und Doxa 
Edmund Husserl: ΕΞΙΔΑΝΙΚΕΥΣΗ ΚΑΙ ΔΟΞΑ (=Η ΑΡΧΑΙΑ ΓΝΩΜΗ)

                                                      

Περίληψη
 
Όπως δηλώνει και ο τίτλος της, η εργασία πραγματεύεται δύο μοτίβα που, τελικά, συνυπάρχουν. Το πρώτο έχει να κάνει με την αντιπαράθεση (από καιρό αντικείμενο φιλοσοφικής συζήτησης) μεταξύ του "Lebenswelt" (ζωντανού κόσμου) και της μαθηματικοποίησής του στα χέρια των επιστημών. Τα μαθηματικά, σύμφωνα με τον Husserl, είναι μια επιστήμη της οποίας τα περιεχόμενα -αξιώματα, νόμοι, γεωμετρικά στερεά- είναι ιδέες. Η εξιδανίκευση, όπως ασκείται από τον Husserl, συνίσταται στην υιοθέτηση και προσαρμογή της ερμηνείας του Καντ για την "ιδέα" και στον προσδιορισμό τόσο της μαθηματικής ακρίβειας όσο και του πράγματος στην ολότητά του ως "ιδέες με την καντιανή έννοια". Το δεύτερο μοτίβο εξετάζει την προσπάθεια του Husserl να ταυτίσει το Lebenswelt (τον κόσμο της ζωής) με την "απλή γνώμη" του Πλάτωνα (doxa σε αντιδιαστολή με την episteme). Ο Husserl υπερασπίζεται τη doxa (=Η ΑΡΧΑΙΑ ΓΝΩΜΗ), προσδίδοντάς της μια αξία εξίσου υψηλή ή και υψηλότερη από εκείνη της episteme (=επιστήμης). Θέλουμε να δείξουμε σε τι συνίσταται αυτή η υψηλότερη αξία της doxa. Έτσι, εισερχόμαστε στο πρόβλημα της μέτρησης, ενός φαινομένου που, ξεκινώντας ως μια εκτιμητική, προ-γεωμετρική πράξη, οδηγεί στην ακρίβεια. Σε αυτό το πλαίσιο, προτείνουμε την ακόλουθη θέση: η μέτρηση, χάρη στην εξιδανίκευση του "πράγματος" που την καθιστά δυνατή, αποτελεί το θεμέλιο της μαθηματικής ακρίβειας. Ωστόσο, τα ίδια τα πράγματα δίνονται μόνο σε διαβαθμίσεις, σε θραύσματα, σε πλευρές - με άλλα λόγια, δίνονται προοπτικά. Ως εκ τούτου, οι προτάσεις γι' αυτά μπορούν να είναι αρχικά μόνο υποκειμενικές, ιδιωτικές γνώμες (με την έννοια της δοξασίας).

Ξεκινάμε τις σκέψεις μας με μια ματιά στο κεντρικό θέμα του όψιμου έργου του Husserl “Die Krisis der europäischen Wissenschaften und die transzendentale Phänomenologie” – «Η κρίση των ευρωπαϊκών επιστημών και η μεταφυσική φαινομενολογία». Ο Husserl αφιερώνει πολλά σημεία του κεντρικού του κειμένου, καθώς και των πραγματειών και συμπληρωμάτων που περιέχονται στον ίδιον τόμο, στην αντίθεση ή αντιπαραβολή μεταξύ ενός πράγματος και των ιδιοτήτων του, όπως το χρώμα, ο ήχος κι η μυρωδιά, στη συγκεκριμένη, υποκειμενική και σχετική καθημερινότητά τους, και του αντικειμενοποιημένου απ’ την άλλη και μη σχετικοποιημένου ιδίου πράγματος ως επιστημονικού αντικειμένου. Aντί για τον ήχο ή τον θόρυβο που ακούμε ή το χρώμα που βλέπουμε, το ενδιαφέρον εδώ επικεντρώνεται στις ταλαντώσεις, τα ντεσιμπέλ και τα μήκη κύματος. Στον «κόσμο της ζωής» ή «ζωντανό κόσμο» (“Lebenswelt”) αντιπαρατίθεται ο αντικειμενικά επιστημονικός και επιζητών την ακρίβεια κόσμος. Πραγματεύεται λοιπόν εδώ ο Husserl και τις δυό αυτές υπαρξιακές και γνωστικές σφαίρες, στην ανταγωνιστική τους αντίθεση αλλά και στην ειλικρινή τους αλληλοδιείσδυση.
Η «Κρίση των ευρωπαϊκών επιστημών και η μεταφυσική φαινομενολογία» είναι μεν ένα συστηματικό έργο, οι σκέψεις και τα θέματα όμως που αποτελούν αυτό το σύστημα έχουν συχνά τη μορφή μιας ιστορικής παρουσίασης. Και λαμβάνουν, ανάλογα με τον χρόνο ή την εποχή, όπου τα παρατηρεί να γεννιούνται και να επιδρούν ο Husserl, διαφορετικά σχήματα. Το πιο σαφές παράδειγμα γι’ αυτό είναι η 9η Παράγραφος, όπου και επιχειρεί ο Husserl μια διεξοδική ανάλυση της αναφερθείσας αντιπαράθεσης μεταξύ ενός πράγματος, το οποίο θεωρούμε ή αντιλαμβανόμαστε (ενός «ζωντανού» δηλ. πράγματος…), και ενός «επιστημονικού» πράγματος. Στόχος της κριτικής του είναι ο Γαλιλαίος. Ο Husserl κατηγορεί τον Γαλιλαίο, ότι επιχείρησε να «μαθηματικοποιήση τη φύση», περικαλύπτοντας έτσι κάθε συγκεκριμένο και ορατό Δεδομένο με ένα «ιδεατό ένδυμα αντικειμενικών και επιστημονικών αληθειών». Τα ίδια τα μαθηματικά είναι κατά τον Husserl μια εξιδανίκευση, που ξεκινά όμως ιστορικά από πραγματικά σώματα και περιστατικά ή συμβάντα. Οι έννοιες, τα θεωρήματα και οι μορφές της μαθηματικής επιστήμης είναι Ιδέες. Κι αυτή η (ιδεατή…) φύση τους τούς παρέχει τη δυνατότητα, να έχουν έναν χαρακτήρα ακρίβειας. Γενικοποιώντας λοιπόν την αναφορά στον Γαλιλαίο μπορούμε να πούμε, πως εκφράζει ο Husserl στην «Κρίση…» τη θέση, ότι η εφαρμογή, με τη φυσική επιστήμη, εκείνων των ιδεατών επιστημών είναι και η αιτία της αντικειμενοποίησης των θεωρουμένων πραγμάτων μαζί με τις ιδιότητές τους, έτσι ώστε να προσεγγίζουν οι επιστημονικές περί αυτών απόψεις τη μεγαλύτερη δυνατή ακρίβεια.
Αυτό το βασικό θέμα συνδέεται στην «Κρίση…» και μ’ ένα άλλο θέμα, που θα έχη κεντρική για εμάς σημασία: ο Husserl ταυτίζει τον κόσμο της ζωής (ή: ζωντανό κόσμο…) με τη δόξα. Μεταφερόμαστε έτσι πίσω, σ’ ένα προηγούμενο επιστημονικο-φιλοσοφικό «σκηνικό», σε κεντρικές δηλ. έννοιες της φιλοσοφίας του Πλάτωνα: τη δόξα, την επιστήμη και την ιδέα, στις οποίες και παραπέμπει συχνά-πυκνά ο Husserl και τις οποίες ολοκληρώνει εν μέρει στη συλλογιστική συνάφεια της «Κρίσης…», χωρίς να τις καθιστά εντούτοις και αντικείμενο μιας ερμηνείας. Τις χρησιμοποιεί ως επί το πλείστον σε ανορθόδοξη μορφή, χωρίς να αναφέρεται ευθέως στα αμφισβητούμενα κείμενα και σημεία, με την αυτονόητη προϋπόθεση πως γνωρίζει τη διδασκαλία του Πλάτωνα, του προπάτορα κάθε εξιδανίκευσης. Ως επιστήμη (Episteme) χαρακτηρίζει ο Husserl όχι μόνον την αρχαία ελληνική επιστήμη – και σε πρώτη γραμμή τα μαθηματικά – , αλλά και την επιστήμη της σύγχρονης εποχής, και προπάντων τη φυσική. Εξαιρετικά σημαντική για τις παρατηρήσεις μας είναι και η σημασία της δόξας στην «Κρίση…». Σε πολλά σημεία αναφέρεται ο Husserl στην ταύτισή της με τον ζωντανό κόσμο, λέγοντας μάλιστα πως αντιμετωπίστηκε και με μιαν περιφρόνηση: «Ο ζωντανός κόσμος δεν είναι τίποτα άλλο παρά ο κόσμος της απλής, και παραδοσιακά τόσο περιφρονημένης δόξας». Η επιστήμη του ζωντανού κόσμου, την οποίαν και θέλει να αναπτύξη στην «Κρίση…» ο Husserl, είναι κατ’ αυτόν μια επιστήμη «της περιφρονημένης δόξας…». Κι όταν μιλά για την «υποκειμενικο-σχετική απλώς θεώρηση της προ-επιστημονικής ζωής», προσθέτει πως αυτό το «απλώς» δεν είναι παρά «η παλιά κληρονομιά του περιφρονητικού χρωματισμού της δόξας». «Η φιλοσοφία ήθελε να είναι, στην αρχαία της καταγωγή, επιστήμη, … όχι αόριστη και σχετική γνώση της καθημερινότητας – δόξα - , αλλά ορθολογική γνώση: επιστήμη» (( … Ο Husserl γράφει σχεδόν πάντοτε αυτές τις δυό έννοιες στα ελληνικά. Η δόξα μεταφράζεται συνήθως ως γνώμη (Meinung – όπου mein σημαίνει ‘δικό μου’! – σημ. τ. μετ.) στα γερμανικά. Ο Husserl χρησιμοποιεί όμως συχνά τη λέξη ‘Meinung’, ‘Meinen’ με τη σημασία τού «κατευθυνόμενου προς κάποιον σκοπό». Και μ’ αυτήν τη σημασία «νομίζει» και μια επιστημονική πρόταση κάτι. Γι’ αυτό και διατηρεί ίσως ο Husserl την ελληνική γραφή… )) . Όπως μάς δείχνουν λοιπόν αυτά τα αποσπάσματα, περιέρχεται και η δόξα σε μιαν αντιπαράθεση προς τη μαθηματική ακρίβεια – και μάλιστα ως θύμα της.
Σ’ αυτόν τον ανταγωνισμό μεταξύ δόξας και επιστήμης επιθυμούσε να δείξη ο Husserl, ότι δεν υπάρχει κανένας λόγος να περιφρονηθή η δόξα και να προτιμηθή ταυτόχρονα η επιστήμη. Επιθυμούσε να αποκαταστήση μάλλον τη δόξα, και μάλιστα να τη «δικαιώση», όπως γράφει στο «Εμπειρία και κρίση» (( Πρβλ. E. Husserl, Erfahrung und Urteil. Untersuchungen zur Genealogie der Logik. Hamburg 1971, σ. 44 )). Γι’ αυτό και αφοσιώνεται σ’ αυτό το έργο, όπως και προπάντων στην «Κρίση…», σε διεξοδικές αναλύσεις, που θέλουν να δείξουν ότι κάθε μορφή επιστήμης προϋποθέτει ένα προ-υποκειμενικό εμπειρικό στρώμα ή εμπειρική μορφή, η οποία και πρέπει να εκτιμηθή, ως το γνωσιο-κριτικό αλλά και οντολογικό θεμέλιο της επιστήμης, υψηλότερα κι απ’ αυτήν. Απ’ την άποψη όμως αυτής της εκτίμησης, αναποδογυρίζει εδώ το πλατωνικό πρότυπο. Θα πρέπη όμως να παρατηρήσουμε, ότι ο Husserl αντιπαραθέτει σ’ όλες αυτές τις αναλύσεις τον κόσμο της ζωής ή τον ζωντανό κόσμο με την επιστήμη, κι όχι την ίδιαν τη δόξα και την επιστήμη, όπως τις ορίζει, προπάντων στην Πολιτεία, ο Πλάτων.
Αυτό το σύμπλεγμα της ταυτίσεως ζωντανού κόσμου και δόξας, αλλά και η επιδιωκόμενη απ’ τον Husserl δικαίωση, κυρίως, της δόξας, θα είναι και το κεντρικό θέμα των παρατηρήσεών μας. Ξεκινούμε λοιπόν με μια σκέψη για τον ρόλο, που παίζει η εξιδανίκευση σ΄αυτό το σύμπλεγμα. Τη συναντήσαμε ήδη αυτήν τη σκέψη μιλώντας για τη μαθηματικοποίηση των θεωρουμένων πραγμάτων, και λέγοντας πως είναι τα αξιώματα, τα θεωρήματα και τα γεωμετρικά αντικείμενα των μαθηματικών Ιδέες. Η μαθηματικοποίηση υπερβαίνει (; - überrolt) τον ζωντανό κόσμο και άρα και τη δόξα (=η αρχαία γνώμη…). Κι αυτός είναι κι ο λόγος, που θέλουμε να ασχοληθούμε εγγύτερα, για να αποσαφηνίσουμε εκείνην τη δικαίωση, με τον βασικό χαρακτήρα της εξιδανίκευσης. Πρέπει όμως, για να το καταφέρουμε αυτό, να κατανοήσουμε κάποιες απόψεις της φιλοσοφίας του Καντ.
Ο Καντ χαρακτηρίζει λοιπόν, στο δεύτερο μέρος της «Κριτικής του καθαρού λόγου» και στο κεφάλαιο περί «Μεταφυσικής διαλεκτικής», τις έννοιες του καθαρού λόγου, με τις οποίες και θα εργασθή σ’ αυτήν τη Διαλεκτική (Dialektik), ως «Ιδέες», και επαναφέρει τη σημασία τους στη χρήση που είχαν αυτές και στον Πλάτωνα. Η έννοια ωστόσο της Ιδέας στην «Κριτική…» δεν είναι πια η πλατωνική (( !!! )) . Ο Καντ την έχει, σ’ ένα ουσιαστικό σημείο, αλλάξει. Ο Husserl χαρακτηρίζει λοιπόν, στις «Ιδέες Ι», τα μαθηματικά αντικείμενα ως Ιδέες «με την καντιανήν έννοια». Συναντάμε όμως και στην αρχή του Εμπειρικού Οδηγού, στο πράγμα και τις ιδιότητές του, το ίδιο: είναι και ένα πράγμα, εννοημένο στην ολότητα των οριζοντίων εμφανίσεών του, στην επαρκή του δηλ. και πλήρη πραγματικότητα, μια «Ιδέα με την καντιανήν έννοια». Κι αυτό μας φέρνει μπροστά σε μια δεύτερη μορφή της εξιδανίκευσης, που δεν προέρχεται απ’ την αρχικώς περιγραφείσα αντιπαραβολή (ζωντανού δηλ. κόσμου και επιστήμης…), και που αφορά στο σύνολο της Φαινομενολογίας. Το πώς συσχετίζεται συστηματικά αυτή εδώ τώρα η εξιδανίκευση των πραγμάτων με εκείνην, που οδηγεί στη μαθηματική ακρίβεια, θα αποτελέση αργότερα, όταν θα αναζητήσουμε την αιτία καθώς και την έννοια που δικαιώνεται η δόξα, ένα αποφασιστικό αντικείμενο των σκέψεών μας. Ας μείνουμε κατ’ αρχάς στον ζωντανό κόσμο και τη δόξα ως τον αντίθετο πόλο της εξιδανίκευσης της ακρίβειας, κι ας εξετάσουμε μερικά απ’ τα ουσιαστικά χαρακτηριστικά τους. Και ξεκινάμε με τον ζωντανό κόσμο (ή: τον κόσμο της ζωής – Lebenswelt).

Συνεχίζεται 

Δευτέρα 8 Ιουλίου 2024

EDMUND HUSSERL: ΕΞΙΔΑΝΙΚΕΥΣΗ ΚΑΙ ΔΟΞΑ (=Η ΑΡΧΑΙΑ ΓΝΩΜΗ) – IDEALISIERUNG UND DOXA (3)

 Συνέχεια απο Σάββατο 29 Ιουνίου 2024

Antonio Aguirre

ΙΙ. 2
Ας παρακολουθήσουμε τώρα τον δεύτερο προσδιορισμό τού Husserl για την καντιανήν Ιδέα. Μας προσφέρει μιαν εκτενέστερη περιγραφή στο τέταρτο κεφάλαιο των «Ιδεών Ι», και προπάντων στις προαναφερθείσες παραγράφους. Ενώ εξηγεί και στις «Αναλύσεις στην παθητική σύνθεση», στη «Φαινομενολογική ψυχολογία», στην «Ομιλία για τον Καντ» της «Πρώτης φιλοσοφίας Ι», αλλά και σε πολλά άλλα σημεία, τη φαινομενολογία του τού πράγματος ως Ιδέα. Πρέπει να σημειώσουμε, πως δεν παρατηρείται εδώ πάντοτε η προσθήκη «με την καντιανήν έννοια». Μπορούμε πάντως να εξετάσουμε καλύτερα την επάρκεια της εμπειρίας των πραγμάτων και τη σημασία της στο γεγονός της συστάσεώς τους, ξεκινώντας απ’ το αντίθετό της, την ανεπαρκή δηλ. αντίληψη των πραγμάτων. Θα παρουσιάσουμε λοιπόν στη συνέχεια τα βασικά χαρακτηριστικά των θέσεων που εκφράζει ο Husserl στις «Ιδέες Ι».

Διαβάζουμε στις πργρφ. 143 και 149: Δεν μπορεί να είναι, 
ένα πράγμα, στη «μεμονωμένη του εμφάνιση», βασικά ποτέ πλήρως δεδομένο, σε όλες τις απόψεις και τις πλευρές του. «Δεν είναι καμμιά αντίληψη του πράγματος εντελώς απομονωμένη, μένει πάντοτε χώρος για καινούργιες αντιλήψεις». Κι αυτή η επεκτατική ικανότητα του εμπειρικού γεγονότος αποτελεί μιαν «ουσιαστική» του «άποψη», ένα Apriori (εκ των προτέρων…). Γιατί παραπέμπει η μια πλευρά, ακριβώς ως πλευρά, σε άλλες πλευρές, που κάνουν κι αυτές πάλι το ίδιο, σ’ ένα ατέλειωτο «κ.τ.λ.», που ανήκει, «απολύτως απαραιτήτως», στην πραγματικήν εμπειρία. Κι εντούτοις: Όταν βρισκόμαστε μπροστά σε μιαν πλευρά, βρισκόμαστε μπροστά σε ένα πράγμα, το οποίο περιέχει στον εαυτό του εκείνο το «κ.τ.λ.», έναν ορίζοντα δηλ., ενώνοντας έτσι το ατελεύτητο ή το άπειρο ενός «σύμπαντος» εμφανίσεων του ιδίου πράγματος στον εαυτό του. Μπορεί να προκύψουν ίσως τότε, διανύοντας αυτό το σύμπαν, και διαφορετικές γραμμές, που προσδιορίζουν όμως εγγύτερα, «σύμφωνα με το ουσιαστικό περιεχόμενο του πράγματος», «συνεχομένως ομόφωνα», και ποτέ «διαφορετικά» το πράγμα. Ενώ λέει και στην «Κρίση…»: «Δημιουργείται στην ιδεώδη διαδρομή αυτής της ατελεύτητης ολότητας μια ιδεώδης (στον άνθρωπο…) γνώση του πράγματος», σαν να είχε βιώσει πραγματικά το άπειρο. Το πράγμα δεν μπορεί να είναι δεδομένο ολόκληρο σε καμμιά συγκεκριμένη και αποκλειστικήν αντίληψη, αλλά να προσεγγίζεται μόνον, ως μια ιδανική παράσταση, στον ανοιχτόν ορίζοντα μιας περαιτέρω εμπειρίας – ως μια Ιδέα δηλ., έτσι όπως εννόησε την Ιδέα του Πλάτωνα, και προπάντων τον δρόμο προς αυτήν ο Καντ: σε μιαν ατελεύτητη προσέγγιση στον εαυτό της, ως πλήρη και επαρκή ολότητα όλων των εμφανίσεών της.
Είναι διπλή λοιπόν η έννοια της προσέγγισης: Όταν σκεφτόμαστε την ιδανική φύση των μαθηματικών εννοιών, η προσέγγιση 
σημαίνει την αδυναμία να φτάσουμε, όσα κι αν γνωρίζουμε, στην εκπροσωπούμενη απ’ αυτές τις έννοιες ακρίβεια – το ανέφικτο των ορίων. Αναφορικά προς τα αντικείμενα της εξωτερικής εμπειρίας, η προσέγγιση σημαίνει επίσης το ανέφικτο, αναφερόμενο όμως στην ολότητα όλων των εμφανίσεων (ενός συγκεκριμένου πράγματος…), στην οποίαν και παραπέμπει το οριζόντιο «κ.τ.λ.». Μένει δηλ. μια κοσμική και μόνιμη απόσταση ανάμεσα σε κείνην την ολότητα και την κατάσταση της γνώσης μας ή της εμπειρίας μας.
Η απόσταση αυτή γεφυρώνεται απ’ την Ιδέα. Γιατί η Ιδέα, γράφει ο Husserl στις «Αναλύσεις», συνεχίζοντας τις σκέψεις των «Ιδεών Ι», έχει την ίδια σημασία με τον πλήρη προσδιορισμό του αντικειμένου, «χωρίς τίποτα το περαιτέρω πια να προσδιοριστή», χωρίς κανέναν δηλ. ορίζοντα, που θα μπορούσε να τον εκπληρώση κανείς. Κι αν συμβαίνη αυτό, έχει καταργηθή τότε η διαφορά μεταξύ τών «προσδιορισμών» και «καθεαυτού» τού αντικειμένου», την οποίαν και είχε εισάγει στις «Ιδέες Ι». Ενώ γράφει ο ίδιος, στην «Τυπική και μεταφυσική λογική», για την εξωτερική εμπειρία, ότι «φέρει στον εαυτό της, περιλαμβάνοντάς την σκοπίμως, την Ιδέα ενός ατελεύτητου, και κλεισμένου στον εαυτό του συστήματος πιθανών εμπειριών». Αυτό το σύστημα είναι, κατά τον Husserl, μια «ατελεύτητη πρόβλεψη», που τη συμπληρώνει «απ’ την πλευρά του το… πράγμα ως μια Ιδέα». Παραπέμποντας μ’ αυτήν την έννοια, στις «Ιδέες Ι», στην «Ιδέα με την καντιανήν έννοια» (( Στο βιβλίο της για τον Husserl – Edmund Husserl, Zeitlichkeit und Intentionalität (Χρονικότητα και σκοπιμότητα…), Freiburg i. Br. 2000 – η Sonja Rinofner-Kreidl 
θεωρεί την εξιδανίκευση της δομής του ορίζοντα των πραγμάτων στον Husserl, ως τη «γενετική προϋπόθεση» της «ιδεώδους μεταφυσικής» λογικο-μαθηματικών αντικειμένων (671). Αφού χαρακτηρίζονται όμως ουσιωδώς τα πραγματικά αντικείμενα απ’ τη διαφορά τού «πώς, με ποιόν τρόπο» και του «αυτόχρημα ή εντελώς», ενώ «δεν έχουν» τα λογικά «ορίζοντα» (670), θα ήταν αναγκαία για εκείνην την προϋπόθεση μια αλλαγή τής έννοιας του ορίζοντα, κάτι που δεν μπορεί να κάνη όμως «αξιόπιστα» ο Husserl (671 κ.ε.). Και καταλήγει αυτή η σκέψη με τη θέση τής Sonja R.-K., πως «δεν μπορεί να εξηγήση (λογικά και μαθηματικά) την αντίληψη ιδεωδών αντικειμένων» ο Husserl (673). Δείξαμε, πώς ο Husserl αναιρεί  με τη θεωρία του για το πράγμα ως Ιδέα, εκείνη τη διαφορά στη δομή τού ορίζοντα. Το τραπέζι, το οποίο βλέπω εδώ και τώρα, αυτό το «ταυτόσημο και προσδιορισμένο Χ», δεν διαθέτει, στην ίδια του τη στοχευμένα προβλεπόμενη πληρότητα, ορίζοντα, όπως ακριβώς και ένας μαθηματικός τύπος. Στο πλαίσιο αυτής λοιπόν τουλάχιστον της σκέψης, για το πώς συστήνεται φαινομενολογικά δηλ. το πράγμα, δεν δικαιώνεται η θέση αυτή τής συγγραφέως )) .
Ας συγκρίνουμε αυτά που είπαμε, με τις περιγραφές του Καντ: Μιλά και ο Καντ για την επάρκεια στην «Κριτική…». Λέει, προσδιορίζοντας την έννοια της Ιδέας, πως «δεν μπορεί να υπάρξη ποτέ ένα αντικείμενο» της εμπειρίας, «που θα επαρκούσε στη μεταφυσική Ιδέα». Η λέξη «αντικείμενο» σημαίνει βέβαια σ’ αυτήν τη φράση μια μεμονωμένη εμφάνιση πράγματος, το οποίο και έχουμε, φυσικο-επιστημονικά ή άλλως πως, προοδευτικά γνωρίσει, αλλά την προσέγγιση που περιλαμβάνεται εδώ ως προς την Ιδέα, δεν την αποδίδει ο Καντ στο πράγμα, αλλά στον εμπειρικόν κόσμο. Αυτός είναι που επεκτεινόμενος «κινείται».
Ο Καντ δεν διανοείται μιαν εξιδανίκευση του πράγματος Μια τέτοια εξιδανίκευση συναντάται, όπως δείξαμε, κατ’ αρχάς στον Husserl.
Σε μιαν περιεχόμενη στην «Πρώτη φιλοσοφία Ι» πραγματεία για τον Καντ («Ομιλία για τον Καντ») ο Husserl 
μιλά και για τον κόσμο ως μιαν «ευρισκόμενη στο Άπειρο Ιδέα». Δεν διαφέρει εντούτοις η περιγραφή που ακολουθεί για την ιδεατότητα του κόσμου σε κανένα σημείο από εκείνην, με την οποίαν και προσδιορίζει το πράγμα ως Ιδέα. Πρόκειται βασικά για τη συνεχώς προοδεύουσα, με την εκπλήρωση του κενού ορίζοντα, εμπειρία. Διαβάζουμε π.χ.: «Η συνεχής πρόοδος της γνώσης είναι, όπως για τα μεμονωμένα αντικείμενα, έτσι και για το σύμπαν, μια… συνολική λειτουργία εκπληρώσεως». Στην Ιδέα τού κόσμου αντιστοιχεί «η Ιδέα τής νοητής ολότητας των αναγνωριζομένων στο Άπειρο αληθειών». Το επαρκές δεδομένο ενός πράγματος θα περιέγραφε και το σύνολο των εμφανίσεών του, όπως δείξαμε. Και επιβεβαιώνεται έτσι αυτό, το οποίο είπαμε στο τέλος τής προηγουμένης παραγράφου. Ο προσδιορισμός τού κόσμου ως ανέφικτο όριο απ’ τον Καντ, μετατίθεται απ’ τον Husserl πίσω στον τόπο, απ’ όπου και ξεκινά αυτός ο δρόμος προς το όριο, στο μεμονωμένο πράγμα.
Σ’ αυτήν τη διαφορά στον προσδιορισμό τού ιδεώδους, προστίθεται και μια άλλη, που είναι ίσως ακόμα πιο βαθειά. Η εξιδανίκευση του Καντ προέρχεται απ’ το ότι πρέπει να φανερωθούν, κατά την αναζήτηση των προϋποθέσεων, οι προηγούμενοι παράγοντες τού εκάστοτε προκαθορισμένου. Η εξιδανίκευση τελείται στο παρελθόν, όπως είπαμε, για τον Καντ. Παίζει και στον Husserl το παρελθόν έναν θεμελιακό ρόλο, σ’ ένα άλλον όμως τόπο των φαινομενολογικών προσδιορισμών. Πρόκειται εδώ για το ερώτημα περί της αιτίας, για την οποίαν και αναγνωρίζεται, ως αυτό το εκάστοτε συγκεκριμένο Όν, ένα Όν – για την ταυτοποίησή του δηλαδή. Ενδιαφερόμαστε τώρα για τη Γένεση (Genesis) (του συγκεκριμένου Όντος…). Το ότι αναγνωρίζω κάτι που υπάρχει μπροστά μου ως σπίτι ή δέντρο, ή ως ερυθρό ή γαλάζιο, σημαίνει, ότι απέκτησα στο παρελθόν εμπειρίες αυτού του ίδιου ή ενός παρόμοιου (πράγματος…), που προϋποθέτουν απ’ την πλευρά τους άλλες ίσως, προηγούμενες εμπειρίες κ.τ.λ. Δεν επεκτείνεται εντούτοις αυτό το «κ.τ.λ.» της επαναχωρήσεως (regressus) στο ατελεύτητο (infinitum)· υπάρχει μια αρχή τής σειράς, μια επιτελεσθείσα «για πρώτη φορά» εμπειρία ενός Όντος, που διαφυλάσσεται στις επαναλήψεις του με την επανενθύμιση. Χωρίς αυτό, δεν θα μπορούσα ποτέ να γνωρίζω, με τί έχω εμπειρικά να κάνω. Και λέμε τότε, πως αυτό που βρίσκεται εδώ μπροστά μας, είναι ένα σπίτι. Στην πραγματικότητα είναι όμως για μένα μόνον μια πλευρά του, από έναν προσανατολισμό και μιαν προοπτική, (κάθε φορά…) δεδομένη. Βρισκόμαστε έτσι μπροστά σ’ αυτό, το οποίο και γνωρίσαμε προηγουμένως, μέσα απ’ την ουδέποτε ολοκληρωμένη λειτουργία τής εμπειρίας. Ισχύει λοιπόν βασικά, πως μπορούμε να ταυτοποιήσουμε μεν γενετικά, βασισμένοι στην εκάστοτε δεδομένη πλευρά, το συγκεκριμένο αντικείμενο· αυτή όμως η πλευρά είναι μόνο γι’ αυτό μια πλευρά, επειδή παραπέμπει σε άλλες πλευρές, που παραπέμπουν απ’ τη μεριά τους σε μελλοντικές κάθε φορά αντιλήψεις. Αυτή η ατελείωτη συνάφεια των παραπομπών, κατά την οποία συνειδητοποιούμε ταυτόχρονα, ότι έχουμε ένα πράγμα στην ολότητά του μπροστά μας, είναι και ο λόγος, όπως δείξαμε, για τον οποίον και ονομάζει ένα πράγμα Ιδέα ο Husserl.  Εντούτοις
διαφορετικά απ’ ό,τι στον Καντ, εδώ ο τόπος της εξιδανίκευσης είναι μελλοντικός . Κι αυτό φαίνεται συγκεκριμένα, απ’ το ότι ονομάζει επανειλημμένα την εμπειρία μιαν «τελειοποιητική» λειτουργία.
Κλείνουμε αυτές τις σκέψεις για την καντιανήν έννοια της Ιδέας με μια ματιά σ’ ένα κείμενο του Husserl, όπου και παρουσιάζει μια γενική περιγραφή της διδασκαλίας των Ιδεών του Πλάτωνα. Πρόκειται για το Παράρτημα VI της «Πρώτης φιλοσοφίας Ι». Διαβάζουμε λοιπόν εκεί: «Η σχετική εκπλήρωση – ο Πλάτων βλέπει, ότι η εμπειρία είναι πάντοτε απλώς δόξα (=γνώμη)· αυτή είναι η πραγματικότητά της – ως παντοτινά ανεκπλήρωτη πρόθεση ή σκοπός». Η δόξα δεν ταυτίζεται (ακόμα) με τον ζωντανόν κόσμο, αλλά με τη φαινομενολογική γενικώς πάροδο ή ροή των εμπειριών. Η δόξα διαθέτει εδώ (κι αυτή…) έναν ορίζοντα.
Περιγράψαμε την ατελή εμπειρία των πραγμάτων, και την προσδιορίσαμε ως Ιδέα, ως το αντίθετο της δόξας. Η Ιδέα εννοείται βέβαια με την καντιανήν της έννοια, γνωρίζουμε όμως πως ο Καντ αναφέρεται κατηγορηματικά στον Πλάτωνα, εισάγοντας τις Ιδέες. Δικαιούμαστε άρα να συμπεράνουμε, ότι τα εμπειρικά δεδομένα, τα οποία και ονομάζει «Ιδέες με την καντιανήν έννοια» ή και μόνον «Ιδέες» ο Husserl, δεν φτάνουν ποτέ, «καντιακώς», στην ολότητα, αλλά μένουν στη δόξα (=γνώμη). Κάθε πράγμα είναι λοιπόν μια καντιανή Ιδέα και μια πλατωνική δόξα (( !!! )). Και το αποδεικνύει το κείμενο· μιλώντας για το «πρόβλημα της προσέγγισης ως βαθμιαίας μεθέξεως (méthexis)», καθώς και για το ότι οι εμπειρικές εκφράσεις
αποτελούν την «απαίτηση μιας αλήθειας», μιας αλήθειας, που βρίσκεται (ωστόσο…) σε μιαν «ανέφικτη απόσταση», ως ένα «ανέφικτο ιδεώδες».

( συνεχίζεται )
  

Η ιδέα σημαίνει βλέπειν καί αντιστοιχεί σέ φόρμα. Μέ τόν Δημόκριτο σημαίνει τήν γεωμετρική φόρμα τού ατόμου.Ο Πλάτων ονομάζει τήν ιδέα, η υπεραισθητή πραγματικότης,τό μοντέλο ή τό νοητό παράδειγμα, τό καθαρό Είναι. χρησιμοποιεί καί τόν όρο είδος. Μέ τόν Αριστοτέλη διακρίνονται. Στήν υπερβατική ιδέα αντιθέτει τήν έμφυτη φόρμα τήν συμφυή. Στόν Πλωτίνο στό μέτρο πού ο Νούς κλείνει στόν εαυτό του όλα τά πράγματα, υπάρχουν ιδέες όλων τών πραγμάτων καί όχι μόνον τών ειδών αλλά επίσηςκαί όλων τών πιθανών διαφορών στίς οποίες μπορούν νά παρουσιασθούν τά είδη. Δέν υπάρχει λοιπόν μία ιδέα τού ανθρώπου αλλά πολλές, όσες συμμορφώσεις στίς οποίες μπορούν νά παρουσιασθούν οι άνθρωποι. Οσες είναι οι ατομικές διαφορές.Σ' αυτό τό συμπέρασμα οδηγήθηκε ο Πλώτίνος από τήν απολύτως αρνητική ιδέα του γιά τήν ύλη, η οποία δέν διέθετε καμμία ικανότητα νά εξατομικεύσει τό είδος.Επομένως δέν είναι ακριβές νά πούμε ότι ο Πλωτίνος δέχεται τήν ύπαρξη ιδεών όλων τών ατομικών πραγμάτων,καθότι στόν Πλωτίνο λείπει η έννοια τού ατόμου σάν ανεπανάληπτης μοναδικότητος.

Στην ορθόδοξη ανθρωπολογία, ο «νους λογικός αργείν ου δύναται». Ο νους μας στρέφεται διαρκώς προς τον κόσμο, καθώς μάλιστα εκπορεύεται από αυτόν η λογική, η οποία και είναι σύστοιχη προς την «λογικότητα» του κόσμου. https://antifono.gr/chouserl-fainomenologia-theologia/

ΠΡΟΧΕΙΡΗ ΔΑΤΥΠΩΣΗ, ΑΔΟΚΙΜΗ, ΣΤΑ ΔΟΝΤΙΑ ΤΟΥ ΤΡΕΧΟΝΤΟΣ ΥΛΙΣΜΟΥ. ΔΕΝ ΕΧΟΥΜΕ ΔΙΑΘΕΣΙΜΟ ΤΟ ΝΟΥ, ΟΦΕΙΛΟΥΜΕ ΝΑ ΤΟΝ ΞΕΘΑΨΟΥΜΕ. Ο ΝΟΥΣ ΕΠΕΣΕ.

Αμέθυστος

Σάββατο 29 Ιουνίου 2024

EDMUND HUSSERL: ΕΞΙΔΑΝΙΚΕΥΣΗ ΚΑΙ ΔΟΞΑ (=Η ΑΡΧΑΙΑ ΓΝΩΜΗ) – IDEALISIERUNG UND DOXA (2)

 Συνέχεια απο : Κυριακή 16 Ιουνίου 2024  

Antonio Aguirre

ΙΙ. 1

   Ας περάσουμε τώρα στην καντιανή, όπως προαναγγείλαμε, έννοια της Ιδέας. Όπως φαίνεται και απ’ την «Κριτική του καθαρού λόγου», δεν διέθετε καμμιά δική του έννοια για την Ιδέα ο Καντ. Κι όταν εισάγη στη «Μεταφυσική διαλεκτική» τις Ιδέες, αναφέρεται στον Πλάτωνα και εξηγεί κάποιους απ’ τους χαρακτήρες, που αποδίδει ο Πλάτων στις Ιδέες: Ότι δεν κατάγονταν απ’ τις αισθήσεις, αλλά ήταν αρχέτυπα ή αρχικές εικόνες των πραγμάτων, κι ότι δεν χρησίμευαν στο να «συλλαβίσουμε» κατά τη συνθετική τους ενότητα τα φαινόμενα, όπως οι αριστοτελικές Κατηγορίες (Κρ. V, A 312 κ.ε. / Β 368 κ.ε.). Ο Καντ ερμηνεύει τις Ιδέες ως έννοιες της καθαρής λογικής, με τις οποίες «δεν μπορεί να συμπέση κανένα αντικείμενο των αισθήσεων» (Κρ. V, A 327 / B 383), αφού «υπερβαίνουν (oι Ιδέες…) τα όρια κάθε εμπειρίας». Ο κόσμος είναι μια τέτοια Ιδέα, και μόνον αυτή μάς ενδιαφέρει σ’ αυτήν την εργασία. Ο κόσμος δηλώνει «το μαθηματικό σύνολο όλων των φαινομένων και την ολότητα των συνθέσεών τους» (Κρ. V, A 418 / B 446). Όπου αναφέρεται η έκφραση «μαθηματικό» στις καθαρές λογικές έννοιες της ποσότητας και ποιότητας και σημαίνει, ότι πρέπει να λάβουμε υπ’ όψη μας τους τοπικούς και χρονικούς μόνον προσδιορισμούς του κόσμου.
Για να κατανοήσουμε τώρα καλύτερα το πώς προσεταιρίζεται την καντιανή έννοια της Ιδέας ο Husserl, ας εξετάσουμε σύντομα ένα επιχείρημα που παρουσιάζει ο Καντ για την περί του κόσμου Ιδέα.
Ο Καντ λοιπόν, εργάζεται, ιδιαιτέρως στο 7ο Κεφάλαιο της «Αντινομίας» (Κρ. V, A 497 / B 525), με το εννοιολογικό ζεύγος προκαθορισμένο – προκαθορισμός ή προϋπόθεση Αν εννοηθή κάτι το προκαθορισμένο ως ένα καθ’ εαυτό Όν, χωρίς αναφορά στην πιθανή του εμπειρία, ισχύει τότε αναλυτικά, πως αν είναι δεδομένο, είναι ταυτόχρονα και οι προκαθορισμοί του ή οι προϋποθέσεις του μαζί μ’ αυτό δεδομένες. Αν είναι όμως αυτό το προκαθορισμένο φαινόμενο, ένας παράγοντας άρα της εμπειρίας, είναι τότε εμπειρικά και χωροχρονικά δεδομένο, χωρίς να είναι ταυτόχρονα και οι προϋποθέσεις του μαζί μ’ αυτό δεδομένες. Οι οποίες και πρέπει να αναζητηθούν οπισθοχωρώντας (Κρ. V, A 498 / B 526) σε προηγούμενα φαινόμενα, των οποίων η σειρά θα υπόκειται στην ίδιαν αναζήτηση, αφού κάθε προκαθορισμός είναι πάλι, ως χωροχρονικός, κάτι το προκαθορισμένο. Κάθε επέκταση τώρα, μέσω αυτής τής αναζήτησης, της εμπειρίας (Κρ. V, A 509 / B 537) δρα ως μια προσέγγιση στο όριο, στην Ιδέα ως την πληρότητα της εμπειρίας, κάτι το οποίο όμως δεν είναι η εμπειρία, αφού μπορούμε να αναζητήσουμε, σε κάθε προϋπόθεση αυτού τού πολλαπλασιασμού τής γνώσης, απεριόριστα τους δικούς της προκαθοριστικούς παράγοντες (Κρ. V, A 513 / B 541), έτσι ώστε να υποχωρή ακατάπαυστα το όριο (Κρ. V, A 520 / B 548). Και να μένη άρα ο κόσμος, ως ολότητα των φαινομένων, μόνον μια Ιδέα. Αυτός ο χαρακτήρας τής εμπειρίας, το να είναι δηλ. σχετική ως προς ένα ανέφικτο όριο, και να το προσεγγίζη άρα ατελεύτητα, καθορίζει και τον χαρακτηρισμό ενός αντικειμένου απ’ τον Husserl, ως «Ιδέα με την καντιανή έννοια». Ο οποίος και λέει, σύμφωνα μ’ αυτό, στις «Ιδέες Ι», πως είναι «ανέφικτος ένας επαρκής προσδιορισμός του περιεχομένου της Ιδέας». Αυτόν τον προσδιορισμό του πράγματος θα διαπραγματευθούμε τώρα ακόμα πιο διεξοδικά.
Θέλουμε να παραθέσουμε ωστόσο έναν ακόμα παράγοντα της φύσεως της καντιανής Ιδέας του Κόσμου. Η Ιδέα ενσαρκώνει λοιπόν την ολότητα και πληρότητα όλων όσων θα ήταν απαραίτητο να συμβούν, για να υπάρξη ένα προκαθορισμένο πράγμα ή γεγονός. Συνδέει έτσι ο Καντ κάτι που προηγείται, χρονικά, στη λογική, με τον συγκροτημένο και ιστορικό χρόνο. Η Ιδέα αναφέρεται «σε όλον τον προηγούμενο» (Κρ. V, A 412 / B 439), και «σε όλον τον παρελθόντα χρόνο ως προϋπόθεση της δεδομένης στιγμής» (ό.π.). Με τον περιλαμβανόμενο εδώ αποκλεισμό κάθε μέλλοντος εκ μέρους του Καντ! Γιατί δεν συνεισφέρουν τίποτα οι συνέπειες, καθώς και η συνέχεια της εμπειρίας στην ύπαρξη ενός Όντος (( !!! )). Ένα παιδί χρειάζεται π.χ. απαραιτήτως γονείς, δεν χρειάζεται όμως απαραιτήτως και δικά του παιδιά. Σ’ αυτήν την κατερχόμενη πλευρά μπορεί να συνεχίζεται εκτός αυτού ατελεύτητα η σειρά των προηγουμένων προϋποθέσεων, χωρίς να είναι δυνατή, ή καν απαραίτητη για τη λογική, η ολοκλήρωσή της (Κρ. V, A 512 / B 539 κ.ε.). Το παρελθόν είναι ακριβώς ο τόπος της εξιδανίκευσης!
Τρία θέματα ή και αντικειμενικότητες χαρακτηρίζει ο Husserl στις «Ιδέες Ι» ως «Ιδέες με την καντιανή έννοια»: Τις ακριβείς έννοιες των μαθηματικών, το συνειδησιακό ρεύμα, και τα επαρκή δεδομένα ενός πράγματος. Ενδιαφερόμαστε εμείς εδώ για τις πρώτες και για τα τελευταία, που θα τα ξανασυναντήσουμε στην «Κρίση…». Κι ας ξεκινήσουμε με την πρώτη έννοια.
Η συζήτηση για την ακρίβεια συγκεκριμένων εννοιών ξεκινά στην πργρφ. 72 των «Ιδεών Ι» με τον προσδιορισμό της έννοιας μιας «ορισμένης… ή μαθηματικής πολλαπλότητας». Με το ότι μπορούν να προσδιοριστούν δηλ. στην περιοχή ενός αντικειμένου, και λόγω τής επιλογής συγκεκριμένων βασικών εννοιών, όλες «οι διαμορφώσεις αυτής της περιοχής» με πληρότητα, έτσι ώστε «να μη μένη τίποτα πια το απροσδιόριστο». Σχηματίζουν αυτές οι βασικές έννοιες ένα «προσδιορισμένο σύστημα αξιωμάτων», απ’ το οποίο και μπορούν να παραχθούν – να προσδιοριστούν – όλες οι προτάσεις του συστήματος. Η ακρίβεια ανήκει λοιπόν στην ουσία ενός τέτοιου συστήματος, ακρίβεια των εννοιών, που είναι άρα και «ιδανικές έννοιες», καθώς και η ακρίβεια των εμφανιζομένων εδώ προτάσεων, και μορφών. Στην πργρφ. 74 αντιπαραθέτει ο Husserl τις οικοδομημένες σύμφωνα μ’ ένα τέτοιο αξιωματικό σύστημα επιστήμες, όπως π.χ. τη γεωμετρία, στις «περιγραφικές» φυσικές επιστήμες, με τις «μορφολογικές» τους έννοιες, και τη «ρευστή και τυπική», σε αντιστοιχία προς τις έννοιες, ουσία τους. Και συμπεραίνει ο Husserl, πως αντιστοιχούν στις έννοιες των «ακριβών» επιστημών ουσίες, που «μπορούν να χαρακτηρισθούν ως Ιδέες κατά την καντιανήν έννοια». Αντιπαραθέτοντας άρα εδώ μιαν ιδεατή, σε μιαν υλική και παραστατική σφαίρα. Ονομάζοντας επιπλέον τη μέθοδο εξαγωγής ιδεατών ουσιών ή «ιδεατών ορίων» «εξιδανίκευση», ενώ τη μέθοδο εξαγωγής μορφολογικών ουσιών «αφαίρεση» (( … Σχολιάζοντας την «Κρίση…», μιλά ο Ernst W. Orth για μια διπλήν έννοια του όρου «εξιδανίκευση» (“Ideation”), και για το ότι είναι «διφυές το Είδος», κι ονομάζει τη μια φορά την ουσία ουσία «ενός συγκεκριμένου γεγονότος», και την άλλη, «Ιδέα με την καντιανήν έννοια» (E. W. Orth: Edmund Husserls, Krisis der europäischen Wissenschaften und die transzendentale Phänomenologie - … Η κρίση των ευρωπαϊκών επιστημών και η μεταφυσική φαινομενολογία, Darmstadt 1999, σ. 75). Δεν πρόκειται όμως εδώ για δυό μορφές τής ουσίας, όπως νομίζει ο Orth. Γιατί η Ιδέα με την καντιανήν έννοια δεν αναφέρεται στην απαράλλακτη πυρηνική υπόσταση ενός αντικειμένου, αλλά εννοεί μ’ αυτήν ο Καντ κάτι, στο οποίο δεν μπορεί να αντιστοιχή κανένα εμπειρικό αντικείμενο ή, και ως συνέπεια αυτού, την ολότητα όλων των εμφανίσεων ενός πράγματος – την καντιανή δηλ. έννοια του Κόσμου )) . Κυριαρχεί τώρα ανάμεσα στις δυό περιοχές (της «εξιδανίκευσης» και της «αφαίρεσης»…) η εγκατεστημένη (( !!! )) απ’ τον Καντ, και ισχύουσα κατ’ αυτόν για τον εμπειρικόν κόσμο, δομή της ατελευτήτου προσεγγίσεως: όπου «προσεγγίζουν» οι παρερχομένως τυπικές και ανακριβείς επιστήμες τις ιδανικές και ακριβείς, «χωρίς και να τις φθάνουν ποτέ». Η κίνηση της προσέγγισης είναι μάλιστα το αποτέλεσμα της επιστημονικής έρευνας, στην αναζήτησή της για τη μεγαλύτερη δυνατή ακρίβεια. Ενώ η επέκταση και η συνδεδεμένη μ’ αυτήν προσέγγιση ήταν δυνατή κατά τον Καντ και «πάνω στα ίχνη των αιτιών και των επιδράσεων», με το οποίο και εννοεί τη φυσική επιστήμη, ή και την ιστορία, την οποίαν και ονομάζει άλλωστε στο ίδιο ακριβώς σημείο.
Μπορούμε να συμπεράνουμε άλλον έναν χαρακτήρα εκείνης της επιστημονικο-θεωρητικής συζήτησης μεταξύ Ακριβούς και Αορίστου στις «Ιδέες Ι», παρατηρώντας πώς συνεχίζεται στην «Κρίση…». Στο κείμενο αυτό η προσέγγιση δεν διαδραματίζεται μεταξύ διαφορετικών επιστημονικών τύπων. Δεν συγκρίνει ο Husserl στην «Κρίση…» την επιστήμη, αλλά τη θεώρηση (ή και γνώμη…) με τη μαθηματική ακρίβεια και συμπεραίνει, ότι δεν συναντώνται κατά κανέναν τρόπο εκείνες οι ιδιότητες της ρευστότητας, της αοριστίας και της συμπτωματικότητας στις περιγραφικές κατ’ αρχάς επιστήμες, στην αντιπαράθεσή τους προς τις ακριβείς, αλλά προσδιορίζουν ήδη τα πράγματα, δηλ. τις εκδηλώσεις, του ζωντανού κόσμου. Κι ότι έχουν μάλιστα εδώ τη φυσική τους πατρίδα. Διαβάζουμε π.χ., ότι τα θεωρούμενα πράγματα «αμφιταλαντεύονται στην απλήν τυπικότητα», κι ότι «η ταυτότητα με τον εαυτό τους… είναι κάτι το απλώς συμπτωματικό». Οι γνώσεις, που αποκτούμε στην «προεπιστημονική, εμπειρική ζωή», είναι κάτι που «παραμένει συμπτωματικό… και αιωρούμενο». Κι ότι υπάρχει άρα ένα είδος συνέχειας μεταξύ τού ζωντανού κόσμου και της φυσικής επιστήμης, μια ανεμπόδιστη και ρευστή μετάβαση. Επειδή όμως γνωρίζουμε, πόσο ριζικά διαφέρει μια πρόταση ή ένας νόμος τής καθημερινότητας από μιαν πρόταση ή νόμο της θεωρητικής φυσικής, και οποιασδήποτε γενικώς αντικειμενικής επιστήμης, είναι σωστό να σκεφτούμε, για έναν τρόπο ανόδου απ’ το κατώτερο και θεμελιακό επίπεδο, στο επιστημονικά αντικειμενικό. Στην πραγματικότητα φαίνεται, πως αυτό κάνει και ο Husserl: Μιλά συχνά στην «Κρίση…» για βελτίωση, για ακριβέστερο προσδιορισμό, για επέκταση της ακρίβειας στην εμπειρία των δεδομένων του ζωντανού κόσμου, για έναν ορίζοντα «νοητής τελειοποίησης». Η περιγραφή αυτής της βελτίωσης εξυπηρετεί ωστόσο έναν εντελώς συγκεκριμένο πρώτα απ’ όλα σκοπό, να αναδείξη δηλ. έναν κεντρικόν παράγοντα στη γένεση της μαθηματικής επιστήμης. Πρόκειται για τις «οριακές ή άσβεστες μορφές» (“Limes-Gestalten”), που εμφανίζονται στον ορίζοντα της συνεχώς επιτελούμενης τελειοποίησης. «Γι’ αυτές τις ιδανικές μορφές ενδιαφερόμαστε … εμείς οι ‘γεωμέτρες’», και γενικώς οι μαθηματικοί. Αυτή η ιδανικότητα εγγυάται την ακρίβεια αυτού που ανακαλύπτουν και εκφράζουν οι μαθηματικοί. Οι φυσικοί επιστήμονες σφετερίζονται αυτές τις ιδανικότητες και μαθηματικοποιούν τα συμπεράσματά τους, χωρίς να μπορούν να επιτύχουν εντούτοις ποτέ, επειδή ασχολούνται μόνον με το Πραγματικό, εκείνην την καθαρή μαθηματική ακρίβεια. Διατελούν, πορευόμενοι προς αυτήν ως Ιδέα, σε μιαν ουδέποτε περατούμενη προσέγγιση και μπορούν να μοιραστούν γι’ αυτό, μαζί με τα δεδομένα του ζωντανού κόσμου, τον χαρακτήρα του «συμπτωματικού» και του «αόριστου». Ενώ δεν επιτυγχάνουν όμως την ακρίβεια, εγκαταλείπουν ταυτόχρονα το έδαφος του καθαρά ζωντανού κόσμου. Γιατί αν και μπορούμε να μιλάμε ακόμα σ’ αυτούς για μιαν «τυπικότητα», συνίσταται ωστόσο αυτή η «τυπικότητα» στις γνώσεις, με τις οποίες και συλλαμβάνουν τους κυρίαρχους στα φυσικά φαινόμενα νόμους. Αξιώνοντας έτσι για τον εαυτό τους, τον αντικειμενικό χαρακτήρα τού «άπαξ διά παντός» και «για τον καθένα» (( Husserl, Erfahrung und Urteil – Εμπειρία και κρίση, σ. 40 )) . Επιτυγχάνει, με τη μακρά συνήθεια και εξοικείωση (=βαθειά γνώση!...) με πράγματα και ανθρώπους, με την παράδοση αλλά και την προεπιστημονική τελειοποίηση, μια στερεότητα η τυπικότητα του ζωντανού κόσμου, που επαρκεί πλήρως στον πρακτικό μας σχεδιασμό, για να τα καταφέρουμε στην καθημερινότητά μας. Παραμένοντας εντούτοις σε όλα αυτά, πάντοτε ακόμη υποκειμενικά σχετική· και η αλήθεια της είναι περιστασιακή και συμπτωματική, όπως εκείνη που προσιδιάζει στον «έμπορο», όπως λέει κι ο Husserl, «στην αγορά» (( … Η διαφορά μεταξύ της ουσίας τού ζωντανού κόσμου και της επιστημονικής ουσίας εμφανίζεται πρακτικά παντού στην «Κρίση…». Προσφέρει όμως ιδιαιτέρως η πργρφ. 34 μια διεξοδική περιγραφή αναφορικά προς αυτό )) .
 
( συνεχίζεται )
Αμέθυστος

Κυριακή 16 Ιουνίου 2024

EDMUND HUSSERL: ΕΞΙΔΑΝΙΚΕΥΣΗ ΚΑΙ ΔΟΞΑ (=Η ΑΡΧΑΙΑ ΓΝΩΜΗ) – IDEALISIERUNG UND DOXA (1)

Antonio Aguirre
Edmund Husserl: Idealisierung und Doxa 
Edmund Husserl: ΕΞΙΔΑΝΙΚΕΥΣΗ ΚΑΙ ΔΟΞΑ (=Η ΑΡΧΑΙΑ ΓΝΩΜΗ)

                                                     

Περίληψη
 
Όπως δηλώνει και ο τίτλος της, η εργασία πραγματεύεται δύο μοτίβα που, τελικά, συνυπάρχουν. Το πρώτο έχει να κάνει με την αντιπαράθεση (από καιρό αντικείμενο φιλοσοφικής συζήτησης) μεταξύ του "Lebenswelt" (ζωντανού κόσμου) και της μαθηματικοποίησής του στα χέρια των επιστημών. Τα μαθηματικά, σύμφωνα με τον Husserl, είναι μια επιστήμη της οποίας τα περιεχόμενα -αξιώματα, νόμοι, γεωμετρικά στερεά- είναι ιδέες. Η εξιδανίκευση, όπως ασκείται από τον Husserl, συνίσταται στην υιοθέτηση και προσαρμογή της ερμηνείας του Καντ για την "ιδέα" και στον προσδιορισμό τόσο της μαθηματικής ακρίβειας όσο και του πράγματος στην ολότητά του ως "ιδέες με την καντιανή έννοια". Το δεύτερο μοτίβο εξετάζει την προσπάθεια του Husserl να ταυτίσει το Lebenswelt (τον κόσμο της ζωής) με την "απλή γνώμη" του Πλάτωνα (doxa σε αντιδιαστολή με την episteme). Ο Husserl υπερασπίζεται τη doxa (=Η ΑΡΧΑΙΑ ΓΝΩΜΗ), προσδίδοντάς της μια αξία εξίσου υψηλή ή και υψηλότερη από εκείνη της episteme (=επιστήμης). Θέλουμε να δείξουμε σε τι συνίσταται αυτή η υψηλότερη αξία της doxa. Έτσι, εισερχόμαστε στο πρόβλημα της μέτρησης, ενός φαινομένου που, ξεκινώντας ως μια εκτιμητική, προ-γεωμετρική πράξη, οδηγεί στην ακρίβεια. Σε αυτό το πλαίσιο, προτείνουμε την ακόλουθη θέση: η μέτρηση, χάρη στην εξιδανίκευση του "πράγματος" που την καθιστά δυνατή, αποτελεί το θεμέλιο της μαθηματικής ακρίβειας. Ωστόσο, τα ίδια τα πράγματα δίνονται μόνο σε διαβαθμίσεις, σε θραύσματα, σε πλευρές - με άλλα λόγια, δίνονται προοπτικά. Ως εκ τούτου, οι προτάσεις γι' αυτά μπορούν να είναι αρχικά μόνο υποκειμενικές, ιδιωτικές γνώμες (με την έννοια της δοξασίας).

Ξεκινάμε τις σκέψεις μας με μια ματιά στο κεντρικό θέμα του όψιμου έργου του Husserl “Die Krisis der europäischen Wissenschaften und die transzendentale Phänomenologie” – «Η κρίση των ευρωπαϊκών επιστημών και η μεταφυσική φαινομενολογία». Ο Husserl αφιερώνει πολλά σημεία του κεντρικού του κειμένου, καθώς και των πραγματειών και συμπληρωμάτων που περιέχονται στον ίδιον τόμο, στην αντίθεση ή αντιπαραβολή μεταξύ ενός πράγματος και των ιδιοτήτων του, όπως το χρώμα, ο ήχος κι η μυρωδιά, στη συγκεκριμένη, υποκειμενική και σχετική καθημερινότητά τους, και του αντικειμενοποιημένου απ’ την άλλη και μη σχετικοποιημένου ιδίου πράγματος ως επιστημονικού αντικειμένου. Aντί για τον ήχο ή τον θόρυβο που ακούμε ή το χρώμα που βλέπουμε, το ενδιαφέρον εδώ επικεντρώνεται στις ταλαντώσεις, τα ντεσιμπέλ και τα μήκη κύματος. Στον «κόσμο της ζωής» ή «ζωντανό κόσμο» (“Lebenswelt”) αντιπαρατίθεται ο αντικειμενικά επιστημονικός και επιζητών την ακρίβεια κόσμος. Πραγματεύεται λοιπόν εδώ ο Husserl και τις δυό αυτές υπαρξιακές και γνωστικές σφαίρες, στην ανταγωνιστική τους αντίθεση αλλά και στην ειλικρινή τους αλληλοδιείσδυση.
Η «Κρίση των ευρωπαϊκών επιστημών και η μεταφυσική φαινομενολογία» είναι μεν ένα συστηματικό έργο, οι σκέψεις και τα θέματα όμως που αποτελούν αυτό το σύστημα έχουν συχνά τη μορφή μιας ιστορικής παρουσίασης. Και λαμβάνουν, ανάλογα με τον χρόνο ή την εποχή, όπου τα παρατηρεί να γεννιούνται και να επιδρούν ο Husserl, διαφορετικά σχήματα. Το πιο σαφές παράδειγμα γι’ αυτό είναι η 9η Παράγραφος, όπου και επιχειρεί ο Husserl μια διεξοδική ανάλυση της αναφερθείσας αντιπαράθεσης μεταξύ ενός πράγματος, το οποίο θεωρούμε ή αντιλαμβανόμαστε (ενός «ζωντανού» δηλ. πράγματος…), και ενός «επιστημονικού» πράγματος. Στόχος της κριτικής του είναι ο Γαλιλαίος. Ο Husserl κατηγορεί τον Γαλιλαίο, ότι επιχείρησε να «μαθηματικοποιήση τη φύση», περικαλύπτοντας έτσι κάθε συγκεκριμένο και ορατό Δεδομένο με ένα «ιδεατό ένδυμα αντικειμενικών και επιστημονικών αληθειών». Τα ίδια τα μαθηματικά είναι κατά τον Husserl μια εξιδανίκευση, που ξεκινά όμως ιστορικά από πραγματικά σώματα και περιστατικά ή συμβάντα. Οι έννοιες, τα θεωρήματα και οι μορφές της μαθηματικής επιστήμης είναι Ιδέες. Κι αυτή η (ιδεατή…) φύση τους τούς παρέχει τη δυνατότητα, να έχουν έναν χαρακτήρα ακρίβειας. Γενικοποιώντας λοιπόν την αναφορά στον Γαλιλαίο μπορούμε να πούμε, πως εκφράζει ο Husserl στην «Κρίση…» τη θέση, ότι η εφαρμογή, με τη φυσική επιστήμη, εκείνων των ιδεατών επιστημών είναι και η αιτία της αντικειμενοποίησης των θεωρουμένων πραγμάτων μαζί με τις ιδιότητές τους, έτσι ώστε να προσεγγίζουν οι επιστημονικές περί αυτών απόψεις τη μεγαλύτερη δυνατή ακρίβεια.
Αυτό το βασικό θέμα συνδέεται στην «Κρίση…» και μ’ ένα άλλο θέμα, που θα έχη κεντρική για εμάς σημασία: ο Husserl ταυτίζει τον κόσμο της ζωής (ή: ζωντανό κόσμο…) με τη δόξα. Μεταφερόμαστε έτσι πίσω, σ’ ένα προηγούμενο επιστημονικο-φιλοσοφικό «σκηνικό», σε κεντρικές δηλ. έννοιες της φιλοσοφίας του Πλάτωνα: τη δόξα, την επιστήμη και την ιδέα, στις οποίες και παραπέμπει συχνά-πυκνά ο Husserl και τις οποίες ολοκληρώνει εν μέρει στη συλλογιστική συνάφεια της «Κρίσης…», χωρίς να τις καθιστά εντούτοις και αντικείμενο μιας ερμηνείας. Τις χρησιμοποιεί ως επί το πλείστον σε ανορθόδοξη μορφή, χωρίς να αναφέρεται ευθέως στα αμφισβητούμενα κείμενα και σημεία, με την αυτονόητη προϋπόθεση πως γνωρίζει τη διδασκαλία του Πλάτωνα, του προπάτορα κάθε εξιδανίκευσης. Ως επιστήμη (Episteme) χαρακτηρίζει ο Husserl όχι μόνον την αρχαία ελληνική επιστήμη – και σε πρώτη γραμμή τα μαθηματικά – , αλλά και την επιστήμη της σύγχρονης εποχής, και προπάντων τη φυσική. Εξαιρετικά σημαντική για τις παρατηρήσεις μας είναι και η σημασία της δόξας στην «Κρίση…». Σε πολλά σημεία αναφέρεται ο Husserl στην ταύτισή της με τον ζωντανό κόσμο, λέγοντας μάλιστα πως αντιμετωπίστηκε και με μιαν περιφρόνηση: «Ο ζωντανός κόσμος δεν είναι τίποτα άλλο παρά ο κόσμος της απλής, και παραδοσιακά τόσο περιφρονημένης δόξας». Η επιστήμη του ζωντανού κόσμου, την οποίαν και θέλει να αναπτύξη στην «Κρίση…» ο Husserl, είναι κατ’ αυτόν μια επιστήμη «της περιφρονημένης δόξας…». Κι όταν μιλά για την «υποκειμενικο-σχετική απλώς θεώρηση της προ-επιστημονικής ζωής», προσθέτει πως αυτό το «απλώς» δεν είναι παρά «η παλιά κληρονομιά του περιφρονητικού χρωματισμού της δόξας». «Η φιλοσοφία ήθελε να είναι, στην αρχαία της καταγωγή, επιστήμη, … όχι αόριστη και σχετική γνώση της καθημερινότητας – δόξα - , αλλά ορθολογική γνώση: επιστήμη» (( … Ο Husserl γράφει σχεδόν πάντοτε αυτές τις δυό έννοιες στα ελληνικά. Η δόξα μεταφράζεται συνήθως ως γνώμη (Meinung – όπου mein σημαίνει ‘δικό μου’! – σημ. τ. μετ.) στα γερμανικά. Ο Husserl χρησιμοποιεί όμως συχνά τη λέξη ‘Meinung’, ‘Meinen’ με τη σημασία τού «κατευθυνόμενου προς κάποιον σκοπό». Και μ’ αυτήν τη σημασία «νομίζει» και μια επιστημονική πρόταση κάτι. Γι’ αυτό και διατηρεί ίσως ο Husserl την ελληνική γραφή… )) . Όπως μάς δείχνουν λοιπόν αυτά τα αποσπάσματα, περιέρχεται και η δόξα σε μιαν αντιπαράθεση προς τη μαθηματική ακρίβεια – και μάλιστα ως θύμα της.
Σ’ αυτόν τον ανταγωνισμό μεταξύ δόξας και επιστήμης επιθυμούσε να δείξη ο Husserl, ότι δεν υπάρχει κανένας λόγος να περιφρονηθή η δόξα και να προτιμηθή ταυτόχρονα η επιστήμη. Επιθυμούσε να αποκαταστήση μάλλον τη δόξα, και μάλιστα να τη «δικαιώση», όπως γράφει στο «Εμπειρία και κρίση» (( Πρβλ. E. Husserl, Erfahrung und Urteil. Untersuchungen zur Genealogie der Logik. Hamburg 1971, σ. 44 )). Γι’ αυτό και αφοσιώνεται σ’ αυτό το έργο, όπως και προπάντων στην «Κρίση…», σε διεξοδικές αναλύσεις, που θέλουν να δείξουν ότι κάθε μορφή επιστήμης προϋποθέτει ένα προ-υποκειμενικό εμπειρικό στρώμα ή εμπειρική μορφή, η οποία και πρέπει να εκτιμηθή, ως το γνωσιο-κριτικό αλλά και οντολογικό θεμέλιο της επιστήμης, υψηλότερα κι απ’ αυτήν. Απ’ την άποψη όμως αυτής της εκτίμησης, αναποδογυρίζει εδώ το πλατωνικό πρότυπο. Θα πρέπη όμως να παρατηρήσουμε, ότι ο Husserl αντιπαραθέτει σ’ όλες αυτές τις αναλύσεις τον κόσμο της ζωής ή τον ζωντανό κόσμο με την επιστήμη, κι όχι την ίδιαν τη δόξα και την επιστήμη, όπως τις ορίζει, προπάντων στην Πολιτεία, ο Πλάτων.
Αυτό το σύμπλεγμα της ταυτίσεως ζωντανού κόσμου και δόξας, αλλά και η επιδιωκόμενη απ’ τον Husserl δικαίωση, κυρίως, της δόξας, θα είναι και το κεντρικό θέμα των παρατηρήσεών μας. Ξεκινούμε λοιπόν με μια σκέψη για τον ρόλο, που παίζει η εξιδανίκευση σ΄αυτό το σύμπλεγμα. Τη συναντήσαμε ήδη αυτήν τη σκέψη μιλώντας για τη μαθηματικοποίηση των θεωρουμένων πραγμάτων, και λέγοντας πως είναι τα αξιώματα, τα θεωρήματα και τα γεωμετρικά αντικείμενα των μαθηματικών Ιδέες. Η μαθηματικοποίηση υπερβαίνει (; - überrolt) τον ζωντανό κόσμο και άρα και τη δόξα (=η αρχαία γνώμη…). Κι αυτός είναι κι ο λόγος, που θέλουμε να ασχοληθούμε εγγύτερα, για να αποσαφηνίσουμε εκείνην τη δικαίωση, με τον βασικό χαρακτήρα της εξιδανίκευσης. Πρέπει όμως, για να το καταφέρουμε αυτό, να κατανοήσουμε κάποιες απόψεις της φιλοσοφίας του Καντ.
Ο Καντ χαρακτηρίζει λοιπόν, στο δεύτερο μέρος της «Κριτικής του καθαρού λόγου» και στο κεφάλαιο περί «Μεταφυσικής διαλεκτικής», τις έννοιες του καθαρού λόγου, με τις οποίες και θα εργασθή σ’ αυτήν τη Διαλεκτική (Dialektik), ως «Ιδέες», και επαναφέρει τη σημασία τους στη χρήση που είχαν αυτές και στον Πλάτωνα. Η έννοια ωστόσο της Ιδέας στην «Κριτική…» δεν είναι πια η πλατωνική (( !!! )) . Ο Καντ την έχει, σ’ ένα ουσιαστικό σημείο, αλλάξει. Ο Husserl χαρακτηρίζει λοιπόν, στις «Ιδέες Ι», τα μαθηματικά αντικείμενα ως Ιδέες «με την καντιανήν έννοια». Συναντάμε όμως και στην αρχή του Εμπειρικού Οδηγού, στο πράγμα και τις ιδιότητές του, το ίδιο: είναι και ένα πράγμα, εννοημένο στην ολότητα των οριζοντίων εμφανίσεών του, στην επαρκή του δηλ. και πλήρη πραγματικότητα, μια «Ιδέα με την καντιανήν έννοια». Κι αυτό μας φέρνει μπροστά σε μια δεύτερη μορφή της εξιδανίκευσης, που δεν προέρχεται απ’ την αρχικώς περιγραφείσα αντιπαραβολή (ζωντανού δηλ. κόσμου και επιστήμης…), και που αφορά στο σύνολο της Φαινομενολογίας. Το πώς συσχετίζεται συστηματικά αυτή εδώ τώρα η εξιδανίκευση των πραγμάτων με εκείνην, που οδηγεί στη μαθηματική ακρίβεια, θα αποτελέση αργότερα, όταν θα αναζητήσουμε την αιτία καθώς και την έννοια που δικαιώνεται η δόξα, ένα αποφασιστικό αντικείμενο των σκέψεών μας. Ας μείνουμε κατ’ αρχάς στον ζωντανό κόσμο και τη δόξα ως τον αντίθετο πόλο της εξιδανίκευσης της ακρίβειας, κι ας εξετάσουμε μερικά απ’ τα ουσιαστικά χαρακτηριστικά τους. Και ξεκινάμε με τον ζωντανό κόσμο (ή: τον κόσμο της ζωής – Lebenswelt).

Συνεχίζεται 

Σάββατο 18 Νοεμβρίου 2023

H σημασία και η λειτουργία της γνώμης στην ανθρώπινη ύπαρξη


π. Αθανάσιος Παραβάντσος: H σημασία και η λειτουργία της γνώμης στην ανθρώπινη ύπαρξη Στο πρώτο μέρος περιγράφουμε το πώς λειτουργεί η γνώμη μέσα στην ανθρώπινη ύπαρξη και γιατί είναι κορυφαίας σημασίας. Στο δεύτερο μέρος διαπιστώνουμε το πώς η γνώμη, όταν δεν συνδυάζεται με μετριοπάθεια και χριστιανική αγάπη, προκαλεί διαρκώς αυξανόμενη κοινωνική πόλωση και συγκρούσεις. 00:00 - Eισαγωγή 02:40 - H σημασίας της γνώμης 14:13 - Λειτουργία της γνώμης


Ο Παρμενίδης εκθέτει τη φιλοσοφία του σε έμμετρο λόγο (δακτυλικό εξάμετρο), επιθυμώντας πιθανώς να την παρουσιάσει ως αποτέλεσμα θείας αποκάλυψης. Στο προίμιο του ποιήματoς περιγράφεται το ταξίδι του ποιητή πάνω σε άρμα, καθοδηγούμενο από κόρες του ΄Ηλιου σε μια ανώνυμη θεά. Ακολουθεί η Αλήθεια, στην οποία μιλά η θεά επιχειρώντας μια προσέγγιση της καρδιάς της αλήθειας.

«αλλά ωστόσο θα μάθεις και τούτο, πως τα δοκούντα θα έπρεπε να είναι απολύτως δεκτά, όλα δεκτά στο σύνολό τους ως όντα».

Παρουσιάζοντας τα φαινόμενα ως όντα, εισάγεται στο ποίημα το είναι και γεννιέται εκείνος ο κλάδος της φιλοσοφίας που ονομάζεται Οντολογία, δηλαδή λόγος περί του όντος, περί του είναι. Σε αντίθεση με τους Ίωνες ο Παρμενίδης δεν ρωτά για το τι των όντων, αλλά στρέφει την προσοχή μας στο είναι. Σε ένα άλλο απόσπασμα αντιδιαστέλλει το είναι, την ύπαρξη των όντων με το μηδέν και το απορρίπτει, μη αποδεχόμενος τη σύλληψη του απόλυτου μηδενός ως αντίθετου στο είναι. Η οδός του «είναι» είναι η μόνη αληθινή και ότι μόνον το είναι μπορεί να αποτελέσει αυθεντικό αντικείμενο της νόησης. Η νόηση εδώ δεν εξαρτάται βέβαια από τις αισθήσεις, αλλά διεισδύει στη βαθύτερη ουσία των πραγμάτων.

Στο δεύτερο τμήμα του ποιητικού του έργου, η θεά επικρίνει τους ανθρώπους που διχοτομούν τον κόσμο επηρεασμένοι από τις αισθήσεις τους, κατατάσσοντας τα όντα στις δύο αλληλοαποκλειόμενες και αντίθετες μορφές του φωτός και της νύχτας. Βικιπαίδεια

  Η ΕΠΙΘΥΜΙΑ ΑΠΟ ΤΟΝ ΠΛΑΤΩΝΑ ΣΤΟΝ ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟ

Τού John M. Rist.


Image result for john m ristΗ επιθυμία είναι ένας όρος γενικός. Φυσιολογικά η σημασία της είναι ξεκάθαρη: αναφέρεται σε μία επιδίωξη, περισσότερο ή λιγότερο έντονη, η οποία στοχεύει στην απόκτηση αυτού που δέν κατέχεται. Απο την στιγμή που πολλές επιθυμίες έχουν την ροπή να γίνουν υπερβολικές πολύ γρήγορα, ο όρος προσλαμβάνει πολύ γρήγορα μία μειωτική σημασία και προσλαμβάνει πολύ συχνά την σημασία τού πόθου, όπως στην περίπτωση τού πόθου τής εξουσίας, τού χρήματος ή τού πόθου τής σεξουαλικής απολαύσεως τού σώματος κάποιου. Αυτό που όλες αυτές οι χρήσεις τού όρου "επιθυμία" φαίνονται να έχουν κοινό είναι το γεγονός ότι προϋποτίθεται, σωστά ή λανθασμένα, ότι η πραγματοποίηση κάθε ιδιαίτερης επιθυμίας, θα προσφέρει ευχαρίστηση, ενώ η καταπίεσή της θα προκαλέσει έναν κάποιο βαθμό πόνου!........

EDMUND HUSSERL: ΕΞΙΔΑΝΙΚΕΥΣΗ ΚΑΙ ΔΟΞΑ (=Η ΑΡΧΑΙΑ ΓΝΩΜΗ) – IDEALISIERUNG UND DOXA

«Η κρίση των ευρωπαϊκών επιστημών και η μεταφυσική φαινομενολογία».

ο Husserl ταυτίζει τον κόσμο της ζωής (ή: ζωντανό κόσμο…) με τη δόξα. Μεταφερόμαστε έτσι πίσω, σ’ ένα προηγούμενο επιστημονικο-φιλοσοφικό «σκηνικό», σε κεντρικές δηλ. έννοιες της φιλοσοφίας του Πλάτωνα: τη δόξα, την επιστήμη και την ιδέα, στις οποίες και παραπέμπει συχνά-πυκνά ο Husserl και τις οποίες ολοκληρώνει εν μέρει στη συλλογιστική συνάφεια της «Κρίσης…», χωρίς να τις καθιστά εντούτοις και αντικείμενο μιας ερμηνείας. Τις χρησιμοποιεί ως επί το πλείστον σε ανορθόδοξη μορφή, χωρίς να αναφέρεται ευθέως στα αμφισβητούμενα κείμενα και σημεία, με την αυτονόητη προϋπόθεση πως γνωρίζει τη διδασκαλία του Πλάτωνα, του προπάτορα κάθε εξιδανίκευσης. Ως επιστήμη (Episteme) χαρακτηρίζει ο Husserl όχι μόνον την αρχαία ελληνική επιστήμη – και σε πρώτη γραμμή τα μαθηματικά -, αλλά και την επιστήμη της σύγχρονης εποχής, και προπάντων τη φυσική. Εξαιρετικά σημαντική για τις παρατηρήσεις μας είναι και η σημασία της δόξας στην «Κρίση…». Σε πολλά σημεία αναφέρεται ο Husserl στην ταύτισή της με τον ζωντανό κόσμο, λέγοντας μάλιστα πως αντιμετωπίστηκε και με μιαν περιφρόνηση: «Ο ζωντανός κόσμος δεν είναι τίποτα άλλο παρά ο κόσμος της απλής, και παραδοσιακά τόσο περιφρονημένης δόξας». Η επιστήμη του ζωντανού κόσμου, την οποίαν και θέλει να αναπτύξη στην «Κρίση…» ο Husserl, είναι κατ’ αυτόν μια επιστήμη «της περιφρονημένης δόξας…». Κι όταν μιλά για την «υποκειμενικο-σχετική απλώς θεώρηση της προ-επιστημονικής ζωής», προσθέτει πως αυτό το «απλώς» δεν είναι παρά «η παλιά κληρονομιά του περιφρονητικού χρωματισμού της δόξας». «Η φιλοσοφία ήθελε να είναι, στην αρχαία της καταγωγή, επιστήμη, … όχι αόριστη και σχετική γνώση της καθημερινότητας – δόξα - , αλλά ορθολογική γνώση: επιστήμη» (( … Ο Husserl γράφει σχεδόν πάντοτε αυτές τις δυό έννοιες στα ελληνικά. Η δόξα μεταφράζεται συνήθως ως γνώμη (Meinung – όπου mein σημαίνει ‘δικό μου’! – σημ. τ. μετ.) στα γερμανικά. Ο Husserl χρησιμοποιεί όμως συχνά τη λέξη ‘Meinung’, ‘Meinen’ με τη σημασία τού «κατευθυνόμενου προς κάποιον σκοπό». Και μ’ αυτήν τη σημασία «νομίζει» και μια επιστημονική πρόταση κάτι. Γι’ αυτό και διατηρεί ίσως ο Husserl την ελληνική γραφή… )) . Όπως μάς δείχνουν λοιπόν αυτά τα αποσπάσματα, περιέρχεται και η δόξα σε μιαν αντιπαράθεση προς τη μαθηματική ακρίβεια – και μάλιστα ως θύμα της.

Σ’ αυτόν τον ανταγωνισμό μεταξύ δόξας και επιστήμης επιθυμούσε να δείξη ο Husserl, ότι δεν υπάρχει κανένας λόγος να περιφρονηθή η δόξα και να προτιμηθή ταυτόχρονα η επιστήμη. Επιθυμούσε να αποκαταστήση μάλλον τη δόξα, και μάλιστα να τη «δικαιώση», όπως γράφει στο «Εμπειρία και κρίση» (( Πρβλ. E. Husserl, Erfahrung und Urteil. Untersuchungen zur Genealogie der Logik. Hamburg 1971, σ. 44 )). Γι’ αυτό και αφοσιώνεται σ’ αυτό το έργο, όπως και προπάντων στην «Κρίση…», σε διεξοδικές αναλύσεις, που θέλουν να δείξουν ότι κάθε μορφή επιστήμης προϋποθέτει ένα προ-υποκειμενικό εμπειρικό στρώμα ή εμπειρική μορφή, η οποία και πρέπει να εκτιμηθή, ως το γνωσιο-κριτικό αλλά και οντολογικό θεμέλιο της επιστήμης, υψηλότερα κι απ’ αυτήν.

Δευτέρα 17 Ιανουαρίου 2022

EDMUND HUSSERL: ΕΞΙΔΑΝΙΚΕΥΣΗ ΚΑΙ ΔΟΞΑ (=Η ΑΡΧΑΙΑ ΓΝΩΜΗ) – IDEALISIERUNG UND DOXA (7)

Συνέχεια από:  Κυριακή 16 Ιανουαρίου 2022

 Antonio Aguirre

ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ
          ΙΙΙ.2

Προσθήκη: Husserl και Winkelmann

Σ’ αυτές τις μορφές εξιδανίκευσης θα μπορούσε να προστεθή και μια τρίτη, που παρουσιάζει κάτι το κοινό με την εξιδανίκευση των πραγμάτων. Πρόκειται για την «ιδανικότητα» των αντικειμένων τού πολιτισμού, για τα οποία και μιλά ο Husserl στην πργρφ. 65 τού «Εμπειρία και κρίση». Πριν αναφερθούμε ωστόσο σε κάποιους απ’ τους βασικούς της παράγοντες, ας ρίξουμε μια φιλοσοφικο-ιστορική ματιά σε κάτι, το οποίο και μπορεί να ισχύη ως υπόβαθρο αυτής τής ιδανικότητας. Σ’ ένα σεμινάριο στο Μάρμπουργκ για τη γένεση της διδασκαλίας των Ιδεών του Καντ, διαπραγματεύτηκε, σύμφωνα και με τις σημειώσεις μου, ο Klaus Reich  ((  Πρβλ. και KReichDie Tugend in der IdeeZur Genese von Kants Ideenlehre –Η αρετή στην ιδέα. Για τη γένεση της διδασκαλίας των Ιδεών του Καντ. Στο: Gesammelte SchriftenHamburg 2001  ))  τη σημασία του Winkelmann για κείνην την καταγωγή. Ο Καντ γνώρισε τον Winkelmann διαβάζοντας κάποια γραπτά του Herder. Στο βιβλίο του «Σκέψεις για τη μίμηση των ελληνικών έργων στην ζωγραφική και γλυπτική τέχνη» του 1755  ((  Επανέκδοση: Stuttgart 1969  )) ,  ο Winkelmann παρουσιάζει μιαν ερμηνεία της ελληνικής τέχνης, κυρίως της πλαστικής (της αγαλματοποιίας…), που περιστρέφεται γύρω απ’ το κεντρικό θέμα τού ιδεώδους στην παραγωγή των έργων εκείνων των καλλιτεχνών. «Ανυψώθηκαν» στα δημιουργήματά τους «πάνω απ’ την ίδιαν τη φύση (…) το αρχέτυπό τους ήταν μια σχεδιασμένη απλώς στον νου (ή στη λογική… - Verstand)  πνευματική φύση», λέει ο W.· εργάστηκαν «σύμφωνα με ιδεώδεις έννοιες», και μπορούμε να βρούμε «ορισμένες ιδεώδεις ωραιότητες» στα κορυφαία τους έργα, «που έχουν γίνει, όπως μας δίδαξε ένας αρχαίος ερμηνευτής του Πλάτωνα, από σχεδιασμένες απλώς στη λογική εικόνες».
         Στην πργρφ. 65 του «Εμπειρία και κρίση» στοχάζεται κι ο Husserl για την ιδανικότητα των έργων τέχνης. Και βρίσκει μια διαφορά εκεί, μεταξύ πραγματικών και μη-πραγματικών ή ιδεωδών αντικειμένων. Διαφοροποιώντας τα ιδεώδη αντικείμενα περαιτέρω, σε «ελεύθερες»  και «δεσμευμένες» ιδανικότητες. Όπου και αφορούν οι «ελεύθερες» την περιοχή των «λογικο-μαθηματικών δημιουργημάτων και των καθαρών ουσιαστικών δομών».  Όσον αφορά τώρα στα πραγματικά αντικείμενα,  τα φυσικά πράγματα  αποτελούν μιαν «ειδική» και μόνον «περίπτωσή» τους. Γιατί είναι και «τα αντικείμενα της τέχνης» πραγματικά, όπως π.χ. ο Φάουστ του Γκαίτε ή η Μαντόνα του Ραφαήλ. Και είναι κι αυτά πραγματικότητες, εφόσον δεσμεύονται είτε σ’ ένα βιβλίο είτε σε μιαν εικόνα, και μπορούν γι’ αυτό, και παρ’ όλη την ατομική τους ιδανικότητα, να «επαναληφθούν κατ’ αρχήν» και να αναπαραχθούν, όπως και τα μαρμάρινα ή μπρούτζινα αγάλματα της αρχαιότητας. Η ιδανική ωραιότητα της ελληνικής πλαστικής στον Winkelmann πρέπει να υπήρξε ένας απ’ τους λόγους, για το ότι προσδιόρισε καθαρές από κάθε εμπειρία ο Καντ τις Ιδέες, και γι’ αυτό εμπειρικά ανέφικτες. Επισημάναμε, πόσο μεγάλη σημασία έχει η Ιδέα «με την καντιανήν έννοια» στον Husserl.  Μπορούμε να πούμε τώρα πως έχει η Ιδέα στον Καντ, εν μέρει τουλάχιστον, «την έννοια του Winkelmmann». Μια εξαιρετικά προσοδοφόρα στα μάτια μου συζήτηση, για τη σχέση μεταξύ του Ιδεώδους στον Winkelmann και της ιδανικότητας, αλλά και της εξιδανίκευσης στον Husserl, λόγω προπαντός τού σχεδόν μυστικού χαρακτήρα εκείνου του Ιδεώδους και της νηφαλιότητας απ’ την άλλη, με την οποίαν και αντιλαμβάνεται το Ιδεώδες ο Husserl, ξεφεύγει πάντως απ’ τα θεματικά πλαίσια αυτής εδώ της εργασίας.
IV.
Ας παρατηρήσουμε τώρα το συμπέρασμά μας του μέρους ΙΙΙ, στο φως της θεωρίας της αντίληψης στον Husserl . H δόξα είναι ο κόσμος εκείνων, που αρέσκονται πολύ, κατά την πλατωνικήν Πολιτεία, σε τραγούδια, χρώματα, ωραιότητα κάθε είδους, στα δεδομένα δηλ. με την αντίληψη ποικίλα αισθητά. Και που είναι γι’ αυτό ανίκανοι να δουν το εκάστοτε Ένα μέσα σ’ αυτά. Οι φαινομενολογικές αναλύσεις του Husserl, και ιδιαιτέρως στην «Κρίση…», φτάνουν εντούτοις σ’ ένα άλλο συμπέρασμα απ’ ό,τι ο μεγάλος αυτός φιλόσοφος της αρχαιότητας. Διαβάζουμε και στην Προσθήκη ΙΙ: «Οι Ιδέες προέρχονται από μιαν ιδιαίτερη εργασία του πνεύματος: την εξιδανίκευση». Και λέγεται στη συνέχεια του κειμένου, πως η εξιδανίκευση παίρνει «το υλικό της απ’ τα ‘φαινόμενα πράγματα’». Η θέα του Ενός, της Ιδέας, και άρα η δυνατότητα της επιστήμης, είτε εννοούμε την Ιδέα ως ουσία με την «πλατωνικήν», είτε ως ολότητα με την «καντιανήν έννοια», προϋποθέτει όλα εκείνα τα οποία και αποδίδει στους ‘Πολλούς’ ο Πλάτων: χρώματα, ήχους, αφές, την ομορφιά δηλ. στην εκάστοτε μοναδικότητά της – τον ποικίλως αισθητόν κόσμο της αντίληψης, περιλαμβανόμενον σε κρίσεις, που δεν είναι παρά «απλές γνώμες». Πρέπει να συλλογιστούμε ωστόσο τα εξής γι’ αυτήν την έκφραση: Η απελευθέρωση του αλυσοδεμένου ανθρώπου του Πλάτωνα είναι ένας δρόμος πέρα απ’ τις σκιές, προς τα αληθινά και πραγματικά ‘πράγματα’, και τελικά προς τις Ιδέες. Στην Προσθήκη IV της «Πρώτης φιλοσοφίας Ι» που αναφέραμε εμείς, γράφει ο Husserl: «Η πραγματική επιστήμη είναι λοιπόν μόνον η επιστήμη των Ίδεών’. Τί συμβαίνει όμως τότε μ’ αυτές εδώ τις αισθήσεις και με τον παρερχόμενο κόσμο των σκιών;». Αναφέραμε ήδη, στα βασικά της χαρακτηριστικά, την απάντηση του Husserl, συζητώντας την εξιδανίκευση των πραγμάτων (στο τέλος του κεφαλαίου ΙΙ. 1). Θα προσθέσουμε τώρα κάτι ακόμη και θα βγάλουμε και τα τελευταία μας συμπεράσματα. Οι σκιές προϋποθέτουν (λοιπόν…) τα πράγματα, τα οποία και τις «ρίχνουν», και που ανάμεσά τους ζουν, τότε όπως και τώρα, οι άνθρωποι, ‘επιτελώντας τη γενική τους θέση μιας φυσικής διάθεσης’  (( !!! )) . Ο φαινομενολογικός και κύριος σκοπός του Husserl είναι, όπως και στον Πλάτωνα, μια απελευθέρωση: η απελευθέρωση του ανθρώπου απ’ αυτήν τη ‘διάθεση’. Γι’ αυτόν τον σκοπό εγκαταλείπει τα πράγματα και επιστρέφει σ’ αυτό, που είναι και η αιτία για τη γένεση και τη σύστασή τους: απ’ τις σκιές δηλ. στις σκιαγραφήσεις (Abschattungen) ως τη μορφή με την οποίαν και ‘δίδονται’ τα πράγματα σ’ αυτόν ο οποίος και τα βιώνει – μέσα από θραύσματα και πλευρές, και γι’ αυτό ουσιωδώς προσανατολισμένα και σε προοπτική. Η αντίληψη ή η συναίσθηση «έφτιαξε» απ’ αυτά τα θραύσματα και τις πλευρές πράγματα, που δεν είναι όμως πια, ανάλογα και με την αίσθηση ή την «εποχή», τα «αληθινά» και «τελειωμένα» πράγματα της φυσικής ‘διάθεσης’. Η αντίληψη, ως πνευματική επικάλυψη, προσδίδει στις σκιαγραφήσεις και τις αισθήσεις ένα αναφερόμενο στα πράγματα νόημα, χωρίς όμως και να τις απαλείφη. Γιατί αυτές οι σκιαγραφήσεις εξακολουθούν να ζουν στην αντίληψη – ένας θόρυβος, όπως ο άνεμος στους τοίχους του σπιτιού-, και γι’ αυτό είναι και το πράγμα πάντοτε χρονικά και τοπικά προσανατολισμένο, και σε προοπτική. Και η δήλωσή τους με τη γλώσσα δεν μπορεί παρά να είναι μια άποψη, μια γνώμη. Η απλή, ιδιωτική, υποκειμενική γνώμη, αυτό που είναι και η δόξα, ως αρχέγονος τρόπος συναναστροφής με τα πράγματα, στον Πλάτωνα, είναι και ο νόμιμος, αρχέγονος τρόπος τής γλωσσικής μας έκφρασης. Ο φιλόσοφος του Πλάτωνα, και με τη σημερινή γλώσσα ο επιστήμων, αλλά και ο φιλόσοφος, ως ειδήμων και εκπρόσωπος της επιστήμης , αναφέρεται αποκλειστικά στο Ένα, όσον αφορά στις υψηλότερες βαθμίδες της γνώσης. Παραμένει όμως παρ’ όλ’ αυτά συνδεδεμένος και με τον φιλόδοξο, που μπορεί να είναι, ή και να πρέπη ίσως μάλιστα να είναι και ο ίδιος.
Επίλογος
Ας ξεχωρίσουμε τελικά άλλη μια φορά τις εξιδανικεύσεις. Ξεκινούν και οι δυό απ’ το ότι επαναλαμβάνεται συνεχώς η τελειοποίηση. Η επανάληψη όμως της μετρήσεως τελειώνει σε μορφές, των οποίων το γεωμετρικό ιδεώδες δεν έχει τίποτα πια να κάνη με την εκ του κόσμου καταγωγή του. Πρόκειται για «αποκοσμικοποιημένα» παράγωγα της λογικής, αντίστοιχα μιας καθαρής σκέψης. Πρόκειται για το βασίλειο της ακρίβειας, αλλά αυτό το βασίλειο δεν είναι εκ του κόσμου αυτού. Κι όταν τη χρησιμοποιούμε σε πραγματικά αντικείμενα, τα ποσοτικοποιούμε μεν μόνον κατά προσέγγιση, μετατρέπονται όμως τα πράγματα σε τύπους ή κανόνες. Η εξιδανίκευση του πράγματος αρχίζει κι αυτή στον πραγματικόν κόσμο, δεν μπορεί όμως και να αποχωριστή απ’ αυτήν την αρχή της. Ακόμα και εξιδανικευμένο, παραμένει αυτό το πράγμα στη δόξα. Γιατί η αρχή του ήταν μια εμφάνιση ή ένα φαινόμενο, και θα είναι πάντοτε ένα φαινόμενο, που προσαρτά στον εαυτό του όλες τις άλλες, οριζοντίως δεδομένες και άπειρες εμφανίσεις αυτού του πράγματος. Απ’ αυτήν τη «σχισμή» ή «χαραμάδα» εισέρχομαι στον κόσμο – και έχω ήδη πάντοτε εισέλθει. Και ζώντας στο μέσον αυτού του εξιδανικευμένου ως το άπειρο ζωντανού κόσμου, περιβάλλομαι από χρώματα, ήχους, μυρωδιές, από φυτά, ζώα και ανθρώπους. Σ’ αυτήν ακριβώς την παρουσία τους, στο ότι «υπάρχουν» προφανώς «τα ίδια» εδώ μπροστά μου, περικαλυμμένα με τη γήινη ενδυμασία τους, μακριά και πριν πάντοτε από κάθε μαθηματική εξιδανίκευση, βρίσκεται και η αλήθεια τους – η μεταφυσική αλήθεια της δόξας, της φράσης ακριβώς του Πρωταγόρα  (( Σημ. τ. μετ.: ‘Ότι «μέτρο όλων των πραγμάτων είναι ο άνθρωπος»!... Ο σύγχρονος άνθρωπος προσπαθεί να είναι τουλάχιστον ρεαλιστής, καθώς φαίνεται πως έκλεισε γι’ αυτόν ο «πνευματικός κόσμος»… )) .   
                            Τ  Ε  Λ  Ο  Σ