Πέμπτη, 30 Ιουλίου 2009

Οικουμενική κοινή λατρεία του θεού

του Κώστα Μπέη (νυν ιερέα)

Κυκλοφορεί ευρέως αυτό το μακάβριο και αποκαλυπτικό κείμενο το οποίο μας φανερώνει πώς και γιατί η “ορθοδοξία” κατέληξε στα νύχια του πάπα! Και όχι μόνο. Ας το προαναγγείλουμε. Επειδή η πίστη μας κατέληξε Λατρεία, θρησκεία, επειδή ο θεός της Λατρείας δεν είναι ο Θεός της Εκκλησίας, επειδή ο κλήρος ευνόησε την μετατόπιση από τον αληθινό Θεό, στο είδωλό του. Αυτός ο ευγενικός και ήσυχος άνθρωπος, τώρα πια “ιερεύς” με την ευθύνη του επισκόπου Πρεβέζης, παρέστει σε οικουμενική λειτουργία και κοινώνησε από τον καθολικό ιερέα. Μερικά αποσπάσματα από την περιγραφή της οικουμενικής λειτουργίας είναι αποκαλυπτικά.

«Έτσι δεν ήταν ν' απορεί κανείς, πώς όλοι εμείς, δίχως σύνορα και δίχως μισαλλόδοξες προκαταλήψεις, στεκόμασταν μπροστά το άγαλμα της Κάννον και καθένας είχε βρει μέσα στον ιερό χώρο γέφυρα επικοινωνίας με το δικό του θεό». ΑΠΙΣΤΕΥΤΟ.

«Και όταν ήλθε η ώρα της θείας κοινωνίας, εμβάπτιζε την όστια στο δισκοπότηρο με τον οίνο, έτσι ώστε κατά το λόγο του μεγάλου Αθηναγόρα μπορούμε όλοι να κοινωνούμε από το ίδιο δισκοπότηρο. Και κοινωνήσαμε. Δίχως σύνορα και δίχως μισαλλόδοξες προκαταλήψεις».

Όπως βλέπουμε η έκφραση μισαλλόδοξες προκαταλήψεις επαναλαμβάνεται συνεχώς. Εννοεί τους χριστιανούς που αρνούνται να συμμετάσχουν σε οικουμενιστική λειτουργία και να πιουν το τσάϊ τους με ευλάβεια. Η κατάκριση είναι η πρώτη Αρετή του Οικουμενισμού.

Και τί κοινώνησε ο κύριος; Ήπιε κρασάκι; Η Ελλάδα έχει ακόμη ταβερνάκια με υπέροχο κρασί και μεζέδες ασυγκρίτως πιο νόστιμους της όστιας.

Η συνέχεια έχει χάπι εντ. Ο Πρεβέζης τον επιβραβεύει και τον χειροτονεί. Στην χειροτονία του παρέστει και ο “πνευματικός” του Αρχιμανδρίτης Σάββας Δαμασκηνός. Τί τον δίδαξε θα θέλαμε να ξέραμε;

Και γιατί έγινε ιερεύς; «Με απλά λόγια, δεν ψάχνω για τίποτε άλλο, παρά μόνο για την ιερή κλίμακα που ανεβάζει τους εκ γης προς ουρανόν». Τα λόγια αυτά είναι το νέο πιστεύω, είναι «η ουσία της ελπίδος, που ως σπίθα ξεπετιέται από τις στάχτες της μακράν του Θεού ζωής και ανάβει τον πόθο της επιστροφής στον Παράδεισο. Πόθος που πυρπολεί την καρδιά με το θείο έρωτα του ουρανού. Πόθος που μεταλλάσσει (αλχημιστικά) τη ψυχή και το πνεύμα με γεύσεις θείων δωρεών που προσδίδει η χάρις του Θεού». Η Ενσάρκωση του Κυρίου, η Θεία Οικονομία, ανύπαρκτα και αδιάφορα. Το μόνο που του χρειάζεται είναι οι θείες δωρεές που θα κάνουν την ευγενική του ψυχή ευγενέστερη. Το περίεργο είναι πως όλοι οι οικουμενιστές αρνούνται μεν τον Κύριο, αλλά δεν λένε όμως όχι για λίγο Άγιο Πνεύμα.

Και ο επίσκοπος: «Ευχόμαστε στον πατέρα Κωνσταντίνο Μπέη, να χαρεί την αληθινή Λατρεία που πόθησε και να έχει στην εργασία του καρποφορία πολλή». Δεν πρόφτασε να χειροτονηθεί, έγινε πατέρας ο άνθρωπος.

Όταν τα Οράματα γίνονται πραγματικότης. Τί ευτυχία!

Αυτή η καταστροφή της Εκκλησίας ακολουθεί έναν ήδη γνωστό ιστορικά δρόμο!

Ο ρωσικός λαός λόγω της μεγαλειώδους ορθοδόξου λατρείας έγινε ορθόδοξος. Παρέμεινε όμως ορθόδοξος επειδή οι “μισαλλόδοξοι Βυζαντινοί” με άπειρα βάσανα, με κακοποιήσεις, καταδίκες σε μπουντρούμια, με διώξεις, κατόρθωσαν να μεταδώσουν στους Ρώσους Χριστιανούς και το περιεχόμενο αυτής της λατρείας, την ένωση με τον Κύριο, την απόκτηση του Αγίου Πνεύματος σαν σκοπό της χριστιανικής ζωής.

Σήμερα χάθηκε αυτό το περιεχόμενο και από τους Ρώσους και από τους Έλληνες και γι' αυτό το λόγο γράφονται αυτές οι ανούσιες θεολογίες περί ευχαριστιακής οντολογίας, περί συνάξεως αγάπης κ.τ.λ. Γι' αυτό αρχίσαμε ήδη να κλαίμε για την απώλεια του Αγίου Όρους. Διότι το Άγιον Όρος κρατούσε το περιεχόμενο της λατρείας μας. Και δεν το κρατά πια. Το 'χασε γιατί αδιαφόρησε. Και την πληρώνουμε όλοι μας με τον ανόητο οικουμενισμό.

Αμέθυστος

Τετάρτη, 29 Ιουλίου 2009

ΠΕΡΙ ΕΙΚΟΝΟΛΑΤΡΕΙΑΣ

Ο πόλεμος έχει ανάψει πλέον για τα καλά. Οι οικουμενιστές με τακτικό στρατό και βαρύ οπλισμό φαίνεται να κερδίζουν τον πόλεμο. Οι αντίπαλοί τους είναι άτακτοι, ψιλοαντάρτες, τους χωρίζουν διαφωνίες και δεν μπορούν να συνεννοηθούν με τον κλήρο διότι και ο κλήρος όπως έδειξε και ο “Ορθόδοξος Τύπος” επιθυμεί να μείνουν όλα ως έχουν.

Ο εξοπλισμός είναι βαρύς: «Οφείλομεν να κατεδαφίσωμεν τα τείχη μεταξύ ανθρώπων, πολιτισμών και θρησκειών και να μάθωμεν να αναζητώμεν την εικόνα του Θεού εν τω προσώπω του “άλλου”».

Δεν γνωρίζουμε τί τύχη μπορεί να 'χει ο παραπάνω αφορισμός, σ' έναν πολιτισμό που γαλουχείται με την διακήρυξη των δικαιωμάτων του ανθρώπου και τον θάνατο του Θεού. Φοβούμεθα πως και η αναγνώριση της εικόνος του Θεού σε κάποιον μπορεί να είναι μοιραία γι' αυτόν!

«Κάμνομεν το χρέος της αγάπης, διαλεγόμενοι τιμίως και υπευθύνως με τους εκτός των κόλπων της Ορθοδόξου Εκκλησίας, και αφήνομεν το Πνεύμα το Άγιον να ενεργήση περαιτέρω όπως Εκείνο κρίνει».

"Εκτός των κόλπων" τί να σημαίνει; Με τους αγνοούντας τα κόλπα του Βαρθολομαίου και του Ζηζιούλα; Και το “αφήνομεν” τί να σημαίνει; Όπως αφήνομεν το σκυλί να ακολουθεί τα ίχνη του λαγού; Και ότι προκύψει; Εμείς περιμένουμε, ανάβουμε τσιγάρο και χτυπάμε φραπεδιά;

«Δια να μην κατακριθώμεν μετά των “την αλήθειαν εν αδικία κατεχόντων”. Διότι ο θησαυρός της αληθείας, τον οποίον έχομεν κληρονομήσει, ανήκει εις όλους». Οι πρωτότοκοι οι άτιμοι ακόμη κληρονομούν και τους θησαυρούς και τους θρόνους. Εάν ανήκει σε όλους, ίσως ανήκει και σε εμάς, στον λαό! Τότε γιατί είμαστε και εμείς εκτός των κόλπων της ορθοδόξου εκκλησίας ως ετερόδοξοι και δεν ρωτάει κανείς αν ζούμε ή αν πεθαίνουμε;

«Ο ίδιος ο Χριστός επιθυμεί όλοι να είμεθα εν, όπως Αυτός με τον Πατέρα και το Πνεύμα το Άγιον». Ετούτο το όπλο το χειρίζεται καλά και ο κ. Βασιλειάδης. Μήπως θα 'πρεπε να τους διαβάσει κάποιος και την συνέχεια της Αρχιερατικής προσευχής;

Όλα τα όπλα συμπυκνώνονται στην θεολογία του κ. Ζηζιούλα: Η ευχαριστιακή οντολογία, η ουσία της Εκκλησίας, εικών των εσχάτων, εικών της δόξης. Ο επίσκοπος εικών του Πατρός και όλοι γύρω του σε σύναξη αγάπης. Όπως η πατροπαράδοτη οικογένεια συγκεντρώνεται γύρω από τον ετοιμοθάνατο πατέρα δίνοντας υποσχέσεις ενότητος και τίμιας μοιρασιάς της κληρονομιάς.

ΝΟΜΙΖΟΥΜΕ ΠΩΣ ΗΡΘΕ Ο ΚΑΙΡΟΣ ΝΑ ΚΗΡΥΞΟΥΜΕ ΤΗΝ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗ ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΕΙΚΟΝΟΜΑΧΙΑ.

Να γκρεμίσουμε τα είδωλα που τοποθετήσαμε στην θέση του Κυρίου. Τον χρυσό ταύρο του κλήρου, τα διδακτορικά εχέγγυο πνευματικότητος, την αξιοπρέπεια του ανθρωπίνου προσώπου, τον Επίσκοπο που απλώς παρίσταται. Μας βοηθούν και οι ίδιοι, είναι όλα εύκολα: «Η παρούσα ευρείας κλίμακος κρίσις εγείρει την απαίτησιν αναγνωρίσεως της ευκαιρίας δια μιαν νέα οικονομική τάξη, διότι και εμείς οι Εκκλησίες επενδύουμε και χάνουμε το κομπόδεμά μας». Ψυχή μου φάε, πίε, ευφραίνου! Αυτός δεν είναι ο Χρυσός Ταύρος των Εβραίων; Επειδή ο Μωυσής καθυστερούσε στην κορυφή του Σινά; Επειδή αργεί η Δευτέρα Παρουσία;

Υπάρχουν όμως και καλά νέα για τους οικουμενικούς εικονικούς χριστιανούς. Το Χόλλυγουντ. Διότι ακριβώς εκεί λατρεύεται η εικόνα του θεού στο πρόσωπο του άλλου, εδώ και χρόνια. Υπάρχει δρόμος λοιπόν. Μπορούμε να γίνουμε αστέρες του Χόλλυγουντ, όλοι μας, σιγά-σιγά. Ο τρόπος είναι γνωστός. Για να επιστρέψει και το Χόλλυγουντ, το Άγιο Ξύλο, στην πατρίδα του.

Ακόμη και η σύναξη της ευχαριστιακής οντολογίας μπορεί να γίνεται στα κόκκινα χαλιά, με το φως των παπαράτσι να αστράφτει σαν το Φως της δόξης. Μπορούμε να δίνουμε και βραβεία ενδυματολογίας. Μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε και την χορευτική μουσική, το Hip Hop, τώρα μάλιστα που θα χειροτονούνται και γυναίκες ιέρειες, διότι αυτή η μουσική θέλει μαζί ψυχή και σώμα. Από την στιγμή που δεν υπάρχει προπατορικό αμάρτημα, ούτε ο Σατανάς, μπορούμε να απολαύσουμε και να ψηλαφίσουμε την πληρότητά μας στην αξιοπρέπεια και την λάμψη των Χολλυγουντιανών αστέρων.

Αγάπα τον άλλον, εξ' όλης της ψυχής και του σώματός σου, σαν θεό, είναι νομίζουμε εφαρμόσιμο και ευχάριστο. Γιατί όχι; Εφόσον δε μας πάει και κατευθείαν στα έσχατα, ακόμη καλύτερα!

Αν δεν κατορθώσουμε να συνεννοηθούμε μεταξύ μας και χάσουμε την μάχη, δεν πρέπει να απογοητευθούμε πολύ. Το Χόλλυγουντ φτάνει για να μας γλυκάνει τους καημούς, νομίζουμε.

Ο Θεός να μας ελεεί!

Αμέθυστος

Δευτέρα, 27 Ιουλίου 2009

ΤΟ ΠΡΟΒΛΗΜΑ ΤΗΣ “PERSONA DEI” ΣΤΟΝ FICHTE

Στις Πηγές της Νεωτερικής θεολογίας (ΧVΙI)

Το πρόβλημα της Persona Dei (του προσωπικού Θεού) ήρθε στην επιφάνεια με τον Καντ και συνεχίζει την παρουσία του στους στοχαστές που ακολουθούν και είναι επηρεασμένοι με ποικίλους τρόπους από την κριτική του φιλοσοφία.

Ο νεαρός Φίχτε ενθουσιάζεται τόσο πολύ με τον Καντ που γράφει το πρώτο του βιβλίο «Κριτική κάθε μελλοντικής αποκαλύψεως», τόσο πιστά στις αρχές της φιλοσοφίας του Καντ που θεωρήθηκε βιβλίο του ιδίου του Καντ. Ακόμα και το δεύτερο βιβλίο του, βάσει του οποίου τον κατηγορούν για αθεΐα, εμπνέεται κατευθείαν από τον Καντ. Η έννοια του θεού, σαν μια "ειδική ουσία" είναι αντιφατική και αδύνατη. Γι’ αυτόν το λόγο ο θεός δεν μπορεί να ονομαστεί πρόσωπο. Μόνο στην αντίθεσή του με άλλα πρόσωπα υπάρχει ένα πρόσωπο και επομένως προσωπικότης σημαίνει περιορισμό, πεπερασμένο, κάτι δηλαδή το οποίο δεν μπορεί να θεωρηθεί θείο κατηγόρημα.

Ο ίδιος ο Φίχτε δηλώνει πως, όπως και ο Καντ, επιθυμεί να σώσει την υπερβατικότητα του θεού και να αποφύγει τον ανθρωπομορφισμό. Δεν ήθελε να τοποθετήσει είδωλα στην θέση του θεού. Γι’ αυτόν ο θεός είναι μια ουσία εντελώς ελεύθερη από κάθε αίσθηση και γι’ αυτό ακόμα και από την αισθητή έννοια της υπάρξεως. Ο θεός είναι απλά αυτός που κρατά τον υπεραισθητό κόσμο.

Στην πραγματικότητα ο Φίχτε των χρόνων 1794-1798 είναι ο στοχαστής ο οποίος επιδιώκει να καταργήσει την έννοια της κτιστότητος του ανθρώπου και να ξεπεράσει το θεολογικό και φυσιοκρατικό όριο του Καντιανισμού, για να ιδρύσει ένα ολοκληρωμένο ανθρωπισμό! Ο Φίχτε εμφανίζεται σαν Προμηθέας. Εντελώς παράδοξα όμως αυτό το "άθεο" σχέδιο καταλήγει στην θρησκευτικότητα. Ο Φίχτε προσπαθεί δια της απαγωγής να συμπεράνει ακόμα και την διυποκειμενικότητα, δηλαδή την κοινωνία των ανθρώπων. Μόνο που μ’ αυτόν τον τρόπο παρασύρεται σε βαθειά κρίση, λόγω μιας φιλοσοφίας ακατάλληλης να ελευθερωθεί από τον υποκειμενισμό. «Η θεολογία είναι μια απλή επιστήμη, νεκρή γνώση χωρίς πρακτικές συνέπειες. Η θρησκεία όμως, σύμφωνα και με την σημασία του όρου της (religio) πρέπει να είναι κάτι που μας ενώνει, και που μας ενώνει πολύ πιο δυνατά από όσο θα μπορούσαμε να είμαστε χωρίς αυτή».

Η κατηγορία για αθεϊσμό (1798-1799) υποχρεώνει τον Φίχτε να εξηγήσει τις θέσεις του και να τις εμβαθύνει. Έτσι αναλαμβάνει να εξηγήσει αναλυτικότερα, γιατί ο θεός δεν μπορεί να γίνει αντικείμενο στοχασμού ούτε σαν "ουσία" ούτε σαν "πρόσωπο".

Ο θεός του Φίχτε, αυτή την χρονική περίοδο, όπως και για τον Καντ, συνεπάγεται από τον στοχασμό του πάνω στον ηθικό νόμο. Γι' αυτό και ο θεός του δεν είναι παρά η "ηθική τάξη του κόσμου". Κατά την κρίση του δεν μπορούμε να πούμε πως ο θεός είναι όν (seyn) αλλά άπειρη νόηση, καθαρή πράξη. Με ποιόν τρόπο λοιπόν θα μπορούσαμε να ονομάσουμε τον θεό "ουσία" ιδιαίτερη ή ατομικό "πρόσωπο";

Υποστηρίχτηκε επίσης πως η κατηγορία για αθεϊσμό έσπρωξε τον Φίχτε να περάσει από μια φιλοσοφία του "Εγώ" σε μια μεταφυσική του "απολύτου όντως", καθώς η θεολογία κατέληξε να γίνει το κεντρικό θέμα γύρω από το οποίο στριφογυρίζει ο ώριμος Φίχτε. Ενώ για τον Καντ το "εγώ σκέπτομαι" είναι μια απλή υπερβατική λειτουργία που ενώνει τα δεδομένα μιας δυνατής (πιθανής) γνώσεως, ο Φίχτε πείθεται να περάσει σε ένα "απόλυτο εγώ" το οποίο δεν είναι πλέον η συνθήκη της δυνατότητος της γνώσεως, αλλά η πρώτη αρχή, απολύτως αυτόνομη, όλου του "συστήματος της επιστήμης" δηλαδή της φιλοσοφίας.

Το "εγώ" του Φίχτε δεν είναι πλέον, σαν εκείνο του Καντ, μια γνωσιολογική αρχή που ενώνει ένα ήδη δοσμένο υλικό, αλλά οντολογική αρχή η οποία θέτει τα αντικείμενα την ίδια στιγμή, με την ίδια πράξη, που θέτει τον εαυτό της. Κατά τον Φίχτε το "εγώ" θέτει τον εαυτό του, αυτοκαθορίζεται και λόγω αυτού του αυτοκαθορισμού υπάρχει, ΕΙΝΑΙ, ή διαφορετικά, είναι και αυτοκαθορίζεται δυνάμει του καθαρού του Είναι. Σ’ αυτό το σημείο πρέπει να αναρωτηθούμε μόνο εάν αυτό το "απόλυτο είναι" του Φίχτε μπορεί να συμπέσει καθ’ οιονδήποτε τρόπο με τον υπερβατικό και προσωπικό Χριστιανικό θεό.

Μετά το 1800 ο Φίχτε δείχνει ένα άνοιγμα προς ένα ζωντανό θεό, με γνώση και θέληση, τον οποίο μπορούμε να εμπιστευθούμε εγκαταλείποντας τον εαυτό μας. Σύμφωνα με τις προθέσεις του, όπως δείχνουν και τα ιδιώματά του, φαίνεται να εννοείται ο Χριστιανικός θεός, παρότι δεν του αποδίδει ποτέ την κατηγορία του προσώπου.

Πρέπει να σημειώσουμε όμως πως το άνοιγμα αυτό δεν πραγματοποιείται στο επίπεδο της γνώσεως αλλά στο επίπεδο της πίστεως, μιας πίστεως, η οποία δεν είναι ακριβώς η "χριστιανική πίστη" αλλά η "ηθική πίστη", κατά την Καντιανή έννοια της εκφράσεως.

Στη συνέχεια ο Φίχτε καταβάλει μεγάλη προσπάθεια να μεταφέρει αυτή την πίστη στη γνώση. Από το "σύστημα της επιστήμης" του 1801 κι έπειτα γίνεται ξεκάθαρη για τον Φίχτε η ιδέα πως ο θεός θέτει έξω απ’ αυτόν τη γνώση και την αγάπη σαν τις εικόνες του και την ακτινοβολία του, τα οποία στη συνέχεια μερίζονται στην πολλαπλότητα των ιδιαιτέρων πεπερασμένων πνευμάτων. Η γνώση και η αγάπη αυτών των πεπερασμένων πνευμάτων έχουν σαν αντικείμενο τον θεό, αλλά κατά τον Φίχτε, η γνώση αυτή είναι πάντοτε η γνώση του θεού του ιδίου έξω από τον θεό, και η αγάπη είναι πάντοτε η αγάπη του θεού έξω από τον θεό. Συμπεραίνεται τοιουτοτρόπως ότι και ο θεός, καθ’ εαυτόν και ανεξαρτήτως από εμάς, δεν είναι γνώση και αγάπη, παρότι είναι η αιώνια ζωντανή πηγή κάθε γνώσεως και κάθε αγάπης.

Τοιουτοτρόπως ο Φίχτε επιμένει να σιωπά γύρω από τον θεό "πρόσωπο" παρότι δεν είναι πλέον τόσο αρνητικός ως προς τους όρους αυτούς. Το "εσωτερικό είναι" του θεού παραμένει για μας αιωνίως κλεισμένο στο μυστήριο. Το κατά Ιωάννη Ευαγγέλιο και ιδιαιτέρως ο πρόλογός του, περιέχει την ίδια μ’ αυτόν έννοια της θρησκείας. Η φιλοσοφία του Απολύτου και της εικόνος του, ανταποκρίνονται ουσιαστικά στον δογματικό πυρήνα του χριστιανισμού. Πρέπει να αρνηθούμε τελεσίδικα τα χαρακτηριστικά του προσώπου στον θεό.

Ένας βαρύς Μονισμός αντιθέτως βαρύνει τον τελευταίο Φίχτε: το Ελεατικό και Σπινοζικό ΕΝΑ αποτελεί το θεμέλιο της σκέψης του. Ακόμη και ένα πλατωνικό στοιχείο επιτρέπει να εννοηθεί ο θεός σαν αιώνιο μοντέλο κάθε πράγματος και επομένως σαν την μοναδική αληθινή πραγματικότητα απέναντι στην οποία τα υπόλοιπα είναι ατελή και μεταβαλλόμενα αντίγραφα. Όμως ο θεός του Φίχτε δεν μπορεί να είναι πρόσωπο, επειδή δεν είναι ένας ελεύθερος Δημιουργός. Συνεπάγεται τοιουτοτρόπως πως δεν μπορεί να υπάρξη αυτονομία και ελευθερία για τα όντα, ανεξαρτήτως του θεού.

Παρόλα αυτά όλες αυτές οι μετακινήσεις και οι αστάθειες των εννοιών που χρησιμοποιήθηκαν, δεν κατόρθωσαν να εμποδίσουν, όπως δεν μπόρεσε και η Καντιανή επιρροή της υπερβατικότητος, την επιβεβαίωση της Persona Dei και επομένως το τελευταίο θεμέλιο της ελευθερίας του ανθρώπου.

Αμέθυστος

Κυριακή, 26 Ιουλίου 2009

Σχόλιο στην επικαιρότητα

Διαβάζουμε στον τραγικό «ορθόδοξο τύπο», ο οποίος εν μία νυκτί βάφτισε ορθόδοξο τον πατριάρχη Βαρθολομαίο, άγνωστο για ποιους λόγους, πως σε μία συμβολική αλλά γεμάτη μηνύματα κίνηση, ο καρδινάλιος Φιλίπ Μπαρμπαρίν (Philippe Barbarin) [σαν επιλεγμένος από την πρόνοια του θεού], ζήτησε από την ορθόδοξη εκκλησία, το οικουμενικό πατριαρχείο και τον πατριάρχη Βαρθολομαίο δημόσια συγγνώμη για την καταστροφή της Βασιλεύουσας από τους Σταυροφόρους. Φυσικά είναι τίμιο να 'χει αναλάβει την αποστολή της συγγνώμης ο καρδινάλιος Barbarin, ο Βάρβαρος.

Αλλά γιατί από το πατριαρχείο; Τον λαό της Βασιλεύουσας κατέστρεψαν, τη ζωή τους, την Ευρώπη κατέστρεψαν, καθώς δείχνουν οι χρονολογίες όλων των δεινών αιρέσεων που διέλυσαν την Χριστιανική Δύση.

Μάλιστα όταν έπεσε τελικώς η Κωνσταντινούπολη στα χέρια των Τούρκων ο κλήρος απείχε, δεν βοήθησε στις νυκτερινές προσπάθειες ανοικοδομήσεως των τειχών από τους κανονιοβολισμούς.

Και σήμερα ο ίδιος κλήρος παραδίδει ολόκληρη την ορθοδοξία στους ετερόδοξους.

Θέατρο σκιών, άξιο της άπιστης ανοησίας που μας μαστίζει.

Αμέθυστος

Σάββατο, 25 Ιουλίου 2009

Η ΜΕΓΑΛΗ ΔΙΠΛΩΜΑΤΙΚΗ ΣΧΟΛΗ ΤΟΥ ΦΑΝΑΡΙΟΥ

Ο πατριάρχης Βαρθολομαίος έχει ήδη αναλάβει ρόλον ΔΕΥΤΕΡΟΥ παρά τω ΠΑΠΑ.

Όταν ήθελε να καθαρίσει τον δρόμο της ενώσεως με την καθολική λεγόμενη εκκλησία δεν δίστασε να συκοφαντήσει τους πατέρες μας: «Οι κληροδοτήσαντες εις ημάς την διάσπασιν προπάτορες ημών υπήρξαν ατυχή θύματα του Αρχεκάκου Όφεως και ευρίσκονται ήδη εις χείρας του Δικαιοκρίτου Θεού. Αιτούμεθα υπέρ αυτών το έλεος του Θεού, αλλά οφείλομεν ενώπιον Αυτού όπως επανορθώσωμεν τα σφάλματα Εκείνων».

Τώρα θέλοντας να κλείσει τον δρόμο της ενώσεως με τους προτεστάντες, όπως ακριβώς έχει αποφασίσει ο πάπας, εκμεταλλεύεται την διατήρηση της παραδοσιακής ορθοδόξου Λατρείας και τους προειδοποιεί. Χωρίς να αποδεχτείτε τα Μυστήρια ένωσις δεν γίνεται!

«Ο διάβολος, ο πατήρ του ψεύδους, ενέσπειρεν εις τον αγρόν του Χριστιανισμού ζιζάνια πλάνης, αιρέσεως, σχίσματος και διχασμού... Δυστυχώς, τοιούτου είδους σκάνδαλα κρατούν και σήμερον μεγάλας Χριστιανικάς ομάδας εις απόστασιν απ’ αλλήλων και μας στερούν της Χαράς της μυστηριακής κοινωνίας μαζί των».

H έκφραση “μεγάλες Χριστιανικές ομάδες” είναι αδύνατον να αφορά την καθολική εκκλησία, η ένωσις με την οποία θεωρείται τετελεσμένη. Έτσι λοιπόν ίσως να παροτρύνει τους αλειτούργητους προτεστάντες να ρίξουν τον άτυχο Λούθηρο στα χέρια του Δικαιοκρίτου Θεού και να αρχίσουν να αιτούνται υπέρ αυτού το έλεος του Θεού. Όπως συνέβη και με τον Μ. Φώτιο.

Η νέα Οικουμενική εκκλησία άρχισε ήδη την δράση της!

Εκδόσεις Αμέθυστος
amethystos.books@gmail.com
http://amethystosbooks.blogspot.com/

Παρασκευή, 24 Ιουλίου 2009

ΤΙ “ΕΚΡΥΨΕ” Ο ΠΑΤΡΙΑΡΧΗΣ ΒΑΡΘΟΛΟΜΑΙΟΣ ΣΤΗΝ ΛΥΩΝ

«Εφ' όσον δεν έχομεν κοινήν δογματικήν διδασκαλίαν και ομολογίαν, δεν ημπορούμε να έχωμεν ούτε κοινήν Ευχαριστίαν και κοινόν Ποτήριον μαζί των».

Οπότε θα φτιάξουμε. Μια κοινή δογματική διδασκαλία και ομολογία! Γιατί όχι; Τον θησαυρόν της αληθείας τον έχομεν κληρονομήσει οπότε τον κάμνουμεν ό,τι θέλουμεν! Δεν μπορεί να διανοηθεί ο “αγαθός” πως κληρονομούμε μόνον τον πεθαμένο. Δεν γνωρίζει ο “αληθινός” πως ο Κύριος δεν πέθανε, είναι ο Υιός του Θεού του ζώντος. Και όσο και αν κάμνει το χρέος της αγάπης και διαλέγεται τιμίως και υπευθύνως δεν ξεφεύγει το ρίσκο να ακούσει από τον Κύριο: Δεν σε ξέρω άνθρωπέ μου. Δεν με ρώτησες για ό,τι έκανες. Ενώ μπορούσες, αιτείτε και δοθήσετε!

Τέλος “φανέρωσε” ότι ετοιμάζει οικουμενική Σύνοδο για να αποκαταστήσει την ενότητα των πιστών εν τη “νέα” αληθινή πίστει, την οποία επεξεργάζεται μοχθώντας για το καλό όλων μας ο ανύστακτος κ. Ζηζιούλας!

Τελειώνοντας δε μας επανέλαβε κάτι που γνωρίζουμε όλοι μας πλέον πολύ καλά!
«Ο θησαυρός της αληθείας, τον οποίον έχομεν κληρονομήσει, δυνητικώς ανήκει εις όλους» (πλην Ορθοδόξων).
Διότι σύμφωνα με την μοντέρνα θεολογία το υποκείμενο, η ζωή και η αλήθεια γεννιέται στην θέση του άλλου! Από και με αγάπη!

Καλά καλοκαιρινά μπάνια κ. πατριάρχα
ηθικά, κοινωνικά, περιβαλλοντικά, οικονομικά και κυρίως πνευματικά!
Είναι όλα τακτοποιημένα και μην ξεχνάτε να “νίπτετε τα χείρας σας” πολύ συχνά, διότι θα γλιτώσετε εκτός από τυχαίες τύψεις και από την πανδημία!

Αμέθυστος


Το πλήρες κείμενο της ομιλίας βρίσκεται στη διεύθυνση:
http://www.amen.gr/index.php?mod=news&op=article&aid=357

Πέμπτη, 23 Ιουλίου 2009

Ο πατριάρχης Βαρθολομαίος στην Λυών

ΤΟ ΔΙΑΜΑΝΤΙ ΤΟΥ ΜΗΝΑ

«Σκάνδαλα που ενέσπειρεν ο πατήρ του ψεύδους εις τον αγρόν του Χριστιανισμού κρατούν και σήμερον μεγάλας Χριστιανικάς ομάδας εις απόστασιν απ’ αλλήλων και μας στερούν της Χαράς της μυστηριακής κοινωνίας μαζί των».

Αγαπητέ πατριάρχα δεν υφίσταται κάποιος Αντί-θεός. Το ψεύδος είναι ανυπόστατο. Όταν η Εκκλησία εύχεται να αποκτήσει την κοινωνία του Αγίου Πνεύματος δεν εννοεί την κοινωνία μεταξύ μας, αλλά την κοινωνία με την Αγία Τριάδα. Η Θ. Ευχαριστία δεν είναι η Χαρά της ζωής μας, αλλά η κοινωνία μας στη θυσία του Κυρίου, η άφεσις των αμαρτιών μας. Η Εκκλησία δεν είναι παιδική Χαρά!

Αμέθυστος

Τετάρτη, 22 Ιουλίου 2009

Η ΑΓΙΑ ΤΡΙΑΔΑ ΜΕΣΑ ΣΤΑ ΟΡΙΑ ΤΗΣ ΝΟΗΣΕΩΣ ΤΟΥ ΚΑΝΤ

Στις Πηγές της Νεωτερικής θεολογίας (ΧVΙ)

Η δύναμις του διαφωτισμού αποκαλύπτεται πλήρως στον στοχασμό του Kant. Ο φιλόσοφος του Könisberg είχε συναίσθηση του γεγονότος πως χρησιμοποιούσε αποκλειστικά τις αρχές του διαφωτισμού στο πεδίο της θρησκείας. Υπάρχει επίσης ξεκάθαρη και η κληρονομιά του Λούθηρου και η αδιαφορία του για το εις εαυτόν του θεού. «Σε μας δηλώνει, δεν ενδιαφέρει καθόλου να μάθουμε τι είναι ο θεός ο ίδιος (στην Φύση Του), αλλά τι είναι για μας, που είμαστε ηθικά όντα». Η θρησκεία για τον Kant δεν πρέπει να αποθησαυρίζεται σε δόγματα και κανόνες αλλά στην διάθεση της καρδιάς να σέβεται όλες τις ανθρώπινες υποχρεώσεις σαν θείες εντολές. Η θρησκεία υπάρχει μόνον εφόσον είναι «ηθική θρησκεία». Ο φιλόσοφος της κριτικής της καθαρής νοήσεως, πιστός στις οικογενειακές θρησκευτικές του ρίζες, θέλει έναν θεό προϋπόθεση της «πρακτικής νοήσεως» και μόνον. Για να συμβαδίσει δε η πίστη με την ανάγκη αυτής της πρακτικής νοήσεως πρέπει να συμμαζευτεί σε μία minimum πίστη, καθολικά αποδεκτής σαν πίστη σ’ έναν θεό Summum ens, Summa Intelligentia, Summum Bonum! Μια λογική έννοια του θεού, κατά την κρίση του Kant, προϋποθέτει ένα υπέρτατο μοναδικό ον (Summum ens), υπέρτατα έξυπνο (Summa Intelligentia), πηγή όλων όσων μπορούν απροϋπόθετα να αποτελέσουν ένα σκοπό ή νόημα (Summum Bonum). Ένα ιδανικό της πρακτικής νοήσεως και όλων όσων χρειάζεται η πρακτική αυτή νόηση για την επιτυχία της, αρχέτυπο και αρχιτέκτων του κόσμου. Σ’ αυτή την ελάχιστη πίστη στηρίζεται η «καθαρή ηθική θρησκεία» του Kant.

Την 1η Οκτωβρίου 1794 ο Kant κατηγορήθηκε από τις Αρχές πως εκμεταλλεύθηκε τις φιλοσοφικές του αρχές για να απορρίψει μετά βδελυγμίας μερικά βασικά δόγματα της Αγίας Γραφής και του Χριστιανισμού. Οι κατηγορίες αφορούσαν ειδικά το βιβλίο του: «Η θρησκεία εντός των ορίων της νοήσεως και μόνον» του 1793. Ο Kant υπεραμύνθηκε της κατηγορίας εξηγώντας πως το βιβλίο του δεν περιείχε ούτε την αποδοχή ούτε βεβαίως και την απόρριψη του Χριστιανικού δόγματος. Το βιβλίο του δεχόταν μόνον την «Φυσική θρησκεία» και αυτή εκθείαζε. Μάλιστα δε τόνισε την χρησιμότητα της αποκαλύψεως, διότι αυτή συμπλήρωνε την θεωρητική ανεπάρκεια της καθαρής λογικής πίστεως, ανεπάρκεια η οποία φανερωνόταν στα θέματα του κακού, στις αμφιβολίες του κάθε ανθρώπου αν βρίσκεται στην θέση του αγαθού κ.τ.λ.

Σαν φιλόσοφος ο Kant παραμένοντας μέσα στα όρια της καθαρής νοήσεως και στοχαζόμενος την θρησκεία σαν ηθική θρησκεία θα ‘πρεπε να ασχοληθεί με την φυσική πίστη σε ένα Summum ens, σε μία Summa Intelligentia, σε ένα Summum Bonum. Παρόλα αυτά δεν ικανοποιείται ούτε ο ίδιος να μείνει μέσα στα όρια που έθεσε και προσπαθεί με όλες του τις δυνάμεις να στριμώξει ολόκληρο το περιεχόμενο της χριστιανικής πίστης στο θρησκευτικό του σύστημα, το οποίο κατασκεύασε με την νόηση και μόνον.

Και νά λοιπόν που ο Kant, στο τέλος κάθε κεφαλαίου του βιβλίου του γύρω από την θρησκεία συμπληρώνει μερικές “γενικές σημειώσεις” που θα μπορούσαν να έχουν τους εξής τίτλους: 1) τα αποτελέσματα της Χάρης 2) περί θαυμάτων 3) για τα Μυστήρια 4) τα μέσα της Χάριτος. Η τρίτη του σημείωση λοιπόν αποτελεί ένα αληθινό δοκίμιο περί Αγίας Τριάδος, παρότι ασχολείται με τα ουσιώδη. Ο ίδιος ο Kant ονομάζει αυτές τις σημειώσεις πάρεργα της θρησκείας μέσα στα όρια της καθαρής νοήσεως, καθότι δεν αφορούν την ίδια αλλά συνορεύουν μαζί της. Βεβαίως δηλώνει καθησυχαστικά πως δεν επιθυμεί να κατακτήσει το έδαφος της πίστεως και μάλιστα σέβεται την αυτονομία της. Δεν επιθυμεί να εξάγει δι’ απαγωγής την θρησκεία από μόνη την νόηση, θέλει απλώς να την ελέγξει στο εσωτερικό της νοήσεως, αλλά δυστυχώς καταργεί κάθε όριο που είχε θέσει ο ίδιος. Έτσι κρίνει την τριάδα στο φως της «αναστοχαστικής πίστεως» για την οποία είχε ήδη μιλήσει στην κριτική της κρίσεως.

Για τον Kant δεν είναι η θρησκεία που οδηγεί στην ηθική, αλλά η ηθική στην θρησκεία. Η ηθική μας οδηγεί στην «Ιδέα ενός παντοδύναμου ηθικού Νομοθέτη, πάνω από την ανθρωπότητα, στην θέληση του οποίου ενυπάρχει ο τελευταίος σκοπός (της δημιουργίας του κόσμου) ο οποίος μπορεί και πρέπει να είναι ο τελευταίος σκοπός του ανθρώπου. Ο θεός, όπως απαιτεί η καθαρή νόηση, πρέπει να είναι αναγκαίως άγιος, αγαθός, δίκαιος. Αυτή είναι και η τριάδα για την οποία μιλά το εκκλησιαστικό δόγμα σαν τρία θεία πρόσωπα. Αυτά τα ιδιώματα δεν εκφράζουν τίποτε άλλο παρά την ηθική διάθεση του θεού προς την ανθρωπότητα. Αυτή η τριπλή ποιότητα του θεού συναντάται εξάλλου σε πάμπολλες θρησκείες όπως αυτή του Ζωροάστρου, των Αιγυπτίων, των Γότθων. Ακόμη και οι Εβραίοι δεν διαφώνησαν στο γεγονός πως ο θεός έχει ένα υιό, αλλά στο ότι αυτός ο υιός ήταν ο Ιησούς Χριστός».

Ο Χριστός για τον Kant δεν είναι τίποτε παραπάνω από έναν «θεϊκό άνθρωπο», το υπέρτατο ιδεώδες της αρετής, «προσωποποιημένη ιδέα της Αγαθής αρχής». Μπορούμε να κάνουμε και χωρίς το ιστορικό του γεγονός. «Τα πρόσωπο του Χριστού διαλύεται στην ιδέα: ο Χριστός της Βίβλου εκκοσμικεύεται σαν ιδέα της ανθρωπότητος».

Υπάρχει μόνον ένα πρόσωπο θεού, Persona Dei. Έτσι ο Kant ερμηνεύει το τριαδικό δόγμα με τους όρους μιας τριπλής ηθικής ποιότητος του μοναδικού υπέρτατου Είναι, που η πρακτική νόηση του επιτρέπει να δεχθεί. Ταυτόχρονα όμως ισχυρίζεται πως μπορούμε να λατρέψουμε τον πατέρα σαν εκείνο το ον που αγαπά τους ανθρώπους οι οποίοι τηρούν τον Νόμο του, πως μπορούμε να λατρέψουμε τον υιό σαν μοντέλο της ανθρωπότητος και πως μπορούμε να λατρέψουμε και το Άγιο πνεύμα διότι καθώς μας διδάσκει, ταυτοχρόνως μας ζωοποιεί με Αρχές για τις πράξεις μας!

Σύμφωνα με τον Kant, ο θεός σαν Άγιο πνεύμα είναι αυτός που κατορθώνει να χωρέσει όλη την αποκάλυψη σε εκείνη την καθαρή ηθική πίστη, την οποία ο ίδιος επεξεργάστηκε σαν φιλόσοφος και σε εκείνη την αυθεντική θρησκεία, την οποία πρέπει να αφαιρέσουμε από την Εκκλησιαστική πίστη, ακριβώς όπως κάνει και ο ίδιος. Ο Kant δηλαδή ομολογεί πως είναι αυτός ο ίδιος ο άνθρωπος του Αγίου πνεύματος. Όχι το νεκρό γράμμα του εκκλησιαστικού δόγματος, αλλά το ζωοποιό πνεύμα που φτερουγίζει μέσα στα όρια της νοήσεως. «Αυτή είναι στ’ αλήθεια μια πραγματική θρησκεία», αναφωνεί υπερήφανα, ο ταπεινός Kant.

Η Persona Dei, το πρόσωπο θεού, δεν ανήκει στην τάξη των όντων, αλλά στην ηθική πράξη. Δεν είναι παρά η προσωποποίηση της ιδέας του θεού. «Η έννοια του θεού είναι εκείνη μιας Persona, ενός όντος το οποίο έχει δικαιώματα και προς το οποίο κανείς άλλος δεν διαθέτει δικαιώματα». Διότι η «προσωπικότης είναι η ιδιότης ενός όντος που έχει δικαιώματα, δηλαδή ηθική ποιότητα». Ο Kant διαθέτει μόνον στην κατηγορία της ελπίδος αυτό που αρνείται στην ύπαρξη του θεού.

Ο Δυτικός άνθρωπος καταλήγει μέτρο της θρησκείας και θέλει πλέον να δώσει στον θεό μόνον αυτό που η Νόηση κρίνει απαραίτητο.

Ο Kant φοβήθηκε μέχρι αγωνίας ότι θα μπορούσε να αναγνωρισθεί στον θεό η δυνατότης να είναι και να πράττει ελεύθερα και αυτόνομα, διότι ήθελε με αληθινό πάθος να τα δωρίσει στον άνθρωπο.

«Μια θρησκεία που κηρύττει απερίσκεπτα τον πόλεμο στην νοημοσύνη δεν θα αντέξει για πολύ», έγραφε ο Kant.

Αλλά και μια νοημοσύνη που κηρύττει απερίσκεπτα τον πόλεμο στην θρησκεία, μπορεί να επιβιώσει για πολύ και η ίδια; Ο Μηδενισμός της σύγχρονης σκέψης μας δίνει την θλιβερή επιβεβαίωση της αποτυχίας των συλλογισμών του κυρίου Kant.

Αμέθυστος

Δευτέρα, 20 Ιουλίου 2009

Ο αγώνας κατά του Οικουμενισμού

Δείτε με πόσο πάθος καλόγεροι και μοναχοί, επίσκοποι και ιερείς, κλήρος και λαός παλεύουν για την ορθή μας πίστη, για την αλήθεια της παραδόσεώς μας.




Αμέθυστος

Παρασκευή, 17 Ιουλίου 2009

Η ΣΚΕΨΗ (Cogito) ΚΑΙ ΟΙ ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΕΙΣ ΤΗΣ "PERSONA" ΣΤΟΥΣ ΜΟΝΤΕΡΝΟΥΣ ΧΡΟΝΟΥΣ.

Στις Πηγές της Νεωτερικής θεολογίας (ΧV)

Η νοημοσύνη και η ευφυΐα της Persona (προσώπου) στην τριαδική θεολογία δεν θα μπορούσε να γνωρίσει καμμιά πρόοδο αν δεν αποχωριζόταν τις πολεμικές και τις επαναλήψεις της θεολογίας, η οποία παρέμενε πιστή στο παρελθόν (καθότι η Δυτική θεολογία δεν στηρίχθηκε ποτέ της στην ζωντανή εμπειρία του Κυρίου). Η σχολαστική μονοτονία λοιπόν ξεπεράστηκε μόλις αποκτήθηκε το θάρρος της αντιμετωπίσεως των μοντέρνων εξελίξεων της σκέψης. Μα ακριβώς αυτός ο διάλογος με την εποχή τους ιδιαίτερα με την φιλοσοφία, δεν υπήρξε το Μυστικό που επέτρεψε στους πατέρες της Εκκλησίας να οικειοποιηθούν όρους και έννοιες τους οποίους μεταμόρφωσαν κριτικά και χρησιμοποίησαν στο Μυστήριο του Χριστιανικού Θεού; (Μιας φιλοσοφίας όμως που ήταν και αυτή ζωντανή εμπειρία της ουσίας και του επέκεινα της ουσίας και δεν ήταν οντολογία και λογική).

Ακόμη και ο Karl Barth αναγνώρισε πως στην πραγματικότητα οι θεολόγοι χρησιμοποίησαν από πάντοτε την γλώσσα της φιλοσοφίας και αυτό ομολόγησε πως θα επαναλαμβάνεται μέχρι το τέλος του κόσμου. Έφτασε δε στο σημείο να "αποκαλύψει" πως οι κορυφαίες στιγμές του Γερμανικού Ιδεαλισμού θα ήταν αδύνατες αν δεν είχαν οικοδομηθεί πάνω στο έδαφος της Χριστιανικής δογματικής. Στην πραγματικότητα, λέει, δεν είναι τίποτε άλλο από παραλλαγές της αποδείξεως της υπάρξεως της Αγίας Τριάδος του Αυγουστίνου.

Για να κατορθώσουμε να συνεχίσουμε την παρακολούθηση της διαδρομής της έννοιας της Persona, πρέπει σ' αυτό το σημείο να μελετήσουμε μιαν άλλη «επανάσταση», αυτή που πραγματοποίησε στην φιλοσοφία ο Καρτέσιος, και από την οποία ξεκινά μια καινούρια εποχή στην Ιστορία της Δυτικής σκέψης.

Παρότι ο Καρτέσιος έχει στις πλάτες του ολόκληρη την Ιστορία της φιλοσοφίας από τον Θαλή τον Μιλήσιο και ολόκληρη την Ιστορία της θεολογίας, και παρότι δεν θέλησε ποτέ του να το ομολογήσει, παρόλα αυτά ξαναξεκίνησε τα πάντα από την αρχή.

Και από αυτό το ξαναξεκίνημα, ξεκινούν και τα προβλήματα του προσώπου. Διότι αναγνωρίζοντας την κεντρική σημασία του Cogito (της σκέψης), δεν είναι εν πολλοίς αυτονόητο πως απ' αυτό το σημείο θα ξεκινήσει μια διαδικασία μεταμορφώσεως ακόμη δε και διαλύσεως της κλασσικής έννοιας τόσο της ουσίας όσο και του προσώπου;

Ακόμη στις μέρες μας βεβαίως ο Χάϊντεγκερ εμφανίζεται να δηλώνει πως κατά βάθος «η ουσιότης είναι το οντολογικό μοντέλο για τον ορισμό του όντος, το μόνο που απαντά στο πρόβλημα του ποιος». Ακόμη και για τον Καρτέσιο το είναι της ουσίας ή η ουσιότης πρέπει να χαρακτηρίζεται από την αυτάρκεια, από την έλλειψη ανάγκης, κάτι που μόνον το «τέλειο ον» δηλαδή ο Θεός μπορεί να διαθέτει και μπορεί να ονομασθεί επομένως ουσία με ακρίβεια.

Παρόλα αυτά ο Καρτέσιος εγκαταλείπει το πρόβλημα της ουσίας. Και το πρόσωπο μπαίνει σε περιπέτειες. Πώς είναι δυνατόν να συνεχιστεί να ορίζεται το πρόσωπο σαν «ατομική ουσία λογικής φύσεως» μαζί με τον Βοήθιο ή ακόμη «ξεχωριστά αυθύπαρκτο λογικής φύσεως» μαζί με τον Θωμά Ακινάτη;

Πώς μπορούν να συνεχίσουν να ισχύουν και όλες οι υπόλοιπες προσπάθειες ορισμού του προσώπου, αφού ο κόσμος ολόκληρος μετεμορφώθη και τοποθετήθη σε νέα βάση, την βάση ακριβώς του Cogito, της σκέψης; Γνωρίζουμε πως με το Cogito ο Καρτέσιος εννοούσε το ιδίωμα της πνευματικής ουσίας ή res cogitans, το οποίο δεν μπορεί ποτέ του να τεθεί σε αμφιβολία και γι' αυτόν τον λόγο μπορεί να αποτελεί θεμέλιο της υποκειμενικής βεβαιότητος της υπάρξεως και το μέτρο κάθε άλλης δυνατής βεβαιότητος. Γνωρίσαμε δε μαζί με τον Καρτέσιο πως ακόμη και η ύπαρξη της υλικής ουσίας ή res extensa εξαρτάται από το Cogito (την σκέψη) αλλά και πως ακόμη και η ύπαρξη της κορυφαίας (πρώτης) πνευματικής ουσίας, που είναι ο Θεός, εξαρτάται από την σκέψη.

Ο Σπινόζα προσπάθησε στην συνέχεια να ενοποιήσει τον δυαλισμό της res cogitans και της res extensa (ψυχής και σώματος) σε μια ενότητα η οποία μπορεί να περιέχει τα πάντα και να θεμελιώνει το θείο στην γεωμετρική τάξη του σύμπαντος. Αυτό το μοντέλο τελειοποιήθηκε μέσα στους αιώνες και ισχύει μέχρι σήμερα!

Αυτή η τρικυμία που ακολούθησε την αντικατάσταση της ουσίας με το Cogito παρέσυρε πολύ γρήγορα και την έννοια την οποία πρέπει να ενώσουμε στον όρο πρόσωπο.

Περιέργως αυτήν η καινούργια έννοια η οποία θα δώσει και καινούργιο περιεχόμενο στον όρο πρόσωπο εμφανίζεται για πρώτη φορά στην ιστορία της σκέψης στο ήδη αναφερθέν “Δοκίμιο γύρω από την ανθρώπινη κατανόηση” του John Locke, μπλεγμένο όπως είδαμε στην τριαδολογική διαμάχη της Αγγλίας του 1690.

Σ' αυτό του το έργο ο Locke ανταποκρινόμενος στα αιτήματα που θέτει η εποχή του, δηλαδή της μεταρρυθμίσεως και αναστηλώσεως της πρωτογενούς πίστεως και ακολουθώντας επιπροσθέτως την επιρροή που ασκούσαν στην εποχή του ο Καρτέσιος, αλλά και ο Hobbes και ο Νεύτων, ο Locke αποφασίζει να αναλύσει τα όρια της ανθρωπίνου νοήσεως και να εξετάσει αυτήν την ίδια την ικανότητά μας να ξεχωρίζουμε ποια αντικείμενα είναι διαθέσιμα στην κατανόησή μας και ποια την υπερβαίνουν. Ο Locke επιβεβαιώνει πως υπάρχει μεγάλη ασάφεια γύρω από τις έννοιες τόσο της res extensa, της υλικής πραγματικότητος, όσο και της res cogitans, της πνευματικής.

Όμως ο ζήλος του είναι η κριτική της ιδέας της ουσίας, η οποία περιέχεται στο άλλο του βιβλίο “Δοκίμιο πάνω στην ανθρώπινη νόηση”. Αυτή η ιδέα της ουσίας, επιχειρηματολογεί ο Locke, δεν μας έρχεται ούτε από την αίσθηση ούτε από τον στοχασμό, δηλαδή από τους δύο μοναδικούς δρόμους από τους οποίους δεχόμαστε τις ιδέες. [Εδώ σαν ιδέες εννοούνται οι έννοιες. Οι ιδέες του Πλάτωνος είχαν ήδη χαθεί από καιρό, με την αντικατάσταση του ΝΟΥ από την ψυχή και τα μέρη της εκ μέρους του Αυγουστίνου. Τώρα παρακολουθούμε και την κατάργηση της ουσίας του Αριστοτέλη, με την αντικατάσταση της ψυχής του Αυγουστίνου από το σώμα του Καρτέσιου και Locke. Από το Cogito! Σήμερα αυτό το σώμα ονομάζεται ψυχοειδές, self. Για να καταλάβουμε ακόμη καλύτερα το αγγλοσαξονικό πνεύμα, το οποίο αντικατέστησε και το αρχαιοελληνικό και το ρωμαϊκό, ας δούμε την περιγραφή της ιδέας, από τον Hume με μια εικόνα που έμεινε κλασσική: Σε ένα αριστοκρατικό σαλόνι μια παρέα κυρίες παίρνουν το τσάι τους. Η οικοδέσποινα απευθύνεται σε μια από τις φίλες της: -Ζάχαρη; -Μια ιδέα!!! Η καρικατούρα του Πλάτωνος].

Έτσι λοιπόν, συνεχίζει ο Locke «δεν την γνωρίζουμε καθόλου, τουλάχιστον δεν την γνωρίζουμε ξεκάθαρα, τόσο ώστε η λέξη ουσία δεν μπορεί να είναι τίποτα άλλο για μας από υπόθεση αμφιβόλου αξίας κάποιου πράγματος που δεν γνωρίζουμε, δηλαδή ενός πράγματος του οποίου δεν διαθέτουμε καμία ιδέα (φαινόμενο) αλλά το οποίο υπολογίζουμε σαν το υποκείμενο, αυτό που στηρίζει, περιέχει, υποστηρίζει τις ιδέες που γνωρίζουμε (υποκείμενο με την αριστοτελική έννοια)».

Προσπαθώντας να ελευθερωθεί λοιπόν από τις ψευδαισθήσεις στις οποίες πέφτουμε θύματα, όταν μπερδεύουμε τις λέξεις με τα ίδια τα πράγματα, καταγγέλλει την κοινή χρήση του όρου ουσία και για τον θεό και για τα πεπερασμένα πνεύματα και για τα σώματα, σαν εξόχως προβληματική! Μέσα σ' αυτό το πλαίσιο λοιπόν τί γίνεται η ιδέα του προσώπου; Τί σημαίνει ακριβώς πρόσωπο;

Σκέπτομαι, λέει ο Locke, ότι πρόσωπο σημαίνει «ένα έξυπνο και σκεπτόμενο ον, που διαθέτει νόηση και στοχασμό και μπορεί να υπολογίσει τον εαυτό του δηλαδή αυτό το σκεπτόμενο πράγμα που είναι, σε διαφορετικούς χρόνους και τόπους, κάτι που μπορεί να επιτύχει μέσω εκείνης της συναίσθησης η οποία είναι αξεχώριστη από την σκέψη και απ’ ότι καταλαβαίνω ουσιώδης σ’ αυτή, καθότι είναι αδύνατον στον καθένα μας να αντιληφθεί κάτι χωρίς να αντιλαμβάνεται ταυτοχρόνως πως αντιλαμβάνεται. Έτσι η συναίσθηση, συνοδεύοντας πάντοτε την σκέψη και όντας ταυτοχρόνως αυτό, που ο καθένας μας είναι, αυτό που ονομάζει ο εαυτός του, διακρίνοντας ταυτοχρόνως τον εαυτό του από όλα τα υπόλοιπα σκεπτόμενα όντα, δημιουργεί την προσωπική ταυτότητα: Δηλαδή το γεγονός πως ένα λογικό ον είναι πάντοτε το ίδιο.

Η ταυτότης δε αυτή εισχωρεί και στο παρελθόν, σε όλο το παρελθόν όπου είναι δυνατόν να μεταφερθεί αυτή η συναίσθηση, σε κάθε σκέψη και πράξη του παρελθόντος και δίνει την βεβαιότητα πως είναι το ίδιο Εγώ τώρα, που ήταν και τότε, και πως εκείνη πράξη πραγματοποιήθηκε από το ίδιο Εγώ το οποίο αυτή την στιγμή τώρα, την αναπαριστά στον στοχασμό του. ΧΩΡΙΣ ΣΥΝΕΙΔΗΣΗ –δηλώνει ο Locke– ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ ΠΡΟΣΩΠΟ». (Δοκίμιο στην ανθρώπινη νόηση, ΙΙ, ΧΧVII, 25, σελ. 350).

Και συνεχίζει: «Εάν καταλαβαίνω καλά, πρόσωπο είναι το όνομα αυτού του Εγώ. Οπουδήποτε ένας άνθρωπος βρίσκει αυτό που ονομάζει εαυτό του, εκεί σκέπτομαι πως κάποιος άλλος μπορεί να πει με βεβαιότητα πως βρίσκεται το ίδιο ακριβώς πρόσωπο. Το πρόσωπο είναι ένας όρος ο οποίος μπορεί να αποδώσει τις πράξεις και την αξία τους, και γι’ αυτό ανήκει μόνον στους έξυπνους φορείς τους δεκτικούς νόμου και ευτυχίας και δυστυχίας». (Δοκίμιο ΙΙ, ΧVII, 28, σελ. 353).

Όπως φαίνεται πλέον ξεκάθαρα η κλασική ερώτηση «τί είναι», δηλαδή η έρευνα στο είναι και τοιουτοτρόπως στην οντολογία του προσώπου, λόγω της επαναστάσεως που προκλήθηκε από το Cogito (την σκέψη) του Καρτέσιου, η παληά ερώτηση λοιπόν, μεταμορφώνεται στον Locke στο θέμα της ταυτότητος του προσώπου. Από την στιγμή λοιπόν που ετέθη το Cogito σαν το μοναδικό βασικό συστατικό του ανθρώπου και απεκλείσθη η ουσία, το πρόσωπο το οποίο ήταν μέχρι τότε «ουσία λογικής φύσεως», πρέπει να εγκαταλείψει την ουσιότητα, καθώς δεν είναι αυθύπαρκτη και να μειωθεί σε μια καθαρή και απλή νόηση και επομένως στο ΕΓΩ.

Τοιουτοτρόπως με την συμβολή του Locke, από το πρόσωπο σαν ουσία, περνούμε στο πρόσωπο σαν συνείδηση και μάλλον καλύτερα, σαν αυτοσυνειδησία.

Είναι ενδιαφέρον δε να σημειώσουμε πως από τον Locke στον Berkeley, στον Hume μέχρι τον Russel και τον Carnap, μέχρι των ημερών μας δηλαδή στην αγγλοσαξωνική φιλοσοφία, το πρόβλημα του προσώπου στριφογυρίζει πάντοτε γύρω από το ίδιο ερώτημα που έθεσε ο Locke, δηλαδή γύρω από την ταυτότητα του προσώπου.

Βεβαίως η ταύτιση του προσώπου με την συνείδηση δεν έμεινε μόνον στα εδάφη της Αγγλίας, καθώς ακόμη και για τον Leibniz, για παράδειγμα, η ταυτότης του προσώπου είναι η ταυτότης της συνειδήσεως δηλαδή «εσωτερικό αναστοχαστικό συναίσθημα αυτού που η ίδια είναι».

Ας παρακολουθήσουμε όμως πολύ σύντομα και στην θεολογία, τί γίνεται, ταυτοχρόνως με την επανάσταση του Locke.

Βλέπουμε λοιπόν, την ίδια χρονιά που εκδίδεται το δοκίμιο του Locke, το 1690, ο William Sherlock, να εκδίδει το πρώτο θεολογικό δοκίμιο στο οποίο εφαρμόζεται στην Αγία Τριάδα η μοντέρνα έννοια της συνειδήσεως. Για τον Sherlock η αυτοσυνειδησία (self – consciousness) συστήνει την αριθμητική ενότητα ενός πεπερασμένου πνεύματος. Όταν όμως πρόκειται για την άπειρη νόηση (Mind), τα πράγματα αλλάζουν. Εδώ έχουμε να κάνουμε, όπως διδάσκει και η Γραφή, με μια Τριάδα και επομένως με τρία άπειρα πνεύματα ή Αυτοσυνειδησίες, καθεμιά από τις οποίες διακεκριμένη από την άλλη και καθεμιά ολοκληρωτικά συνειδητή των σκέψεων της άλλης τόσο πολύ μάλιστα που θα μπορούσαμε να πούμε πως είναι αριθμητικά ένα μόνο πράγμα.

Μόνον έτσι μπορεί να γίνει κατανοητό το πιστεύω του Μ. Αθανασίου. Υπάρχει δε μια τέλεια αρμονία ανάμεσα στα πρόσωπα. Η ενότητά τους είναι κάτι περισσότερο από ηθική ενότητα. Είναι η ενότης μιας ειδικής Φύσεως. Δεν υφίσταται καμμία διαφορά εάν ο Θεός γίνεται αντιληπτός σαν μια απλή πράξη ή ενέργεια.

Στον Sherlock απάντησε ο Robert South, ο οποίος με σθένος καταγγέλλει την ταύτιση προσώπου και αυτοσυνειδησίας. Η αυτοσυνειδησία προϋποθέτει την προσωπικότητα η οποία είναι κάτι εντελώς διαφορετικό. Η διαφορά φανερώνεται εύκολα στην ανθρώπινη Φύση του Χριστού, η οποία ενώ έχει τέλεια συναίσθηση όλων όσων συμβαίνουν στο εσωτερικό της, παρόλα αυτά δεν είναι πρόσωπο!

Καινούριες ερωτήσεις, ριζικές και γεμάτες συνέπειες, διαπερνούσαν την Ευρώπη της εποχής. Ο θεϊσμός, ο κληρονόμος των αντιτριαδιστών, υποχρέωνε σιγά-σιγά τους πάντες να θέσουν τα περιεχόμενα της αποκαλύψεως στο δικαστήριο της νοήσεως. Ο θεϊσμός αντιπροσωπεύτηκε από όλους τους Διαφωτιστές. Σιγά-σιγά λοιπόν η Ευρώπη απαρνείται το υπερφυσικό του Χριστιανισμού και κατατάσσει το Τριαδικό δόγμα σαν μια περίπλοκη φαντασία. Όπως είδαμε και στον Βολταίρο και στον Ρουσσώ, ο Θεός, αν είναι Θεός, πρέπει να είναι γεμάτος κατανόηση, ανοχή, ένας αρχιτέκτων του Σύμπαντος και όχι ένα απίστευτο ον τρία σε ένα ή ένα σε τρία.

Τί χώρο μπορεί πλέον να βρει μια πίστη, σαν αυτή στην Αγία Τριάδα, σ’ έναν κόσμο στον οποίο βασιλεύει: «η αυτάρκεια του λογικού ανθρώπου μέσα σ’ έναν λογικό κόσμο;»

(Συνεχίζεται)

Αμέθυστος

Πέμπτη, 16 Ιουλίου 2009

Σχόλιο στον νεο-μηδενισμό

Οφείλουμε μια μικρή διευκρίνιση στην τελευταία μας ανάρτηση που 'χει σαν θέμα της τον νέο-μηδενισμό.

Ο κ. Γιανναράς, στο βιβλίο του “Ενάντια στην θρησκεία”, ακολουθώντας τους δασκάλους του προτεστάντες, αμφισβητεί την νομιμότητα και την επιμονή της παραδόσεώς μας στο αειπάρθενο της Θεοτόκου. Στις σελίδες 200-201, του βιβλίου, γράφει: Γίνεται το θαύμα της ενσαρκώσεως και ο αχώρητος χωρείται εν γαστρί. Τί μεγαλειωδέστερο εξασφαλίζει η διατήρηση της ανατομικής παρθενίας της Θεοτόκου και μετά τον τοκετό;

Ο “προφήτης” θέλει πόνο και αίμα, είναι ξεκάθαρο, όπως ακριβώς τονίζεται και στην ανάρτηση! Γιατί η ηδονή και ο πόνος είναι αδέλφια.

Θα θέλαμε όμως να βοηθήσουμε την “σκέψη” του λέγοντάς του πως το αειπάρθενο δεν εξασφαλίζει κάτι παραπάνω στο θαύμα της ενσαρκώσεως του Κυρίου, είναι απλώς η συνέχεια αυτού του ιδίου θαύματος. Όπως και η υπόλοιπη ζωή του Κυρίου ανάμεσά μας χαρακτηριζόταν σταθερά από την παρουσία αυτού του θαύματος. Ο Κύριος δεν υπήρξε ποτέ ένας απλός άνθρωπος σαν εμάς. Στο Πρόσωπό Του ήταν πάντοτε ενωμένες ασυγχύτως και αδιαιρέτως οι δύο φύσεις! Χώρεσε στην ζωή μας ο Αχώρητος και χωρά ακόμη, αλλά δεν αφήνει τίποτε ίδιο. Από εκεί και πέρα η ζωή λαμπρύνεται από το θαύμα. Τί μεγαλύτερο θαύμα από την ταπεινότητα, έστω και αν σήμερα είναι σπάνια.

Δηλαδή κατά τη γνώμη σας κ. Γιανναρά, μετά τον Ευαγγελισμό της Θεοτόκου και τη σύλληψη του Θεανθρώπου έπρεπε να γεννηθεί ένας απλός άνθρωπος;
Δεν έπρεπε να γεννηθεί ο Θεάνθρωπος;

Ου ποιήσεις σεαυτώ είδωλον! Η πιο δύσκολη εντολή, έτσι δεν είναι κ. Γιανναρά;

Γιατί ο κ. Γιανναράς θεωρείται ορθόδοξος θεολόγος, είναι νομίζουμε ένα από τα μεγάλα Μυστήρια των Νεοελλήνων.




Η Παναγία του Ραφαήλ για ψυχολογικά υγιείς χριστιανούς χωρίς το αειπάρθενο.


Amethystos

Τετάρτη, 15 Ιουλίου 2009

Ο νεο-μηδενισμός


Ο Ντοστογιέφσκι είχε επισκεφτεί ένα γερμανικό μουσείο και γνωρίζουμε ότι έμεινε εκστατικός απέναντι από ένα πίνακα.

Όταν η γυναίκα του μετά από ώρες τον ξεκόλλησε από τον πίνακα τον άκουσε να ψιθυρίζει: «Αν αυτό είναι αλήθεια, τότε δεν υπάρχει Θεός. Μπορούμε να κάνουμε ό,τι θέλουμε».

Είχε συναντήσει μία από τις μεγάλες πόρτες του μηδενισμού που διέλυσαν του Ευρωπαίο άνθρωπο.

Ο πίνακας απεικόνιζε τον Εσταυρωμένο Χριστό πάνω στον Σταυρό καταματωμένο και κατακομματιασμένο, εκφράζοντας απέραντο πόνο.

Τί έλειπε από τον πίνακα;
Το Αειπάρθενο. Διότι το Αειπάρθενο ανήκει στην θεότητα του Κυρίου.

Αμέθυστος

Δευτέρα, 13 Ιουλίου 2009

ΑΠΟ ΤΗΝ ΟΥΣΙΑ ΣΤΗΝ ΥΠΟΚΕΙΜΕΝΙΚΟΤΗΤΑ

Η τριάδα των φιλοσόφων

Στις Πηγές της Νεωτερικής θεολογίας (ΧΙV)


Στις συγκρούσεις του XVII αιώνος κυριαρχεί ένα όνομα: «Sociniano». Από το όνομα του αρχηγού των αντιτριαδιστών Socino. Ο Sociniano απορρίπτει τον ορισμό της Persona του Βοήθιου, αρνείται να διακρίνει στον Θεό ουσία και πρόσωπο και καταργεί εν τέλει την Τριάδα μιλώντας για τον Θεό σαν να είναι ένα πρόσωπο μόνον. Ο Bossuet γράφει πως ο όρος Sociniano δείχνει αυτόν ο οποίος δεν θέλει να πιστέψει παρά μόνον αυτό το οποίο γνωρίζει ξεκάθαρα. Οι Sociniani είναι πεπεισμένοι πως ο Καλβίνος και οι υπόλοιποι Μεταρρυθμιστές δεν πραγματοποίησαν παρά μισή Μεταρρύθμιση!

Μέχρι το τέλος του αιώνος η αίρεση είχε κατακλύσει την Γερμανία, την Γαλλία και μέσω της Ολλανδίας, την Αγγλία. Ονομάστηκε Trinitarian Controversy και καταργούσε, στο όνομα της Λογικής, το δόγμα της Αγίας Τριάδος και την θεότητα του Χριστού. Προωθούσε στηn θέση του Χριστιανισμού μία «φυσική θρησκεία», καθορισμένη από τον καθένα κατά την διάθεσή του φτάνοντας να γελοιοποιεί και αυτές τις ίδιες τις βάσεις της κοινωνίας. Η γελοιοποίηση και όχι η νόηση ήταν ο μεγαλύτερος κίνδυνος για την κοινωνία και την Εκκλησία.

Το βιβλίο «Religio Rationalis» του Andrzej Wiszowathy εκδίδεται το 1684 στο Άμστερνταμ. Το βιβλίο «Christianity not misterious» του John Toland, είναι το πρώτο απολύτως λογικό βιβλίο και είναι του 1696. Όμως στα 1689 βλέπει το φως το «Δοκίμιο γύρω από την ανθρώπινη κατανόηση» του John Locke, το οποίο προσφέρει, για πρώτη φορά στην Ιστορία, στην ανθρώπινη νόηση, τόσο αποτελεσματικές θεωρητικές βάσεις. Και ο Socinianesimo του Locke έρχεται στην επιφάνεια ξεκάθαρα με το επόμενο βιβλίο του «Reasonbleness of Christianity».
Κάτι σαν την εκλογίκευση του Χριστιανισμού. Εδώ λοιπόν ο Locke μειώνει ολόκληρο το περιεχόμενο της πίστεως σε ένα και μοναδικό «λογικό» άρθρο δηλαδή στην ανάγκη να πιστέψουμε πως ο «Ιησούς της Ναζαρέτ είναι ο Μεσσίας». Η Βίβλος περιοριζόταν μόνον στη Κ.Δ. και συγκεκριμένα μόνον στα απλά Ευαγγέλια, χωρίς τις Αποστολικές Επιστολές. Σ' αυτή την εξόρμηση κάθαρσης από κάθε δόγμα που θα μπορούσε να έλθει σε αντίφαση με τις ξεκάθαρες αρχές της νοήσεως, τα δόγματα της Εκκλησίας περί της Αγίας Τριάδος και της θεότητος του Χριστού τα σκέπασε η απόλυτη σιωπή!

[Πόσο μοντέρνα και νεωτερικά δεν απηχούν σ' εμάς τους Έλληνες όλα αυτά! Με πόσο πάθος οι διάφοροι Αγουρίδες, Ράμφοι, Ζηζιούλες και Γιανναράδες δεν προσπαθούν να μας πείσουν να εκμοντερνιστούμε, να εισέλθουμε στην Ιστορία, υιοθετώντας φρέσκες Ιδέες, μοντέρνες, ηλικίας μόλις 300 ετών!]

Ο Edward Stillingfleet, επίσκοπος του Worcester, καταγγέλλει στα 1697 πως ακόμη και στο πρώτο του δοκίμιο, στην ανθρώπινη κατανόηση, ο Locke ήταν ήδη Socinian. Αυτή η ίδια η θεωρία της Γνώσεως που περιέχεται στο εν λόγω δοκίμιο καταλήγει στην άρνηση του δόγματος της Αγίας Τριάδος και έχει εξάλλου μόνον αυτόν τον σκοπό! Από εδώ γεννιέται και ο εικονοκλαστικός «θεϊσμός» των Εγγλέζων, ο οποίος μετά από λίγο θα κατακλύσει την Ευρώπη. [Σημερινός απλοϊκός και καθυστερημένος εκπρόσωπός του στην Ελλάδα ο Αρσένιος Μέσκος].

Στην απέναντι όχθη, στην Γαλλία, ο Pierre Bayle συμφωνούσε με τον Locke πως το μοναδικό άρθρο πίστεως στον Χριστό Μεσσία έφτανε για την σωτηρία! Από εδώ και από αυτή τη στιγμή ξεκινά η παροιμιώδης προσπάθεια των Ευρωπαίων σοφών να συμμορφώσουν τον Χριστιανισμό με το Φυσικό Φως, την ανθρώπινη νόηση και σοφία. Στο «Dictionnaire historique et critique» ο Pierre Bayle αναγνώριζε πως το κίνημα του Socinianesimo δεν ήταν μια απλή διαμαρτυρία στην περιπλοκότητα των δογμάτων, αλλά ήθελε να είναι ένα σημείο ενότητος της αληθινής Εκκλησίας, αναγνωρίζοντας σαν δικά του τα δόγματα των πρώτων αιώνων του Χριστιανισμού. Ο ίδιος ο Bayle εντόπισε και φανέρωσε ακόμη και την ανθρωπιστική καταγωγή του κινήματος, φτάνοντας να παρατηρήσει πως ο Έρασμος δεν υπήρξε μόνον ο “Ιωάννης ο Πρόδρομος” του Λούθηρου, αλλά μεταφράζοντας στην δική του έκδοση της Κ.Δ. τον όρο Λόγος με τον όρο Sermo (κήρυγμα) κατέληξε να νομιμοποιήσει όλη την αντιτριαδική ερμηνεία του προλόγου του κατά Ιωάννην και να προκαθορίσει όλη την φιλοσοφική ερμηνεία του Ευαγγελίου από τον Γερμανικό Ιδεαλισμό. Και με απίστευτη Ιστορική σοφία ο Bayle αποφαίνεται: «Αρνούμενοι να πιστέψουν σε ότι νομίζουν αντίθετο στο φως της φιλοσοφίας και να υποτάξουν την πίστη τους στα ακατανόητα Μυστήρια της Χριστιανικής Θρησκείας ανοίγουν τον δρόμο στον πυρρωνισμό (στην αμφιβολία), στον θεϊσμό, στην αθεΐα» (άρθρο Socin, σημείωση Η, σελ. 2750 του λεξικού του). Παρ' όλη την υποτιθέμενη πίστη του όμως ο Bayle τελικά ιστορικά προσέφερε πολύτιμες υπηρεσίες στην απιστία. Ο Leibniz ο οποίος προσπάθησε με τον τρόπο του να υπερασπιστεί την Αγία Τριάδα, έγραψε ευφυώς για τον Bayle: «Ο κύριος Bayle εξανάγκασε στην σιωπή την νόηση, αφού πρώτα της επέτρεψε να μιλήσει υπερβολικά πολύ»!

Ας δούμε όμως σ' αυτό το σημείο τις διαφορές που υπάρχουν ανάμεσα στον Socinianesimo και στον θεϊσμό αυτό καθ' αυτό και στον αθεϊσμό που είναι η φυσική τους κατάληξη.
Ο Socinianesimo αγαπούσε να θεωρεί την πίστη του ακόμη Χριστιανική, μάλιστα δε σαν την αληθινά Χριστιανική, χωρίς τις γαρνιτούρες της θεολογίας και επιτέλους νοητικά ξεκάθαρη, ενεργώντας και αυτός σαν ένα είδος Μεταρρυθμίσεως. Ο θεϊσμός αντιθέτως είναι μια φιλοσοφία εντελώς αυτόνομη από την προϋπόθεση μιας ιστορικής θρησκείας, αποκεκαλυμένης, «θετικής»! Ο Socinianesimo για να παραμείνει συνεπής με τις νοησιαρχικές του πεποιθήσεις, κατέληξε σε έναν ανθρωπομορφισμό της έννοιας του θεού. Ο θεϊσμός με τη σειρά του, υποβάλλοντας την Βίβλο και την παράδοση σε σκληρή κριτική εναντίον της Αγίας Τριάδος, ομολογεί έναν μοναδικό θεό-νόηση. Έτσι αναγνώριζαν την τάξη ενός κόσμου σημαδεμένου από το θείο, η οποία τάξη έπρεπε να αναπαραχθεί στην ηθική συμπεριφορά του ανθρώπου, αλλά μαζί μ' αυτά δεν ήθελε με τίποτε να λατρεύσει έναν θεό διαφορετικό από εκείνον που διαμορφώνει από μόνη της η «νόηση». Έτσι ο πρωτογενής Socinianesimo μεταλλασσόταν σε άλλο γένος, κατορθώνοντας μ' αυτόν τον τρόπο να εισχωρήσει ακόμη και σε ορισμένες Εκκλησίες, όπως στην Αγγλικανική ή ακόμη και στην ίδια την Καλβινιστική.

Το σύνορο που ξεχώριζε πλέον τους ανθρώπους, τους σκοπούς τους, τους τρόπους τους, δεν ήταν η απλή πίστη ή ο προορισμός αλλά αυτό το ίδιο το Τριαδικό δόγμα. «Στον αιώνα των φώτων δεν αναρωτιόμαστε πλέον για την σωτηρία με ή χωρίς έργα ή για την ορατή ή αόρατη εκκλησία, αλλά αμφιβάλουμε για αυτόν τον ίδιο τον Χριστιανικό θεό. Σ' αυτό το σημείο τα σύνορα της πίστεως αντιπαρατίθενται στα σύνορα της νοήσεως, στην υπερηφάνεια και την αξιοπρέπεια δηλαδή ενός ανθρώπου ενήλικου πλέον, ελευθέρου από τις δεισιδαιμονίες των ιερών παραδόσεων και χειραφετημένου». Έτσι απαντούσε στο ερώτημα για τον Διαφωτισμό ο σοβαρός Kant. Το Big Ben του Könisberg!

Αυτό το ίδιο πνεύμα κυριαρχεί και στην σύνταξη της Εγκυκλοπαίδειας των Ντιντερό, Βολταίρου, Ρουσώ. Η Αγία Τριάδα και το πρόσωπο σατιρίζονται, όπως παληά ο Σωκράτης από τον Αριστοφάνη! Χάρη δε στην ιδιοφυΐα του Ντιντερό τα χτυπήματα εναντίον του Χριστιανισμού μέσα στην εγκυκλοπαίδεια δεν περιέχονται στα επίσημα άρθρα πάνω στον Χριστιανισμό, αλλά σε δευτερεύοντα όπου η επίθεση είναι τρομακτική και ο Χριστιανισμός χαρακτηρίζεται αποδέκτης δεισιδαιμονιών. Αυτή η επίθεση βρίσκεται καλά κρυμμένη στα άρθρα «Agnus Scypticus», «Caldei», «Cinici», «Saraceni» και στο άρθρο που περιέχεται στον τόμο XVII του 1765, «Unigenitus».

Όσον αφορά προσωπικώς τον Βολταίρο τώρα, στο βιβλίο του «Φιλοσοφικά γράμματα» του 1734 γράφει: «Βλέπετε λοιπόν πόσες επαναστάσεις γίνονται στις γνώμες μας, όπως ακριβώς και στις αυτοκρατορίες. Τρεις αιώνες μετά τον θρίαμβό του και δώδεκα αιώνες μετά την λήθη του, το κόμμα του Άρειου ξαναγεννιέται από τις στάχτες του. Το μόνο του λάθος είναι πως ξαναεμφανίστηκε σε μια εποχή κατά την οποία οι άνθρωποι είναι πλέον χορτάτοι από διαφωνίες και αιρέσεις».

Ο άλλος διάσημος Γάλλος, ο Montesquieu, είχε προηγηθεί στις ευφυολογίες, καθώς στα «Περσικά γράμματα» στο αριθμ. 24, στα 1712, περιέγραφε τον πάπα σαν ένα μάγο, ο οποίος προσπαθεί να μας πείσει να πιστέψουμε ότι τρία δεν είναι παρά ένα, ότι το ψωμί που τρώμε δεν είναι ψωμί και το κρασί που πίνουμε δεν είναι κρασί και χιλιάδες άλλα πράγματα!

Ακολουθεί κατά πόδας, το καλό παιδί της εποχής του, ο Ρουσσώ! Ο καλός του Αιμίλιος ρωτά τον Καρδινάλιο: «Μιλήστε μου για την αποκάλυψη, για τις Γραφές, για κείνα τα δυσκολονόητα δόγματα που δεν μπορώ να κατανοήσω. Και ο Καρδινάλιος του απαντά: Φτάνει η φυσική θρησκεία και είναι πολύ παράξενο να πιστεύουμε πως μας χρειάζεται και μια άλλη ακόμη. Οι πιο μεγάλες Ιδέες για την θεότητα προέρχονται από την νόησή μας και μόνον».

(Συνεχίζεται)

Αμέθυστος

Σάββατο, 11 Ιουλίου 2009

Ο ΚΑΛΒΙΝΟΣ ΚΑΙ Η ΕΠΙΘΕΣΗ ΤΩΝ ΑΝΤΙΤΡΙΑΔΙΣΤΩΝ

Στις Πηγές της Νεωτερικής θεολογίας (ΧIIΙ)


Ο Καλβίνος υποστήριξε με πάθος την Αγία Τριάδα, παρότι στην αρχή της δράσης του η ενασχόλησή του ήταν σχεδόν τυπική. Διότι τον ενδιέφερε περισσότερο ο τρόπος με τον οποίο μπορούμε να αποκτήσουμε την Σωτηρία, παρά οι αντικειμενικές προϋποθέσεις της Σωτηρίας αυτής.

Η θεολογία του Καλβίνου εξαρτάται από την «κατάσταση». Είναι πολεμική κατά το μεγαλύτερο μέρος της και είναι μια μεγάλη προσπάθεια να απαντηθούν με καθαρότητα και σταθερότητα τα επείγοντα προβλήματα που έθεσε στον Χριστιανισμό η φωτιά της Μεταρρυθμίσεως. Η θέλησή του είχε σαν στόχο την μεταρρύθμιση της Εκκλησίας, η οποία κατέρρεε απογυμνωμένη στην εποχή του από δύο αιτίες: από τους καθολικούς «παπικούς» από το ένα μέρος και από τους φωτισμένους αναρχικούς του Ελευθέρου πνεύματος ή αντιτριαδιστές από το άλλο.

Για τον πάπα και την αίρεσή του γνωρίζουμε σχεδόν τα πάντα, αλλά για την επικίνδυνη αίρεση του Ελευθέρου πνεύματος σχεδόν τίποτε, παρότι συνεχίζει να ζει μέχρι σήμερα και να συμμετέχει ανενόχλητη σαν η βασικότερη κολόνα του σημερινού πολιτισμού. Είναι ένα κίνημα το οποίο ξεκινά από το 1215 από την περιοχή του άνω Ρήνου. Η αίρεση των Αμωριτών αναγνωρίζεται σήμερα σαν τους προπάτορες της αιρέσεως του Ελευθέρου πνεύματος. Η αίρεση των “Καθαρών” εναντίον των οποίων οργανώθηκε μια ολόκληρη Σταυροφορία δεν υπήρξε ο μεγαλύτερος κίνδυνος της Δύσεως. Οι μύστες του Ελευθέρου πνεύματος την βασάνισαν πολύ περισσότερο, επειδή ο παπισμός, σαν αίρεση που είναι, δεν διέθετε τα κατάλληλα όπλα για την αντιμετώπισή τους.

Συν τοις άλλοις αυτό είναι και το αλάθητο Ιστορικό κριτήριο για να ξεχωρίσουμε την αίρεση από την Ορθοδοξία. Η αίρεση προκαλεί, γεννά νέες αιρέσεις, τις οποίες δεν μπορεί να αντιμετωπίσει γιατί είναι παιδιά της, όπως ακριβώς συνέβη με τον Παπισμό και την Μεταρρύθμιση.

Η αίρεση του Ελευθέρου πνεύματος ή της πνευματικής Ελευθερίας (μια επαναστατική εσχατολογία), οδηγούσε τους ανθρώπους σε μια κατάφαση στην Ελευθερία τόσο απερίσκεπτη και τόσο απόλυτη, ώστε ισοδυναμούσε με πλήρη άρνηση κάθε λογής περιστολής και περιορισμού.

Οι άνθρωποι αυτοί μπορούν να θεωρηθούν μακρινοί πρόδρομοι του Μπακούνιν και του Νίτσε, της μποέμικης διανόησης η οποία ακόμη μέχρι σήμερα προσπαθεί να πραγματοποιήσει κοινωνικά, το δόγμα που στοιχειώνει την φαντασία της, την πίστη της στην πλήρη Χειραφέτηση.

Ήταν πεπεισμένοι ότι αυτό που η Χριστιανική θεολογία θεωρεί πως είναι το απαράμιλλο θαύμα της Ενσαρκώσεως, επαναλαμβανόταν τώρα στον καθένα τους.

Η επανάσταση εναντίον της Αγίας Τριάδος οφείλει εν πολλοίς τις απαρχές της στην ανθρωπιστική φιλολογία από την οποία βγάζει τις έσχατες συνέπειες. Η θέληση να ξαναβρεθεί το βιβλικό κείμενο σ' όλη του την καθαρότητα, για να ξανακερδηθεί η πληρότης και η αρχική δύναμις του λόγου του Θεού, συνοδεύτηκε από μια απαξίωση κάθε μεσότητος, είτε εκκλησιαστικής, είτε θεωρητικής. Το δόγμα της Αγίας Τριάδος κατανοείται σαν μια βίαιη προσθήκη και διάβρωση αυτής της ίδιας της αποκεκαλυμένης αλήθειας. Ο όρος και η έννοια της Τριάδος φανερώνονται σαν ξένα και αντίθετα από την Αγία Γραφή. Ο Μιχαήλ Serveto έγραφε στα 1531: «Αυτή η φιλοσοφική πανώλη προήλθε από τους Έλληνες, τους πιο Χαρισματικούς στην φιλοσοφία, και εμείς κρεμασμένοι από τα χείλη τους καταλήξαμε όλοι μας φιλόσοφοι». Το συμπέρασμα όλων αυτών των αντιδράσεων εκφράζεται με ψυχρή συνέπεια από τον Biandrata: «Αυτή η απλή ομολογία μας του μοναδικού Θεού πατρός του Χριστού διώχνει όλους τους εξωτικούς όρους και τα Ιερά δόγματα, σε συμφωνία με τις εντολές των αποστόλων, όπως είναι όλα αυτά τα μυθολογικά πράγματα των μοναχών γύρω από τον Τριαδικό Θεό και από όλες εκείνες τις εθνικές λέξεις οι οποίες δεν υπάρχουν καν μέσα στις άγιες γραφές, όπως η ουσία των προσώπων, οι πραγματικές Ιδιότητες, το ομοούσιον, οι υποστατικές ενώσεις, οι κοινωνίες των Ιδιωμάτων κ.τ.λ.».

Ο δε Dario Senese, αυξάνοντας κατά πολύ τη δόση έγραψε: «Όσον αφορά εμένα κατ' αρχάς ξεπουλάω την ύπαρξη στους σχολαστικούς, την ουσία την πουλάω στον Αριστοτέλη, τον αριθμό στους μαθηματικούς, τις υποστάσεις στους φυσικούς, τα πρόσωπα δηλαδή τα προσωπεία στον μεγάλο καρνάβαλο και τις υποθέσεις στον Ariosto. Εγώ προσωπικώς προσκολλώμαι απλώς στο δόγμα που κήρυξε ο Χριστός και οι διάδοχοί του, χωρίς να ενδιαφέρομαι να γνωρίσω ή να ψάξω άλλο από τον εσταυρωμένο Χριστό».

Οι Μεταρρυθμιστές οι οποίοι έβλεπαν με συμπάθεια κατ' αρχάς τον στρατό των Ιταλών αιρετικών και των αντιτριαδιστών γενικά, πριν ακόμη κατανοήσουν καλά καλά την επικινδυνότητα των λόγων τους, αισθάνθηκαν απειλούμενοι από την ριζική τους ακρότητα στην δική τους προσπάθεια θρησκευτικής και δογματικής ανανέωσης. Η απόρριψη του δόγματος της Αγίας Τριάδος και οι συνέπειές της βρίσκονται ολοκάθαρα εκφρασμένες σ' ένα κείμενο του Bullinger: «Εάν ο Χριστός δεν είναι αληθινός Θεός συναΐδιος και ίσος με τον Πατέρα, δεν καταλαβαίνω πως θα μπορούσε να είναι η κεφαλή της Εκκλησίας και στο τέλος ο Σωτήρας του κόσμου και τέλος πάντων ο Χριστός Βασιλεύς και Γεφυροποιός όλων των αιώνων. Μάλλον έχουν νικήσει οι Εβραίοι και οι Τούρκοι και έχει θριαμβεύσει η πίστη τους: η Χριστιανική πίστη είναι μάταιη».

Καταλαβαίνουμε λοιπόν πολύ καλά, γνωρίζοντας την εποχή του, την προσπάθεια του Καλβίνου να ξεκαθαρίσει τα πράγματα γύρω από την Αγία Τριάδα και το πρόσωπο. Ο Serveto έγραψε το “De Trinitatis erroribus” το 1531 και το 1553 το “Christianismi Restitutio”. Ο Καλβίνος γράφει το 1554 την “Υπεράσπιση της Ορθοδόξου πίστεως στην Αγία Τριάδα ενάντια στα φρικαλέα λάθη του Michele Serveto”. Στα 1555 δε συνεχίζει την πολεμική του με το κείμενο “Απάντηση στα ερωτήματα του Lelio Socino”.

Δεν ενδιαφέρεται λοιπόν μόνον για τα αρχαία λάθη και τις αιρέσεις των Αρειανών και Σαβελλιανών αλλά και για τις σύγχρονές του αιρέσεις των Αντιτριαδιστών. Γι' αυτό και γράφει ξεκάθαρα: «Οι αρχαίοι Θεολόγοι χρησιμοποίησαν τον όρο πρόσωπο και είπαν πως στον Θεό υπάρχουν τρία πρόσωπα, όχι με τον ίδιο τρόπο που μιλάμε εμείς στην γλώσσα μας λέγοντας τρεις ανθρώπους “τρία πρόσωπα” ή ακόμη όπως ανάμεσα στους παπιστές φτάνουν να ζωγραφίζουν με θράσος τρία ανθρωπάκια και να λένε, νά η Τριάδα. Αυτός ο όρος “πρόσωπο ή Persona” εκφράζει τις Ιδιότητες οι οποίες υπάρχουν μέσα στην Ουσία του Θεού».

Δεν διστάζει δε να ομολογήσει την αναγκαιότητα εύρεσης ενός ορισμού του προσώπου «σύντομου και εύκολου». Ο Απ. Παύλος λοιπόν, λέει, δεν ονομάζει τον Κύριο εικόνα της υποστάσεως του Πατρός; (Εβρ. 1,3). Δεν αναγνωρίζει λοιπόν και στους δύο δηλαδή και στον Πατέρα και στον Υιό, μία υπόσταση λόγω της οποίας ο ένας διαφέρει από τον άλλον, έτσι ώστε ο Υιός να είναι όμοιος του Πατρός αλλά να μην συγχέεται μ' αυτόν; Νάτος λοιπόν και ο Ορισμός του προσώπου από τον Καλβίνο: «Κατ' αρχάς ονομάζω πρόσωπο μια πραγματικότητα παρούσα στην Ουσία του Θεού». Στα Λατινικά γράφεται: “Subsistentia in Dei essentia”, στα Γαλλικά όμως υπάρχει γραμμένος ως εξής “résidence en l' essence de Dieu”. Αυτή η πραγματικότης, η παρούσα στην Ουσία του Θεού, λέει ο Καλβίνος πως είναι σε σχέση με τις άλλες, αλλά ταυτοχρόνως διακρίνεται από τις άλλες με μία ακοινώνητη Ιδιότητα. Αυτός δε ο όρος “παρουσία” πρέπει να εννοηθεί με ένα διαφορετικό νόημα από το νόημα της Ουσίας (Inst. I, 13, 6 σελ. 231). Καταλήγοντας ομολογεί πως “υπάρχουν τρία πρόσωπα τα οποία κατοικούν μέσα στην Ουσία του Θεού, με τα οποία μπορούμε να γνωρίσουμε τον Θεό” (Inst. I, 13, 16 σελ. 245).

Στον Θεό υπάρχει διάκριση, όχι διαχωρισμός. Μία διάκριση η οποία δεν αρχίζει στην Ιστορία, αλλά υπάρχει στην αιωνιότητα. Δεν άρχισε η διάκριση Πατρός και Υιού από την στιγμή της ενσαρκώσεως, καθώς ο Μονογενής Υιός υπήρχε στον κόλπο του Πατρός. Η διάκριση επίσης ανάμεσα στον Πατέρα και το Άγιο Πνεύμα αποκαλύπτεται στην Αγία Γραφή, όταν λέγεται πως το Πνεύμα εκπορεύεται εκ του Πατρός (Ιωάν. 15, 26). Η διάκριση ανάμεσα στον Υιό και το Άγιο Πνεύμα φανερώνεται επίσης από τον Ιησού Χριστό όταν λέει πως θα έλθει ένας άλλος παράκλητος (Ιωάν. 14,16-15,26), ορίζοντάς τον ακριβώς έναν «άλλον».

Λέγοντας λοιπόν πως τα πρόσωπα κατοικούν στην Ουσία, ο Καλβίνος εννοεί απλώς μια διάκριση, όχι έναν διαχωρισμό, ανάμεσα στα πρόσωπα. Το Δόγμα της Αγίας Τριάδος δεν επινοήθηκε για πρώτη φορά στην Νίκαια ή στην Κων/πολη. Από τις απαρχές της η Εκκλησία είχε πάντοτε την ίδια πίστη στον Θεό Μονάδα και Τριάδα.

Το ρεύμα των Αντιτριαδιστών δεν σταμάτησε βεβαίως. Διακλαδώθηκε προς τα ανατολικά, ιδίως στην Πολωνία, για να επιστρέψει αργότερα στις χώρες της κεντρικής και βόρειας Ευρώπης (βλ. ΝΟΡΜΑΝ ΚΟΝ, Αγώνες για την έλευση της Χιλιετούς Βασιλείας του Θεού. Επαναστάτες χιλιαστές και μυστικιστές αναρχικοί του Μεσαίωνα, Εκδ. ΝΗΣΙΔΕΣ).

Το αιρετικό αυτό κίνημα θριάμβευσε στον αιώνα των Φώτων. Ιστορικά δεν υπηρέτησε παρά μόνον την εσωτερική κριτική της Ίδιας της Μεταρρυθμίσεως, αλλά προετοίμασε επίσης την Εποχή του Διαφωτισμού!

(Συνεχίζεται)

Αμέθυστος

Τρίτη, 7 Ιουλίου 2009

ΕΝΑΣ ΠΡΩΤΟΣ ΑΠΟΛΟΓΙΣΜΟΣ

Ας προσπαθήσουμε να ορίσουμε ένα πρώτο πλατύσκαλο στην προσπάθειά μας να ξεκαθαρίσουμε τα πράγματα της πίστεώς μας σήμερα, στο μέτρο που μας επιτρέπουν οι δυνάμεις μας. Μπορούμε να βγάλουμε τα πρώτα συμπεράσματα πλέον, να θέσουμε τα βασικά
ερωτήματα!

Είναι Χριστιανική ακόμη η Ορθοδοξία;
Πόσο Χριστιανική είναι σήμερα η Ορθόδοξη θεολογία;
Εάν οι Ορθόδοξοι είχαμε γεννηθεί στην Ιταλία δεν θα είμαστε σήμερα με το ίδιο πάθος Καθολικοί;
ΕΙΝΑΙ Ο ΘΕΟΣ Η ΕΚΚΛΗΣΙΑ;
Το ύδωρ το ζων που ποθεί μέχρι θανάτου η ψυχή μας το βρίσκουμε πλέον στο πηγάδι της Εκκλησίας;
Υπάρχει άραγε σήμερα Χριστιανός να 'χει κραυγάσει επεπόθησεν η ψυχή μου του επιθυμείσαι σαν τον Άγιο Συμεών τον Νέο Θεολόγο;

Ο Άγιος Συμεών ο Νέος Θεολόγος ξεκινά τον πρώτο θεολογικό του Λόγο με δύο αφορισμούς. Ας τους ακούσουμε γι' άλλη μια φορά!

Το περί Θεού λέγειν ή φθέγγεσθαι και τα κατ᾿ αυτόν ερευνάν και τα ανέκφορα ποιείν έκφορα και τα πάσιν ακατάληπτα ως καταληπτά υπεμφαίνειν τολμηρώς αν είη και αυθαδούς ψυχής ένδειγμα.

1) Οι αυθάδεις ψυχές, όσα τα προς αιρετικούς πάλαι λαληθέντα παρά των θεσπεσίων θεολόγων και γραφή παραδοθέντα αποστηθίζουσι τε και πολυπραγμονούσιν, ουχ ίνα πνευματικήν τινα ωφέλειαν καρπώσωνται, αλλ᾿ ινά θαυμάζωνται παρά των ακουόντων εν πότοις και συνεδρίοις και θεολόγοι επιφημίζωνται. Ο και μάλλον λυπεί με, εννοούντα το φρικτόν του εγχειρήματος και το τοις τολμητίαις αποκείμενον κρίμα.

2) Τί λένε δε οι τολμηρές ψυχές των θείων κατατολμώντες;
Κατά τούτο φησί, μόνον μείζων ο Πατήρ του Υιού, καθ' ο αίτιος έστι της υπάρξεως του Υιού.
Μείζονα του Υιού τον Πατέρα πώς φης (λέγεις);
Ότι δη, φησί, μείζων ή πρώτος ο Πατήρ του Υιού εκ του Πατρός γαρ.
(Λέγω λοιπόν ότι ο Πατήρ είναι ανώτερος ή πρώτος του Υιού, διότι από του Πατρός).

Ταύτα της καινής κενοφωνίας αυτών και ασυνέτου θεολογίας!

Ο Ιούδας πρόδωσε τον Κύριο, πέταξε τα αργύρια και κρεμάστηκε! Τί ύψος, τι εξέλιξη προδοσίας να ζούμε όλοι μας σήμερα, ξοδεύοντας ευφραινόμενοι σαν Μαχαραγιάδες τα τριάκοντα αργύρια της προδοσίας μας!

Αμέθυστος

Δευτέρα, 6 Ιουλίου 2009

Περιδιαβαίνοντας τον “Ορθόδοξο Τύπο” της 26ης Ιουνίου 2009

Γιατί τον Ορθόδοξο Τύπο; Επειδή κατόρθωσε να συσπειρώσει γύρω του τον “κληρικαλισμό”, την άλλη μεγάλη αίρεση που μαστίζει και σκοτώνει την Εκκλησία μας σιγά-σιγά. Επειδή ο Ορθόδοξος Τύπος μας αποκαλύπτει με ενάργεια πως άρχισαν ήδη οι μάχες, ο εμφύλιος πόλεμος μέσα στην Ίδια την Εκκλησία, των Ι. Κανόνων από το ένα μέρος, που αντιπροσωπεύουν τα άπαρτα τείχη του κληρικαλισμού, με την “Ιστορική διαίσθηση” από το άλλο του Πατριαρχείου Κων/πόλεως κατά κύριο λόγο και όλων όσων πείθονται για την ανάγκη της Ενώσεως των Εκκλησιών με Ιστορικά κριτήρια και όχι με Εκκλησιαστικά. Όταν μιλούμε για εμφύλιο όμως, όπως γνωρίζουμε πολύ καλά εμείς οι Έλληνες, μιλούμε για πόλεμο δύναμης, και όχι δικαίου. Είναι σκοτεινός πόλεμος εξουσίας και τίποτε άλλο! Στηρίζεται στον Φθόνο και τον Φόνο.

Τί εννοούμε; Πως και οι δύο αντιμαχόμενες πλευρές κάνουν ακριβώς τα ίδια! Να ένα μικρό δείγμα στην πρώτη σελίδα, από το κείμενο του πρωτοπρεσβυτέρου Διονυσίου Τάτση!
«Οι Οικουμενιστές βαδίζουν μοναχικό δρόμο. Μπορεί να έχουν αξιώματα και τίτλους, να έχουν κοσμική δύναμη, μπορεί να έχουν και χρήματα, όμως είναι μόνοι και μόνοι θα παραμείνουν. Και λίγο πιο κάτω: Πρέπει να γίνουμε παραδοσιακότεροι, να αποκτήσουμε περισσότερο ζήλο και περισσότερη παρρησία. Πολλοί κληρικοί, αλλά και επίσκοποι διαφωνούν, αλλά δεν εκφράζονται δημοσίως»!

Γιατί να εκφραστούν δημοσίως κ. Τάτση; Δεν έχουν ποίμνιο; Δεν έχουν χρέος να ενημερώσουν το ποίμνιό τους; Τον λαό του Κυρίου, τον οποίο αντιπροσωπεύουν; Χρειαζόμαστε μεγαλύτερη απόδειξη για το γεγονός πως δεν υπάρχει η Εκκλησία πλέον στις καρδιές των ανθρώπων; Οι Οικουμενιστές λοιπόν δεν ενημερώνουν κανέναν! Γιατί οι κληρικοί ποιον ενημερώνουν; Η Ομολογία πίστεως μοιράστηκε στους επισκόπους; Γιατί δεν ενημέρωσαν τον λαό, του οποίου έχουν την μέριμνα;

Στην 3η σελίδα υπάρχει σύντομο άρθρο του Μητροπολίτου Ναυπάκτου Ιερόθεου. Μας πληροφορεί λοιπόν πως στις παραμονές της πτώσεως της Κωνσταντινουπόλεως υπήρχαν τρεις διαφορετικές τάσεις για την διάσωση της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Ο Γεώργιος Σχολάριος, ο οποίος αντιπροσώπευε την τρίτη τάση, είχε την άποψη ότι η διάσωση του Γένους (όχι της Αυτοκρατορίας) θα έλθει από την ίδια την ελληνορθόδοξη παράδοση όταν βιώνεται στην ολότητά της, δηλαδή όταν στηρίζεται στα πνευματικά της θεμέλια. Και απέτυχε, παρότι ο Μητροπολίτης μοιράζεται την γνώμη του Ranciman πως πέτυχε τη διάσωση του Γένους τουλάχιστον. Λίγο πιο κάτω ομολογεί πως τουλάχιστον διετηρήθη η αυτοσυνειδησία του Γένους (όχι τα πνευματικά του θεμέλια).

Η διάσωση της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, η διάσωση του Γένους με τα πνευματικά του θεμέλια και η αυτοσυνειδησία του Γένους είναι τρία εντελώς διαφορετικά πράγματα! Πώς είναι δυνατόν να τα ταυτίζουμε;

Και τί έχετε να πείτε κ. Ιερόθεε για όσα μας αποκάλυψε ο Άγιος Κοσμάς ο Αιτωλός ο οποίος δεν βρήκε ούτε Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, ούτε πνευματικά θεμέλια, ούτε αυτοσυνειδησία; Για την καταδίκη του από το Μοναστήρι του; Δεν θα έπρεπε τα πνευματικά θεμέλια να στηρίξουν τη σωτηρία του Γένους;

Εσείς προσωπικώς πιστεύετε πως συμβάλλετε στην διατήρηση της αυτοσυνειδησίας του Γένους! Δεν θα 'πρεπε όμως να αγωνίζεστε για την διατήρηση της ορθής πίστης και ορθής πράξης της Εκκλησίας;

Ερχόμαστε τώρα στο πιο σημαντικό σημείο: Η κ. Αμαλία Γερακανάκη έγραψε επιστολή διαμαρτυρίας εναντίον του κ. Γιανναρά. Διαμαρτύρεται επειδή ο κ. Γιανναράς κατηγορεί βάναυσα τον κλήρο με τρομοκρατικό λεξιλόγιο: «ροδοπέταλα, πού ραίνουν χρυσοστόλιστες μαζορέττες». Θα θέλαμε να καθησυχάσουμε την αγαθή κυρία για του λόγου το αληθές του κ. Γιανναρά! Μπορεί ο κ. Γιανναράς να είναι μακρυά από τα πνευματικά θεμέλια της Εκκλησίας, αλλά γνωρίζει πολύ καλά τι συμβαίνει γύρω του. Να την βεβαιώσουμε πως η αξιοπρέπεια του ανθρώπου είναι το μόνο που απομένει να υπερασπιστεί ο καθένας μας, ελλείψει Εκκλησίας, μπρος στο βάρβαρο ψεύδος κλήρου και λαού που κυριαρχεί στις μέρες μας! Ίσως δε, ιστορικά, το “πρόσωπο” που διδάσκει ο κ. Γιανναράς, παρότι Εκκλησιαστικά ανύπαρκτο, να αποδειχθεί η μόνη μας λύση!

Και κάτι ακόμη για την σεβαστή κυρία! Τα κάθε λογής νεαρά άτομα με σπουδές, ωριμότητα, σοβαρότητα και επαγγελματική αξιοπρέπεια είναι κατάλληλα για γάμο ίσως, δεν είναι κατάλληλα όμως για να στηρίξουν Εκκλησιαστικές θέσεις!

Αμέθυστος

ΤΟ ΔΙΑΜΑΝΤΙ ΤΟΥ ΜΗΝΑ

Το “Αίνιγμα του κακού” σελ. 215:

«Το ευ-αγγέλιο της Εκκλησίας δεν φιλοδοξεί να είναι ένα ολοκληρωμένο σύνολο πληροφοριών για τη μεταφυσική πραγματικότητα»!

Το Ευαγγέλιο του Κυρίου είναι ο λόγος του: Ιδού καινά ποιώ πάντα.

Όλος ο κόπος του κ. Γιανναρά δεν είναι άραγε ανθρωποπαθής και δίχως Εκκλησιαστικό περιεχόμενο με τις παιδαγωγικές του αναφορές σε “ψηλάφηση πραγματικής ελπίδας για υπαρκτική πληρότητα;”

Αμέθυστος

Κυριακή, 5 Ιουλίου 2009

ΤΑ ΠΑΡΑΔΟΞΑ ΤΗΣ ΟΝΤΟΛΟΓΙΑΣ

ΤΑ ΠΑΡΑΔΟΞΑ ΤΗΣ ΦΙΛΟΛΟΓΙΑΣ

Πριν εισέλθουμε στα Μυστικά της συγχρόνου φιλοσοφίας της υπάρξεως πρέπει να ‘χουμε σκεφτεί σοβαρά την διαφορά ανάμεσα στην φιλολογία και στην φιλοσοφία. Μια διαφορά καθόλου αυτονόητη καθότι και στους Αρχαίους δόθηκε η μάχη της διακρίσεως. Και κερδήθηκε. Σήμερα την θέση της διακρίσεως πήρε η ερμηνεία, η οντολογική ερμηνεία της πραγματικότητος. Η οντολογική ερμηνεία της πραγματικότητος δε, στηρίζεται στο οντολογικό ερώτημα! Αυτό το ερώτημα όπως επινοήθηκε από τον Χάϊντεγκερ δεν πρέπει να βρει απάντηση. Διότι όσες φορές η Δύση προσπάθησε να βρει απάντηση, παρεκτράπη. Όπως ακριβώς με τον Αυγουστίνο και τον Καρτέσιο, με την εσωτερικότητα και το “ΕΓΩ σκέπτομαι”!

Η οντολογία δηλαδή κινείται από την αμφιβολία. Δεν επιτρέπει καμμιά βεβαιότητα. Την απορρίπτει ως Μεταφυσική. Διότι ερμηνεύει την Μεταφυσική ως βεβαιότητα, ερμηνεύοντας τοιουτοτρόπως την φιλοσοφία του Ακινάτη! Μια φιλοσοφία η οποία περιέχει όλες τις δυνατές απαντήσεις.

Ακολουθώντας λοιπόν το σύστημα του Χάϊντεγκερ ο κ. Γιανναράς, στη σελίδα 211 του τελευταίου του βιβλίου, σχολιάζει με μια οντολογική ερώτηση τον λόγο του Απ. Παύλου «βλέπω έτερον νόμον εν τοις μέλεσί μου αντιστρατευόμενον τω νόμω του νοός μου». Το αθέλητο ενέργημα μπορεί να θεωρηθεί ελεύθερη επιλογή;

Παραδόξως από την εποχή του Αυγουστίνου, ο λόγος του Απ. Παύλου «ου γαρ ο θέλω τούτο πράσσω, αλλ’ ο μισώ τούτο ποιώ» στάθηκε η πέτρα, το θεμέλιο της Δυτικής φιλοσοφίας μέχρι σήμερα. Μέχρι του κ. Γιανναρά!

Πριν το σχολιάσουμε με την βοήθεια του Αγίου Μαξίμου, ας επισημάνουμε πως ενώ για την θεολογία μας το κακό ως ανυπόστατο εκδηλώνεται μόνον στην πράξη, αντίθετα ο Kant διδάσκει πως η Μεταφυσική εκδηλώνεται μόνον στην πράξη! Ας επισημάνουμε επίσης τον «Αποφατισμό της πράξεως» της Ελληνικής Φιλοσοφίας όπως τον δίδαξε ο Σωκράτης! Όπως μας πληροφόρησε το δαιμόνιό του, το ήθος του δηλαδή, του έλεγε συνήθως να μην κάνει, μόνον λίγες φορές του είπε να κάνει! Ένας αποφατισμός ο οποίος μας “προετοιμάζει” τρόπον τινά για τον Νόμο του Μωϋσέως, τον οποίο εννοεί ο Απ. Παύλος και ο οποίος παρομοίως δεν μας αφήνει να πράξουμε ό,τι θέλουμε.

Έτσι λοιπόν φτάνουμε στην σημερινή παρανόηση του κ. Γιανναρά! Η οποία οφείλεται στο γεγονός πως δεν γνωρίζει καθαρά τι είναι ο Νους και ο νόμος του νοός στον οποίο αναφέρεται ο Απ. Παύλος!

Ο έτερος νόμος εν τοις μέλεσί μου, ο οποίος αντιστρατεύεται τον νόμον του νοός μου, είναι ακριβώς ο νόμος με τον οποίο προικίζει ο κ. Γιανναράς το πρόσωπο. Είναι φύσεως λογικής τε και αυτεξουσίου, τρεπτής κατά γνώμην ήτοι εθελοτρέπτου.

Αντιθέτως ο νόμος του Νοός ή ακόμη καλύτερα και ο ίδιος ο Νους περιγράφεται ως εξής από τον τόσο παρεξηγημένο σήμερα Άγιο Μάξιμο ο οποίος έχει ανακηρυχθεί ο Αυγουστίνος της Ορθοδοξίας από τους Νεοορθοδόξους! “Πεύσεις και αποκρίσεις”, τόμος 14Α, εκδόσεις Μερετάκη, Ερώτησις 104, Απόκρισις:

«Η ψυχή, νους υπάρχουσα κατά την δύναμιν αυτής, έχει ως αγέννητον εαυτήν, εαυτώ γεννώντα γεννητώς, ως είναι τον λόγον τον εν τω νω και εκ του νου γεννώμενον άλλον αυτώ εκείνο τον γεννώντα νουν μετά της κατά την γέννησιν ιδιότητος της μηδαμώς δεχομένης αντιστροφήν.

Διότι άφετον και απλούν κατά την ουσίαν η μόνον το Θείον, τα δε άλλα πάντα, όσα μετά Θεόν και εκ Θεού το είναι έχει, εξ ουσίας και ποιότητος ήτουν δυνάμεως είναι, τουτέστιν εξ ουσίας και συμβεβηκότος.

Αυτός ουν ο λόγος ο ούτω και ων και γεννώμενος, της υπουργού φύσεως την φωνήν λαμβάνων, προφέρεται και γεννά λόγον εν άλλω νοί, διά της του δεχομένου ακοής τω νω παραπεμπόμενος.»

Πόσο απέχει η πατερική διδασκαλία από την “οντολογική ερμηνεία της πραγματικότητος” του κ. Γιανναρά;

Διότι Εκκλησία κ. Γιανναρά είναι αυτός ο λόγος ο ούτω και ων γεννώμενος, ο οποίος δέχεται τον σπόρον, τον Λόγον Κυρίου! Η θεολογία του κ. Γιανναρά όμως τελειώνει στο Άσμα Ασμάτων, εκεί ακριβώς από όπου θα ‘πρεπε να αρχίσει. Περί Καινής Διαθήκης ούτε υποψία!

Αμέθυστος

Σάββατο, 4 Ιουλίου 2009

Σχετικά με μία “βιβλιοκρισία” στο “Αίνιγμα του κακού” του κ. Γιανναρά!

Στο τελευταίο τεύχος της Συνάξεως εμφανίζεται μια διστακτική κριτική του βιβλίου του κ. Γιανναρά “Το αίνιγμα του κακού”, γραμμένη από τον πρωτοπρεσβύτερο Πέτρο Μαριάτο! Με θλίψη συνειδητοποιούμε και στην περίπτωση ετούτη, πως σήμερα πλέον δεν έχει καμμία αναγνωρίσιμη αξία να είσαι Χριστιανός. Δεν έχει καμμία αίγλη. Σήμερα όλα τα λεφτά είναι στην φιλοσοφία! Ο πρωτοπρεσβύτερος προσφέρει όμως μια πρωτοτυπία! Πιστεύει πως στην σελίδα 214 του εν λόγω βιβλίου υπάρχει κάποια απόδειξη της Ορθοδόξου πίστεως του συγγραφέως, παρότι και για τον ίδιο η αδιαφορία του κ. Γιανναρά για τον Κύριο είναι προφανής.

Το μόνο που ανακαλύψαμε όμως διαβάζοντας την εν λόγω σελίδα είναι ξανά η βαρειά φιλοσοφική υποτίμηση του κ. Γιανναρά στην Φύση, στον φυσικό άνθρωπο και στην πίστη του. Συνεχίζει και εδώ την τιτάνεια προσπάθειά του να μας πείσει πως ο ίδιος είναι πρότυπο χριστιανικής ζωής και πίστης, πρότυπο αναζητητού του νοήματος της ζωής. Πως με το ιερό Graal που βρήκε στα σκοτεινά δάση της Γερμανίας, μπορεί και πρέπει να μεταρρυθμίσει την πίστη μας και την θρησκεία μας.

Είναι απολύτως εντυπωσιακό όμως με πόση απάθεια ακούμε τις οντολογίες του κ. Γιανναρά με τις οποίες περιφρονεί τους πατέρες, ξεχνώντας τόσο εύκολα (ή μήπως δεν το μάθαμε ποτέ μας) πως οι πατέρες έγραψαν μόνον αυτά που άκουσαν και είδαν, όχι αυτά που γέννησαν από τον εγκέφαλό τους!

Με πόση απάθεια παρακολουθούμε εδώ και τόσα χρόνια τον κ. Γιανναρά να μας ομολογεί με ταπεινοφροσύνη πως ο ίδιος δεν πειράχθηκε ποτέ του από τον πονηρό. Δεν είχε ποτέ του πάθη. Δεν βασάνισε τους συνανθρώπους του και τους ανθρώπους του, με τα πάθη του, όπως όλοι μας. Δεν αντιμετώπισε ποτέ του τους πειρασμούς της κενοδοξίας, δεν αισθάνθηκε ποτέ του πάνω του την βαρειά σκιά της υπερηφανείας!

Συνεχίζει δε να μην υποπτεύεται ακόμη πως γνωρίζουμε όλοι μας πολύ καλά τι σημαίνει, για ποιον λόγο, ένας άνθρωπος δεν “πειράζεται” από τον πονηρό.

Υπάρχει δε, ακόμη και στις σύντομες σελίδες στις οποίες υποτίθεται ότι προσφέρει τις αποδείξεις της Ορθοδοξίας του, κατά τον πρωτοπρεσβύτερο, το σκοτεινό σημείο της θεολογίας του, αψηλάφητο, όπως θεολογεί και ο ίδιος!

Δεν υφίσταται η ενσάρκωση, η ενανθρώπιση του Κυρίου. Γίνεται λόγος για τη δημιουργία του κόσμου, για την συντήρησή του και για την πρόνοια του Θεού ως Ιστορία, γίνεται λόγος για το Ευαγγέλιο της Εκκλησίας (πράγμα ανύπαρκτο) αλλά περί ενανθρωπίσεως η απόλυτη σιωπή. Πίστη είναι η εμπιστοσύνη και αγαπητική αυτοπαράδοση στον μανικό έρωτα του θεού για τον άνθρωπο δηλαδή στον Πατέρα, αλλά η πίστη στον Κύριο είναι λαϊκό, μυθικό, παραμυθητικό κατασκεύασμα.

Δηλαδή στ’ αλήθεια ο αγαπητός πρωτοπρεσβύτερος πιστεύει πως μ’ αυτό του το βιβλίο, όπως και με τα προηγούμενα, ο κ. Γιανναράς ψηλαφίζει τις ελπίδες μας για υπαρκτική πληρότητα;

Από πότε οι τυφλοί ανακηρύχθηκαν ορθόδοξοι θεολόγοι;

Γράφει δε και το εξής ένδοξο ο κ. Γιανναράς. Για να μετρήσουμε στα γρήγορα την ευφυΐα του ανδρός. Ο Πλάτων και ο Αριστοτέλης δεν υποτίμησαν ποτέ τους την μυθική εκφραστική της λαϊκής θρησκείας στην εποχή τους. Κάτι που επαναλαμβάνει και ο ίδιος σαν συνάδελφός τους, στην εποχή του!

Γιατί δεν προσπαθεί για λίγο με την δημιουργική του φαντασία να απευθύνει τα περί μυθικής λαϊκής θρησκείας στον Σοφοκλή, στον Αισχύλο; Οι Ά-Xριστοι, όσο εκλεπτυσμένοι και αν νομίζουν πως είναι, συνεχίζουν να είναι βάρβαροι.

Αμέθυστος

Παρασκευή, 3 Ιουλίου 2009

Η ΔΙΑΜΑΡΤΥΡΙΑ ΤΟΥ ΛΟΥΘΗΡΟΥ

H «ΣΥΝΤΗΡHΤΙΚΗ» ΠΛΕΥΡΑ ΤΗΣ ΠΡΟΤΕΣΤΑΝΤΙΚΗΣ «ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΕΩΣ»:
Το τριαδικό σύμβολο


Στις Πηγές της Νεωτερικής θεολογίας (ΧII)

Ακολουθώντας τις διδασκαλίες του Αυγουστίνου και του Βοήθιου ο Μεσαίων αναγκάστηκε στο τέλος να το πληρώσει ακριβά! Εάν ο ορισμός του Βοήθιου απορρόφησε την νόηση του προσώπου στην κατηγορία της ουσίας, η κληρονομιά του Αυγουστίνου καθόρισε το τριαδολογικό «μοντέλο» της θεολογίας της Δύσεως, το οποίο κινείται από την ενότητα της ουσίας για να συλλάβει την τριάδα των προσώπων. Ο Μονοθεϊσμός ανήκει στα κεφάλαια της πίστεως. Και όμως παρόλα αυτά, παρόλη την ενίσχυση της πίστεως υπήρξαν απώλειες.

Το προνόμιο που παραχωρήθηκε στην ουσία πάνω στα πρόσωπα, επισκίασε την εσωτερική τάξη της θεότητος με τον χαρακτήρα του πατρός σαν πηγή της τριαδικής ζωής και τον δυναμισμό της Ιστορίας της Σωτηρίας με το γεγονός του Πάσχα και την Ανάσταση του Κυρίου. Είναι αμέτρητες στ' αλήθεια οι συνέπειες της «ουσιοκρατίας» που κατέκλυσε τον στοχασμό της Δύσεως μέχρι των ημερών μας! Βεβαίως δεν είναι ο Αυγουστίνος ο μόνος υπεύθυνος, καθώς γνωρίζουμε πλέον καλά ότι τον αποφασιστικότερο ρόλο έπαιξε η προσκόλληση της Μεσαιωνικής Επιστημολογίας στη φιλοσοφία του Αριστοτέλη.

Ο Λούθηρος λοιπόν εμφανίζεται στο προσκήνιο της Ιστορίας και με την βοήθεια της θεολογίας του Occam επιτίθεται με βία στην σχολαστική θεολογία η οποία επικρατούσε ακόμη στις μέρες του. Έφτασε δε μέχρι του σημείου να αμφισβητήσει, ως υποχόνδρια, ακόμη και την διάκριση φύσεως και προσώπου στην Αγία Τριάδα.

Στον Λούθηρο φαίνεται εντελώς περιττή η διάκριση ανάμεσα στην ύπαρξη εις εαυτήν, στο είναι εις εαυτήν, (esse ad se) της φύσεως και του είναι εις άλλο (esse ad alium), των προσώπων στον θεό.

Για τον Λούθηρο η Τριάδα είναι ένα απλό δεδομένο της αποκαλύψεως. Σ' αυτή,
το πνεύμα μας δεν επιτρέπεται να ξεχωρίζει ορισμένα στοιχεία, να τα συνθέτει και να ερμηνεύει τα μεν με τα δε. Έτσι στις σύνθετες έννοιες της σχολαστικής, ο Λούθηρος αντιπαραθέτει το απλό και καθαρό ευαγγέλιο.

Για τον Λούθηρο δεν είμαστε ικανοί να κατανοήσουμε «πως» διακρίνεται στον θεό η ουσία από τα πρόσωπα. [Εκτός και μας το γνωρίσει ο ίδιος ο θεός όπως συμβαίνει στην παράδοση της Ορθοδοξίας]. Αυτός ο ίδιος δεν το γνωρίζει, το πιστεύει.

Στην sola scriptura για τον Λούθηρο αντιστοιχεί η sola fides.

Η θεολογία γι' αυτόν είναι μια εμπειρική γνώση και σοφία και δεν είναι δογματική. Η θεολογία έχει σαν μοναδικό της αντικείμενο τον αμαρτωλό άνθρωπο και τον θεό που τον Κρίνει και τον Σώζει!

Ο θεός του Λούθηρου είναι «σχετικός». Είναι ο θεός ο οποίος λατρεύεται, προς τον οποίο στρέφουμε το πρόσωπο, προς τον οποίο προσφέρουμε δώρα, ο οποίος δοξάζεται σαν ο μόνος δημιουργός κάθε αγαθού, είτε σωματικού είτε πνευματικού. Εάν απομακρυνθούμε απ' αυτόν τον θεό, τον οποίο τοποθετούμε (in praedicamento relationis) σε μια διδασκαλία σχέσεων και αρχίσουμε τον στοχασμό γύρω από έναν θεό ο οποίος θα εκφράζεται αναγκαίως με μια ουσιώδη ή ποιοτική διδασκαλία, θα συντριβούμε από την Δύναμή του. Γιατί ο θεός είναι φωτιά που καίει. [Όσους δεν δροσίζονται από την δρόσο του Αγίου πνεύματος]. Ο μοναδικός τρόπος για να γνωρίσουμε αποτελεσματικά τον θεό, κατά τον Λούθηρο, είναι αυτός που ξεκινά από κάτω προς τα πάνω, δηλαδή συγκεκριμένα από την ανθρωπότητα του Χριστού και μάλιστα ενός Χριστού Εσταυρωμένου «in Christo crusifixo est vera theologia et cognitio Dei». Μόνο στον εσταυρωμένο Χριστό υπάρχει αληθινή θεολογία και Γνώση Θεού. Μόνο εδώ ο θεός φανερώνεται κρυπτόμενος και κρύπτεται φανερωνόμενος: Στον Φωτεινό Γνόφο του Σταυρού βρίσκουμε το έλεος και την πίστη!

Το κλειδί λοιπόν όλου του έργου του Λούθηρου είναι μια theologia crusis, μια θεολογία του Σταυρού και όχι μια theologia gloriae ή οντολογία όπως την ονομάζουν σήμερα, μια θεολογία της δόξης. Παραμένει έως τέλους πιστός στην καθολική πίστη της αρχαίας εκκλησίας, των συμβόλων της και των αρχαίων συνόδων, αρνούμενος με πείσμα τον σχολαστικισμό.

Η Επανάσταση του Λούθηρου μετακινεί βίαια την προοπτική του θεού και της θεολογίας από το εις εαυτόν, στο για μας, κάτι που είχε με την σειρά του τραγικές συνέπειες για τις Εκκλησίες που γεννήθηκαν από την επανάσταση αυτή! Ο Μaritain περιγράφει το γεγονός ως εξής: «Έτσι λοιπόν στο πρόσωπο του Λουθήρου και στην Θεολογία του, παρακολουθούμε -ακριβώς στο επίπεδο της πνευματικότητος και της θρησκευτικής ζωής- την εμφάνιση του ΕΓΩ»!

Ο προτεσταντισμός αντιπροσωπεύει την ανταρσία της ατομικής συνειδήσεως ενάντια στις παρεμβάσεις της αυθεντίας στα θέματα πίστεως. Αυτή η ανταρσία όμως κατήργησε στην πραγματικότητα τα όρια ανάμεσα στην Ορθοδοξία και την Ετεροδοξία.

Η χιονοστιβάδα που προκλήθηκε από τον προτεσταντισμό δεν είναι δυνατόν πλέον να σταματήσει. Γι’ αυτό και η μεταρρύθμιση συνέχισε καταργώντας την παράδοση και στην συνέχεια την Εκκλησία την ίδια, κρατώντας μόνο τον Θεό, την Βίβλο και την Συνείδηση!

Δεν κατόρθωσε όμως να παραμείνει ούτε και σ’ αυτά για πολύ. Πολύ γρήγορα καταργήθηκε και ο Χριστιανικός Τριαδικός Θεός και η Θεία έμπνευση της Βίβλου. Το μόνο που έμεινε μετά την καταστροφή είναι η συνείδηση και η ελευθερία της. Ο αιώνας των φώτων και η μετάλλαξη της ουσίας σε υποκειμενικότητα βρέθηκαν γρήγορα ante portas (προ των πυλών) της Ιστορίας!

(Συνεχίζεται)

Τετάρτη, 1 Ιουλίου 2009

ΑΠΟ ΤΟΝ ΒΟΗΘΙΟ ΣΤΗΝ ΜΕΣΑΙΩΝΙΚΗ ΣΧΟΛΑΣΤΙΚΗ ΘΕΟΛΟΓΙΑ

Πηγές της Νεωτερικής θεολογίας (ΧI)

Στη Σύνοδο της Χαλκηδόνος του 451, αφιερωμένης στην αντιμετώπιση του Νεστοριανισμού και του Μονοφυσιτισμού, ομολογείται η ένωσις εν Χριστώ των δύο ουσιών ή φύσεων, της θείας και της ανθρώπινης. Δεν γίνεται όμως λόγος για «υποστατική ένωση». Ο όρος υπόσταση χρησιμοποιείται μόνον εφόσον εξηγεί και ξεκαθαρίζει τον όρον πρόσωπον. Δεν γίνεται όμως λόγος ούτε για το γεγονός πως η υπόσταση της ενώσεως εν Χριστώ είναι η προϋπάρχουσα του Λόγου. Ποια είναι όμως η σημασία του συνοδικού πιστεύω και των ελληνικών όρων ουσία, υπόστασις, πρόσωπον και των Λατινικών natura (φύσις), subsistenzia (υπόστασις), persona (πρόσωπον); Και πώς μπορούμε να φέρουμε σε συμφωνία τη χρήση αυτών των όρων στη χριστολογία με την προηγούμενη χρήση τους στην Αγία Τριάδα;

Όλες οι έριδες ανάμεσα σε καθολικούς, νεστοριανούς, μονοφυσίτες και ταυτοχρόνως η ένταση ανάμεσα στην Ανατολή και στη Δύση συμπλέκονται και τροφοδοτούνται γύρω από αυτά τα ερωτήματα. Μέσα σε αυτόν τον ορίζοντα των συγκρούσεων εμφανίζεται λοιπόν στην Δύση ο Βοήθιος, ο οποίος δίνει για πρώτη φορά έναν «ορισμό» του προσώπου. Αυτός ο «ορισμός» περνώντας μέσα από απορρίψεις, από αποδοχές, από διορθώσεις και εκλεπτύνσεις διασχίζει τους αιώνες του Μεσαίωνος μέχρι τις απαρχές του μοντέρνου κόσμου. Ο σπόρος του Βοήθιου πάντως έφερε καρπούς.

Επειδή λοιπόν σε όλη τη διαμάχη με τις πιο πάνω αιρέσεις, οι οποίες είναι αντίθετες μεταξύ τους, προβληματίζουν οι όροι πρόσωπον και φύσις – δηλώνει ευθύς εξαρχής ο Βοήθιος – το πρώτο πράγμα που πρέπει να γίνει είναι ο ορισμός αυτών των όρων και η διάκρισή τους σύμφωνα με αυτές τις ίδιες τις διαφορές τους. Έτσι, για να καθορίσουμε τι σημαίνει ακριβώς persona, συνεχίζει ο Βοήθιος, πρέπει να γίνει κατανοητό πρώτα απ' όλα, τι σημαίνει Φύσις.

Δεν μπορεί να υπάρξει μια persona που να μην είναι ήδη μία φύσις, πράγμα που σημαίνει πως η persona (το πρόσωπο) δεν μπορεί να οριστεί χωρίς την Φύση.

Η Φύσις είναι πιο περιεκτική του προσώπου. Και γι' αυτόν τον λόγο ο Βοήθιος προχωρεί από την Φύση προς το πρόσωπο, με αφαίρεση και συγκέντρωση, με μια καθοδική επέκταση και μια ανοδική κατανόηση, όπως ορίζουν ακριβώς οι λογικοί κανόνες του Πορφύριου.

Γι' αυτό τον λόγο ο Βοήθιος θέτει την ερώτηση «ποια φύσις είναι ένα πρόσωπο»; Και όχι «πώς και γιατί ένα πρόσωπο είναι μία φύσις». Προχωρά λοιπόν ελέγχοντας τέσσερις ορισμούς της φύσεως, τους τρεις του Αριστοτέλη και τον δεύτερο του Πλάτωνος και Πρόκλου.

Προχωρώντας λοιπόν από το καθολικό προς το συγκεκριμένο και από τη φύση για να ανακαλύψει το πρόσωπο, γράφει:
«Επειδή το πρόσωπο δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς την φύση, και επειδή μερικές φύσεις είναι ουσίες, άλλες συμβεβηκότα (ποιος θα μπορούσε να ισχυριστεί πως υπάρχει ένα πρόσωπο του άσπρου ή του μεγάλου;) συμπεραίνεται πως το πρόσωπο πρέπει να αναζητηθεί ανάμεσα στις ουσίες. Επειδή όμως και πάλι μερικές ουσίες είναι σωματικές (υλικές) και μερικές ασώματες (άυλες), από δε τις σωματικές άλλες είναι ζωντανές άλλες δεν είναι, από τις ζωντανές μερικές είναι αισθητές, άλλες καθόλου, από τις αισθητές μερικές είναι λογικές, άλλες παράλογες, από τις λογικές τώρα, μία απ' αυτές είναι αΐδια και απαθής από τη φύση της, δηλαδή είναι ο Θεός, η άλλη είναι μεταβλητή και παθητή λόγω της κτιστότητός της, εφόσον και όσον δεν μεταμορφώνεται και αυτή από την απαθή και αΐδια ουσία στην σταθερότητα της απάθειας (Contra Eut. II, 12, 18).

Επειδή όμως τώρα ακριβώς, ομολογούμε το πρόσωπο του θεού, των αγγέλων και των ανθρώπων πρέπει να αποκλείσουμε από τον ορισμό που αναζητούμε, τα άψυχα σώματα (κανείς δεν μπορεί να πει πως μια πέτρα είναι πρόσωπο), τα ζωντανά χωρίς αίσθηση (ούτε ένα δέντρο μπορεί να είναι πρόσωπο), όπως επίσης και τις άλογες ουσίες (ούτε ένα άλογο μπορεί να είναι πρόσωπο), συμπεραίνεται ότι αφού η Φύσις είναι ιδιότης κάθε ουσίας, το πρόσωπο είναι κατηγόρημα μόνο μερικών από τις ουσίες και συγκεκριμένα, των λογικών ουσιών. Και πάλι όμως, επειδή από τις ουσίες μερικές είναι καθολικές και μερικές συγκεκριμένες, το πρόσωπο δεν μπορεί ποτέ του να είναι κατηγόρημα των καθόλου, αλλά μόνον των ατομικών και μοναδικών».

Καταλήγει τοιουτοτρόπως πως εάν το πρόσωπο βρίσκεται μόνον ανάμεσα στις ουσίες και από αυτές μόνον στις λογικές και εάν κάθε φύσις είναι μία ουσία και δεν απαντάται στα καθόλου, αλλά στα άτομα, έρχεται με συνέπεια ο ορισμός του προσώπου: «Sostanza individuale di natura razionale». ΑΤΟΜΙΚΗ ΟΥΣΙΑ ΛΟΓΙΚΗΣ ΦΥΣΕΩΣ! (Contra Eut. IIΙ, 1-6).

Ο λόγος αυτός του Βοήθιου έπαιξε μεγάλο ρόλο στην Δυτική σκέψη και γι' αυτό τον παρουσιάσαμε ολόκληρο. Παρουσιάζει όμως και πολλά κενά τα οποία μπορούμε να δούμε αμέσως παρακάτω! Κατ' αρχάς ο θεός τοποθετείται στο τέλος της αλληλουχίας Φύσις – ουσία – σωματική – αισθητή – λογική – άυλη, ως εκ φύσεως. Μπορούμε όμως να ορίσουμε τον θεό σαν «σωματική ουσία»; Ο Βοήθιος θέλει να αγκαλιάσει σε έναν και μοναδικό ορισμό γη και ουρανό μαζί: τον θεό, τους αγγέλους, τον άνθρωπο (Contra Eut. II, 37). Θέλει να αντιμετωπίσει τα Χριστολογικά προβλήματα χωρίς να αφήσει απ' έξω τα Τριαδολογικά. Αλλά ταυτόχρονα, στο βάθος, το μέτρο όλων των ορισμών του είναι ο άνθρωπος. Το αποτέλεσμα που επιτυγχάνει, ισχύει για τον άνθρωπο, πολύ λιγότερο για τον Χριστό, και καθόλου για τον Θεό. Μπορεί να ορισθεί ο θεός σαν «ατομική ουσία λογικής φύσεως»;! Πώς μπορεί να εξατομικευθεί ο Θεός; Η «αρχή της εξατομικεύσεως» εξαρτάται από τα συμβεβηκότα (όπως το ήθελε ο Πορφύριος;) ή από την ουσία (όπως δίδασκε ο Αριστοτέλης;). Εάν στον θεό δεν υπάρχουν συμβεβηκότα πώς θα μπορέσει να εξατομικευθεί ο Θεός; Και αν ο Θεός είναι Μονάς και Τριάς, πώς θα μπορέσει να εξατομικευθεί σαν Μονάς και Τριάς; Πώς θα πούμε τον Θεό λογικό, δεν είναι υπέρλογος;

Ο Βοήθιος δεν σταματά όμως μόνον στον ορισμό του προσώπου! Προσθέτει πως ο άνθρωπος διαθέτει: Μια ουσίωση (subsistentia) καθότι δεν συνάπτεται σε κανένα υποκείμενο, μια υπόσταση (substantia) καθώς λειτουργεί σαν υποκείμενο για άλλα πράγματα τα οποία δεν είναι ουσιωμένα, τέλος ένα πρόσωπο (persona) διότι είναι λογικό άτομο.

Χρησιμοποιεί οπωσδήποτε τον Αριστοτελικό ορισμό του ανθρώπου «ζώο λογικό και θνητό» αλλά τον μεταμορφώνει ολοκληρωτικά. Όχι μόνον σταθεροποιεί τον δεσμό ατόμου και ουσίας αλλά δυναμώνει και την ουσιότητα μέσω του αυθύπαρκτού της, του αυθυποστάτου της και όλα αυτά λόγω της βασικής του κατανοήσεως του Είναι και της γλώσσας σαν εκφράσεις του ΕΙΝΑΙ.

Η ΜΕΣΑΙΩΝΙΚΗ ΚΡΙΤΙΚΗ: ΘΩΜΑΣ ΑΚΙΝΑΤΗΣ

Ο Θωμάς Ακινάτης εκλεπτύνει τον ορισμό του Βοήθιου, από το ένα μέρος την «λογική ουσία» στην προοπτική της subsistentia δηλαδή του είναι εις εαυτόν και προς εαυτόν, και από το άλλο της
«λογικής φύσεως» στην πιο πλατιά προοπτική της νοήσεως.

Όμως το είναι εις εαυτόν και προς εαυτόν δεν το 'χει ο άνθρωπος από μόνος του. Το είναι του ανθρώπου είναι περισσότερο το ex-sistere. O άνθρωπος σαν πρόσωπο δεν «είναι» το ΕΙΝΑΙ, αλλά «έχει» το Είναι, το esse subsistens, διότι τα λαμβάνει από τον Κύριο ο οποίος αυτός ο ίδιος είναι εις εαυτόν και προς εαυτόν.

Μια άλλη ιδιοφυής κίνηση του Ακινάτη ήταν ο συνδυασμός του Βοήθιου με τον Αυγουστίνο. Δίνει έτσι την δυνατότητα στον όρο πρόσωπο, μεταφερόμενος στον θεό να διαγράφει l' esse-ad-alium (είναι προς άλλον) και τοιουτοτρόπως ταυτίζει στην Τριάδα το πρόσωπο με την σχέση. Διατηρείται όμως παρόλα αυτά, λέει ο Ακινάτης, η δυνατότης του προσώπου να διαγράφει και το είναι εις εαυτόν (esse-ad-se) και όχι μόνον το είναι-προς-άλλον (esse-ad-alium), επειδή στον θεό αυτός ο όρος σημαίνει σχέση, όχι όμως με τον τρόπο της σχέσης αλλά με τον τρόπο της ουσίας. Δηλαδή το πρόσωπο είναι και σχέση και ουσία. Στον θεό λοιπόν υπάρχουν τρία πρόσωπα αλλά μπορούμε να πούμε επίσης πως είναι ένα προσωπικό ΕΙΝΑΙ.

Επιστρέφοντας στον άνθρωπο τώρα, ο μαθητής του Βοήθιου Ακινάτης, δηλώνει πως η συγκεκριμένη μοναδικότης, καθότι πρόσωπο, δεν διαλύεται στο γένος και στο είδος αλλά είναι αυθύπαρκτη: είναι εις εαυτόν και προς εαυτόν. Αυτό το αυθύπαρκτο ή υπαρκτική κίνηση, υπαρκτική πράξη (actus essendi) έρχεται στον άνθρωπο από την ουσιώδη του μορφή, την ψυχή, δημιουργημένη Δημιουργικά απευθείας από τον θεό. Είναι η ψυχή η οποία τυλίγει όλο τον άνθρωπο σαν πρόσωπο και τον συνέχει στην σωματικότητά του!

Ο άνθρωπος σαν άτομο υπόκειται στα άστρα, αλλά σαν πρόσωπο μπορεί να τα κυριεύσει. Λόγω ακριβώς του αυθύπαρκτου του προσώπου ο άνθρωπος μπορεί να ξεδιπλώσει την λογική του, αποτελούμενη από νόηση και θέληση. Η αυτοσυνειδησία και η αποφασιστικότης του ανθρώπου, οι μεγαλύτεροι τίτλοι της αξιοπρέπειάς του, ριζώνουν σ' αυτή τη βάση: το πρόσωπο στο οποίο ανήκουν, είναι αυθύπαρκτο, υπάρχει δηλαδή εις εαυτόν και προς εαυτόν. Λόγω δε του γεγονότος πως είναι αδύνατον να χαθεί, να εκποιηθεί, να μηδενιστεί το «υπαρκτό», το existere, γίνεται εφικτό στον άνθρωπο να πραγματοποιηθεί στην δι-υποκειμενικότητα και στην κοινωνία!

Αυτό το existere του προσώπου είναι η καινοτομία του Ακινάτη σε σχέση με τον Πλάτωνα και τον Αριστοτέλη, για τους οποίους το θέμα αυτό ήταν αδύνατον καν να τεθεί λόγω της απολυτότητος που το χαρακτηρίζει, δηλαδή λόγω της παραδοξότητος της χριστιανικής έννοιας της υπάρξεως, η οποία στηρίζεται στην πίστη της Δημιουργίας εκ του Μηδενός. Η σύγχρονη έννοια της υπάρξεως όπως εξελίχθηκε και απο-χριστιανίστηκε από τον Ακινάτη μέχρι τον Σαρτρ, θα μπορούσαμε να πούμε ότι είναι μια οντολογία χριστιανο-θωμιστική χωρίς το δόγμα της Δημιουργίας.

Οπωσδήποτε υπήρξαν αντιρρήσεις και από μέρους των Λατίνων θεολόγων. Όλοι τους ομολογούσαν πως το πρόσωπο των Καππαδοκών πατέρων «individuum naturae communis», άτομο κοινής φύσεως, είναι πιο ακριβές και πιο μεγαλόπνοο, αλλά παρόλα αυτά η χριστιανο-φιλοσοφική κατασκευή των Βοήθιου, Ακινάτη, παρέμεινε κυρίαρχη, διότι ο Ακινάτης είχε την εξυπνάδα να δηλώσει πως ένας ορισμός του προσώπου μπορεί να είναι καθολικώς έγκυρος λόγω αναλογίας!

Έτσι λοιπόν η αξιοπρέπεια του ανθρώπου, κάθε μοναδικού ανθρώπου, που υπάρχει και διαθέτει νόηση και ελευθερία, εκφράζεται πλέον τέλεια στον ορισμό του σαν ΠΡΟΣΩΠΟ.

(Συνεχίζεται)

Αμέθυστος
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...