Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Παπαθανασίου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Παπαθανασίου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 6 Αυγούστου 2026

6 Αυγούστου, η συγκλονιστική γιορτή της Μεταμόρφωσης, η οποία ρίχνει φως σε δύο θρησκευτικούς πειρασμούς: - Θανάσης Ν. Παπαθανασίου

                                6 Αυγούστου, η συγκλονιστική γιορτή της Μεταμόρφωσης,
                                  η οποία ρίχνει φως σε δύο θρησκευτικούς πειρασμούς:

Θανάσης Ν. Παπαθανασίου


1) Πειρασμός πρώτος: Οι πιστοί να αποσυρθούν από τη λάσπη και τα ζόρικα της ιστορίας, και να αγκυροβολήσουν (να «αναπαυτούν») σε κάποια υπέροχη θεοτική εμπειρία.

2) Πειρασμός δεύτερος: Οι πιστοί να εισέλθουν στην ιστορία και στον δημόσιο βίο, αλλά ως κατακτητές που ονειρεύονται να καθυποτάξουν τον κόσμο.

Στην ευαγγελική αφήγηση της Μεταμόρφωσης, ο Χριστός πήρε μαζί του τρεις μαθητές, ανέβηκαν σε μια βουνοκορφή κι εκεί τους φανέρωσε τον πλήρη εαυτό του – την θεανθρωπότητά του. Μέσα στο αποκαλυπτικό φως ένας από τους μαθητές –ο Πέτρος– εκστασιασμένος, ζήτησε από τον Χριστό να μείνουν εκεί για πάντα...

Πολλοί κήρυκες λοιπόν επαινούν τον Πέτρο ως παράδειγμα προς μίμηση και παροτρύνουν τους εκκλησιαζόμενους να τον μιμηθούν – να επιθυμήσουν δηλαδή να μείνουν «εκεί» για πάντα.

Έλα όμως που άλλα πράγματα μας λέει το ευαγγέλιο και η υμνολογία! Τον Πέτρο τον παρουσιάζουν ως παράδειγμα προς αποφυγή, ως υποκύπτοντα στον πειρασμό της δικής του τακτοποίησης, ερήμην του κόσμου! Ο Χριστός λοιπόν απάντησε στο αίτημα του Πέτρου (απέρριψε το αίτημα του Πέτρου) με σιωπή και με π ρ ά ξ η: Κατέβηκε από το βουνό της θεοτικής εμπειρίας για να συνεχίσει την πορεία του με τους τεθραυσμένους της ιστορίας. Μόλις κατέβηκε συνάντησε –λέει το ευαγγέλιο– και συνέδραμε δυστυχισμένους που ζητούσαν γλυτωμό.

Η πορεία του Χριστού κοντολογίς δεν είναι περαντζάδα λαμέ celebrity, ούτε επέλαση ενός σταυροφόρου θρησκευόμενου. Είναι η πορεία συν-οδοιπόρου σ υ μ- π ά σ χ ο ν τ ο ς και ε λ ε υ θ ε ρ ω τ ή : έχει μέσα την σταύρωσή του και θα φτάσει στην ανάστασή του, η οποία δηλώνει το ακόμα παραπέρα: την μελλοντική Ανάσταση, την μεταμόρφωση όλου του κόσμου, την τελική νίκη της Ζωής, την τελική θανάτωση όλων των θανάτων. Με τη Μεταμόρφωση / με την φανέρωσή του ο Χριστός φανέρωσε το μέλλον.

Την Ανάσταση θα την δεξιωθεί η βιωμένη, η ιστορική οδύνη. Και θα την δεξιωθεί όχι με αδρανή αναμονή, αλλά με ενεργητική περπατησιά στη λάσπη της ιστορίας, με καθημερινή αναμέτρηση με το κακό και με την υποδούλωση. Αυτό λέει η πίστη – κι ας την πει, όποιος νιώθει ά-θεος, παράλογη. Μου φαίνεται απείρως πιο παράλογο να δεχτείς ως τέρμα των πάντων τη λάσπη... και μάλιστα αν αγανακτείς με το κακό και με την υποδούλωση!

Θ.Ν.Π. / 6-8-2026 [5-8-2025]

ΥΓ. Έχω γράψει για αυτή την οπτική της Μεταμόρφωσης στο βιβλίο μου "Με την ψυχή στα πόδια. Από το μνήμα το κενό στους δρόμους του κόσμου", εκδ. Εν Πλω, Αθήνα 2007.

Η γνώμη μου είναι ότι αξίζει να διαβάσουμε καθαυτά τα κείμενα της υμνολογίας και των Πατέρων σχολιαστών. Δείτε στον ακόλουθο σύνδεσμο ένα αφιέρωμα (ιδίως το άρθρο του Κωνσταντίνου Μποζίνη και -επιτρέψτε μου- της αφεντιάς μου):
https://drive.google.com/.../1XsI1ETVfIVMPjSzv53JDJ0.../view

H εικόνα είναι έργο του Alexander Ivanov, https://hermeneutrix.com/.../alexandr_ivanov.../...

Αναστάσιος: 6 Αυγούστου, η συγκλονιστική γιορτή της Μεταμόρφωσης, η οποία ρίχνει φως σε δύο θρησκευτικούς πειρασμούς: - Θανάσης Ν. Παπαθανασίου

 ΣΤΗΝ ΣΥΝΕΧΕΙΑ Ο ΠΕΤΡΟΣ ΜΕΤΕΝΟΗΣΕ ΕΚΛΑΨΕ ΠΙΚΡΑ ΕΠΕΙΔΗ ΑΡΝΗΘΗΚΕ ΤΟΝ ΑΝΘΡΩΠΟ ΣΥΓΚΛΟΝΙΣΜΕΝΟΣ ΑΚΟΜΗ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΜΠΕΙΡΙΑ ΤΗΣ ΔΟΞΗΣ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΚΑΙ Ο ΚΥΡΙΟΣ ΤΟΝ ΠΡΟΣΕΛΑΒΕ ΣΤΗ ΔΟΥΛΕΙΑ ΤΟΥ. 

ΕΣΕΝΑ ΠΟΙΟΣ ΣΕ ΠΡΟΣΕΛΑΒΕ Η ΑΥΤΟΥ ΕΤΕΡΟΤΗΣ; 

ΠΟΛΛΟΙ ΑΓΙΟΙ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΕΜΠΕΙΡΙΑ ΤΟΥ ΖΩΝΤΟΣ ΧΡΙΣΤΟΥ ΠΡΟΣΕΥΧΟΝΤΑΙ ΝΑ ΤΟΥΣ ΠΑΡΕΙ ΜΑΖΙ ΤΟΥ. 

ΚΑΙ ΕΠΙΠΛΕΟΝ ΕΧΟΥΜΕ ΤΗΝ ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΤΟΥ ΑΝΑΣΤΗΜΕΝΟΥ ΛΑΖΑΡΟΥ. 

ΤΟΥΣ ΦΑΝΕΡΩΣΕ ΤΟΝ ΠΛΗΡΗ ΕΑΥΤΟ ΤΟΥ ΛΟΙΠΟΝ; ΕΙΠΕΣ ΛΟΙΠΟΝ ΝΑ ΜΑΣ ΤΟΝ ΦΑΡΕΡΩΣΕΙΣ ΚΑΙ ΕΣΥ ΜΕ ΤΗΝ ΣΕΙΡΑ ΣΟΥ.  ΜΟΝΤΕΡΝΑ ΠΡΑΓΜΑΤΑ ΠΡΟΧΩΡΗΜΕΝΑ.

Τρίτη 30 Ιουνίου 2026

Η διένεξή τους για την οικουμενικότητα και την αποδοχή του διαφορετικού - Θανάσης Ν. Παπαθανασίου



Μέρα που είναι (γιορτή των αποστόλων Πέτρου και Παύλου), μια υπόμνηση από την Καινή Διαθήκη: Η διένεξή τους για την οικουμενικότητα και την αποδοχή του διαφορετικού (στο προκείμενο, διαχωρισμός γινόταν μεταξύ ανθρώπων που προσέρχονταν στην Εκκλησία από τον ιουδαϊκό κόσμο αφενός και από τον εθνικό κόσμο αφετέρου). Ο Παύλος τα στυλώνει αποφασιστικά υπέρ της οικουμενικότητας και της αποδοχής, και «τα χώνει» στον Πέτρο, ο οποίος είχε κάνει πίσω, όχι από άποψη, αλλά επειδή σκιάχτηκε την τρομοκρατία που ασκούσαν (όπως πάντα) οι μισαλλόδοξοι θρησκευόμενοι:

«Όταν ήρθε ο Πέτρος στην Αντιόχεια, του αντιμίλησα κατά πρόσωπο, γιατί ήταν αξιοκατάκριτος. Γιατί πριν έρθουν μερικοί άνθρωποι του Ιακώβου, έτρωγε στα κοινά δείπνα μαζί με τους εθνικούς· όταν όμως ήρθαν, υποχωρούσε και διαχώριζε τη θέση του, επειδή φοβόταν τους Ιουδαίους. Μαζί του άρχισαν να υποκρίνονται και οι υπόλοιποι Ιουδαίοι, σε σημείο που παρασύρθηκε στην υποκρισία τους ακόμα κι ο Βαρνάβας! Εγώ όμως όταν είδα πως δεν βαδίζουν σύμφωνα με την αλήθεια του ευαγγελίου, είπα στον Πέτρο μπροστά σ’ όλους: “Εάν εσύ που είσαι Ιουδαίος συμπεριφέρεσαι σαν εθνικός κι όχι ως πιστός στο νόμο Ιουδαίος, τότε γιατί εξαναγκάζεις τους εθνικούς να συμπεριφέρονται σαν Ιουδαίοι;”».

Λίγο πριν ο Παύλος είχε σκιαγραφήσει τα καλόπαιδα που ασκούσαν την εν λόγω τρομοκρατία:

«...Κι ας ήταν εκεί οι παρείσακτοι ψευδάδελφοι, που γλίστρησαν ανάμεσά μας σαν κατάσκοποι με στόχο την ελευθερία μας, που την έχουμε χάρη στο έργο του Ιησού Χριστού, και θέλουν να μας κάνουν δούλους. Δεν υποχωρήσαμε ούτε στιγμή στις απαιτήσεις τους, για να μείνει ανόθευτο το ευαγγέλιο για χάρη σας» (Γαλ. 2:11-14, 4-5 αντίστοιχα).

Για δες! Για τον Παύλο η αναίρεση της οικουμενικότητας και της αποδοχής συνιστά νόθευση του ευαγγελίου! Οι δε επιδιδόμενοι σε υπονόμευση είναι ψευδάδελφοι. Ακόμα κι αν είχαν καταπιεί ατόφιο ένα εγχειρίδιο Δογματικής!

Θανάσης Ν. Παπαθανασίου / 29-6-2026


ΟΙ ΠΡΑΚΤΟΡΕΣ ΤΟΥ ΕΚΣΥΓΧΡΟΝΙΣΜΟΥ ΣΤΟΝ ΠΡΟΘΥΜΟ ΑΝΑΣΤΑΣΙΟ ΤΟ ΚΟΡΟΙΔΟ ΤΟΥ ΒΑΡΘΟΛΟΜΑΙΟΥ. 
Η ΕΝΤΟΛΗ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ ΗΤΑΝ : ΠΟΡΕΥΘΕΝΤΕΣ ΜΑΘΗΤΕΥΣΑΤΕ ΠΑΝΤΑ ΤΑ ΕΘΝΗ.
ΜΑΤΑΙΑ Ο ΔΑΣΚΑΛΟΣ ΤΟΥΣ Ο ΦΛΩΡΟΦΣΚΙ ΔΗΛΩΝΕ ΟΤΙ ΗΤΑΝ ΚΑΚΟΣ ΙΣΤΟΡΙΚΟΣ ΑΥΤΟΣ ΠΟΥ ΕΚΡΙΝΕ ΤΟ ΠΑΡΕΛΘΟΝ ΜΕ ΤΙΣ ΕΝΝΟΙΕΣ ΤΟΥ ΠΑΡΟΝΤΟΣ. ΟΥΤΕ ΤΟ ΠΑΡΟΝ ΜΕ ΤΑ ΔΕΔΟΜΕΝΑ ΤΟΥ ΠΑΡΕΛΘΟΝΤΟΣ.

Κυριακή 19 Οκτωβρίου 2025

Συζήτηση: H παράδοση ως κίνδυνος και ως ελπίδα


Εκδήλωση - συζήτηση της Σύναξης και του Μεγάρου Μουσικής Αθηνών την Δευτέρα 1 Απριλίου 2013 με θέμα: 

Η παράδοση ως κίνδυνος και ως ελπίδα

 Ομιλητές: π. Βασίλειος Γοντικάκης, προηγούμενος ι. μονής Ιβήρων Αγ. Όρους 
Μάριος Μπέγζος, Κοσμήτορας Θεολογικής Σχολής Αθηνών 
Θανάσης Ν. Παπαθανασίου, Δρ. Θεολογίας, αρχισυντάκτης του περιοδικού "Σύναξη" Συντονιστής: Βασίλης Ξυδιάς, Θεολόγος καθηγητής 
Αντίφωνο ( Antifono.gr)

Δευτέρα 10 Φεβρουαρίου 2025

Θανάσης Ν. Παπαθανασίου - Finis Finis

Ζωγραφική: Νεκτάριος Αντωνόπουλος
Θανάσης Ν. Παπαθανασίου

Στοχασμοί και στεναγμοί, κεράκι στην έξοδο του Χρήστου Γιανναρά

«Τὸ μὲν ἐπιτιμᾷν οὐ μέγα· ῥᾷστον γὰρ, καὶ τοῦ βουλομένου παντός.
Τὸ δὲ ἀντεισάγειν τὴν ἑαυτοῦ γνώμην, ἀνδρὸς εὐσεβοῦς καὶ νοῦν ἔχοντος».
«Το να επιπλήττουμε δεν είναι σπουδαίο πράγμα. Είναι πανεύκολο
και μπορεί να το κάνει όποιος θέλει. Αλλά το να αντιπαραθέτει κάποιος την
άποψή του, είναι χαρακτηριστικό ανθρώπου και ευσεβούς και μυαλωμένου».

ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ΘΕΟΛΟΓΟΣ, Λόγος κθ’,
Λόγος θεολογικός τρίτος περί Υιού, PG 36, 73Α

Εδώ και χρόνια το τελείωμα κάθε καλοκαιριού μού επισφραγίζει και μία διάψευση. Κάθε χρόνο περνά το καλοκαίρι δίχως να ʼχω μπορέσει να βρω τον χρόνο που περίμενα ώστε να μαζέψω, να ανοίξω, να ξαναδώ, να τακτοποιήσω το αρχείο μου. Υλικό δεκαετιών πλέον, και πολύ ποικίλων διαδρομών, το οποίο αυγαταίνει κι από πάνω, αφού τα τρεχάματα δεν καταλαγιάζουν…

Προσπάθησα να ανασκαλέψω κάπως το αρχείο μου όταν –λίγο πριν ξεψυχήσει ο Αύγουστος– ήρθε η είδηση θανάτου του εκ των δασκάλων της γενιάς μας Χρήστου Γιανναρά. Ανασκαλεύοντας, προσπάθησα να ψαχουλέψω το δέος που ξαναχτυπά την πόρτα, καθώς μαζεύονται δεκαετίες στην καμπούρα μας, οι απώλειες από ψιχάλα γίνονται πια βροχή και καταλαβαίνεις ότι μιλώντας για τον εκλιπόντα ή την εκλιπούσα στοχάζεσαι όχι μόνο τη δική τους διαδρομή, αλλά και τη δική σου – αφού η ύπαρξή τους και η παρουσία τους συν-έθεσε τους βηματισμούς σου. Η εκδημία του Χρήστου Γιανναρά εύλογα συσχετίστηκε με αυτήν του άλλου μεγάλου, Ιωάννη Ζηζιούλα, ενάμιση χρόνο νωρίτερα (2 Φεβρουαρίου 2023). Στη δική μου αίσθηση σχετίζεται και με άλλες δύο αναχωρήσεις: της Καίτης Χιωτέλλη πριν τέσσερα ολόκληρα χρόνια (30 Ιουνίου 2020) και του Γιάννη Παπαδόπουλου μόλις πριν δυο μήνες (29 Ιουνίου φέτος). Είναι δυο άνθρωποι άλλου διαμετρήματος, που συνδέονταν με τον Γιανναρά προσωπικά, με το εγχείρημα της θεολογίας του ’60 αλλά και με τους ποικίλους δρόμους των κατοπινών δεκαετιών. Ιδίως η σχέση μου με τον Γιάννη Παπαδόπουλο (μεταφραστή του Φλωρόφσκυ το 1972[1], μέλος της συντακτικής επιτροπής της Σύναξης από το 1995 και συνομιλητή του Γιανναρά) εμπλούτιζε την σχετική πληροφόρηση και όξυνε τα κριτήρια – κριτικά και αυτοκριτικά.

Δίχως λοιπόν να έχω κατορθώσει να μπω όσο ήθελα στο αρχείο μου, ανασύρω κάποια πράγματα για τον Χρήστο Γιανναρά, κι ελπίζω σε περισσότερα κάποια άλλη στιγμή. Τώρα που έκλεισε το επίγειο ταξίδι του, χρειαζόμαστε ανασκούμπωμα για ήρεμη, γερή και ειλικρινή δουλειά πάνω σε όσα έχει καταθέσει, αλλά και πάνω σε όσα έχουν γραφτεί γι’ αυτόν[2].

Καθώς στα βιβλία που αγοράζω σημειώνω ημερομηνία απόκτησης (και στη συνέχεια πολλά και διάφορα άλλα), βλέπω ότι το πρώτο βιβλίο του Χρήστου Γιανναρά που διάβασα ήταν το Ορθοδοξία και Δύση: Η θεολογία στην Ελλάδα σήμερα, στην πρώτη του έκδοση, των 174 σελίδων[3]. Το είχα αγοράσει από τον «Γρηγόρη» στις 20 Φεβρουαρίου 1979. Ήμουν 19,5 ετών και φοιτητής Νομικής. Ακολούθησαν τα άλλα του. Βλέπω τώρα μάλιστα (από τις σημειώσεις μου πάνω τους) ότι κάποια τα αγόρασα από την πώληση θεολογικών βιβλίων που οργανώναμε κάθε τόσο στην ενορία του Αγίου Δημητρίου Βύρωνα μια νεανική παρέα, με την οποία είχαμε αναλάβει τα κατηχητικά. Φέρναμε δηλαδή στους ενορίτες βιβλία των συγγραφέων που τότε –στη δεκαετία του 1980– ταρακουνούσαν ελπιδοφόρα και πάσχιζαν να αφαιρέσουν λέπια από τα μάτια. Βλέπω, για παράδειγμα, ότι από εκεί είχα πάρει το Τίμιοι με την Ορθοδοξία[4] το 1981 και τις Κριτικές Παρεμβάσεις[5] το 1983. Ας παρεμβάλω εδώ ότι το 1979 ήταν η χρονιά γνωριμίας μου και με τη σκέψη του Παναγιώτη Νέλλα. Τότε εκδόθηκε το Ζώον Θεούμενόν του, λίγο μετά γνωρίστηκα με τον ίδιο.

Α. Μια φορά και πολλούς καιρούς…

Πότε γνώρισα προσωπικά τον Χρήστο Γιανναρά; Νομίζω ότι ήταν την Πέμπτη 27 Φεβρουαρίου 1986[6]. Ήμουν ομιλητής σε θεολογικό εργαστήριο του Ιδρύματος Γουλανδρή-Χορν στην Πλάκα[7]. Ο Γιανναράς βρισκόταν στο ακροατήριο. Ένας φίλος που ήδη τον γνώριζε, είχε πάρει την πρωτοβουλία να κανονίσει συνάντησή μας μετά την εκδήλωση, για να γνωριστούμε και να δούμε… ό,τι προκύψει.

Ανοίγω παρένθεση. Η ομιλία μου έπιανε και ένα ζήτημα, το οποίο με το πέρασμα των χρόνων είδα ότι γινόταν σημείο και σύγκλισης (με) και απόκλισης από τον Γιανναρά (το ζήτημα αυτό το αναπτύσσω στο τρίτο μέρος του παρόντος κειμένου μου –το θεωρητικό, ας πούμε–, μα κάνω αυτήν την παρένθεση ώστε να δώσω την ατμόσφαιρα της εποχής και τη δυνατότητα συσχέτισής της με τα κατοπινά της). Στην ομιλία μου λοιπόν πρόταξα το ότι οι Πατέρες του 4ου αιώνα τόλμησαν και διατύπωσαν την πίστη στο λεξιλόγιο της εποχής τους και της πολιτισμικής τους συνάφειας, δηλαδή με όρους της ελληνικής οντολογίας, οι οποίοι δεν υπήρχαν στο βιβλικό λεξιλόγιο. Αυτό –έλεγα– ορίζει το παράδειγμα για την εκκλησιαστική στάση σε κάθε εποχή. Εδώ λοιπόν υπήρχε σύγκλιση με τον Χρήστο Γιανναρά, ο οποίος διακόνησε και δίδαξε αποφασιστικά την ανάγκη νέας θεολογικής γλώσσας. Ωστόσο υπέβοσκε και απόκλιση, υπό την έννοια ότι ο Γιανναράς φαινόταν να μη θεωρεί κάτι αντίστοιχο μπορετό και παραπέρα, δηλαδή διατύπωση της πίστης και με εννοιολογικά εργαλεία άλλων πολιτισμών, πέραν του ελληνικού τρόπου και πλάι στον ελληνικό τρόπο. Δεν είναι εύκολο ζήτημα, και πλέον είμαι πεπεισμένος ότι χρειάζεται προσεκτική δουλειά ώστε να μελετηθούν αμφότερα: και η προσέγγιση του Γιανναρά και το όλο ζήτημα. Είναι αξιοπρόσεκτο ότι ο ίδιος ενδιαφερόταν για μια εκκλησιαστική πρόσληψη του λεξιλογίου των θετικών επιστημών, λεξιλογίου που κατεξοχήν δεν υπήρχε στην εποχή των Πατέρων, αντιθέτως όμως ήταν εξαιρετικά δύσπιστος (μέχρι υπεροπτικά απορριπτικός, θα μπορούσε να πει κανείς) όσον αφορά τους άλλους πολιτισμούς. Είναι καίριο ζήτημα αυτό, καθόσον Εκκλησία δίχως πολιτισμό δεν υπάρχει, ωστόσο η σχέση αυτή Εκκλησίας και πολιτισμού είναι (και οφείλει να είναι) ασύμμετρη, υπό την έννοια ότι πηγή της αλήθειας είναι το Ευαγγέλιο – όχι εξισωτικά ο πολιτισμός[8]. Αυτό που ψέλλισα στο Γουλανδρή-Χορν (και αργότερα μου δόθηκε η δυνατότητα να το δουλέψω κατά δύναμιν) ήταν ότι η αναδιατύπωση με παραπέρα τρόπους είναι και μπορετή και οφειλόμενη. Κουβαλούσα μέσα μου το ζητούμενο της αδιάκοπης σάρκωσης του Χριστού στα ουσιώδη της εκάστοτε εποχής και συνάφειας, όπως το έθεταν οι δυο δάσκαλοί μου, ο Παναγιώτης Νέλλας και ο Ηλίας Βουλγαράκης, καθένας με τον δικό του τρόπο[9]. Ειδικά ο Βουλγαράκης, δοσμένος καθώς ήταν στην πολυταλαίπωρη Ιεραποστολική, επέμενε χαρακτηριστικά ότι «πρέπει να αποκτήσουμε ένα νέο γλωσσάρι» – και το προσπαθούσε με διάθεση ανοίγματος στο σήμερα: και το δικό μας και των άλλων πολιτισμών[10]. Κλείνω την παρένθεση.

Όταν λοιπόν τέλειωσε η εκδήλωση στο Γουλανδρή-Χορν και καθώς ο κόσμος έφευγε, ήμουν τίγκα στην αμηχανία αναμένοντας την ποθεινή συνάντηση με τον Χρήστο Γιανναρά, τον οποίο ως τότε μόνο εκ του μακρόθεν είχα δει, σε ομιλίες του. Στεκόμουν μπροστά σε μια προθήκη με βιβλία, κοιτάζοντάς τα τάχα. Και τότε πλησίασε, μου τείνει το χέρι και μου λέει: «Χαίρετε. Λέγομαι Χρήστος Γιανναράς». Κάτι τραύλισα, σαν να ʼθελα να πω «μα είσαστε γνωστός…». Πήγαμε λοιπόν σε μια ταβέρνα εκεί, στην Πλάκα, έξι άτομα (εν οις και ο Κώστας Ζουράρις). Οι περισσότεροι παραγγείλαμε το πιο αυτονόητο: μπιφτέκι. Ο Γιανναράς, μία χόρτα και μία φέτα. Όλα μπορεί να λένε κάτι… Η συζήτηση δεν ήτανε σπουδαία, μα ήταν η αρχή ενός τεράστιου αριθμού συναντήσεών μας έκτοτε[11]. Όχι παρεΐστικου τύπου, αλλά θεολογικών αφορμών και στοχεύσεων. Ιδίως από τα τέλη του 1997, που ανέλαβα την αρχισυνταξία της Σύναξης μ’ όλο της το βάρος.

Οι δύο τελευταίες μας συναντήσεις έγιναν περίπου έναν χρόνο πριν την αποδημία του. Στις 12 Αυγούστου 2023 τον επισκέφθηκα στο σπίτι του, στη Νέα Σμύρνη, μονάχα για να βρεθούμε ανθρώπινα. Και ήταν όντως πολύ καρδιακά. Κατόπιν συναντηθήκαμε, αλλά στο πόδι, στις 23 Οκτωβρίου στην Χαλκίδα, κατά την παρουσίαση του τόμου προς τιμήν του Ν.Δ. Τριανταφυλλόπουλου. Τα τελευταία πέντε-έξι χρόνια, και αντίθετα με παλαιότερα, του τηλεφωνούσα μερικές φορές μόνο και μόνο για να ρωτήσω πώς είναι, και να πούμε δυο κουβέντες τρυφερές.

Μα δεν ήταν αμιγώς τρυφερή η ατμόσφαιρα των σαράντα περίπου χρόνων επικοινωνίας μας. Ήταν ένα μίγμα σεβασμού, ευγνωμοσύνης, αποκλίσεων, αγάπης και εντάσεων. Ο Χρήστος Γιανναράς είχε τους σταθερούς του άξονες, μα ταυτόχρονα ήταν εξαιρετικά πολυκύμαντος, σαρωτικός και στους ενθουσιασμούς του και στις αποδοκιμασίες του, και μερικές φορές οξύτατα αποδοκίμαζε κάτι που αλλού μπορεί να είχε εκθειάσει. Υπάρχουν κείμενά του στα οποία ανοίγει η ψυχή για να δοξολογήσει την ανοιχτωσιά του Θεού, και κείμενα που μπορούν κυριολεκτικά να εξοργίζουν. Επί πλέον φρονώ ότι μερικές φορές έστηνε ολόκληρο και γοητευτικό οικοδόμημα έχοντας βάλει ως θεμέλιο κάτι που το θεωρούσε δεδομένο, αλλά το οποίο στην πραγματικότητα δεν ήταν διόλου στέρεο. Θα αναφέρω μια τέτοια περίπτωση παρακάτω (στο τρίτο και θεωρητικό μέρος): την εννόηση της θρησκείας.

Β. Δείγματος χάριν…


Νιώθουμε ευγνωμοσύνη προς τον Γιανναρά. «Είναι αδύνατο να φανταστούμε πώς θα ήταν σήμερα τα θεολογικά πράγματα και ειδικότερα η θεολογική γενιά μας (η γενιά, δηλαδή, εκείνων που γεννήθηκαν στις αρχές της δεκαετίας του ’60), αν δεν είχε υπάρξει η πληθωρική παρουσία του Χρήστου Γιανναρά»[12].

Ο Γιανναράς εκτέθηκε θαρραλέα ώστε η θεολογία να βρίσκεται στον δημόσιο χώρο, να αναγιγνώσκει με αυτοπεποίθηση την καθημερινότητα και να διαλέγεται. Και τα τρία μαζί. Στην μακρά παράδοση ανθρώπων και συλλογικοτήτων που από την ίδρυση του ελληνικού κράτους βγήκαν κατά διαφόρους τρόπους μπροστά, με στάση κριτική και της κοινωνικής πραγματικότητας και της θεσμικής εκκλησίας, αποτέλεσε ξεχωριστή κορύφωση. Από τα θέματα που επιλέγονταν για αφιερώματα του περιοδικού Σύνορο μέχρι τα ζητήματα των πρόσφατων γραφτών του, τον δονούσε ως αυτονόητο ζητούμενο η αναμέτρηση της πίστης με την ανθρώπινη αρτιότητα, δηλαδή με όλες τις διαστάσεις της ανθρώπινης ύπαρξης, με τους αρμούς του κοινού βίου από την τέχνη ως την πολιτική, με το μυστήριο του τρόπου συνέχισης της ανθρώπινης μοναδικότητας στους αιώνες των αιώνων. Και γι’ αυτό νοιαζόταν για ό,τι συνέθετε το σήμερα θετικά ή αρνητικά, περιλαμβανομένων των ανατρεπτικών αλλαγών τις οποίες εγκαινιάζουν οι θετικές επιστήμες, η νευροφυσιολογία, η προηγμένη τεχνολογία. Το άνοιγμα σε τόσο μεγάλο θεματικό εύρος διασώζει το αίτημα για πληρότητα, αλλά αναπόφευκτα γίνεται και βηματισμός μέσα σε ναρκοπέδιο, αφού ανθρωπίνως είναι αδύνατη η επάρκεια παντού, τα δε άλματα είναι ό,τι πιο επικίνδυνο μέσα σε ναρκοπέδιο. Ακόμα λοιπόν κι όταν αντιλήψεις ή προσεγγίσεις του χρειάζονταν πολλή συζήτηση, τα ζητήματα που άνοιγε εμπλούτιζαν τη φαρέτρα μας, η δε έξοδος και η διαλογική πρόθεση την οποία εξέφραζε, ήταν από τα βασικά μαθήματα που μας χαρίζονταν και πολλαπλασίαζαν τις αφορμές για ευγνωμοσύνη. Ευγνωμοσύνη συζευγμένη με τον σεβασμό και την αγάπη. Αυτό είναι και το έδαφος στο οποίο βλασταίνουν οι όποιες διαφωνίες μου.

Συνεργαστήκαμε πολύ συχνά (με προσκλήσεις σε πρωτοβουλίες της Σύναξης ή και με μερικές προσκλήσεις που απηύθυνε ο ίδιος), ομονοούσαμε ή διαφωνούσαμε, μα νιώθω ότι ο σεβασμός και η αγάπη δεν αίρονταν. Έχω κατά νου πλήθος προφορικών συζητήσεων (και επαίνων και παραπόνων, και μεταξύ μας, και του ίδιου με κοινούς φίλους), μα δεν μπορώ, τουλάχιστον προσώρας, να τα καταθέσω. Θα αναφέρω μόνο μία ημιδημοσιευμένη περίπτωση, που την θεωρώ ενδεικτική. Και θα την αναφέρω διότι αφορά μια μάλλον δυσδιάκριτη σε πρώτη ματιά αρετή του Γιανναρά. Την λέω «ημιδημοσιευμένη», διότι αφορά ένα ζήτημα που έχει αποτυπωθεί στη Σύναξη, αλλά όχι στην πληρότητα ή μάλλον στη διεργασία του:

Σε αφιέρωμα της Σύναξης με θέμα «Εκκλησία και Πολιτισμός» τον Δεκέμβριο του 2003 (τ. 88) ο Γιανναράς συμμετείχε με ομότιτλο κείμενο (σσ. 11-17). Είναι κείμενο κομβικής σημασίας, διότι ξετυλίγει μια βασική θέση του: ότι δεν διαθέτουν όλοι οι πολιτισμοί τη γλώσσα και τη δυνατότητα (η οποία αποτυπώνεται στη γλώσσα) να προσλάβουν το Ευαγγέλιο, διότι ο πρωτογονισμός τους αφορά ατομοκεντρικές προτεραιότητες, με χαρακτηριστική περίπτωση τους βαρβάρους που από τον 4ον ως και τον 6ον αιώνα αποίκισαν τη Δυτική Ευρώπη, και για τους οποίους εν τέλει «το εκκλησιαστικό γεγονός έμεινε […] απρόσιτο». Πριν ωστόσο από αυτές τις φράσεις είχε προσυπογράψει το αξίωμα ότι η πρόσληψη της χειροπιαστής ζωής είναι το μεδούλι της Εκκλησίας. Στο δεύτερο μέρος λοιπόν του κειμένου προχωρούσε (και αυτό είναι, κατά τη γνώμη μου, που κάνει ιδιαίτερο αυτό το κείμενό του) στη διατύπωση πολύ σημαντικών ερωτημάτων, για το αν η κήρυξη του Ευαγγελίου σε τριτοκοσμικούς πολιτισμούς απαιτεί ή όχι την προηγούμενη μύησή τους «στην αρχαιοελληνική γλωσσική συμβολική». Στο τέλος μάλιστα έθιξε και τον θηριώδη πράγματι κίνδυνο ειδωλοποίησης του πολιτισμού, δηλαδή τον κίνδυνο ο πολιτισμός «να υποκαθιστά το εκκλησιαστικό γεγονός».

Αντιρρήσεις στο κείμενο αυτό εξέφρασε με σημαντικά ερωτήματα και επισημάνσεις ο Αντώνης Παπαμιχαλόπουλος, υποστηρίζοντας ότι το καθοριστικό δεν είναι η άχρι τούδε ιστορική εμπειρία, αλλά ο εσχατολογικός Χριστός, ο οποίος και καθιστά μπορετή την συνάντηση κάθε λαού και κάθε ανθρώπου με το Ευαγγέλιο, δίχως τη διαμεσολάβηση του Ελληνισμού (τ. 91, Σεπτέμβριος 2004, σσ. 98-99).

Τότε στη Σύναξη εφαρμόζαμε ακόμα την τακτική, μία επιστολή να δημοσιεύεται σε ένα τεύχος, και τυχόν απάντηση σε επόμενο τεύχος. Μετά από μερικές μέρες λοιπόν έλαβα επιστολή από τον Χρήστο Γιανναρά, σχεδόν δύο χειρόγραφων σελίδων, με τον υπέροχο γραφικό χαρακτήρα του και με ημερομηνία 2 Οκτωβρίου. Στο πρώτο της μισό μεμφόταν το περιοδικό ότι (μη έχοντάς του κοινοποιήσει την επιστολή ώστε να υπάρξει δυνατότητα συν-δημοσίευσης ενδεχόμενης απάντησής του) δεν τήρησε την τακτική των κοσμικών εφημερίδων «και σαν έμπρακτη συνέπεια σεβασμού (και μη διασυρμού) του προσώπου, έστω και κάποιου εκ των ελαχίστων συνεργατών του».

Του τηλεφώνησα την Παρασκευή 8 Οκτωβρίου, του είπα ευθαρσώς ότι θεωρώ πως αδικεί και έτσι αδικείται, και τον παρακάλεσα να αποσύρει το εν λόγω πρώτο μέρος. Το έκανα διότι ένιωθα την χαραυγή ενός πολεμικού κλίματος: αν επέμενε, δεν θα αρνούμουν φυσικά την δημοσίευση της επιστολής του, αλλά θα απαντούσα αντίστοιχα. Θεωρούσα κρίμα να υπάρξει κάτι τέτοιο. Ο Γιανναράς με άκουσε, δεν τσακωθήκαμε, και μου είπε ότι θα επικοινωνούσαμε σε λίγες μέρες.

Την εκκρεμότητα τη συζητήσαμε στη συντακτική επιτροπή (2 Νοεμβρίου) και κατόπιν είχε σχετική κουβέντα μαζί του και ο Γιάννης Παπαδόπουλος. Είχα ετοιμάσει μια σχεδόν δισέλιδη απάντηση εκ μέρους της συντακτικής, απλώς για να είμαστε έτοιμοι για κάθε ενδεχόμενο, αφού η ύλη του επομένου τεύχους θα έκλεινε στα τέλη του μηνός. Η επιστολή ήταν μαχητική, διαφωνώντας με τη διόγκωση ενός θέματος που αφορούσε αποκλειστικά και μόνο χρονική διευθέτηση. «Είμαστε πρόθυμοι», έγραφα, «να συζητήσουμε τη λειτουργικότητα αυτής της πρακτικής, ακόμα και να ζητήσουμε συγγνώμη αν δημιουργεί στεναχώριες. Να νομιμοποιήσουμε όμως την αναγωγή μιας διαφωνίας περί τον συγχρονισμό, σε διερώτηση που θίγει το ήθος μας (τη στιγμή, μάλιστα, που οι σελίδες μας σάς είναι προγραμματικά ορθάνοιχτες), όχι!». Και υπενθύμιζα ότι προ ολίγων ετών είχε δημοσιεύσει αρνητική κριτική για τεύχος μας στην Καθημερινή (28.10.2001), χωρίς όμως αυτή να δημοσιεύσει ποτέ την απάντηση που της έστειλε η Σύναξη[13]. Και ότι παρ’ όλ’ αυτά συνεχίσαμε ανέφελα τις προσκλήσεις, τη συνεργασία, τη συζήτηση του έργου του[14].

Το πρωί της Πέμπτης 25 Νοεμβρίου έλαβα με fax από τον δάσκαλο την τελική επιστολή του. Είχε αφαιρέσει ατόφιο το επίδικο πρώτο μέρος. Δημοσιεύτηκε στο τεύχος Δεκεμβρίου (τ. 92, σ. 99). Την επιστολή που είχα ετοιμάσει ως ενδεχόμενη ανταπάντηση, βεβαίως δεν τη δημοσιοποιήσαμε. Έμεινε εντός της συντακτικής.

Μπορεί τώρα να σκέφτεται κανείς ότι κάνω την τρίχα τριχιά, ανοίγοντας ολόκληρη κουβέντα για μια παρανυχίδα. Δεν θα συμφωνήσω. Δεν το θεωρώ παρανυχίδα. Το θεωρώ όνυχα, ἐξ οὗ «τον λέοντα». Με δεδομένο σε όσους γνώριζαν ή παρακολουθούσαν τον Γιανναρά, το πόσο απόλυτος ή και κατεδαφιστικός γινόταν συχνά, έζησα την ανταπόκρισή του ως έκφανση της όσμωσης που έχω προαναφέρει (αγάπης, σεβασμού, διαφωνίας). Και το καταθέτω ενδεικτικά, για να ληφθεί υπόψη από τους μελετητές του και ένα χαρακτηριστικό του μάλλον δυσδιάκριτο. Είτε έχω δίκιο είτε λαθεύω, αυτή είναι η αίσθησή μου, που χρειάστηκε καιρό για να διαμορφωθεί: Ο τόσο ορμητικός και άκαμπτος στις επιθέσεις του Γιανναράς, είχε ταυτόχρονα και μια αποζήτηση τρυφερότητας. Δεν ξέρω πώς συνδέονταν αυτά τα δύο, ποιο από τα δύο σκίαζε το άλλο, πώς λειτουργούσε το ένα για το άλλο, μα αυτό συνέβαινε. Το εξέφρασε με την ακροτελεύτια φράση του σε συνέντευξη που έδωσε το 2006 στον Θεόδωρο Παντούλα, και η οποία προφανώς θα φαντάζει απίστευτη σε πολλούς αναγνώστες, ειδικά των επιφυλλίδων του: «Αυτό που παρηγορεί είναι όση αγάπη μπορούμε να αφήσουμε πίσω μας, όχι όσες ρήξεις»[15].

Η ιδιαίτερη συνοδοιπορία μας φυσικά συνεχίστηκε (άλλη στιγμή μπορεί να δούμε άλλους σταθμούς της). Το τελευταίο κείμενό του στη Σύναξη δημοσιεύτηκε τον Ιούνιο 2019, με τίτλο «Όταν η πατρότητα αλληγορείται»[16]. Ήταν η απάντησή του στο ερώτημά μας αν η θεολόγηση εκ μέρους οιουδήποτε μέλους της Εκκλησίας χρειάζεται αδειοδότηση από την εκκλησιαστική διοίκηση –με αρνητική την απάντηση ολόκληρου του αφιερώματος.

Γ. «Δυτικισμός»

Από τα πολλά πεδία στα οποία κινήθηκε το πληθωρικό έργο του Χρήστου Γιανναρά, εδώ θα κοντοσταθώ σε ένα (άλλοτε μου δόθηκε ευκαιρία να σταθώ σε άλλα), το οποίο βρίσκεται στην καρδιά του εκκλησιαστικού γεγονότος. Είναι το θέμα που ψηλάφισε με το προμνημονευθέν κείμενό του, «Εκκλησία και πολιτισμός». Θεωρώ ατύχημα το ότι δεν μπόρεσε να πραγματοποιηθεί διάλογος επί της ουσίας, και λάθος μου το ότι προσωπικά δεν παρεμβλήθηκα γι’ αυτό. Ο Γιανναράς δεν απάντησε στα ερωτήματα του Παπαμιχαλόπουλου, παρά μόνο δήλωσε ότι παραναγνώστηκε. Υπήρξε μια επιστολή από τον μητροπολίτη Αχελώου Ευθύμιο (+ 2019) η οποία πλησίαζε την ουσία[17], και ακολούθησε επιστολιμαίος διαξιφισμός Παπαμιχαλόπουλου και Γιανναρά[18]. Τίποτα άλλο, άμεσο (ελπίζω να μη μου διαφεύγει αυτή τη στιγμή κάτι).

Διευκρινίζω εξ αρχής για ποιον λόγο θα κοντοσταθώ σε αυτό το ζήτημα. Δεν είναι επειδή αφορά το περιστατικό με τις επιστολές, που προμνημόνευσα. Είναι επειδή θέλω να επιστήσω την προσοχή σε κάτι που (έχω την αίσθηση πως) ελάχιστα προσέχεται. Ο Γιανναράς κατηγορείται επί αντιδυτικισμώ λόγω της οξύτατης και δρεπανηφόρας κριτικής του στον δυτικό πολιτισμό, την νεωτερική κορύφωση της ατομοκρατίας κ.λπ. Προφανώς και αυτή η στάση του χρειάζεται ενδελεχή μελέτη, ώστε και η κριτική να μην είναι άστοχα σαρωτική, όπως καταλογίζεται στον ίδιο. Αλλά εδώ θέλω να επισημάνω κάτι άλλο, πέρα από το κατά πόσο ο Γιανναράς απαξίωνε συλλήβδην τη Δύση ή από το πώς θελγόταν από κάποια στοιχεία της. Θέλω να επισημάνω ότι η Δύση αποτελούσε το μεγάλο πάθος του Χρήστου Γιανναρά. Η ματιά του, η έγνοια του, η ενέργειά του ήταν στραμμένες εκεί. Και ήταν στραμμένες εκεί, προφανώς διότι αυτήν αντιλαμβανόταν ως τον σύγχρονο, τον τωρινό κόσμο, ο οποίος μάλιστα, εκτός από την ιλιγγιώδη εξαχρείωσή του, παρήγε και κριτική σκέψη. Με αυτή τη ματιά και με αυτό το πάθος του έδενε η εκ μέρους του κατάφαση της καθ’ ημάς Ανατολής ως του τρόπου εκείνου ο οποίος έπρεπε να διέπει και τη Δύση, ή μάλλον ο οποίος ήταν ο τρόπος της Δύσης ως τον 4ο-6ο αιώνα μ.Χ., αλλά για ιστορικούς λόγους απωλέσθηκε. Η έγνοια του λοιπόν ήταν για έναν χώρο ο οποίος από ατύχημα διχάστηκε. Εμβληματικό άλλωστε δείγμα αυτής της έγνοιας είναι το ενδιαφέρον του για δυτικούς στοχαστές, όπως για τον Λούντβιχ Βίτγκενσταϊν[19] και οπωσδήποτε τον Μάρτιν Χάιντεγγερ (από το 1970 με Το οντολογικόν περιεχόμενον της θεολογικής εννοίας του Προσώπου, ως τη δεύτερη έκδοση του Χάιντεγκερ και Αρεοπαγίτης το 1988[20]), με τον Ιωάννη Ζηζιούλα μάλιστα να διατυπώνει έντονες αντιρρήσεις για το εγχείρημα, χρεώνοντας τον Γιανναρά με απόπειρα φιλοσοφικής δικαίωσης της θεολογίας[21].

Λέω λοιπόν πως όλα αυτά σημαίνουν ότι τον Γιανναρά τον χαρακτηρίζει Δυτικισμός, με την έννοια που διευκρίνισα – ως έγνοια, ενδιαφέρον, τσάκωμα. Δεν υπήρχε στην οπτική του ο υπόλοιπος πελώριος κόσμος, ούτε οι ζυμώσεις στην χριστιανοσύνη του Τρίτου Κόσμου / Παγκόσμιου Νότου, ζυμώσεις οι οποίες τουλάχιστον από την δεκαετία του 1960 απασχολούσαν επίσημα την Καθολική Εκκλησία και από τις αρχές της δεκαετίας του 1970 εισήλθαν στα προγράμματα του Παγκόσμιου Συμβούλιου Εκκλησιών. Σε πολιτικό επίπεδο, μάλιστα, ήδη από τη δεκαετία του 1960 η νίκη αντι-αποικιοκρατικών κινημάτων και η συγκρότηση ανεξάρτητων κρατών δονούσε το παγκόσμιο σκηνικό. Αλλά είναι γεγονός ότι η συγκυρία στην Ελλάδα δεν άφηνε να αξιολογηθεί ο Τρίτος Κόσμος ως κάτι παραπάνω από απλός υποδοχέας της δυτικής δημιουργικότητας – είτε καλής είτε κακής. Η συγκρουσιακή ατμόσφαιρα, την οποία συνεπάγονταν οι ρήξεις που πραγματοποιούσε η θαυμαστή θεολογική αναγέννηση από τη δεκαετία του ’60, έθετε άλλες προτεραιότητες: την έγνοια για διαύγαση της βυζαντινής κληρονομιάς, την αποκάθαρση της θεολογίας από τον δικανισμό, την έξοδο από τη «βαβυλώνια αιχμαλωσία», την πρόταξη της Ρωμιοσύνης. Από τους Ορθοδόξους θεολόγους ο Νίκος Νησιώτης, δρώντας στο εξωτερικό, είχε αντιληφθεί τη δυναμική του Παγκόσμιου Νότου και συνέβαλε στις συζητήσεις για τη «συναφειακή θεολογία»[22], το δε αρτιγενές τότε ενδιαφέρον για τη λεγόμενη εξωτερική ιεραποστολή (με κύριο μοχλό το Διορθόδοξο Ιεραποστολικό Κέντρο «Πορευθέντες») διεμβόλιζε ως έκπληξη την ελλαδική ατμόσφαιρα. Αμφότερα όμως δεν απασχόλησαν τον Χρήστο Γιανναρά[23].

Σε κάθε περίπτωση, η τότε αφοσίωση στη σχέση με την Δύση αιτιολογείται, ωστόσο, τουλάχιστον από ένα χρονικό σημείο και μετά, το όποιο έλλειμμα σηματοδοτούσε, βάρυνε. Με το λεγόμενο τρίτο κύμα της Παγκοσμιοποίησης, δηλαδή με το παγκόσμιο σκηνικό που άρχισε να διαμορφώνεται μετά την πτώση της Σοβιετικής Ένωσης (1989), ο Παγκόσμιος Νότος εισήλθε έντονα και με νέο τρόπο στο γεωπολιτικό προσκήνιο, ώστε σήμερα κάποιες δυνάμεις της Άπω Ανατολής να επιδιώκουν παγκόσμια ηγεμονία σε έναν κόσμο πολυπολικό πλέον. Η δε οικονομική ηγεμονία συνήθως συνοδεύεται από επιδίωξη και πολιτισμικής ηγεμονίας. Ακόμα και σήμερα, ωστόσο, η όποια διεύρυνση της ματιάς της τρέχουσας θεολογίας μας σπανίως εκτείνεται πέραν του ισλαμικού κόσμου[24], ο οποίος όμως ούτως ή άλλως είναι από αιώνες γείτονας της Δύσης (και της καθ’ ημάς Ανατολής και της Δυτικής Ευρώπης). Φαντάζομαι πως είναι σαφές ότι μιλώντας για έλλειμμα δεν εννοώ… αντικατάσταση ή παραμερισμό του διαλόγου με τη Δύση. Μιλώ για συμπλήρωσή του.

Σε αυτή τη στάση του Γιανναρά συνέβαλε και το ότι κάποιες φορές όριζε ως θεμέλιο του οικοδομήματός του κάποια παραδοχή που την θεωρούσε δεδομένη, αλλά που στην πραγματικότητα δεν ήταν στέρεα. Εδώ αναφέρομαι στην αντίληψη που είχε για τη θρησκεία. Ο Γιανναράς αποκήρυττε τη θρησκεία και προχωρούσε σε απελευθερωτικές τομές όσον αφορά τον ιδρυματισμό, την εκμαγίκευση και την ειδωλοποίηση του εκκλησιαστικού βίου. Αυτές οι τομές είναι από τα πολυτιμότερα που μας χάρισε. Όμως, ενώ το φτάσιμό του αυτό είναι λυτρωτικό, η αφετηρία του πάσχει, και αυτό έχει σημαντικές συνέπειες. Θεωρούσε δεδομένο (και γι’ αυτό δεν το εξέταζε διόλου) ότι θρησκεία είναι ένα και μόνο πράγμα: ατομικισμός και συναλλακτική σχέση μεταξύ ατόμου και θεού. Στην θρησκεία-βασίλειο του ατομισμού, λοιπόν, αντέτασσε την Εκκλησία ως κοινότητα.

Αλλά δεν είναι έτσι τα πράγματα. Υπάρχει πρώτα απ’ όλα μεγάλο θέμα για τον ορισμό της θρησκείας[25]. Και αν κανείς κοιτάξει προσεκτικά την τεράστια ποικιλία των θρησκειών, θα κοπιάσει για να εντοπίσει θρησκείες που να μη σημαίνουν εν ταυτώ κοινότητα (οπότε το θέμα δεν είναι απλώς «ατομικισμός ή κοινότητα», αλλά και «τι λογής κοινότητα»). Ούτε μπορεί κανείς να θεωρεί ένα και το αυτό θρησκείες στις οποίες υπάρχει η έννοια της ταυτοτικής μοναδικότητας και θρησκείες όπου όλα είναι ρευστά (όπως σε θρησκείες της Άπω Ανατολής). Ο Γιανναράς είχε προ οφθαλμών τα δυτικά χριστιανικά ρεύματα ατομικιστικής θρησκευτικότητας, αλλά a priori εκλάμβανε αυτά τα χαρακτηριστικά ως χαρακτηριστικά καθολικά των θρησκειών. Ταυτόχρονα, δεν ήταν διαυγές στα κείμενά του το ότι η ατομικιστική θρησκευτικότητα είναι ένα μόνο από τα ρεύματα της δυτικής χριστιανοσύνης. Όχι εξ ολοκλήρου η δυτική χριστιανοσύνη και δη στη διαχρονία της. Αυτές λοιπόν οι αφετηριακές ανακρίβειες συντελούν σε μια αξιολόγηση των άλλων πολιτισμών και θρησκειών μονάχα ως νηπιακών, άξεστων και αβαθών μορφωμάτων, ως δεσποτεία των ορμέφυτων. Η σοφία την οποία διέκρινε σ’ αυτά πλήθος Πατέρων της Εκκλησίας, τουλάχιστον ως καρπό του σπερματικού Λόγου, δεν βρίσκει εύκολα τον χώρο που της αξίζει στο μεγαλειώδες οικοδόμημα του Γιανναρά. Και αυτό έχει κόστος στην οικουμενικότητα της Εκκλησίας και στην αναγνώριση του ανυπότακτου του Αγίου Πνεύματος, τα οποία πράγματι με πάθος κατέφασκε και δίδασκε ο Γιανναράς.

Στο άρθρο του λοιπόν «Εκκλησία και πολιτισμός», το 2003, ο Χρήστος Γιανναράς φάνηκε κάτι να αφουγκράζεται από τα ζητήματα αυτά, και διατύπωσε το ερώτημα, «πόσο δεσμεύει την έκφραση ταυτότητας της Εκκλησίας και ευαγγελισμού της ελπίδας της ο κοινωνιοκεντρικός πολιτισμός (γλώσσα, τέχνη, νοο-τροπία) των αρχαίων Ελλήνων», και (συνακόλουθα) αν χρειάζεται πρώτα «να μυήσουμε στην αρχαιοελληνική γλωσσική συμβολική» τις «φυλές της Αφρικής ή της Πολυνησίας» και τις απαίδευτες μάζες του προηγμένου κόσμου. Και διερωτιόταν (ψηλαφώντας έτσι και απάντηση): «Πώς είναι δυνατό να έχουν πρόσβαση στην εκκλησιαστική εμπειρία, αγνοώντας τη δυναμική του νοήματος λέξεων όπως: φύση, υπόσταση, ενέργειες, λόγος, αλήθεια, κοινωνία, σωτηρία – ή διακρίσεων όπως: ουσίας και υπόστασης, φύσεως και ενεργειών;». Αυτά είναι πράγματι σοβαρά ερωτήματα, αντίστοιχα της γνωστής άποψης του π. Γεωργίου Φλωρόφσκυ ότι ο ελληνικός τρόπος με τον οποίο έχει διατυπώσει το δόγμα της η Εκκλησία, συνιστά πλέον αιώνια κατηγορία της εκκλησιαστικής υπάρξεως. Ως κατακλείδα του κειμένου του και εν όψει μελλοντικής αντιμετώπισης του ζητήματος ο Γιανναράς πρότεινε κάποια κριτήρια «για παραπέρα μελέτη ή για διάψευση». Εδώ ακριβώς ήταν / είναι το σημείο που θα μπορούσε / μπορεί να γονιμοποιηθεί.

Στα επόμενα χρόνια καταπιάστηκα με το επίδικο θεολογικό ζήτημα. Εν συντομία σημειώνω την προσέγγισή μου: Θεωρώ παγίδα κάθε τάση προς ουσιοκρατική αντίληψη, η οποία δεν διακρίνει στο εσωτερικό κάθε πολιτισμού φωτεινά και σκοτεινά στοιχεία, κατατάσσει τους πολιτισμούς σε συμπαγώς ανώτερους και σε συμπαγώς κατώτερους, κι έτσι (πράγμα καίριο) προσπερνά την ευαγγελική αισιοδοξία. Για παράδειγμα, έχει επισημανθεί ότι ο απόστολος Παύλος, εκεί όπου τονίζει το ευπρόσδεκτο όλων των ανθρώπων από τον Χριστό (Κολ. 3:11), ξετυλίγει αυτό το «όλων» ονοματίζοντας Έλληνες, Ιουδαίους, δούλους, ελεύθερους, βαρβάρους, και… Σκύθες! Γιατί άραγε κατονομάζει και τους Σκύθες, αφού ήδη είχε μιλήσει για βαρβάρους; Βρίσκω λοιπόν πολύ ενδιαφέρουσα την ερμηνεία κάποιων Βιβλικών θεολόγων ότι, με δεδομένο το τρομακτικό ειδικό βάρος που είχαν στην συνείδηση των ανθρώπων της εποχής οι Σκύθες (σαν να λέμε, θεωρούνταν οι βαρβαρότεροι των βαρβάρων), ο Παύλος τους ονοματίζει επίτηδες, ακριβώς για να κλιμακώσει σε ύψιστο βαθμό την κυριολεξία του «όλων». Με άλλα λόγια, την κυριολεξία τού «πάντα τα έθνη» στον Ματθαίο και τον Λουκά. Αυτή η Βιβλική αισιοδοξία πηγάζει από την χριστιανική ανθρωπολογία και από την εμπιστοσύνη στην άφρακτη δράση του Θεού παντού. Ας θυμηθούμε τη δράση του Γιαχβέ εκτός Ισραήλ (π.χ. στέλνει τον Ιωνά στην ειδωλολατρική Νινευή για να την προκαλέσει σε μετάνοια άνευ ιουδαιοποιήσεώς της) και τη διαβεβαίωση του Παύλου ότι υπάρχει χνάρι του Θεού στη συνείδηση όλων των εθνών, όλων των ανθρώπων (Ρωμ.2:10-16). Αυτά σημαίνουν κατάφαση της δυνατότητας όλων να δεξιωθούν το ευαγγελικό μήνυμα και τον ζωντανό Θεό. Κατάφαση η οποία τροφοδότησε ιεραποστολικές περιπτώσεις της Εκκλησίας στους αιώνες (ο άγιος Κύριλλος, για παράδειγμα, τον 9ον αιώνα στη Μοραβία κατηγόρησε τους αντιπάλους του ότι θεωρούσαν κουφούς, μουγγούς και στερημένους της φροντίδας του Θεού τους άλλους λαούς). Αυτή η αισιοδοξία όμως είναι αχνή, πολύ αχνή στην οπτική του Γιανναρά. Αν κάποιος αναζητήσει διάφορες φράσεις του που να καταφάσκουν την οικουμενική και πανανθρώπινη ματιά, όντως θα βρει. Το ζήτημα όμως δεν είναι αν υπάρχουν, ώστε κάποιος να τα επικαλεστεί λεξικογραφικά. Το ζήτημα είναι ότι βρίσκονται στην περιφέρεια της προσέγγισής του. Το κέντρο της προσέγγισής του το κατέχει η ταύτιση του ελληνικού τρόπου με την εκκλησιαστική αυθεντικότητα.

Ποιο πράγμα χρειάζεται να προσεχτεί εδώ; Η ιστορική σάρκα της διατύπωσης της πίστης με τις ελληνικές οντολογικές κατηγορίες δεν μπορεί να εξατμιστεί. Δεν μπορεί π.χ. να διδαχτεί το τριαδικό δόγμα χωρίς να εμπλακούν οι έννοιες του προσώπου / υπόστασης και της φύσης / ουσίας. Αν κάποιος δεν αρνηθεί καθαυτό το τριαδικό δόγμα [όπως έκανε ο Άντολφ Χάρνακ (†1930) και κάνει στα χρόνια μας η «πλουραλιστική θεολογία» του Τζων Χικ (†2012) και πολλών άλλων], θα βρεθεί μπροστά στο ερώτημα της διδασκαλίας αυτών των εννοιών. Ποιο λοιπόν είναι στην πραγματικότητα το ζητούμενο, το οποίο φυσικά χρειάζεται και κόπο και περίσκεψη αλλά και εμπιστοσύνη στο Άγιο Πνεύμα; Το ζητούμενο είναι η διατύπωση της πίστης με άλλους τρόπους – με τρόπους των φυλών της Αφρικής και της Πολυνησίας, για παράδειγμα. Αλλά (προχωρώ) και με τους τρόπους των νέων «φυλών» που γεννιούνται και αναπτύσσονται πλέον ως υποπολιτισμοί του Δυτικού κόσμου[26]. Σε άλλη ευκαιρία έχω επισημάνει ότι αυτή η ευελιξία είναι ήδη προίκα της εκκλησιαστικής παράδοσης: στο «Σύμβολο της πίστεως» η πίστη στη θεότητα του Υιού δηλώνεται και με οντολογικό τρόπο («ὁμοούσιοντῷ Πατρί») και με εικονιστικό, παραβολικό, μη-οντολογικό τρόπο («φῶς ἐκ φωτός»). Φρονώ λοιπόν ότι το πρόβλημα στη σκέψη του Γιανναρά ήταν ότι, ενώ είχε υπόψη του το ερώτημα και (προς τιμήν του φυσικά) δεν το αποσιώπησε, τον συνέπαιρνε η εσωτερική του βεβαιότητα ότι οι άλλοι πολιτισμοί δεν διαθέτουν τη δυνατότητα ούτε καν για να δεξιωθούν με τους δικούς τους τρόπους το περιεχόμενο όσων έχουν ως τώρα εκφραστεί ελληνικά. Δηλαδή για τον Γιανναρά το ερώτημα μοιάζει να μην είναι καν το αν οι άλλοι λαοί πρέπει πρώτα να γίνουν Έλληνες (με την έννοια του Φλωρόφσκυ). Σε τέτοιες διερωτήσεις του, του έβγαινε νικήτρια η καταφατική απάντηση. Μα το σκάλωμά του ήταν κάτι ακόμα παραπέρα, κάτι βαθύτερο. Ήταν η πεποίθησή του ότι οι άλλοι λαοί δεν έχουν την αρχαιοελληνική εμπειρία του κοινωνείν, την οποία ο ίδιος θεωρούσε απολύτως απαραίτητη, ώστε να μπορέσει κάποιος να δεχτεί το Ευαγγέλιο. Άρα;…

Αν προσεγγίσει κάποιος από χίλιες δυο πλευρές κι όσο πιο καλοπροαίρετα γίνεται την οπτική του Χρήστου Γιανναρά, θα δει ότι το σκάλωμα αυτό μοιάζει ανυπέρβλητο (αυτό βλέπω, και πρόθυμα κρατώ ανοιχτή την πόρτα της διάψευσής μου). Ο Γιανναράς ορίζει ως κοπερνίκειο κέντρο την ελληνική σάρκωση τόσο έντονα, συντριπτικά έντονα, ώστε ένας αναγνώστης που δεν πολυξέρει, να σχηματίσει την εντύπωση ότι η Εκκλησία γεννήθηκε στον Ελληνισμό. Η αρχαιοελληνική πόλις παίζει στη σκέψη του αποφασιστικό ρόλο, ο οποίος στην πραγματικότητα αποβαίνει ο μόνος ρόλος. Δεν υπαινίσσομαι (άπαγε!) ότι ο Γιανναράς αγνοεί την ενανθρώπηση του Χριστού ἐν ἡμέραις Ἡρῴδου τοῦ βασιλέως. Ίσα ίσα, αυτό το τονίζει κατ’ επανάληψη, για να τονίσει την ιστορικότητα της ενανθρώπησης. Μιλώ για το ποιο είναι το κέντρο βάρους του, το οποίο και εξουδετερώνει άλλα (τα οποία μπορεί να υπάρχουν ρηματικά, αλλά δεν δίνουν τον ρυθμό). Όταν διάβαζα την εισήγησή του στη Βοστώνη το 2002, «Human Rights and the Orthodox Church»[27], είχα γεμίσει τα περιθώρια του βιβλίου με σχόλια και ερωτήματα, όπως για παράδειγμα πώς μπορεί να μην παίζει αληθινό ρόλο στην προσέγγισή του η εβραϊκή μήτρα και η βιβλική (από την Παλαιά Διαθήκη ως τις Πράξεις των Αποστόλων) κοινοτική εμπειρία. H βιβλική θεολογία μάς έχει διευκρινίσει ότι τον όρο «εκκλησία» η πρώτη χριστιανική κοινότητα τον δανείστηκε από τη μετάφραση των Ο΄ για την εβραϊκή λέξη «qahal», η οποία απέδιδε την κοινότητα του Ισραήλ[28]. Θυμήθηκα έντονα αυτό το κείμενό του τού 2002 όταν άκουγα την εισήγησή του στο Φανάρι το 2019, σε διεθνές συνέδριο του Πατριαρχείου για τον Φλωρόφσκυ[29]. Η εισήγησή του ήταν σαν ανακεφαλαίωση των παγιωμένων θέσεών του[30].

Σε εκείνο το συνέδριο η δική μου εισήγηση συμπτωματικά είχε θέμα ακριβώς τον «ιερό Ελληνισμό» του Φλωρόφσκυ. Υποστήριξα ότι υπάρχει και δυνατότητα και χρέος για αναδιατύπωση της πίστης με τα εννοιολογικά εργαλεία των άλλων πολιτισμών. Στην κλειστή (δηλαδή την κατηγορηματική) πεποίθηση του Φλωρόφσκυ ότι ο χριστιανικός Ελληνισμός είναι ο τρόπος που δεν μπορεί να υπερβαθεί, εντόπισα ένα ανοιχτό παράθυρο: την εκτίμησή του για την «κηρυκτική θεολογία», δηλαδή την θεολογία η οποία διατυπώνεται με εικόνες και σύμβολα, διαφορετικά και παράλληλα προς την θεολογία η οποία εκφέρεται με οντολογικούς ορισμούς. Ο Φλωρόφσκυ ρητά θεωρούσε πολύτιμους και τους δύο τρόπους. Στην αποδοχή λοιπόν της «κηρυκτικής θεολογίας» βρίσκω το έδαφος που μπορεί να δουλευτεί και να καρποφορήσει και σε άλλες πολιτισμικές συνάφειες[31]. Στο προκείμενο εντοπίζω μια διαφορά και μεταξύ Γιανναρά και Ζηζιούλα. Ο δεύτερος (όπως έχω πει και άλλοτε[32]) δεχόταν ότι οι οντολογικές ελληνικές διατυπώσεις και δύνανται και οφείλουν να αναδιατυπωθούν με τους τρόπους των άλλων λαών, άρα αναγνώριζε την ανθρωπολογική και πολιτισμική ικανότητά τους να δεξιωθούν την παραδεδομένη πίστη.

Η βεβαιότητα του Γιανναρά ότι (σε αντιδιαστολή προς την αρχαία ελληνική εμπειρία και την Εκκλησία) όλα[33] τα θρησκευτικά φαινόμενα αποτελούν ατομική ικανοποίηση ορμέφυτων, και ότι συνεπώς οι λαοί που δεν έχουν την αρχαιοελληνική εμπειρία του κοινωνείν στερούνται του απαραίτητου υποδοχέα για τη δεξίωση του Ευαγγελίου, νομίζω ότι μπλόκαρε την προσέγγισή του και δεν άφηνε την κοφτερή ματιά του να προχωρήσει παραπέρα. Φέρνω ένα παράδειγμα: Είναι αστείο να διανοηθούμε καν ότι στις φυλές της Αφρικής (τις οποίες δειγματικά μνημόνευσε) υπάρχει ατομικισμός.[THΣ ΦΥΛΗΣ] Η εγγύτητα της φιλοσοφίας ubuntu προς τη θεολογία του προσώπου είναι εντυπωσιακή, όπως επίσης και η παραδοσιακή σωτηριολογία, η οποία είναι αδιανόητη ερήμην των σχέσεων στην κοινότητα της φυλής, η οποία περιλαμβάνει οπωσδήποτε και τους κεκοιμημένους[34]. Και άλλα πολλά, όπως το είδος άμεσης δημοκρατίας που είχαν οι Βίκινγκς (ναι, οι επιδρομείς και σφαγείς και όλα τα παρόμοια – σαν τους Σκύθες, ας πούμε), με συνελεύσεις στις οποίες συμμετείχαν και γυναίκες.[ Ο ΓΙΑΝΝΑΡΑΣ, ΕΠ'ΟΥΔΕΝΙ Ο ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΙΟΥ, ΔΕΝ ΕΙΔΕ ΤΗΝ ΑΧΙΛΛΕΙΟ ΠΤΕΡΝΑ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΤΟΥ ΔΗΜΟΥ, ΣΤΗΝ ΕΞΟΥΣΙΑ ΤΗΣ ΡΗΤΟΡΙΚΗΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΣΟΦΙΣΤΙΚΗΣ, ΤΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥ ΣΩΚΡΑΤΗ.]

Όλα αυτά υποθέτω ότι μπορεί να γεννοβολήσουν κι άλλα ερωτήματα, όπως: Ο Χρήστος Γιανναράς τροφοδότησε μια αντι-αποικιακή διάθεση του Ελληνισμού – πράγμα πολύ σημαντικό. Πώς όμως η οπτική του θα είναι καθολικά αντι-αποικιακή, δηλαδή θα αφορά και κάθε άλλον λαό; Είναι άραγε δυνατό να μην αποβεί αποικιστική (colonization of mind) η γνωριμία κάποιου λαού με την ελληνικότητα, αν η γνωριμία δεν χτιστεί με τα υλικά αυτού του λαού; [ΑΥΤΟ ΠΟΥ ΣΥΝΕΒΗ ΣΤΗΝ ΒΑΡΒΑΡΗ ΡΩΜΗ!]Ακόμα και η ρηγμάτωση ενός πολιτισμού από το καινό του Ευαγγελίου (η ρηγμάτωση είναι αναφαίρετη παράμετρος της συνάντησης οιουδήποτε πολιτισμού με το Ευαγγέλιο, όπως για παράδειγμα η απεμπόληση της ιθαγενούς κυκλικής αντίληψης της ιστορίας και η αποδοχή της εξ Εβραίων ευθύγραμμης ή σπειροειδούς πορείας προς τα Έσχατα) χρειάζεται να αρθρωθεί με την ψυχή του λαού.[Η ΟΥΣΙΑ ΤΟΥ ΠΡΑΓΜΑΤΟΣ ΛΟΓΩ ΑΝΕΠΑΡΚΕΙΑΣ ΕΙΝΑΙ Η ΕΛΛΕΙΓΗ ΚΑΤΑΝΟΗΣΗΣ ΤΟΥ ΛΟΓΟΥ Ο ΟΠΟΙΟΣ ΔΕΝ ΤΑΥΤΙΖΕΤΑΙ ΜΕ ΤΗΝ ΓΛΩΣΣΑ] Μπορεί να αρθρωθεί βάσει της εγγενούς δίψας για απελευθέρωση, ή βάσει της δυσανασχέτησης για τον θάνατο, ή βάσει την λαχτάρας η αγάπη να μην πεθαίνει, ή βάσει ρευμάτων τα οποία αποτελούν μέσα σε έναν πολιτισμό ένας είδος αντιπολίτευσης προς τις κυβερνώσες ελίτ κ.λπ. Δηλαδή δεν είναι μόνο η κοινοτική οργάνωση η προίκα ενός λαού. Είναι και ό,τι αφορά μια ελπίδα η οποία προσδοκά πλήρωση. Και χρειάζεται την προσοχή μας και το εξής: Κανένας πολιτισμός δεν είναι περίκλειστος, όπως υπονοούν οι ουσιοκρατικές προσεγγίσεις. Όλοι οι πολιτισμοί (πλην κοινοτήτων που βρέθηκαν σε απόλυτη γεωγραφική απομόνωση) είναι μέτοχοι ανταλλαγών και οσμώσεων, χωρίς να παύουν να έχουν εαυτό. Αυτή η διαπίστωση κοινωνικής ανθρωπολογίας δένει με την χριστιανική πίστη και εμπειρία: Όταν το Ευαγγέλιο αφικνείται σε μια νέα πολιτισμική συνάφεια, δεν αφικνείται άσαρκο. Αφικνείται ήδη σαρκωμένο, απλούστατα διότι πάντα το Ευαγγέλιο διατυπώνεται με τον τρόπο του ανθρώπου. Βασικό χριστιανικό αξίωμα: όποτε ο Θεός αυτo-αποκαλύπτεται, μιλά τη γλώσσα του ανθρώπου στον οποίον απευθύνεται. Άρα η διατύπωση του Ευαγγελίου γίνεται αναπόφευκτα με τους τρόπους κάποιου πολιτισμού, ο οποίος ίσως κατόπιν το προσφέρει σε άλλον πολιτισμό. Το θέμα όμως δεν είναι αν αυτό συμβαίνει ή δεν συμβαίνει. Συμβαίνει! Το κρίσιμο θέμα σε αυτήν τη λεπτή συγκυρία είναι το εξής: η ήδη υπάρχουσα ιστορική σάρκα να μη γίνει σαρκοφάγος[35], δηλαδή να μην εμποδίσει εν τοις πράγμασι την περαιτέρω σάρκωση. Σάρκωση δεν υπάρχει αν δεν προσληφθεί και κρισαριστεί και μεταμορφωθεί (σάρκωση σημαίνει και τα τρία μαζί) η συγκεκριμένη σάρκα του κάθε συγκεκριμένου λαού. Η δική του σάρκα, η οποία και δεν «είναι» μόνο, αλλά και «γίνεται» – αδιάκοπα.[ΑΠΟΛΥΤΗ ΑΝΕΠΑΡΚΕΙΑ ΛΟΓΟΥ]

Η θεολογία του προσώπου αναμένεται να ευνοεί την έννοια της μεταστροφής, δηλαδή τη δυνατότητα του ανθρωπίνου υποκειμένου να πηδαλιουχεί τον πνευματικό προσανατολισμό του, ακόμα και ερχόμενο σε ρήξη με τα πατρογονικά του. Έχω κατ’ επανάληψη υποστηρίξει ότι η μεταστροφή είναι η καρδιά του χριστιανικού Ευαγγελίου[36]. Αν δεν υπάρχει αυτή η δυνατότητα, τότε τη ζωή των ανθρώπων την κουμαντάρει η τυχαιότητα της γέννησής τους, δηλαδή η υποταγή του υποκειμένου στην «ιθαγένειά» του.[ΤΟ ΥΠΟΚΕΙΜΕΝΟ ΔΕΝ ΑΝΗΚΕΙ ΣΤΟΝ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟ. ΔΕΝ ΕΠΙΝΟΗΘΗΚΕ ΤΟ ΕΓΩ, Η ΚΡΥΦΗ ΚΑΡΔΙΑ ΤΟΥ ΥΠΟΚΕΙΜΕΝΟΥ.] Σε αυτή την περίπτωση (δηλαδή στην περίπτωση αποδοχής της «ιθαγένειας» ως του αποφασιστικού παράγοντα), ο πολιτισμός ουσιαστικά αναδεικνύεται σε πηγή της αλήθειας του καθενός.[ΑΛΛΟ ΚΟΥΛΤΟΥΡΑ, ΑΛΛΟ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ] Εδώ, κόντρα σε ό,τι μπορεί να υπόσχεται η εσχατολογία και το άνοιγμα (όχι η αναίρεση) της ιστορίας στο αίσιο μέλλον που απεργάζεται ο Θεός, το παρελθόν καθίσταται ο αποφασιστικός παράγοντας. Ο Γιανναράς κάποτε είχε εκφράσει με συγκλονιστικό τρόπο μια κορυφαία αλήθεια: «Είμαστε “de facto” Χριστιανοί, γεννιώμαστε Χριστιανοί, αλλά αυτό συνεπάγεται άρνηση της πίστης, γιατί η πίστη δεν κληρονομιέται, δεν μεταβιβάζεται, αλλά βιώνεται στη κάθε στιγμή τραγικά»[37]. Παραδόξως και αντιφατικά, όμως, ενώ θα αναμενόταν να δυσπιστεί προς την αποθέωση της «ιθαγένειας» (όπως δυσπιστούσε προς την κατίσχυση της φύσεως επί της υποστάσεως), συχνά εξέφραζε δυσανεξία προς την έννοια της μεταστροφής. Την ταύτιζε με ένα εγκεφαλικό shopping, και την απαξίωνε ως έκφραση μιας εγωπαθούς καταναλωτικής ιδιοτροπίας.[ΤΑΥΤΙΖΟΥΝ ΟΙ ΛΕΒΕΝΤΕΣ ΤΗΝ ΦΥΣΗ ΜΕ ΤΗΝ ΟΥΣΙΑ ΚΑΙ ΤΡΥΠΩΝΟΥΝ ΣΕ ΞΕΝΕΣ ΦΩΛΙΕΣ ΟΠΩΣ ΤΑ ΑΥΓΑ ΤΟΥ ΚΟΥΚΟΥ ΣΤΗΝ ΦΩΛΙΑ ΤΗΣ ΚΟΥΚΟΒΑΓΙΑΣ. ΔΕΝ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΙΖΟΝΤΑΙ ΑΠΟ ΤΙΣ ΜΑΧΕΣ ΤΗΣ ΧΡΙΣΤΟΛΟΓΙΑΣ ΔΙΟΤΙ ΔΕΝ ΜΠΟΡΟΥΝ ΝΑ ΕΝΝΟΗΣΟΥΝ ΤΟΝ ΛΟΓΟ, ΤΟΝ ΣΤΑΥΡΟ ΤΗΣ ΣΩΤΗΡΙΑΣ. ΑΛΛΟΣ Ο ΤΡΟΠΟΣ ΖΩΗΣ ΚΑΙ ΑΛΛΟΣ Ο ΤΡΟΠΟΣ ΤΗΣ ΕΝ ΧΡΙΣΤΩ ΣΩΤΗΡΙΑΣ] Η έμφασή του στο ενεστώς βίωμα, δηλαδή στη γαλούχηση του ανθρώπου μέσα στον εμπράγματο πολιτισμό του, αποβαίνει συντριπτική. Αν όμως προσέξουμε τις πηγές, ιδίως της εποχής της εξόδου της Εκκλησίας στον μεγάλο ελληνορωμαϊκό κόσμο, θα δούμε (όση έκπληξη κι αν προκαλεί αυτό) ότι τέτοια ήταν η επιχειρηματολογία του Κέλσου κατά της χριστιανικής οικουμενικότητας και κατά του χριστιανικού ισχυρισμού ότι τα πατρογονικά δεν συνιστούν την αλήθεια, και ότι άρα κάθε άνθρωπος, οιουδήποτε πολιτισμού, δύναται να εγκολπωθεί την έξωθεν αφικνούμενη σε αυτόν αλήθεια του Χριστού. Και θα δούμε και το ξάφνιασμα που υπέστη ο ελληνορωμαϊκός κόσμος από τη χριστιανική ανάδυση του υποκειμένου [ΕΙΜΑΣΤΕ ΗΔΗ ΣΤΗΝ ΠΟΛΙΤΕΙΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ] – η οποία έχει βιβλικές ρίζες, σημαίνει αναπροσανατολισμό των σχέσεων, και ουδαμώς συμπίπτει με τον εξτρεμισμό της νεωτερικής ατομοκρατίας, ο οποίος εκλαμβάνει το υποκείμενο καθαυτό και τις σχέσεις ως κάτι επιγενόμενο![38]

Εκδήλωμα αυτής της αφοσίωσης του Γιανναρά στην έννοια του υψηλού πολιτισμού θεωρώ κάτι ακόμα: την τεράστια έμφασή του στην αισθητική (όσο κι αν προσέγγιζε την αισθητική και το κιτς πάλι με όρους του κοινωνείν σε αντιδιαστολή προς τον ατομικισμό). Και εδώ βλέπω αντίφαση: Ενώ υπέροχα ανοιγόταν στην έκπληξη και στην ανατροπή, και ενώ εξαιρετικά κατέφασκε την κένωση την οποία συνεπάγεται ο προσωπικός τρόπος ύπαρξης (με πρώτη και καλύτερη την απερινόητη κένωση του ενανθρωπήσαντος Θεού), αποστρεφόταν αυθορμήτως ό,τι δεν ήταν αισθητικά υψηλό. Κι έτσι έχω αναρωτηθεί πώς είναι δυνατόν ένας εργάτης της θεολογίας του προσώπου να σχολιάζει με αποτροπιασμό σωματικά χαρακτηριστικά ή να κατακεραυνώνει ως «γυφταριό» την άσχημη ανακατωσούρα; Πώς θα σχολίαζε άραγε τη βρώμα;;; που κουβαλούσαν απάνω τους κάποιοι δια Χριστόν σαλοί, τους οποίους τόσο αριστοτεχνικά έφερε ο ίδιος στο οπτικό πεδίο μας; Μπορεί τέτοιας λογής εκφράσεις του να ήταν απλώς γλωσσικές υπερβολές πάνω σε μια έξαψη. Γλωσσικές υπερβολές, που του επέφεραν ακόμα και άδικη επί της ουσίας κριτική, είχε πολλές. Εδώ όμως νομίζω πως μάλλον αποτύπωναν κυριολεκτικά αντιλήψεις του: την ταύτιση αληθείας και (κατά τα κριτήριά του) αισθητικώς υψηλού πολιτισμού.

Τα γράφω αυτά με αμείωτο τον σεβασμό και την ευγνωμοσύνη στον δάσκαλο που μας προσκάλεσε στο πάθος για ελευθερία. Επιχειρώ (και ομολογουμένως δεν μου είναι περίπατος αυτή η λεπτοδουλειά) να διακρίνω τα στοιχεία του που είναι γόνιμα, από εκείνα που φαίνονται στείρα. Ο κόπος αυτής της διάκρισης είναι δουλειά που του την οφείλουμε, ακριβώς επειδή ο ίδιος μας κάλεσε σε στοχαστική διαπάλη. Αυτό –την ανίχνευση της μικτότητάς του– έχω προσπαθήσει και στις ως τώρα δημοσιευμένες κριτικές αναγνώσεις μου του έργου του: για την ιεραποστολή, για την ηθική, για την πολιτική θεολογία κλπ[39]. Παραπέμπω σε αυτές από έγνοια για την ανεπάρκεια όποιου λόγου αρθρώνουμε κάθε στιγμή, και δη για ζητήματα με τόσο μεγάλη ενδοχώρα.

Όπως συμβαίνει με όλους τους δημιουργικούς ανθρώπους, η μελέτη των αντιφάσεων (ή: όσων σημείων τους φαίνονται ως αντιφάσεις) έχει πολύ μεγάλη σημασία. Μπορεί να ρίξει πολύ φως. Χαρακτηριστικά κι ενδεικτικά καταθέτω εδώ κάτι από την προφορική μας ιστορία, κάτι το οποίο μου είπε ο Γιανναράς ενώπιον 4-5 ατόμων στο σαλονάκι του μοναστηριού του Bose στις 15 Σεπτεμβρίου 2006. Ήταν απόγευμα, μετά το πέρας των συνεδριακών εργασιών της ημέρας. Καθώς λέγαμε διάφορα, γυρίζει ο δάσκαλος και με στέλνει στα ουράνια, λέγοντας πόσο του άρεσε η δομή και η επιχειρηματολογία της εισήγησης που είχα κάνει νωρίτερα. Είχα μιλήσει για τη δυνατότητα και υποχρέωσή μας να χρησιμοποιούμε ως ευχαριστιακά υλικά άλλες τροφές, πλην του σταρένιου άρτου και του οίνου της αμπέλου σε πολιτισμικές συνάφειες όπου άλλες τροφές είναι τα βασικά της καθημερινότητάς τους[40].[ΤΑ ΕΥΧΑΡΙΣΤΙΑΚΑ ΥΛΙΚΑ ΕΙΝΑΙ ΠΡΟΙΟΝΤΑ ΖΥΜΩΣΗΣ  ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΤΟΠΙΚΕΣ ΤΡΟΦΕΣ ΦΙΛΕ] Προσυπέγραψε τη θέση μου και μου επεσήμανε να επιμένω ότι τα κατά τόπους ευχαριστιακά υλικά πρέπει να είναι στοιχεία και βιωμένα αλλά και ουσιώδη ταυτόχρονα. Αυτό, ως δείγμα της ανοιχτωσιάς την οποία τολμούσε η δυναμική του και στην οποία μπορεί να καρπίσει η σκέψη του.

Δ. Finis τίνος;

Στο κείμενό μου αυτό στάθηκα σε λιγοστά σημεία της κληρονομιάς του Γιανναρά, σε μερικά απ’ όσα με κατακλύζουν. Και για άλλη μια φορά διαπίστωσα πόσο άχρηστος είμαι όσον αφορά τη φροντίδα για φωτογραφήσεις. Στα σαράντα περίπου χρόνια γνωριμίας μας και συναντήσεών μας σε πλήθος τόπων, ημερίδων, εκπομπών, νομίζω ότι δεν έχω ούτε μία φωτογραφία μαζί του! Ή μάλλον, έχω μία και μόνη. Είναι μια φωτογραφία που τραβήχτηκε χωρίς να το γνωρίζω, την ώρα που ακουμπούσα το ανοιχτό φέρετρο με νεκρό τον Χρήστο Γιανναρά, λίγο πριν αρχίσει η νεκρώσιμη ακολουθία του στην Αγία Ειρήνη Αιόλου. Ο παλιός μου φοιτητής που έβγαλε την φωτογραφία από το υπερώο με συγκίνησε έχοντας τη λεπτότητα να μου τη στείλει μετά…

Η καρδιά της αγαθής μερίδας του Χρήστου Γιανναρά, η οποία βαθιά πιστεύω ότι ουκ αφαιρεθήσεται απ’ αυτού, χτυπά σε όσα κέντησε για την αγάπη, για την αυτοπαράδοση στον Χριστό, για την εγκατάλειψη στην αγάπη του Πατέρα. Στην προθυμία δηλαδή να ακουμπήσουμε σε αυτήν όλα: όχι μόνο όσα αναγνωρίζουμε ως καραμπινάτες αμαρτίες μας, αλλά και όσα νομίζουμε κατορθώματα και αξιοσύνες μας. Στην πίστη τελικά ότι το κέντρο βάρους δεν είναι το οδυνηρό Finis οιουδήποτε, αλλά μόνο το ελπιδοφόρο Finis (ονομαστική) Finis (γενική).

Πηγή: https://mag.frear.gr/finis-finis/

ΤΟ ΠΡΟΣΩΠΟ ΔΕΝ ΚΑΤΟΡΘΩΣΕ ΝΑ ΕΛΕΥΘΕΡΩΘΕΙ ΑΠΟ ΤΟ ΘΑΝΑΤΗΦΟΡΟ ΕΓΩ.

Σημειώσεις

Τρίτη 4 Φεβρουαρίου 2025

ΝΑ ΤΟΛΜΟΥΜΕ ΝΑ ΕΛΠΙΖΟΥΜΕ . . . - Θανάσης Ν. Παπαθανασίου

 

ΝΑ ΤΟΛΜΟΥΜΕ ΝΑ ΕΛΠΙΖΟΥΜΕ . . .
Χαρισματικός, καινοτόμος αλλά και σύνθετος,
ο Αναστάσιος άφησε πίσω του σπουδαία κληρονομιά.

Θανάσης Ν. Παπαθανασίου*


Ο ποταμός Ιορδάνης (είχε πει κάποτε σε ομιλία του ο Αναστάσιος Γιαννουλάτος), δίνει αδιάκοπα νερό σε δύο λίμνες. Αυτό το νερό η μία λίμνη το προσφέρει στη γη, ώστε να καρπίσει. Είναι η λίμνη της Γαλιλαίας. Η άλλη λίμνη όμως κρατά το νερό για τον εαυτό της. Και το νερό γίνεται φαρμάκι. Είναι η Νεκρά Θάλασσα.

Η εικόνα αυτή συνοψίζει την οπτική του μακαριστού αρχιεπισκόπου και αποδίδει την συναρπαστική πνοή η οποία εμψύχωνε το έργο του. Για τον Αναστάσιο το άνοιγμα της Εκκλησίας, η διάδρασή της με τον κόσμο, αφορά καθαυτό το «είναι» της εκκλησιαστικής κοινότητας – όχι κάποιο μάρκετινγκ ή δημόσιες σχέσεις της. Εκκλησία που δεν έχει ως ζωή της (ως τρόπο ύπαρξής της, ως εαυτό της) την μοιρασιά, την μαρτυρία και την διακονία, δεν είναι μια κάπως κλειστή Εκκλησία. Γίνεται φαρμάκι, δηλαδή καταντά μη-Εκκλησία.

Η ΟΣΜΩΣΗ ΕΑΥΤΟΥ ΚΑΙ ΔΡΑΣΕΩΝ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ

Αυτή την όσμωση εαυτού και δράσεων της Εκκλησίας χρειάζεται να την προσέξουν όσοι δείχνουν ενδιαφέρον (από οποιαδήποτε πλευρά) για το έργο του Αναστασίου. Ο κάποτε καθηγητής μας στην Θεολογική Σχολή Αθηνών, απόστολος στην Αφρική και εν τέλει αρχιεπίσκοπος Αλβανίας, έκανε αυτά που έκανε, εξαιτίας της πίστης – με όλο της το μεταφυσικό περιεχόμενο. Και όχι παραμερίζοντας την πίστη. Αυτό είναι ένα καίριο σημείο, ίσως το δυσκολότερο να κατανοηθεί σε μια εποχή όπου αφθονούν οι φονταμενταλισμοί, θρησκευτικοί και άθεοι εξίσου.
Ήταν ακριβώς η χριστιανική πίστη κι όχι κάποια έκπτωση σ’ αυτήν (ήταν δηλαδή η προθυμία για αποφασιστική ανταπόκριση στην πρόσκληση του Χριστού και του Ευαγγελίου του), αυτό που έκανε τον Αναστάσιο, για παράδειγμα, το 1999, στην κρίση του Κοσσυφοπεδίου, όχι μόνο να περιθάλψει πρόσφυγες που εισέρρεαν στην Αλβανία, αλλά και να προσφέρει χρήματα για την επισκευή στο Κοσσυφοπέδιο ενός ναού και ενός τζαμιού. Και ήταν ατόφια η χριστιανική πίστη αυτό που έκανε τον Αναστάσιο να αναγνωρίζει την μυστική παρουσία του Θεού σε όλες τις καλές αγωνίες και σε όλους τους καλούς κόπους ανθρώπων οιουδήποτε πολιτισμού και οιασδήποτε θρησκείας. Μα και ταυτόχρονα να αποκηρύττει την μισαλλοδοξία, την αδικία και την απανθρωπιά παντού – σε κάθε πολιτισμό και σε κάθε θρησκεία. Έχει καταστεί εμβληματική η φράση του (η οποία και καταδεικνύει πόσο μεγάλος είναι ο κίνδυνος των στρεβλώσεων): «το άγιο λάδι της θρησκείας να μη γίνεται καύσιμη ύλη του φανατισμού».

Η ανοιχτωσιά αυτή δεν έχει όρια εθνικά, πολιτισμικά, ανθρωπολογικά. Εκτείνεται έως εσχάτου της γης (όπως λέει το Ευαγγέλιο), εκτείνεται ως τις εσχατιές της αγάπης – to the end of love (όπως θα υπομνημάτιζε ο Λέοναρντ Κοέν). Εκδήλωση αυτής της ανοιχτωσιάς είναι η κορυφαία συμβολή του Αναστάσιου στην αναζωπύρωση της Ορθόδοξης Ιεραποστολής από την δεκαετία του 1960, η θεωρητική και πρακτική δουλειά του στην ανατολική Αφρική (Κένυα, Ουγκάντα, Τανζανία), η κατάδειξη ότι η ιεραποστολή είναι μαρτυρία και πρόταση νοήματος, σε κατηγορηματική και απόλυτη αντιδιαστολή προς την αποικιοκρατία και τον προσηλυτισμό. Εκδήλωση αυτής της ανοιχτωσιάς είναι η ανασύσταση, από το 1991, της Ορθόδοξης εκκλησίας στην Αλβανία, σε ρητή και έμπρακτη αντίστιξη προς κάθε εθνικισμό. Εκδήλωση αυτής της ανοιχτωσιάς είναι η συνηγορία του υπέρ των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, συνηγορία την οποία δεν προσυπέγραφαν πολλοί θεολόγοι της γενιάς του. Για τον Αναστάσιο η προσευχή διαπότιζε την πράξη. Είναι πραγματική παρακαταθήκη η απάντηση που έδωσε σε συνάδελφό του καθηγητή ο οποίος, για να τον αποτρέψει από τις πρωτοβουλίες συμπαράστασης στους φοιτητές της εξεγερμένης Νομικής τον Φεβρουάριο του 1973 τού θύμισε τα λόγια του ευαγγελίου: «Φρόνιμοι [μυαλωμένοι, συνετοί] ως οι όφεις». Ο Αναστάσιος του απάντησε: «Φρόνιμοι ναι, αλλά όφεις ποτέ!».

«Η ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΜΕΤΑ ΤΗ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ»

Γονιμοποιώντας φωτεινά θεολογικά σπέρματα που συνάντησε στο διάβα του, ο Αναστάσιος διατύπωσε την περίφημη φόρμουλα «λειτουργία μετά τη Λειτουργία». Η φράση δηλώνει πως ό,τι βιώνουν οι πιστοί κατά την θεία Λειτουργία (την έγνοια και την θυσία του Θεού αυτοπροσώπως για όλους αυτοπροσώπως, την θεία Ευχαριστία ως απόλυτα κοινό και εξισωτικό τραπέζι, την προσδοκία της ανάστασης), οφείλουν να το ζήσουν και μετά την λήξη της θείας Λειτουργίας, στην κοινωνία και στην καθημερινότητα. Πράγμα που σημαίνει ότι η έμπρακτη σύγκρουσή τους με την ταξική αδικία, την τυραννία, την φτωχοποίηση, τον κοινωνικό αποκλεισμό, είναι ταυτοχρόνως έκφανση της πνευματικότητας και επαλήθευση της πνευματικότητας. Προέκταση (και όχι αντίποδας) της θείας Λειτουργίας. Έμπρακτη μαρτυρία ότι οι χριστιανοί κυριολεκτούν για την πίστη τους στην Ανάσταση και στην θανάτωση του κάθε θανάτου, και ότι προτείνουν στον κόσμο την πίστη αυτή ως νόημα ύπαρξης – έως εσχάτου του χρόνου. Και βέβαια αυτή η προσέγγιση του Αναστάσιου συνεπάγεται έγνοια για θεσμική αντιμετώπιση του θεσμικού κακού. Έγνοια για θεσμική κοινωνική δικαιοσύνη, κι όχι μόνο για περιστασιακή ελεημοσύνη.

Καταλαβαίνει κανείς ότι ο Αναστάσιος συμμεριζόταν το όραμα της ενεργούς συμμετοχής και υπευθυνότητας όλων των μελών της εκκλησιαστικής κοινότητας. Αυτό έχει αποτυπωθεί και στην δομή της Ορθόδοξης Εκκλησίας στην Αλβανία. Το Καταστατικό της (δημιουργημένο το 2006 και συμπληρωμένο κατόπιν) ορίζει ως θεσμικά όργανα την Κληρικολαϊκή Συνέλευση και το Κληρικολαϊκό Εκκλησιαστικό Συμβούλιο, το οποίο μάλιστα συμμετέχει στην ανάδειξη νέων επισκόπων. Αυτό το πνεύμα ανέδωσε και η συμμετοχή αυτής της τοπικής Εκκλησίας στην «Αγία και Μεγάλη Σύνοδο» του 2016 στο Κολυμπάρι της Κρήτης. Η –ποσοτικά– μικρούλα Ορθόδοξη Εκκλησία της Αλβανίας αξιοποίησε στο έπακρο την δυνατότητα που παρείχε ο κανονισμός της Συνόδου, και συμμετείχε με εννέα συμβούλους, εκ των οποίων τέσσερις λαϊκοί: δύο άντρες και δύο γυναίκες. Σημειωτέον ότι από τις δέκα συνολικά τοπικές Ορθόδοξες Εκκλησίες που συμμετείχαν στην Σύνοδο, οι επτά δεν είχαν καμία γυναίκα σύμβουλο.

Χαρισματικός και καινοτόμος. Αυτό υπήρξε ο δάσκαλός μας. Και σύνθετος. Με την αξιοσύνη του έχτισε ισχυρές φιλίες και συνεργασίες σε παγκόσμιο επίπεδο (η στήριξη, π.χ., εκ μέρους του Παγκοσμίου Συμβουλίου Εκκλησιών υπήρξε αποφασιστική). Μαζί με την ευρεία αποδοχή γνώρισε και την κατακραυγή από κύκλους που απορρίπτουν τον διαχριστιανικό και διαθρησκειακό διάλογο. Κι από την άλλη, έντονα συζητήθηκε το ότι δεν καταδίκασε απερίφραστα τον πρόσφατο ανταγωνιστικό επεκτατισμό της ρωσικής Εκκλησίας στην υποσαχάρια Αφρική, εις βάρος του Πατριαρχείου Αλεξανδρείας.

Σε μια εποχή όπου ο παραλογισμός και οι περιχαρακώσεις κερδίζουν την μάχη της γοητείας, χρειάζεται να λέμε και τα αυτονόητα: Η κληρονομιά του Αναστασίου χρειάζεται να καρπίσει και να μην ξεψυχήσει σαν φευγαλέα ξαστεριά. Και να συνεχιστεί, να βαθύνει η μελέτη του έργου του. Σεβαστικά και έντιμα και γόνιμα. Ο Αναστάσιος υπήρξε μεγάλος, με τις αρετές και τους πειρασμούς όλων των αληθινά μεγάλων. Και συνεχιστές του θα είναι όσοι θα επιμείνουν έμπρακτα στην λυτρωτική κραυγή που είχε αρθρώσει τον Αύγουστο του 2016 στον ποταμό (ξανά ποταμός, σαν τον Ιορδάνη που συναντήσαμε στην αρχή) Ραπούνι της Αλβανίας: «Τολμούμε να ελπίζουμε».
. . . . . . . . . . . . .
* Ο Θανάσης Ν. Παπαθανασίου είναι Αναπληρωτής Καθηγητής Ιεραποστολικής, Διαπολιτισμικής Χριστιανικής Μαρτυρίας και Διαλόγου στην Ανώτατη Εκκλησιαστική Ακαδημία Αθήνας, διευθυντής του περιοδικού «Σύναξη».
. . . . . . . . . . . . .
[Δημοσιεύτηκε στην ειδική έκδοση της εφημερίδας "Καθημερινή", 2-2-2025: "Αρχιεπίσκοπος Αναστάσιος 1929-2025", σσ. 86-87].


ΞΕΧΑΣΕ ΤΟΝ ΙΟΡΔΑΝΗ ΠΟΥ ΣΤΡΕΦΕΤΑΙ ΠΡΟΣ ΤΑ ΠΙΣΩ Ο ΚΑΥΜΕΝΟΣ ΚΑΙ ΜΑΖΙ ΤΟΥ ΟΛΟΙ ΟΙ ΝΕΟΟΡΘΟΔΟΞΟΙ ΕΝΩΜΕΝΟΙ ΣΤΟΝ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΜΟ ΤΗΣ ΓΑΙΑΣ.
ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΕΥΕΡΓΕΤΗΜΕΝΟΥΣ ΤΟΥ ΡΕΥΜΑΤΟΣ ΤΟΥ ΖΗΖΙΟΥΛΑ, Ο ΓΟΗΣ, ΤΗΣ ΔΙΑΦΟΡΕΤΙΚΟΤΗΤΟΣ. ΤΗΣ ΝΕΚΡΑΣ ΘΑΛΑΣΣΑΣ.

Ανώνυμος είπε...

Αʹ Πε 3:10 – 22
Ἀγαπητοί, ὁ θέλων ζωὴν ἀγαπᾶν καὶ ἰδεῖν ἡμέρας ἀγαθὰς παυσάτω τὴν γλῶσσαν αὐτοῦ ἀπὸ κακοῦ καὶ χείλη αὐτοῦ τοῦ μὴ λαλῆσαι δόλον, ἐκκλινάτω ἀπὸ κακοῦ καὶ ποιησάτω ἀγαθόν, ζητησάτω εἰρήνην καὶ διωξάτω αὐτήν. ὅτι ὀφθαλμοὶ Κυρίου ἐπὶ δικαίους καὶ ὦτα αὐτοῦ εἰς δέησιν αὐτῶν, πρόσωπον δὲ Κυρίου ἐπὶ ποιοῦντας κακά. Καὶ τίς ὁ κακώσων ὑμᾶς, ἐὰν τοῦ ἀγαθοῦ μιμηταὶ γένησθε; ἀλλ᾽ εἰ καὶ πάσχοιτε διὰ δικαιοσύνην, μακάριοι. τὸν δὲ φόβον αὐτῶν μὴ φοβηθῆτε μηδὲ ταραχθῆτε, Κύριον δὲ τὸν Θεὸν ἁγιάσατε ἐν ταῖς καρδίαις ὑμῶν, ἕτοιμοι δὲ ἀεὶ πρὸς ἀπολογίαν παντὶ τῷ αἰτοῦντι ὑμᾶς λόγον περὶ τῆς ἐν ὑμῖν ἐλπίδος μετὰ πραΰτητος καὶ φόβου, συνείδησιν ἔχοντες ἀγαθήν, ἵνα ἐν ᾧ καταλαλοῦσιν ὑμῶν ὡς κακοποιῶν, καταισχυνθῶσιν οἱ ἐπηρεάζοντες ὑμῶν τὴν ἀγαθὴν ἐν Χριστῷ ἀναστροφήν. κρεῖττον γὰρ ἀγαθοποιοῦντας, εἰ θέλοι τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ, πάσχειν ἢ κακοποιοῦντας. ὅτι καὶ Χριστὸς ἅπαξ περὶ ἁμαρτιῶν ἔπαθε, δίκαιος ὑπὲρ ἀδίκων, ἵνα ἡμᾶς προσαγάγῃ τῷ Θεῷ, θανατωθεὶς μὲν σαρκί, ζωοποιηθεὶς δὲ πνεύματι· ἐν ᾧ καὶ τοῖς ἐν φυλακῇ πνεύμασι πορευθεὶς ἐκήρυξεν, ἀπειθήσασί ποτε, ὅτε ἀπεξεδέχετο ἡ τοῦ Θεοῦ μακροθυμία ἐν ἡμέραις Νῶε κατασκευαζομένης κιβωτοῦ, εἰς ἣν ὀλίγαι, τοῦτ᾽ ἔστιν ὀκτὼ ψυχαί, διεσώθησαν δι᾽ ὕδατος. ὃ ἀντίτυπον νῦν καὶ ἡμᾶς σῴζει βάπτισμα, οὐ σαρκὸς ἀπόθεσις ῥύπου, ἀλλὰ συνειδήσεως ἀγαθῆς ἐπερώτημα εἰς Θεόν, δι᾽ ἀναστάσεως Ἰησοῦ Χριστοῦ, ὅς ἐστιν ἐν δεξιᾷ τοῦ Θεοῦ πορευθεὶς εἰς οὐρανόν, ὑποταγέντων αὐτῷ ἀγγέλων καὶ ἐξουσιῶν καὶ δυνάμεων.

Μκ 12:18 – 27
Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, ἔρχονται Σαδδουκαῖοι πρὸς τὸν Ἰησοῦν, οἵτινες λέγουσιν ἀνάστασιν μὴ εἶναι, καὶ ἐπηρώτων αὐτὸν λέγοντες· διδάσκαλε, Μωϋσῆς ἔγραψεν ἡμῖν ὅτι ἐάν τινος ἀδελφὸς ἀποθάνῃ καὶ καταλίπῃ γυναῖκα, καὶ τέκνα μὴ ἀφῇ, ἵνα λάβῃ ὁ ἀδελφὸς αὐτοῦ τὴν γυναῖκα αὐτοῦ καὶ ἐξαναστήσῃ σπέρμα τῷ ἀδελφῷ αὐτοῦ. ἑπτὰ οὖν ἀδελφοὶ ἦσαν. καὶ ὁ πρῶτος ἔλαβε γυναῖκα, καὶ ἀποθνῄσκων οὐκ ἀφῆκε σπέρμα. καὶ ὁ δεύτερος ἔλαβεν αὐτήν, καὶ ἀπέθανε, καὶ οὐδὲ αὐτὸς οὐκ ἀφῆκε σπέρμα. καὶ ὁ τρίτος ὡσαύτως. καὶ ἔλαβον αὐτὴν οἱ ἑπτά, καὶ οὐκ ἀφῆκαν σπέρμα. ἐσχάτη πάντων ἀπέθανε καὶ ἡ γυνή. ἐν τῇ οὖν ἀναστάσει, ὅταν ἀναστῶσι, τίνος αὐτῶν ἔσται γυνή; οἱ γὰρ ἑπτὰ ἔσχον αὐτὴν γυναῖκα. καὶ ἀποκριθεὶς ὁ Ἰησοῦς εἶπεν αὐτοῖς· οὐ διὰ τοῦτο πλανᾶσθε, μὴ εἰδότες τὰς γραφὰς μηδὲ τὴν δύναμιν τοῦ Θεοῦ; ὅταν γὰρ ἐκ νεκρῶν ἀναστῶσιν, οὔτε γαμοῦσιν οὔτε γαμίζονται, ἀλλ᾽ εἰσὶν ὡς ἄγγελοι οἱ ἐν τοῖς οὐρανοῖς. περὶ δὲ τῶν νεκρῶν ὅτι ἐγείρονται, οὐκ ἀνέγνωτε ἐν τῇ βίβλῳ Μωϋσέως, ἐπὶ τοῦ βάτου πῶς εἶπεν αὐτῷ ὁ Θεὸς λέγων, ἐγὼ ὁ Θεὸς Ἀβραὰμ καὶ ὁ Θεὸς Ἰσαὰκ καὶ ὁ Θεὸς Ἰακώβ; οὐκ ἔστιν ὁ Θεὸς νεκρῶν, ἀλλὰ ζώντων· ὑμεῖς οὖν πολὺ πλανᾶσθε.

Ἀπὸ τότε ἤρξατο ὁ Ἰησοῦς κηρύσσειν καὶ λέγειν· μετανοεῖτε· ἤγγικε γὰρ ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν.
Ματθ. 4,17 Από τότε πλέον ήρχισεν ο Ιησούς να κηρύττη δημοσία και να λέγη· “μετανοείτε, διότι έχει πλησιάσει πλέον η βασιλεία των ουρανών, η πνευματική και αγία ζωή της λυτρώσεως και της μακαριότητος”.

Ματθ. 4,18 Περιπατῶν δὲ παρὰ τὴν θάλασσαν τῆς Γαλιλαίας εἶδε δύο ἀδελφούς, Σίμωνα τὸν λεγόμενον Πέτρον καὶ Ἀνδρέαν τὸν ἀδελφόν αὐτοῦ, βάλλοντας ἀμφίβληστρον εἰς τὴν θάλασσαν· ἦσαν γὰρ ἁλιεῖς.
Ματθ. 4,18 Ενώ δε περιπατούσε εις την παραλίαν της θαλάσσης της Γαλιλαίας, είδε δύο αδελφούς, τον Σιμωνα, τον οποίον αργότερα ο ίδιος ο Χριστός ωνόμασε Πετρον, και τον Ανδρέαν τον αδελφόν αυτού, οι οποίοι έριπταν το δίκτυον εις την θάλασσαν, διότι ήσαν ψαράδες·

Ματθ. 4,19 καὶ λέγει αὐτοῖς· δεῦτε ὀπίσω μου καὶ ποιήσω ὑμᾶς ἁλιεῖς ἀνθρώπων.
Ματθ. 4,19 και λέγει εις αυτούς· “ακολουθήσατέ με και εγώ θα σας κάμω ικανούς να ψαρεύετε και να προσελκύετε ανθρώπους εις την βασιλείαν των ουρανών με το δίκτυον του κυρήγματος”.

Ματθ. 4,20 οἱ δὲ εὐθέως ἀφέντες τὰ δίκτυα ἠκολούθησαν αὐτῷ.
Ματθ. 4,20 Αυτοί αμέσως εγκατέλειψαν τα δίκτυα και τον ηκολούθησαν.

Ματθ. 4,21 Καὶ προβὰς ἐκεῖθεν εἶδεν ἄλλους δύο ἀδελφούς, Ἰάκωβον τὸν τοῦ Ζεβεδαίου καὶ Ἰωάννην τὸν ἀδελφὸν αὐτοῦ, ἐν τῷ πλοίῳ μετὰ Ζεβεδαίου τοῦ πατρὸς αὐτῷ καταρτίζοντας τὰ δίκτυα αὐτῶν, καὶ ἐκάλεσεν αὐτούς.
Ματθ. 4,21 Και προχωρήσας από εκεί είδε δύο άλλους αδελφούς, τον Ιάκωβον τον υιόν του Ζεβεδαίου και τον Ιωάννην τον αδελφόν αυτού να ετοιμάζουν μαζή με τον πατέρα των τον Ζεβεδαίον τα δίκτυά των μέσα στο πλοίον· και τους εκάλεσεν.

Ματθ. 4,22 οἱ δὲ εὐθέως ἀφέντες τὸ πλοῖον καὶ τὸν πατέρα αὐτῶν ἠκολούθησαν αὐτῷ.
Ματθ. 4,22 Αυτοί δε, χωρίς αναβολήν, άφησαν το πλοίον και τον πατέρα των και τον ηκολούθησαν.

ΑΥΤΟ ΣΗΜΑΙΝΕΙ ΤΑ ΝΕΡΑ ΤΟΥ ΙΟΡΔΑΝΗ ΓΥΡΙΣΑΝ ΠΡΟΣ ΤΑ ΠΙΣΩ. ΑΥΤΟ ΣΗΜΑΙΝΕΙ ΜΕΤΑΝΟΙΑ. ΑΥΤΗ ΤΗΝ ΜΙΚΡΗ ΛΕΠΤΟΜΕΡΕΙΑ ΞΕΧΑΣΕ Ο ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΣ ΚΑΙ ΟΙ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΤΕΣ ΤΗΣ ΓΑΙΑΣ. ΔΕΝ ΡΙΧΝΟΥΜΕ ΤΟ ΝΕΟ ΚΡΑΣΙ ΣΤΟΥΣ ΠΑΛΗΟΥΣ ΑΣΚΟΥΣ ΨΕΥΔΟΧΡΙΣΤΙΑΝΟΙ

Τετάρτη 18 Δεκεμβρίου 2024

Τραύμα: Το σημάδι της ανεκπλήρωτης σχέσης

 

Ο Ομότιμος Καθηγητής της Φιλοσοφίας στο Πάντειο Πανεπιστήμιο Πολιτικών και Κοινωνικών Επιστημών της Αθήνας Χρήστος Γιανναράς, μιλάει στο 3ο Διεθνές Συνέδριο "Το Τραύμα" (Ρόδος, Οκτώβριος 2014) για το τραύμα ως σημάδι της ανεκπλήρωτης σχέσης.


Χρήστος Γιανναράς: Το τραύμα της θεολογίας

 Θανάσης Παπαθανασίου

Θέλω να σας ευχαριστήσω από τα βάθη της καρδιάς μου για την πρόσκληση, και για την ευκαιρία αυτή[1], να συνεισφέρω δυο λόγια για έναν δάσκαλο της γενιάς μου, και όχι μόνο. Για τον Χρήστο Γιανναρά, που πριν από 99 ημέρες τον αποχαιρετίσαμε στο Πρώτο Κοιμητήριο της Αθήνας. Και με συγκινεί που αυτή η δυνατότητα μου δίνεται εδώ, στην αγαπημένη Κύπρο.

Με την φράση «Το τραύμα της θεολογίας» στον τίτλο της εισήγησής μου, προσπαθώ να συνοψίσω την πολυδιάστατη κληρονομιά του Χρήστου Γιανναρά. Αλλά, γιατί τραύμα; Είναι γεγονός πως, μόλις μιλήσουμε για τραύμα, σκεφτόμαστε κάτι εφιαλτικό: μια εμπειρία που έχει χτυπήσει βάναυσα τον άνθρωπο, τον κάνει λειψό και έκτοτε βαραίνει τη ζωή του.

Ωστόσο, τραύμα δεν είναι μόνο αυτό. Υπάρχει κι ένα αλλιώτικο τραύμα. Ένα τραύμα το οποίο δεν με κάνει λειψό, αλλά (αντιθέτως) χωρίς το οποίο θα μείνω λειψός. Είναι αυτό που τραγουδά στο «Άσμα Ασμάτων» η αγαπημένη: «Τετρωμένη ἀγάπης ἐγώ» - «Είμαι τραυματισμένη από την αγάπη». Καθόσον η αγάπη δεν επικολλάται απλώς στην ανθρώπινη ύπαρξη. Διαποτίζει την ύπαρξη, την χαράζει, την ορίζει.

Να ‘σαι λοιπόν κατ’ αυτό τον τρόπο τραυματισμένος από την θεολογία, είναι η περίπτωση του Χρήστου Γιανναρά. Σε μια οδοιπορία όπου λαβώνεσαι και λαβώνεις. Θυμάμαι ότι ο Χριστός όρισε τους μαθητές του ως οδοιπόρους, και ως απαραίτητα εφόδιά τους τούς υπέδειξε το ραβδί του οδοιπόρου και το μαχαίρι. Και παρακάτω μας βεβαιώνει η Γραφή ότι ο λόγος του Θεού είναι «πιο κοφτερός κι από δίκοπο σπαθί». Για σκεφτείτε: Στο δίκοπο σπαθί, η μια του κόψη βλέπει απέναντι, η άλλη του κόψη βλέπει εσένα που το κρατάς. Το σπαθί κρίνει τον απέναντι, αλλά κρίνει και εσένα. Καλείσαι να κόψεις, μόνο αν είσαι έτοιμος να κοπείς. Αυτή ακριβώς η επίγνωση (ότι και ο ίδιος υπόκεισαι στο σπαθί του λόγου που κρατάς) ξεχωρίζει τον φιλότιμο τετρωμένο της θεολογίας, από τον τυφλωμένο σταυροφόρο. Για τον τυφλωμένο σταυροφόρο, το μαχαίρι του έχει μια και μόνο όψη: μονάχα αυτήν που κοιτάζει απέναντι.

Συζητώντας λοιπόν επί χρόνια με τον Χρήστο Γιανναρά, και συζητώντας τώρα για τον Χρήστο Γιανναρά, έχω την αίσθηση ότι κάθε γραπτό του αποπνέει αυτό ακριβώς: «Τετρωμένος θεολογίας εγώ». Κάθε γραπτό του αποπνέει την υπαρξιακή και παθιασμένη βίωση της θεολογίας, την λογική και κριτική, μα όχι νοησιαρχική. Αυτό εισέπραττε ο αναγνώστης των γραπτών του: έξαψη˙ είτε ο αναγνώστης ταυτιζόταν, είτε ακόμη κι αν εκνευριζόταν μαζί του. Έξαψη πάντα, αδιαφορία, ποτέ!

Προσωπικά πρωτοδιάβασα Γιανναρά λίγο πριν γίνω είκοσι χρονών, και γνωρίστηκα μαζί του πριν γίνω 27. Έκτοτε υπήρξε μια μακρά πορεία (σχεδόν σαράντα χρόνια) συναντήσεων, συνεργασιών, διαλόγου, ιδίως από το 1998, που ανέλαβα την αρχισυνταξία του περιοδικού «Σύναξη». Πάντα με σεβασμό και με αγάπη αμοιβαία.

Ο πολικός αστέρας στην οδοιπορία του Χρήστου Γιανναρά είναι η βαθιά πεποίθηση ότι η αξίωση για διάλογο με το σήμερα πηγάζει από την ουσία της θεολογίας. Φυσικός χώρος για τον διάλογο αυτό είναι ο δημόσιος χώρος και γλώσσα προς τούτο είναι η γλώσσα του δημόσιου χώρου. Όχι μια jargon, μια διάλεκτος κατανοητή μονάχα εντός ενός εκκλησιαστικού υπερώου και ακατανόητη στην ευρεία κοινωνία. Ο Γιανναράς το διακόνησε αυτό με τόλμη και με κάθε τρόπο: από υπομονετική δουλειά μέχρι οργίλες εκρήξεις.

Ο Γιανναράς αναδύθηκε σε μια εποχή δημιουργικής έντασης. Ήταν ενός έτους όταν πραγματοποιήθηκε –το 1936– στην Αθήνα το περίφημο Α΄ Διεθνές Συνέδριο Ορθόδοξης Θεολογίας, με σημαδιακή την συμμετοχή του Ρώσου της διασποράς π. Γεωργίου Φλωρόφσκυ. Και ήταν φοιτητής όταν –στη δεκαετία του ’50 – ρηγμάτωναν το θεολογικό σκηνικό ο Φώτης Κόντογλου, ο Σάββας Αγουρίδης (πατριάρχης της εισόδου της εσχατολογίας στην Ελλάδα), ο Νίκος Νησιώτης (με τον διάλογο χριστιανικής πίστης και υπαρξισμού – Γιάσπερς, Σαρτρ και Χάιντεγκερ). Ήδη ξεκινούσε η γνωριμία (και το μπρα-ντε-φερ) της ελλαδικής θεολογίας με τους αγέρηδες των Ρώσων της διασποράς. Στη χαραυγή της δεκαετίας του ’60, το 1962, με τον Γιανναρά στην ηλικία των 27, ο π. Ηλίας Μαστρογιαννόπουλος (ως προϊστάμενος της αδελφότητας «Ζωή») εξέδωσε το συλλογικό έργο «Θεολογία, Αλήθεια και Ζωή», με κείμενα σκαπανέων τότε της θεολογικής ανανέωσης: Φλωρόφσκυ, Λόσκυ, Σμέμαν, Μάγεντορφ, Πόποβιτς, Νησιώτη, Τρακατέλλη. Δύο χρόνια αργότερα, το 1964, και προφανώς με αυτή την σκευή, ο Χρήστος Γιανναράς, μέλος ως τότε της «Ζωής», αποχώρησε από την αδελφότητα και ξεκίνησε τον απόπλου ενός συγκλονιστικού παγοθραυστικού: την έκδοση του περιοδικού «Σύνορο»[2].

Ο Γιανναράς ανήκει σε ένα «ρεύμα» (και κορύφωσε ένα «ρεύμα») το οποίο έχει ριζώματα στην μακραίωνη διαδρομή της Ορθοδοξίας, αλλά εμφανίζεται με ιδιαίτερο τρόπο και σε ιδιαίτερες συνθήκες, από την συγκρότηση του νεοελληνικού κράτους και μετά. Μιλώντας για «ρεύμα» δεν εννοώ κάποια οργανωμένη ή συμπαγή κίνηση. Εννοώ την ορμή για άρθρωση θεολογικού λόγου από απλά (όπως αδόκιμα λέμε) μέλη της Εκκλησίας, δηλαδή όχι επίσημα από την ιεραρχία ή με εντολή της ιεραρχίας. Άρθρωση λόγου κριτικού και έναντι του κατεστημένου που συχνά δημιουργείται με την επίσημη εκκλησιαστική δομή. Το «ρεύμα» αυτό αφορά πρόσωπα πολύ διαφορετικά μεταξύ τους. Ξεκινά μάλλον με τον λαϊκό (και πολύ αργότερα μοναχό) Κοσμά Φλαμιάτο (+1852), και περιλαμβάνει (όσο κι αν ακουστεί παράδοξο) και τις θρησκευτικές οργανώσεις και τον ίδιο τον Χρήστο Γιανναρά, καθ’ όλη την διάρκεια της ζωής του. Όλα αυτά τα πρόσωπα (παρά τις πράγματι ιλιγγιώδεις διαφορές μεταξύ τους) εκδηλώνουν μεταρρυθμιστική οπτική – ανεξάρτητα προς ποια κατεύθυνση νοεί καθένας την επιθυμητή κατ’ αυτόν μεταρρύθμιση.

Τον κριτικό λόγο του ο Γιανναράς τον εξέφερε με τον δικό του τρόπο, τον οποίον τον βάσιζε στην υπόδειξη του Χριστού, που βρίσκουμε στο ευαγγέλιο: «Εἰπέ τῇ ἐκκλησίᾳ» (Ματθ. 18:18). Αυτό που έχεις να πεις, κατάθεσέ το στην σύναξη των πιστών – ούτε λειτουργώντας υπαλληλικά προς την ιεραρχία, ούτε αυτονομούμενος από αυτήν, ούτε και στρατωνιζόμενος σε κλειστή ομάδα[3]. Αυτό ακριβώς (η ελευθερία και η ευθύνη του προσωπικού λόγου) ήταν το θέμα του τελευταίου (και εξαιρετικού) κειμένου του που δημοσιεύσαμε στην «Σύναξη», τον Ιούνιο του 2019. Στο κείμενο είχε δώσει τον τίτλο «Όταν η πατρότητα αλληγορείται». Ο Γιανναράς συνέδεε την θεολογική παρρησία των μελών της Εκκλησίας με το λειτούργημα της πατρότητας (και όχι της εξουσίας ή της υπαλληλίας) των ποιμένων μέσα στην Εκκλησία. Το κείμενό του αυτό, κατά τη γνώμη μου, αξίζει να διαβαστεί παράλληλα με το σπουδαίο κείμενο του π. Γεωργίου Φλωρόφσκυ για το μυστήριο της Πεντηκοστής και για την θεολογία ως χρέος κάθε βαπτισμένου, χρέος το οποίο ούτε αίρεται από τον θεσμικό ρόλο του επισκόπου, μα ούτε και αντιστρατεύεται τον θεσμικό ρόλο του επισκόπου.

Είπα ότι ο Γιανναράς συνέδεε την θεολογική παρρησία των μελών της Εκκλησίας με το λειτούργημα της πατρότητας. Την πατρότητα δεν την επικαλέστηκε μόνο σε αυτό το ζήτημα. Η πατρότητα ήταν βασικός άξονας στην όλη θεολογία του. Συχνά, για παράδειγμα, επαναλάμβανε την Πατερική διευκρίνιση ότι στην Αγία Τριάδα η ανθρωποπαθής ονομασία Πατήρ σημαίνει σχέση, καθόσον δένει με την ονομασία Υιός – και δηλώνει την στοργική, την δοτική αγάπη ως τον τρόπο ύπαρξης του Θεού.

Αυτές οι επισημάνσεις του Γιανναρά συμβάλλουν φυσικά στην εννόηση του ανθρώπου ως προσώπου, δηλαδή ως ύπαρξης που υπάρχει αυθεντικά όταν κοινωνεί με τον άλλον, δίχως να απορροφάται από τον άλλον και δίχως να ξεφορτώνεται την ευθύνη της. Ταυτόχρονα (αυτές οι επισημάνσεις του) αφορούν και την σημασία του αποφατισμού, αφορούν δηλαδή την επίγνωση ότι το μυστήριο του ζωντανού Θεού μας ξεπερνά και δεν υποτάσσεται ούτε σε έννοιες ούτε σε θεσμούς. Υπηρετείται από τις έννοιες και τους θεσμούς, έχουν οπωσδήποτε νόημα και λόγο ύπαρξης αμφότερα (και οι έννοιες και οι θεσμοί), αλλά το μυστήριο δεν εγκιβωτίζεται / δεν εξαντλείται σε αυτά. Ταυτόχρονα, αυτός ο πολύτιμος αποφατισμός δεν καταντά ανορθολογικός μυστικισμός σε διαζύγιο από την καταφατική θεολογία, δηλαδή από την θεολογία που αποτυπώνει τα προσιτά του Θεού, αυτά που ο ίδιος ο Θεός φανερώνει. Φρονώ ότι, στοιχούμενος ο Γιανναράς στην Βιβλική και Πατερική όσμωση αποφατικού και καταφατικού τρόπου, κατέδειξε, συν τοις άλλοις, ότι μια αυτονόμηση του καταφατισμού μπορεί να απολήξει σε πνεύμα ολοκληρωτισμού – καθυπόταξης της αλήθειας, ενώ μια αυτονόμηση του αποφατισμού, εύκολα οδηγεί στην εξάτμιση του ανθρωπίνου υποκειμένου μέσα σε μια θεϊκή ομίχλη, στην σχετικοποίηση του ιστορικού έργου του Χριστού, και τελικά –θα πρόσθετα εγώ– στον μεταμοντέρνο χυλό ότι anything goes.

Αν όλα αυτά φέρνουν στο νου μας κέντημα λεπτό και επίπονο, σωστά το φέρνουν. Θυμίζω ότι στο κέντημα η βελόνα που κρατάμε δεν διαπερνάει μόνο τον καμβά, αλλά συχνά τρυπά και τα δικά μας δάχτυλα. «Τετρωμένοι θεολογίας ημείς». Όταν λοιπόν αναγνωρίζουμε τον Χρήστο Γιανναρά μεταξύ των δασκάλων μας, δεν τιμάμε μόνο τις τομές που επιχείρησε, αλλά πρωτίστως πασχίζουμε να ανταποκριθούμε στην πρόσκληση που μας απηύθυνε: πρόσκληση στην σπουδή της θεολογίας, με το πιο βαθύ υπαρξιακό νόημα που μπορεί να έχει η λέξη σπουδή: Κόπο για καρποφορία, και όχι επανάπαυση σε παπαγαλία. Πρόσκληση σε κριτική ματιά. Πρόσκληση σε παρρησιασμένο διάλογο, και με το σήμερα και με τον ίδιο τον δάσκαλο. Τον δάσκαλο τον πληθωρικό και σύνθετο, τον γλυκύ και οργίλο ταυτόχρονα.

Εντελώς δειγματικά κοντοστέκομαι σε μερικά σημεία της παρουσίας και της κληρονομιάς του. Της πληθωρικής, όπως είπα, και σύνθετης:

Επί δεκαετίες πλανάται το ερώτημα: Τι ήταν ο Γιανναράς; Θεολόγος ή φιλόσοφος; Θα συναντήσει κανείς συνηγορίες (και κατηγορίες) και για το ένα και για το άλλο. Απαντώ ωστόσο: Ο Γιανναράς ήταν θεολόγος. Και ως τέτοιος ήταν Χριστιανός φιλόσοφος. Δηλαδή στοχαστής ο οποίος το νόημα το εύρισκε στην πίστη, και με αυτό διάβαζε την πραγματικότητα γύρω του.[4] Η περίπτωση του Γιανναρά (και εμβληματικά η θυελλώδης εκλογή του ως καθηγητή Φιλοσοφίας στο Πάντειο Πανεπιστήμιο το 1982), αντί να ήταν μια μανιασμένη σύγκρουση, θα μπορούσε να ήταν σπουδαία αφορμή ώστε οι διανοούμενοι να συζητήσουν, χωρίς μυωπασμούς, το ερώτημα που συζητιέται σε όλον τον κόσμο: Άραγε, η ακαδημαϊκή δουλειά συνεπάγεται «ουδετερότητα» του στοχαστή; Στον ακαδημαϊκό χώρο είναι ισχυρή η πεποίθηση ότι η θρησκευτική πίστη σημαίνει αυτομάτως δογματισμό, δηλαδή απουσία κριτικής σκέψης. Ωστόσο η πεποίθηση αυτή (η οποία a priori απαξιώνει την πίστη) συνιστά δογματισμό η ίδια. Ένας στιβαρός στοχαστής δεν κάνει «ουδέτερο» ρεπορτάζ, δεν κάνει απλώς καταγραφή των ποικίλων ιδεών. Ο στιβαρός στοχαστής παίρνει θέση, που σημαίνει διαμορφώνει κριτήρια ώστε να αναμετριέται με τα νοήματα[5]. Είναι άλλο πράγμα η τύφλωση (αυτή απαντάται και σε θρησκευόμενους και σε άθεους) και άλλο πράγμα η θέση. Η πίστη δεν κάθεται πάνω τον άνθρωπο μηχανιστικά, όπως πέφτει το χιόνι πάνω σε ένα αναίσθητο έδαφος. Η πίστη γίνεται δεκτή πείθοντας την ύπαρξη ότι αξίζει αυτή η εμπιστοσύνη, και προς τούτο η πίστη απαιτεί κινητοποίηση (και όχι νάρκωση) της ανθρώπινης ύπαρξης. Απαιτεί υπαρξιακή αποδοχή, η οποία δεν παραχωρείται με τυφλό αυτοματισμό, αλλά –αντιθέτως– χρειάζεται αδιάκοπα να ανανεώνεται, και ασταμάτητα να προσυπογράφεται εκ νέου. Πλήθος φιλοσόφων παλεύουν με το πέλαγος των υπαρξιακών ερωτημάτων έχοντας οι ίδιοι θέση, δηλαδή ιδεολογικό στίγμα. Είναι, με δυο λόγια, καράβια με πηδάλιο, κι όχι κούτσουρα παρατημένα στο κύμα. Αυτό ισχύει για τον μη-τυφλωμένο Μαρξιστή φιλόσοφο, για τον μη- τυφλωμένο Λακανικό ψυχολόγο, για τον μη-τυφλωμένο Χριστιανό φιλόσοφο. Αυτά λοιπόν και για τον στοχαστή θεολόγο Γιανναρά.

Ειδικά τώρα όσον αφορά τον εκκλησιαστικό βίο: Για να αντιληφθούμε τι διακόνησε ο Χρήστος Γιανναράς, ας σκεφτούμε απλώς τι σημαίνει, πριν από μισόν αιώνα να είναι περίπου αδιανόητα αυτά που σήμερα θεωρούνται αυτονόητα: λεξιλόγιο υπαρξιακό (και όχι δικανικό), έμφαση στην ενσώματη Ανάσταση (και όχι στην αιωνιότητα της ασώματης ψυχής), κτιστότητα ολόκληρου του ανθρώπου (άρα και της ψυχής), τονισμός της δυνατότητας μετοχής στις ενέργειες του Θεού (δηλαδή στον Θεό αυτοπροσώπως), η Ευχαριστία ως πρόγευση της Βασιλείας, και άλλα πολλά. Τολμώ ωστόσο να πω ότι μέγιστη προσφορά του Γιανναρά ήταν το ότι κατέδειξε πόσο άθλια είναι η παραμόρφωση της εκκλησιαστικότητας σε ειδωλολατρία. Η αντικατάσταση δηλαδή του ζωντανού Θεού και των εκπλήξεων που αυτός επιφέρει, όχι από ξόανα μιας αφελούς, κλασικής ειδωλολατρίας, αλλά από είδωλα «ιερά»: από στοιχεία δηλαδή του ίδιου του εκκλησιαστικού βίου. Είναι, ουσιαστικά, η άλωση της εκκλησιαστικότητας από την μαγική αντίληψη, η οποία έχει γίνει σαρωτική στις μέρες μας, και από πάνω αυτοπροβάλλεται ως πιστότητα στην παράδοση –ενώ στην πραγματικότητα συνιστά βλασφημία.

Εδώ ας μου επιτραπούν κάποια σχόλια, σεβαστικά και διαλογικά: Στο εν λόγω θέμα συμφωνώ με το συμπέρασμα του Χρήστου Γιανναρά (περί εκφυλισμού της εκκλησιαστικότητας), όχι όμως με την αφετηρία του. Φαίνεται παράδοξο και αντιφατικό αυτό, μα νομίζω ότι έχει σημασία. Εξηγούμαι:

Αυτό που ανέφερα ως εκφυλισμό της εκκλησιαστικότητας σε ειδωλολατρία, ο Γιανναράς το λέει διαφορετικά. Το λέει εκφυλισμό της εκκλησιαστικότητας σε θρησκεία. Η αφετηρία του δηλαδή είναι η βεβαιότητά του ότι η θρησκεία αποτελεί αποκλειστικά και μόνο κάτι αρνητικό. Ο Γιανναράς θεωρούσε δεδομένο (και γι’ αυτό δεν το εξέταζε διόλου) ότι θρησκεία σημαίνει ένα μονάχα πράγμα: ατομικισμό, λογιστική συναλλαγή μεταξύ ατόμου και θεού, και εκδήλωση πρωτόγονων ορμέμφυτων.

Το φαινόμενο της θρησκείας όμως δεν είναι μόνο αυτό. Έχει πολύ περισσότερες διαστάσεις. Αν, για παράδειγμα, κοιτάξει κανείς προσεκτικά την τεράστια ποικιλία των θρησκειών, πολύ δύσκολα θα εντοπίσει θρησκείες ατομικιστικές, οι οποίες δεν σημαίνουν αυτόχρημα κοινότητα. Ο Γιανναράς προ οφθαλμών είχε τα δυτικά χριστιανικά ρεύματα ατομικιστικής θρησκευτικότητας, όμως (εδώ είναι το πρόβλημα) τα χαρακτηριστικά αυτών τα εκλάμβανε ανενδοίαστα ως χαρακτηριστικά των θρησκειών καθολικά. Αυτή η αφετηριακή ανακρίβειά του δεν είναι ένα δευτερεύον ζήτημα. Αφορά την βασική οπτική του. Και την μνημονεύω, ακριβώς επιθυμώντας την καρποφορία της αγωνίας του.

Ο Γιανναράς όλους τους άλλους πολιτισμούς τους αναφέρει ως ένα πράγμα: ως μορφώματα άξεστα και αβαθή, υπαγορευμένα από τυφλά ορμέμφυτα[6]. Όμως, στους ποικίλους πολιτισμούς –και στις ποικίλες θρησκείες– η Γραφή και πλήθος Πατέρων εντόπιζαν αχτίνες σοφίας (θυμηθείτε την διαβεβαίωση του Παύλου ότι υπάρχει χνάρι του Θεού στη συνείδηση όλων των εθνών, θυμηθείτε τις θεολογίες του σπερματικού Λόγου και της ευαγγελικής προπαρασκευής). Αυτός ο εντοπισμός όμως δεν βρίσκει τον χώρο που του αξίζει στο μεγαλειώδες οικοδόμημα του Γιανναρά. Και αυτό νομίζω ότι έχει κόστος στην οικουμενικότητα του Ευαγγελίου και στην αναγνώριση του ανυπότακτου του Αγίου Πνεύματος που δρα όπου θέλει, πράγματα τα οποία (από την άλλη) με πάθος κατέφασκε και μας δίδαξε ο Γιανναράς – και τον ευγνωμονούμε γι’ αυτό.

Η Βιβλική αισιοδοξία ότι όλοι οι λαοί κι όλοι οι άνθρωποι έχουν την δυνατότητα να δεξιωθούν το ευαγγελικό μήνυμα, είναι πολύ αχνή στην οπτική του Γιανναρά. Η οπτική του πολιορκείται από την κατ’ αποκλειστικότητα ταύτιση του ελληνικού τρόπου με την εκκλησιαστική αυθεντικότητα. Εδώ χρειάζεται προσοχή. Το επίδικο εδώ δεν είναι η σχέση του ελληνικού τρόπου με τον χριστιανισμό (αυτή είναι, ας πούμε, δεδομένη). Το επίδικο είναι η κατ’ αποκλειστικότητα ταύτισή τους. Δηλαδή η αίσθηση του Χρήστου Γιανναρά ότι, αν κάποιος λαός ή κάποιος άνθρωπος δεν έχει την εμπειρία του αρχαιοελληνικού κοινωνείν (δηλαδή την εμπειρία της αρχαιοελληνικής πόλεως), τότε δεν δύναται να οικειωθεί το Ευαγγέλιο. Αυτή την (ας μου επιτραπεί) προβληματική αίσθηση την συναντάμε σαρωτική στο έργο του Γιανναρά. Ταυτόχρονα ωστόσο χρειάζεται να προσεχτεί ότι ο ίδιος διερωτόταν για τις διαστάσεις ή τις αντοχές αυτής της παραδοχής του. Τις σχετικές –και όντως ενδιαφέρουσες διερωτήσεις του– τις βρίσκουμε σε μερικά σημεία του εκτενούς έργου του. Τις διατύπωσε κατ’ εξοχήν σε κείμενό του στην «Σύναξη» τον Δεκέμβριο του 2003, προέκυψε όμως μια ένταση που δυστυχώς δεν επέτρεψε γόνιμο προχώρημά τους (προ καιρού έγραψα σχετικά σε αφιέρωμα του περιοδικού «Φρέαρ»).

Ο Γιανναράς εκεί αναρωτήθηκε αν είναι δυνατόν κάποιος λαός να μπορέσει να δεχτεί το Ευαγγέλιο, αν προηγουμένως δεν μυηθεί στον ελληνικό τρόπο. Η διερώτησή του αυτή μοιάζει με την θέση του π. Γεωργίου Φλωρόφσκυ ότι η καθιερωμένη διατύπωση του δόγματος με τον ελληνικό τρόπο (με την χρήση πχ των ελληνικών οντολογιών εννοιών όπως φύσις, ουσία, υπόστασις κλπ) αποτελεί στο εξής τον μόνιμο τρόπο της εκκλησιαστικής ζωής, και ότι όλοι χρειάζεται να μαθητεύσουν σε αυτόν (στον εκχριστιανισμένο ελληνισμό), ώστε να προσοικειωθούν την εκκλησιαστική ταυτότητα. Εδώ υπάρχει μια δυσκολία στην οπτική του Γιανναρά, που είναι χρέος όσων μαθητεύουν στη σκέψη του, να την επεξεργαστούν γόνιμα. Ενώ ο Γιανναράς δεν αντιλαμβάνεται φυλετικά τον ελληνικό τρόπο (και άρα δέχεται ότι μέτοχοι αυτού του τρόπου δύνανται να είναι άνθρωποι διαφόρων εθνικών ταυτοτήτων), ο ίδιος περιορίζει αυτή την ανοιχτωσιά, στο βαθμό που δεν είναι βέβαιος για το αν δύνανται καν να τον διδαχτούν όλοι. Απλούστατα διότι δίνει απόλυτη σημασία στην εμπειρία, στο εμπειρικό κεκτημένο: στο αν δηλαδή αυτοί οι άνθρωποι έχουν ήδη βιώσει τον τρόπο του αρχαιοελληνικού κοινωνείν. Αυτή η έμφασή του στην πραγματωμένη εμπειρία υπονομεύει την Βιβλική αισιοδοξία, ότι όλοι οι λαοί έχουν σπερματικά την δυνατότητα –με τους δικούς τους τρόπους–- να δεξιωθούν την αυτοαποκάλυψη του Θεού.

Δεν μπορώ να μακρύνω εδώ τον λόγο, αλλά επιμένω ότι είναι καίριο ζήτημα, καθόσον τα ερωτήματα αυτά αφορούν τόσο πολιτισμούς όπως της Άπω Ανατολής (η οποία σήμερα βρίσκεται δυναμικά στο προσκήνιο), όσο και τους νέους πολιτισμούς, τις καινούργιες «φυλές» οι οποίες σήμερα σχηματίζονται στα σπλάχνα του δυτικού κόσμου, μέσα στον αναδασμό που επιφέρει η όσμωση νεωτερικότητας και μετανεωτερικότητας. Βεβαίως η ιστορική σάρκα (δηλαδή το γεγονός ότι η πίστη έχει ήδη διατυπωθεί με τις ελληνικές οντολογικές κατηγορίες - φύσις, ουσία, υπόστασις κλπ) δεν μπορεί να εξατμιστεί. Δεν γίνεται π.χ. να διδαχτεί το τριαδικό δόγμα χωρίς να εμπλακούν οι έννοιες της υπόστασης και της ουσίας. Ποιο λοιπόν είναι στην πραγματικότητα το ζητούμενο (το οποίο χρειάζεται και κόπο και περίσκεψη και εμπιστοσύνη στο Άγιο Πνεύμα); Το ζητούμενο είναι η διατύπωση της πίστης και με άλλους τρόπους, πλάι στους οντολογικούς. Θυμίζω ότι αυτή η ευελιξία είναι ήδη προίκα της εκκλησιαστικής παράδοσης: Στο «Σύμβολο της πίστεως» η πίστη στη θεότητα του Υιού δηλώνεται και με οντολογικό τρόπο («ὁμοούσιον τῷ Πατρί») και με άλλο τρόπο – συμβολικό («φῶς ἐκ φωτός»).

Ο προβληματισμός αυτός μας φέρνει στην στάση του Γιανναρά απέναντι στη Δύση. Είναι γνωστό ότι άσκησε οξύτατη κριτική στον δυτικό πολιτισμό. Σε άπειρες αποστροφές του εμφανίζεται απορριπτικός, μέχρι και χλευαστικός κάποιες φορές. Με αυτή την εικόνα, το να χαρακτηριστεί απλώς αντι-δυτικός, είναι το ευκολότερο πράγμα. Και όμως κάτι τέτοιο είναι επιφανειακό και άστοχο. Στην πραγματικότητα η καρδιά του Γιανναρά χτυπά στην Δύση, την οποία νοεί ως πεδίο του ελληνικού τρόπου, και αποδίδει τις ταλαιπωρίες της στην απεμπόληση του ελληνικού τρόπου. Ο Γιανναράς ταυτίζει την Δύση με τον σύγχρονο κόσμο, κι όλη η έγνοια του βρίσκεται στην συνάντηση μαζί της (είτε με φίλιωμα είτε με τσάκωμα). Απέρριπτε μεν ισοπεδωτικά τον Αυγουστίνο, ταυτόχρονα όμως είναι εξόφθαλμο το ότι εντόπιζε σπουδαία ευρήματα σε στοχαστές όπως ο Χάιντέγγερ, ο Λακάν, ο Βίτγκενστάιν, ο Πόππερ, ο Μαρξ, η Σχολή της Φρανκφούρτης. Ο Γιανναράς αγωνιά να προσλάβει την νεωτερικότητα, και να δώσει χριστιανική διέξοδο στα αδιέξοδα στα οποία μένουν, για παράδειγμα, η φαινομενολογία και ο υπαρξισμός[7]. Ο Γιανναράς δηλαδή επιχειρεί κάτι σπουδαίο. Να διατυπώσει την πίστη με το γλωσσάρι του σήμερα, και απέναντι σε ερωτήματα τα οποία αναδύονται σήμερα και δεν υπήρχαν πριν από αιώνες (ανάμεσα σε αυτά, και όσα θέτουν οι σύγχρονες επιστήμες, βάζοντας την θεολογία και σε προκλήσεις αλλά και σε πειρασμούς).

Δουλεύοντας θεολογικά ο Γιανναράς την συνάντηση με την Δύση, ανοίγει και μια άλλη, πολύ σημαντική προοπτική: την αντι-αποικιακή προσέγγιση, η οποία στις μέρες μας μπορεί να συναντήσει γόνιμα τις λεγόμενες μετα-αποικιακές σπουδές (post-colonial studies). Με την προσέγιση αυτή σχετίζεται και η κριτική του κατά της διολίσθησης της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας σε ολιγαρχία, κατά της κομματοκρατίας και κατά του ολοκληρωτισμού, κριτική την οποία όμως συχνά την έκανε με τόσο καταιγιστικό τόνο, που συχνά δυσκόλευε τον διάλογο τον οποίο ο ίδιος επιθυμούσε. Για παράδειγμα, είναι άδικο να αποδίδεται μόνο αρνητική σημασία στον ακτιβισμό, και να μη γίνεται διάκριση μεταξύ ιδεοληπτικού ακτιβισμού αφενός και ελπιδοφόρου ακτιβισμού αφετέρου. Ως ελπιδοφόρο ακτιβισμό εννοώ τον ακτιβισμό ο οποίος πηγάζει από μια κοινωνία η οποία αντιλαμβάνεται την καθίζηση του τρέχοντος πολιτικού συστήματος και αντιδρά[8].

Άφησα ηθελημένα τελευταία μια ακόμη θεμελιώδη παράμετρο της σκέψης του Γιανναρά: τον έρωτα. Και την άφησα τελευταία, ακριβώς για να την υπογραμμίσω, με δεδομένο ότι η σημερινή κατάσταση είναι διαφορετική από τις δεκαετίες του ’80 και του ’90, οπότε και μαίνονταν η πολεμική και οι αντιπαραθέσεις για τον έρωτα. Ο Γιανναράς έπιασε ένα νήμα σκέψης που εντοπίζεται στον «Φαίδρο» του Πλάτωνα, αλλά και στην Παλαιά Διαθήκη. Μιλώντας για έρωτα, μιλά για τον άνθρωπο ως πρόσωπο, ως όν σχεσιακό. Το μεδούλι του ζητήματος είναι, νομίζω, το εξής: Ο έρωτας για τον Γιανναρά είναι, ουσιαστικά, ο «παροξυσμός αγάπης» για τον οποίο μιλά η προς Εβραίους επιστολή (10:24). Όπως διευκρινίζουν τα λεγόμενα Αρεοπαγητικά συγγράμματα, στο πατερικό λεξιλόγιο η λέξη έρωτας είναι απλούστατα συνώνυμη της αγάπης και δη της σφοδρής αγάπης. Διαβάζουμε, για παράδειγμα, στο αρεοπαγητικό έργο «Περί θείων ονομάτων»: Είτε μιλάμε για θείο έρωτα, είτε για αγγελικό έρωτα, είτε για νοερό, είτε για ψυχικό, είτε για φυσικό, για το ίδιο πράγμα μιλάμε. Γι’ αυτό τον λόγο (συνεχίζουν τα Αρεοπαγητικά) βρίσκουμε στην Παλαιά Διαθήκη τον εξής θρήνο ενός φίλου για τον φίλο του: «Επέπεσεν η αγάπησίς σου επ’ εμέ ως η αγάπησις γυναικών»[9]. Και καταλήγουν τα αρεοπαγητικά: «Ας μη φοβηθούμε λοιπόν τη λέξη έρως και μη μας ταράξει κάποια αντίρρηση που διατυπώνεται φοβίζοντάς μας»[10].

Για τον Γιανναρά ο άνθρωπος γίνεται αυθεντικός όταν υποστασιαστεί σε πρόσωπο (σε γεγονός ελευθερίας) και ξεφύγει από την δεσποτεία της φύσης, δηλαδή από την υποδούλωση στον ντετερμινισμό απρόσωπων φυσικών νόμων. Στο ζήτημα αυτό έχει βλαστήσει πολύ σημαντική συζήτηση, στην οποία εμπλέκονται τιτάνες όπως οι μακαριστοί μητροπολίτης Περγάμου Ιωάννης Ζηζιούλας και ο δάσκαλός μου Παναγιώτης Νέλλας, και πολλοί νεότεροι. Το βασικό που χρειάζεται εδώ να διευκρινίζεται είναι ότι η ίδια η φύση του ανθρώπου διαθέτει τις δυνατότητες ώστε ο άνθρωπος να αναδειχτεί σε πρόσωπο. Είναι οι δυνατότητες που έχει εγκατασπείρει στην ανθρώπινη φύση ο Θεός, ώστε ο άνθρωπος να δύναται να δεξιωθεί τον Θεό (θυμηθείτε την σημασία του κατ’ εικόνα, την σχέση φυσικού και γνωμικού θελήματος στον άγιο Μάξιμο τον Ομολογητή κλπ). Οπότε, το ζητούμενο δεν είναι η απελευθέρωση από την φύση, αλλά η απελευθέρωση από την αυτονόμηση της φύσης. Και η απελευθέρωση από την αυτονόμηση γίνεται όχι αυτόνομα, αλλά με την Χριστοποίηση: Με την ερωτική συνάντηση του ανθρώπινου υποκειμένου με τον αρχέτυπό του, τον Χριστό – και μάλιστα σε ορίζοντα εσχατολογικό.

Κλείνω με τα εξής:

Από όλα τα λόγια του Χρήστου Γιανναρά, από όλα του τα κείμενα, από όλες μας τις συναντήσεις, νομίζω πως μια συγκεκριμένη κουβέντα του αιχμαλωτίζει την καρδιά μου περισσότερο απ’ όλες τις άλλες του. Μια κουβέντα του, που θαρρώ ότι βασίλευε στο κέντρο της ύπαρξής του καθώς περνούσε ο χρόνος. Είναι τα λόγια του με τα οποία ο Γιανναράς ψηλαφούσε την ουσία της χριστιανικής πίστης: την αυτοπαράδοση του ανθρώπου στην αγάπη του Πατρός, και την λαχτάρα για συνάντηση με τον Χριστό. Συνάντηση γεμάτη εκπλήξεις. Είναι σπουδαίο θεολογικό κεφάλαιο η αναμέτρηση του Γιανναρά με την εσχατολογία και με τα ερωτήματα για την ζωή μετά τον θάνατο όχι ως στατικής κατάστασης, αλλά ως προκοπής μέσα στο άπειρο της Βασιλείας του Τριαδικού Θεού. Ο δάσκαλος επαναλάμβανε συχνά την φράση του αποστόλου Παύλου, «Ὀφθαλμὸς οὐκ εἶδε καὶ οὖς οὐκ ἤκουσε καὶ ἐπὶ καρδίαν ἀνθρώπου οὐκ ἀνέβη, ἃ ἡτοίμασεν ὁ Θεὸς τοῖς ἀγαπῶσιν αὐτόν» (1 Κορ. 2:9). Έχω την αίσθηση ότι στο στόμα του Χρήστου Γιανναρά γίνονται όμορφος ύμνος τα λόγια με τα οποία ο άγιος Γρηγόριος Νύσσης σχολίασε την φράση του Άσματος Ασμάτων «τετρωμένη αγάπης εγώ». Ο άγιος Γρηγόριος μιλά για ένα τραύμα από μία «τοξείαν» - από το ρίξιμο ενός βέλους. Και λέει: «Ὦ, καλοῦ τραύματος καί γλυκείας πληγής... Ὁμοῦ τε γάρ τό τῆς ἀγάπης βέλος ἐδέξατο, καί παραχρῆμα εἰς γαμικήν θυμηδίαν ἡ τοξεία μετεσκευάσθη»[11]: Τι όμορφο τραύμα, τι γλυκιά πληγή... Μόλις δέχτηκε (η καρδιά) το βέλος της αγάπης, αμέσως το (επώδυνο) ρίξιμο του βέλους μετατράπηκε σε γαμήλια χαρά.

[1] Ομιλία σε εκδήλωση μνήμης και τιμής Χρήστου Γιανναρά, την οποία διοργάνωσαν φίλοι και αναγνώστες του, με συντονιστή τον θεολόγο Θεόδωρο Κυριακού. Η εκδήλωση πραγματοποιήθηκε στην Αίθουσα Τελετών του Πολιτιστικού Ιδρύματος της Μονής Κύκκου (Λευκωσία, Αρχάγγελος Λακατάμειας) την Παρασκευή 6 Δεκεμβρίου 2024. Η ομιλία σχετίζεται με (και απηχεί) το κείμενό μου «Finis Finis: Στοχασμοί και στεναγμοί, κεράκι στην έξοδο του Χρήστου Γιανναρά», στο ηλεκτρονικό περιοδικό Φρέαρ 13 (Οκτώβριος 2024), https://mag.frear.gr/finis-finis/
[2] Η εποχή της φοιτητικής νιότης του είχε ένα χαρακτηριστικό που δυσκολευόμαστε να διανοηθούμε σήμερα. Οι θεολογικές σπουδές ασκούσαν γοητεία σε δυνατά μυαλά που τελείωναν την δευτεροβάθμια εκπαίδευση. Πρόσφεραν ένα γενναίο όραμα, με ορμή για κοινωνική παρέμβαση. Ήταν η αισιοδοξία μετά το τέλος του Παγκόσμιου Πολέμου, μπολιασμένη από ανανεωτικές τάσεις στην θεολογία διεθνώς. Ο Γιανναράς όταν τελείωσε το Γυμνάσιο, μεταξύ Πολυτεχνείου και Θεολογικής Σχολής επέλεξε για πανεπιστημιακές σπουδές την Θεολογική, όπως έκαναν και άλλοι, σαν τον Ηλία Βουλγαράκη και τον Γιώργο Παπαζάχο (κάποιες φορές αντιμετωπίζοντας την δυσφορία των οικείων τους). Μετά από την διαδρομή του στην αδελφότητα ξεκίνησε την «αυτόνομη» πορεία του με αυτά τα δεδομένα και μετά από αυτά τα δεδομένα. Το 1961 εκδόθηκε το βιβλίο του Πείνα και Δίψα, το δε 1964 ξεκίνησε το «Σύνορο».
[3] Πρβλ. το σχόλιο του μοναχού Θεόκλητου Διονυσιάτη (+ 2006) για την χρήση του χωρίου «... ειπέ τη εκκλησία» το 1974, όχι σε σχέση με τον Γιανναρά, αλλά με τα σκάνδαλα τότε στην Μητρόπολη Πρεβέζης: περιοδικό Αθωνικά Άνθη, τόμος η΄, σσ. 182-184 (αναδημοσίευση 19-2-2024, https://enromiosini.gr/arthrografia/eipe-ti-ekklisia-os/).
[4] Θυμίζω την αποστροφή του αγίου Γρηγορίου του θεολόγου σχετικά με την ανοιχτωσιά την οποία δύναται να έχει η εκκλησιαστική εμπειρία: «Εγώ σοι κανταύθα παρέξομαι πλατείας οδούς. Φιλοσόφει μοι περί κόσμου ή κόσμων, περί ύλης, περί ψυχής, περί λογικών φύσεων βελτιόνων τε και χειρόνων, περί αναστάσεως, κρίσεως, ανταποδόσεως, Χριστού παθημάτων. Εν τούτοις γαρ και το επιτυγχάνειν ουκ άχρηστον, και το διαμαρτάνειν ακίνδυνον». Γρηγόριος Θεολόγος, Λόγος κζ΄, Θεολογικός πρώτος, PG 36, 25A. Βλ σχετικά Νίκος Ματσούκας, Δογματική και συμβολική θεολογία, τ. Α΄, εκδ. Πουρναρά, Θεσσαλονίκη 1985, σσ. 141-142.
[5] Βλ. George Sivrides [Γιώργος Σιβρίδης], «Μνημόριον Χρήστου Γιανναρά», https://www.facebook.com/george.sivrides (facebook, 26-8-2024).
[6] Ενδεικτικά: Χρήστος Γιανναράς, Σχόλιο στο Άσμα Ασμάτων, εκδ. Δόμος, Αθήνα (1990), σ. 155.
[7] Βλ. Σταύρος Γιαγκάζογλου, «Τὸ ἀληθεύειν ὡς κοινωνεῖν. Θεολογία και φιλοσοφία στο έργο του Χρήστου Γιανναρά», και Διονύσιος Σκλήρης, «Πολυφωνία και οντολογική αλήθεια στην κοινότητα κατά τον Χρήστο Γιανναρά», αμφότερα στο Φρέαρ 13 (Οκτώβριος 2014), https://mag.frear.gr/to-alitheyein-os-koinonein-theologia-kai-filosofia-sto-ergo-toy-christoy-giannara/ και https://mag.frear.gr/polyfonia-kai-ontologiki-alitheia-stin-koinotita-kata-ton-christo-giannara/ αντίστοιχα.
[8] Ένα σημείο που αξίζει να απασχολήσει την έρευνα είναι, κατά τη γνώμη μου, όχι μόνο οι διαφορές μεταξύ Αλέξανδρου Τσιριντάνη και Χρήστου Γιανναρά, αλλά και η σύγκλισή τους σε ένα οξύ αίσθημα απογοήτευσης από την έκβαση των πραγμάτων και την πτώχευση της νεοελληνικής κοινωνίας και της εκκλησιαστικής παρουσίας.
[9] 2 Βασιλειών 1:26, θρήνος του Δαβίδ για τον θάνατο του Ιωνάθαν.
[10] Διονύσιος Αρεοπαγίτης, Περί θείων ονομάτων 4, 11-13, PG 710A – 713D (ελεύθερη απόδοση δική μου Ευελπιστώ ότι θα μπορέσω σε άλλη ευκαιρία να συζητήσω την σφοδρή αντίθεση του Γιανναρά προς το έργο του Anders Nygren, Έρως και Αγάπη (δύο μέρη, 1930 και 1936), με το οποίο ο Λουθηρανός θεολόγος έφερνε τον έρωτα σε αντίθεση προς την αγάπη, θεωρώντας τον έρωτα κίνηση ανθρωπογενή και ανθρωποκεντρική, ενώ την αγάπη κίνηση εκ Θεού, τρόπο του Θεού. Προσωπικά δεν βρίσκω μόνο αντίθεση μεταξύ Nygren και Γιανναρά, αλλά υποψιάζομαι και συγκλίσεις (όσο παράδοξο κι αν ακούγεται αυτό), οι οποίες αφορούν την αφετηριακή θεώρηση του φαινομένου της θρησκείας κ.ά.
[11] Γρηγόριος Νύσσης, Εξήγησις ακριβής εις τα Άσματα των Ασμάτων, PG 44, 851Β.

Αναπλ. Καθηγητής της Ανώτατης Εκκλησιαστικής Ακαδημίας Αθήνας, Αρχισυντάκτης του περιοδικού «Σύναξη»


TO TΡΑΥΜΑ ΜΙΑΣ ΣΚΕΨΗΣ Η ΟΠΟΙΑ ΘΕΤΕΙ ΑΠΑΙΤΗΣΕΙΣ ΘΕΟΛΟΓΙΑΣ Η ΟΠΟΙΑ ΔΕΧΕΤΑΙ ΤΗΝ ΑΝΤΙΦΑΣΗ, ΕΔΡΑΙΩΝΟΝΤΑΣ ΕΝΑΝ ΣΠΟΥΔΑΙΟΦΑΝΗ ΛΟΓΟ ΧΩΡΙΣ ΝΟΗΜΑ, ΒΑΡΒΑΡΟ, ΟΠΩΣ ΤΟΝ ΚΑΘΟΡΙΣΕ Ο ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ.