Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Βακαλόπουλος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Βακαλόπουλος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 30 Μαΐου 2026

Αφιέρωμα στον Χρήστο Βακαλόπουλο [ΙΙ] – Διαβάζοντας τη Γραμμή του Ορίζοντος τότε και τώρα


«Η Γραμμή του Ορίζοντος», το τελευταίο μυθιστόρημα του Χρήστου Βακαλόπουλου, συμπυκνώνει το πεζογραφικό του σύμπαν και συμπληρώνει το ψηφιδωτό μιας ανήσυχης, δημιουργικής και έκκεντρης προσωπικότητας.

Γράφει ο Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης


Habent sua fata libelli, ναι, τα βιβλία έχουν τη μοίρα τους· άλλα χάνονται στης λήθης τη λίμνη, άλλα αδιαλείπτως διαβάζονται και συζητιούνται μες στα χρόνια και τις δεκαετίες, άλλα εκρήγνυνται και τα θραύσματά τους κοσμούν εξεγερμένους τοίχους –όπως συνέβη με την Κοινωνία του Θεάματος του Γκυ Ντεμπόρ το 1968, στο Παρίσι–, άλλα, καλοκρυμμένα στις κατακόμβες της επίσημης πραγματικότητας για πολύ καιρό, ανακαλύπτονται και δρουν ως οδοδείκτες κινημάτων – λόγου χάρη, τα Άσματα του Μαλντορόρ του Λωτρεαμόν, που ξέθαψε ο Αντρέ Μπρετόν και τα κατέστησε αιώνια.

Ο Σάκος Εκστρατείας του Επίμονου Αναγνώστη, ήδη από την αρχή του έτους, είναι φορτωμένος με τα βιβλία του αείμνηστου Χρήστου Βακαλόπουλου, και με πονήματα που καταπιάνονται με το έργο του. Έλαχε, και δεν είναι παράδοξο, το μυθιστόρημα Η Γραμμή του Ορίζοντος να είναι το πιο πολυδιαβασμένο και πολυσυζητημένο βιβλίο του Χρήστου· και να διαγράφει ακόμη μια λίαν ενδιαφέρουσα τροχιά. Ας δούμε κάποια πώς και γιατί.

estia vakalopoulos grammi tou orizontos


Κλίμακα του Ιωάννη Σιναΐτου

Σε κατ᾽ ιδίαν συζητήσεις, αλλά και σε μια ραδιοφωνική εκπομπή, ο Χρήστος Βακαλόπουλος εκμυστηρεύτηκε ότι για τη συγγραφή της Γραμμής του Ορίζοντος (εκδ. Εστία, 1991) χρησιμοποίησε ως πατρόν (αυτολεξεί) την Κλίμακα του Ιωάννη Σιναΐτου, τη λεγόμενη ουρανόδρομο, γραμμένη τον 6ο μ.Χ. αιώνα, αποτελούμενη από τριάντα λόγους συν ένα παράρτημα, όσα δηλαδή και τα κεφάλαια της Γραμμής, και αφηγούμενη μιαν ανοδική κλιμακωτή πορεία προς τη λύτρωση.

Η Ρέα Φραντζή, η ηρωίδα του Βακαλόπουλου, η οποία βέβαια είναι ο Βακαλόπουλος (όπως η Έμμα Μποβαρύ ήταν ο Φλωμπέρ), και η οποία είμαστε εμείς, όπως θα δούμε, ακολουθεί μια διαδρομή τριάντα βαθμίδων που την πάει από την «Αναχώρηση» (πρώτο κεφάλαιο) στο νεύμα του μπλε και του γαλάζιου, στην γραμμή που ενώνει ουρανό και θάλασσα (τριακοστό κεφάλαιο, το πιο σύντομο, μόλις δέκα αράδες, μια «Εικόνα»)· η Ρέα ενδίδει στο νεύμα, ανακεφαλαιώνει τον χρόνο, νοερά κινείται ανάμεσα στον Ιούλιο του 1965 (τότε που «ορκίστηκαν ότι δεν θα φύγουν ποτέ από την Κυψέλη»), τον Αύγουστο του 1968 («… έφεραν στο σπίτι την τηλεόραση […] μέσα σ᾽ ένα μεγάλο κουτί») και το γέρμα της δεκαετίας του 1980, την αυγή της δεκαετίας του 1990, τη λύτρωση, κάνει την κίνησή της (τριακοστό πρώτο κεφάλαιο, παράρτημα, «Βουτιά)», αναβαπτίζεται σε τούτο το αόρατο ελληνικό νησί, βρίσκει μεταρσιωμένη την παιδική και εφηβική της ηλικία, «κολυμπάει αργά προς τη γραμμή του ορίζοντος», προς τις ξανακερδισμένες αλήθειες της.

Κάποιοι είχαν μιλήσει για στροφή του Χρήστου στον χριστιανισμό, στην ορθοδοξία, ακόμα και για προσχώρηση σε έναν ιδιότυπο (καταδικαστέο, κατ᾽ αυτούς) εθνοκεντρισμό. Με την επανέκδοση της Γραμμής ακούστηκαν εκ νέου κάτι τέτοια τόσο έωλα όσο και αίολα – παρόμοια, πολύ πιο έντονα και επικριτικά, έως και υβριστικά, έσουραν στον Μπομπ Ντύλαν, μετά το Slow Train Coming (δίσκο που εγκωμίασε πολλαχώς ο Χρήστος), και στον Διονύση Σαββόπουλο, ιδίως με το Κούρεμα, αλλά και νωρίτερα, θυμάσαι;

Μολοντούτο, ο Βακαλόπουλος έθιγε όσα βραδυφλεγώς εκρήγνυνται στη Γραμμή ήδη από τους Πτυχιούχους (1984) και επίσης ήδη σε δοκίμιά του (δες, Από το χάος στο χαρτί, εκδ. Εστία). Διακρίνουμε –ξαναδιαβάζοντας με χρονολογική σειρά εμφανίσως τα έργα του– ότι, έχοντας περάσει από τις αναλύσεις του Ζαν Μποντριγιάρ και του Ρολάν Μπαρτ (ρητά), καθώς και του Ντεμπόρ (υπόρρητα), ενόσω αρθρογραφούσε οξυδερκώς στην «Αυγή», στον «Σύγχρονο Κινηματογράφο», και στο «Αντί», ο Βακαλόπουλος στρέφεται σε έναν μειλίχιο, καίτοι αιχμηρό ενίοτε λόγο, στην τελεσφόρα προσπάθειά του να συλλάβει το νόημα που σκιρτάει και σαλεύει στην (έστω ταπεινή και σκληρά δυσφημισμένη) πραγματική πραγματικότητα της μεταπολιτευτικής Ελλάδας, αφήνοντας στην άκρη θεωρητικές κατασκευές και προσεγγίγοντάς την σωματικά, κυτταρικά, αυτοβιολογικά.

estia vakalopoulos apo to xaos sto xarti


Εξανίσταται απέναντι στον αριστερό ξύλινο λόγο (έχει, φυσικά, προηγηθεί ο Μάριος Χάκκας – σε πολύ ζοφερές συνθήκες), απέναντι στην πίεση ενός επιτακτικού εξευρωπαϊσμού, σε μιαν οργάνωση των πραγμάτων ώστε να είναι, υποτίθεται, αποδοτικά («Ο δικός μας κοσμος είναι ανοργάνωτος φαινομενικά, αλλά υπάρχει η βαθύτερη ενότητα των πραγμάτων», γράφει στο Ντέφι το 1986)· εναντιώνεται στην αισθητικοποίηση του αυθόρμητου, αγωνιά για την αιμορραγία του περιεχομένου και του νοήματος, επιμένει (μόλις σαράντα μέρες πριν από την εκδημία του): «Έχουμε χρέος να συντηρήσουμε τα καντηλάκια της μοναξιάς μας» (Αντί, τ. 505, 16.12.1992).

Δεξάμενος φλόγα

Η Ρέα Φραντζή αυτό κάνει στη Γραμμή, ανάβει μες στη μοναξιά της ένα κεράκι, ιχνηλατεί τα όσα άφησε να χαθούν μες στον καλπάζοντα ταχύρρυθμο καταναλωτισμό και νεοκυνισμό, τα βρίσκει πάλι, έχει συμμάχους αλληλέγγυους, έστω και αόρατους, στη μύχια περιπέτειά της: τον ίδιο τον δημιουργό της πρώτα απ᾽ όλα, που της προσφέρει λαλιά και λύτρωση, τον Χρήστο που είναι η Ρέα, που είμαστε εμείς, οι ανήσυχοι νεαροί της αφιέρωσης «Υπέρ νοσούντων, καμνόντων, αιχμαλώτων της δεκαετίας του ᾽70». Όπως και ο Χρήστος βρέθηκε με συμμάχους αλληλέγγυους – τον Σταύρο Τσιώλη, τον Ευγένιο Αρανίτση, τον Κωστή Παπαγιώργη, τον Σωτήρη Κακίση, τον Ηλία Λάγιο, εμένα που σας τα ιστορώ, και κάμποσους άλλους που μαζί του άναψαν το μικρό κεράκι στο δάσος που είναι η ποίηση καθώς έλεγε ο Άλεν Γκίσνμπεργκ.

Η Ρέα Φραντζή, πηγαίνοντας στην Πάτμο ανακάλυψε την Κυψέλη, πάει να πει τον έσω εαυτό της. Η Γραμμή του Ορίζοντος είναι μια 162 σελίδων, σχεδόν ασθματική και παλλόμενη, προσευχή μες στο βραχνό κενό της λεγόμενης Μεταπολίτευσης, μια προσευχή που παραμένει επίκαιρη καθόσον η διολίσθηση σε διαφημιστικό και ομοίωμα και φωτοτυπία όλων μας εξακολουθεί να απειλεί ό,τι συνέχει τον άνθρωπο: τη σημασία, το νόημα, τη δημιουργικότητα, τον έρωτα, την αγάπη, τη φιλία

....και είναι σπαρακτικά ηδύ αυτό το δώρο του Βακαλόπουλου προς όλους μας, μιας και το δημιούργησε στο κατώφλι της ασθένειας, μες στο φάσμα της απειλής του θανάτου, για τούτο και ο ευαίσθητος αναγνώστης του 1991 όπως και αυτός του 2025 ακούνε μέσα από το ρυθμικό λαχάνιασμα της Γραμμής του Ορίζοντος την εναγώνια διακαή επιθυμία του δημιουργού της επειγόντως να προλάβει να τα πει.

Ο Χρήστος, ο αγαπημένος φίλος μας, έπλασε τη Ρέα Φραντζή για να προσευχηθούμε μαζί της, για να μας πει ότι όλοι μας είμαστε η Ρέα Φραντζή, και είναι σπαρακτικά ηδύ αυτό το δώρο του Βακαλόπουλου προς όλους μας, μιας και το δημιούργησε στο κατώφλι της ασθένειας, μες στο φάσμα της απειλής του θανάτου, για τούτο και ο ευαίσθητος αναγνώστης του 1991 όπως και αυτός του 2025 ακούνε μέσα από το ρυθμικό λαχάνιασμα της Γραμμής του Ορίζοντος την εναγώνια διακαή επιθυμία του δημιουργού της επειγόντως να προλάβει να τα πει.

Προγραμματικά προτάσσει ο Χρήστος στο βιβλίο ένα εδάφιο από την Κλίμακα, από τον Τρίτο Λόγο («Περί ξενιτείας», 4), και αντιγράφω εδώ όλη την παράγραφο, μιας και αποτελεί σύνοψη της Γραμμής του Ορίζοντος, σύνοψη κοσμοθεώρησης και δήλωση/προτροπή του αείμνηστου Χρήστου Βακαλόπουλου προς τον εαυτό του και προς εμάς όλους:

«Ξένος ἐστὶν ὁ πάσης ἰδίων καὶ ἀλλοτρίων σχέσεως φυγάς. Μὴ ἀνάμενε ἐπὶ τὴν μονίαν, ἢ ἐπὶ τὴν ξενιτείαν ἐπειγόμενος τὰς φιλοκόσμους ψυχάς· δι᾿ ὅτι ὁ κλέπτης ἀνυπονόητος. Πολλοὶ συσσῶσαι πειραθέντες ῥᾳθύμους καὶ ὀκνηροὺς, συναπώλοντο, τοῦ πυρὸς τῷ χρόνῳ ἀποσβεσθέντος. Δεξάμενος φλόγα τρέχε. Οὐ γὰρ γινώσκεις, τὸ, πότε σβέννυται, καὶ ἐν σκοτίᾳ σε καταλήψει» / (Σὺ ποὺ βιάζεσαι νὰ ξενιτεύσης ἢ νὰ πᾶς στὴν ἔρημο, μὴ περιμένης νὰ ἔλθουν μαζί σου ψυχὲς ποὺ ἀγαποῦν ἀκόμη τὸν κόσμο. Πρόσεχε, διότι ὁ κλέπτης δὲν γίνεται ἀντιληπτός. Πολλοὶ ποὺ ἀποπειράθηκαν νὰ πάρουν μαζί τους ἀνθρώπους ρᾳθύμους καὶ ὀκνηροὺς γιὰ νὰ τοὺς σώσουν, ἐχάθηκαν μαζὶ μὲ αὐτούς, διότι σὺν τῷ χρόνῳ ἔσβησε ἐξ αἰτίας τους τὸ πῦρ (τῆς ψυχῆς τους). Ἀπὸ τὴν στιγμὴ ποὺ ἐδέχθηκες μέσα σου τὴν φλόγα, τρέχε. Διότι δὲν γνωρίζεις πότε θὰ σβήσῃ καὶ θὰ σὲ ἀφήσῃ στὸ σκοτάδι).

*Ο ΓΙΩΡΓΟΣ-ΙΚΑΡΟΣ ΜΠΑΜΠΑΣΑΚΗΣ είναι συγγραφέας και μεταφραστής. Τελευταίο του βιβλίο, η ποιητική σύνθεση «Lipstick Traces (Revisited)» (εκδ. Κάπα).

Απόσπασμα από το βιβλίο

«´Οταν υπήρχε μόνο ένα νησί κανένα νησί δεν ήταν το ίδιο με το άλλο […] Όταν υπήρχε μία εικόνα βαθιά φυλαγμένη μέσα σου όλοι οι άντρες ήταν διαφορετικοί. Όταν υπήρχε μόνο το σφηνάκι Ντοστογιέφσκι όλοι οι μεθυσμένοι κυνηγούσαν μια εικόνα βαθιά φυλαγμένη μέσα τους. Όταν υπήρχε μόνο ένας άντρας όλοι οι άντρες ήταν διαφορετικοί». (σ. 91)

Διαβάστε το πρώτο μέρο τους Αφιερώματος ΕΔΩ.


Αφιέρωμα στον Χρήστο Βακαλόπουλο [ΙΙ] – Διαβάζοντας τη Γραμμή του Ορίζοντος τότε και τώρα


ΚΑΤΙ ΔΙΑΚΡΙΝΕΤΑΙ ΠΛΕΟΝ ΜΕ ΤΗΝ ΓΡΑΜΜΗ ΚΑΙ ΤΗΝ ΚΛΙΜΑΚΑ. ΤΟ ΟΡΘΟΔΟΞΟ ΕΝΔΥΜΑ ΦΩΤΟΣ ΤΟ ΟΠΟΙΟ ΕΝΤΥΣΕ ΤΟ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΚΟ ΠΝΕΥΜΑ, ΤΗΝ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΠΝΕΥΜΑΤΟΣ ΤΗΝ ΟΠΟΙΑ ΚΗΡΥΞΕ Η Β' ΒΑΤΙΚΑΝΕΙΟΣ ΣΥΝΟΔΟΣ, ΟΠΩΣ ΣΤΗΝ ΕΠΟΧΗ ΤΟΥ ΜΑΡΚΟΥ ΤΟΥ ΑΣΚΗΤΟΥ ΑΝΤΗΧΟΥΣΕ Η ΠΡΟΕΙΔΟΠΟΙΗΣΗ: ΒΑΖΕΤΑΙ ΣΤΗΝ ΚΕΦΑΛΗ ΣΑΣ ΤΗΝ ΧΑΡΙ ΤΟΥ ΒΑΠΤΙΣΜΑΤΟΣ ΚΑΙ ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΕ ΝΑ ΖΕΙΤΕ ΟΠΩΣ ΚΑΙ ΠΡΙΝ ΟΠΩΣ ΟΛΟΙ.

Xρήστος Βακαλόπουλος: για την ιδιοπροσωπία της καθαρτήριας ελληνικής «ντροπής», έναντι της οργισμένης δυτικής ενοχής…!

Ο Χρήστος Βακαλόπουλος, βυθίστηκε στη δυτική κουλτούρα, τη ροκ και τη νεωτερικότητα της Ευρώπης για να γυρίσει κι αυτός – όπως ο Σεφέρης – «διψασμένος από τη Δύση» και να συναντήσει την οντολογία του γενέθλιου πανάρχαιου… μετανεωτερικού πολιτισμού μας. Για να «σπουδάσει» τον Παπαδιαμάντη, για τον οποίον έλεγε : «Ο Παπαδιαμάντης είναι για μένα ο μεγαλύτερος συγγραφέας όλων των εποχών, ο καλύτερος εκφραστής του ελληνικού κόσμου. Μ’ έμαθε πώς να ζω στον τόπο μου».

Στο παρακάτω κείμενο, μιλά για την διαφορά της ταπεινής, λυτρωτικής, ελληνικής «ντροπής», έναντι της οργισμένης, διαλυτικής, εξουσιαστικής και τοξικής δυτικής ενοχής! Το περιγράφει μέσα στη ζωή, τις σχέσεις και τον έρωτα, όχι αποστασιοποιημένα και διανοουμενίστικα. Σε ένα δωμάτιο ελληνικού νησιού, στην αμφιλύκη του πελάγους και στην εφιαλτική υπαρξιακή αγωνία της γενιάς του (της γενιάς μας) να γίνει επιτακτικά «μοντέρνα», ξιπάζοντας και διαλύοντας έναν βαθύ πολιτισμό κοινότητας, σεβασμού και ουσιαστικών σχέσεων.
Άλλωστε, η ετυμολογία της ελληνικής «ντροπής» είναι ουσιώδης και αποκαλυπτική. Βρίσκεται απέναντι από την εξουσιαστική ενοχή της δυτικής νοησιαρχίας, του φόβου και του ατομικισμού, που ενώνει τις παρέες της κραιπάλης και του μηδενισμού, τα οποία είναι η μόνη διέξοδος, όταν ο ανέστιος νομάς του σύγχρονου κόσμου, δεν μπορεί να βαστάξει την απώλεια της πρωταρχικής αγαπητικής κοινότητας και της δημοκρατίας, ως σεβασμού του Άλλου, ως εαυτόν.

Η ντροπή, από τον εν+τροπή, είναι το ταπεινό γύρισμα του ελληνικού υποκειμένου, εντός του, στον εαυτό και ταυτόχρονα προς τους άλλους, προς την κοινότητα, την αρχαία εκκλησία του δήμου, αν το προχωρήσουμε ακόμα πιο πέρα. Εμπεριέχει, τόσο τον υπαρξιακό αναστοχασμό, όσο και την αξία ότι … «δεν είμαι γαϊδούρι», να σκέπτομαι μόνο την πάρτη μου. Δεν περιγράφει – όπως πολλοί θα μας προσάψουν – μιαν αλλοτρίωση «να κάνω ότι θέλουν οι άλλοι» χάνοντας τον εαυτό μου, αλλά εμπεριέχει την πανάρχαια αιδώ. Η οποία στον Όμηρο, είναι και η μετριοφροσύνη, η αυτοεκτίμηση, αλλά και η προτροπή του Αίαντα να μην εγκαταλείπουν οι Αργείοι φοβισμένοι την «κοινότητα» αφήνοντας τους Τρώες να απειλούν με κάψιμο τα πλοία τους.
«Αἴας δ’ ἑτέρωθεν ἐκέκλετο οἷς ἑτάροισιν.
αἰδώς Ἀργεῖοι νῦν ἄρκιον ἤ ἀπολέσθαι»
[«Ντροπή Αργείοι! Το μόνο βέβαιο που τώρα μας περιμένει είναι να χαθούμε»]

Στον Σοφοκλή, η αιδώ, είναι η φροντίδα για τους άλλους, η έγνοια, ο σεβασμός, η ευλάβεια, το σέβας. Ενώ το αἰδέομαι, στην ελληνική πατερική ορθόδοξη παράδοση, εμπεριέχει και την έννοια του σεβασμού, όταν σέβομαι τη δυστυχία του άλλου, όταν φροντίζω και νοιάζομαι για κάποιον, όταν δείχνω ενδιαφέρον και συμπάθεια για τον άλλον.


Η ελληνική ιδιοτυπία της «ντροπής», εμπεριέχει ξεκάθαρα τον σεβασμό στον εαυτό μου και προς τον άλλον. Έχει βλαστήσει στο έδαφος της οντολογίας του Προσώπου, που συναντάμε τόσο στον προσωποκεντρικό αρχαιοελληνικό κόσμο όσο και στον ωφέλιμο κολλεκτιβισμό της Ορθόδοξης κοσμολογίας. Σε αντίθεση με την ενοχή, που την προστάζει η πατερναλιστική ρωμαιοκαθολική φιλοσοφία ενός δυτικού πνεύματος, που θέλει τον άνθρωπο άτομο (α+τέμνω ), δηλαδή κάποιον που δεν τέμνεται, που δεν μοιράζεται με τους άλλους. Αυτός που ντρέπεται αποφεύγει να δείξει το πρόσωπό του, το οποίο αντανακλά την καθαρότητα της ψυχής και των σχέσεών του με τους άλλους. Το συνάντησα, στη συνοικία και τα καφενεία που μεγάλωσα, όταν «δεν είχαμε πρόσωπο, να βγούμε στη γειτονιά», συνειδητοποιώντας μια συμπεριφορά που μας απομάκρυνε από τους άλλους. Όταν … «παίρναμε τα πράματα προσωπικά» γιατί θέλαμε να έχουμε τσίπα. . Τότε… «εν-τρεπόμασταν», στρίβαμε το πρόσωπό μας, ρίχναμε τα μούτρα μας κάτω, τα καλύπταμε με τα χέρια. Θέλαμε για λίγο να είμαστε …απρόσωποι, για να σκεφτούμε, να νιώσουμε και να γυρίσουμε αποκαθαρμένοι, με «καθαρό πρόσωπο» και «ψηλά το κεφάλι» στην συνοικιακή εκκλησία του δήμου μας.

                                                      Δημήτρης Ναπ.Γ

Ας απολαύσουμε το κείμενο του Βακαλόπουλου:

«ΡΕΑ, ΤΡΙΑΝΤΑΔΥΟ ΧΡΟΝΩΝ, μεθυσμένη τα χαράματα σ’αυτό το παράξενο μέρος όπου στενεύει ένα αόρατο ελληνικό νησί, παρέα με ανθρώπους άλλων εποχών. Μπήκε στο δωμάτιό της τα χαράματα στη Μοντάνα και δεν της είπε τίποτα γιατί ήταν Έλληνας. Αν της έλεγε κάτι, θα το χάλαγε, της είπε τα πάντα χωρίς να της μιλήσει και το κράτησε ακέραιο.

Οι Έλληνες είχαν μάθει να ντρέπονται, ίσως ήταν το μόνο πράγμα που είχαν μάθει τόσο καλά, όλοι οι άλλοι έδειχναν να το έχουν ξεπεράσει, κι εκείνοι συνέχιζαν να ντρέπονται, ήταν οι μόνοι σ’αυτή την απελευθερωμένη ήπειρο που συνέχιζαν να ντρέπονται.

Μέχρι τον Ιούλιο του 1971 οι Έλληνες είχαν κάτι εντελώς δικό τους, ήξεραν να ντρέπονται ενώ όλοι οι άλλοι ήξεραν να έχουν ενοχές, είχαν μάθει πολύ καλά να αισθάνονται ένοχοι και μετά να απελευθερώνονται κάνοντας θόρυβο, τραγουδώντας τη ρήξη, φλερτάροντας με τη βία, εξαπολύοντας κύματα οργής.

Αν της είχε πει έστω και μια κουβέντα στη Μοντάνα, θα είχε πει ψέμματα, δεν υπάρχει τίποτα να ειπωθεί τα χαράματα, το μόνο που έχεις να κάνεις είναι να μείνεις με χαμηλωμένα τα μάτια για λίγα λεπτά κι ύστερα να φύγεις αθόρυβα. Πρέπει να πεις τα πάντα χωρίς να μιλήσεις κι ύστερα να εξαφανιστείς, αφήνεις μια σφραγίδα στη μνήμη κι ύστερα χάνεσαι, αυτό σημαίνει να είσαι Έλληνας μέχρι τον Ιούλιο του 1971.

Έξω χαράζει, οι γονείς σου σε έχουν στείλει εδώ για να συμφιλιωθείς με το ευρωπαϊκό ξεθάρρεμα, σε έχουν διατάξει σιωπηρά να γίνεις ένα με τον απελευθερωμένο κόσμο κι εσύ συνεχίζεις να αισθάνεσαι κάπως αμήχανα, σε κυριεύει μια ανεξήγητη ευαισθησία για τα πάντα, δεν είσαι καθόλου ένοχη και δεν μπορείς να έρθεις σε ρήξη, δεν είσαι ένοχη και συνεχίζεις να ντρέπεσαι.

Αν της είχε πει έστω και μια κουβέντα, θα είχε καταστρέψει τα πάντα κι εκείνη θα τον είχε ξεχάσει στη στιγμή, ενώ τώρα στέκει με χαμηλωμένα τα μάτια κάθε φορά που αντικρίζει το χάραμα, κάθε φορά που παρασύρεται από ανθρώπους άλλων εποχών και ξενυχτάει μέχρι τέλους, κάθε φορά που διαλύεται μεθυσμένη στο πρώτο φως της μέρας».

Xρήστος Βακαλόπουλος: για την ιδιοπροσωπία της καθαρτήριας ελληνικής «ντροπής», έναντι της οργισμένης δυτικής ενοχής…!

Η ΓΕΝΕΑΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΜΟΝΤΕΡΝΟΥ ΕΛΛΗΝΑ, ΤΟΥ ΝΕΟΡΘΟΔΟΞΟΥ. Η ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΤΩΝ ΕΝΩΤΙΚΩΝ.

 Η ΣΩΤΗΡΙΑ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΑΝΕΤΕΙΛΕ ΜΕ ΤΟΝ ΑΓΙΟ ΚΟΣΜΑ ΤΟΝ ΑΙΤΩΛΟ ΚΑΙ ΤΟΝ ΑΓΙΟ ΝΕΚΤΑΡΙΟ ΑΛΛΑ ΔΕΝ ΜΕΣΟΥΡΑΝΗΣΕ. ΔΕΝ ΕΙΔΑΝ ΚΑΘΑΡΑ ΤΟΥΣ ΑΡΧΑΙΟΥΣ ΦΙΛΟΣΟΦΟΥΣ ΥΠΝΩΤΙΣΜΕΝΟΙ ΑΠΟ ΤΟΝ ΥΠΑΡΞΙΣΜΟ ΤΟΥ ΧΑΙΝΤΕΓΚΕΡ.

Χρήστος Βακαλόπουλος: Εγκλωβισμένος για πάντα στο όνειρο


Ο Χρήστος δεν επανεμφανίζεται ως νεκρός αλλά ως ολοζώντανος, είρων, γκομενιάρης και πάντα έτοιμος

ΑΠΟ ΤΟΝ ΚΩΣΤΗ ΠΑΠΑΓΙΩΡΓΗ


Από τους ανθρώπους που συναναστραφήκαμε τα τελευταία χρόνια ο Βακαλόπουλος πιθανότατα ήταν «η» δραματική και ειρωνική μορφή, όχι μόνο επειδή βιάστηκε να τον πάρει ο Χάρος. Το γεγονός δε ότι νέοι στην ηλικία σκηνοθέτες και γραφιάδες, περίεργα πρόσωπα τέλος πάντων που ζητούν πληροφορίες για τη «μάρκα» του Χρήστου, που σεργιανάνε στα καφενεία και ψάχνουν τα γραφτά του και τα άγραφα, αποδεικνύει ότι κατιτίς σπάνιο έλουζε αυτό τον άνθρωπο που ήταν σημαδεμένος κι άλλο τόσο αγαπημένος.

Νεκρούς, βέβαια, έχουμε πάρα πολλούς και σχεδόν δεν ξέρουμε τι να τους κάνουμε. Πλην όμως ο Χρήστος, περιέργως πώς, δεν επανεμφανίζεται ως νεκρός αλλά ως ολοζώντανος, είρων, γκομενιάρης και πάντα έτοιμος να γράψει κάτι που δεν θα πέρναγε απαρατήρητο.

Το συναρπαστικό είναι ότι η παλαιότερη αλλά και νεότερη γενιά, όπου συνωθούνται πολλά ονόματα: Φώτης Μπατσίλας (απεβίωσε), Σωτήρης Κακίσης, Ηλίας Λάγιος (απεβίωσε), Ευγένιος Αρανίτσης, Μπαμπασάκης, Μπακιρτζής, Σταύρος Τσιώλης, Ηλίας Γιαννακάκης, Διονυσία Αρβανίτου, Βάσος Φτωχόπουλος, Ελένη Αλεξανδράκη, Ράνια Σταθοπούλου κ.λπ. απαγορεύει τα μνημόσυνα και προτιμά τη ζωντανή καθημερινή έκπληξη, λες και ο Χρήστος έχει πεταχτεί στο περίπτερο της Καλλιδρομίου για να πάρει τσιγάρα.

Έτσι, το τομίδιο που υπογράφει ο Φώτης Μπατσίλας είναι διάσπαρτο με φρασίδια του Χρήστου που τα κατέβαζε ποιος ξέρει από ποιο ξεχασμένο πατάρι, για να τα βγάλει βόλτα προ πάντων ομμάτων και ώτων.

Για τη μητρική αγάπη δεν τίθεται θέμα, ωστόσο η μορφή του πατέρα του ήταν παραδειγματική τόσο στην οικονομία του λέγειν και του φέρεσθαι όσο και στην παιδαγωγική που άσκησε στον Χρήστο.

Συχνά λέγαμε μεταξύ μας, αφότου ο Χρήστος μας είχε αφήσει γεια, ότι γνωρίζοντας τον πατέρα του και τη μάνα του καταλάβαμε καλύτερα τον Χρήστο. Για τη μητρική αγάπη δεν τίθεται θέμα, ωστόσο η μορφή του πατέρα του ήταν παραδειγματική τόσο στην οικονομία του λέγειν και του φέρεσθαι όσο και στην παιδαγωγική που άσκησε στον Χρήστο. Νομίζω ότι είχα ζητήσει από τον κ. Γιώργο να μου γράψει ένα βιογραφικό της οικογένειας και του Χρήστου το οποίο είναι πρώτης γραμμής, βακαλοπουλικό πέρα για πέρα, κρίμα που δεν ζει ο Χρήστος για να το διαβάσει.




1957-1958: «Η ζωή της οικογένειας ευθυγραμμίζεται με τις καινούργιες ανάγκες. Αρχίζει η κυψελιώτικη περιπλάνηση με τη μετακόμιση σ’ ένα μικρό διαμέρισμα στην οδό Κυψέλης 28, όταν η περιοχή αλλάζει μορφή και στη θέση των παλιών μονώροφων ή διώροφων σπιτιών με τις αυλές και τους κήπους υψώνονται πολυκατοικίες που σιγά-σιγά αγκαλιάστηκαν μεταξύ τους και απέκλεισαν την ανάσα του ελεύθερου χώρου.

Η επιλογή του τόπου της νέας εγκατάστασης έγινε γιατί λίγο πιο πέρα, στο 32 του ίδιου δρόμου, στεγαζόταν σε μια παλιά βίλα το υποκατάστημα του ΙΚΑ Κυψέλης, όπου εργαζόταν η Ξένη, που έτσι κέρδιζε χρόνο στη διαδρομή μεταξύ σπιτιού και γραφείου.

Ο Χρήστος, που πρώιμα είχε μιλήσει και περπατήσει, αντιμετωπίζει το θέμα κάνοντας την πρώτη του γυναικεία κατάκτηση. Η Αγγελικούλα, μια όμορφη νιόπαντρη κοπέλα, που μένει στον κάτω όροφο, δείχνει αδυναμία γι’ αυτόν και αναλαμβάνει να τον κρατάει τις ώρες της σύγχρονης απουσίας των γονιών. Ο Χρήστος είναι ενθουσιασμένος που μένει μαζί της, είναι πολύ τρυφερός αλλά και πολύ αποκλειστικός.

Όταν έφτανε ο σύζυγος από τη δουλειά, αξίωνε να μη βρίσκεται στο ίδιο δωμάτιο μαζί τους, ως τη στιγμή που θα τον έπαιρνε ο πατέρας του. Όμως, το ειδύλλιο σταματάει απότομα, όταν η Αγγελικούλα αποκτάει δικό της παιδί. Ο Χρήστος τότε αρνείται κατηγορηματικά να την ξαναδεί και τηρεί με πείσμα την απόφασή του. Εκείνη, μετά τα τριάντα πέντε χρόνια, θα έλθει στην κηδεία του και θα ακουστεί να λέει "ήταν το μωρό μου"».

Ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος κάθισε να τον φάνε, αυτό ήταν το λάθος του. Θα μπορούσε να είχε πάει στην Ιταλία…!

 

Χρήστος Βακαλόπουλος. «Η γραμμή του ορίζοντος» (Εστία, 1991)Όλα έγιναν πάρα πολύ γρήγορα. Η Έρση ήρθε ένα απόγευμα και σου είπε ότι είμαστε πίσω, έχουμε μείνει πολύ πίσω. Ο γνωστός κόσμος προχωρούμε ακάθεκτος, δεν προλαβαίναμε με τίποτα, είμαστε καταδικασμένοι. Είχαμε μείνει πολύ πίσω γιατί ο Γεμιστός πήγε στην Ιταλία και τους έψησε για τον Πλάτωνα. Από τη στιγμή που ο Γεμιστός πήγε στην Ιταλία μείναμε πάρα πολύ πίσω. Όσοι έμειναν εδώ δεν μπόρεσαν να παρακολουθήσουν τις εξελίξεις, κάθισαν εδώ, αυτό ήταν το λάθος τους.

Ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος κάθισε να τον φάνε, αυτό ήταν το λάθος του. Θα μπορούσε να είχε πάει στην Ιταλία και να τους λέει για τον Πλάτωνα, θα είχε προλάβει τις εξελίξεις.
Κάθισε να τον φάνε, τι δουλειά είχε με τα στίφη των αγρίων, ήταν μορφωμένο παιδί από το Μυστρά και θα μπορούσε άνετα να γίνει καθηγητής στην Ιταλία, να τους λέει για τον Πλάτωνα. Κάθισε να τον σφάξουν κι έτσι μείναμε πίσω, πάρα πολύ πίσω. Έπρεπε να φύγουμε όλοι, μείναμε απελπτιστικά πίσω, μείναμε εδώ, είμαστε εδώ πίσω. Έπρεπε να φύγουμε όλοι να πάμε στην Ιταλία, να γίνουμε καθηγητές. Άντρες, γυναίκες, παιδιά, κάτι θα είχαμε να διδάξουμε. Θα παίρναμε το πρωϊνό μας, θα διαβάζαμε τρείς σελίδες Πλάτωνα, θα παίρναμε το ελαφρύ μεσημεριανό μας. Θα μας άκουγαν με ανοιχτό το στόμα, θα είμασταν πολύ μπροστά. Μείναμε πίσω και δεν γίνεται τίποτα, ο Γοδεφρείδος Βιλλαρδουίνος διάβασε τρείς σελίδες Πλάτωνα και τώρα έχει νοικιάσει όλα τα δωμάτια. Από τον Κωνσταντίνο Παλαιολόγο δεν έμεινε τίποτα ενώ θα μπορούσε να έχει γράψει σαράντα βιβλία, ήταν μορφωμένο παιδί από το Μυστρά. Η στέψη του έγινε εκεί, ήταν η πιο μελαγχολική στέψη αυτοκράτορα που έγινε ποτέ, όλοι ήξεραν. Κάθισαν να σφαγιασθούν κι έτσι μείναμε πίσω.

Όλα έγιναν πολύ βιαστικά, η Έρση ήρθε έξαλλη ένα απόγευμα και σου είπε ότι δεν αντέχει πια σ’ αυτή την κωλοχώρα, σου ανακοίνωσε την απόφασή της να ζει έξι μήνες στο Παρίσι και τα καλοκαίρια στη Σαντορίνι. Δεν άντεχε άλλο αυτή την κωλοπόλη, θα κατέβαινε στο Μαρούσι είκοσε μέρες το χρόνο. Έπρεπε να το κάνει γιατί είχαμε μείνει πολύ πίσω, δεν υπήρχε περίπτωση να προλάβουμε, δεν προλαβαίναμε με τίποτα. Είχε δικαίωμα να προχωρήσει, να ζήσει κάτι, άλλωστε δεν υπήρχαν πια σύνορα. Έπεφταν συνεχώς οι διαχωριστικές γραμμές, ο κόσμος γινόταν ένα.

Είχε δικαίωμα να γίνει κάτι διαφορετικό, να μη μείνει πίσω, είχε το αναφαίρετο δικαίωμα να απολαύσει ελεύθερη τον ενωμένο κόσμο, να κατοικήσει σ’ ένα πραγματικό κέντρο. Άλλωστε, μη γελιέσαι, Ρέα μου, μόνο εκεί εκτιμούσαν το ελληνικό πνεύμα, διάβαζαν Πλάτωνα πριν πάνε στον ψυχαναλυτή, τον ήξεραν απ’ έξω κι ανακατωτά, ιδίως ανακατωτά τον ήξεραν απ’ έξω. Από τον Κωνσταντίνο Παλαιολόγο δεν έμεινε τίποτα, μη γελιέσαι, κανείς δεν τον ήξερε, ο ψυχαναλυτής δεν τον ήξερε, δεν έγραψε τίποτα αυτός, κάθισε να του πάρουν το κεφάλι τα στίφη. Αν είχε πάει στην Ιταλία, θα είχε γράψει ένα συμπαθητικό βιβλίο για την ιδανική πολιτεία, κάτι θα είχε μείνει, θα είχε κάνει πολύ καλό στον εαυτό του, θα έπαιρνε ήσυχος το πρωινό του, θα διάβαζε τους σοφιστές, θα έβγαζε τα συμπεράσματά του, θα έπαιρνε το μεσημεριανό του, θα τού το έφερναν σ’ ένα δίσκο, θα σκεφτόταν με αγαλλίαση το βραδινό του.

Όλα έγιναν πολύ γρήγορα ενώ ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος προσπάθησε για τελευταία φορά να μείνουν όλα όπως ήταν, να παραμείνουν ασάλευτα, όρθια, σιωπηλά, μελαγχολικά, με χαμηλωμένο το βλέμμα. Αυτή ήταν η κληρονομιά του και η Έρση δεν άντεχε άλλο, της ερχόταν το αίμα στο κεφάλι, τα πράγματα έπρεπε να προχωρήσουν, να κινηθεί ο κόσμος, να φτάσει στ’ αστέρια, να κατακτηθεί το διάστημα, ο Γεμιστός με τον Γοδεφρείδο Βιλλαρδουϊνο έβαλαν στο μάτι το διάστημα που έμοιαζε ασάλευτο, σιωπηλό, μελαγχολικό, με χαμηλωμένο το βλέμμα, αλλά δεν ήταν καθόλου έτσι, δεν είναι καθόλου έτσι το διάστημα, η ψυχανάλυση του σύμπαντος απέδειξε ότι πρόκειται για ένα χάος που αλλάζει ασταμάτητα κι έτσι ο κόσμος οφείλει να ενωθεί και να γίνει χαοτικός, να αλλάζει συνέχεια, έκαναν πάρα πολύ καλά που έβγαλαν από τη μέση τον Κωνσταντίνο Παλαιολόγο.

Έκαναν το καθήκον τους γιατί έχει δικαίωμα η Έρση να απολαύσει το χάος. Θα κατεβαίνει στο Μαρούσι δέκα μέρες το χειμώνα και το καλοκαίρι θα παίρνει το πλοίο για τη Σαντορίνη. Έχει υποχρέωση να ζήσει αυτό το υπέροχο χάος, να μην ξέρει που βρίσκεται, όλα τα μέρη να μπερδεύονται γλυκά, να ενωθεί ο κόσμος, να αναλάβουν επιτέλους οι Γεμιστοί τη διαμόρφωση της ιδανικής πολιτείας, της ιδανικής παραίσθησης, να τους αναθέσουν τα τηλεοπτικά κανάλια, να δίνουν οδηγίες στους αστροναύτες, να τους παραδώσουν τα πάντα, έχουν υποχρέωση να τους παραδώσουν τα πάντα. Ο ενωμένος κόσμος πρέπει να γίνει ανοιχτό βιβλίο. Κάποτε πρέπει να γραφτεί με μολύβι Faber Castell ότι ο κόσμος είναι ένα παιχνίδι, τα σύνορα μια απάτη, πο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος ένας θλιβερός πεισματάρης χωρίς συγγραφικό ταλέντο, οι ψυχαναλητές το ιερατείο του χάους, το Αιγαίο πέλαγος ο θησαυρός του τουρίστα Γοδεφρείδου, οι Έλληνες τα ξέφτια της ουτοπίας. Κάποτε θα έρθει η ώρα να γίνουν όλα ακόμα πιο γρήγορα και να μη μείνει τίποτα που να είναι σε θέση να αναγνωρίζει κάτι από τον εαυτό του. Όλοι όσοι επιθυμούν να γίνουν Έλληνες θα χαμηλώσουν το βλέμμα, θα παραμείνουν ασάλευτοι και θα υποδεχτούν αδιαμαρτύρητα τα ταχύτατα στίφη του ενωμένου κόσμου. Στο Μυστρά έγινε η πιο μελαγχολική στέψη, όλοι ήξεραν.


ΠΗΓΗ:https://www.facebook.com/share/p/1Efq9T1925/
Ανάρτηση από:geromorias.blogspot.com

ΤΟ ΝΕΟ ΠΟΥ ΓΕΝΝΗΘΗΚΕ ΣΤΗΝ ΔΙΚΤΑΤΟΡΙΑ. ΔΗΜΙΟΥΡΓΗΣΕ ΤΟΝ ΑΝΤΙΣΤΑΣΙΑΚΟ. ΤΟΝ ΔΙΑΝΟΟΥΜΕΝΟ Ο ΟΠΟΙΟΣ ΣΑΝ ΟΡΦΑΝΟΣ ΚΑΙ ΑΣΤΕΓΟΣ ΔΕΝ ΒΡΙΣΚΕΙ ΠΛΕΟΝ ΝΟΗΜΑ ΣΤΗΝ ΠΑΡΑΔΟΣΗ. ΣΤΟΝ ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΟ ΑΝΘΡΩΠΟ. ΣΤΗΝ ΕΓΚΡΑΤΕΙΑ. ΕΖΗΣΕ ΤΗΝ ΗΧΩ ΤΟΥ ΜΑΗ ΤΟΥ 68 ΚΑΙ Η Β' ΒΑΤΙΚΑΝΕΙΟΣ ΣΥΝΟΔΟΣ ΤΟΥΔΩΣΕ ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΗ ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ. ΣΤΟΝ ΧΡ. ΓΙΑΝΝΑΡΑ ΒΡΗΚΕ ΠΡΟΣΩΠΟ ΚΑΙ ΑΞΙΟΠΡΕΠΕΙΑ. ΣΑΝ ΝΕΟΡΘΟΔΟΞΙΑ ΣΒΥΝΕΙ ΣΙΓΑ-ΣΙΓΑ ΚΑΘΩΣ Η ΨΥΧΑΝΑΛΥΣΗ, ΤΟ ΕΙΔΩΛΟ ΠΟΥ ΤΟΥΔΩΣΕ ΝΟΗΜΑ ΣΒΥΝΕΙ ΣΤΗΝ ΜΕΡΙΚΗ ΚΑΤΑΛΗΨΗ ΟΠΩΣ ΑΠΟΔΕΙΚΝΥΕΤΑΙ.

Non serviam

Όλες οι νεότερες ιδεολογίες, χωρίς καμία εξαίρεση, παραπέμπουν στο non serviam, σε εκείνο το «δεν θα υπηρετήσω» που είπε ο Εωσφόρος εναντίον του Θεού. Παραπέμπουν, δηλαδή, στον νεότερο υποκειμενισμό, στο υποκείμενο που θέτει τον εαυτό του στο κέντρο μέχρι του σημείου να θέτει υπό αμφισβήτηση την ίδια την Αλήθεια, διακηρύσσοντας: δεν είμαι εγώ στην υπηρεσία της αλήθειας, αλλά είναι η αλήθεια που περνά στην υπηρεσία μου. Αν με βολεύει, είναι αλήθεια· αν δεν με βολεύει, δεν είναι πλέον. Λοιπόν, αυτός ο νεότερος υποκειμενισμός είναι η επανέκδοση του non serviam ή του «θα είστε σαν θεοί», ένας νεότερος υποκειμενισμός που δυστυχώς έχει εξαπλωθεί και στην Καθολική Εκκλησία, στα ανώτατα επίπεδά της, από τη Β΄ Σύνοδο του Βατικανού (1962-1965) και εξής.

Τετάρτη 2 Αυγούστου 2023

«Η 21η Απριλίου κι Εμείς»: Ο Χρήστος Βακαλόπουλος για τη γενιά που είδε τη Χούντα να πέφτει

  Πώς μπήκαμε και (κυρίως) πώς βγήκαμε από τη δικτατορία των συνταγματαρχών, όπως γράφει με τον διαχρονικό του εύστοχο τρόπο ο Χρήστος Βακαλόπουλος.

«Η 21η Απριλίου κι Εμείς»: Ο Χρήστος Βακαλόπουλος για τη γενιά που είδε τη Χούντα να πέφτει

[Το κείμενο δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Ιστός, το 1992 - Πηγή: christosvakalopoulos.gr]

Δεν είμαστε πια οι ίδιοι άνθρωποι που μεγαλώσαμε μαζί στο γυμνάσιο στη διάρκεια της δικτατορίας. Μαζευτήκαμε τότε γύρω από ένα συγκρότημα ροκ, τους Peppers και αργότερα Ρέμπελους, που πρόλαβαν να παίξουν σε μερικές συναυλίες και να βγάλουν ένα δίσκο σαράντα πέντε στροφών στην εταιρεία Zodiac, λίγο πριν διαλυθούν μέσα σ’ αυτή την παρεξήγηση που ονομάσθηκε μεταπολίτευση. Πίσω μας είχαμε έναν κόσμο ουσιώδους αφέλειας που δεν τον ξαναβρήκαμε ποτέ, παρ’ όλο που τα πρώτα χρόνια της χούντας συνέχιζε ακόμα να υπάρχει – οι άνθρωποι έβγαζαν καρέκλες στους δρόμους της Κυψέλης, οι θερινοί κινηματογράφοι γέμιζαν στις ταράτσες, στα πάρτυ όλοι ντρεπόντουσαν με την άνεσή τους. Όμως αυτός ο κόσμος άρχισε να εξαφανίζεται σε όφελος της τηλεόρασης, των ντισκοτέκ και του φαινομενικού αντίβαρού τους, της αμφισβήτησης.

Μπήκαμε στη δικτατορία μικρά παιδιά που δεν ήξεραν να ερωτεύονται και να ντρέπονται, να ελπίζουν και να χαίρονται, και βγήκαμε από εκεί κάτι κουρασμένα παλληκάρια ασχέτως ηλικίας, υποψιασμένοι για τα πάντα, έτοιμοι να αναλύσουν το παραμικρό, ανίκανοι να ψωνισθούμε με κάτι, στρατιώτες ενός μέλλοντος που ερχόταν με σιγουριά αλλά δεν φάνηκε ποτέ, ενός μετά που μας έχει αρπάξει από το λαιμό και δε λέει να μας αφήσει ήσυχους ούτε δευτερόλεπτο. Εφτά ολόκληρα χρόνια μαθαίναμε ο ένας τον άλλο να περιφρονεί τον τόπο του και να θαυμάζει ένα μυθικό τόπο, αποτελούμενο από συγκροτήματα ροκ, φοιτητικές εξεγέρσεις, ξεσπάσματα της κραιπάλης, ελεύθερες σχέσεις, πρίγκηπες της παρακμής, χιλιάδες παιδικές χαρές για μεγάλους. Μάθαμε να περιμένουμε κάτι και ξεμάθαμε να βλέπουμε τι γινόταν γύρω μας. Την ώρα που ο Παττακός εκτελούσε το εθνοσωτήριο έργο του μαζεύοντας γόπες στην οδό Πατησίων και ο Καράγιωργας έχανε το χέρι του ώστε να γίνει αργότερα υπουργός ο Κατσιφάρας, εμείς φανταζόμαστε τη ζωή σαν ένα σόλο του Τζίμι Χέντριξ ή μια ροχάλα του Κον Μπεντίτ. Την ίδια στιγμή η Ελλάδα έπαιρνε την όψη της οδού Αχαρνών αλλά αυτό δεν μας ένοιαζε καθόλου, η Ελλάδα δεν υπήρχε για μας, όπως δεν υπήρχε και για όλους αυτούς τους αντιστασιακούς που ήρθαν αργότερα από το εξωτερικό μ’ αυτό το κουρασμένο ύφος του ανθρώπου-που-ένοιωσε-τα-πάντα-στο-πετσί-του, την Ελλάδα τη χαρίζαμε στους χουντικούς μαζί με το δημοτικό τραγούδι. Εμείς οι ίδιοι, στρατιώτες του μέλλοντος, βάλαμε ένα χεράκι ώστε να την κρύψουμε για πάντα από τους εαυτούς μας και σχεδόν την τελειώσαμε μέσα μας.

Από την 21η Απριλίου και μετά η ελληνική κοινωνία εγκατέλειψε τον εαυτό της και δεν γύρισε πίσω ποτέ. Μέχρι τότε ήξερε να ζει και να πεθαίνει, να ερωτεύεται και να ματώνει, γνώριζε όλες αυτές τις εντάσεις που τις σάρωσε η χούντα, η τηλεόραση, η αντίσταση στη χούντα, η αντίσταση στην τηλεόραση, η κατανάλωση, η αντίσταση στην κατανάλωση, ο Νίκος Μαστοράκης, τα συγκροτήματα ροκ ως αντίσταση στον Νίκο Μαστοράκη. Χούντα και αντίσταση πήγαν μαζί και συνεχίζουν να πηγαίνουν μαζί κι εκείνο που χάθηκε είναι ο ρυθμός της καθημερινής ζωής που συνδεόταν πάντα σ’ αυτόν τον τόπο με τους αιώνες, αυτούς τους φτωχούς αιώνες που τους αφήσαμε πίσω για πάντα δημιουργώντας συγκροτήματα ροκ, συγκροτήματα ελεύθερων σχέσεων, συγκροτήματα πολιτιστικών συλλόγων, συγκροτήματα πλήξης, συγκροτήματα γκρίνιας FM stereo. Οι άνθρωποι δεν βγάζουν πια καρέκλες στους δρόμους, οι θερινοί κινηματογράφοι γκρεμίζονται, στα πάρτυ δεν ντρέπεται κανείς, η καχυποψία έχει εγκατασταθεί παντού, πολύ ωραία τα καταφέραμε. Οι Ρέμπελοι διαλύθηκαν τη στιγμή που ο Καραμανλής πάτησε το πόδι του στην Αθήνα, τα μέλη τους πήγαν να σπουδάσουν στο εξωτερικό. Εγώ έμεινα πίσω και νοιώθω πολύ αμήχανος όταν τους βλέπω – νομίζω άλλωστε ότι και σ’ αυτούς συμβαίνει το ίδιο.

Δεν είμαστε πια ο εαυτός μας και το ξέρουμε. Όλοι μας φτιάξαμε ένα συγκρότημα στη διάρκεια της δικτατορίας και τώρα το διαλύουμε συνεχώς, γιατί αυτό που επιθυμήσαμε – η μυθική ευρωπαϊκή παιδική χαρά – αποδείχθηκε εξ ίσου ξενέρωτο με τη χουντική αντιαισθητική πραγματικότητα. Οι συνταγματάρχες, αυτοί οι «κακοί του καφενείου» που πήραν την εξουσία, μας οδήγησαν στο στρατόπεδο της καχυποψίας, μας έχωσαν μέσα στην ιδεολογία από την οποία δεν βγήκαμε ποτέ, ακόμη και σήμερα που ιδεολογία μας είναι η διαφήμιση. Αν είναι να ξανακάνουμε κάποιο συγκρότημα, πρέπει να τα έχουμε υπ’ όψη μας όλα αυτά και να επιστρέψουμε πίσω, όχι με σημαίες και γελοία ταμπούρλα, να γυρίσουμε πίσω μέσα μας, χωρίς να το πούμε σε κανέναν. Διαφορετικά, πρέπει να μείνουμε αμήχανοι όπως είμαστε, αποφεύγοντας την πολλή παρέα.

«Η 21η Απριλίου κι Εμείς»: Ο Χρήστος Βακαλόπουλος για τη γενιά που είδε τη Χούντα να πέφτει | FLIX

Θωμάς είπε...

Πώς το είπε ο Χρήστος Βακαλόπουλος να δεις... πάνω κάτω έτσι:
Υπάρχει μια γενιά ανθρώπων που παραμένουν εγκλωβισμένοι μέσα
στο όνειρο που έκαναν για τη ζωή τους, όταν ήταν ακόμα νέοι· στο
πώς φαντάστηκαν τον εαυτό τους· σ' ένα σχέδιο που δεν τους
βγήκε. Και δεν μπορούν να ξεφύγουν από αυτήν την εικόνα, κι
αρρωσταίνουν μέσα σ' αυτό το όνειρο. Γι' αυτό και πρέπει να το
εγκαταλείψουν.

«Play it again, Χρήστο», Σ. Καπλανίδης, 2006

Δευτέρα 10 Ιανουαρίου 2022

«Η 21η Απριλίου κι Εμείς»: Ο Χρήστος Βακαλόπουλος για τη γενιά που είδε τη Χούντα να πέφτει

 Πώς μπήκαμε και (κυρίως) πώς βγήκαμε από τη δικτατορία των συνταγματαρχών, όπως γράφει με τον διαχρονικό του εύστοχο τρόπο ο Χρήστος Βακαλόπουλος.

«Η 21η Απριλίου κι Εμείς»: Ο Χρήστος Βακαλόπουλος για τη γενιά που είδε τη Χούντα να πέφτει

[Το κείμενο δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Ιστός, το 1992 - Πηγή: christosvakalopoulos.gr]

Δεν είμαστε πια οι ίδιοι άνθρωποι που μεγαλώσαμε μαζί στο γυμνάσιο στη διάρκεια της δικτατορίας. Μαζευτήκαμε τότε γύρω από ένα συγκρότημα ροκ, τους Peppers και αργότερα Ρέμπελους, που πρόλαβαν να παίξουν σε μερικές συναυλίες και να βγάλουν ένα δίσκο σαράντα πέντε στροφών στην εταιρεία Zodiac, λίγο πριν διαλυθούν μέσα σ’ αυτή την παρεξήγηση που ονομάσθηκε μεταπολίτευση. Πίσω μας είχαμε έναν κόσμο ουσιώδους αφέλειας που δεν τον ξαναβρήκαμε ποτέ, παρ’ όλο που τα πρώτα χρόνια της χούντας συνέχιζε ακόμα να υπάρχει – οι άνθρωποι έβγαζαν καρέκλες στους δρόμους της Κυψέλης, οι θερινοί κινηματογράφοι γέμιζαν στις ταράτσες, στα πάρτυ όλοι ντρεπόντουσαν με την άνεσή τους. Όμως αυτός ο κόσμος άρχισε να εξαφανίζεται σε όφελος της τηλεόρασης, των ντισκοτέκ και του φαινομενικού αντίβαρού τους, της αμφισβήτησης.

Μπήκαμε στη δικτατορία μικρά παιδιά που δεν ήξεραν να ερωτεύονται και να ντρέπονται, να ελπίζουν και να χαίρονται, και βγήκαμε από εκεί κάτι κουρασμένα παλληκάρια ασχέτως ηλικίας, υποψιασμένοι για τα πάντα, έτοιμοι να αναλύσουν το παραμικρό, ανίκανοι να ψωνισθούμε με κάτι, στρατιώτες ενός μέλλοντος που ερχόταν με σιγουριά αλλά δεν φάνηκε ποτέ, ενός μετά που μας έχει αρπάξει από το λαιμό και δε λέει να μας αφήσει ήσυχους ούτε δευτερόλεπτο. Εφτά ολόκληρα χρόνια μαθαίναμε ο ένας τον άλλο να περιφρονεί τον τόπο του και να θαυμάζει ένα μυθικό τόπο, αποτελούμενο από συγκροτήματα ροκ, φοιτητικές εξεγέρσεις, ξεσπάσματα της κραιπάλης, ελεύθερες σχέσεις, πρίγκηπες της παρακμής, χιλιάδες παιδικές χαρές για μεγάλους. Μάθαμε να περιμένουμε κάτι και ξεμάθαμε να βλέπουμε τι γινόταν γύρω μας. Την ώρα που ο Παττακός εκτελούσε το εθνοσωτήριο έργο του μαζεύοντας γόπες στην οδό Πατησίων και ο Καράγιωργας έχανε το χέρι του ώστε να γίνει αργότερα υπουργός ο Κατσιφάρας, εμείς φανταζόμαστε τη ζωή σαν ένα σόλο του Τζίμι Χέντριξ ή μια ροχάλα του Κον Μπεντίτ. Την ίδια στιγμή η Ελλάδα έπαιρνε την όψη της οδού Αχαρνών αλλά αυτό δεν μας ένοιαζε καθόλου, η Ελλάδα δεν υπήρχε για μας, όπως δεν υπήρχε και για όλους αυτούς τους αντιστασιακούς που ήρθαν αργότερα από το εξωτερικό μ’ αυτό το κουρασμένο ύφος του ανθρώπου-που-ένοιωσε-τα-πάντα-στο-πετσί-του, την Ελλάδα τη χαρίζαμε στους χουντικούς μαζί με το δημοτικό τραγούδι. Εμείς οι ίδιοι, στρατιώτες του μέλλοντος, βάλαμε ένα χεράκι ώστε να την κρύψουμε για πάντα από τους εαυτούς μας και σχεδόν την τελειώσαμε μέσα μας.

Από την 21η Απριλίου και μετά η ελληνική κοινωνία εγκατέλειψε τον εαυτό της και δεν γύρισε πίσω ποτέ. Μέχρι τότε ήξερε να ζει και να πεθαίνει, να ερωτεύεται και να ματώνει, γνώριζε όλες αυτές τις εντάσεις που τις σάρωσε η χούντα, η τηλεόραση, η αντίσταση στη χούντα, η αντίσταση στην τηλεόραση, η κατανάλωση, η αντίσταση στην κατανάλωση, ο Νίκος Μαστοράκης, τα συγκροτήματα ροκ ως αντίσταση στον Νίκο Μαστοράκη. Χούντα και αντίσταση πήγαν μαζί και συνεχίζουν να πηγαίνουν μαζί κι εκείνο που χάθηκε είναι ο ρυθμός της καθημερινής ζωής που συνδεόταν πάντα σ’ αυτόν τον τόπο με τους αιώνες, αυτούς τους φτωχούς αιώνες που τους αφήσαμε πίσω για πάντα δημιουργώντας συγκροτήματα ροκ, συγκροτήματα ελεύθερων σχέσεων, συγκροτήματα πολιτιστικών συλλόγων, συγκροτήματα πλήξης, συγκροτήματα γκρίνιας FM stereo. Οι άνθρωποι δεν βγάζουν πια καρέκλες στους δρόμους, οι θερινοί κινηματογράφοι γκρεμίζονται, στα πάρτυ δεν ντρέπεται κανείς, η καχυποψία έχει εγκατασταθεί παντού, πολύ ωραία τα καταφέραμε. Οι Ρέμπελοι διαλύθηκαν τη στιγμή που ο Καραμανλής πάτησε το πόδι του στην Αθήνα, τα μέλη τους πήγαν να σπουδάσουν στο εξωτερικό. Εγώ έμεινα πίσω και νοιώθω πολύ αμήχανος όταν τους βλέπω – νομίζω άλλωστε ότι και σ’ αυτούς συμβαίνει το ίδιο.

Δεν είμαστε πια ο εαυτός μας και το ξέρουμε. Όλοι μας φτιάξαμε ένα συγκρότημα στη διάρκεια της δικτατορίας και τώρα το διαλύουμε συνεχώς, γιατί αυτό που επιθυμήσαμε – η μυθική ευρωπαϊκή παιδική χαρά – αποδείχθηκε εξ ίσου ξενέρωτο με τη χουντική αντιαισθητική πραγματικότητα. Οι συνταγματάρχες, αυτοί οι «κακοί του καφενείου» που πήραν την εξουσία, μας οδήγησαν στο στρατόπεδο της καχυποψίας, μας έχωσαν μέσα στην ιδεολογία από την οποία δεν βγήκαμε ποτέ, ακόμη και σήμερα που ιδεολογία μας είναι η διαφήμιση. Αν είναι να ξανακάνουμε κάποιο συγκρότημα, πρέπει να τα έχουμε υπ’ όψη μας όλα αυτά και να επιστρέψουμε πίσω, όχι με σημαίες και γελοία ταμπούρλα, να γυρίσουμε πίσω μέσα μας, χωρίς να το πούμε σε κανέναν. Διαφορετικά, πρέπει να μείνουμε αμήχανοι όπως είμαστε, αποφεύγοντας την πολλή παρέα.

«Η 21η Απριλίου κι Εμείς»: Ο Χρήστος Βακαλόπουλος για τη γενιά που είδε τη Χούντα να πέφτει | FLIX

Κυριακή 9 Ιανουαρίου 2022

Θριαμβικός αφελληνισμός

Θα συζητάμε, νομίζω, για πολύν καιρό το βιβλίο του Αλέξη Παπαχελά «Ενα σκοτεινό δωμάτιο 1967-1974» – βιβλίο με τεκμηριωμένο το ιστορικό υλικό που κομίζει και γόνιμο για τα ερωτήματα που γεννάει


Θα συζητάμε, νομίζω, για πολύν καιρό το βιβλίο του Αλέξη Παπαχελά «Ενα σκοτεινό δωμάτιο 1967-1974» – βιβλίο με τεκμηριωμένο το ιστορικό υλικό που κομίζει και γόνιμο για τα ερωτήματα που γεννάει. Η κυρίως πρόκληση, νομίζω, είναι να κρίνουμε – ερμηνεύσουμε όχι απλώς συμπεριφορές, αλλά τα κίνητρα και τη συλλογική αυτοσυνειδησία που οι συμπεριφορές απηχούν.

Με τη νηφαλιότητα της χρονικής απόστασης σήμερα μπορούμε να ισχυριστούμε ότι η δικτατορία των συνταγματαρχών έφερε στο φως τη δυσδιάκριτη σχιζοείδεια που χαρακτηρίζει τον ελλαδικό κρατικό βίο, από τα πρώτα βήματα εκσυγχρονισμού – εξευρωπαϊσμού του. Προσπάθησε το ελλαδικό κρατίδιο να γίνει κράτος «ευρωπαϊκό» παραμένοντας ελληνώνυμο και «παντρεύοντας» δυόμισι χιλιάδες χρόνια ιστορίας του με την ευρωπαϊκή νεωτερικότητα. Το συνταίριασμα αποδείχνεται (δυο αιώνες τώρα) ανέφικτο, ο κοινωνιοκεντρικός πολιτισμός των Ελλήνων είναι αδύνατο να συνταιριάξει με τον ατομοκεντρισμό της Δύσης, αδύνατο να συμπέσει η δημοκρατία με την res publica.

Οι αξιωματικοί, που ιδιοποιήθηκαν αυθαίρετα την εξουσία στις 21 Απριλίου του 1967, επικαλέστηκαν τον κίνδυνο που διέτρεχε η Ελλάδα, αν αφηνόταν να κυβερνηθεί από τους «κομμουνιστές» της μαρξιστικής Αριστεράς. Γιατί ήταν «κίνδυνος» τότε η Αριστερά; Επειδή στην Ελλάδα είχε ταυτιστεί με τα φρικώδη εγκλήματα της Ζαχαριαδικής ανταρσίας. Οι πραξικοπηματίες αξιωματικοί επέβαλαν στο αφελληνισμένο πολιτικά κρατίδιο την τυπικά δυτική διαμάχη: εθνικισμός – διεθνισμός, ιδιοκτήτες των μέσων παραγωγής – ακτήμονες προλετάριοι.

Δεν ξέρω αν είχε ποτέ συζητηθεί στο ελληνώνυμο κρατίδιο του βαλκανικού Νότου κάποια ελληνική αντιπρόταση στον Ιστορικό Υλισμό που παγιδεύει στη Δύση κάθε πολιτικό προβληματισμό. Οι διπολικές αντιθέσεις Δεξιά – Αριστερά, καπιταλιστές – προλετάριοι, ελεγχόμενες αγορές – ελευθερία κεφαλαίου, επιβλήθηκαν στανικά στην εκφραστική των Ελλήνων, χωρίς να προκύπτουν από την εμπειρία τους.

Στα σχολειά η Ελλάδα αυτοχειριάζεται.

Από μιμητική φιλοδοξία εγκυρότητας «αναγκαστής κατά πάντων» (για να δοθεί κύρος στον επαρχιωτικό μιμητισμό) ελληνικές λέξεις, γεννημένες από ριζικά διαφορετικές εμπειρίες, μεταφέρθηκαν αυθαίρετα στο λεξιλόγιο που δημιουργήθηκε στη νεωτερική Δύση, για να σημάνει την εκεί εμπειρία της «πάλης των τάξεων»: «Προοδευτικοί» και «φιλελεύθεροι», «συντηρητικοί» και «ριζοσπάστες», «ελεύθερη αγορά» και «ελευθεροτυπία» υπηρετούν την παραπλάνηση και εξαπάτηση των μαζών. Υιοθετήθηκαν, όμως, και από τον κρατικό φορέα της ελληνικής παράδοσης, το καταχρεωμένο σε αλλοδαπούς δανειστές ελλαδικό κρατίδιο, με κωμική καύχηση «εκσυγχρονισμού».

Οι πρωταίτιοι της δικτατορίας του 1967 είχαν τη νοο-τροπία και ακολούθησαν τις πρακτικές κάθε ανάλογου «εθνικιστικού» μορφώματος στο ευρωπαϊκό (ή και διεθνές) πεδίο. Ηταν, η δικτατορία του 1967-1974, τυπικό προϊόν και δείγμα δυτικογενούς εθνικισμού, αγνοούσε το «νόημα» και το βιωματικό φορτίο του ελληνικού πατριωτισμού. Ο δάνειος εθνικισμός των συνταγματαρχών είχε εχθρό και αντίπαλο τον επίσης εξωγενή μαρξισμό – κομμουνισμό, απηχούσε μια διαμάχη (ακτημόνων – κεφαλαιοκρατών) που στην Ελλάδα ήταν επείσακτη και ιστορικά άσαρκη, τη μιμηθήκαμε πιθηκίζοντας τους Ευρωπαίους. Είχαμε πληρώσει τη μίμηση με έναν αιματηρό εμφύλιο, προσθέσαμε στο τίμημα και μια δικτατορία.

Για κάποιες δεκαετίες οι μελετητές ή και υπέρμαχοι του «κοινοτισμού» στην Ελλάδα (Κωνσταντίνος Καραβίδας, Νικόλαος Μοσχοβάκης, Νικόλαος Πανταζόπουλος, Παναγιώτης Κανελλόπουλος, Κώστας Βεργόπουλος) μάχονταν για να καταδείξουν ότι η αυτοδιαχειριζόμενη κοινότητα σάρκωνε τη συνέχεια της αρχαίας «πόλεως» και την οργανική της προέκταση στην ενορία – εκκλησία. Δεν ήταν ένα μουσειακό είδος ο κοινοτισμός, ήταν μια βιωμένη εμπειρία, που απηχούσε την ελληνικότητα όχι ως «εθνικό» ιδεολόγημα, αλλά ως ζωντανή και γόνιμη διάρκεια του «κατ’ αλήθειαν» βίου της «πόλεως».

Είναι ένα εξαιρετικά θλιβερό γεγονός, απώλεια σε πανανθρώπινη κλίμακα, η άλωση του κοινωνιοκεντρικού πολιτισμού των Ελλήνων από τον ατομοκεντρισμό της Δύσης. Οι αφελείς και ημι-εγγράμματοι κινηματίες του 1967 νόμιζαν ότι υπηρετούν τον Ελληνισμό και τον πολιτισμό του επιβάλλοντας στανικά την πιο διεστραμμένη εκδοχή της ρητορικής ελληνικότητας που είχαν χρησιμοποιήσει στη Δύση οι αφελέστεροι και πλέον μικρονοϊκοί «θαυμαστές» του. Η νομική κατασφάλιση «ατομικών δικαιωμάτων» καταργεί τη συναρπαστική απροσδιοριστία του κατορθώματος της «φιλίας», η αλήθεια δεν είναι γνώση «αναγκαστή κατά πάντων», αλλά το προϊόν του αθλήματος μετοχής στις «κατά λόγον» (αρμονία και κοσμιότητα) σχέσεις της πόλεως – πολιτικής τέχνης και επιστήμης.

Το πιο οδυνηρό: Με τη δικτατορία της επταετίας, 1967-1974, η σύγχυση εννοιών και οπτικής στο ελληνόφωνο κρατικό απολειφάδι κυριάρχησε ολοκληρωτικά. Οι «εκπαιδευτικές» μεταρρυθμίσεις, από το 1974 έως σήμερα, κατόρθωσαν τέτοια ρήξη της ελληνικής συνέχειας και τέτοιον αφελληνισμό των Ελληνωνύμων, που ούτε οι Τούρκοι δεν θα μπορούσαν ποτέ να ονειρευτούν.

Πέμπτη 17 Απριλίου 2014

Tο αντίδοτο στον κυνισμό

Του Tάκη Θεοδωρόπουλου
Το πρόβλημα με όσους επιδίδονται στην αποδόμηση των εθνικών συλλογικών μύθων, με την ίδια ευκολία με την οποία άλλοι τούς υποστηρίζουν, είναι ότι στα ερείπιά τους δεν αναδύεται πάντα η λάμψη της αλήθειας. Το αντίθετο θα έλεγα, και αν κρίνουμε από την ιστορική μας πείρα, στα ερείπια των συλλογικών μύθων φύονται με τη μεγαλύτερη άνεση ο κυνισμός και η απαξίωση. Δύο καταλυτικές «αρετές» της απομυθοποίησης. Απαξίωση και κυνισμός σαν αυτόν που επεδείκνυαν τα επαναστατημένα παιδιά του Μάη του ’68 όταν αποκαλούσαν τον πρύτανη της Ναντέρ φασίστα, παρά το γεγονός ότι αυτός ο «φασίστας» είχε συμμετάσχει στην Αντίσταση και είχε οδηγηθεί σε στρατόπεδο συγκεντρώσεως επί γερμανικής κατοχής. Εμπειρία που ούτε τους περνούσε από το μυαλό ότι θα μπορούσαν να τη ζήσουν τα παιδιά της σεξουαλικής απελευθέρωσης με τις επαναστατικές περγαμηνές της σφαλιάρας που τους έδωσε κάποτε κάποιος αστυνομικός.

Στα δικά μας τώρα, πιστεύω πως αυτή η εμμονή στην απομυθοποίηση ήταν ένα από τα πιο ύπουλα και υποδόρια κληροδοτήματα της δικτατορίας και μία από τις μεγαλύτερες εμμονές της μεταπολιτευτικής περιόδου. Η δικτατορία γελοιοποίησε με τον πιο αποτελεσματικό τρόπο όλους τους εθνικούς μας μύθους. Η Μεταπολίτευση δεν είχε και πολλή δουλειά να κάνει. Της έφτανε να γελάει με το ήδη «γελοίο» και να φωνασκεί εναντίον όσων τολμούσαν να αρθρώσουν έστω και μία λέξη για να τους υπερασπιστούν. Οχι πάντα αδίκως εννοείται. Το αποτέλεσμα όμως της απαξίωσης της συλλογικής μας ύπαρξης το ζήσαμε τις τελευταίες δεκαετίες. Η κοινωνική ζούγκλα τού «έλα μωρέ δεν έγινε και τίποτε», που καθιερώθηκε ως εθνική ιδεολογία, δεν ήταν παρά το ψυχολογικό αντίκρισμα της πλήρους απαξίωσής μας. Οταν είχαμε καταλήξει στο συμπέρασμα πωςς δεν αξίζουμε και τίποτε σπουδαίο, πως τα έργα μας είναι ούτως ή άλλως κατώτερα των περιστάσεων, μένουμε μόνοι με τον υπέροχο εαυτούλη μας και κοιτάζοντάς τον τρυφερά στον καθρέφτη καταλήγουμε στο υπαρξιακό συμπέρασμα ότι δεν μας μένει τίποτε παρά να τη βγάλουμε όσο καλύτερα μπορούμε, με όποιο κόστος. Ο ελληνικός πολιτισμός δεν τα πήγαινε ποτέ καλά με τις ενοχές. Είχε όμως βαθιά ριζωμένο μέσα του το αίσθημα της «αιδούς» και της «δίκης». Οταν χάσεις την «αιδώ», γιατί τίποτε δεν σε επαναφέρει στην τάξη, τότε καταρρέει και η «δίκη».

Και δεν αναφέρομαι μόνο στους πολιτικούς ταγούς, όπου και το προφανές. Γράφοντας τα παραπάνω, μου έρχονταν στο μυαλό άνθρωποι που είναι ενθουσιασμένοι με τους εαυτούς τους μόνον και μόνον επειδή κατάφεραν να γίνουν υπουργοί, κοινώς, να «πιάσουν την καλή». Αναφέρομαι κυρίως στους εκπροσώπους αυτού που ονομάζουμε με τη μεγαλύτερη ευκολία «πνευματικός κόσμος» και τους θυμόμαστε συνήθως όταν συμβεί κάποια μεγάλη καταστροφή, ακόμη και φυσική, και όταν ζητάμε συμμάχους για να υπερασπιστούμε τα διάφορα συντεχνιακά μας συμφέροντα τα οποία, ως γνωστόν, μεταφράζονται σε εθνικά. Ποιοι είναι αυτοί; Δεν ξέρω. Εκείνο που ξέρω είναι ότι την περασμένη Δευτέρα, προσκεκλημένος της Τραπέζης της Ελλάδος για να μιλήσω στην τιμητική εκδήλωση για τον Ηλία Βενέζη, ο οποίος υπήρξε υπάλληλός της, αναφερόμενος στον τιμώμενο σκεφτόμουν συνεχώς ποιοι είναι αυτοί που κάποτε υπήρξαν και εξαφανίστηκαν στα χρόνια της Μεταπολίτευσης. Ποια ήταν αυτή η περίφημη γενιά του τριάντα, την οποία με τόση ζέση απομυθοποιήσαμε και εξορίσαμε από τους πνευματικούς μας ορίζοντες, αφού εννοείται μάθαμε λογοτεχνία διαβάζοντας τα έργα τους.

Κατ’ αρχάς, και αυτή είναι η μεγάλη διαφορά από τον «πνευματικό κόσμο» της Μεταπολίτευσης, η γενιά του τριάντα παρενέβαινε δημοσία για να υπερασπιστεί το έργο της και όχι την κοινωνική της ή την επαγγελματική της θέση, όπως οι διάφοροι πανεπιστημιακοί που ανέλαβαν ανεπιτυχώς να παίξουν τον ρόλο της πνευματικής ηγεσίας τις τελευταίες δεκαετίες. Μπορεί να έπεφταν έξω σε πολλά, αλίμονο, όμως, κανείς δεν μπορεί να τους αφαιρέσει το τεκμήριο της πνευματικής εντιμότητας. Κατά δεύτερον, όσες διαφορές κι αν υπάρχουν ανάμεσα στον τρυφερό Βενέζη και τον πιο εγκεφαλικό Θεοτοκά, και με άλλους ακόμη περισσότερες, όλοι προσπάθησαν να υπηρετήσουν ένα είδος το οποίο ώς τότε ήταν μάλλον παραγνωρισμένο στη φιλολογική μας δημοκρατία, το μυθιστόρημα. Αλλοι καλύτερα, άλλοι λιγότερο καλά, άλλοτε με επιτυχία, άλλοτε με λιγότερη επιτυχία. Εφτιαξαν μια μυθιστορηματική γλώσσα για εμάς τους μεταγενέστερους, την οποία καθήκον μας ήταν να επεξεργαστούμε και να ξεπεράσουμε, αλλά δεν μπορούσαμε να την αγνοήσουμε. Και φτιάχνοντας αυτήν τη γλώσσα, προσπάθησαν να εντάξουν την ελληνική πνευματική δημιουργία στην επικράτεια του ευρωπαϊκού πολιτισμού. Οταν μιλάμε για μυθιστόρημα, μιλάμε για Ευρώπη και η γενιά του τριάντα το υπηρέτησε όσο καλύτερα μπορούσε, χωρίς όμως να αισθάνεται ότι προδίδει τα εθνικά της αισθήματα. Υπερασπιζόμενη τον μύθο περί αδιάλειπτης συνέχειας του ελληνικού λαού, ήταν σε μόνιμο διάλογο με τα τεκταινόμενα στην ευρωπαϊκή πνευματική ζωή. Δεν τους ήταν ξένη και πάντως δεν αισθάνονταν ότι δημιουργούσαν σε αντίθεση με τους Ευρωπαίους ομοτέχνους τους. Η στάση αυτή της σύνθεσης και του διαλόγου είναι εμφανής και στην ποίηση, αλλά και στη ζωγραφική της ίδιας εποχής. Και αξίζει κάποτε να αναρωτηθούμε πόσο διαφορετικές θα ήσαν οι σχέσεις μας με την ευρωπαϊκή παιδεία, αν, αντί να εμπιστευθούμε το εκπαιδευτικό σύστημα στα αδαή και κυνικά προϊόντα των κομματικών σωλήνων, το είχαμε εμπιστευθεί σε ανθρώπους σαν τον Βενέζη ή τον Θεοτοκά.

Η γενιά του τριάντα μάς δείχνει ότι υπάρχει ένας δρόμος γονιμότερος από την απομυθοποίηση. Είναι η πράξη της δημιουργίας, σκολιά είναι η αλήθεια, για να κερδίσει τις περγαμηνές του και τη δημοφιλία του πρέπει να ιδρώσει και να διακινδυνεύσει πολλά, όμως αξίζει τον κόπο. Είναι το ιδανικό αντίδοτο στον κυνισμό.
Εφημερίδα Kαθημερινή, 13/4/2014

Παρασκευή 8 Οκτωβρίου 2010

Η 21η Απριλίου κι Εμείς - Xρήστος Βακαλόπουλος

πηγή :  Σπουδαστήριο Νέου Ελληνισμού
http://www.snhell.gr/testimonies/content.asp?id=370&author_id=2

Δεν είμαστε πια οι ίδιοι άνθρωποι που μεγαλώσαμε μαζί στο γυμνάσιο στη διάρκεια της δικτατορίας. Μαζευτήκαμε τότε γύρω από ένα συγκρότημα ροκ, τους Peppers και αργότερα Ρέμπελους, που πρόλαβαν να παίξουν σε μερικές συναυλίες και να βγάλουν ένα δίσκο σαράντα πέντε στροφών στην εταιρεία Zodiac, λίγο πριν διαλυθούν μέσα σ’ αυτή την παρεξήγηση που ονομάσθηκε μεταπολίτευση. Πίσω μας είχαμε έναν κόσμο ουσιώδους αφέλειας που δεν τον ξαναβρήκαμε ποτέ, παρ’ όλο που τα πρώτα χρόνια της χούντας συνέχιζε ακόμα να υπάρχει – οι άνθρωποι έβγαζαν καρέκλες στους δρόμους της Κυψέλης, οι θερινοί κινηματογράφοι γέμιζαν στις ταράτσες, στα πάρτυ όλοι ντρεπόντουσαν με την άνεσή τους. Όμως αυτός ο κόσμος άρχισε να εξαφανίζεται σε όφελος της τηλεόρασης, των ντισκοτέκ και του φαινομενικού αντίβαρού τους, της αμφισβήτησης.


Μπήκαμε στη δικτατορία μικρά παιδιά που δεν ήξεραν να ερωτεύονται και να ντρέπονται, να ελπίζουν και να χαίρονται, και βγήκαμε από εκεί κάτι κουρασμένα παλληκάρια ασχέτως ηλικίας, υποψιασμένοι για τα πάντα, έτοιμοι να αναλύσουν το παραμικρό, ανίκανοι να ψωνισθούμε με κάτι, στρατιώτες ενός μέλλοντος που ερχόταν με σιγουριά αλλά δεν φάνηκε ποτέ, ενός μετά που μας έχει αρπάξει από το λαιμό και δε λέει να μας αφήσει ήσυχους ούτε δευτερόλεπτο. Εφτά ολόκληρα χρόνια μαθαίναμε ο ένας τον άλλο να περιφρονεί τον τόπο του και να θαυμάζει ένα μυθικό τόπο, αποτελούμενο από συγκροτήματα ροκ, φοιτητικές εξεγέρσεις, ξεσπάσματα της κραιπάλης, ελεύθερες σχέσεις, πρίγκηπες της παρακμής, χιλιάδες παιδικές χαρές για μεγάλους. Μάθαμε να περιμένουμε κάτι και ξεμάθαμε να βλέπουμε τι γινόταν γύρω μας. Την ώρα που ο Παττακός εκτελούσε το εθνοσωτήριο έργο του μαζεύοντας γόπες στην οδό Πατησίων και ο Καράγιωργας έχανε το χέρι του ώστε να γίνει αργότερα υπουργός ο Κατσιφάρας, εμείς φανταζόμαστε τη ζωή σαν ένα σόλο του Τζίμι Χέντριξ ή μια ροχάλα του Κον Μπεντίτ. Την ίδια στιγμή η Ελλάδα έπαιρνε την όψη της οδού Αχαρνών αλλά αυτό δεν μας ένοιαζε καθόλου, η Ελλάδα δεν υπήρχε για μας, όπως δεν υπήρχε και για όλους αυτούς τους αντιστασιακούς που ήρθαν αργότερα από το εξωτερικό μ’ αυτό το κουρασμένο-ύφος-του-ανθρώπου-που-ένοιωσε-τα-πάντα-στο-πετσί-του, την Ελλάδα τη χαρίζαμε στους χουντικούς μαζί με το δημοτικό τραγούδι. Εμείς οι ίδιοι, στρατιώτες του μέλλοντος, βάλαμε ένα χεράκι ώστε να την κρύψουμε για πάντα από τους εαυτούς μας και σχεδόν την τελειώσαμε μέσα μας.


Από την 21η Απριλίου και μετά η ελληνική κοινωνία εγκατέλειψε τον εαυτό της και δεν γύρισε πίσω ποτέ. Μέχρι τότε ήξερε να ζει και να πεθαίνει, να ερωτεύεται και να ματώνει, γνώριζε όλες αυτές τις εντάσεις που τις σάρωσε η χούντα, η τηλεόραση, η αντίσταση στη χούντα, η αντίσταση στην τηλεόραση, η κατανάλωση, η αντίσταση στην κατανάλωση, ο Νίκος Μαστοράκης, τα συγκροτήματα ροκ ως αντίσταση στον Νίκο Μαστοράκη. Χούντα και αντίσταση πήγαν μαζί και συνεχίζουν να πηγαίνουν μαζί κι εκείνο που χάθηκε είναι ο ρυθμός της καθημερινής ζωής που συνδεόταν πάντα σ’ αυτόν τον τόπο με τους αιώνες, αυτούς τους φτωχούς αιώνες που τους αφήσαμε πίσω για πάντα δημιουργώντας συγκροτήματα ροκ, συγκροτήματα ελεύθερων σχέσεων, συγκροτήματα πολιτιστικών συλλόγων, συγκροτήματα πλήξης, συγκροτήματα γκρίνιας FM stereo. Οι άνθρωποι δεν βγάζουν πια καρέκλες στους δρόμους, οι θερινοί κινηματογράφοι γκρεμίζονται, στα πάρτυ δεν ντρέπεται κανείς, η καχυποψία έχει εγκατασταθεί παντού, πολύ ωραία τα καταφέραμε. Οι Ρέμπελοι διαλύθηκαν τη στιγμή που ο Καραμανλής πάτησε το πόδι του στην Αθήνα, τα μέλη τους πήγαν να σπουδάσουν στο εξωτερικό. Εγώ έμεινα πίσω και νοιώθω πολύ αμήχανος όταν τους βλέπω – νομίζω άλλωστε ότι και σ’ αυτούς συμβαίνει το ίδιο.


Δεν είμαστε πια ο εαυτός μας και το ξέρουμε. Όλοι μας φτιάξαμε ένα συγκρότημα στη διάρκεια της δικτατορίας και τώρα το διαλύουμε συνεχώς, γιατί αυτό που επιθυμήσαμε – η μυθική ευρωπαϊκή παιδική χαρά – αποδείχθηκε εξ ίσου ξενέρωτο με τη χουντική αντιαισθητική πραγματικότητα. Οι συνταγματάρχες, αυτοί οι «κακοί του καφενείου» που πήραν την εξουσία, μας οδήγησαν στο στρατόπεδο της καχυποψίας, μας έχωσαν μέσα στην ιδεολογία από την οποία δεν βγήκαμε ποτέ, ακόμη και σήμερα που ιδεολογία μας είναι η διαφήμιση. Αν είναι να ξανακάνουμε κάποιο συγκρότημα, πρέπει να τα έχουμε υπ’ όψη μας όλα αυτά και να επιστρέψουμε πίσω, όχι με σημαίες και γελοία ταμπούρλα, να γυρίσουμε πίσω μέσα μας, χωρίς να το πούμε σε κανέναν. Διαφορετικά, πρέπει να μείνουμε αμήχανοι όπως είμαστε, αποφεύγοντας την πολλή παρέα.


(από το περιοδικό Ιστός 5, Πάσχα 1992)


Αμέθυστος