
Ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος κάθισε να τον φάνε, αυτό ήταν το λάθος του. Θα μπορούσε να είχε πάει στην Ιταλία και να τους λέει για τον Πλάτωνα, θα είχε προλάβει τις εξελίξεις.
Κάθισε να τον φάνε, τι δουλειά είχε με τα στίφη των αγρίων, ήταν μορφωμένο παιδί από το Μυστρά και θα μπορούσε άνετα να γίνει καθηγητής στην Ιταλία, να τους λέει για τον Πλάτωνα. Κάθισε να τον σφάξουν κι έτσι μείναμε πίσω, πάρα πολύ πίσω. Έπρεπε να φύγουμε όλοι, μείναμε απελπτιστικά πίσω, μείναμε εδώ, είμαστε εδώ πίσω. Έπρεπε να φύγουμε όλοι να πάμε στην Ιταλία, να γίνουμε καθηγητές. Άντρες, γυναίκες, παιδιά, κάτι θα είχαμε να διδάξουμε. Θα παίρναμε το πρωϊνό μας, θα διαβάζαμε τρείς σελίδες Πλάτωνα, θα παίρναμε το ελαφρύ μεσημεριανό μας. Θα μας άκουγαν με ανοιχτό το στόμα, θα είμασταν πολύ μπροστά. Μείναμε πίσω και δεν γίνεται τίποτα, ο Γοδεφρείδος Βιλλαρδουίνος διάβασε τρείς σελίδες Πλάτωνα και τώρα έχει νοικιάσει όλα τα δωμάτια. Από τον Κωνσταντίνο Παλαιολόγο δεν έμεινε τίποτα ενώ θα μπορούσε να έχει γράψει σαράντα βιβλία, ήταν μορφωμένο παιδί από το Μυστρά. Η στέψη του έγινε εκεί, ήταν η πιο μελαγχολική στέψη αυτοκράτορα που έγινε ποτέ, όλοι ήξεραν. Κάθισαν να σφαγιασθούν κι έτσι μείναμε πίσω.
Όλα έγιναν πολύ βιαστικά, η Έρση ήρθε έξαλλη ένα απόγευμα και σου είπε ότι δεν αντέχει πια σ’ αυτή την κωλοχώρα, σου ανακοίνωσε την απόφασή της να ζει έξι μήνες στο Παρίσι και τα καλοκαίρια στη Σαντορίνι. Δεν άντεχε άλλο αυτή την κωλοπόλη, θα κατέβαινε στο Μαρούσι είκοσε μέρες το χρόνο. Έπρεπε να το κάνει γιατί είχαμε μείνει πολύ πίσω, δεν υπήρχε περίπτωση να προλάβουμε, δεν προλαβαίναμε με τίποτα. Είχε δικαίωμα να προχωρήσει, να ζήσει κάτι, άλλωστε δεν υπήρχαν πια σύνορα. Έπεφταν συνεχώς οι διαχωριστικές γραμμές, ο κόσμος γινόταν ένα.
Είχε δικαίωμα να γίνει κάτι διαφορετικό, να μη μείνει πίσω, είχε το αναφαίρετο δικαίωμα να απολαύσει ελεύθερη τον ενωμένο κόσμο, να κατοικήσει σ’ ένα πραγματικό κέντρο. Άλλωστε, μη γελιέσαι, Ρέα μου, μόνο εκεί εκτιμούσαν το ελληνικό πνεύμα, διάβαζαν Πλάτωνα πριν πάνε στον ψυχαναλυτή, τον ήξεραν απ’ έξω κι ανακατωτά, ιδίως ανακατωτά τον ήξεραν απ’ έξω. Από τον Κωνσταντίνο Παλαιολόγο δεν έμεινε τίποτα, μη γελιέσαι, κανείς δεν τον ήξερε, ο ψυχαναλυτής δεν τον ήξερε, δεν έγραψε τίποτα αυτός, κάθισε να του πάρουν το κεφάλι τα στίφη. Αν είχε πάει στην Ιταλία, θα είχε γράψει ένα συμπαθητικό βιβλίο για την ιδανική πολιτεία, κάτι θα είχε μείνει, θα είχε κάνει πολύ καλό στον εαυτό του, θα έπαιρνε ήσυχος το πρωινό του, θα διάβαζε τους σοφιστές, θα έβγαζε τα συμπεράσματά του, θα έπαιρνε το μεσημεριανό του, θα τού το έφερναν σ’ ένα δίσκο, θα σκεφτόταν με αγαλλίαση το βραδινό του.
Όλα έγιναν πολύ γρήγορα ενώ ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος προσπάθησε για τελευταία φορά να μείνουν όλα όπως ήταν, να παραμείνουν ασάλευτα, όρθια, σιωπηλά, μελαγχολικά, με χαμηλωμένο το βλέμμα. Αυτή ήταν η κληρονομιά του και η Έρση δεν άντεχε άλλο, της ερχόταν το αίμα στο κεφάλι, τα πράγματα έπρεπε να προχωρήσουν, να κινηθεί ο κόσμος, να φτάσει στ’ αστέρια, να κατακτηθεί το διάστημα, ο Γεμιστός με τον Γοδεφρείδο Βιλλαρδουϊνο έβαλαν στο μάτι το διάστημα που έμοιαζε ασάλευτο, σιωπηλό, μελαγχολικό, με χαμηλωμένο το βλέμμα, αλλά δεν ήταν καθόλου έτσι, δεν είναι καθόλου έτσι το διάστημα, η ψυχανάλυση του σύμπαντος απέδειξε ότι πρόκειται για ένα χάος που αλλάζει ασταμάτητα κι έτσι ο κόσμος οφείλει να ενωθεί και να γίνει χαοτικός, να αλλάζει συνέχεια, έκαναν πάρα πολύ καλά που έβγαλαν από τη μέση τον Κωνσταντίνο Παλαιολόγο.
Έκαναν το καθήκον τους γιατί έχει δικαίωμα η Έρση να απολαύσει το χάος. Θα κατεβαίνει στο Μαρούσι δέκα μέρες το χειμώνα και το καλοκαίρι θα παίρνει το πλοίο για τη Σαντορίνη. Έχει υποχρέωση να ζήσει αυτό το υπέροχο χάος, να μην ξέρει που βρίσκεται, όλα τα μέρη να μπερδεύονται γλυκά, να ενωθεί ο κόσμος, να αναλάβουν επιτέλους οι Γεμιστοί τη διαμόρφωση της ιδανικής πολιτείας, της ιδανικής παραίσθησης, να τους αναθέσουν τα τηλεοπτικά κανάλια, να δίνουν οδηγίες στους αστροναύτες, να τους παραδώσουν τα πάντα, έχουν υποχρέωση να τους παραδώσουν τα πάντα. Ο ενωμένος κόσμος πρέπει να γίνει ανοιχτό βιβλίο. Κάποτε πρέπει να γραφτεί με μολύβι Faber Castell ότι ο κόσμος είναι ένα παιχνίδι, τα σύνορα μια απάτη, πο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος ένας θλιβερός πεισματάρης χωρίς συγγραφικό ταλέντο, οι ψυχαναλητές το ιερατείο του χάους, το Αιγαίο πέλαγος ο θησαυρός του τουρίστα Γοδεφρείδου, οι Έλληνες τα ξέφτια της ουτοπίας. Κάποτε θα έρθει η ώρα να γίνουν όλα ακόμα πιο γρήγορα και να μη μείνει τίποτα που να είναι σε θέση να αναγνωρίζει κάτι από τον εαυτό του. Όλοι όσοι επιθυμούν να γίνουν Έλληνες θα χαμηλώσουν το βλέμμα, θα παραμείνουν ασάλευτοι και θα υποδεχτούν αδιαμαρτύρητα τα ταχύτατα στίφη του ενωμένου κόσμου. Στο Μυστρά έγινε η πιο μελαγχολική στέψη, όλοι ήξεραν.
ΤΟ ΝΕΟ ΠΟΥ ΓΕΝΝΗΘΗΚΕ ΣΤΗΝ ΔΙΚΤΑΤΟΡΙΑ. ΔΗΜΙΟΥΡΓΗΣΕ ΤΟΝ ΑΝΤΙΣΤΑΣΙΑΚΟ. ΤΟΝ ΔΙΑΝΟΟΥΜΕΝΟ Ο ΟΠΟΙΟΣ ΣΑΝ ΟΡΦΑΝΟΣ ΚΑΙ ΑΣΤΕΓΟΣ ΔΕΝ ΒΡΙΣΚΕΙ ΠΛΕΟΝ ΝΟΗΜΑ ΣΤΗΝ ΠΑΡΑΔΟΣΗ. ΣΤΟΝ ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΟ ΑΝΘΡΩΠΟ. ΣΤΗΝ ΕΓΚΡΑΤΕΙΑ. ΕΖΗΣΕ ΤΗΝ ΗΧΩ ΤΟΥ ΜΑΗ ΤΟΥ 68 ΚΑΙ Η Β' ΒΑΤΙΚΑΝΕΙΟΣ ΣΥΝΟΔΟΣ ΤΟΥΔΩΣΕ ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΗ ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ. ΣΤΟΝ ΧΡ. ΓΙΑΝΝΑΡΑ ΒΡΗΚΕ ΠΡΟΣΩΠΟ ΚΑΙ ΑΞΙΟΠΡΕΠΕΙΑ. ΣΑΝ ΝΕΟΡΘΟΔΟΞΙΑ ΣΒΥΝΕΙ ΣΙΓΑ-ΣΙΓΑ ΚΑΘΩΣ Η ΨΥΧΑΝΑΛΥΣΗ, ΤΟ ΕΙΔΩΛΟ ΠΟΥ ΤΟΥΔΩΣΕ ΝΟΗΜΑ ΣΒΥΝΕΙ ΣΤΗΝ ΜΕΡΙΚΗ ΚΑΤΑΛΗΨΗ ΟΠΩΣ ΑΠΟΔΕΙΚΝΥΕΤΑΙ.
Non serviam
Όλες οι νεότερες ιδεολογίες, χωρίς καμία εξαίρεση, παραπέμπουν στο non serviam, σε εκείνο το «δεν θα υπηρετήσω» που είπε ο Εωσφόρος εναντίον του Θεού. Παραπέμπουν, δηλαδή, στον νεότερο υποκειμενισμό, στο υποκείμενο που θέτει τον εαυτό του στο κέντρο μέχρι του σημείου να θέτει υπό αμφισβήτηση την ίδια την Αλήθεια, διακηρύσσοντας: δεν είμαι εγώ στην υπηρεσία της αλήθειας, αλλά είναι η αλήθεια που περνά στην υπηρεσία μου. Αν με βολεύει, είναι αλήθεια· αν δεν με βολεύει, δεν είναι πλέον. Λοιπόν, αυτός ο νεότερος υποκειμενισμός είναι η επανέκδοση του non serviam ή του «θα είστε σαν θεοί», ένας νεότερος υποκειμενισμός που δυστυχώς έχει εξαπλωθεί και στην Καθολική Εκκλησία, στα ανώτατα επίπεδά της, από τη Β΄ Σύνοδο του Βατικανού (1962-1965) και εξής.
Όλες οι νεότερες ιδεολογίες, χωρίς καμία εξαίρεση, παραπέμπουν στο non serviam, σε εκείνο το «δεν θα υπηρετήσω» που είπε ο Εωσφόρος εναντίον του Θεού. Παραπέμπουν, δηλαδή, στον νεότερο υποκειμενισμό, στο υποκείμενο που θέτει τον εαυτό του στο κέντρο μέχρι του σημείου να θέτει υπό αμφισβήτηση την ίδια την Αλήθεια, διακηρύσσοντας: δεν είμαι εγώ στην υπηρεσία της αλήθειας, αλλά είναι η αλήθεια που περνά στην υπηρεσία μου. Αν με βολεύει, είναι αλήθεια· αν δεν με βολεύει, δεν είναι πλέον. Λοιπόν, αυτός ο νεότερος υποκειμενισμός είναι η επανέκδοση του non serviam ή του «θα είστε σαν θεοί», ένας νεότερος υποκειμενισμός που δυστυχώς έχει εξαπλωθεί και στην Καθολική Εκκλησία, στα ανώτατα επίπεδά της, από τη Β΄ Σύνοδο του Βατικανού (1962-1965) και εξής.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου