Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ο Κάλλιστος Αγγελικούδης αναλύει και σχολιάζει το κατά των Ελλήνων βιβλίο του Θωμά Ακινάτη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ο Κάλλιστος Αγγελικούδης αναλύει και σχολιάζει το κατά των Ελλήνων βιβλίο του Θωμά Ακινάτη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 21 Ιουλίου 2026

ΚΑΛΛΙΣΤΟΣ ΑΓΓΕΛΙΚΟΥΔΗΣ - Α ΜΕΡΟΣ(10)

Συνέχεια από: Πέμπτη 16 Ιουλίου 2026                                                    

                                          O Doctor Angelicus συναντά

τον Κάλλιστο Αγγελικούδη
Ο Κάλλιστος Αγγελικούδης αναλύει και σχολιάζει
το κατά των Ελλήνων βιβλίο του Θωμά Ακινάτη

329. « Παραβάλλεται το νοείν προς τον νου, όπως ακριβώς το είναι προς την ουσία, αλλ’ είναι το θείο είναι, η ουσία του˙ είναι άρα το θείο νοείν ο νους του, και είναι ο θείος νους η ουσία του ». Είναι ανάγκη άρα να είναι ο θείος νους η θεία ουσία. Αμαρτάνεις ( πλανάσαι ) πολύ εισάγοντας συλλογισμούς και αποδεικτικές μεθόδους στην απόρρητη θεολογία˙ το να χρησιμοποιής δε και παραλογισμούς και να θέλης, εκούσια ( ώσπερ εκών είναι ), να καλύπτης την αλήθεια, δεν ξεύρω ποιαν αμαρτία δεν ξεπερνά. Γιατί το να νοής είναι ενέργεια του νοούντος, όπως λες κι εσύ, το δε να είσαι δεν είναι ενέργεια της ουσίας, αλλά το ον. Πώς δεν κατανοείς λοιπόν ότι προφανώς αμαρτάνεις ( πλανάσαι ) μ’ αυτά που λες, ότι παραβάλλεται το νοείν προς τον νου, όπως ακριβώς το είναι προς την ουσία;
330. Αλλ’ επειδή λες κι εσύ, ότι είναι ενέργεια του νοούντος το να νοής, και αποδείχθηκε ήδη πως είναι διαφορετικό το ον και διαφορετικό η ενέργειά του, δεν είναι δε διαφορετικό και  το είναι προς την ουσία, αλλά ταυτίζεται, ψεύδεσαι ολοφάνερα διακηρύττοντας πως είναι το θείο νοείν η θεία ουσία˙ « είναι ενέργεια του νοούντος το νοείν. Αν δεν είναι λοιπόν ο νοών Θεός το νοείν του, είναι ανάγκη να παραβάλλεται προς αυτον, όπως ακριβώς η δύναμη προς την ενέργεια˙ και θα υπάρχη έτσι δύναμη και ενέργεια στον Θεό, που είναι ακριβώς αδύνατο ». Αλλ’ αντίθετα λοιπόν, υπάρχει αληθινά και δύναμη και ενέργεια στον Θεό, γι’ αυτό δεν είναι ο νοών Θεός το νοείν του, αλλ’ είναι ανάγκη να παραβάλλεται προς αυτόν το νοείν, όπως ακριβώς η δύναμη προς την ενέργεια. Είναι διαφορετικό άρα ο Θεός και διαφορετικό το νοείν του˙ γιατί είναι το μεν ο κινών, το δε η κίνηση, όπως προαναφέραμε.

331. « Νοεί με την ουσία του ο Θεός », κι εγώ βλέπω να νοούν και όλες οι νοερές φύσεις με τη δική τους ουσία. « Δεν υπάρχει τίποτα εκτός απ’ την ουσία του στον Θεό »˙ « το νοητό είδος, που υπάρχει στον νου, παρά την ( κοντά στην ) ουσία του, είναι συμβεβηκός˙ γι’ αυτό και συγκαταλέγεται και η δική μας σοφία στα συμβεβηκότα. Και δεν μπορεί να είναι κάτι συμβεβηκός στον Θεό, δεν υπάρχει άρα στον θείο νου κάποιο είδος κοντά ( παρά ) στη θεία ουσία ». Έχουν πολλές ατοπίες και παραλογισμούς κι αυτές οι προτάσεις. Γιατί το νοητό είδος, που υπάρχει στον νου και υπάρχει παρά την ( κοντά στην ) ουσία του, θα μπορούσε να είναι ίσως συμβεβηκός, και γνωστά τα της καθ’ ημάς σοφίας στον δικό μας νου˙ να λες δε πως είναι η νόηση και η σοφία ή η λογικότητα, που υπάρχει σε μας, συμβεβηκός, είναι λόγια αυτών που έχουν αποφασίσει να ψεύδονται. 

332. Γιατί όπως είναι ακριβώς αυτά που λογιζόμαστε ( σκεπτόμαστε ) πολλές φορές έξω από μας και συμβεβηκότα σε μας ( μας συμβαίνουν ), όχι όμως κι ο λογισμός ( η σκέψη ), έτσι και η σοφία. Θα έχη μεν αυτά που μπορεί να γνωρίζη ( τα γνωστά ) κατά συμβεβηκός, η δε σοφία δεν είναι συμβεβηκός σε μας, αλλ’ υπάρχει εκ φύσεως, όπως ακριβώς και η λογικότητα βέβαια και η νοερότητα. Και δεν λες πως « δεν μπορεί να υπάρχη κάτι απλώς » στον Θεό, αλλά πως « δεν μπορεί να είναι κάτι συμβεβηκός », και καλά το λες. Αλλά το να συμπεραίνης απ’ αυτό και να λες, ότι δεν υπάρχει άρα στον θείο νου κάποιο είδος κοντά ( παρά ) στη θεία ουσία, είναι ένα ολισθηρό συμπέρασμα˙ γιατί δεν είναι, αν δεν είναι κάτι συμβεβηκός στον Θεό, ουσία του Θεού˙ γιατί η δύναμη και η σοφία κι η αγαθότητα και η πρόνοια του Θεού και τα παρόμοια δεν είναι ούτε συμβεβηκότα στον Θεό, ούτε θεία ουσία, αλλά φυσικά και ουσιώδη του Θεού, όπως έχεις ακούσει απ’ τους αγίους.

333. Και δεν αποκλίνεις μόνο σε ελεεινές αιρέσεις εσύ, αλλά φανερώνεσαι να λες και γελοία, καθώς βιάζεσαι να λες πως « γι’ αυτό και συγκαταλέγεται κι η δική μας σοφία στα συμβεβηκότα ». Κι αν είναι συμβεβηκός η δική μας σοφία, θαυμάζω, τί θα είναι φυσικό τέλος πάντων απ’ τα αγαθά σε μας, η γνώση, η φρόνηση, η διάκριση, η θεωρία, η λογικότητα κι η νοερότητα, όπως ακριβώς έχω πή. Αν είναι αυτά συμβεβηκότα ( Αν έτσι απλώς συμβαίνουν αυτά ), θα αποδειχθή ένα μάταιο πράγμα η ψυχή˙ είναι ψέμμα άρα και φοβερή μανία να τίθεται αυτό που δεν είναι συμβεβηκός στον Θεό ουσία του Θεού και η εκ λόγου φυσικού σε μας σοφία συμβεβηκός. « Δεν συνεπάγεται απ’ το ότι υπάρχει στον Θεό σοφία, πως υπάρχει σ’ αυτόν κάτι το συμβεβηκός, αλλά μόνο κάποια τελειότητα, στην οποία και συνίσταται ο λόγος της σοφίας ». Κι ακόμα˙ « δεν μπορεί να υπάρχη κάτι στον θείο νου κατά συμβεβηκός, αλλά καθ’ εαυτό μόνο ». Βλέπεις, πώς είναι αντίθετα αυτά τα λόγια σε κείνα που έχεις πη προηγουμένως ;

334. « Έφθασαν απ’ αυτά και τα παρόμοια λόγια να υποθέσουν κάποιοι ότι δεν οράται ποτέ η θεία ουσία από κανέναν νου, η οποία βέβαια θέση αναιρεί και τη φυσική μακαριότητα της λογικής κτίσης, που αποδείξαμε ήδη πως υπάρχει σε μόνη τη θεωρία της θείας ουσίας ». Ονομάζει πάλι εδώ κάποιους τους ιεροδιδασκάλους˙ γιατί αυτοί είναι που απέδειξαν με τις ρήσεις τής ιεράς Γραφής πως είναι απερίοπτη και ανέπαφη σε κάθε γενητή φύση η θεία ουσία˙ και τους καταφρονεί μεν εκείνους, έχει δε εμπιστοσύνη στη δική του ταλαίπωρη απόδειξη και νομίζει, πέρα από κάθε λογική και πέρα από κάθε ιερή μαρτυρία, πως είναι φυσική και μόνη μακαριότητα της λογικής κτίσης το να γνωρίζης τον Θεό κατ’ ουσίαν και το να μην συναντήσης αυτή τη γνώση εκπεσμό κι απ’ τη μακαριότητα, παρ’ όλο που ο αγαθός και παντοτινός (απαρόδευτος ) μας διδάσκαλος, ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός, η αυτοαλήθεια, μας δίδαξε βέβαια πολλών τάξεων μακαρισμούς, λέγοντας˙ « μακάριοι οι πτωχοί τω πνεύματι, μακάριοι οι πενθούντες, μακάριοι οι πραείς, μακάριοι οι πινώντες και διψώντες την δικαιοσύνην, μακάριοι οι ελεήμονες, μακάριοι οι καθαροί τη καρδία, μακάριοι οι ειρηνοποιοί, μακάριοι οι δεδιωγμένοι » ( Ματθ. Ε΄3-4 ). Παρατέθηκαν τόσες πολλές ή και περισσότερες οδοί μακαρισμών στον Πατέρα, και καταφρονώντας τον αυτός κι εκείνον, καθ’ όσον μιαρός, θέτει σε τέτοια οδό τον μακαρισμό, στην οποία δεν είναι δυνατό να ανέλθη καμμιά λογική κτίση, για να αποστερήση έτσι εύκολα απ’ τη μακαριότητα όλους τους αγγέλους και τους αγίους σύμπαντες. 
335.Γιατί είναι ο ίδιος που λέει˙ « έφθασαν να υποθέσουν κάποιοι πως δεν οράται ποτέ κι από κανέναν νου η θεία ουσία, η οποία θέση αναιρεί βέβαια και τη φυσική μακαριότητα της λογικής κτίσης ». Καλά κάνει και αθετεί τους ιεροδιδασκάλους, τους οποίους και ονομάζει κάποιους, ακολουθεί δε τους΄Ελληνες και τον Αριστοτέλη, τους οποίους και ονομάζει φιλόσοφους, αυτός που επιγράφει κατά ΄Ελλήνων το επάρατό του βιβλίο και δεν κάνει κανέναν λόγο για τους μακαρισμούς, τους λόγους του Χριστού, που είναι τόσοι πολλοί και τέτοιοι. 

336. « Έχει προαποδειχθή πως επιθυμεί απ’ τη φύση του να θεωρή τη θεία ουσία ο κάθε νους, και δεν μπορεί να υπάρχη μάταια η φυσική έφεση. Μπορεί λοιπόν να φθάση στη θεωρία της θείας ουσίας κάθε κτιστός νους, χωρίς να εμποδίζεται καθόλου σ’ αυτό απ’ την ταπεινότητα της φύσης ». Κι ακόμα˙ « Δεν μπορεί να περιλάβη τη θεία δύναμη, που είναι άπειρη, κανένας κτιστός νους, όπως ακριβώς ούτε και την ουσία του ». Ακόμα˙ « δεν περιλαμβάνει τη θεία ουσία ο κτιστός νους ». Κι ακόμα˙ « είναι αδύνατο άρα να περιλαμβάνη τη θεία ουσία ο κτιστός νους ».

337. Αν μπορή λοιπόν να φθάση στη θεωρία της θείας ουσίας κάθε κτιστός νους, και δεν μπορεί να περιλάβη τη θεία ουσία, είναι ανάγκη ή να θεωρή ένα μέρος της ουσίας και να έχη ένα μέρος απερίληπτο, που είναι ακριβώς αδύνατο και ασεβές, να εννοής τομή στη θεία ουσία, ή, αν θεωρείται μεν, και δεν περιλαμβάνεται, βλέπουμε πάλι διαφορά στη θεία ουσία, το καταληπτό και μη περιληπτό, που είναι ακριβώς άτοπο και ασεβές. 

338. « Η νοερή ουσία που βλέπει την ουσία του Θεού έχει αποκτήσει την έσχατη ακινησία. Αν δεν επιτύχη άρα κανείς μαζί με την ευδαιμονία όμοια και ακίνητα την ηρεμία, δεν είναι ακόμη ευδαίμων, αφού δεν ηρέμησε ακόμη η φυσική του επιθυμία. Όταν επιτύχη λοιπόν κανείς την ευδαιμονία, επιτυγχάνει παρόμοια και την ίδρυση ( εγκατάσταση…) και ηρεμία ». Και τα λέει αυτά ύπουλα και ολισθηρά χωρίς κάποια μαρτυρία των Ιερών Γραφών, για να απομακρύνη πάλι όλες τις νοερές ουσίες κι εμάς απ’ την κατά Θεό επαγγελμένη ευδαιμονία. Γιατί λέει αυτός που δεν καταδέχεται χωρίς τη στάση και ηρεμία στον Θεό την ευδαιμονία, ότι « δεν περιλαμβάνει τη θεία ουσία ο κτιστός νους ». Και πάλι˙ « είναι αδύνατο άρα να περιλαμβάνη τη θεία ουσία ο κτιστός νους ». Κι ακόμα˙ « δεν μπορεί να περιλάβη τη θεία δύναμη, που είναι άπειρη, κανένας κτιστός νους, όπως ακριβώς ούτε την ουσία του ».

339. Από πού λοιπόν και από ποιά πρόφαση θα έχη η νοερή δύναμη και η προς τον Θεόν απερίληπτή της ανάταση τήν ακινησία και ηρεμία, για να είναι ευδαίμων, αφού θα έχη παυθή η φυσική της επιθυμία ; Και ή θα σβησθούν, όπως φαίνεται, τα αγαθά τής ψυχής που έφθασε στον Θεό, το ίδιο δε και των αγγέλων, που είναι ακριβώς άτοπο, ή δεν θα μεθέξουν, αφού θα κινούνται περί τον απερίληπτο Θεό, στην ευδαιμονία. 

340. Και αφαιρεί έτσι πάλι απ’ όλες τις κτιστές νοερές ουσίες την ευδαιμονία και το μακάριο ο Θωμάς˙ « κάθε τι που έφθασε στο έσχατό του τέλος » λέει « ηρεμεί˙ γιατί υπάρχει κάθε κίνηση για να επιτευχθή το τέλος˙ και είναι έσχατο τέλος του νου η θεωρία της θείας ουσίας », την οποία και ονομάζει αλλού απερίληπτη. Και πάλι˙ « δεν φθάνει η νοερή κτίση στο έσχατο τέλος, αν δεν παύθηκε η έφεσή της ». Τα διακηρύττει αυτά έξω από κάθε λογική ( παρά παν εικός ), γι’ αυτό και δεν προβάλλει καμμιάν αιτία, για την οποία αυτά γίνονται.

341. Κι αν επιλέξη κανείς να λέη τ’ αληθινά, θα πή τα αντίθετα απ’ τα λεγόμενά του˙ όπως, ότι δεν φθάνει η νοερή κτίση στο έσχατο τέλος, αν δεν κινείται η έφεσή της με τόνο σφοδρό ˙ γιατί θα είναι έτσι, έχοντας φτάσει στον απερίληπτο Θεό, αεικίνητη και ευδαίμων και μακάρια, έχοντας αναπτερούμενες και αναζέουσες τις εφέσεις προς τον Θεό, τον οποίον είναι αδύνατο να περιλάβη, ως άπειρο, σύμφωνα και με τον Θωμά. «Υπάρχει με τη θέληση ( δια θελήσεως ) η νοητή ηδονή. Υπάρχει άρα θέληση στον Θεό ». Κι ακόμα˙ « αρμόζει κατ’ εξοχήν να έχη θέληση σ’ αυτόν που πρωταρχικά ( πρώτως ) κινεί, δηλαδή στον Θεό». Κι ακόμα˙ « αρμόζει κατ’ εξοχήν να ποιή με τη θέληση σ’ αυτόν που πρωταρχικά ποιεί ». Κι ακόμα˙ « είναι η ουσία του η θέληση του Θεού ». Κι ακόμα˙ « δεν είναι κάτι άλλο απ’ την ουσία του η θέληση του Θεού ». Κι ακόμα˙ « είναι μιά ενέργεια του Θεού το να θέλη { το θέλειν ). Είναι ανάγκη λοιπόν να θέλη σύμφωνα με τη δική του ( ιδίαν ) ουσία ο Θεός ˙ είναι λοιπόν η ουσία του η θέλησή του ». Βλέπετε, σε τί κακό αιρέσεων εμπλέκεται φανερά ; γιατί αν ποιή με τη ( διά ) θέληση ο Θεός, κι είναι ουσία του Θεού η θέλησή του, είναι φανερό, ότι είναι έργο της θείας ουσίας τα κτίσματα. Κι είναι ανυπέρβλητη βλασφημία αυτό και ανταρσία των ιερών αποφάσεων, που λένε, πως είναι έργο της θείας φύσης η προαιώνια ύπαρξη του Θεού, και έργο της θείας θέλησης η πρόοδος ( η εμφάνιση ) των κτισμάτων.

342. Αυτός που νομίζει λοιπόν τη θεία θέληση θεία ουσία συναριθμεί με τα κτίσματα κατά την πρόοδο τον Υιό ˙ και ή νομίζει άναρχα τα κτίσματα κατά τον Υιό, ή να έχη αρχή ( ηργμένον ) ο Υιός κατά τα κτίσματα, που είναι ακριβώς εξαιρετικά άτοπο και αιρετικό. Δεν είναι άρα ουσία η θέληση, αλλά δύναμη φυσική περί την ουσία. « Αν μπορούσαμε να γνωρίζουμε την ίδια τη θεία ουσία καθώς ( έτσι όπως ) είναι και να της προσάπτουμε το δικό της όνομα, θα την φανερώναμε με ένα μόνον όνομα». 

343. Ιδού, που ομολογεί και χωρίς να το θέλη την αλήθεια και αναιρώντας, όπως το συνηθίζει, τα δικά του, και λέει˙ « αυτό είναι υποσχεμένο σε κείνους, που θα τον δουν κατ’ ουσίαν ». Αν και είναι ψέμμα αυτό το «κατ’ ουσίαν», λέει πάντως αληθινά, ότι δεν μπορούμε να γνωρίζουμε τώρα τη θεία ουσία˙ γι’ αυτό και δεν της προσάπτουμε δικό της όνομα, και δεν την φανερώνουμε με ένα και μόνο όνομα, αλλά με πολλά, όπως δυνατή, σοφή, αγαθή και όσα λέγονται γι’ αυτήν. Είναι φανερό λοιπόν ότι, ομολογώντας πως είναι ενιαία η ουσία, κι είναι πολλά αυτά, απ’ τα οποία φανερώνεται η ουσία, πως θέλει να είναι άλλο αυτά απ’ την ουσία.

344. Και θέλει ο ίδιος να είναι όλα ουσία του Θεού, λέγοντας πως «δεν υπάρχει τίποτα εκτός απ’ την ουσία του στον Θεό». Και ονομάζει και τη δύναμη και τη σοφία και την αγαθότητα και κάθε τι, με το οποίο ονομάζεται ο Θεός, ουσία, όπως προαναφέραμε, του Θεού. Και γίνεται έτσι αντίπαλος σε όλα τα δικά του και βαδίζει σε αιρετικές έννοιες και τίθεται μαζί με τους Έλληνες. «Έχει την ίδια φύση, που έχει και ο Πατέρας, και επομένως και την ίδια δύναμη ο Υιός ». Και λέει με αναίσχυντο πρόσωπο και σκοτεινή διάνοια μετά˙ «δεν υπάρχει κατά κανέναν τρόπο δύναμη στον Θεό»˙ «δεν συναντάται καμμιά δύναμη στον Θεό ». Πώς δεν ευλαβείται αυτούς που τον συναντούν; ποιός ανέγνωσε ποτέ τέτοια θεολογία ή μάλλον αστάθεια και μέθη από οίηση χωρίς οίνο; Αλλίμονό σου, Θωμά˙ πώς απώλεσες, με τη θέλησή σου ( ώσπερ εκών είναι ), την ιερή αλήθεια;

345. «Δεν υπάρχει τίποτα εκτός απ’ την ουσία του στον Θεό». Κι αυτός που το λέει αυτό, λέει πάλι αλλάζοντας˙ «υπάρχει το αυτεξούσιο στον Θεό»˙ «υπάρχει ευφροσύνη και χαρά στον Θεό»˙ «υπάρχει αγάπη στον Θεό»˙ «υπάρχει ιδιαιτέρως τέχνη στον Θεό˙ υπάρχει φρόνηση στον Θεό ˙ υπάρχει δικαιοσύνη στον Θεό ˙ υπάρχει γενναιοδωρία στον Θεό ˙ υπάρχει αρετή αλήθειας στον Θεό »˙ «οφείλει να επιγράφεται κατ’ εξοχήν η σοφία στον Θεό ». Κι ακόμα˙ « είναι φανερό πως υπάρχει ιδιαιτέρως η σοφία στον Θεό ». Κι ακόμα˙ « κι είναι παραδειγματικές των δικών μας αυτές οι αρετές στον Θεό, όπως ακριβώς το τέλειο του ατελούς ». Είναι άραγες κάποιου που σωφρονεί και υγιαίνει αυτά τα ρήματα; Ποιος μπόρεσε ποτέ να καταργήση τα του Θωμά έτσι, όπως ο ίδιος; «δεν υπάρχει τίποτα εκτός απ’ την ουσία του στον Θεό». Κι ενώ υπάρχουν τόσα πολλά και διαφορετικά και σχεδόν άπειρα στον Θεό.

346. Γιατί λέει, αν και απαίδευτα, αλλού˙ «έχει συμπεριλάβει σ’ αυτήν τις αξίες όλων των όντων η θεία ουσία». Κι ακόμα˙ «είναι φανερό ότι μπορεί να λαμβάνεται, καθόσον είναι απολύτως ( απολελυμένως ) τέλεια, ως ιδιαίτερος λόγος του καθενός η θεία ουσία˙ γι’ αυτό και μπορεί να έχη σύμφωνα μ’ αυτήν ιδιαίτερη γνώση για όλα ο Θεός. Κι επειδή διακρίνεται ο ιδιαίτερος λόγος του ενός απ’ τον ιδιαίτερο λόγο του άλλου, και είναι αρχή πλήθους η διάκριση, είναι αναγκαίο να νοούμε κάποια διάκριση και πλήθος των λόγων στον θείο νου. Απομένει λοιπόν να μην είναι περισσότεροι ή διακεκριμένοι οι λόγοι των πραγμάτων στον θείο νου, παρά καθόσον γνωρίζει ο Θεός τα πράγματα, που μπορούν να εξομοιωθούν με περισσότερους και διαφορετικούς τρόπους μ’ αυτόν˙ και γι’ αυτό λέει ο Αυγουστίνος, ότι έχει ποιήσει με διαφορετικό λόγο τον άνθρωπο και με διαφορετικό τον ίππο ο Θεός˙ και λέει πως υπάρχουν ως πλήθος οι λόγοι των πραγμάτων στον θείο νου» (Αυγουστίνου, Lib. Octaginta trium).

347. Αλλά νομίζω ότι, όπως ακριβώς κακώς αντιστάθηκε ο Ευνόμιος στην κακή αίρεση του Σαβέλλιου και αποφεύγοντας τήν άθεη συγχώνευση ( συναλοιφή ) στην Τριάδα έπεσε από απροσεξία στην κακόδοξη διάκριση των προσώπων της Αγίας Τριάδος, έτσι αποφεύγοντας τις ανυπόστατες ιδέες της πλατωνικής πλάνης, μεταπίπτει σε άλλο κακό κι ο Θωμάς, νομίζοντας τις ιδέες όλων των όντων στον Θεό ουσία του Θεού και διακηρύττοντας πως «δεν υπάρχει τίποτα εκτός απ’ την ουσία του στον Θεό»˙ και ονομάζει κάθε μετοχή των όντων ουσία του Θεού. Και αποφαίνεται ( διακηρύττει ) σύμφωνα μ’ αυτό και όλα τα όντα μέτοχα της θείας ουσίας και λέει φανερά πως «είναι μεθεκτή καθ’ ομοιότητα η θεία φύση»˙ Και πάλι˙ « δεν θα εισρεύση καμμιά ουσία στον νου, παρά μόνον ο Θεός, που υπάρχει σε όλα κατ’ ουσίαν». Και νομίζει έτσι ρευστή και μεθεκτή την ουσία του Θεού και μπλέκεται σε μύριες κακίες αιρέσεων και δεν το κατανοεί, επειδή δεν ακολουθεί την Εκκλησία του Θεού σε όλα. «Είναι αναγκαίο να χορηγή ο Θεός, που είναι τέλειος στον εαυτό του, απ’ τη δική του δύναμη το είναι σε όλα τα όντα». Ξέχασε, που είπε προηγουμένως, ότι δεν υπάρχει κατά κανέναν τρόπο δύναμη στον Θεό. Γιατί αν τα θυμόταν εκείνα, δεν θα τά ’λεγε τώρα αυτά, που είναι άκρως αντίθετα σε κείνα.

348. Αλλά δεν ασεβεί κι αλλιώς καθόλου λιγότερο˙ γιατί λέει κάπου πως « είναι η θεία δύναμη η ουσία του Θεού ». Επειδή δε χορηγεί σύμφωνα μ’ αυτόν σε όλα τα όντα απ’ τη δική του δύναμη το είναι ο Θεός, είναι το ίδιο να πούμε κι απ’ τη δική του ουσία˙ γιατί ταυτίζεται η θεία δύναμη και η ουσία σύμφωνα μ’ αυτόν, κι είναι έτσι μεθεκτή σε όλα τα όντα η θεία ουσία, που ξεπερνά ακριβώς κάθε αιρετική κακία. Λέει πως « δεν υπάρχει τίποτα εκτός απ’ την ουσία του στον Θεό ». Και λέει μετά, πως « δεν υπάρχει κάτι, που να μην παίρνη μέρος ( μεταλαγχάνει ) απ’ τον ίδιον τον Θεό», απ’ την ίδια την ουσία του Θεού δηλαδή. Γιατί δεν αφήνει απολύτως τίποτα εκτός απ’ την ουσία του στον Θεό, ο δυστυχής, και νομίζει έτσι φανερά μεθεκτή σε όλα τα όντα την ουσία του Θεού. «Συνάπτεται κάτι οικειότερα με τον Θεό, καθόσον αγγίζει ( άπτεται ) κατά κάποιον τρόπο την ουσία του, που γίνεται όταν γνωρίζη κάτι για τη θεία ουσία».

349. Αισχύνομαι ( ντρέπομαι ) με μάρτυρά μου τον Θεό κατανοώντας τις αποφάσεις ( διακηρύξεις ) του τυφλού αυτού φιλοσόφου˙ γιατί οικεία συναφή ( σύνδεση ) του Θεού προς τον άνθρωπο είναι η θεία έλλαμψη του αγίου Πνεύματος στην καρδιά, άρρητη ενέργεια στην ψυχή, που ενώνει αληθινά και οικεία την ψυχή με τον Θεό. Και μοιάζει με κάποιον που ονειρεύεται ο Θωμάς νομίζοντας πως γίνεται η άρρητη εκείνη και υπερφυής συναφή ( σύνδεση ) της ψυχής προς τον Θεό, «όταν γνωρίζη κάποιος κάτι για τη θεία ουσία». «Όταν» λέει απλώς «κάτι», και το « τί » δεν το αποκαλύπτει.


350. Γιατί είναι βαθύς ( σφοδρός ), αλλά στο να λέη ψέμματα, και ολισθαίνοντας σ’ αυτό αμαρτάνει περισσότερο, λέγοντας˙ «καθόσον αγγίζει ( άπτεται) την ουσία του κατά κάποιον τρόπο». Λέει πάλι κατά κάποιον, και δεν διευκρινίζει τον τρόπο, γιατί δεν έχει και τίποτα να πη ούτε και κανέναν τρόπο, σύμφωνα με τον οποίο θα άγγιζε κανείς την παντελώς αναφή θεία ουσία, για την οποία λέει ο Μέγας Βασίλειος˙ « οι μεν ενέργειες του Θεού κατεβαίνουν σε μας, η δε ουσία του μένει απρόσιτη » (Επιστολή 234, Προς Αμφιλόχιον)˙ για την οποία λέν οι θεόσοφοι πατέρες πως είναι απειράκις απείρως υπερεξαιρεμένη (Μαξίμου Ομολογητού, Περί διαφόρων αποριών των αγίων Διονυσίου και Γρηγορίου), και δεν έχει ούτε θέση ούτε αφαίρεση ούτε φαντασία ή δόξα ή λόγο ή νόηση, όπως λέει ο μέγας Διονύσιος˙ « δεν είναι ούτε ουσία ως υπερούσιος, κι ούτε υπάρχει επαφή της νοητή ούτε επιστήμη, ούτε και κάτι άλλο απ’ όσα έχουν γίνει γνωστά σε μας ή σε κάποιο άλλο απ’ τα όντα, κι ούτε υπάρχει καθόλου θέση της ούτε αφαίρεση, αλλά ποιώντας τις θέσεις και αφαιρέσεις αυτών που είναι μαζί της ( των μετ’ αυτήν ), αυτήν ούτε την θέτουμε ούτε την αφαιρούμε, επειδή είναι και πάνω από κάθε θέση η παντελής και ενιαία αιτία των πάντων και πάνω από κάθε αφαίρεση η υπεροχή αυτού που είναι απλώς απολελυμένος απ’ όλα και επέκεινα όλων » ( Περί μυστικής Θεολογίας ). Και καθίσταται έτσι πάνω από κάθε ένωση η αναφής ουσία του Θεού. Αν έδινε πίστη στον απόστολο και είχε ένωση πνευματική ο Θωμάς, θα γνώριζε σαφώς, ότι η γνώση χωρίς τη χάρη φυσιοί (Α΄ Κορινθ. η΄ 1), και δεν θα είχε εννοήσει τα παράλογα και θα έγραφε αυτά τα αιρετικά.

Συνεχίζεται

Πέμπτη 16 Ιουλίου 2026

ΚΑΛΛΙΣΤΟΣ ΑΓΓΕΛΙΚΟΥΔΗΣ - Α ΜΕΡΟΣ (9)

Συνέχεια από:  Παρασκευή 10 Ιουλίου 2026                                                         

                                                           O Doctor Angelicus συναντά

τον Κάλλιστο Αγγελικούδη
Ο Κάλλιστος Αγγελικούδης αναλύει και σχολιάζει
το κατά των Ελλήνων βιβλίο του Θωμά Ακινάτη

316. Έπρεπε να σταθής λοιπόν μέχρις αυτές τις έννοιες και να μην έχης γύρει προς την άλλη μεριά, σαν κάποιος που μεθάει και ταλαντεύεται , κι ούτε να προσθέτης στο καλό το κακό και αιρετικό, και να λες˙ « η θεία δύναμη είναι η ουσία του Θεού και η ενέργειά του είναι η ουσία του ». Κι ακόμα˙ « δεν είναι διαφορετικό στον Θεό η δύναμη και διαφορετικό η ενέργεια ». Και να μη νομίζης απλώς και με ελληνικό τρόπο πως είναι όλα όσα υπάρχουν στη θεία ουσία και κάθε θεία ενέργεια ουσία του Θεού. Είναι μεγαλύτερο κακό οι κακοδοξίες σου και το σύμφωνα μ’ αυτές ψέμμα, απ’ όσο είναι αγαθό, το αγαθό που λες. Γιατί, κι όταν εσύ λείπης, καλώς πρεσβεύει και διακρίνει και κηρύττει βέβαια τη θεία αλήθεια ολόκληρη η Εκκλησία του Θεού˙ κι όταν παρίστασαι, εισάγεις πλαγίως σμήνος κακοδοξιών στην Εκκλησία του Θεού, εισάγοντας επίβουλα με χρηστολογία το κακό και αρτύοντας με μέλι, όπως και προανέφερα, το δηλητήριο, ώστε να μπορέσης να απατήσης τους απλούστερους και να τους οδηγήσης σε κακοδοξίες και να τους απομακρύνης απ΄τον Θεό, σαν ένας άλλος Σατανάς.

317. « Δεν υπάρχει κάτι, το οποίο να μην παίρνη μέρος απ’ τον ίδιον τον Θεό ». Αν παίρνουν λοιπόν όλα τα όντα μέρος απ’ τον Θεό, είναι φανερό, ότι δεν παίρνουν μέρος της ουσίας του Θεού˙ γιατί θα ήταν έτσι όλα ένα και το ίδιο, χωρίς να διαφέρουν, όπως είναι ακριβώς η ουσία του Θεού. Αλλ’ είναι βέβαια πολλά και ποικίλα και διαφορετικά τα όντα, και είναι άρα κι οι μετοχές τους πολλές και ποικίλες και διαφορετικές, όπως λέει σε κάποια σημεία κι ο Θωμάς˙ « λέμε πως υπάρχει μιά αρχή των όντων, που χορηγεί απ’ το πλήρωμα της τελειότητάς της το είναι σε όλα τα όντα ». Είναι διαφορετικό άρα η θεία ουσία και άλλο τα πολλά και διάφορα που μετέχονται απ’ τα όντα. Είναι ψεύτης άρα αυτός που νομίζει πως είναι όλα όσα υπάρχουν στον Θεό θεία ουσία και αιρετικός αυτός που διδάσκει, « ότι οράται κατ’ ουσίαν ο Θεός ». Ελέγχθηκε αυτό ήδη με τα ρητά των αγίων και αποδείχθηκε πως είναι κακόδοξο και αιρετικό. Γι’ αυτό και ενέχεται ο Θωμάς σ’ αυτά τα εγκλήματα˙ είναι άρα κακόδοξος και αιρετικός ο Θωμάς.

318. Γιατί λέει πάλι˙ « επειδή είναι αδύνατο να υπάρχη μάταια η έφεση η φυσική, ό,τι κι αν ήταν τέλος πάντων, αν δεν μπορούσε να φθάση στο να νοή τη θεία ουσία, που την επιθυμούν απ’ τη φύση τους όλοι οι νόες, είναι αναγκαίο να λέμε πως είναι δυνατό να οράται με τον νου η θεία ουσία και στις νοερές και χωριστές ουσίες και στις δικές μας ψυχές ». Και γιατί είναι αναγκαίο να τα λέη κανείς αυτά ; « Επειδή είναι αδύνατο », λέει, « να υπάρχη μάταια η φυσική έφεση, και επιθυμούν οι νοερές δυνάμεις να βλέπουν την ουσία του Θεού». Θα είσαι όντως μάταιος, αν σου φανερώσουμε πως είναι μάταιη η φυσική έφεση.

319. Επιθυμούν φυσικώς να ζουν όλα όσα ζουν, και τα λογικά και τα άλογα, αλογώτατε, και μηχανεύονται πολλά στο να διαφεύγουν τον θάνατο και οι αλογόμυγες και τα ψάρια και κάθε τι που ζη. Τί λες λοιπόν, επειδή επιθυμούν να ζούν, δεν πεθαίνουν ; είναι τυφλότητα να το λες αυτό˙ έτσι δεν είναι και αναγκαίο να βλέπουν τα νοερά την ουσία του Θεού, διότι την επιθυμούν˙ απ’ τη φύση τους επιθυμούν μεν τα νοερά, ( ει και τούτο δοίημεν ) να γνωρίζουν την ουσία του Θεού, αλλά κατά ένα διαφορετικό είδος πρόνοιας, ώστε να έχουν ακίνητες τις εφέσεις και τις κινήσεις προς τον άπειρο Θεό και να φωτίζονται και να καταλάμπωνται και να κατατρυφούν στη θεία γνώση και να τρέφωνται, κι όχι για να δούν την ουσία του Θεού, που την γνωρίζει μόνη η Τριάδα, όπως αποδείξαμε ήδη με τις μαρτυρίες των αγίων.[Γι' αυτό καί ο φυσει έρως είναι πρός τόν θάνατον.Αλλο πράγμα είναι ο Θείος έρως]

320. Θα προσφέρης δήθεν εσύ να είναι εύκολα γνωστικοί όλοι οι άνθρωποι, και σοφοί, και πλούσιοι, κι ισχυροί, γιατί τα επιθυμούν απ’ τη φύση τους αυτά όλοι. Κι αν τα επιθυμούν όμως όλοι, δεν τα απολαμβάνουν και όλοι˙ είναι ψέμμα άρα το να λες απλά πως δεν υπάρχει μάταια η φυσική έφεση. « Δεν είναι κάτι διαφορετικό η δύναμη του Θεού απ’ την ενέργειά του ». Κι αυτός που τα λέει αυτά, λέει πάλι, έχοντας ξεχάσει τα δικά του, αλλού˙ « τη δύναμη τη φανερώνει η ενέργεια ». Και αντιφάσκει ολοφάνερα στον εαυτό του και δεν το κατανοεί, αφού είναι πάντα διαφορετικό αυτό που φανερώνει από εκείνο που φανερώνεται.

321. Λέγοντας πως « φανερώνει τη δύναμη η ενέργεια », λέει πάλι˙ δεν είναι διαφορετικό στον Θεό η δύναμη και διαφορετικό η ενέργεια. Κι επειδή βλασφημεί και σ’ αυτά σε μεγάλο βαθμό, λέγοντας πως « είναι η ουσία του Θεού η θεία δύναμη κι είναι η ουσία του η ενέργειά του », θα φανερώσουμε με απόφαση της ιεράς Εκκλησίας πως παρανομεί κι είναι ασεβής ο Θωμάς. Λέει λοιπόν ο Μέγας Βασίλειος˙ «είναι ενδεικτικά της δύναμης και της σοφίας και της τέχνης, κι όχι της ίδιας της ουσίας, τα ποιήματα και δεν παριστάνουν αναγκαστικά ούτε και ολόκληρη τη δύναμη του δημιουργού, καθώς ενδέχεται να μην εναπέθεσε κάποια φορά ο τεχνίτης ολόκληρη την ισχύ του στις ενέργειες, αλλά να χρησιμοποίησε ελαττωμένους πολλές φορές στα έργα της τέχνης τους τόνους. Αλλά κι αν έχη ανακινήσει ολόκληρη τη δύναμη στο έργο, θα αναμετράται κι έτσι η ισχύς του μέσα απ’ τα έργα, και δεν θα καταλαμβάνεται, όποια κι αν είναι τέλος πάντων, η ουσία » ( Κατά Ευνομίου Β΄). 

321 α. Και πάλι˙ « λέμε πως γνωρίζουμε τη μεγαλειότητα του Θεού και τη δύναμη και τη σοφία και την αγαθότητα και την πρόνοια, με την οποία μας επιμελείται, και το δίκαιο της κρίσης του , κι όχι την ίδια την ουσία. Αλλ’ είναι απλός, λένε, ο Θεός, κι ό,τι κι αν απαριθμήσης δικό του, γνωρίζεις την ουσία. Κι είναι ένα σόφισμα αυτό με μύριες ατοπίες. Γιατί ενώ είναι τόσα πολλά τα απαριθμημένα όντα, ποιο απ’ όλα τα ονόματα είναι της μιάς ουσίας ; και ισοδυναμούν αναμεταξύ τους το φοβερό του και το φιλάνθρωπο και το δίκαιο και το δημιουργικό, το προγνωστικό και το ανταποδοτικό, το μεγαλειώδες και το προνοητικό, ή όποιο ακριβώς κι αν πούμε απ’ αυτά, δεν φανερώνουμε την ουσία; Γιατί αν λένε αυτό ακριβώς, ας μη ρωτάν αν γνωρίζουμε την ουσία του Θεού, αλλά να ζητούν να μάθουν από μας, αν γνωρίζουμε πως είναι φοβερός ο Θεός ή δίκαιος ή φιλάνθρωπος˙ αυτά ομολογούμε πως γνωρίζουμε. Κι αν λένε πως είναι κάτι άλλο η ουσία, ας μη μας παραλογίζουν με την απλότητα, γιατί αυτοί ομολόγησαν πως είναι άλλο και άλλο και η ουσία και το καθένα απ’ τα απαριθμημένα. Αλλ’ είναι μεν οι ενέργειες ποικίλες, η δε ουσία απλή. Κι εμείς λέμε πως γνωρίζουμε απ’ τις ενέργειες τον Θεό μας, και δεν βεβαιώνουμε πως προσεγγίζουμε την ουσία του˙ γιατί οι μεν ενέργειές του κατεβαίνουν προς εμάς, η δε ουσία του μένει απρόσιτη » ( Μεγ. Βασιλείου, Επιστολή 234, Προς Αμφιλόχιον ). 
322. Λέει έτσι ο Θωμάς τα αντίθετα στην ιερά αλήθεια και τους θεοσόφους αγίους και προφανώς ασεβεί και αιρετικά φρονεί και περιφέρει τόσο πολύ εσκοτισμένη από δυσπιστία τη διάνοιά του, ώστε να μην αισθάνεται πως αναιρεί και τα δικά του. Γιατί λέει˙ « δεν είναι άρα διαφορετικό η δύναμη και διαφορετικό η ενέργεια στον Θεό ». Και συμπληρώνει μετά˙ « δεν υπάρχουν ο νούς κι η θέληση ως δυνάμεις, αλλ’ ως ενέργειες μόνο στον Θεό ». Και δεν χρειάζονται προφανώς έλεγχο αυτά, αλλ’ ή να κλάψης ή να γελάσης.

323. «Το έσχατο τέλος, στο οποίο οδηγείται με τη βοήθεια της θείας χάριτος ο άνθρωπος, είναι η κατ’ ουσίαν θεωρία του Θεού ». Αποδείξαμε πως είναι μεγάλη ασέβεια προηγουμένως το να νομίζης πως θεωρείται ή καταλαμβάνεται από οποιαδήποτε κτιστή φύση η ουσία του Θεού. Νομίζει δε τώρα πως ταυτίζεται, μ’ αυτά που λέει, η χάρη του Θεού και η ουσία του και πως μεταλαμβάνεται, αλλά και γνωρίζεται, αλλίμονο, η ουσία του Θεού όχι μόνο στους αγγέλους αλλά και σε μας˙ γιατί λέγοντας πως « οδηγείται με τη βοήθεια της θείας χάριτος στην κατ’ ουσίαν θεωρία του Θεού ο άνθρωπος » και θέλοντας να γνωρίσουμε πως είναι κατ’ εξοχήν βλάσφημος και αιρετικός, λέει˙ « δεν μπορεί να θεωρείται με τον νου σε κάποιο κτιστό είδος η θεία ουσία, γι’ αυτό κι είναι ανάγκη, αν πρέπη να οράται η ουσία του Θεού, να βλέπη μέσα απ’ αυτήν την ίδια την ουσία τη θεία ουσία ο νους, ώστε να είναι ένα σ’ αυτήν τη θεωρία η θεία ουσία, και το ορώμενο και αυτό στο οποίο οράται ».

324. Και τα νομίζει έτσι όλα ουσία του Θεού, ο δυστυχής˙ γι’ αυτό και λέει πάλι πως « νοεί μέσα απ’ τη δική του ουσία την ουσία του ο ίδιος ο Θεός κι είναι ο ίδιος η μακαριότητά του. Γινόμαστε κατ’ εξοχήν όμοιοι λοιπόν σύμφωνα μ’ αυτήν τη θεωρία με τον Θεό και μετέχουμε στη μακαριότητά του, γι’ αυτό και λέγεται στην Α΄ του Ιωάννη˙ « όταν δε φανερωθή, όμοιοι αυτώ εσόμεθα και οψόμεθα αυτόν, καθώς εστίν » ( Α΄Ιωάν. γ΄2 ). Μακριά από μας αυτή η αναισθησία κι η αίρεση, ας μη γίνη να πλανηθή να εισέλθη σε τέτοιες έννοιες κάποιος απ’ τους χριστιανούς, ότι είναι δυνατόν να συμβή να νομίσουμε ποτέ απ’ αυτήν την αποστολική ρήση πως θα ομοιωθούμε, ή εμείς ή οι άγγελοι, προς τον Θεό κατ’ ουσίαν˙ αλλ’ έτσι πιστεύουμε, όπως ήδη αποδείξαμε, πως αν συμπάσχουμε, θα συνδοξασθούμε με τον Χριστό˙ και πως γινόμαστε σύμμορφοι με τη δόξα του Χριστού, ενώ πως θα γίνουμε όμοιοι με τη θεία ουσία του δεν το λέει κανείς απ’ τους αγίους, ούτε και μαρτυρά η ιερή αλήθεια, πως θα ομοιωθή κατ’ ουσίαν με την απερινόητη και πάνω από κάθε όρο και λόγο θεία ουσία η κτιστή φύση, που είναι φρόνημα αιρετικό και ασεβές, όπως προαποδείξαμε.

325. Το δε « και οψόμεθα αυτόν » όχι τί είναι, αλλά « καθώς εστι »˙ είναι φανερό, πως δεν θα δούμε την ουσία, γιατί αυτό δηλώνει το τί είναι, αλλά τα περί την ουσία ( αλλ’ αυτά που είναι γύρω απ’ την ουσία ), γιατί αυτό δηλώνει το καθώς είναι. Είναι όμοιο με το πάθος του ελεεινού Ευνόμιου, αυτό που πάσχει ο δυστυχής Θωμάς˙ γιατί νομίζοντας κι εκείνος πως είναι όλα όσα λέγονται πως οπωσδήποτε υπάρχουν περί τον Θεό ή στον Θεό ουσία του Θεού, έλεγε κακώς πως είναι και η αγενησία του Θεού ουσία, προς τον οποίον και λέει ο Μέγας Βασίλειος˙ το αγένητο του Θεού φανερώνει το πώς είναι η ουσία του Θεού, κι όχι το τί είναι, κι έχει μεγάλη διαφορά το τί είναι απ’ το πώς είναι ( Κατά Ευνομίου Ε΄).

326. Έτσι πρέπει λοιπόν να ειπωθή και προς τον Θωμά˙ το καθώς είναι φανερώνει τη λαμπρότητα, τη δόξα, τη βασιλεία, τη διανομή των θείων δωρεών και τα άλλα παρόμοια˙ το δε τί είναι μένει και έτσι ανεπινόητο˙ γι’ αυτό και είναι ανόητο και αιρετικό να νομίζουμε το ότι θα τον γνωρίσουμε καθώς είναι, ως ότι θα τον γνωρίσουμε τί είναι. Γιατί είναι άλλο το καθώς κι άλλο το τί και μεγάλη η μεταξύ τους διαφορά. Παραλογίζεται άρα ο Θωμάς, δεν ξεύρω, είτε εκούσια είτε ακούσια, και κακώς συνάγει δήθεν εκ της ιεράς Γραφής τα αιρετικά.

327. Κι ας πιάσουμε ( αψώμεθα ) εμείς πάλι τα προκείμενα, για να δείξουμε πώς νομίζει όλα τα περί τον Θεό ουσία του Θεού και πέφτει μέσα σε πολλές αιρέσεις κακοδοξιών ο Θωμάς. Λέει, ότι « θεωρεί μέσα από τη θεία ουσία τη θεία ουσία ο νούς ». Μετά, πως « οδηγείται » σ’ αυτήν τη θεωρία « με τη βοήθεια της θείας χάριτος ο άνθρωπος ». Κι ακόμα, πως « είναι αδύνατο να ανέλθη στο να θεωρή τη θεία ουσία χωρίς τη θεία ενέργεια ένας κτιστός νους ». Και πάλι˙ « είναι αδύνατο να ανέλθη στη θεωρία της θείας ουσίας χωρίς την ενέργεια του Θεού ένας κτιστός νους ». Και πάλι˙ « είναι αδύνατο να φθάσης στη θεωρία της θείας ουσίας χωρίς τη θεία δωρεά ». Και λέει, χωρίς να φείδεται ( αφήνει απείραχτο…) ούτε το θείο και υπερφυές φως ο εσκοτισμένος, πως « χρειάζεται κάποιαν επίρροια ( εισροή ) του θείου φωτός ο κτιστός νους, ώστε να οράται κατ’ ουσίαν ο Θεός ». Κι ακόμα˙ « χρειάζεται να μετεωρισθή στην τοιουτοτρόπως τίμια θεωρία με κάποιαν επίρροια ( επιρροή…) της θείας αγαθότητας ο κτιστός νους ». Κι ακόμα˙ « είναι αδύνατο το να βλέπης την ουσία του Θεού, χωρίς να έχη γίνει και η ίδια η θεία ουσία είδος του νου, που την νοεί ( ; - η νοεί ) ».

328. Τα δέχεται έτσι όλα αντί για τη θεία ουσία και νομίζει όλα τα περί τον Θεό θεία ουσία κι όλες τις θείες μετοχές ουσία του Θεού˙ γι’ αυτό και λογαριάζει τα μετέχοντα λογικά θεούς και φτάνει γρήγορα απ’ το « όμοιοι αυτώ εσώμεθα » στο κατ’ ουσίαν, κι επιχειρεί με παρρησία να παραστήση με λόγους και με γράμματα ένα πράγμα που αντιτίθεται σε όλους τους αγίους και συμφωνεί με πολλές αιρέσεις, λέγοντας˙ « αυτό που υφίσταται έτσι ( το ούτως υφεστώς ), ώστε να είναι είδος μοναδικό ( μόνο ), μπορεί να είναι και είδος ενός άλλου, εφόσον είναι τέτοιο το είναι του, ώστε να μπορή να μετέχεται από ένα άλλο ». Και πάλι˙ « στο Θ΄ των Παροιμιών τρώνε και πίνουν στην τράπεζα του Θεού, αυτοί που απολαμβάνουν την ίδια ευδαιμονία, με την οποία είναι μακάριος κι ο Θεός, θεωρώντας τον μ’ αυτόν τον τρόπο, με τον οποίον ορά κι ο ίδιος τον εαυτό του ». Τόσο πολύ νομίζει πως θα γίνουμε όμοιοι με τον Θεό κατ’ ουσίαν και με τόσο μεγάλη αναίδεια προχωρά ενάντια στους αγίους και την ιερά Εκκλησία.


Συνεχίζεται

Παρασκευή 10 Ιουλίου 2026

ΚΑΛΛΙΣΤΟΣ ΑΓΓΕΛΙΚΟΥΔΗΣ - Α ΜΕΡΟΣ (8)

Συνέχεια από:  Πέμπτη 9 Ιουλίου 2026                                                         

                                                                   O Doctor Angelicus συναντά

τον Κάλλιστο Αγγελικούδη
Ο Κάλλιστος Αγγελικούδης αναλύει και σχολιάζει
το κατά των Ελλήνων βιβλίο του Θωμά Ακινάτη

296. Γιατί λέει και πάλι· « αν δεν επιτύχη κανείς μαζί με την ευδαιμονία όμοια και ακίνητα την ηρεμία, δεν είναι ακόμη ευδαίμων, αφού δεν ηρεμεί ακόμα η φυσική του επιθυμία. Όταν επιτύχη λοιπόν κανείς την ευδαιμονία, επιτυγχάνει παρόμοια και την ίδρυση και ηρεμία ». Ποιος σου τα δίδαξε αυτά, κακοδαιμονέστατε και αντίπαλε της αλήθειας, και πώς προχωράς ενάντια στις ρήσεις των αγίων, που ένα μέρος τους προαναφέραμε ; εφ’ όσον κινείται, λέει, κάτι προς την τελειότητα, δεν βρίσκεται ακόμα στο έσχατο τέλος. Θα παυθή ποτέ, αμβλύτατε στη διάνοια, αυτός που έφθασε στον Θεό, που είναι ακριβώς το έσχατο τέλος, το άπειρο και αόριστο, θα παυθή ποτέ απ’ την αγάπη, τον έρωτα, τον θαυμασμό, τη χαρά και τους άλλους τους καρπούς του Πνεύματος ; κι αν ισχύη αυτό, θα γίνη πιο αδρανής και κατ’ εξοχήν υποτιμημένος, όταν θα φθάση στο έσχατο τέλος, δηλαδή στον Θεό ;

297. Αλλ’ είναι λόγια ανόμων αυτά, ανταρσία κατά της ιεράς Εκκλησίας και της αλήθειας της, που λέει ότι, φτάνοντας στον Θεό, φλέγεται ο νους με το πυρ της αγάπης, εκπλήσσεται για τα θαύματα στον Θεό, χαίρεται χαρά ανεκλάλητη για την κοινωνία και ένωση με τον Θεό, εξίσταται για τον υπερουράνιο πλούτο, που κληρονομεί, έχει ατέλειωτη την ηδονή για την άφθαρτή του κληρονομιά και για άλλα διάφορα, όσα έχουμε προαναφέρει. Ακούτε πώς μιλά ο κενός απ’ τη χάρι Θωμάς τα ασύμφωνα προς την ορθόδοξη γνώμη, σύμφωνα δε με τους Έλληνες και τον Αριστοτέλη; « Φαίνεται ( δοκεί ) πως υπάρχει κατ’ εξοχήν η έσχατη ευδαιμονία στον παρόντα βίο στη θεωρία, με την οποία αναζητείται η γνώση της αλήθειας, όπως αποδεικνύει ( φανερώνει σαφώς ) κι ο ίδιος ο Αριστοτέλης στο Ι΄ των Ηθικών».

298. Εύγε σε σένα, για τον μάρτυρα και τη μαρτυρία, σου έχει επιρρίψει ολοφάνερα ο χορός των θεοσόφων. Γι’ αυτό και ξέχασες γρήγορα την έσχατη ευδαιμονία στον παρόντα βίο, που αναφέρουν εκείνοι, και αναφέρεις την έσχατη ευδαιμονία της ελληνικής πλάνης στον παρόντα βίο, με την οποία και ζητάται η γνώση της αλήθειας. Και πρόκειται για προτάσεις και συλλογισμούς για την ακατάληπτη αλήθεια, στην οποία δεν χωρά συλλογισμός. Δεν έχουν οι χριστιανοί έσχατη ευδαιμονία το να ζητούν τη γνώση της αλήθειας, αλλ’ είναι, όπως λέει ο ιερός Διονύσιος, « το πέρας κάθε ιεραρχίας η προς τον Θεό, όσο είναι εφικτό, αφομοίωση και ένωση » (Περί εκκλησιαστικής ιεραρχίας) στον παρόντα βίο. Και λέει κι ο Μέγας Βασίλειος˙ «Πνεύμα άγιον, επελθόν εις ανθρώπου ψυχήν, έδωκε μεν ζωήν, έδωκε δε αθανασίαν, ήγειρε κείμενον. Το δε κινηθέν κίνησιν αΐδιον υπό Πνεύματος αγίου ζώον άγιον εγένετο» (Κατά Ευνομίου Ε΄).

299. Βλέπεις, τί είναι πάντως η ευδαιμονία στον παρόντα βίο ; θεωρία, με την οποία ζητείται η γνώση της αλήθειας για την έσχατη ευδαιμονία των πιστών στο παρόν. Και λέει πάλι ο Μέγας Βασίλειος˙ « κι απέκτησε ο άνθρωπος την αξία του πνεύματος που κατοίκησε ( εισοικισθέντος ) σ’ αυτόν , πνεύμα προφήτη, αποστόλου, αγγέλου του Θεού» (ο.π.). Βλέπεις την έσχατη ευδαιμονία των ευσεβών στο παρόν; κι εκείνο που ονομάζεις εσύ έσχατη ευδαιμονία, είναι της έσχατης αφροσύνης. 

300. Γιατί η θεωρία, με την οποία ζητείται η γνώση της αλήθειας, είναι της έξω σοφίας, την οποία ζητούν οι Έλληνες, όπως λέει ο ιερός Παύλος˙ «Ιουδαίοι μεν σημεία ζητούσιν, Έλληνες δε σοφίαν» (Α΄ Κορ., α΄ 22), αλλά την έξω και των ορωμένων, που εμώρανε και απώλεσε κατά την επαγγελία ο Θεός.. Γιατί «απολώ» λέει «την σοφίαν των σοφών και την σύνεσιν των συνετών αθετήσω» (Ησ., κθ΄ 14 και Α΄ Κορ., α΄ 19). Κι ο ιερός Παύλος˙ «ουχί εμώρανεν ο Θεός την σοφίαν του αιώνος τούτου;» (Α΄ Κορ., α΄ 20). Είναι όντως μωρός και άξιος της απώλειας αυτός που νομίζει έσχατη ευδαιμονία στο παρόν τη θεωρία, με την οποία ζητείται η γνώση της αληθείας, όντας άπειρος ( απείρατος ) από δυσπιστία της εν αγίω Πνεύματι θείας ένωσης και προσχωρώντας στο ψέμμα και τις ελληνικές δόξες ( γνώμες ).. 

301. «Είναι αδύνατο να είναι το να επιθυμής έσχατο τέλος· γιατί επιθυμία υπάρχει, όταν η θέληση τείνει σε κείνο, που δεν έχει ακόμα, πράγμα αντίθετο στον ορισμό του έσχατου τέλους». Και τα λέει αυτά μεταστρεφόμενος και φρονώντας τα ελληνικά˙ κι ερχόμενος στον εαυτό του, λέει˙ «όσο πιο κοντά είναι κάτι στο τέλος, με τόσο μεγαλύτερη επιθυμία τείνει προς αυτό ˙ γι’ αυτό και βλέπουμε να επιτείνεται κατ’ εξοχήν προς το τέλος η φυσική κίνηση των σωμάτων, είναι δε πιο κοντά στη θεία γνώση οι νόες των χωριστών ουσιών απ’ ό,τι ο δικός μας νους˙ επιθυμούν λοιπόν κατ’ εξοχήν επιτεταμένα εκείνοι τη γνώση, απ’ ό,τι ακριβώς εμείς». Έχει μεγάλη αναισθησία και αφροσύνη ο Θωμάς. Γιατί αν είναι αδύνατο να είναι το να επιθυμής έσχατο τέλος, και επιθυμούν επιτεταμένα οι νόες των χωριστών ουσιών τη θεία γνώση, είναι φανερό, πως δεν βρίσκονται στο έσχατο τέλος, αλλ’ είναι ατελείς και προσδεόμενοι. Πώς λέει λοιπόν αυτός ο εμβρόντητος ( παράφρων ) Θωμάς ότι παύονται απ’ τις εφέσεις προς ( σταματούν να επιθυμούν ) τον Θεό οι άγγελοι ;

302. Γιατί έχουν σύμφωνα και μ’ αυτόν αεικίνητες τις εφέσεις, καθώς είναι ελλιπείς και καθώς επιθυμούν τη θεία γνώση, που δεν την έχουν ακόμα. Και πώς δεν ντρέπεται και για κείνο, να συλλογίζεται απ’ τα σωματικά και τα κάτω τα περί των ουρανίων δυνάμεων, και να θέλη, επειδή βλέπουμε να επιτείνεται περισσότερο η φυσική κίνηση των σωμάτων προς το τέλος, να κινούνται παρόμοια και οι χωριστές ουσίες, που είναι λογικές και νοερές και κινούνται κατά προαίρεση, και να επιθυμούν, έχοντας φθάσει πιο κοντά στον Θεό, με μεγαλύτερη ένταση τη θεία γνώση; 

303. Κι αν επιθυμούν αυτές που έχουν φθάσει πιο κοντά με μεγαλύτερη ένταση τη θεία γνώση, πώς λες πάλι ότι «αν δεν επιτύχη κανείς μαζί με την ευδαιμονία όμοια και ακίνητα την ηρεμία, δεν είναι ακόμη ευδαίμων, αφού δεν ηρεμεί ακόμη η φυσική του επιθυμία»; Δεν είναι άρα αντίφαση αυτά; Και φαίνεται πως δεν βρίσκονται σε ευδαιμονία οι θείες και ουράνιες εκείνες τάξεις, επειδή επιθυμούν και επιτεταμένα τη θεία γνώση˙ κι αν δεν έχουν ευδαιμονία, δεν έχουν ούτε απόλαυση, ούτε βέβαια μακαριότητα, και κακοδαιμονούν έτσι εκείνες οι τάξεις. Αλλ’ ας στραφή προς τη δική σου, άθλιε, κεφαλή η κακοδαιμονία, που δεν ακολουθεί πλήρως τα νοήματα της ιερής Εκκλησίας, αλλά και τους Έλληνες και τον Αριστοτέλη.

304. Κι έχοντας γίνει μισοβάρβαρος με τη θέλησή του και μιλώντας αιρετικά στα πιο πολλά και μακριά απ’ τον χορό των θεοσόφων, τόσο πολύ απομακρύνεται ο Θωμάς απ’ την αλήθεια, ώστε να κινείται ενάντια και στον ίδιο τον Θεό και να λέη αυτά που είναι αθέμιτα . Γιατί λέει˙ « παύεται ( σταματά ) λοιπόν κατ’ εξοχήν η έφεση του Θεού και είναι τελειότερη η μακαριότητά του». Αλλίμονο, σε ποιο κακό κατέβηκε, και ποια αιρετικά ξερνάει ο λάρυγγάς του! γιατί ομολογεί ολοφάνερα και χωρίς καμμιάν αμφισβήτηση τρεπτό τον Θεό και μάλιστα στα κράτιστα. Παύεται η έφεση του Θεού! από ποιαν πρόφαση παύθηκε απ’ την έφεση αυτός που παύεται ενώ την έχει και τράπηκε ολοφάνερα κατά την έφεση; κι αν κάνη τελειότερη το να παύεται η έφεση του Θεού τη μακαριότητά του, νά που είναι ολοφάνερα τρεπτός αυτός που δέχτηκε μείωση στην έφεση, και αύξηση στη μακαριότητα. Αλλ’ ας τραπούν στο κεφάλι του Θωμά όλα τα κακά, που λέει για τον Θεό αυτά που δεν τόλμησαν να πουν ούτε οι Σκύθες κι οι βάρβαροι εναντίον του. Και λογαριάζοντας τέτοια και φτάνοντας σε τέτοιον παραλογισμό, μπλέκεται σε μύρια κακά.

305. Και λέει για τους αγγέλους˙ « παύεται ( σταματά ) με τη μακαριότητα κάθε έφεση, επειδή δεν απομένει, μετά την επιτυχία της, τίποτα το επιθυμητό». Κι αυτός που τα λέει αυτά μεταβαίνει σε άλλην έννοια και τρέπεται απ’ την ασέβεια στη δυσσέβεια ο δυστυχής˙ «αυτοί που απέκτησαν την έσχατη ευδαιμονία θεωρώντας τον Θεό, δεν θα αποπέσουν ποτέ από εκείνη˙ γιατί αυτό που άλλοτε μεν υπάρχει, κι άλλοτε όχι, καταμετρείται με τον χρόνο, όπως είναι φανερό στο Δ΄ των Φυσικών. Κι η θεωρία που κάνει μακάριες τις νοερές ουσίες δεν υπάρχει στον χρόνο αλλά στην αϊδιότητα. Είναι αδύνατο άρα να την αποβάλη αυτός που έχει γίνει μιά φορά μέτοχός της». Πες μας όμως, πώς είναι αδύνατο να την αποβάλη˙ γιατί είναι φανερό ότι τα μεν φυσικά δεν κινούνται με τη θέληση, αλλά με τη φύση, τα δε λογικά και με τη νοερή θέληση και αυτεξουσιότητα ˙ είναι δε η θέληση γέννημα της αγάπης , όπως λέει κάπου κι ο Θωμάς˙ γιατί κανείς δεν θέλει αυτό ακριβώς που δεν αγαπά. 
306. Αν είναι αδύνατο λοιπόν να αποβάλη τη θεία θεωρία αυτός που έχει γίνει μιά φορά μέτοχός της, είναι φανερό πως αυτό θα συμβή με τη θέληση, όπως λέει σαφέστερα κι ο Θωμάς˙ «δεν μπορεί να μην παρίσταται η θέληση της απόλαυσης αυτής της θεωρίας στη νοερή ουσία που βλέπει τον Θεό, εφόσον κατακτά ( καταλαμβάνει ) την ευδαιμονία της με το να βρίσκεται σ’ αυτήν τη θεωρία, όπως ακριβώς δεν μπορεί να θέλη να μην είναι μακάρια, αλλ’ ούτε και θα σταματήση να βλέπη λόγω αναίρεσης του αντικειμένου˙ γιατί το αντικείμενο, που είναι ακριβώς ο Θεός, έχει πάντα τον ίδιον τρόπο. Είναι αδύνατο άρα να εγκαταλείψουν ποτέ αυτοί που τη βλέπουν τη θεωρία του Θεού που τους κάνει μακάριους».


307. Κι ακόμα˙ «είναι αδύνατο να θελήση ποτέ να στερηθή η νοερη ουσία, που βλέπει τον Θεό, αυτήν τη θεωρία». Κι αν τη θέλη πάντα, είναι φανερό, ότι και την αγαπά πάντα και την επιθυμεί ως ανώτερη περισσότερο απ’ όλα. Έχει πλανηθή άρα και βγαίνει απ’ τις ίδιες του τις φρένες, οποτεδήποτε λέει˙ «δεν φθάνει η νοερή κτίση στο έσχατο τέλος, αν δεν παύθηκε ( σταμάτησε ) η έφεσή της». Και λέει, ακολουθώντας την ίδια άνοια και παραφρονώντας ˙ « τέλος του κάθε πράγματος είναι αυτό στο οποίο τελειώνει η έφεσή του».


308. Και λέει μετά, σαν να τον άφησε ακριβώς για λίγο το σκοτάδι του δαίμονα˙ «όπως ακριβώς επιθυμεί από τη φύση της η νοερή κτίση την ευδαιμονία, έτσι επιθυμεί απ’ τη φύση της και την παντοτινή ευδαιμονία. Γιατί αφού είναι αιώνια στην ουσία της η ψυχή, αυτό που επιθυμεί γι’ αυτήν την ίδια κι όχι για κάτι άλλο, επιθυμεί να το έχη παντοτινά». Αλλίμονό σου Θωμά, και στην ταλαίπωρη και κακόδοξη ψυχή σου, αν σου συνέβαινε άρα να φθάσης στο έσχατο τέλος, στον Θεό˙ γιατί αφού θα έχει παυθή η έφεσή σου προς αυτόν και η αγάπη, όπως εσύ νομίζεις, θα σου απομείνη ένα έωλο ( ανούσιο ) πράγμα και αργό απ’ τα αγαθά. Γιατί δεν γνωρίζω, αν αυτός που παύθηκε απ’ την αγάπη και την έφεση προς τον Θεό, αν κουβαλά μαζί του κάποιο αγαθό ˙ που θεωρώντας το και συ κάποτε και κατανοώντας το μέγεθος της ατοπίας αυτών των αποφάσεων, λες μεταβαλλόμενος, όπως ακριβώς συνηθίζεις˙ « αυτό που θεωρείται με θαυμασμό κινεί την επιθυμία, και οράται πάντα με θαυμασμό η θεία ουσία απ’ τον κτιστό νου ˙ γιατί δεν την περιλαμβάνει κανένας κτιστός νους. Είναι αδύνατο άρα να ιλιγγιά η νοερή ουσία περί τη θεία θεωρία ».

309. Πώς κινεί λοιπόν, απωλείας άξιε σοφέ, αυτό που θεωρείται πάντα με θαυμασμό την επιθυμία και οράται πάντα κατ’ εσένα με θαυμασμό ο Θεός και θα παυθούν οι εφέσεις της νοεράς ουσίας, φθάνοντας η νοερά κτίση στο έσχατο τέλος, δηλαδή τον Θεό; Είναι μεγάλη ασχημοσύνη να τα νομίζης αυτά και αποφυγή της ιεράς διδασκαλίας και πίστεως και συμπόρευση και ομόνοια με την ελληνική θρησκεία. Αλλίμονό σου λοιπόν, γιατί ενώ τα γράφεις αυτά, λες ότι γράφεις κατά των Ελλήνων. Και γράφοντας φανερά ένα τόσο μεγάλο ψέμμα, επιγράφεις απ’ την αρχή του ακόμα το βιβλίο σου κατά των Ελλήνων, χωρίς ούτε τον Θεό να φοβάσαι, ούτε να ντρέπεσαι τους ανθρώπους, που πρόκειται να διαβάσουν το υπέρ των Ελλήνων βιβλίο σου! « Ο Θεός » λέει « ονομάζεται έτσι σύμφωνα με τους Έλληνες απ’ το θεάσθαι , που σημαίνει το να επισκέπτεσαι ή να οράς ».

310. Και τα ερμηνεύεις εν τάχει, κάνοντάς τα όλα ουσία, το να θεάσαι, το να επισκέπτεσαι, το να οράς, το να νοής τον Θεό, και μάρτυράς σου ο Αριστοτέλης, κι όχι κάποιος απ’ τους ιεροδιδασκάλους. Και πρόκειται ολοφάνερα για ενέργειες που προέρχονται απ’ τη δύναμη του Θεού. Αλλά καθιστάς εσύ και τις διάφορες ενέργειες με ατολμία θεία ουσία, χωρίς να ακολουθής την ιερά Εκκλησία, που λέει˙ δεν είναι ούτε η θεότητα αυτοουσία του Θεού, αλλά ιδέα ( δόξα )της ουσίας.

311. Και λέει ο μέγας Διονύσιος˙ « πώς είναι αυτός που βρίσκεται πέρα απ’ όλα πάνω κι απ’ τη θεαρχία κι απ΄την αγαθαρχία; αν εννοήσης ως θεότητα και αγαθότητα το ίδιο το πράγμα του αγαθοποιού και θεοποιού δώρου και την αμίμητη μίμηση του υπέρθεου και υπεράγαθου, που σύμφωνα μ’ αυτό θεούμαστε και αγαθυνόμαστε. Γιατί αν γίνεται αυτό αρχή της θέωσης και της αγαθοσύνης στους θεούμeνους και αγαθυνόμενους, αυτός που είναι πάνω από κάθε αρχή ως υπεράρχιος είναι πιο πέρα κι απ’ τις επονομαζόμενες θεότητα και αγαθότητα ως θεαρχία και αγαθαρχία » ( Ψευδο – Διονυσίου, Επιστολή Β΄, Γαΐω τω θεραπευτή). Αν δεν είναι λοιπόν η θεότητα κι η θεαρχία κι η αγαθαρχία ουσία του Θεού, πώς κατατολμάς να νομίζης και να διδάσκης ως άθεος κάθε θεία ενέργεια ουσία; 

312. Αλλά πρόσεχε, εσύ που νομίζεις πως είναι όλα όσα υπάρχουν στον Θεό ουσία του Θεού, μη θέσης τις θείες μετοχές στα κτίσματα, αλλ’ εννόησε, ότι έχει άκτιστες ενέργειες και αΐδιες η άκτιστη ουσία, που είναι άλλο κατά κάποιον τρόπο απ’ την ουσία και δεν είναι, μη γένοιτο, ουσία, όπως λέει η ιερά Εκκλησία˙ « όλα τα αθάνατα κι η ίδια η αθανασία και όλα όσα ζουν κι η ίδια η ζωή και όλα τα άγια κι η ίδια η αγιότης κι όλα τα ενάρετα κι η ίδια η αρετή κι όλα τα αγαθά κι η ίδια η αγαθότητα κι όλα τα όντα κι η ίδια η οντότητα συμβαίνει να είναι προφανώς έργα του Θεού. Αλλά τα μεν έχουν αρχίσει χρονικά να υπάρχουν, γιατί υπήρξε κάποτε, οπότε δεν ήταν, τα δε δεν έχουν αρχίσει χρονικά να υπάρχουν, γιατί δεν υπήρξε ποτέ, οπότε δεν ήταν η αρετή κι η αγαθότητα κι η αγιότητα κι η αθανασία. Κι αυτά που έχουν αρχίσει χρονικά, και είναι και λέγονται αυτό ακριβώς που και είναι και λέγονται, μετέχοντας σ’ αυτά που δεν έχουν αρχίσει χρονικά. Γιατί είναι δημιουργός κάθε ζωής και αθανασίας και αγιότητας και αρετής ο Θεός, καθώς έχει υπερουσίως εξαιρεθή από όλα, και αυτά που λέγονται και αυτά που νοούνται » (Μαξίμου Ομολογητού, Κεφάλαια γνωστικά, Α΄ μη΄).

313. Κι ακόμα˙ « ας αναζητούν οι σπουδαίοι, ποια πρέπει να νοούμε πως είναι τα έργα, που άρχισε να δημιουργή ο Θεός, και ποια πάλι, τα οποία δεν άρχισε. Γιατί αν κατέπαυσε από όλα τα έργα, που άρχισε να ποιή, είναι φανερό, πως δεν κατέπαυσε από εκείνα, τα οποία δεν άρχισε να ποιή. Μήπως είναι λοιπόν έργα μεν του Θεού που έχουν αρχίσει χρονικά να υπάρχουν όλα τα μετέχοντα όντα, όπως οι διάφορες ουσίες των όντων˙ γιατί έχουν αρχαιότερο απ’ το είναι τους το μη ον. Γιατί υπήρξε κάποτε, οπότε δεν ήταν τα μετέχοντα όντα, έργα δε του Θεού που δεν έχουν ίσως αρχίσει χρονικά να υπάρχουν τα μεθεκτά όντα, όπως η αγαθότητα και κάθε τι που εμπεριέχεται στον λόγο της αγαθότητας και απλώς κάθε ζωή και αθανασία και απλότητα και ατρεψία και απειρία και όσα ουσιωδώς θεωρούνται γύρο απ’ ( περί ) αυτόν, τα οποία και είναι έργα του Θεού και ( δεν ; )έχουν αρχίσει χρονικά. Γιατί δεν ήταν ποτέ αρχαιότερο απ’ την αρετή το να μην υπάρχη, ούτε από κανένα άλλο απ’ όσα έχουν αναφερθή, έστω κι αν εκείνα που μετέχουν σ’ αυτά έχουν αρχίσει τα ίδια χρονικά να υπάρχουν. Γιατί είναι άναρχη κάθε αρετή, που δεν έχει τον χρόνο αρχαιότερό της, σαν να έχη δηλαδή τον Θεό μονώτατο και αϊδίως γεννήτορα του είναι » ( ο.π. ).

314. Ακούς πώς κηρύττουν οι ιεροδιδάσκαλοι πως είναι άλλο οι θείες ενέργειες που προαποστέλλονται απ’ τη δύναμη του Θεού και είναι άκτιστες, τις οποίες και ονομάζουν μετοχές διαφορετικές στα διαφορετικά όντα, και πως είναι υπερκείμενη πάνω απ’ αυτές η ουσία του Θεού και πως αυτές μεν γνωρίζονται εκ μέρους, πως είναι δε καθολικά απερινόητη και άγνωστη σε κάθε κτιστή ουσία η ουσία του Θεού ; Αν κατείχες με όλη σου την προθυμία τις διδασκαλίες των θεοφόρων, δεν θα εξέπεφτες σε άτοπες έννοιες και σε ελληνικές φαυλότατες γνώμες, κι αυτά, ενώ αγωνίζεσαι, όπως λες, κατά των Ελλήνων. Και λες κι εσύ˙ «αυτό ακριβώς που είναι μερικώς διανεμημένο απ’ την αγαθότητα και τελειότητα στα διάφορα κτίσματα, υπάρχει ολόκληρο και καθολικά ενωμένο στον Θεό, όπως ακριβώς σε πηγή της αγαθότητας ».

315. Αν υπάρχουν λοιπόν όπως σε πηγή της όλης αγαθότητας τα μετεχόμενα του Θεού στα όντα, και δεν μετέχει κανένα απ’ τα όντα στην ουσία τού Θεού, απομένει να είναι διαφορετικό η θεία ουσία και άλλο τα μετεχόμενα στα διάφορα κτίσματα απ’ τον Θεό. Και έχει παραβληθή με πηγή μεν η θεία ουσία, αυτά δε που μετέχονται απ’ τα διάφορα κτίσματα και είναι απ’ την ουσία με κείνα ακριβώς που προέρχονται και πηγάζουν απ’ την πηγή της θείας ουσίας, όπως λέει κι ο Μέγας Βασίλειος˙ « είναι πηγή το Πνεύμα το άγιο των προαναφερθέντων αγαθών. Αλλ’ αυτό μεν που πηγάζει απ’ τον Θεό είναι ενυπόστατο, εκείνα δε που πηγάζουν απ’ αυτό είναι ενέργειές του » ( Κατά Ευνομίου Ε΄) ». 

Συνεχίζεται


ΣΧΟΛΙΟ: "Θα παυθή ποτέ, αμβλύτατε στη διάνοια, αυτός που έφθασε στον Θεό, που είναι ακριβώς το έσχατο τέλος, το άπειρο και αόριστο, θα παυθή ποτέ απ’ την αγάπη, τον έρωτα, τον θαυμασμό, τη χαρά και τους άλλους τους καρπούς του Πνεύματος ; κι αν ισχύη αυτό, θα γίνη πιο αδρανής και κατ’ εξοχήν υποτιμημένος, όταν θα φθάση στο έσχατο τέλος, δηλαδή στον Θεό ;"

Αυτό τό σημείο είναι άξιο προσοχής. Σήμερα η τήρηση τών κανόνων, όπως καί η εσχατολογική ακτίνα πού αγιάζει τήν Σύναξη γύρω από τόν επίσκοπο, νοούνται σάν τέλος καί γεννούν τήν αδράνεια, τόν τέλειο υπήκοο κάθε εξουσίας.  Καί βλέπουμε σήμερα τήν εκκλησία νά εναντιώνεται στόν ησυχασμό καί τήν αγιότητα επιλέγοντας τήν αδράνειά της καί τήν συμπόρευσή της μέ τήν λογική τού κόσμου.

Αμέθυστος

Πέμπτη 9 Ιουλίου 2026

ΚΑΛΛΙΣΤΟΣ ΑΓΓΕΛΙΚΟΥΔΗΣ - Α ΜΕΡΟΣ (7)

                                            O Doctor Angelicus συναντά

τον Κάλλιστο Αγγελικούδη
Ο Κάλλιστος Αγγελικούδης αναλύει και σχολιάζει
το κατά των Ελλήνων βιβλίο του Θωμά Ακινάτη

Συνέχεια από: Τετάρτη 8 Ιουλίου 2026

283. « Καθόσον ομοιούται κατ’ εξοχήν ο άνθρωπος με τον Θεό, εκείνο θα είναι η ευδαιμονία του ». Καλά το έχεις πή αυτό· τί είναι δε αυτό, που κάνει όμοιο τον άνθρωπο με τον Θεό, εδώ μεν δεν το πρόσθεσες, κι όπου έσπευσες να το πής, λες ψευδή και αβέβαια. Γιατί λες· « η περί Θεού κατ’ ουσίαν γνώση είναι η ίδια η ευδαιμονία ». Και δεν είναι μόνο ψέμμα αυτό, αλλά και αισχρότατη αίρεση. Γιατί αν αποδειχθή με τις ρήσεις των αγίων πως είναι απερινόητη και ανέπαφη σε κάθε γενητή ( δημιουργημένη, κτιστή ) φύση η θεία ουσία, αναιρείται ολοφάνερα η ευδαιμονία από κάθε λογική φύση, τους αγγέλους δηλαδή και τους ανθρώπους, πράγμα που είναι έσχατη ασέβεια. Και λέει ο μέγας Διονύσιος· « της υπερουσίου και κρυφίου Θεότητος η μεν αυτής, ό τι ποτέ εστιν, επιστήμη και θεωρία ( με την επιστήμη και τη θεωρία…) πάσιν άβατός εστι τοις ούσιν, ως πάντων υπερουσίως εξηρημένη » ( Ψευδο – Διονυσίου, Περί θείων ονομάτων ).

284. Κι ακόμα· « την οποία, τη θεία ουσία δηλαδή, ούτε να εννοήσης είναι δυνατόν, ούτε να πης, ούτε και να την θεωρήσης καθόλου, επειδή έχει εξαιρεθή από όλα και είναι υπεράγνωστη, και έχει προαναλάβει ( προειληφυίαν ) στον εαυτό της τις αποπερατώσεις όλων μεν ταυτόχρονα των ουσιωδών γνώσεων και δυνάμεων και όλες υπερουσίως, είναι δε υπεριδρυμένη ( υπερεγκατεστημένη ) με απερίληπτη δύναμη κι απ’ τους υπερουράνιους νόες. Γιατί αν είναι όλες οι γνώσεις των όντων και τελειώνουν στα όντα , αυτή που είναι επέκεινα από κάθε ουσία έχει εξαιρεθή κι από κάθε γνώση, και είναι ανώτερη από κάθε λόγο και κάθε γνώση, και έχει ιδρυθή καθολικά πάνω από νου και ουσία, κι ενώ είναι περιληπτική και συλληπτική και προληπτική όλων, είναι η ίδια καθολικά ασύλληπτη από όλα ( ό.π. ).

285. Κι ακόμα· τα θεία, όποια κι αν είναι τέλος πάντων κατά την δική τους αρχή και ίδρυση, είναι πάνω από νου και κάθε ουσία και γνώση « της αυτοϋπερουσίου θεότητος, που είναι υπερεγκατεστημένη πάνω από κάθε αγαθότητα και θεότητα και ουσία και ζωή και σοφία, στα απόκρυφα, όπως λένε οι παραδόσεις » ( ό.π. ). Κι ακόμα· « της υπέρ λόγον και νούν και ουσίαν της υπερουσίου και κρυφίας θεότητος υπερουσιότητος αγνωσίας, αυτή την υπερούσιον επιστήμην αναθετέον » (ό.π. ). Κι ο Θεολόγος Γρηγόριος· « μικρόν διακύψας είδον Θεού τα οπίσθια ( Εξοδ. Λγ΄23 ), όχι την πρώτη και ακήρατη φύση, που την γνωρίζει η ίδια, και εννοώ βέβαια την Τριάδα » ( Λόγος 28, Περί Θεολογίας ). Κι ο επίσκοπος των Νυσσαέων· « το ίδιο μεν το μύρο της θεότητας, ό,τι κι αν είναι τέλος πάντων κατ’ ουσίαν, είναι πάνω από κάθε όνομα και νόημα » ( Γρηγορίου Νύσσης, Ομιλία Α΄εις το Άσμα Ασμάτων, Α΄). Κι ακόμα· « η μακαρία και αΐδιος και πάντα νουν υπερέχουσα φύσις, που περικλείει όλα τα όντα στον εαυτό της, δεν περιέχεται από κανέναν όρο » ( ό.π., Ομιλία Ε΄). Κι ακόμα· « λέει ο υψηλός Ιωάννης ότι ‘ Θεόν ουδείς εώρακε πώποτε ’ ( Ιωαν. Α΄18 ), διορίζοντας ( διακηρύσσοντας ) μ’ αυτήν την απόφαση πως είναι ανέφικτη όχι μόνο στους ανθρώπους, αλλά και σε κάθε νοητή φύση η φύση της θείας ουσίας» ( Γρηγορίου Νύσσης, Περί του βίου του Μωϋσέως ).

286. Και λέει κι ο Μέγας Βασίλειος· « αν είναι ‘ αι οδοί του Θεού ανεξιχνίαστοι και τα κρίματα αυτού ανεξερεύνητα ’ ( Ρωμ. ια΄33 ) και ανέφικτα και σ’ αυτούς που έχουν φθάσει στο μέτρο γνώσης του Παύλου » ( Κατά Ευνομίου Α΄ και Λόγος ΙΕ΄, Περί αρχής και εξουσίας ), τί απομένει να εννοούμε για την ίδια την ουσία του Θεού, παρά ότι είναι άβατη και απροσπέλαστη σε κάθε νου; » Και προχωρώντας· « ποιος δεν θα αποδεχθή πως είναι πάνω από κάθε νου και πάνω από κάθε γνώση ανθρώπου η ίδια η ουσία του Θεού; Και νομίζω πως δεν υπερβαίνει μόνο τους ανθρώπους, αλλά και κάθε λογική φύση η κατανόησή της· και αποκαλώ τώρα λογική αυτήν που υπάρχει στην κτίση, γιατί είναι σε μόνον τον Υιό γνωστός ο Πατήρ και στο άγιο Πνεύμα, ‘ ότι ουδείς οίδε τον Πατέρα, ει μη ο Υιός ’ ( Ματθ. ια΄27 ). Και· το Πνεύμα πάντα ερευνά, και τα βάθη του Θεού ». « Γιατί κανείς δεν γνωρίζει » λέει « τα του ανθρώπου, παρά μόνο το Πνεύμα που υπάρχει σ’ αυτόν. Και δεν έχει γνωρίσει κανείς τα του Θεού, παρά μόνο το Πνεύμα που είναι εκ του Θεού » ( Κορινθ. Β 10 -11 ) ( Μεγάλου Βασιλείου, Κατά Ευνομίου Α΄). 

287. Κι ακόμα˙ « Τί το εξαιρετικό θα αφήσουν στη γνώση του Μονογενούς ή του αγίου Πνεύματος, αν κατανοούν αυτοί οι ίδιοι την ουσία ; ». Κι ακόμα· « είναι απερίοπτη ( αδιάφορη ) η ίδια η θεία ουσία σε όλα, εκτός απ’ τον Μονογενή και το άγιο Πνεύμα ». Κι ο Χρυσσορήμων· « γι’ αυτό και λέει ο Χριστός· ‘ ουδείς γινώσκει τον Πατέρα, εί μη ο Υιός ’ ( Λουκ, ι΄22, Ματθ. ια΄27 ). Τί λοιπόν ; βρισκόμαστε όλοι σε άγνοια ; Μη γένοιτο· αλλά δεν γνωρίζει κανείς έτσι όπως ο Υιός. Όπως ακριβώς τον είδαν λοιπόν πολλοί σύμφωνα με την όψη που τους παραχωρήθηκε, και κανείς δεν είδε την ουσία, έτσι γνωρίζουμε πολλοί τον Θεό, και την ουσία δεν την γνωρίζει κανείς, ό,τι κι αν είναι τέλος πάντων, παρά μόνος αυτός που γεννήθηκε απ’ αυτόν » ( Ιωάν. Χρυσοστόμου, Υπόμνημα εις το κατά Ιωάννην, Ομιλία 15 ).

288. Και πάλι ο Μέγας Βασίλειος· « το πώς είναι το θείο και το ίδιο εκείνο το οποίο είναι, ποιο είναι ή τι είναι, είναι κατ’ εξοχήν αφανέρωτο, ως ανεξιχνίαστο σε κάθε κτιστή φύση » ( Κατά Ευνομίου Ε΄). Δέν είναι άρα το να γνωρίσης ή να θεωρήσης την κατ’ αυτόν τον τρόπο απερίοπτη ουσία ευδαιμονία, αλλά κακοδαιμονία και χλευασμός και πλάνη των δαιμόνων και της ελληνικής φοβερώτατης απάτης και του Θωμά. Γι’ αυτό, αν θελήση να συγκεντρώση κανείς τις κακοδοξίες του σε ένα, θα τις βρή να συντρίβονται σχεδόν, όλες, με τις διακηρύξεις ( αποφάσεις ) που τώρα αναφέραμε των ιερών θεολόγων.

289. « Απομένει να είναι η έσχατη ευδαιμονία του ανθρώπου στη θεωρία της αλήθειας ». Ναι, αλλά αν αναμειχθή με τη θεωρία, όπως προαναφέραμε, η ζωοποιός και φωτιστική ενέργεια του Πνεύματος με την ειλικρίνεια της πίστης. Γιατί είναι αλλιώς η θεωρία της αλήθειας φαντασία αναπλασμού και παιδείας ελληνικής και βάραθρο αιρέσεων, σύμφωνα με το οποίο ούτε είδαν ούτε είπαν και τα παιδιά των Ελλήνων την αλήθεια, αλλά την ακαταστασία και την έριδα ( φιλονικία ) και την μήνι ( οργή ), τους απογόνους του ψεύδους, με γνώμη υπερηφάνειας και οίησης. Γι’ αυτό κι όχι μόνο αντιμίλησαν ο ένας στον άλλον, αλλ’ έπεσαν και προς τους εαυτούς τους ο καθένας σε αντιφάσεις, όπως κι ο δύστυχος αυτός Θωμάς, τοποθετούμενος ο ίδιος από τυφλότητα λόγω της δυσπιστίας αντίθετος στα δικά του λόγια· γιατί μη έχοντας παντελώς αποκτήσει λόγω δυσπιστίας το ευθές και ηγεμονικό και διδακτικό της αλήθειας πνεύμα με την αίσθηση της ψυχής, εξετράπησαν, όπως είναι λογικό, σε ανοδίες ( αδιέξοδα, ανυπαρξία οδών ) και εξέπεσαν δυστυχώς απ’ την αλήθεια, όπως δεν ώφειλαν.

290. « Το έσχατο τέλος » λέει « στο οποίο οδηγείται με τη βοήθεια της θείας χάριτος ο άνθρωπος, είναι η κατ’ ουσίαν θεωρία του Θεού ». Αλλ’ είναι λόγια κάποιου που εναντιώνεται στην ιερά Εκκλησία αυτά, η οποία λέει· « όταν μένη ο νούς στον εαυτό του, διακρίνει τα περιορισμένα και τα ανάλογα προς αυτόν τον ίδιον . Όταν στραφή δε προς το θειότερο μέρος και υποδεχθή τις χάριτες του Πνεύματος, τότε μπορεί να καταλάβη τα θειότερα » ( Μεγ. Βσιλείου, Επιστολή 232, Προς Αμφιλόχιον ). Κι ακόμα· « ο νούς που αναμείχθηκε με τη θεότητα του Πνεύματος, αυτός εποπτεύει ήδη τα μεγάλα θεωρήματα και διακρίνει τα θεία κάλλη, τόσο πολύ βέβαια, όσο παραχωρεί η χάρι και υποδέχεται η κατασκευή του »( ό.π. ). Οδηγούμενος λοιπόν σ’ αυτά με τη βοήθεια της θείας χάριτος ο άνθρωπος, αυτά και δέχεται, όχι όσο είναι εκείνα - γιατί είναι άπειρα κατά το μέγεθος – αλλ’ όσο επιτρέπει η κατασκευή του νου.

291. Είναι μάταιος ολοφάνερα και ψεύτης αυτός που εξαρτάται σε τέτοιες φαντασίες και αποφαίνεται πως « είναι έσχατο τέλος η κατ’ ουσίαν θεωρία του Θεού, στην οποία οδηγείται με τη βοήθεια της θείας χάριτος ο άνθρωπος »· γιατί κι αν βοηθηθή απ’ το Πνεύμα ο νούς, αλλ’ εφ’ όσον το παραδέχεται η κατασκευή του · κι ανάγει βέβαια σε τόσο μεγάλη υπεροχή τον νου, που η Εκκλησία του Θεού την πιστεύει μόνο στον Υιό και το Πνεύμα, όπως έχεις ακούσει. Κι ακόμα· « δεν είναι δυνατόν να οράς στην παρούσα ζωή κατ’ ουσίαν τον Θεό ». Σαν να είναι δήθεν δυνατό μετά την παρούσα ! Και δεν είναι μόνο ψέμμα αυτό, αλλά και έσχατη ασέβεια, όπως αποδείξαμε ήδη με τις ρήσεις των θεοφόρων.

292. « Έσχατο όριο, στο οποίο μπορεί να φθάση η θεωρία, είναι η θεία ουσία· γι’ αυτό είναι ανάγκη να έχη απαλλαχθή παντελώς απ’ τις σωματικές αισθήσεις αυτός που την ορά ».Τί λέει ο ανόητος ! Υπήρξε ποτέ κάποιος απαλλαγμένος παντελώς απ’ τις σωματικές αισθήσεις, και έφθασε η θεωρία του στη θεία ουσία, και τα λέει από πείρα αυτά που φλυαρεί, ή τα γράφει έχοντάς τα ακούσει από κάποιον άλλον απ’ τους πνευματοφόρους ; Αλλ’ εκθέσαμε βέβαια προηγουμένως, αυτό ακριβώς που λέν οι άγιοι γι’ αυτό. Κι αν πλανεμένος νόμισε αυτός ποτέ πως απαλλάχθηκε απ’ τις σωματικές αισθήσεις και οδηγήθηκε σε τέτοια απάτη, ας θυμηθή τις ασώματες και ουράνιες δυνάμεις και τί βλέπουν εκείνες απ’ τα του Θεού θεωρώντας τον κι ότι έχει μια για πάντα αποκλεισθή σε κάθε γενητή φύση η θεωρία της άκτιστης ουσίας του Θεού, κι ας σταματήση αργά βέβαια να καταγκρεμίζεται σε τέτοιες κακοδοξίες και βάραθρα αιρέσεων. 

293. « Δεν είναι δυνατόν να ανέλθης στην παρούσα ζωή σε κάποιαν υψηλότερη γνώση για τον Θεό, ώστε να τον γνωρίζης κατ’ ουσίαν ». Αλλ’ ούτε και στη μέλλουσα ζωή, μάθε το καλά, θα γνωρίσουμε ή εμείς ή όλες οι νοερές δυνάμεις την ουσία του Θεού, όπως ήδη αποδείξαμε. Κι ακόμα· « δεν είναι δυνατόν να υπάρχη στην παρούσα ζωή η ανθρώπινη ευδαιμονία ». Αλλ’ υπάρχει, μάθε το καλά, όπως σε αρραβώνα τώρα ήδη, όπως λέει ο ιερός Παύλος· « χρίσας ημάς και σφραγισάμενος και δούς τον αρραβώνα του Πνεύματος εις τα καρδίας ημών » ( Β΄Κορινθ. Α΄21-22 ). Κι ακόμα· « εν ω και πιστεύσαντες εσφραγίσθητε τω Πνεύματι της επαγγελίας τω Αγίω, ό εστιν αρραβών της κληρονομίας ημών » ( Εφεσ, α 13-14 ). Βλέπεις, τί είναι οπωσδήποτε η κληρονομιά μας ; κατά κανέναν τρόπο η ουσία του Θεού, αλλά το Πνεύμα του Θεού, στο οποίο σφραγιζόμαστε όπως σε αρραβώνα.

294. Και φανερώνει εδώ το Πνεύμα « την ενέργεια », όπως έχει πή ο Χρυσορρήμων ( Υπόμνημα εις Ψαλμούς ), γι’ αυτό και το έχει ονομάσει πνεύμα επαγγελίας ο Παύλος, ενθυμούμενος την δια Ιωήλ επαγγελία του Θεού, που λέει· « εκχεώ από του πνεύματός μου επί πάσαν σάρκα » ( Ιωήλ γ΄1 )· και δεν εκχέεται η θεότητα, σύμφωνα με τους θεοσόφους, αλλ’ η δωρεά ( Ιωάν. Χρυσοστόμου, Ομιλία ΙΔ΄1 εις Ιωάννην ). Αυτό που παίρνουμε λοιπόν από εδώ εν μέρει και όπως σε αρραβώνα ( Α΄Κορινθ. ιγ΄α ), αυτό το ίδιο θα δούμε συνολικώτερα και τρανότερα τότε ( Β΄Κορινθ. α΄22 ), το οποίο και λέγεται πως είναι η βασιλεία των ουρανών μέσα μας ( Λουκ. Ιζ΄21 ), επειδή γινόμαστε μ’ αυτό οι γηγενείς ουράνιοι και συμβασιλεύουμε μαζί μ’ αυτό στα ουράνια με τον Χριστό.

295. Σε κείνο συναντάμε ολόκληρο το πλήρωμα της θεότητας, σε μας δε απ’ το πλήρωμα της θεότητας· γι’ αυτό δεν γινόμαστε εμείς κατ’ ουσίαν θεοί, αλλά θεουργούμαστε κατά την ενέργεια και δωρεά του αγίου Πνεύματος. Έχει πλανηθή άρα και άσχημα ο Θωμάς διακηρύττοντάς τα αυτά για τη δική μας ευδαιμονία˙ « σταματά το έσχατο τέλος του ανθρώπου τη φυσική του έφεση έτσι, ώστε αφού επιτεύχθηκε εκείνο το τέλος, να μην ζητείται τίποτε περαιτέρω. Γιατί αν κινείται ακόμη προς κάτι, δεν έφθασε ακόμη στο τέλος, στο οποίο και ηρεμεί ». Και λέει ενάντια στους Έλληνες αυτά, τα οποία φαίνονται πως είναι αντίθετα στους αγίους, στους δε Έλληνες προσφιλή. Γιατί κανείς βέβαια απ’ τους αγίους ή είπε ή εννόησε στάση της προς τον Θεό εφέσεως ή των ανθρώπων ή των αγγέλων · γιατί αυτά τα φαντάζονται μόνον οι Έλληνες, και τώρα κι ο ελεεινός Θωμάς

Συνεχίζεται