Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αγ. Θεόδωρος ο Στουδίτης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αγ. Θεόδωρος ο Στουδίτης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 11 Νοεμβρίου 2022

Άγιος Θεόδωρος ο Στουδίτης: Ο ασυμβίβαστος ομολογητής της Εκκλησίας μας

                                      

ΑΓΙΟΣ ΘΕΟΔΩΡΟΣ Ο ΣΤΟΥΔΙΤΗΣ: Ο ΑΣΥΜΒΙΒΑΣΤΟΣ ΟΜΟΛΟΓΗΤΗΣ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΜΑΣ
     Μια από τις πιο σεβαστές τάξεις των αγίων της Εκκλησίας μας είναι οι ομολογητές. Σε αυτή την τάξη ανήκουν οι άγιοι της Εκκλησίας μας, οι οποίοι έδωσαν τη μαρτυρία της πίστεώς τους, χωρίς να υπολογίσουν τις συνέπειες της ομολογίας τους αυτής. Δε θα ήταν υπερβολικό να υποστηρίξουμε πως η Εκκλησία μας είναι απόλυτα στηριγμένη στους αγώνες των αγίων ομολογητών Της, στη δισχιλιόχρονη πορεία Της στην ιστορία.
    Ένας από τους μεγάλους ομολογητές της Ορθοδοξίας είναι και ο άγιος Θεόδωρος ο Στουδίτης, ο οποίος έδρασε σε μια πολύ ταραγμένη για την Εκκλησία ιστορική περίοδο. Πρόκειται για την φοβερή εικονομαχική έριδα, η οποία συντάραξε τη βυζαντινή κοινωνία για περισσότερο από έναν αιώνα, με αφόρητες διώξεις των ορθοδόξων από τους εικονομάχους αυτοκράτορες (726-843). Γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη το 759 από ευγενείς και ευσεβείς γονείς, οι οποίοι φρόντισαν να του δώσουν εκτός από την ευσέβεια και κατά κόσμον παιδεία, την οποία ο ίδιος αργότερα την χρησιμοποίησε για την Εκκλησία. Σπούδασε με επιμέλεια την ελληνική φιλοσοφία και τους Πατέρες της Εκκλησίας. 
    Από μικρός αγαπούσε το Χριστό και λαχταρούσε να προσφέρει σε Αυτόν τη ζωή του. Έφηβος ακόμη, άφησε την καριέρα του ανώτερου κρατικού υπαλλήλου και αποσύρθηκε το 781 σε μοναστήρι στην Προύσα της Μ. Ασίας, όπου ηγούμενος ήταν ο θείος του Πλάτων. Αυτός τον μύησε στην ορθόδοξη πνευματικότητα και τον ενέπνευσε να αφιερώσει τη ζωή του για την προάσπιση της αλήθεια και της αυθεντικότητας της Εκκλησίας. Το 789 χειροτονήθηκε πρεσβύτερος από τον πατριάρχη Ταράσιο και το 794 ανέλαβε τη θέση του ηγουμένου της Μονής.
      Δεν πρόλαβε να χαρεί την ηγουμενία του, διότι δύο χρόνια μετά ο αυτοκράτορας Κωνσταντίνος ο ΣΤ΄ (780-797) χώρισε τη σεμνή σύζυγό του Μαρία για χάρη μιας άλλης γυναίκας της Θεοδότης. Αφού έκλεισε σε μοναστήρι τη Μαρία, νυμφεύτηκε το ίδιο βράδυ κρυφά στα ανάκτορα τη Θεοδότη. Το μυστήριο τέλεσε ο ιερέας της Αγίας Σοφίας Ιωσήφ. Την επόμενη ημέρα έγινε η στέψη της ως βασίλισσα!
     Η Θεοδότη ήταν εξαδέλφη του αγίου Θεοδώρου. Αυτό δεν τον εμπόδισε να ελέγξει την παρανομία του αυτοκράτορα και τη γελοιοποίηση του ιερού μυστηρίου του γάμου. Ζήτησε εξηγήσεις από τον πατριάρχη Ταράσιο γιατί δεν τιμώρησε τον ιερέα Ιωσήφ, και επειδή δεν πήρε επαρκείς εξηγήσεις διέκοψε το μνημόσυνό του. Οι κολακείες του αυτοκρατορικού ζεύγους δεν απέδωσαν και για τούτο άρχισαν οι διώξεις εναντίον του.  Εξορίστηκε στη Θεσσαλονίκη ως το 797, όπου ο Κωνσταντίνος εκθρονίστηκε και τυφλώθηκε από τη μητέρα του Ειρήνη την Αθηναία (797-802). Το 798 επέστρεψε στην Κωνσταντινούπολη, όπου έγινε ηγούμενος της περίφημης Μονής του Στουδίου. Ευτύχησε να έχει στην ηγουμενία του περισσότερους από χίλιους μοναχούς. Μετέβαλλε τη Μονή σε κέντρο κοινωνικής ευποιΐας και πνευματικής ακτινοβολίας. Μεταξύ των άλλων στη Μονή γινόταν και αντιγραφή αρχαίων κωδίκων. Τότε αντιγράφηκαν και έφτασαν ως εμάς τα έργα των αρχαίων Ελλήνων συγγραφέων.
     Αλλά και πάλι το 808 αναγκάστηκε να έρθει σε σύγκρουση με τον πατριάρχη Νικηφόρο, ο οποίος αποκατέστησε τον Ιωσήφ, κατ’ απαίτηση του αυτοκράτορα Νικηφόρου Α΄ (86-815) και διότι θεώρησε την εκλογή του αντικανονική. Εξορίστηκε αυτή τη φορά στη Χάλκη και διαλύθηκε η περίφημη Μονή του Στουδίου και αναστάλθηκε το κολοσσιαίο πνευματικό της έργο.
       Το 811 επέστρεψε από την εξορία, αλλά τέσσερα χρόνια μετά, το 815 ανέβηκε στο αυτοκρατορικό θρόνο ο Λέων Ε΄ ο Αρμένιος, ο οποίος εγκαινίασε τη δεύτερη  εικονομαχική περίοδο. Στις 25 Μαρτίου του 815, Κυριακή των Βαΐων, ο άγιος Θεόδωρος αψηφώντας το διάταγμα για την καθήλωση και καταστροφή των Ιερών Εικόνων, μαζί με ιερείς, μοναχούς και ευσεβείς λαϊκούς, πήραν τις Ιερές Εικόνες και τις περιέφεραν στην Κωνσταντινούπολη. Έτσι για  μια κόμη φορά ο άγιος Θεόδωρος θα αντιμετωπίσει την αυθαιρεσία της εξουσίας και θα διωχθεί. Αφού τον συνέλαβαν, τον ξυλοκόπησαν άγρια, τον κακοποίησαν και τον έστειλαν για τρίτη φορά εξορία, αυτή τη φορά στη Σμύρνη. Τον φυλάκισαν στα υγρά και σκοτεινά υπόγεια του μητροπολιτικού μεγάρου της πόλεως, όπου τον μαστίγωναν ανηλεώς καθημερινά και του στερούσαν ακόμη και το ψωμί και το νερό!  Εκεί κλονίστηκε σοβαρά η υγεία του.
     Το 820 επί αυτοκράτορος Μιχαήλ Β΄ του Τραυλού (820-829) ανακλήθηκε από την εξορία. Όμως το 824 ήρθε σε σύγκρουση με τον Μιχαήλ για τον παράνομο γάμο και αυτού του αυτοκράτορα. Για μια ακόμη φορά ακολουθούμενος από ορισμένους στουδίτες μοναχούς, αναγκάστηκε να φύγει και πάλι από την αγαπημένη του Μονή, για την οποία τόσο κοπίασε. Βαριά άρρωστος άφησε τα εγκόσμια την 11η Νοεμβρίου του 826, αφού ζήτησε από τους μοναχούς να του διαβάσουν τον 118ο Ψαλμό. Παρέδωσε την αγία του ψυχή στον Κύριο σε ηλικία 67 ετών.
    Παρ’ όλες τις διώξεις και τις εξορίες του έγραψε σπουδαιότατα θεολογικά έργα. Διακρίθηκε επίσης ως σπουδαίος ποιητής και υμνογράφος, ο οποίος συνέθεσε τους περισσότερους ύμνους του Τριωδίου.
      Ο άγιος Θεόδωρος ο Στουδίτης είναι αντιπροσωπευτικό παράδειγμα ασυμβίβαστου χριστιανού με τον αμαρτωλό και πτωτικό κόσμο. Εκφράζει με τον πλέον κατηγορηματικό τρόπο το ασυμβίβαστο της Εκκλησίας με την αμαρτία και το αντιχριστιανικό πνεύμα. Αν και μοναχός προασπίστηκε τον ιερό θεσμό του γάμου, τον οποίο είχαν καταπατήσει οι ισχυροί της εποχής του. Προασπίσθηκε επίσης την αγία και αμώμητη πίστη της Ορθοδοξίας, η οποία είναι συνώνυμη με τη σωτηρία. Νομίζουμε ότι και η εποχή μας έχει ανάγκη αγίων και ομολογητών, σαν τον άγιο Θεόδωρο το Στουδίτη για να μπορέσουμε να βγούμε από το φοβερό πνευματικό τέλμα, στο οποίο έχουμε βυθισθεί!   
ΑΔΙΑΚΡΙΤΟΣ. ΜΗΠΩΣ ΟΦΕΙΛΟΥΝ ΜΕΡΙΚΟΙ ΝΑ ΠΛΗΡΟΦΟΡΗΘΟΥΝ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΤΙΣΤΟΙΧΗ ΑΔΙΑΚΡΙΣΙΑ ΤΟΥ ΠΑΠΑ Η ΟΠΟΙΑ ΓΕΝΝΗΣΕ ΤΟ ΑΓΓΛΙΚΑΝΙΣΜΟ; 
ΑΛΛΑ ΜΠΟΡΟΥΝ ΠΙΟ ΕΥΚΟΛΑ ΟΙ ΕΥΚΑΙΡΙΑΚΟΙ ΘΕΟΛΟΓΟΙ ΝΑ ΔΟΥΝ ΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΠΡΟΦΗΤΗ ΗΛΙΑ, ΜΕΣΩ ΤΗΣ ΕΞΗΓΗΣΗΣ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ ΤΟΥ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ, ΓΙΑ ΝΑ ΕΝΝΟΗΣΟΥΝ ΤΙ ΣΗΜΑΙΝΕΙ ΝΑ ΕΓΕΙΡΟΜΑΙ ΑΚΑΙΡΑ ΕΝΑΝΤΙΟΝ ΑΓΙΩΝ ΠΑΤΡΙΑΡΧΩΝ ΓΙΑ ΘΕΜΑΤΑ ΠΟΥ ΔΕΝ ΑΠΤΟΝΤΑΙ ΤΟΥ ΔΟΓΜΑΤΟΣ ΤΗΣ ΣΩΤΗΡΙΑΣ.

Σάββατο 11 Νοεμβρίου 2017

Άγιος Θεόδωρος Στουδίτης: Χωρὶς ὀρθόδοξη πίστη, ἡ ὀρθοπραξία εἶναι ἀνώφελη

Ἀπὸ τὸ βιβλίο "Ἐκκλησιολογικὲς θέσεις τοῦ Ἁγίου Θεοδώρου τοῦ Στουδίτου, αὐθεντία καὶ πρωτεῖο" τοῦ Βασιλείου Τσίγκου, καθηγητή τῆς Θεολογικῆς ΑΠΘ 
Ὁ ἱερὸς πατὴρ Θεόδωρος ὁ Στουδίτης ὑποστηρίζει τὸν ἀχώριστο σύνδεσμο πίστεως καὶ ἔργων. Σὲ μία ἀπὸ τὶς πρῶτες ἐπιστολὲς του θέτει τὸ ἐρώτημα: "πῶς καὶ μὲ ποιὸ τρόπο εἶναι δυνατὸν νὰ παραμένει ὀρθόδοξος αὐτὸς ὁ ὁποῖος δὲν πράττει ὀρθὰ ἔργα  (ποὺ "λοξοεργεῖ"), ὅταν ὁ Ἀπόστολος Ἰάκωβος ἐναντιώνεται λέγοντας ὅτι ἡ πίστις ἀποδεικνύεται ἀπὸ τὰ ἔργα, καὶ πῶς εἶναι δυνατὸν ὅσοι σφάλλουν στὸ ἕνα νὰ μποροῦν νὰ ἔχουν καὶ τὸ ἄλλο;".
Ὁ σύνδεσμος ὀρθοδοξίας καὶ ὀρθοπραξίας θὰ πρέπει νὰ εἶναι ἀδιάλυτος. Ἡ βασικὴ αὐτὴ θεολογικὴ πρόταση δὲ θεωρεῖται ἀπὸ τὸν Ἅγιο Θεόδωρο ἁπλὰ μία αὐτονόητη ἀλήθεια, ἀλλὰ ἀνάγεται σὲ μία θεμελιώδη προϋπόθεση ἀποδοχῆς ἢ ἀπορρίψεως τοῦ Χριστιανισμοῦ, ὥστε νὰ ρωτάει τὸν μοναχὸ  Βασίλειο μήπως ἀγνοεῖ ὅτι ὁ Χριστιανισμὸς ἔχει ὡς δύο συστατικά του τὴν πίστη καὶ τὰ ἔργα καὶ ἡ ἔλλειψη τοῦ ἑνὸς αὐτομάτως καθιστᾶ ἀνώφελο ἢ μᾶλλον ἄχρηστό το ἄλλο. "Ἢ πάλιν ἀγνοεῖ ἡ τιμιότις σου ὅτι ἐκ δύο συνισταμένου τοῦ χριστιανισμοῦ, λέγω δὴ πίστεως καὶ ἔργου, εἰ θάτερον λείπει, οὐδὲ τὸ ἕτερον ὀνίνησι τῷ ἔχοντι;".
Ἡ ὀρθοδοξία εἶναι ἀπαραίτητη γιὰ νὰ εἶναι κανεὶς ὁλοκληρωμένος ὀρθόδοξος. Βεβαίως καὶ χωρὶς ὀρθοπραξία εἶναι κανεὶς ὀρθόδοξος, ἔστω καὶ ἀτελής. Χωρὶς....


ὀρθόδοξη πίστη ὅμως ἡ ὀρθοπραξία εἶναι ἀνώφελη. Στὴν ἀπολογητικὴ ἐπιστολή του πρὸς τὸν πατριάρχη Νικηφόρο, συνδέει τὴν ὀρθοδοξία μὲ τοὺς ἱεροὺς κανόνες, οἱ ὁποῖοι θέτουν τὰ ὅρια τῆς ὀρθῆς πράξεως στὴν Ἐκκλησία. Ὅπως ὑπογραμμίζει, δὲν εἶναι τέλειος ὀρθόδοξος, ἀλλὰ μισός, αὐτὸς ποὺ νομίζει πὼς ἔχει ὀρθὴ πίστη, ἀλλὰ δὲ συμμορφώνεται μὲ τοὺς θείους κανόνες "μηδὲ γὰρ τέλειον εἶναι ὀρθόδοξον, ἀλλ' ἐξ ἠμισείας, τὸν τὴν πίστιν ὀρθὴν οἰόμενον ἔχειν τοῖς δὲ θείοις κανόσι μὴ ἀπευθυνόμενον". Στὰ στουδιτικὰ συγγράμματα ἡ πίστη συχνὰ συνδέεται μὲ τὴν ἐφαρμογὴ τῶν κανόνων καὶ ἡ διαστρέβλωση τῆς πίστεως μὲ τὴ ζωὴ ποὺ ἀδιαφορεῖ γιὰ τοὺς ἐκκλησιαστικοὺς κανόνες καὶ θεσμούς. Γι' αὐτὸ ὁ ἱερὸς πατὴρ προτρέπει τοὺς συνομιλητές του νὰ βαδίσουν πρὸς τὸ φῶς τῆς ἀλήθειας καὶ νὰ κρατήσουν μὲ σταθερότητα τὰ δόγματα καὶ τοὺς κανόνες.

Οἱ ἐκκλησιαστικοὶ Πατέρες ἔδωσαν ἀκατάπαυστους αἱματηροὺς ἀγῶνες, προκειμένου νὰ καθορίσουν μὲ θαυμαστὴ σαφήνεια καὶ ἀκρίβεια τὰ ἀσφαλῆ ὅρια μεταξὺ ἀλήθειας καὶ ψεύδους, ὀρθοδοξίας καὶ αἱρέσεως, φωτὸς καὶ σκότους, ζωῆς ἐντός τῆς Ἐκκλησίας, ποὺ μοιάζει μὲ παράδεισο, καὶ ζωὴ ἐκτός τῆς Ἐκκλησίας. Ὅπου ὑπάρχει ὀρθὴ πίστη καὶ ἀνάλογο βίωμα, τὸ ἀποτέλεσμα εἶναι νὰ ὁμιλοῦμε καὶ νὰ πράττουμε "ἐνθέσμως καὶ κανονικῶς". Κατὰ παρόμοιο τρόπο, ὅπου ὑπάρχει πορεία ἐντός τῶν ἐκκλησιαστικῶν θεσμῶν καὶ τῶν κανόνων, ἐκεῖ ἀκριβῶς ὑπάρχει ὀρθοδοξία καὶ ὀρθοπραξία. Στὴν ἐκκλησιαστικὴ ἐμπειρία ποὺ βιώνουν οἱ χριστιανοὶ "ἰσχύει" ἡ πίστις, ἡ ὁποία ὅμως ἀποδεικνύεται ζωντανὴ καὶ ἐνεργὸς μὲ τὰ ἔργα τῆς ἀγάπης. Τὸ λόγιο "πίστις δι' ἀγάπης ἐνεργουμένη" τοῦ Ἀποστόλου Παύλου σημαίνει πὼς ὁ λόγος τῆς πίστεως ἀναφέρεται στὸ "δόγμα τῆς ὀρθοπραξίας" καὶ ἡ ἀγάπη ἀναφέρεται στὸ "θεώρημα τῆς εὐπραξίας".

Στὰ ἔργα τοῦ Ἁγίου Θεοδώρου ὑπάρχει πληθώρα ἀναφορῶν μὲ προτροπὲς πρὸς τοὺς μαθητὲς καὶ τοὺς συνομιλητές του, γιὰ νὰ διαφυλάξουν τὴν ὀρθοδοξία καὶ τὴν ὀρθοπραξία. Προτρέπει τοὺς ἀδελφούς του νὰ κατέχουν "τὴν ὀρθόδοξον πίστιν" καὶ νὰ ὀρθοφρονοῦν "περὶ τὴν ἀμώμητον πίστιν". Θὰ πρέπει νὰ εἶναι σῶοι καὶ τέλειοι φυλάσσοντας "τὴν πίστιν τὴν ἀκλινῆ καὶ τὸν βίον σῶον", νὰ ζοῦν μὲ "ὀρθοτομίαν καὶ λόγου καὶ βίου". Ὁ ἴδιος εὔχεται νὰ ἀξιωθεῖ νὰ ἀκολουθήσει τὸν ἀδελφό του Ἰωσὴφ "ὀρθοδόξως καὶ ὀρθοβίως" καὶ νὰ μπορέσει νὰ συναρμόσει τὰ λόγια μὲ τὸ βίο. Τὴν ἡγουμένη Εὐφροσύνη προτρέπει νὰ τρέφει τὶς νύμφες τοῦ Χριστοῦ μὲ καθαρὸ ἄρτο τῆς ὀρθοδοξίας καὶ νὰ τὶς ποτίζει μὲ νάμα τῆς εὐπραξίας. Στὸ μοναχὸ Μακάριο γράφει πὼς προσεύχεται, ὥστε "τὸν λόγον τῆς ὀρθοδοξίας σῶον διαφυλάσσειν καὶ τὸν βίον μὴ ἀνθιστάμενον τῷ λόγω".


ΠΙΣΤΗ! ΣΕ ΠΟΙΟΝ;  ΣΤΗΝ ΕΚΚΛΗΣΙΑ; ΟΠΩΣ ΚΗΡΥΤΤΟΥΝ ΑΥΤΟΙ ΠΟΥ ΤΟΝ ΕΚΜΕΤΑΛΛΕΥΟΝΤΑΙ  ΣΗΜΕΡΑ; ΣΤΗΝ ΜΗΤΕΡΑ ΕΚΚΛΗΣΙΑ;

Πέμπτη 10 Νοεμβρίου 2016

Άγιος ο Θεόδωρος ο Στουδίτης +11 Νοεμβρίου


Ο ΑΓΙΟΣ Θεόδωρος ὁ Στουδίτης, ἀγαπητοί μου, ὁ ἅγιος Θεόδωρος ὁ Στουδίτης, τοῦ ὁποίου ἡ μνήμη ἑορτάζεται τὴν 11η Νοεμβρίου, εἶνε μία πελωρία μορφή. Ἐὰν ὑπῆρχε στὴν Ἑλλάδα τηλεόρασι μὲ σκοπὸ νὰ παράγῃ ἔργα μεγάλα καὶ ὑψηλὰ καὶ προέβαλλε σὲ συνέχειες ὄχι ἔργα ἐπαίσχυντα καὶ φθοροποιά, ἀλλ᾿ ἔργα ἀνωτέρας πνοῆς, θὰ μποροῦσε νὰ συμπεριλάβῃ στὸ πρόγραμμά της καὶ τὴν παραγωγὴ μιᾶς ταινίας μὲ θέμα τὴ μεγάλη αὐτὴ μορφὴ τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας. Ἐὰν δὲ ἡ τηλεόρασις ἔδειχνε σὲ σειρὰ ἐκπομπῶν ἕνα ἔργο μὲ τὴ ζωὴ τοῦ ἁγίου αὐτοῦ, νὰ εἶστε βέβαιοι πὼς δὲν θὰ ἔμενε μάτι ἀδάκρυτο, βλέποντας στὸ πρόσωπό του τὴ δόξα τῆς Ἐκκλησίας μας. Στὴν ταραχώδη ἐποχὴ ποὺ ζοῦμε, στὰ δύσκολα τοῦτα χρόνια, κάτι
σημαντικὸ ἔχει νὰ μᾶς πῇ ὁ βίος τοῦ ἁγίου Θεοδώρου τοῦ Στουδίτου. Τὰ χρόνια εἶνε παράλληλα· ὅ,τι συνέβη στὴν ἐποχὴ τοῦ Θεοδώρου τοῦ Στουδίτου, συμβαίνει καὶ σήμερα. Καὶ ὅπως ἐκεῖνος ἀγωνίστηκε, ἔτσι πρέπει ν᾿ ἀγωνισθοῦμε κ᾿ ἐμεῖς κατὰ τὸ ῥητὸ τοῦ ἀποστόλου· «Μνημονεύετε τῶν ἡγουμένων ὑμῶν, οἵτινες ἐλάλησαν ὑμῖν τὸν λόγον τοῦ Θεοῦ, ὧν ἀναθεωροῦντες τὴν ἔκβασιν τῆς ἀναστροφῆς μιμεῖσθε τὴν πίστιν» (Ἑβρ. 13, 7), δηλαδή· Νὰ θυμᾶστε τοὺς πνευματικούς σας ὁδηγούς, ποὺ σᾶς δίδαξαν τὸ λόγο τοῦ Θεοῦ, καὶ ἐπανεξετάζοντας ποῦ σᾶς ἔφερε ἡ συναναστροφὴ μαζί τους νὰ μιμῆσθε τὴν πίστι τους. Ἐπιτρέψατέ μου, λοιπόν, ἐν συντομίᾳ νὰ παρουσιάσω ἐνώπιόν σας τὴν γιγαντιαία μορφὴ τοῦ μεγάλου αὐτοῦ ὁμολογητοῦ τῆς πίστεως. 

* * *


Ἀνοίγουμε τὴν ἱστορία καὶ μεταφερόμεθα στὸ παρελθόν, στὰ παλαιότερα ἔνδοξα χρόνια. Ὅπως ὑπάρχει διαστημόπλοιο, μὲ τὸ ὁποῖο οἱ ἀστροναῦτες μποροῦν νὰ φθάσουν σὲ ἄλλο πλανήτη, ἔτσι ὑπάρχει καὶ μέσο, μὲ τὸ ὁποῖο μποροῦμε κ᾿ ἐμεῖς νὰ μεταφερθοῦμε σὲ ἕναν ἄλλο καιρό, στὸ παρελθόν, καὶ νὰ δοῦμε νὰ ζωντανεύουν ἐμπρός μας παλαιὲς ἱστορίες καὶ ἀρχαῖες δόξες. Τὸ δὲ μέσον αὐτὸ εἶνε ἡ φαντασία μας. Ἂς ταξιδέψουμε λοιπὸν μὲ τὴ φαντασία μας πίσω, στὸν καιρὸ τοῦ Βυζαντίου, κι ἂς σταματήσουμε στὴν πόλι τῶν ὀνείρων μας, στὴν Κωνσταντινούπολι. Βρισκόμαστε στὸ 795 μ.Χ.. Μπορεῖτε νὰ μοῦ πῆτε, ποιός ἦταν τότε ὁ αὐτοκράτορας, ποὺ βασίλευε στὴ μεγάλη καὶ ἔνδοξο αὐτὴ πόλι; Ὤ «ματαιότης ματαιοτήτων»! «Ἆρα τίς ἐστι, βασιλεὺς ἢ στρατιώτης;…». «Ἐπελθὼν γὰρ ὁ θάνατος ταῦτα πάντα ἐξηφάνισται». Κανείς δὲν θυμᾶται. Ὅπως καὶ μετὰ ἀπὸ 100 χρόνια ποιός θὰ θυμᾶται, ποιός εἶνε σήμερα πρόεδρος τῆς δημοκρατίας, ποιός εἶνε πρωθυπουργός, καὶ ποιός εἶνε ὑπουργὸς τῆς δικαιοσύνης;… Καὶ ποιός θὰ θυμᾶται, ποιός εἶνε ἀρχιεπίσκοπος καὶ ποιός εἶνε ἐπίσκοπος;… Ἀλλ᾿ ἂν ἡ ἱστορία σβήνῃ τὰ ὀνόματα ἐκείνων ποὺ ἐπρόδωσαν τὴν πίστι καὶ τὴν πατρίδα, θὰ ζοῦν ὅμως πάντοτε μέσ᾿ στὶς καρδιὲς τῶν ὀρθοδόξων Ἑλλήνων, ὅσα χρόνια κι ἂν περάσουν, τὰ ὀνόματα τῶν ἀγωνιστῶν καὶ ὁμολογητῶν τῆς Ὀρθοδοξίας. «Εἰς μνημόσυνον αἰώνιον ἔσται δίκαιος» (Ψαλμ. 111, 6). Καὶ ἐνῷ τὸ ὄνομα τοῦ βασιλέως ἐκείνου, τοῦ αὐτοκράτορος ποὺ ἀτίμασε τὸν βίο του μὲ μία αἰσχρὰ πρᾶξι, ἔχει σβησθῆ καὶ μόνο οἱ ἱστοριοδῖφαι ἐρευνοῦν γιὰ νὰ βροῦν τ᾿ ὄνομά του, ἡ ἱστορία ἔχει γράψει μὲ χρυσᾶ γράμματα τὸ ὄνομα ἑνὸς ἀσκητοῦ, τοῦ Θεοδώρου τοῦ Στουδίτου. Ποιός ἦταν ὁ Θεόδωρος ὁ Στουδίτης; Δὲν θὰ ἐξιστορήσω ἐδῶ ὅλο τὸν βίο του. Τρεῖς μαθηταί του ἔχουν γράψει τὴν ἱστορία του.

* * *


Γεννήθηκε τὸ 759 στὴν Κωνσταντινούπολι. Δὲν γεννήθηκε ἀπὸ βράχο. Κανείς δὲν γεννιέται ἀπὸ βράχο. Ὅλους μιὰ μάνα μᾶς γέννησε. Καὶ ἡ μάνα παίζει σπουδαῖο ῥόλο. Πίσω ἀπὸ κάθε μεγάλον ἄνδρα ζητῆστε τὴ γυναῖκα, ζητῆστε τὴ μάνα. Ὅπως πίσω ἀπὸ τὸν Μ. Βασίλειο εἶνε ἡ Ἐμμέλεια καὶ πίσω ἀπὸ τὸν Χρυσόστομο εἶνε ἡ Ἀνθοῦσα καὶ πίσω ἀπὸ τὸν Γρηγόριο τὸν Θεολόγο εἶνε ἡ Νόννα καὶ πίσω ἀπὸ τὸν ἱερὸ Αὐγουστῖνο, τοῦ ὁποίου ἀναξίως φέρω τὸ ὄνομα, εἶνε ἡ Μόνικα ἡ ἁγία, ἔτσι λοιπὸν καὶ πίσω ἀπὸ τὸν ἅγιο Θεόδωρο τὸν Στουδίτη εἶνε ἡ μάνα, ἡ γλυκυτάτη μάνα. Τὸ ὄνομά της; Θεοκτίστη. Ὅταν πέθανε ἡ μητέρα του, ὁ Θεόδωρος πῆγε στὸν τάφο της καὶ ἔκλαψε, ἔκλαψε σὰν τὸ Χριστό, καὶ ἐξεφώνησε ἕνα λόγο περισπούδαστο. Ἐκεῖ ὀνομάζει τὴ μητέρα του μὲ τὸ ὄνομα «διμήτηρ», δηλαδὴ μάνα δυὸ φορές. Ὦ μάνα γλυκειά, μάνα δυὸ φορές! Τί θὰ πῆ δυὸ φορὲς μάνα; Σὰν νὰ τῆς ἔλεγε· «Μὲ γέννησες δυό φορὲς. Μιὰ φορὰ μὲ γέννησες μὲ τὸ φυσικὸ τρόπο· μικρά γέννησις αὐτή. Ἀλλὰ μὲ γέννησες καὶ κατ᾿ ἄλλο τρόπο, πνευματικό τρόπο. Μαζὶ μὲ τὸ γάλα, ποὺ μὲ πότισες, μὲ πότισες καὶ τὸ γάλα τοῦ Χριστοῦ, τὴν ἱερὰ διδασκαλία». Καὶ τὸ ζῆν καὶ τὸ εὖ ζῆν ὤφειλε στὴ μητέρα του. Ἐκείνη τὸν ἔπαιρνε τὴν ἡμέρα στὰ γόνατά της καὶ τὸν δίδασκε, καὶ τὴ νύχτα, τὰ μεσάνυχτα, κάτω ἀπὸ τὰ ἄστρα καὶ μπροστὰ στὰ ἀφρίζοντα κύματα τοῦ Βοσπόρου, τὸν γονάτιζε καὶ τὸν μάθαινε νὰ προσεύχεται καὶ νὰ ἐπικοινωνῇ μὲ τὸν οὐράνιο Πατέρα. Ὦ μάνα γλυκειά, δυὸ φορὲς μὲ γέννησες! Γυναῖκες ποὺ μ᾿ ἀκοῦτε, νά ᾿στε μάνες ὄχι μιὰ ἀλλὰ δυό φορές. Τὸ νὰ γεννήσετε εἶνε δύσκολο καὶ σπουδαῖο, ἀλλὰ ὄχι καὶ μεγάλο. Γεννοῦν καὶ τὰ σκυλιά, γεννοῦν καὶ τὰ λιοντάρια, γεννοῦν καὶ ὅλα τὰ ἄλλα ὄντα τῆς ζῳολογικῆς κλίμακος. Τὸ γεννᾷν δὲν σὲ κάνει μάνα. Μάνα θὰ γίνῃς, ἂν μέσ᾿ στὴν καρδιὰ τοῦ παιδιοῦ φυτέψῃς τὸ Χριστὸ καὶ τὴν πατρίδα. Ἂν τὸ κάνῃς αὐτό, ἐσὺ μὲν θὰ γεράσῃς, θ᾿ ἀσπρίσουν τὰ μαλλιά σου, θὰ πεθάνῃς. Ἀλλ᾿ ἐπάνω στὸν τάφο σου θὰ ἔλθῃ κάποιος, ετε στρατηγὸς ετε ἐπίσκοπος ετε ἐργάτης ετε οἰκογενειάρχης…, καὶ θὰ πῇ· «Μάνα, γλυκειά μου μάνα, δυό φορὲς μὲ γέννησες». Ἂν δὲν σᾶς τὸ ποῦν αὐτό, τότε δὲν εἶστε ἄξιες μητέρες καὶ ἄξιες Ἑλληνίδες. Ὅπως λοιπὸν ἡ μάνα τοῦ ἁγίου Θεοδώρου ἦτο «διμήτηρ», ἔτσι κ᾿ ἐσεῖς νὰ γίνετε διμήτορες. Δυό φορὲς νὰ γεννήσετε. Νὰ φέρετε παιδιὰ στὸν κόσμο, κι αὐτὰ τὰ παιδιὰ νὰ τὰ ὁδηγήσετε στὸ Χριστό. Ἀπὸ τέτοια μάνα βγῆκε. Κλωνάρι ἔνδοξο ἐκλεκτῆς, γενναίας, σπανίας οἰκογενείας. Ἀπὸ μικρὸς ἀκολούθησε τὸ Χριστό. Ἀφιερώθηκε στὴν ὑπηρεσία του. Ἔκτισε μοναστήρι. Τί μοναστήρι; Κοντὰ στὸ Θεόδωρο τὸ Στουδίτη μαζευτήκανε ―παρακαλῶ μετρῆστε― 1.000 νέοι! Λεβεντιὰ καὶ δόξα. Στρατιῶτες τοῦ Χριστοῦ, ποὺ ἔφτειαξαν κοινόβιον. Τί σημαίνει κοινόβιο; Κράτος Θεοῦ. Ἐπιτρέψτε μου νὰ μιλήσω μὲ τὴ σύγχρονη γλῶσσα, ἂν καὶ κινδυνεύω νὰ παρεξηγηθῶ· τὸ κοινόβιο τοῦ Στουδίτου ἦταν μία σοσιαλιστικὴ χριστιανικὴ κοινωνία. Ὅλα κοινά. Τίποτε ίδιον, κανείς δὲν εἶχε ἰδιοκτησία. Κ᾿ εὕρισκες νὰ ὑπάρχουν ἐκεῖ ὅλα τὰ ἐπαγγέλματα κι ὅλες οἱ δουλειές· καὶ γεωργοί, καὶ βοσκοί, καὶ κτίστες, καὶ ξυλουργοί, καὶ σιδηρουργοί, καὶ ἀγωγιάτες, καὶ μάγειροι, καὶ ὑποδηματοποιοί, …ἀκόμη καὶ τυπογράφοι. Ἐκεῖ ὑπῆρχε τὸ μεγαλύτερο τυπογραφεῖο τῆς Ἀνατολῆς. ―Μὰ εἶνε δυνατόν, τὸ 795 τυπογραφεῖο; Ἡ τυπογραφία, μεγάλη ἐφεύρεσι στὴν ὁποία ὀφείλει τόσα ἡ ἀνθρωπότης, ἔγινε, ὅπως ξέρουμε, τὸν 15ο αἰῶνα. Πῶς λοιπὸν τὸν 8ο αἰῶνα εἶχε ὁ Στουδίτης τυπογραφεῖο; Οἱ καλόγεροι ξενυχτοῦσαν ἀντιγράφοντας κείμενα μέχρι τῆς πρωϊνὲς ὧρες. Τὰ ἅγια χεράκια τους ἔγραφαν Ἀποστόλους, ἔγραφαν Εὐαγγέλια, ἔγραφαν πατέρας (Χρυσόστομο, Μέγα Βασίλειο, Μέγα Ἀθανάσιο…), ἔγραφαν καὶ κλασσικούς (Πλάτωνα, Ἀριστοτέλη, Θουκυδίδη…). Ἂν ὑπάρχῃ σήμερα ὁ Πλάτων, ὁ Ἀριστοτέλης καὶ ἄλλοι κλασσικοὶ συγγραφεῖς, αὐτὸ τὸ ὀφείλουμε στὰ ἅγια χέρια τῶν καλογήρων ἐκείνων, ποὺ ἦταν οἱ τυπογράφοι τῆς ἐποχῆς καὶ ἀντέγραφαν καλλιγραφικῶς ὅλα τὰ σπουδαῖα κείμενα. Ὁ ἅγιος Θεόδωρος ἦταν ἀκόμα καὶ ποιητής. Οἱ λεγόμενοι ἀναβαθμοὶ τῆς Ὀκτωήχου, ποὺ εἶνε μέλι γλυκύτατο, τὰ ἐγκώμια τοῦ Ἐπιταφίου θρήνου, ποὺ ψάλλονται τὴ Μεγάλη Παρασκευή, καὶ πολλοὶ ἄλλοι ὕμνοι, εἶνε ὅλα ἔργα τοῦ θεοπνεύστου αὐτοῦ ἀνδρός, τοῦ ἁγίου Θεοδώρου τοῦ Στουδίτου. Αὐτό ἦταν τὸ ἔργο τοῦ μεγάλου αὐτοῦ πατρὸς τῆς Ἐκκλησίας μας. Καὶ ποιό ἦταν τὸ τέλος του; Επαμε, ὅτι ὁ ἅγιος Θεόδωρος εἶχε μοναστήρι, καὶ θὰ περίμενε κανεὶς νὰ τελειώσῃ τὴ ζωή του ἐκεῖ. Πέθανε λοιπὸν στὸ μοναστήρι; Τὰ μοναστήρια καὶ οἱ ἀδελφότητες ―ἂς τ᾿ ἀκούσουν ὅλοι― δὲν εἶνε αὐτοσκοπός. Εἶνε μέσα. Τὸ ἐπαναλαμβάνω· οἱ ἀδελφότητες καὶ τὰ μοναστήρια δὲν εἶνε αὐτοσκοπός, ἀλλὰ εἶνε μέσα. Καὶ τὰ μέσα αὐτὰ ἔχουν ἀξία, ἐφ᾿ ὅσον ὑπάρχει σκοπός. Καὶ σκοπὸς εἶνε ἡ δόξα τοῦ Θεοῦ. Ἔρχονται στιγμές, ποὺ θὰ θυσιάσῃς ὄχι μόνο τὸν ἑαυτό σου, ἀλλὰ καὶ τὸ μοναστήρι σου· καλεῖσαι νὰ τὸ κάνῃς ὁλοκαύτωμα γιὰ τὴ δόξα τοῦ Χριστοῦ. Κι ὅπως κάτω στὴν Κρήτη, στὸ Ἀρκάδι, ὁ Γαβριὴλ ἔβαλε φωτιὰ κ᾿ ἔκαψε τὸ μοναστήρι, καὶ ἡ φλόγα τοῦ Ἀρκαδίου φώτισε τὸν κόσμο καὶ συνετέλεσε τὰ μέγιστα στὴν ἀπελευθέρωσι τῆς Κρήτης, ἔτσι κι ὁ ἅγιος Θεόδωρος ὁ Στουδίτης. Γιὰ νὰ κτίσῃ τὸ περιλάλητο μοναστήρι τοῦ Στουδίου, κατέβαλε κόπους καὶ μόχθους ἐτῶν. Ἀλλὰ ἦρθε στιγμὴ πού, γιὰ νὰ διατηρήσῃ τὸ μοναστήρι του, ἔπρεπε νὰ κάνῃ συμβιβασμοὺς σὲ ζητήματα ὀρθοδόξου πίστεως. Τότε ἐκεῖνος δὲν λυπήθηκε τὸ μοναστήρι του. Δὲν εἶπε Θὰ ὑποχωρήσω. Ἀλλὰ σὲ μιὰ στιγμή, δραματικὴ στιγμὴ τῆς ἱστορίας, τὸ ἔκαψε τὸ μοναστήρι, τὸ ἔκανε λιβάνι καὶ θυσία. Τότε τὸ μοναστήρι αὐτὸ διαλύθηκε. Ἀπὸ τοὺς χίλιους μοναχούς, ποὺ διώχθηκαν βιαίως, ἄλλοι πέθαναν στὴν ἐξορία, ἄλλοι ὑποβλήθηκαν σὲ ποικίλες δοκιμασίες καὶ μαρτύρια ὁμολογώντας τὴν ὀρθόδοξο πίστι, ὑπέστησαν κακώσεις, ἔχασαν τὰ μάτια τους ἢ ἄλλα μέλη τοῦ σώματός τους. Σκορπίσθηκαν οἱ σεβάσμιοι μοναχοί, ἐρείπια ἔγινε τὸ περίφημο μοναστήρι.Φυσικὸ εἶνε νὰ ῥωτήσῃ κανείς· Μὰ πῶς διαλύθηκε μία τόσον ἔνδοξος ἀδελφότης; Πῶς; Ἐδῶ ἀκριβῶς θέλω νὰ προσέξετε, ἀγαπητοί μου. Στὰ χρόνια ἐκεῖνα συνέβη ἕνα θλιβερὸ γεγονὸς καὶ ἡ είδησι διαδόθηκε μέσ᾿ στὴν πόλι. Πῶς διαδόθηκε; Ἐφημερίδες τότε δὲν ὑπῆρχαν, ῥαδιόφωνα δὲν ὑπῆρχαν, τηλεοράσεις δὲν ὑπῆρχαν. Ἀλλ᾿ ἡ πρώτη ἐφημερίδα ποιά εἶνε; Εἶνε τὸ στόμα. Αὐτή εἶνε ἡ πρώτη ἐφημερίδα. Ὅσοι εἶστε ἀπὸ χωριὸ καὶ προλάβατε τὴ ζωὴ τῶν προηγουμένων ἐτῶν, θὰ θυμᾶστε, ὅτι στὴν κοινωνία ἐκείνη μέσα σὲ πέντε λεπτὰ μάθαιναν ὅλοι τὸ κάθε τι ἀπὸ στόμα σὲ στόμα. Ἀπὸ στόμα σὲ στόμα λοιπὸν διαδόθηκε καὶ μέσα στὴν Πόλι, στὴν Κωνσταντινούπολι, τὸ θλιβερὸ γεγονός. Στὰ σπίτια, στὶς συνοικίες, στὸν ἱππόδρομο, στὸ λιμάνι ποὺ ἦταν οἱ ναῦτες, στὰ καΐκια, στὰ πλοῖα, παντοῦ, μιὰ κουβέντα εἶχαν· ―Πώ πώ τί ἔγινε! Δυστύχημα. Χειρότερο ἀπὸ κάθε ἄλλο δυστύχημα. Χειρότερο κι ἀπὸ τὸ νὰ χαλάσῃ μιὰ ἐκκλησία. Γιατὶ τὸ νὰ γκρεμίσῃς μιὰ ἐκκλησία εἶνε φοβερό, ἀλλὰ αὐτὸ ποὺ συνέβη ἦταν ἀκόμη πιὸ φοβερό. ―Τί συνέβη λοιπόν; Τί δυστύχημα ἦταν αὐτό; Θὰ τὸ δοῦμε σὺν Θεῷ στὸ ἑπόμενο φύλλο.

† ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος  
Ἀπομαγνητοφωνημένη εσπερινή ὁμιλία του Μητροπολίτου Φλωρίνης π. Αυγουστίνου στην Αθήνα, στις 21-11-1976. Εδημοσιεύθη στὴν «Χριστιανική Σπίθα» (527-9/1996)


ΣΧΟΛΙΟ: Καθώς φαίνεται λοιπόν η κακοφωνία τής αποτειχίσεως ξεκινά από τόν Καντιώτη καί στηρίζεται στόν άτακτο Μυτιληναίο εν πολλοίς. Εκλαικευμένη ρητορική, αυθεντία,απειλές. Ολα τά χαρακτηριστικά τής σέκτας.  Συμβάλλουν τά μέγιστα στην αναίμακτο επικράτηση τού οικουμενισμού μέ τήν παραίτησή τους από τήν διερεύνηση τής αιρέσεως η οποία έχει σάν κεφαλή της τόν Ζηζιούλα, καί μέ τήν επίμονη στοχοποίησή τους τού άκαρπου Βαρθολομαίου ο οποίος είναι μόνον η κορυφή τού παγόβουνου.

Αμέθυστος

Σάββατο 12 Δεκεμβρίου 2015

ΑΠΙΣΤΕΥΤΕΣ ΚΑΤΑΓΓΕΛΙΕΣ ΤΟΥ ΣΕΒ. ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗ ΕΛΕΥΘΕΡΟΥΠΟΛΕΩΣ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ ΓΙΑ ΤΗ ΣΥΝΑΞΗ ΤΩΝ ΙΕΡΑΡΧΩΝ ΤΟΥ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟΥ ΘΡΟΝΟΥ

Διαβάσαμε στη “Ρομφαία”:

“Όπως επίσης άκουσαν πολλοί σύνεδροι από το στόμα κοσμογυρισμένων ορθοδόξων επισκόπων για σκοτεινά παρασκήνια, κοσμικά διαβούλια και περίπλοκα στις αναγκαστικές κάποτε σχέσεις της Εκκλησίας με τους ανθρώπους του κόσμου τούτου.

Πράγματα φυσικά άγνωστα, ανυποψίαστα, απροσπέλαστα σε μας που ζούμε στη μακαριότητα και την αυτάρκεια του εκκλησιαστικού «επαρχιωτισμού» (Ελέχθη και αυτό μετριοφρόνως με δόση ευσεβάστου οίκτου…).

Εντύπωση βέβαια όχι τόσο ευχάριστη προκάλεσε η υποστηριζόμενη, μάλλον με αρκετή ευκρίνεια διαφαινόμενη, απ’ όσα σπουδαία ελέχθησαν κατά την διάρκεια των εργασιών της Συνάξεως άποψη, ότι τα ίδια τα πράγματα, η σύγχρονη πολιτική, πολιτιστική και ηθική κατάσταση του κόσμου τούτου, απαιτούν εξάπαντος κάποια υποχωρητικότητα και κάποια ευκαμψία και ευλυγισία διπλωματική στις σχέσεις μας με τους ετεροδόξους χριστιανούς.

Επίσης εξένισε πολλούς και η επίμονη άποψη ότι σοβαρότατο εμπόδιο στην καλή και εύρυθμη πορεία των διαλόγων αποτελεί η επίμεμπτη, διαρκής υστεροβουλία των εκπροσώπων της πολυπληθούς Εκκλησίας του Βορρά.

Καί εάν μεν κάπως αορίστως ετονίζετο αυτή η απαραίτητη «εκ των πραγμάτων» διπλωματική ευλυγισία της Ορθοδοξίας, μικρή και ανεπαίσθητη θα προκαλούσε εντύπωση.

Όμως τούτο έγινε οδυνηρά αντιληπτό, όταν εθίγη το θέμα των συμπροσευχών, κάτι που απασχόλησε, όχι απλώς το παρελθόν, αλλά αυτούς τους θεοπνεύστους ιερούς κανόνες κάποτε η όταν παρελήφθη επίμονα στα κείμενα, που εκφωνούντο, η γνωστή μας γενική από τη λέξη πρωτείον του Ρώμης, δηλαδή η γενική τιμής η εξουσίας η το επαχθέστερο, όταν διεφάνη στα λόγια του συμπροεδρεύοντος κάποια υποτίμηση αρχαίου και επιφανούς εκκλησιαστικού διδασκάλου. Ποίου;

Τού Αγίου Γρηγορίου του Παλαμά και γενικώτερα του εκκλησιαστικού κινήματος του Ησυχασμού.”


Τι καταγγέλλει ο Σεβ. Ελευθερουπόλεως;
1.) Ότι οι Πατριαρχικοί θεωρούν ότι η Εκκλησία της Ελλάδος πάσχει από “εκκλησιαστικό επαρχιωτισμό”.

2.) Ότι οι σύγχρονες συνθήκες “απαιτούν εξάπαντος κάποια υποχωρητικότητα και κάποια ευκαμψία και ευλυγισία διπλωματική στις σχέσεις μας με τους ετεροδόξους χριστιανούς.”

3.) Ότι η Εκκλησία της Ρωσίας προβάλλει εμπόδια στους διαλόγους, χωρίς όμως να διευκρινίζει αν οι αντιρρήσεις της Ρωσίας εστιάζονται στην ερμηνεία του Πρωτείου ή αν άπτονται και άλλων θεμάτων. Αν δηλαδή η Εκκλησία της Ρωσίας αρνείται την εγκυρότητα του κειμένου της Ραβέννας για το πρωτείο ή αν ασκεί γενικότερη κριτική στο οικουμενιστικό ντελίριο του Φαναρίου.

4.) Ότι οι Πατριαρχικοί δείχνουν περιφρόνηση προς τους Ιερούς Κανόνες οι οποίοι απαγορεύουν την συμπροσευχή με τους αιρετικούς και τους αλλόθρησκους.

5.) Ότι οι πατριαρχικοί δεν κάνουν σαφή διάκριση, αλλά σύγχυση, των όρων πρωτείο τιμής και πρωτείο εξουσίας του επισκόπου Ρώμης.

6.) Ότι οι πατριαρχικοί υποτιμούν τον Άγιο Γρηγόριο Παλαμά.

Απίστευτες και λίαν σοβαρές οι καταγγελίες του Σεβ. Ελευθερουπόλεως.

Θερμά τον ευχαριστούμε επειδή έσπασε την ομερτά της σιωπής των υπολοίπων ιεραρχών που παρέστησαν στη Σύναξη.

Το ερώτημα που προκύπτει είναι πώς αντέδρασαν -αν αντέδρασαν- οι ιεράρχες που άκουσαν τους πατριαρχικούς να εκστομίζουν τις φοβερές αυτές κακοδοξίες ή αν τους άφησαν να τους συμπεριφέρονται, όχι ως ιεράρχες, αλλά ως μαθητούδια.

Το δεύτερο ερώτημα αφορά τη ουσία των καταγγελιών. Είναι φανερόν ότι οι Οικουμενιστές απέβαλαν κάθε ορθόδοξο χαλινό και κηρύσσουν αιρέσεις από των δωμάτων. 

Ευχών χρεία και συστράτευση δυνάμεων για να καθαιρεθούν τα οχυρώματα του εχθρού.
πηγή 
trelogiannis.

ΣΧΟΛΙΟ: ΖΗΖΙΟΥΛΑΣ: ΝΕΝΙΚΗΚΑ ΣΕ ΡΩΜΑΝΙΔΗ. Εχουμε αποδεχθεί σιωπηλώς εδώ καί καιρό τήν εκκλησία σάν ΘΕΟ. Καί εισπράττουμε πλέον τούς τόκους. Ο Ζηζιούλας μέ θράσσος, καλυμμένος από τήν άγνοιά μας ομολογεί σάν πάπας. Ο ΗΣΥΧΑΣΜΟΣ ΕΙΝΑΙ Ο ΜΕΓΑΛΥΤΕΡΟΣ ΕΧΘΡΟΣ ΤΗΣ ΕΥΧΑΡΙΣΤΙΑΚΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΟΛΟΓΙΑΣ. Τό κακό όμως είναι ότι ο Ησυχασμός είναι η οδός τής Σωτηρίας καί οι συνέπειες αυτής τής κακοδοξίας είναι τραγικές γιά τόν χριστιανό. Ο ΗΣΥΧΑΣΜΟΣ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΜΙΚΡΟ ΟΝΟΜΑ ΤΗΣ ΑΓΙΟΤΗΤΟΣ. Οι Στουδίτες ανακήρυξαν τήν εκκλησία ΘΕΟ καί ιδιαιτέρως ο Θεόδωρος Στουδίτης. Καί η μάχη τής κακοδοξίας αυτής δόθηκε από τόν Αγιο Συμεών τόν Νέο Θεολόγο, εναντίον τών Στουδιτών. Η νίκη τού Αγίου συνέπεσε καί μέ τήν δημιουργία τού Αγίου Ορους. Καί η μάχη χάθηκε ξανά μέ τούς Κολλυβάδες. Από τότε η Εκκλησία είναι η επί γής Θεός, μιά εκκλησία έτοιμη νά δεχθεί σάν κεφαλή της τόν πάπα. Αυτή η εκκλησία τού χρυσού Μόσχου είναι ο κληρικαλισμός πού διοικείται από τούς χρυσοελεφάντινους επισκόπους. Καί τί λέει ο Ησυχασμός πού είναι άξιο εξοστρακισμού; Αν δέν γνωρίσεις τόν Κύριο, τήν δόξα Του καί τό Φώς Του από εδώ καί δέν τό λατρεύσεις από εδώ, δέν δύνασαι πλέον νά τό κάνεις ούτε εκεί. Αν δέν μετανοήσεις εδώ δέν τό μπορείς ούτε εκεί. Μάς έμεινε μιά θολή πίστη στόν Χριστό αλλά χάσαμε τήν πίστη μας στόν Χριστό Σωτήρα, στών αοράτων τήν υπόσταση.  

Από το “Ημερολόγιο” του Αλεξάνδρου Σμέμαν
«Τετάρτη, 10 Σεπτεμβρίου, 1980

Γενικά, νιώθω όλο και πιο αποξενωμένος, απομακρυσμένος απ’ όσα έχω να κάνω. Παίζω όλους μου τους ρόλους – Σεμινάριο, θεολογία, Εκκλησία, Ρώσοι εμιγκρέδες, αλλά κυριολεκτικά «ρόλους». Δεν ξέρω πώς ν’ αποτιμήσω αυτούς τους ρόλους, τί είναι. Ίσως απλή τεμπελιά, ίσως κάτι βαθύτερο. Για να είμαι τίμιος, δεν γνωρίζω. Το μόνο που ξέρω είναι πως αυτή η αποξένωση δεν με κάνει δυστυχισμένο. Ουσιαστικά είμαι αρκετά ευχαριστημένος με τη μοίρα μου και δεν θα ήθελα κάποια άλλη. Κατά κάποιο τρόπο, μου αρέσει ο καθένας απ’ αυτούς τους ρόλους, ο καθένας απ’ αυτούς τους κόσμους, και μάλλον θα έπληττα αν τους στερούμουν. Αλλά δεν μπορώ να ταυτιστώ μαζί τους. Σκέφτομαι χονδρικά ως εξής: έχω μια εσωτερική ζωή, αλλά η πνευματική μου κρατιέται χαμηλά. Ναι, έχω πίστη, αλλά με ολοκληρωτική απουσία ενός προσωπικού μαξιμαλισμού, τον όποιο τόσο προφανώς απαιτεί το Ευαγγέλιο.
Απ’ την άλλη πλευρά όλα όσα διαβάζω για την πνευματική ζωή, όλα όσα βλέπω στους ανθρώπους που τη ζουν, κάπως με ερεθίζουν. Τί συμβαίνει; Είναι αυτοάμυνα, είναι φθόνος γι’ αυτούς που τη ζουν, και γι’ αυτό μια επιθυμία να τη δυσφημίσω; Κατόπιν, τυχαία, διάβασα ένα απόσπασμα από τον άγιο Συμεών τον Νέο Θεολόγο για την ανάγκη να μισήσεις το σώμα σου, και αμέσως ένιωσα πως όχι μόνο ό,τι χειρότερο υπάρχει μέσα μου, αλλά και κάτι άλλο είναι που δεν συμφωνεί μ’ αυτό, που δεν το δέχεται.
Απλά ερωτήματα για μια απλή επίγεια ανθρώπινη ευτυχία: για τη χαρά που ξεπερνά τον φόβο του θανάτου• για τη ζωή στην οποία μας έχει καλέσει ο Θεός. για το γιατί και το πώς λάμπει ο ήλιος• για το ποιοι είναι οι ορίζοντες της Λαμπέλ, οι απαλοί λόφοι της που σκεπάζονται από δένδρα, ο απέραντος ουρανός της και οι λαμπρές ακτίνες του ήλιου. Απλά ερωτήματα!»

Αγιος Σιλουανός. Τό ξεχασμένο μυστήριο τής Σωτηρίας.

«Κύριε, βλέπεις ὅτι θέλω νά προσευχηθῶ ἐνώπιόν Σου μέ καθαρό νοῦ, ἀλλά οἱ δαίμονες μέ ἐμποδίζουν. Πές μου τί πρέπει νά κάνω γιά νά ἀπομακρυνθοῦν ἀπό μένα». Καί ἔλαβα μέσα στήν ψυχή μου αὐτή τήν ἀπάντηση ἀπό τόν Κύριο:
«Οἱ ὑπερήφανοι ὑποφέρουν πάντα ἀπό τούς δαίμονες».

Ἐγώ επα: «Κύριε, Ἐσύ εἶσαι ἐλεήμων· ἡ ψυχή μου Σέ γνωρίζει· πές μου τί πρέπει νά κάνω γιά νά ταπεινωθεῖ ἡ ψυχή μου».
 Καί ὁ Κύριος ἀπάντησε στά μύχια τῆς ψυχῆς μου: «Κράτα τόν νοῦ σου στόν Ἅδη καί μήν ἀπελπίζεσαι». 
ΓΙΑ ΤΙΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΕΣ ΑΚΟΛΟΥΘΙΕΣ
Ο Γέροντας αγαπούσε πολύ τίς μακρές εκκλησιαστικές ακολουθίες στόν Ναό, μέ τόν απέραντο πλούτο σέ πνευματικό περιεχόμενο. Τιμούσε τό έργο τών ψαλτών καί τών αναγνωστών καί προσευχόταν πολύ γι αυτούς, παρακαλώντας τόν Θεό νά τούς βοηθάει, ιδιαίτερα στίς ολονύχτιες αγρυπνίες. Παρόλη όμως τή αγάπη του γιά τήν μεγαλοπρέπεια, τήν ομορφιά καί την μουσική τών ακολουθιών, έλεγε πώς καθορίστηκαν βέβαια μέ τόν φωτισμό τού Αγίου Πνεύματος, αλλά κατά τήν μορφή τους αποτελούν ατελή προσευχή καί δόθηκαν στό λαό γιατί αναλογούν στίς δυνάμεις όλων καί είναι ωφέλιμες γιά όλους.

«Ο Κύριος μάς έδωσε τίς εκκλησιαστικές ακολουθίες μέ τήν ψαλμωδία, γιατί είμαστε αδύνατα παιδιά. Ακόμη δέν ξέρουμε νά προσευχόμαστε όπως πρέπει καί έτσι η ψαλμωδία ωφελεί όλους, όσους ψάλλουν με ταπείνωση. Είναι όμως καλύτερο, όταν η καρδιά μας γίνεται ναός τού Κυρίου καί ο νούς θρόνος Του»

Καί ακόμα έλεγε πώς όλος ο κόσμος μεταβάλλεται σέ ναό τού Θεού, όταν η αδιάλειπτη προσευχή ριζώσει στά βάθη τής καρδιάς.
Αμέθυστος

Τετάρτη 11 Νοεμβρίου 2015

Ἁγίου Θεοδώρου τοῦ Στουδίτου

Κοντάκιον
Τόν διαπρύσιον φωστῆρα καί κοσμήτορα τόν διαλάμψαντα δεινῶς ἑν ἀγωνίσμασι ἀναμέλπει ὀρθόδοξος ἐκκλησία.Δοξασθείς παρά θεοῦ ὅνπερ ἐδόξασας
τιμηθείς δέ παρ' αὐτῆς ἥνπερ ἐτίμησας
ὄθεν κράζει σοι· Χαῖρε Στουδίου τό καύχημα.
Ὁ Οἶκος
Ἄνθρωπος οὐρανόφρων ἀνεδείχθης παμμάκαρ
καί στῦλος τῇ σεπτῇ ἐκκλησία·
Σύ γάρ τούς ἀθετοῦντας πατρώους θεσμούς,
εἰκόνων τιμῇ νομίμου τε γάμου σύζευξιν, ἤλεγξας,
ἀπέρρηξας δέ ταύτης βοώσης.
Χαῖρε ὁ γόνος τοῦ Βυζαντίου· Χαῖρε τό κλέος μονῆς Στουδίου
Χαῖρε ἐκκλησίας τό ἔξοχον ἥδυσμα· Χαῖρε οἰκουμένης ἁπάσης τό στήριγμα
Χαῖρε ὅτι ὑπερμάχησας τῶν εἰκόνων τῆς τιμῆς· Χαῖρε ὅτι κατενίκησας τούς ἐχθρούς αὐτῶν δεινῶς
Χαῖρε νομίμου γάμου ἀκριβής νομοφύλαξ· Χαῖρε μοιχοζευξίας ὁ ἀκέστωρ καί ρύστης
Χαῖρε πληγῶν πανιοίων γευσάμενος· Χαῖρε δεινῶν πολλῶν ἐκλυτρούμενος
Χαῖρε τήν νέκρωσιν φέρων τοῦ κτίστου· Χαῖρε λαμπρέ λειτουργέ τοῦ Ὑψίστου
Χαῖρε Στουδίου τό καύχημα
ΕΚΚΛΗΣΙΟΛΟΓΙΚΑΙ ΘΕΣΕΙΣ ΟΣΙΟΥ ΘΕΟΔΩΡΟΥ ΤΟΥ ΣΤΟΥΔΙΤΟΥ
ΔΙΑ ΤΗΝ ΣΥΝΟΔΟΝ
Σύνοδος τοίνυν, δέσποτα, οὐ τό ἁπλῶς συνάγεσθαι ἱεράρχας τε καί ἱερεῖς, κἄν πολλοί ὦσι. Κρείσσων γάρ, φησί, εἷς ποιῶν τό θέλημα τοῦ Κυρίου, ἤ μυρίοι παραβαίνοντες· ἀλλά τό ἐν ὀνόματι Κυρίου, ἐν τῆ εἰρήνῃ καί φυλακῇ τῶν κανόνων· καί τό δεσμεῖν καί λύειν οὐχ ὡς ἔτυχεν, ἀλλ' ὡς δοκεῖ τῇ ἀληθείᾳ, καί τῷ κανόνι, καί τῷ γνώμονι τῆς ἀκριβείας. Ἤ δείξωσιν, οἰ συνελθόντες τοῦτο πεποιηκότες· καί ἡμεῖς σύν αὐτοῖς· ἤ οὐ δεικνύουσιν, ἐκβαλέτωσαν τόν ἀνάξιον, ἵνα μή εἰς κατηγόρημα αὐτοῖς καί ταῖς μετέπειτα γενεαῖς παραδοθήσεται· Ὁ λόγος γάρ ὁ τοῦ Θεοῦ δεδέσθαι φύσιν οὐκ ἔχει καί ἐξουσία τοῖς ἱεράρχαις ἐν οὐδενί δέδοται ἐπί πάσῃ παραβάσει κανόνος· ἤ μόνον στοιχεῖν τά δεδογμένα, καί ἕπεσθαι τοῖς προλαβοῦσιν.
(PG 99, 985Β)
Ἑρμηνεία.
Σύνοδος λοιπόν, Δέσποτα, δέν εἶναι ὅταν ἁπλῶς συγκεντρώνονται ἱεράρχες καί ἱερεῖς, ἔστω καί ἄν εἶναι πολλοί. Διότι λέγει ἡ γραφή "εἶναι προτιμότερο ἕνας, ὁ ὁποῖος ἐκτελεῖ τό θέλημα τοῦ Θεοῦ, παρά ἀναρίθμητοι, οἱ ὁποῖοι τό παραβαίνουν", ἀλλά τό νά συνάγωνται οἱ Ἱεράρχες κάτω ἀπό τό ὄνομα καί τήν εὐλογία τοῦ Κυρίου, μέ τόν σκοπό νά ἀκολουθοῦν καί νά μήν παραβαίνουν τούς ἱερούς κανόνες. Ἡ κάθε τιμωρία τήν ὁποία θά ἐπιβάλουν ἤ ἀθώωσις, δέν πρέπει νά γίνεται ὅπως ἀρέσει εἰς αὐτούς, ἀλλά νά εἶναι σύμφωνα μέ τήν ἀλήθεια καί μέ τούς κανόνες, ἔχοντες ὡς ὁδηγό τήν ἀκρίβεια. Ἐάν λοιπόν αὐτοί οἱ ὁποῖοι ἔκαναν τήν σύνοδο ἀποδείξουν ὅτι ἐτήρησαν ὅλα αὐτά, εἴμεθα ἕτοιμοι καί ἐμεῖς νά τούς ἀκολουθήσωμε. Ἐάν ὅμως δέν ἐτήρησαν εἰς τήν σύνοδο αὐτούς τούς νόμους, ἄς ἐκδιώξουν ἀπό τήν Ἐκκλησία τόν ἀνάξιο, (ἱερέα), ὥστε νά μή παραδοθῆ εἰς αὐτούς καί εἰς τίς μετέπειτα γενεές αὐτό τό κακούργημα. "Διότι ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ δέν εἶναι δυνατόν νά δεσμευθῆ καί νά μήν μεταδίδεται ἐλεύθερα" καί δέν ἐδόθηκε καμμία ἐξουσία εἰς τούς ἱεράρχες νά παραβαίνουν τούς κανόνες, ἀλλά νά ἀκολουθοῦν πιστά ὅ,τι ἔχει παραδοθεῖ ὥς δόγμα καί διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας καί νά συμπορεύονται μέ ὅλη τήν ὀρθόδοξο παράδοση.
 ΔΙΑ ΤΟΥΣ ΕΠΙΣΚΟΠΟΥΣ

Ούκ ἔστιν οὖν, οὐκ ἔστιν, ὦ δέσποτα, οὔτε τήν καθ' ἡμᾶς Ἐκκλησίαν, οὔτε ἑτέραν, παρά τούς κειμένους νόμους καί κανόνας ποιεῖν τι. Ἐπεί εἰ τοῦτο δοθείη, κενόν τό Εὐαγγέλιον, εἰκῇ οἱ κανόνες· καί ἕκαστος κατά τόν καιρόν τῆς οἰκείας ἀρχιερωσύνης, ἐπειδή ἔξεστιν αὐτῷ ὡς δοκεῖ μετά τῶν σύν αὐτῷ πράσσειν, ἔστω νέος εὐαγγελιστής, ἄλλος ἀπόστολος, ἕτερος νομοθέτης. Ἀλλ' οὐδαμῶς. Παραγγελίαν γάρ ἔχομεν ἐξ αὐτοῦ τοῦ ἀποστόλου, παρ' ὅ παραλάβομεν, παρ' ὅ οἱ κανόνες τῶν κατά καιρούς συνόδων καθολικῶν τε καί τοπικῶν, ἐάν τις δογματίζῃ, ἤ προστάσσῃ ποιεῖν ἡμᾶς, ἀπαράδεκτον αὐτόν ἔχει, μηδέ λογίζεσθαι αὐτόν ἐν κλήρῳ ἁγίων· καί τό δύσφημον παρῆμεν λέγειν ὅ αὐτός εἴρηκεν.   (PG 99, 985D).
Ἑρμηνεία.
Δέν ἐπιτρέπεται, λοιπόν, δέν ἐπιτρέπεται, ὠ δέσποτα, οὔτε ἡ ἰδική μας τοπική ἐκκλησία οὔτε κάποια ἄλλη, νά κάνη κάτι ἀντίθετο πρός τούς ὑπάρχοντας νόμους καί κανόνες.Ἐπειδή, ἄν αὐτό ἐπιτραπεῖ εἶναι ἄχρηστο τό εὐαγγέλιο καί μάταιοι οἱ κανόνες. Ἔται κάθε Ἐπίσκοπος κατά τόν καιρό τόν ὁποῖο ἀρχιερατεύει, ἄν ὑποθέσωμε ὅτι συνέβαινε αὐτό, δηλαδή νά ἐπιτραπῆ εἰς αὐτόν ὅ,τι θέλει νά κάνει μαζί μέ τούς ἀκολούθούς του, θά ἐγίνετο ἕνας καινούργιος Εὐαγγελιστής, ἕνας νέος ἀπόστολος, ἕνας ἄλλος νομοθέτης. Ἀλλά δέν συμβαίνει κάτι τέτοιο. Διότι ἔχομε παραγγελία ἀπό τόν ἴδιο τόν ἀπόστολο (Παῦλον), ἐάν κάποιος διδάσκει ἤ διατάζει νά κάνομε κάτι ἀντίθετο ἀπό αὐτό τό ὁποῖο παρελάβαμε ἤ ἀντίθετο ἀπό αὐτά πού λέγουν οἱ ἱεροί κανόνες τῶν τοπικῶν καί οἰκουμενικῶν συνόδων νά μήν τόν ἀποδεχόμεθα, οὐτε νά τόν συναριθμοῦμε μέ τόν ὀρθόδοξο κλῆρο. Καί ἀποφεύγουμε νά ἀναφέρουμε τήν κατάρα, τήν ὁποῖα ὁ ἴδιος ἀπόστολος ἐκφώνησε, δι' αύτούς οἱ ὁποῖοι διδάσκουν εἰς τήν ἐκκλησία ἤ διατάζων νά πράττωμε ἀντίθετα πρός τούς νόμους της πράγματα.
ΔΙΑ ΤΟΥΣ ΜΟΝΑΧΟΥΣ
Εἰ γάρ ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ ὁ Κύριος καί Δεσπότης ἁπάντων ἑαυτόν ἀνήνεγκεν ὑπέρ πάντων τῷ Θεῷ καί Πατρί θυσίαν· τί ὀφείλομεν ἡμεῖς, καί πόσον οὐ χρωστοῦμεν δι' αὐτόν παθεῖν καί ὑπομεῖναι; Καί γε οἱ μονάζοντες καί τῇ ἀποταγῇ σταυρωθέντες· οἵ γε ἀληθῶς καί οὐκ ἀνονήτως ἀποταξάμενοι· ἐπεί μή ἀπό τοῦ ἔξωθεν σχήματος μόνον ἔστι κρίνειν τά πράγματα· πολλοί γάρ οἱ προσωπεῖα ὑποδυόμενοι, καί οὐκ ὄντες ὅπερ φαίνονται ἀλλ' ἐκ τῶν ἔργων δηλονότι τά σχήματα. Εἰ οὖν μοναχοί εἰσί τινες ἐν τοῖς νῦν καιροῖς, δειξάτωσαν ἐπί τῶν ἔργων. Ἔργων δέ μοναχοῦ, μηδέ τό τυχόν ἀνέχεσθαι καινοτομεῖσθαι τό Εὐαγγέλιον· ἵνα μή ὑπόδειγμα τοῖς λαϊκοῖς προτιθέμενοι αἱρέσεως καί αἱρετικῆς συγκοινωνίας, τῆς ὑπέρ αὐτῶν ἀπωλείας λόγον ὑφέξωσι. (PG 99, 1049C).
Ἑρμηνεία.
Διότι ἐάν ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ, ὁ Κύριος καί Δεσπότης ὅλων τῶν ἀνθρώπων, προσέφερε τόν ἑαυτόν του γιά χάρη ὅλων, εἶς τόν Θεό καί Πατέρα, τί ἄραγε ὁφείλομεν ἐμεῖς καί πόσο χρεωστοῦμε νά πάθωμε δι αὐτόν καί νά ὑπομείνωμε γιά χάρη Του; Καί βέβαια κατ' ἐξοχή καί πρωτίστως οἱ μοναχοί, οἱ ὁποῖοι διά τῆς ἀπαρνήσεως τοῦ κόσμου ἐσταυρώθηκαν, ἐάν βέβαια ἀληθινά καί ὄχι ψεύτικα καί ἀνώφελα ἀπαρνήθηκαν τόν κόσμο. Διότι δέν κρίνοναι τά πράγματα μόνο ἀπό τό ἐξωτερικό σχῆμα, ἀλλά ἐκ τῶν ἔργων κρίνονται τά σχήματα καί οἱ ἄνθρωποι. Πολλοί ὑποκρίνονται καί δέν εἶναι πραγματικά αὐτό πού ἐξωτερικά φαίνονται. Ἐάν λοιπόν ὑπάρχουν πραγματικοί μοναχοί εἰς τούς ἰδικούς μας χρόνους καί καιρούς, ἄς τό ἀποδείξουν ἀπό τά ἔργα των. Ἐπειδή τό ἔργο τοῦ μοναχοῦ εἶναι νά μήν ἀνέχεται νά ἀλλάζη καί νά ἀλλοιώνεται τό παραμικρόν, τό ὁποῖον διδάσκει τό Εὑαγγέλιον, ὥστε νά μή συμβῆ νά δώσουν κακό παράδειγμα εἰς τούς λαϊκούς αἱρέσεως ἤ ἐπικοινωνίας μέ τούς αἱρετικούς καί ἔτσι οἱ μοναχοί δώσουν λόγο εἰς τόν Θεό, διά τήν ἀπώλεια καί
τόν ψυχικό θάνατον τῶν λαϊκῶν.
ΔΙΑ ΤΟΥΣ ΑΙΡΕΤΙΚΟΥΣ
δέ τρίτη ἐπιβολή τοῦ λόγου, ὅτι εἰσί τινες μοναχοί ὡς τό δοκεῖν τῆς ὀρθῆς πίστεως ἀντεχόμενοι, καί πολλούς διωγμούς ὑπέρ ἀληθείας ὑπομεμενηκότες, συναναστρεφόμενοι δέ ὅμως, καί συνεσθίοντες τοῖς αἱρετικοῖς, καί συγκαταβαίνοντες, καί ἀδιάφορον τό πρᾶγμα οἰόμενοι, ὡς παρά τινι Πατρί νενομοθετημένοι, τρία ταῦτα φυλάξασθαι· μή εὐλογεῖσθαι ὑπό τῶν αἱρετιζόντων· μή συμψάλλειν αὐτοῖς προαρχομένοις· καί τό ἀπέχεσθαι τῆς κοινωνίας τοῦ ἄρτου αὐτῶν. Παρά τά διατεταγμένα τοῖς ἁγίοις Πατράσι τό λεγόμενον.Οὔτε γάρ συναναστρέφεσθαι, οὔτε συνεσθίειν, οὔτε συμψάλλειν, οὔθ' ὅλως ἔχειν τινά κοινωνίαν πρός αὐτούς καταδέχονται· ἀλλά καί τό οὐαί ἐπιφθέγγονται τοῖς μέχρι βρώματος, καί πόματος, καί σχέσεως κοινωνοῦσιν αὐτοῖς. Ὥστε ἐκκήρυκτος καί ἀλλοτριοδιδάσκαλος ὁ ἐκεῖνα λέγων, ὅστις ἄν εἴη ἐν ἀνθρώποις.
(PG 99, 1541B).
Ἑρμηνεία.
Ἡ τρίτη ὑπό σις τοῦ λόγου σου εἶναι, ὅτι ὑπάρχουν κάποιοι μοναχοί οἱ ὁποῖοι νομίζουν ὅτι εἶναι ἀφοσιομένοι εἰς τήν ὀρθήν πίστιν καί ἐνῶ ἔχουν ὑπομείνει χάριν τῆς ἀληθινῆς πίστεως πολλούς διωγμούς, συναναστρέφονται ὅμως καί συντρώγουν μέ τούς αἱρετικούς, κάνοντας τάχα κάποια συγκατάβαση, νομίζουν δέ ὅτι ἔχουν διδαχθεῖ ἀπό κάποιον πατέρα νά φυλάττουν μόνο αὐτά τά τρία· δηλαδή τό νά μήν εὐλογοῦνται ἀπό τούς αἱρετικούς, νά μήν ψάλλουν μαζί των, ὅταν οἱ αἱρετικοί ἀρχίζουν πρῶτοι νά ψέλνουν, καί νά μήν κοινωνοῦν ἀπό τά μυστήριά των. Αὐτά ὅμως τά ὁποῖα λέγουν εἶναι ἀντίθετα, ἀπό αὐτά τά ὁποῖα διέταξαν οἱ ἅγιοι Πατέρες. Διότι οἱ ἅγιοι διέταξαν οὔτε νά συμψάλλωμεν οὔτε νά ἔχωμε οἱωνδήποτε ἐπικοινωνία μέ αὐτούς, ἀλλά νά ἀναθεματίζουμε ἐκείνους τούς ὁποίους ἐπικοινωνοῦν μέ τούς αἱρετικούς, ἔστω καί μέχρι τοῦ σημείου νά συμφάγουν μαζί των.Ὥστε εἶναι ἀποκηρυγμένος καί αἱρετικός διδάσκαλος ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος διδάσκει αὐτά τά πράγματα, ὅποιος καί ἄν εἶναι μεταξύ τῶν ἀνθρώπων.
ΔΙΑ ΤΗΝ ΠΙΣΤΙΝ
ΟΜΟΛΟΓΙΑ
ντολή γάρ Κυρίου μή σιωπᾷν ἐν καιρῷ κινδυνευούσης πίστεως. Λάλει γάρ, φησί, καί μή σιώπα. Καί, Ἐάν οὗτοι σιωπήσωσιν, οἱ λίθοι κεκράξονται. Ὥστε ὅτε περί πίστεως ὁ λόγος, οὐκ ἔστιν εἰπεῖν. Ἐγώ τίς εἰμι; Ἱερεύς; ἀλλ' οὐδαμοῦ. Ἄρχων; καί οὐδ' οὕτως. Στρατιώτης; καί ποῦ; Γεωργός; καί οὐδ' αὐτό τοῦτο. Πένης, μόνον τήν ἐφήμερον τροφήν ποριζόμενος. Οὐδείς μοι λόγος καί φροντίς περί τοῦ προκειμένου. Οὐά, οἱ λίθοι κράξουσι, καί σύ σιωπηλός καί ἄφροντις; ἡ ἀναίσθητος φύσις Θεοῦ ἐπακήκοε, καί αὐτός λαιλαπιστής; ὅ μή ἐψύχωται, μηδέ ἐν κριτηρίῳ λελογοθέτηται, δεδοικός οἱοναί τό πρόσταγμα φωνοβολεῖ· καί σύ ὁ μέλλων εὐθύνεσθαι ὑπό Θεοῦ ἐν καιρῶ ἐτάσεως, καί περί ἀργοῦ ῥήματος, κἄν ἐπαίτης εἶ, διδόναι λόγον· λέγεις ἀλογῶν· Τίς μοι ἐν τοῦτο φροντίς; Ταῦτα, ὦ δέσποτα, φησίν ὁ Παῦλος, μετεσχημάτισα εἰς ἐμαυτόν καί Ἀπολλώ δι' ὑμᾶς· ἵνα ἐν ἡμῖν μάθητε τό μή ὑπέρ ὅ γέγραπται φρονεῖν. Ὥστε καί αὐτός ὁ πένης πάσης ἀπολογίας ἐστέρηται ἐν ἡμέρᾳ κρίσεως, μή τανῦν λαλῶν ὡς κριθησόμενος καί διά
τοῦτο μόνον· ....
PG 99,1321 Β
Ἑρμηνεία.
Εἶναι λοιπόν ἐντολή τοῦ Θεοῦ νά μήν σιωποῦμε ὅταν κινδυνεύει ἡ πίστις. Διότι λέγει ἡ γραφή νά ὁμιλῆς καί νά μή σωπαίνης· καί "ἐάν ὐποχωρεῖ κάποιος δέν ἀναπαύεται τό πνεῦμα μου εἰς αὐτόν" καί ἐπίσης "ἐάν αὐτοί σιωπήσουν θά φωνάξουν δυνατά οἱ πέτρες". Ὥστε ὅταν πρόκειται διά τήν πίστιν δέν εἶναι δυνατόν κάποιος νά πεῖ. Ἐγώ ποῖος εἶμαι; Εἶμαι ἱερέας; Ὄχι. Εἶμαι ἄρχοντας; Οὔτε. Εἶμαι στρατιώτης; ἀπό ποῦ; Εἶμαι γεωργός; Οὔτε καί αὐτό. Εἶμαι ἕνας πτωχός, ὁ ὁποῖος προσπαθῶ νά ἐξασφαλίσω τήν καθημερινήν μου τροφήν. Δέν ἔχω λόγο οὔτε μέ ἐνδιαφέρει τό θέμα αὐτό. Ἀλοίμονο οἱ πέτρες θά φωνάζουν δυνατά καί σύ μένεις σιωπηλός καί ἀδιάφορος;Ἡ ἀναίσθητη φύση ὑπήκουσε εἰς τόν θεό καί σύ μέ τήν ἀδιαφορία σου δημιουργῆς σύγχυσι; Αὐτό τό ὁποῖο δέν ἔχει ψυχή οὔτε θά κριθῆ ἀπό τόν Θεό, φοβούμενο κατά κάποιο τρόπο τήν ἐντολή τοῦ Θεοῦ φωνάζει δυνατά· καί ἐσύ ὁ ὁποῖος πρόκειται νά ἀπολογηθῆς εἰς τόν Θεό εἰς τόν καιρό τῆς κρίσεως καί γιά μία ἀνώφελη λέξη, ἔστω καί ἄν εἶναι ζητιάνος, λές ἀπερίσκεπτα, τί μέ νοιάζει γι' αὐτό; Αὐτά, δεσπότη μου, λέγει ὁ Παῦλος "τά ἐφάρμοσα εἰς τόν ἑαυτόν μου καί εἰς τόν Ἀπολλώ γιά χάρη σας, γιά νά διδαχθεῖτε μέ τό παράδειγμά μας νά μή φρονῆτε περισσότερο ἀπό ὅτι εἶναι γραμμένο. Ὥστε καί ὁ πλέον πτωχός κατά τήν ἡμέρα τῆς κρίσεως θά εἶναι ἀναπολόγητος ἄν τώρα δέν ὁμιλεῖ ὅταν κινδυνεύει ἡ πίστις καί θά κατακριθῆ μόνο γι' αὐτό. 
 paterikiparadosi.

ΣΧΟΛΙΟ: Η Στρατευμένη εκκλησία βρήκε τόν Μωάμεθ της, καθιστώντας ταυτόχρονα τό Πηδάλιο, τό ΚΟΡΑΝΙΟ τού "ορθοδόξου" νεομωαμεθανισμού. Μιά αν-υπολόγιστη παράπλευρη απώλεια τής νεοορθοδοξίας.
 Οι Στουδίτες γέννησαν τόν κληρικαλισμό γιά νά στηρίξουν τήν νίκη τής εικονολατρείας, συμφωνώντας ταυτοχρόνως μέ τούς εικονομάχους οι οποίοι κατηγορούσαν τούς πιστούς ότι προσκυνούσαν ξύλο καί χρώμα. Αντικαθιστώντας τα μέ σάρκα καί αίμα ντυμένα μέ τό ράσσο τών ιερών κανόνων. Ο Κάντ τής ορθοδοξίας τών καθαρών. Ο οποίος συνέβαλλε στήν μετάλλαξη τής Θ. Λειτουργίας, από δρόμο μετανοίας καί ταπεινώσεως καί αγιασμού σέ τόπο εφαρμογής κανόνων διά τής εξουσίας τής Θ. Ευχαριστίας.

Αμέθυστος