Κυριακή 16 Αυγούστου 2026

Giovanni Reale - ΣΩΚΡΑΤΗΣ (61)

 Συνέχεια από: Τρίτη 11 Αυγούστου 2026

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Θ΄

Η ΔΙΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΙΕΡΟΥ ΚΑΤΑ ΤΟΝ ΣΩΚΡΑΤΗ

Ο ΣΩΚΡΑΤΙΚΟΣ ΘΕΟΣ ΚΑΙ ΤΟ «ΔΑΙΜΟΝΙΟΝ» ΩΣ «ΘΕΪΚΟΝ ΣΗΜΕΙΟΝ

Τὸ σωκρατικό «δαιμόνιον»

Ἡ κύρια κατηγορία ποὺ ἀπηγγέλθη ἐναντίον τοῦ Σωκράτους ἦταν ὅτι δὲν ἐπίστευε στοὺς θεοὺς στοὺς ὁποίους ἐπίστευε ἐν γένει ἡ Πόλις. Στὸ πλαίσιο αὐτὸ ὁ Σωκράτης εἰσήγαγε «καινὰ δαιμόνια», τὰ ὁποῖα, κατὰ τὴ γνώμη τῶν κατηγόρων, δὲν ἦσαν ὡς ἐκ τούτου, παρὰ «καινές θεότητες».

Οἱ κατήγοροι, ἐκμεταλλεύθηκαν προφανῶς τὸν ἰσχυρισμὸ τοῦ Σωκράτους ὅτι σὲ ὁρισμένες περιπτώσεις ἔνιωθε μέσα του μία θεία καὶ ὑπερφυσικὴ δύναμη, τὴν ὁποία ἐκεῖνος ἀποκαλοῦσε «δαιμόνιον». Τί εἶναι αὐτὸ τὸ «δαιμόνιον»; Ὁ Πλάτων, διὰ στόματος Σωκράτους, ἀναφέρει σχετικῶς στὴν Ἀπολογία:
Ἴσως λοιπὸν νὰ σᾶς φαίνεται παράξενο πού, ἐνῶ τριγυρνώντας ἀνάμεσά σας σᾶς συμβουλεύω ἰδιαιτέρως καὶ μιλῶ γιὰ πολλὰ πράγματα, δημόσια δὲν τολμῶ νὰ ἀνεβῶ στὸ βῆμα καὶ μιλώντας στὸ πλῆθος νὰ συμβουλεύσω τὴν πόλη. Αἰτία αὐτοῦ τοῦ πράγματος εἶναι ἐκεῖνο ποὺ πολλὲς φορὲς ἤδη καὶ σὲ πολλὰ μέρη μὲ ἔχετε ἀκούσει νὰ λέω, ὅτι ὑπάρχει μέσα μου κάτι θεϊκὸ καὶ δαιμόνιο, μιὰ φωνή, αὐτὸ ποὺ ἔγραψε καὶ στὴν καταγγελία του διακωμωδώντας το ὁ Μέλητος. Σὲ μένα λοιπὸν αὐτὸ ἄρχισε νὰ ὑπάρχει ἀπὸ τότε ποὺ ἤμουνα παιδί, εἶναι μια φωνὴ ποὺ ἀκούω, ἡ ὁποία, ὅποτε τὴν ἀκούω, πάντοτε μὲ ἀποτρέπει ἀπὸ κάτι ποὺ πρόκειται νὰ κάνω, καὶ ποτὲ δὲν μὲ προτρέπει σὲ τίποτα 35.

Ὁ Πλάτων ἐπαναλαμβάνει τὴν ἰδέα αὐτή, ὁσάκις ἐπικαλεῖται τὸ σωκρατικό δαιμόνιον: Πρόκειται γιὰ ἕνα «σημεῖον» ἢ μία «φωνή», τὴν ὁποία ὁ Σωκράτης θεωροῦσε θεία, καθὼς ἔνιωθε ὅτι αὐτὴ ἀπευθυνόταν πρὸς ἐκεῖνον ἐκ μέρους τοῦ θεοῦ 36.

Ὁ Ξενοφῶν ἀναφέρει τὸ ἴδιο. Διαφωνεῖ ὅμως μὲ τὸν Πλάτωνα, καθ' ὅσον ἰσχυρίζεται ὅτι τὸ δαιμόνιον δὲν ἔλεγε στὸν Σωκράτη μόνον τὶ δὲν ἔπρεπε νὰ κάνει ἀλλὰ καὶ τί ἔπρεπε νὰ κάνει. Θεωρούμε, ὅμως, ὅτι ὁ Ξενοφῶν ἔσφαλλε ὡς πρὸς αὐτό, γιὰ τοὺς λόγους ποὺ θὰ ἐξηγήσουμε παρακάτω 37.
Εἶναι προφανές ὅτι ὁ Σωκράτης θεωροῦσε τὸ δαιμόνιον ὡς ἕνα εἶδος θείας ἀποκαλύψεως (ἂν καὶ διαφαίνεται μιὰ διάσταση ἀμφίθυμης εἰρωνείας) ἢ ὡς ἕνα ἐξαιρετικό προνόμιο, τὸ ὁποῖο παρεχωρεῖτο σ' αὐτὸν ἀπὸ τὴ θεότητα, δηλαδὴ ὡς μιὰ ἐμπειρία, ἡ ὁποία, κατὰ μία ἔννοια, ὑπερέβαινε τὰ πεπερασμένα ὅρια.

Οἱ ἑρμηνευτὲς ἐδοκίμασαν ἐν προκειμένῳ μεγάλη ἔκπληξη καὶ γι' αὐτὸ προσέδωσαν στὸ δαιμόνιον ποικίλες ἐξηγήσεις. Ὁρισμένοι ἐπίστεψαν ὅτι θὰ ἐπέλυαν ὁριστικῶς τὸ πρόβλημα, ἐὰν τὸ περιόριζαν, ἀποδίδοντάς του τὴν ἔννοια μιᾶς εἰρωνικῆς-ποιητικῆς ἐπινοήσεως. Ἄλλοι ἐξέλαβαν τὴν ἰδιάζουσα αὐτὴ σωκρατικὴ ἐμπειρία ὑπὸ μία ψυχολογικὴ (ἢ καὶ ψυχιατρική) ὀπτική, δηλαδὴ ὡς γεγονός ψυχολογικοῦ χαρακτῆρος. Ἄλλοι τὸ περιόρισαν στὴ φωνὴ τῆς συνειδήσεως, στὸ ἠθικὸ συναίσθημα τοῦ καθήκοντος ἢ καὶ στὴν εὐαισθησία, ἡ ὁποία χαρακτηρίζει γενικῶς τοὺς εὐφυεῖς. Τὰ παραδείγματα εἶναι πολλά, ἀφοῦ ξεκινοῦν ἀπ' ὅσα ἤδη περιγράψαμε καὶ φθάνουν μέχρι τὶς σημερινές ἑρμηνεῖες, οἱ ὁποῖες ἐμπνέονται ἀπὸ τὴν ψυχανάλυση. Σὲ κάθε περίπτωση, ὅμως, ἔχουμε νὰ κάνουμε μὲ μελετητές, οἱ ὁποῖοι δὲν πιστεύουν στὸ δαιμόνιον ὡς θρησκευτικό γεγονός, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ τὸ ἀναλύουν καὶ νὰ τὸ ἑρμηνεύουν μὲ τρόπο θετικιστικό, ὀρθολογικό, ψυχολογικὸ ἢ ψυχαναλυτικό, διαστρεβλώνοντας ἔτσι ἀνεπανόρθωτα ὅ,τι ἰδιαίτερο ὑπάρχει στὴν ἐμπειρία τοῦ δαιμονίου μὲ τὴν ἔννοια καὶ τὴ μορφὴ μὲ τὴν ὁποία ἐμφανίζεται σὲ μία προσωπικότητα ὅπως ἐκείνη τοῦ Σωκράτους, ἡ ὁποία διακρινόταν γιὰ τὴ βαθειὰ πίστη της πρὸς τὸ θεῖο.

Κατ' ἀρχάς, ὀφείλουμε νὰ ἐπισημάνουμε ὅτι τὸ δαιμόνιον, τὸ ὁποῖο, ἄλλωστε, δὲν εἶναι τυχαίως γένους οὐδετέρου, δὲν παραπέμπει σὲ ἕνα συγκεκριμένο ὂν, ἀλλὰ σὲ ἕνα θεῖο γεγονὸς ἢ φαινόμενο: Πράγματι, οὐδέποτε, οὔτε στὸν Πλάτωνα οὔτε στὸν Ξενοφώντα, τὸ δαιμόνιον δὲν ἐκφράζεται ὡς δαιμόνιον ὑπὸ προσωπικὴ ἔννοια· ἀντιθέτως ἀναπαρίσταται πάντοτε ἀπρόσωπα, ὡς «σημεῖον» ἢ ὡς «θεία φωνή».

Κατόπιν τούτου, μποροῦμε τώρα καὶ ὀφείλουμε νὰ ἐπικεντρωθοῦμε στὴν ἀνάλυση τῶν ἀκολούθων σημείων:
1. Ὁ Σωκράτης στὴν πλατωνική Ἀπολογία συνδέει ρητῶς τό «θεῖον σημεῖον» μὲ τοὺς δαίμονες, διευκρινίζοντας ὅτι, καθ' ὅσον πιστεύει στοὺς δαίμονες, πιστεύει καὶ στοὺς θεούς, ἀπὸ τοὺς ὁποίους οἱ δαίμονες προέρχονται 38.
2. Ἐπὶ πλέον, ἐξ ἴσου ρητῶς, συσχετίζει τὸ δαιμόνιον μὲ τὸν ἴδιο τὸν θεό, ἰσχυριζόμενος ὅτι τὸ σημεῖο καὶ ἡ φωνὴ ποὺ ἄκουγε ἦσαν ἀδιαμφισβήτητα ἕνα θεῖο σημεῖο καὶ μία φωνὴ τοῦ θεοῦ 39.

Ὁ Ἑλληνισμὸς σὲ ὁλόκληρο τὸ φάσμα του θεώρησε τοὺς δαίμονες ὡς μεσολαβητές μεταξύ θεῶν καὶ ἀνθρώπων. Εἶναι πάρα πολύ πιθανόν, ἴσως καὶ βέβαιο, ὅτι αὐτὴ ἦταν καὶ ἡ πίστη τοῦ Σωκράτους. Γιὰ τοὺς Ἕλληνες (ὄχι, ὅμως, καὶ στὸ πλαίσιο τῆς ἀρχαίας μυθολογίας) ἡ ἐπαφὴ ἢ ἡ ἄμεση σχέση τοῦ θεοῦ μὲ τὸν ἄνθρωπο δὲν ἦταν εὐκολονόητη. Τὸ ἴδιο καὶ γιὰ τὸν Σωκράτη κατὰ τὸν ὁποῖο, τελικῶς, ἡ σχέση μεταξύ θεοῦ καὶ ἀνθρώπου διαμεσολαβεῖται ἀπὸ τὴν παρουσία τοῦ δαιμονίου.

Θὰ μπορούσαμε, ὡς ἐκ τούτου, νὰ ὑποστηρίξουμε ὅτι το «θεῖον σημεῖον» παρέχεται στὸν Σωκράτη μέσῳ τοῦ δαίμονος. Ὁ ἴδιος ὁ Σωκράτης ἀποφεύγει, ἐν τούτοις, τὸν ὅρο αὐτόν. Ἐξ ἄλλου, δὲν θὰ ἦταν καὶ ἀπολύτως ὀρθὸ νὰ ἀποδώσουμε τὸν ὅρο δαίμων μὲ τὴ λέξη δαιμόνιο, διότι ἔτσι θὰ φαινόταν ὅτι εἶμεθα σίγουροι γιὰ κάτι, τὸ ὁποῖο ὁ Σωκράτης ἑκουσίως ἀφήνει ἀόριστο. Διότι ὁ Σωκράτης, χωρίς νὰ ἀναρωτηθεῖ σχετικὰ μὲ τίνος τὴ μεσολάβηση ἢ μὲ ποιὸν τρόπο τοῦ συνέβαινε αὐτὸ ποὺ ἔνιωθε μέσα του, προτίμησε νὰ τὸ ἀκολουθήσει καὶ νὰ τὸ χαρακτηρίσει «θεῖο φαινόμενο».

Τελικῶς, τὸ δαιμόνιον ἐθεωρήθη ἀπὸ τὸν Σωκράτη ὡς ἕνα ἀσυνήθιστο γεγονός, καὶ μάλιστα ὑπερφυσικοῦ χαρακτῆρος. Προκειμένου αὐτὸ νὰ γίνει κατανοητό, εἶναι ἀπαραίτητο νὰ τὸ συσχετίσουμε μὲ δυὸ παράγοντες: (α) μὲ τὴν πολὺ ἔντονη σωκρατικὴ θρησκευτικότητα· καὶ (β) μὲ τὴ σωκρατικὴ ἀντίληψη τοῦ θεοῦ ὑπὸ τὴν ἔννοια τῆς πρόνοιας.
Ἀπὸ τὸν Ξενοφῶντα μαθαίνουμε ὅτι ὁ θεὸς ἔπλασε τὰ μέλη τοῦ ἀνθρώπου μὲ στόχο τὸ καλό του καὶ ὅτι διευθέτησε ὁλόκληρο το σύμπαν καὶ τὰ μέρη του ἀποσκοπώντας καὶ πάλι στὸ καλό τοῦ ἄνθρωπου.
Ἀπὸ τὸν Πλάτωνα συνάγουμε, ἐπίσης, ὅτι ὁ θεός, πέραν τῆς γενικῆς φροντίδας του γιὰ ὅλους τοὺς ἀνθρώπους, παρέχει μία ἰδιαίτερη φροντίδα στὸν καλὸ ἄνθρωπο (προσοχή, ὄχι γιὰ ὁποιονδήποτε, κάτι ποὺ ἦταν ἄγνωστο στὸν Ἑλληνισμό, ἀλλὰ μόνον γιὰ τὸν ἐνάρετο). Εἶναι φυσικό, λοιπόν, ὁ Σωκράτης νὰ ἐκλαμβάνει τὴν ἐμπειρία τοῦ δαιμονίου ὑπὸ τὴν ἀκόλουθη ἔννοια: Ἐπρόκειτο γιὰ ἕνα ἰδιαίτερο σημεῖο πρὸς ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος ἐπεδίωκε τὸ καλὸ μὲ ὅλες του τὶς δυνάμεις, σημεῖο μέσῳ τοῦ ὁποίου, σὲ ὁρισμένες περιπτώσεις, ἡ προνοητική θεότητα ὑπεδείκνυε σ' αὐτὸν τὸν ὀρθὸ δρόμο ἢ μᾶλλον τὸν ἐμπόδιζε νὰ ἀκολουθήσει τὸν ἐσφαλμένο.

Ὑπάρχει, ὅμως, ἕνα βασικό σημεῖο, τὸ ὁποῖο θὰ πρέπει νὰ διευκρινίσουμε, ἐὰν θέλουμε νὰ κατανοήσουμε ὀρθῶς τὸ δαιμόνιον καὶ τὸ πλαίσιο ἐντὸς τοῦ ὁποίου ἄσκησε τὴν ἐπίδρασή του.

Τί ἐπακριβῶς ἀποκαλύπτει ἡ «θεία φωνή»

Κατ' ἀρχήν, θὰ πρέπει νὰ σημειώσουμε ὅτι τὸ δαιμόνιον δὲν ἐντάσσεται οὐδαμῶς στὸ πλαίσιο τῶν φιλοσοφικῶν ἀληθειῶν: Ἡ «θεία φωνή» σὲ καμμία περίπτωση δὲν ἀποκαλύπτει στὸν Σωκράτη τὴν «ἀνθρώπινη σοφία», οὔτε καὶ τοῦ ὑποδεικνύει τὶς γενικὲς ἢ τὶς εἰδικὲς ἀρχὲς τῆς ἠθικῆς του. Γιὰ τοὺς Σωκρατικούς, οἱ φιλοσοφικὲς ἀρχὲς ἀντλοῦν τὴν ἀξία τους ἀποκλειστικῶς ἀπὸ τὸν λόγο καὶ ὄχι ἀπὸ τὴ θεία ἀποκάλυψη: Οἱ προφητικὲς τάσεις τοῦ Πυθαγόρα, τοῦ Ἐμπεδοκλῆ ἢ καὶ τοῦ Παρμενίδη εἶναι ἀπολύτως ξένες πρὸς τὸν φιλόσοφό μας.

Ἐὰν ἑξαιρέσουμε, λοιπόν, τὸ πλαίσιο τῆς φιλοσοφίας καὶ τῆς ἴδιας τῆς βασικῆς ἠθικῆς ἐπιλογῆς, δηλαδὴ τῆς ἐπιλογῆς τῆς ἀρετῆς καὶ τῆς φροντίδας τῆς ψυχῆς, τότε δὲν ἀπομένει παρὰ τὸ πλαίσιο τῶν πράξεων καὶ τῶν ἰδιαιτέρων συμβάντων τοῦ σωκρατικοῦ βίου. Ἀκριβῶς στὸ πλαίσιο αὐτὸ φαίνεται ὅτι ἀναφέρονται ὅλα τὰ κείμενα περὶ σωκρατικοῦ δαιμονίου ποὺ ἔχουμε στὴ διάθεσή μας. Τὸ θεῖο σημεῖο ἐμποδίζει ἐνίοτε ὁρισμένες πράξεις (νὰ φύγει κανεὶς ἀπὸ κάπου, νὰ διασχίσει έναν ποταμό, νὰ ἀποτρέψει τὴν ἔνταξη ὁρισμένων προσώπων στὸν κύκλο τῶν μαθητῶν), καὶ αὐτὸ συνιστά μεγάλο ὄφελος. Ἡ πιὸ κατηγορηματική απαγόρευση ποὺ ἐπέβαλλε ἡ θεία φωνή στον Σωκράτη ἦταν ἀναμφίβολα νὰ μὴν ἀσχολεῖται μὲ τὴν ἐνεργό πολιτική. Τὸ ὄφελος ποὺ ἀπεκόμισε ὁ Σωκράτης ὑπακούοντας στὴ φωνὴ αὐτὴ ἐκφράζεται ρητῶς στὴν Ἀπολογία:
Αὐτὴ εἶναι ποὺ μὲ ἐμποδίζει νὰ ἀσχοληθῶ μὲ τὴν πολιτική. Καὶ μοῦ φαίνεται ὅτι κάνει πάρα πολύ καλὰ ποὺ μὲ ἐμποδίζει. Γιατὶ νὰ τὸ ξέρετε καλά, ἄνδρες Ἀθηναῖοι, ἂν ἐγὼ ἀπὸ παλιὰ εἶχα ἐπιχειρήσει νὰ ἀσχοληθῶ μὲ τὴν πολιτική, ἀπὸ παλιὰ θὰ εἶχα ἀφανιστεῖ καὶ οὔτε ἐσᾶς θὰ εἶχα ὠφελήσει σὲ τίποτα οὔτε τὸν ἑαυτό μου 40.

Μιὰ περικοπὴ τοῦ Ξενοφῶντος μᾶς βοηθᾶ νὰ ἀντιληφθούμε τὸ πλῆρες νόημα ὅσων συζητοῦμε καὶ νὰ συμπεράνουμε ὅτι:
Διὰ νὰ γίνῃ τὶς καλὸς οἰκοδόμος ἢ χαλκουργὸς ἢ γεωργὸς ἢ ἱκανὸς νὰ ἄρχῃ τῶν ἀνθρώπων, ἢ νὰ ἀσχολῆται εἰς τὴν πολιτικὴν ἢ καλὸς λογιστὴς ἢ καλὸς οἰκονόμος ἢ καλὸς στρατηγός, ὅλα αὐτὰ τὰ ἐνόμιζε διδακτὰ καὶ δυνάμενα ν᾿ ἀποκτηθοῦν μὲ τὴν ἀνθρωπίνην σκέψιν. Ἐνῶ τὰ σπουδαιότερα ἀπ᾿ αὐτὰ ἔλεγεν, ὅτι οἱ θεοὶ τὰ φυλάττουν διὰ τὸν ἑαυτόν τους καὶ κανὲν ἐξ αὐτῶν δὲν εἶναι φανερὸν εἰς τοὺς ἀνθρώπους. Διότι οὔτε εἰς ἐκεῖνον, ποὺ ἐφύτευσε καλὰ ἕναν ἀγρόν, εἶναι φανερὸν ποῖος θὰ τὸν καρπωθῇ, οὔτε εἰς ἐκεῖνον, ποὺ ἔκτισεν οἰκίαν εἶναι φανερὸν ποῖος θὰ τὴν κατοικήσῃ, οὔτε εἰς τὸν στρατηγὸν εἶναι φανερόν, ἂν συμφέρῃ νὰ εἶναι στρατηγός, οὔτε εἰς τὸν πολιτικὸν ἄνδρα εἶναι φανερόν, ἂν συμφέρῃ νὰ εἶναι ἄρχων τῆς πόλεως, οὔτε εἰς ἐκεῖνον, ποὺ ἐνυμφεύθη ὡραίαν γυναῖκα, διὰ νὰ εὐφραίνεται, εἶναι φανερόν, ἂν δὲν λυπηθῇ ἐξ αἰτίας της, οὔτε εἰς ἐκεῖνον, ποὺ ἔκαμεν ἰσχυροὺς συγγενεῖς μέσα εἰς τὴν πόλιν, εἶναι φανερόν, ἂν χάριν αὐτῶν δὲν θὰ στερηθῇ τὴν πόλιν. Ἐκεῖνοι δὲ ποὺ νομίζουν, ὅτι κανὲν δαιμόνιον δὲν ὑπάρχει διὰ ταῦτα, ἀλλ᾿ ὅτι ὅλα κατανοοῦνται ἀπὸ τὴν ἀνθρωπίνην σκέψιν, ἔλεγεν ὅτι εἶναι τρελλοί· εἶναι δὲ τρελλοὶ καὶ ὅσοι ἐρωτοῦν τὸ μαντεῖον δι' ἐκεῖνα τὰ πράγματα, τὰ ὁποῖα ἔδωκαν οἱ θεοὶ εἰς τοὺς ἀνθρώπους 41.

Τὸ δαιμόνιον, συνεπῶς, μὲ τὶς ἀπαγορεύσεις του, καθιστοῦσε σαφές στὸν Σωκράτη κάτι ποὺ ἦταν συναφὲς μὲ τὸ εἶδος τῆς γνώσεως, τὸ ὁποῖο ἐπεφύλαξαν γιὰ τὸν ἑαυτό τους οἱ θεοὶ καὶ τὸ ὁποῖο ἐνίοτε ἀποκάλυπταν μέσῳ τῶν χρησμῶν. Τὸ δαιμόνιον, λοιπόν, ἐκλαμβανόταν ἀπὸ τὸν Σωκράτη ὡς ἕνα εἶδος ἐσωτερικοῦ μαντείου.

Σημειώσεις
35. ΠΛΑΤΩΝΟΣ, Ἀπολογία Σωκράτους, 31 c-d.
36. Αὐτόθι, 27 b.
37. Πβ. τὰ ἀποσπάσματα ποὺ ἀναφέρονται στὶς σημειώσεις 40 καὶ 41, 46 καὶ 47.
38. ΠΛΑΤΩΝΟΣ, Ἀπολογία Σωκράτους, 28 d-e.
39. Αὐτόθι, 40 a-b.
40. Αὐτόθι, 31 d-e.
41. ΞΕΝΟΦΩΝΤΟΣ, Ἀπομνημονεύματα, I 1, 7-9.


Δεν υπάρχουν σχόλια: