Κυριακή 16 Αυγούστου 2026

Η ΜΕΤΑΦΥΣΙΚΗ ΤΟΥ ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗ ΥΠΟ ΤΟ ΦΩΣ ΤΗΣ ΠΡΑΓΜΑΤΕΙΑΣ ΠΕΡΙ ΚΟΣΜΟΥ** 2

Συνέχεια από  Παρασκευή 14. Αυγούστου 2026

Η ΜΕΤΑΦΥΣΙΚΗ ΤΟΥ ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗ ΥΠΟ ΤΟ ΦΩΣ ΤΗΣ ΠΡΑΓΜΑΤΕΙΑΣ ΠΕΡΙ ΚΟΣΜΟΥ** 2

ABRAHAM P. BOS*

Rivista di Filosofia Neo-Scolastica, Vol. 85, No. 2/4 (aprile-dicembre 1993), pp. 425-454 Vita e Pensiero

A. P. Bos, „La Metafisica di Aristotele alla luce del trattato De mundo“, in: A. Bausola – G. Reale (Hg.), Aristotele. Perché la metafisica, Vita e Pensiero, Milano 1994, S. 289–318

II. Η ΕΝΝΟΙΑ ΤΗΣ «ΦΙΛΟΣΟΦΙΑΣ» ΩΣ «ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑΣ ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΣΕΩΣ»

4. Φυγή από την άγνοια

Υπάρχει ακόμη ένα χωρίο από το εισαγωγικό μέρος των Μεταφυσικών που μπορεί να θεωρηθεί ενδεικτικό, με έναν μάλλον πεζό τρόπο, εκείνου που αλλού ο Αριστοτέλης εξέφρασε με πιο λεπτό και ποιητικό τρόπο.

Αντιλαμβάνομαι ότι ορισμένοι μελετητές αποστρέφονται αυτού του είδους τις ερμηνείες μέσω συσχετισμών, επειδή θέλουν να προσκολλώνται αυστηρά στα τεκμήρια των παραδεδομένων κειμένων και αναμένουν καταστροφικές συνέπειες από αδύναμες εικασίες²⁸. Ωστόσο, είμαι πεπεισμένος ότι ακόμη και οι αυστηρές και λεπτές αναλύσεις των κειμένων που μας έχουν διασωθεί καθοδηγούνται από μια γενική σύλληψη, και ότι, σε περιπτώσεις όπου μεγάλο μέρος ενός φιλοσοφικού έργου έχει χαθεί, έχει κάποια ευρετική αξία και η προσφυγή σε υποθετικές έννοιες γενικότερης εμβέλειας.

Στο χωρίο στο οποίο αναφέρομαι, ο Αριστοτέλης μιλά για την επιθυμία «να ξεφύγουμε από την άγνοια» ως αφετηρία της φιλοσοφίας²⁹. Το χωρίο αυτό μπορεί να μας φέρει στον νου το γνωστό κείμενο του πλατωνικού Θεαιτήτου, όπου ο Σωκράτης υπογραμμίζει την ανάγκη «να φύγουμε από εδώ προς τα εκεί το ταχύτερο· και η φυγή συνίσταται στο να γίνουμε όμοιοι με τον Θεό όσο μπορούμε»³⁰. Και ο Αριστοτέλης έχει πλήρη επίγνωση ότι η συνήθης ανθρώπινη κατάσταση συνεπάγεται άγνοια και ότι η κατάκτηση της αληθινής κατανόησης σημαίνει την άφιξη σε μια κατάσταση που υπερβαίνει την ανθρώπινη κατάσταση και είναι όμοια με τη θεϊκή³¹.

Η ιδέα αυτή εκφράστηκε από τον Πλωτίνο σε εκείνη την πραγματεία Περὶ τοῦ καλοῦ που τόσο θαύμαζε ο Αυγουστίνος: «Ποιος είναι ο τρόπος; Ποιο είναι το μέσο; … Ας φύγουμε λοιπόν προς την αγαπημένη πατρίδα… Αλλά ποια είναι αυτή η φυγή και πώς θα ανέβουμε; Όπως ο Οδυσσέας, για τον οποίο ο Όμηρος διηγείται ότι ξέφυγε από τη μάγισσα Κίρκη ή από την Καλυψώ, δίνοντας, κατά τη γνώμη μου, να εννοηθεί ότι δεν επιθυμούσε να παραμείνει, μολονότι ζούσε ανάμεσα στις απολαύσεις της όρασης και σε κάθε λογής αισθητές ομορφιές. Η πατρίδα μας είναι εκεί απ’ όπου ερχόμαστε, και εκεί επάνω βρίσκεται ο Πατέρας μας»³².

Ο Πλωτίνος στο χωρίο αυτό παραθέτει έναν στίχο από την Ιλιάδα, αλλά για να υπαινιχθεί το θεμελιώδες θέμα της Οδύσσειας: τον περιπλανώμενο εξόριστο που αναζητεί την πατρίδα του και, στο μεταξύ, υπομένει κάθε είδους περιπέτεια³³. Και ακόμη πριν από τον Πλωτίνο, ο Κλήμης Αλεξανδρείας είχε απευθύνει ανάλογη προτροπή χρησιμοποιώντας την ίδια εικόνα: «Ας φύγουμε λοιπόν μακριά από καθετί στο οποίο είμαστε δεμένοι από συνήθεια· ας ξεφύγουμε από αυτό όπως θα ξεφεύγαμε από έναν ύπουλο σκόπελο, σαν να επρόκειτο για την απειλή της Χάρυβδης ή των Σειρήνων των αρχαίων μύθων… “Οδήγησε το πλοίο σου με ασφάλεια μακριά από αυτή την ομίχλη και από αυτά τα κύματα”»³⁴. Εδώ παραθέτει ένα χωρίο από την Οδύσσεια, το οποίο και ο Αριστοτέλης μνημονεύει στα Ηθικά Νικομάχεια και το αποδίδει στην Καλυψώ³⁵.

Λαμβάνοντας υπόψη τη μεγάλη δημοτικότητα του μοτίβου του Οδυσσέα στην παράδοση της ελληνικής φιλοσοφίας, καθώς και τη σαφή προτίμηση του Αριστοτέλη για τον Όμηρο, διατυπώνω την υπόθεση ότι ο Αριστοτέλης, με μια ιδιαίτερα επιτυχημένη και αποτελεσματική επιλογή, χρησιμοποίησε το μοτίβο του Οδυσσέα, του περιπλανώμενου και εξόριστου, στον διάλογο που συνέθεσε για τη ζωή και τον θάνατο του φίλου του Ευδήμου. Ο Κικέρων μας διηγείται ότι ο Εύδημος βρισκόταν μακριά από τη γενέτειρά του, την Κύπρο, στη Θεσσαλία, καθ’ οδόν προς τη Μακεδονία, και κατόπιν στη Σικελία, και μας λέει ότι η περιπλάνησή του δεν έληξε με την επιστροφή του στη γενέτειρά του, την Κύπρο (και στον πατέρα του, τον Θεμίσωνα;³⁶), αλλά με την επιστροφή «στο σπίτι» της ψυχής του³⁷.

Σε έναν διάλογο με ένα τέτοιο θέμα, ο Αριστοτέλης θα μπορούσε κάλλιστα να έχει εισαγάγει τον Οδυσσέα ως σύμβολο της ανθρωπότητας —ή της ανθρώπινης ψυχής— που βρίσκεται στην εξορία και μακριά από την πατρίδα της, ως εναλλακτική λύση απέναντι στην πλατωνική χρήση του μοτίβου της «φυλάκισης» της ψυχής μέσα στο σώμα και του ανθρώπου μέσα στον κόσμο της αισθητής πραγματικότητας. Αλλά ακόμη και στα Μεταφυσικά τα ίχνη αυτού του μοτίβου μπορεί να μην διαφύγουν από έναν προσεκτικό αναγνώστη.

5. Η μετάβαση από τη φυσική στη μεταφυσική

Μια ουσιώδης άποψη του De mundo είναι ότι όποιος μελετά ολόκληρο τον κόσμο, όσο κι αν τον θεωρεί, εξακολουθεί να στερείται μιας πραγματικά καθολικής και περιεκτικής προοπτικής, εφόσον δεν έχει ακόμη κατανοήσει τη θεμελιώδη και συνεκτική αιτία της πραγματικότητας³⁸.

Τώρα, είναι αλήθεια ότι οι φυσικοί φιλόσοφοι, όπως ο Θαλής, είχαν ήδη προσανατολίσει τη σκέψη τους προς τη σωστή κατεύθυνση· είναι όμως επίσης αλήθεια ότι δεν είχαν σαφή επίγνωση της ουσίας της θείας αιτίας, η οποία είναι μακράν η σημαντικότερη αιτία ολόκληρου του κόσμου. Συγχέουν τη δύναμη (dynamis) του Θεού με τον Θεό³⁹. Σύμφωνα με το De mundo, η μετάβαση από την προοπτική της «φυσικής φιλοσοφίας» στο «θεολογικό» επίπεδο απαιτεί μια ριζική αναστροφή της προοπτικής.

Αυτή η όψη της διάκρισης ανάμεσα στην «πρώτη φιλοσοφία» και τη «δεύτερη φιλοσοφία» δεν τονίζεται στον ίδιο βαθμό μέσα στο αριστοτελικό Corpus. Πράγματι, με βάση τα έργα του Corpus, δεν θα έπρεπε να υπάρχει επαρκής λόγος για να τεθεί μια θεμελιώδης διάκριση ανάμεσα στη μελέτη της φύσης και την πρώτη φιλοσοφία· και γι’ αυτό είναι εύκολο να καταλάβουμε γιατί η διάκριση ανάμεσα στη φυσική και τη μεταφυσική δεν διαδραμάτισε πλέον κανέναν ρόλο στην παραδοσιακή διαίρεση της φιλοσοφίας κατά τη μετααριστοτελική σκέψη.

Παρ’ όλα αυτά, είναι φανερό ότι ο Αριστοτέλης, ακολουθώντας τον Πλάτωνα⁴⁰, συνέκρινε τη γνώση της πρώτης φιλοσοφίας με τη «θεωρία», τη «μύηση», τον «φωτισμό»⁴¹, δηλαδή με έναν θεμελιωδώς νέο τρόπο θέασης. Από όσα γνωρίζουμε από το De mundo και από τα χαμένα έργα του Αριστοτέλη, φαίνεται επομένως πιθανό ότι ο Αριστοτέλης έχει κατά νου την ίδια θεμελιώδη μεταστροφή του παραδείγματος και μέσα στο Corpus.

Μια νύξη προς αυτήν βρίσκεται στα Μεταφυσικά Α 2, όπου λέγεται ότι όποιος βρίσκεται στην αρχή της οδού που οδηγεί στη γνώση απορεί για πράγματα για τα οποία ένας άνθρωπος που έχει φρόνηση θα απορούσε, αν συνέβαιναν διαφορετικά⁴²! Είναι αρκετά πιθανό αυτή η μεταστροφή στην οδό που οδηγεί στη γνώση και στη διάκριση να είναι επίσης το σημείο που θέλει να αναδείξει ο Αριστοτέλης με εκείνη τη σημαντική διατύπωση ότι «ὁ φιλόμυθος φιλόσοφός πώς ἐστιν· ὁ γὰρ μῦθος σύγκειται ἐκ θαυμασίων»⁴³.

Θα μπορούσε κανείς εδώ να σκεφτεί μια ιστορία όπως εκείνη του Οιδίποδα, όπου η ποικίλη πλοκή των επιμέρους στοιχείων καταλήγει στη λύση. Έτσι, στο τέλος, ο θεατής ή ο ακροατής αποκτά μια διαφορετική, περισσότερο περιεκτική θέαση εκείνων των στοιχείων τα οποία προηγουμένως δεν κατόρθωνε να συνδέσει μεταξύ τους. Υπό αυτή την έννοια, η θεωρία του φιλοσόφου είναι συγκρίσιμη με εκείνη του θεατή του θεάτρου.

6. Οι πλούσιοι κάτοικοι του σπηλαίου σε ένα απόσπασμα χαμένου έργου του Αριστοτέλη


Ένα κείμενο του Κικέρωνα θα μπορούσε να είναι σχετικό με αυτό το πλαίσιο⁴. Λέει ότι ο Αριστοτέλης περιέγραψε ανθρώπους οι οποίοι αρχικά ζούσαν σε ένα υπόγειο σπήλαιο, περιβαλλόμενοι από πολυτέλεια και λαμπρότητα, και οι οποίοι κατόπιν απελευθερώθηκαν από αυτόν τον τόπο και τους αποκαλύφθηκε ο επάνω κόσμος. Η εμπειρία αυτή τούς κάνει να κατανοήσουν ότι ο ήλιος, η σελήνη και τα άστρα είναι θεοί και ότι η κοσμική τάξη είναι έργο θεών.

Ο Αριστοτέλης ενδέχεται εδώ να υπαινίσσεται εκείνη την αλλαγή προοπτικής που πραγματοποιείται όταν κάποιος παύει να εξετάζει τα φαινόμενα της φύσης από μια εμμενή οπτική, «εκ των ένδον», και αντίθετα «απελευθερώνεται» από αυτή την εμμένεια και κατακτά μια υπερβατική προοπτική, η οποία συλλαμβάνει τη φύση μέσα στην εξάρτησή της από έναν υπερβατικό νου, νοούμενο ως έσχατη αιτία⁴⁵.

Το κείμενο, ερμηνευμένο κατ’ αυτόν τον τρόπο, μπορεί να συνδεθεί κατά τρόπο σημαντικό με το μοτίβο του «θεού Κρόνου που ονειρεύεται μέσα στο σπήλαιό του, το οποίο λάμπει σαν χρυσάφι», και το οποίο θα εξεταστεί στην τέταρτη ενότητα. Οι πλούσιοι κάτοικοι του σπηλαίου που μνημονεύει ο Κικέρων είναι οι αφοσιωμένοι θαυμαστές και οι επίμονοι μελετητές του κόσμου των φαινομένων που τους περιβάλλει· και όμως αυτοί δεν έχουν παρά μια ασαφή και έμμεση γνώση του numen et vim deorum, δηλαδή της θείας παρουσίας και δύναμης των θεών⁴⁶.

Αυτό το χωρίο του Κικέρωνα έχει ορθώς συνδεθεί με δύο κείμενα του Σέξτου Εμπειρικού, τα οποία υποστηρίζουν ότι ο Αριστοτέλης, από την τάξη που γίνεται εμπειρικά αντιληπτή μέσα στον κόσμο, συνήγαγε την (υπερβατική) αιτία αυτής της τάξης⁴⁷.

Ίσως θα μπορούσαμε να συνδέσουμε το σπήλαιο του Κικέρωνα όχι μόνο με το σπήλαιο που περιγράφει ο Πλάτων στο έβδομο βιβλίο της Πολιτείας, αλλά και με το επεισόδιο της Καλυψώς στο νησί της Ωγυγίας, όπου εκείνη κράτησε κοντά της τον Οδυσσέα επί επτά χρόνια, προσπαθώντας να τον κατακτήσει με γλυκούς και σαγηνευτικούς λόγους, ώστε να τον κάνει να λησμονήσει τη νόμιμη σύζυγό του, την Πηνελόπη⁴⁸.

Όσον αφορά την αντίθεση ανάμεσα στην προοπτική της φυσικής και σε εκείνη της περιεκτικής επιστήμης, το σχέδιο του De mundo βρίσκεται επομένως σε συμφωνία με μια ερμηνεία των Μεταφυσικών, σύμφωνα με την οποία η επιστήμη που αποτελεί το θέμα των Μεταφυσικών ονομάζεται «πρώτη φιλοσοφία» ή «θεολογία» και θεωρείται ως μια «φιλοσοφία του υπερβατικού»⁴⁹.

Για τον Αριστοτέλη, η «πρώτη φιλοσοφία» δεν μπορεί ποτέ να υπήρξε απλώς μια ontologia generalis, μια «γενική οντολογία», και όχι θεολογία. Στην πραγματικότητα, είναι επιστήμη του όντος καθ’ ὂ ὄν —δηλαδή του όντος ως αμετάβλητου, αγέννητου και ακίνητου— ακριβώς επειδή είναι θεολογία⁵⁰.

Η μεσαιωνική επανερμηνεία της αριστοτελικής επιστήμης του όντος καθ’ ὂ ὄν υπό την έννοια μιας ontologia generalis πρέπει πράγματι να θεωρηθεί ως μια ιστορικά ανακριβής ερμηνεία ενός αριστοτελικού θέματος, η οποία επηρεάστηκε από τη μεσαιωνική διαμάχη γύρω από την πίστη και τον λόγο⁵¹.

7. Η θεολογία του Αριστοτέλη δεν υπήρξε ποτέ μια αμιγώς κοσμική θεολογία


Όσον αφορά το περιεχόμενο της θεολογίας του Αριστοτέλη, είναι σαφές ότι, με βάση το De mundo, με την έννοια του Θεού ως Ακίνητου Κινούντος που υπερβαίνει τον κόσμο, μπορούμε να απορρίψουμε την υπόθεση του Festugière και του Pépin ότι ο Αριστοτέλης πέρασε από μια φάση «κοσμικής θεολογίας»⁵². Αν το De mundo γράφτηκε γύρω στο 250 π.Χ. ή και ακόμη νωρίτερα και είχε ρητά την πρόθεση να παρουσιαστεί ως έργο του Αριστοτέλη, όπως αυτός ήταν γνωστός από τους διαλόγους που είχαν δημοσιευθεί κατά τη διάρκεια της ζωής του, είναι απίθανο ο συγγραφέας του να ήθελε να αποκλίνει αισθητά από τους διαλόγους ακριβώς ως προς τη θεολογία.

III. Η ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΩΣ Η ΜΟΝΗ «ΕΛΕΥΘΕΡΗ ΕΠΙΣΤΗΜΗ» ΣΕ ΣΧΕΣΗ ΜΕ ΤΙΣ ΑΛΛΕΣ «ΕΛΕΥΘΕΡΙΕΣ ΤΕΧΝΕΣ»


1. Οι επιστήμες που υπάγονται στη θεολογία


Σημειώσεις:

28 Πρβλ., για παράδειγμα, TH. A. SZLEZÁK, ο οποίος υποστηρίζει στη μελέτη του Alpha Elatton: Einheit und Einordnung in die Metaphysik, στο P. MORAUX-J. WIESNER (επιμ.), Zweifelhaftes im Corpus Aristotelicum, Berlin 1983, σ. 221-259: «ότι το κριτήριο για την κρίση σχετικά με την ενότητα ή την έλλειψη συνοχής δεν πρέπει να είναι το δυνατό και το νοητό, αλλά εκείνο που πράγματι έχει διατυπωθεί και μπορεί να τεκμηριωθεί» (σ. 222). Για μια εντελώς διαφορετική αφετηρία, πρβλ. J. DUMOULIN, Recherches sur le premier Aristote (Eudème, de la Philosophie, Protreptique), Paris 1981, σ. 9.

29 ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ, Μεταφυσικά, Α, 2, 982b, 19: εἴπερ διὰ τὸ φεύγειν τὴν ἄγνοιαν ἐφιλοσόφησαν.

30 ΠΛΑΤΩΝ, Θεαίτητος, 176 Α, 8: διὸ καὶ πειρᾶσθαι χρὴ ἐνθένδε ἐκεῖσε φεύγειν ὅτι τάχιστα. φυγὴ δὲ ὁμοίωσις θεῷ κατὰ τὸ δυνατόν. Ένα άλλο χωρίο του ΠΛΑΤΩΝΑ, Θεαίτητος, 155 D, 2: μάλα γὰρ φιλοσόφου τοῦτο τὸ πάθος, τὸ θαυμάζειν· οὐ γὰρ ἄλλη ἀρχὴ φιλοσοφίας ἢ αὕτη, θεωρείται συχνά ότι άφησε ίχνη στον ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗ, Μεταφυσικά, Α, 2, 982b, 12: διὰ γὰρ τὸ θαυμάζειν οἱ ἄνθρωποι καὶ νῦν καὶ τὸ πρῶτον ἤρξαντο φιλοσοφεῖν.

31 Πρβλ. ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ, Μεταφυσικά, Α, 2, 982b, 28 (παρατίθεται στη σημ. 20).

32 ΠΛΩΤΙΝΟΣ, Ἐννεάδες, I, 6 [1] 8.1-21: Τίς οὖν ὁ τρόπος; τίς μηχανή; ...φεύγωμεν δὴ φίλην ἐς πατρίδα, ... τίς οὖν ἡ φυγὴ καὶ πῶς; ἀναξόμεθα οἷον ἀπὸ μάγου Κίρκης, φησίν, ἢ Καλυψούς Ὀδυσσεὺς - αἰνιττόμενος δοκεῖ μοι - μεῖναι οὐκ ἀρεσθείς, καίτοι ἔχων ἡδονὰς δι᾽ ὀμμάτων καὶ κάλλει πολλῷ αἰσθητῷ συνών. πατρὶς δὴ ἡμῖν, ὅθεν παρήλθομεν, καὶ πατὴρ ἐκεῖ. Πρβλ. J. PÉPIN, The Platonic and Christian Ulysses, στο D.J. O'MEARA (επιμ.), Neoplatonism and Christian Thought, Albany 1982, σ. 3-18, ιδίως σ. 5-6 και 14-17.

33 Ιλιάδα, II, 140· IX, 27· πρβλ. Οδύσσεια, V, 37.

34 ΚΛΗΜΗΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΥΣ, Προτρεπτικός, XII, 118, 1: Φύγωμεν οὖν τὴν συνήθειαν, φύγωμεν οἷον ἄκραν χαλεπὴν ἢ Χαρύβδεως ἀπειλὴν ἢ Σειρήνας μυθικάς ...κείνου μὲν καπνοῦ καὶ κύματος ἐκτὸς ἔεργε / νῆα. Πρβλ. J. PÉPIN, The Platonic..., ό.π., σ. 10-14.

35 Οδύσσεια, XII, 219· πρβλ. ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ, Ηθικά Νικομάχεια, II, 9, 1109a, 32. Στα Ηθικά Ευδήμεια, III, 2, 1230b, 35, ο Αριστοτέλης αναφέρεται στους κηλούμενοι παρὰ ταῖς Σειρῆσιν.

36 Θα πρότεινα την ύπαρξη μιας σχέσης ανάμεσα στον βασιλιά της Κύπρου Θεμίσωνα, ο οποίος μνημονεύεται στον Στοβαίο, 4.32.21 (ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ, Προτρεπτικός, απ. 1 Ross· 54 Gigon), και στον Εύδημο· πρβλ. A.P. BOS, στο Dionysius, 8, 1984, σ. 33 και σημ. 73.

37 ΚΙΚΕΡΩΝ, De divinatione, 1, 25, 53 = ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ, Εὔδημος, απ. 1 Ross· 56 Gigon.

38 De mundo, 6, 397b, 10-13: πλημμελὲς γὰρ περὶ κόσμου λέγοντας, ...τὸ τοῦ κόσμου κυριώτατον παραλιπεῖν.

39 De mundo, 6, 397b, 16-20: Διὸ καὶ τῶν παλαιῶν εἰπεῖν τινες προήχθησαν ὅτι πάντα ταῦτά ἐστι θεῶν πλέα ....τῇ μὲν θείᾳ δυνάμει πρέποντα καταβαλλόμενοι λόγον, οὐ μὴν τῇ γε οὐσίᾳ.

40 Βλ. ιδιαίτερα ΠΛΑΤΩΝ, Φαῖδρος, 250 B-251 A.

41 Πρβλ. ΠΛΟΥΤΑΡΧΟΣ, De Iside et Osiride, 382d-e· ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ, Εὔδημος, απ. 10 Ross· 1012 Gigon· ΜΙΧΑΗΛ ΨΕΛΛΟΣ, Schol. ad Joh. Climacum, 6, 171· ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ, De philosophia, απ. 15 Ross· ΚΛΗΜΗΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΥΣ, Στρωματεῖς, I, 176, 2-3.

42 ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ, Μεταφυσικά, Α, 2, 983a, 12-21. Πρβλ. W. SPOERRI, Inkommensurabilität, Automaten und philosophisches Staunen im Alpha der «Metaphysik», στο Aristoteles. Werk und Wirkung, αφιερωμένο στον P. Moraux, τόμ. I, επιμ. J. WIESNER, Berlin 1985, σ. 248-255. Ένα από τα παραδείγματα που χρησιμοποιεί ο συγγραφέας είναι τα «αυτόματα» (τῶν θαυμάτων ταὐτόματα — Μεταφυσικά, Α, 2, 983a, 14). Το ίδιο παράδειγμα αξιοποιεί και ο συγγραφέας του De mundo, 6, 398b, 14-16. Σε συνάρτηση με το κείμενο των Μεταφυσικών, Α, 2, το νόημα αυτού του χωρίου μπορεί να είναι ότι, αν κάποιος παρατηρεί τον κόσμο ως φυσικός (physikos), μπορεί να είναι γεμάτος έκπληξη και θαυμασμό για το σύστημα αυτό στο σύνολό του, το οποίο φαίνεται να κινείται από μόνο του· όποιος όμως έχει φτάσει να αναγνωρίσει πίσω από αυτό το σύστημα τον θείο διατάκτη, δεν θαυμάζει πλέον τον κόσμο αλλά τον Θεό (πρβλ. ΦΙΛΩΝ ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΥΣ, De opificio mundi, 8).

Ίσως αυτό το θέμα της αναστροφής της προοπτικής, η οποία προκύπτει από την πρόοδο της κατανόησης, να μπορεί επίσης να επιλύσει τη φαινομενικά προφανή αντίφαση ανάμεσα στη διδασκαλία περί οὐσίας των Κατηγοριών και εκείνη των Μεταφυσικών. Με αυτό το παλαιό πρόβλημα ασχολήθηκε πρόσφατα ο D.W. GRAHAM, Aristotle's Two Systems, Oxford 1987, ο οποίος υπέθεσε μια σημαντική μεταβολή στη φιλοσοφία του Αριστοτέλη. Μια άλλη όμως εξήγηση θα μπορούσε να είναι ότι η «οδός προς τα άνω» διαφέρει από την «οδό προς τα κάτω», δηλαδή ότι η οδός που οδηγεί στις ἀρχαί είναι διαφορετική από την οδό που ξεκινά από τις ἀρχαί. Πρβλ. Ηθικά Νικομάχεια, I, 4, 1095a, 31-6, 4: διαφέρουσιν οἱ ἀπὸ τῶν ἀρχῶν λόγοι καὶ οἱ ἐπὶ τὰς ἀρχάς. ...ἀρκτέον μὲν γὰρ ἀπὸ τῶν γνωρίμων, ταῦτα δὲ διττῶς· τὰ μὲν γὰρ ἡμῖν τὰ δ᾽ ἁπλῶς, σε συμφωνία με το χωρίο των Μεταφυσικών, α, 1, που παρατέθηκε παραπάνω και το οποίο υποστηρίζει ότι «εκείνες οι πραγματικότητες που είναι από τη φύση τους οι πιο φανερές» αποδεικνύονται οι δυσκολότερες για να συλληφθούν από τους ανθρώπους.

Η αντίθεση μπορεί τότε να θεωρηθεί ότι εξομαλύνεται, αν ξεκινήσουμε από το γεγονός ότι οι Κατηγορίες έχουν τη συστηματική τους θέση στην αρχή των πραγματειών που είναι διατεταγμένες για διδακτική ανάγνωση, όπου η αφετηρία εξακολουθεί να είναι η αισθητηριακή εμπειρία, ενώ στα Μεταφυσικά η προσοχή επικεντρώνεται σε εκείνο που είναι αιώνιο και τίθεται ως θεμέλιο της μεταβαλλόμενης και μεταβλητής πραγματικότητας.

43 ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ, Μεταφυσικά, Α, 2, 982b, 18-19: διὸ καὶ ὁ φιλόμυθος φιλόσοφός πώς ἐστιν· ὁ γὰρ μῦθος σύγκειται ἐκ θαυμασίων.

44 ΚΙΚΕΡΩΝ, De natura deorum, 2.37.95-96 = ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ, De philosophia, απ. 13 Ross· 18 Untersteiner· 838 Gigon. Πρβλ. A.P. BOS, Cosmic and meta-cosmic..., ό.π., σ. 174-184.

45 Πρβλ. W. JAEGER, Aristotle, σ. 163-164, ο οποίος θεώρησε το κείμενο ως απόδειξη της απόρριψης από τον Αριστοτέλη της πλατωνικής θεωρίας των Ιδεών: «[Ο Αριστοτέλης] έχει συνείδηση ότι είναι ο πρώτος Έλληνας που βλέπει τον πραγματικό κόσμο με τα μάτια του Πλάτωνα, και η σκόπιμη τροποποίηση της παρομοίωσης του Πλάτωνα αποτελεί ένδειξη αυτής της αντίληψης για την ιστορική του αποστολή» (σ. 164).

46 Τείνω να συνδέσω την κικερώνεια έκφραση numen et vim με την έννοια της dynamis του Θεού που περιέχεται στο De mundo, 6, 397b, 23 κ.ε., η οποία θα συζητηθεί στη συνέχεια στην ενότητα 6· πρβλ. Tusculanae disputationes, V, 70: «haec tractanti animo ....exsistit illa a deo Delphis praecepta cognitio, ut ipsa se mens adgnoscat coniunctamque cum divina mente se sentiat, ex quo insatiabili gaudio compleatur; ipsa enim cogitatio de vi et natura deorum studium incendit illius aeternitatis imitandi...».

47 ΣΕΞΤΟΣ ΕΜΠΕΙΡΙΚΟΣ, Adversus mathematicos, 9, 20-23 = ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ, De philosophia, απ. 12a Ross· 14 Untersteiner· 947 Gigon (με αναφορά στην προφητική δύναμη του Πατρόκλου και του Έκτορα, όπως περιγράφεται από τον Όμηρο· πρβλ. Cic., Div. ad Brut., 1, 30, 63)· και ΣΕΞΤΟΣ ΕΜΠΕΙΡΙΚΟΣ, Adversus mathematicos, 9, 26-27 = ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ, De philosophia, απ. 12b Ross· 26 Untersteiner· 948 Gigon, με παραθέματα από την Ιλιάδα, IV, 297 και II, 554.

48 Πρβλ. Οδύσσεια, VII, 244-266 και I, 49-59 (I, 56: αἰεὶ δὲ μαλακοῖσι καὶ αἱμυλίοισι λόγοισι / θέλγει, ὅπως Ἰθάκης ἐπιλήσεται ..)· V, 1-269.

49 Πρβλ. ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ, Μεταφυσικά, Ε, 1, 1026a, 18-19· Κ, 7, 1064b, 1-3. Επίσης Γ, 2, 1005b: ἔστι δὲ σοφία τις καὶ ἡ φυσική, ἀλλ᾽ οὐ πρώτη.

50 Πρβλ. J. OWENS, The Doctrine of Being in the Aristotelian Metaphysics. A Study in the Greek Background of Mediaeval Thought, Toronto 1951.

51 Πρβλ. L. HONNEFELDER, Philosophie als eigene Dimension: Die Entwürfe der Hochscholastik. Der zweite Anfang der Metaphysik. Voraussetzungen, Ansätze und Folgen der Wiederbegründung der Metaphysik im 13/14 Jahrhundert, στο J.P. BECKMANN (επιμ.), Philosophie im Mittelalter, Hamburg 1987, σ. 166-186.

52 Πρβλ. A.J. FESTUGIÈRE, La révélation d'Hermès Trismégiste, τόμ. II, Le dieu cosmique, Paris 1949, και J. PÉPIN, Théologie cosmique et théologie chrétienne, Paris 1964. Επηρεασμένος από αυτή τη θεωρία, ο H.B. Gottschalk (ό.π., 1987, σ. 1135-1136) χρονολογεί το De mundo μετά την έκδοση του Ανδρονίκου (σ. 1138). Για επιχειρηματολογία εναντίον αυτής της υπόθεσης περί μιας αμιγώς κοσμικής θεολογίας στον Αριστοτέλη, πρβλ. A.P. BOS, Cosmic and meta-cosmic..., ό.π., σ. 185-200. Ιταλ. μτφρ., ό.π., σ. 311-332.

Δεν υπάρχουν σχόλια: