Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Όψεις του θηλυκού. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Όψεις του θηλυκού. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 15 Δεκεμβρίου 2013

Ο Ψ Ε Ι Σ Τ Ο Υ Θ Η Λ Υ Κ Ο Υ (21) (τελευταίο)



ΙΙΙ

Η ΣΚΙΑ ΚΑΙ Η ΣΥΖΥΓΙΑ

2. Η ΣΥΖΥΓΙΑ:  A N I M A  ΚΑΙ  A N I M U S (συνέχεια)

Η γυναίκα έχει σαν αντιστάθμισμα ένα αρσενικό στοιχείο, και γι’ αυτό το ασυνείδητό της έχει, ας πούμε, αρσενικό χαρακτήρα. Αυτό έχει σαν αποτέλεσμα μια σημαντική ψυχολογική διαφορά ανάμεσα στους άνδρες και τις γυναίκες, και γι’ αυτό ονόμασα τον παράγοντας δημιουργίας της προβολής στις γυναίκες animus, που σημαίνει νους ή πνεύμα. Ο animus αντιστοιχεί στον πατρικό Λόγο, ακριβώς όπως η anima αντιστοιχεί στο μητρικό στοιχείο του Έρωτα. Αλλά δεν θέλω ούτε σκοπεύω να δώσω σε αυτές τις δύο ενορατικές έννοιες έναν πολύ συγκεκριμένο ορισμό. Χρησιμοποιώ τους όρους Έρως και Λόγος απλώς σαν βοηθητικές έννοιες για να περιγράψω το γεγονός ότι η γυναικεία συνείδηση χαρακτηρίζεται περισσότερο από την συνδετική ιδιότητα του έρωτα παρά από την διάκριση και την γνώμη που σχετίζονται με τον Λόγο. Στους άνδρες, ο Έρως, η λειτουργία της σχέσης, είναι συνήθως λιγότερο ανεπτυγμένη από τον Λόγο. Στις γυναίκες, αντίθετα, ο Έρως είναι μια έκφραση της πραγματικής τους φύσης, ενώ ο Λόγος είναι συχνά μόνο ένα λυπηρό περιστατικό. Δίνει λαβή σε παρανοήσεις και ενοχλητικές ερμηνείες στον χώρο της οικογένειας και των φίλων. Αυτό συμβαίνει γιατί ο Λόγος συνίσταται από  γ ν ώ μ ε ς  αντί για σκέψεις, και λέγοντας γνώμες εννοώ a priori υποθέσεις που διεκδικούν την απόλυτη αλήθεια. Τέτοιες υποθέσεις, όπως όλοι ξέρουν, μπορούν να είναι εξαιρετικά εκνευριστικές. Μια και ο animus έχει αδυναμία στους καυγάδες, μπορούμε καλύτερα να τον δούμε να λειτουργή σε διαφωνίες, που και τα δύο μέρη ξέρουν πως έχουν δίκιο. Και οι άνδρες επίσης μπορούν να καυγαδίσουν με πολύ γυναικείο τρόπο όταν κατέχονται από την anima, και έτσι έχουν μετατραπή σε animus της anima τους. Με αυτούς το ζήτημα ανάγεται σε προσωπική ματαιοδοξία και ευθιξία (σαν να ήταν γυναίκες)· με της γυναίκες είναι ζήτημα  δ ύ ν α μ η ς, είτε έχει σχέση με την αλήθεια είτε με την δικαιοσύνη ή με κάποιον άλλο «ισμό», επειδή ο ράφτης και ο κομμωτής έχουν ήδη φροντίσει για την ματαιοδοξία τους. Ο «Πατέρας» (δηλαδή το σύνολο των συμβατικών γνωμών)πάντα παίζει μεγάλο ρόλο στην γυναικεία επιχειρηματολογία. Όσο φιλικός και ευγενικός  και αν είναι ο Έρως μιας γυναίκας, καμμιά λογική στον κόσμο δεν μπορεί να την μετακινήση εάν κυριευθή από τον animus. Συχνά ο άνδρας έχει το αίσθημα – που δεν είναι τελείως άδικο – ότι μόνο η βία ή ο βιασμός θα είχαν την απαραίτητη πειστική δύναμη. Δεν γνωρίζει ότι αυτή η εξαιρετικά δραματική κατάσταση θα τελείωνε αμέσως πεζά και κοινότυπα εάν εγκατέλειπε το πεδίο της μάχης και άφηνε μια άλλη γυναίκα να την συνεχίση (την γυναίκα του, για παράδειγμα, εάν δεν είναι η ίδια το μανιασμένο πολεμικό άλογο). Αυτή η φαεινή ιδέα σπάνια ή μάλλον ποτέ δεν του έρχεται, επειδή κανένας άνδρας δεν μπορεί να συζητήση με έναν animus για πέντε λεπτά χωρίς να πέση θύμα της δικιάς του anima. Οποιοσδήποτε θα είχε αρκετή αίσθηση του χιούμορ για να ακούση αντικειμενικά τον διάλογο που θα ακολουθούσε, θα έμενε κατάπληκτος από τον τεράστιο αριθμό από κοινοτυπίες, ταυτολογίες, κλισέ από εφημερίδες και μυθιστορήματα, πολυειπωμένες  επαναλήψεις κάθε είδους διάσπαρτες με χυδαίες βρισιές και εξοργιστική έλλειψη λογικής. Είναι ένας διάλογος που, ανεξάρτητα από τους πρωταγωνιστές του, επαναλαμβάνεται εκατομμύρια φορές σε όλες τις γλώσσες του κόσμου, και πάντα παραμένει ουσιαστικά ο ίδιος.
Αυτό το μοναδικό γεγονός έχει την ακόλουθη εξήγηση: όταν ο animus και η anima συναντιώνται, ο animus τραβάει το σπαθί της δύναμης και η anima χύνει το δηλητήριο της ψευδαίσθησης και του πλανέματος, Το αποτέλεσμα δεν είναι αναγκαστικά πάντα αρνητικό, επειδή είναι εξ’ ίσου πιθανό οι δυο τους να ερωτευθούν (μια ειδική περίπτωση κεραυνοβόλου έρωτα). Η γλώσσα της αγάπης είναι εκπληκτικά ομοιόμορφη, χρησιμοποιώντας τους πολυφορεμένους τύπους με την υπέρτατη αφοσίωση και πιστότητα, ώστε για μια ακόμη φορά οι δύο εραστές βρίσκονται σε μια κοινότοπη συλλογική κατάσταση. Εντούτοις ζουν με την ψευδαίσθηση ότι συνδέονται ο ένας με τον άλλον με τον πιο ατομικό τρόπο.
Και στις θετικές και στις αρνητικές πλευρές της, η σχέση anima/animus είναι πάντα γεμάτη από «ψυχισμό» («animosity”), δηλαδή είναι συγκινησιακή, και επομένως συλλογική. Τα συναισθήματα χαμηλώνουν το επίπεδο της σχέσης και την φέρνουν πιο κοντά στην κοινή ενστικτώδη βάση, που δεν έχει πια τίποτε το ατομικό. Πολύ συχνά η σχέση τραβάει τον δρόμο της απαρατήρητη από τους ανθρώπινους πρωταγωνιστές της, που μετά δεν ξέρουν τί τους συνέβη.
Ενώ το σύννεφο του «ψυχισμού» που περιβάλλει τον άνδρα αποτελείται κυρίως από συναισθηματισμό και πικρία, στην γυναίκα εκφράζεται με την μορφή επίμονων γνωμών, ερμηνειών, υπαινιγμών και παρανοήσεων, που όλα έχουν σκοπό (και κάποτε τον πετυχαίνουν) να διακόψουν την σχέση ανάμεσα σε δύο ανθρώπους. Η γυναίκα, όπως και ο άνδρας, τυλίγεται σε ένα πέπλο ψευδαισθήσεων από τον πατρικό της δαίμονα, και, σαν κόρη που καταλαβαίνει μόνο αυτή τον πατέρα της (δηλαδή, έχει πάντα δίκιο σε όλα), μεταφέρεται στην χώρα των προβάτων για να βοσκήση με τον ποιμένα της ψυχής της, τον animus.
Όπως η anima και ο animus έχει την θετική του πλευρά. Μέσω της μορφής του πατέρα εκφράζει όχι μόνο συμβατικές γνώμες, αλλά επίσης αυτό που ονομάζουμε «πνεύμα», ειδικά φιλοσοφικές ή θρησκευτικές ιδέες, ή μάλλον την τάση που πηγάζει από αυτές. Έτσι ο animus είναι ένας ψυχοπομπός (οδηγός της ψυχής), ένας μεσολαβητής ανάμεσα στο συνειδητό και το ασυνείδητο και μια προσωποποίηση του τελευταίου. Ακριβώς όπως η anima γίνεται, μέσω της αφομοίωσης, ο Έρως της συνείδησης, έτσι και ο animus γίνεται ο Λόγος· και όπως η anima δίνει την σχέση και την ικανότητα δημιουργίας της στην συνείδηση του άνδρα, έτσι ο animus δίνει στην γυναικεία συνείδηση μια ικανότητα για σκέψη, μελέτη και αυτογνωσία.
Η επίδραση της  anima και του animus πάνω στο εγώ είναι βασικά η ίδια. Αυτή η επίδραση είναι εξαιρετικά δύσκολο να εξουδετερωθή, επειδή, κατ’ αρχήν, είναι εξαιρετικά ισχυρή, και αμέσως γεμίζει την εγωική προσωπικότητα με ένα αναφαίρετο αίσθημα ορθότητας και αυτοδικαίωσης. Κατά δεύτερο λόγο, η αιτία της επίδρασης προβάλλεται, και εμφανίζεται να βρίσκεται σε αντικείμενα και αντικειμενικές καταστάσεις. Και τα δύο αυτά χαρακτηριστικά μπορούν, πιστεύω, να αναχθούν στις ιδιομορφίες του αρχετύπου. Γιατί το αρχέτυπο, φυσικά, υπάρχει a priori. Αυτό μπορεί ίσως να εξηγήση την συχνά εντελώς παράλογη αλλά αναμφίβολη και αναμφισβήτητη ύπαρξη ορισμένων διαθέσεων και γνωμών. Ίσως αυτές είναι τόσο εξαιρετικά δύσκολο να επηρεασθούν εξ αιτίας της μεγάλης υποβλητικής δύναμης που πηγάζει από το αρχέτυπο. Η συνείδηση γοητεύεται απ’ αυτό, αιχμαλωτίζεται, είναι σαν υπνωτισμένη. Πολύ συχνά το εγώ δοκιμάζει ένα αόριστο αίσθημα ηθικής ήττας, και έπειτα συμπεριφέρεται ακόμη πιο αμυντικά, προκλητικά και υπερήφανα, δημιουργώντας έτσι έναν φαύλο κύκλο που απλώς αυξάνει το αίσθημα της κατωτερότητάς του. Τότε φεύγει η βάση που είναι απαραίτητη για την ανθρώπινη σχέση, γιατί, όπως η μεγαλομανία, έτσι και ένα αίσθημα κατωτερότητας κάνει την αμοιβαία αναγνώριση αδύνατη, και χωρίς αυτήν δεν υπάρχει σχέση.
Όπως είπα, είναι πιο εύκολο να δη κανείς την σκιά του παρά την anima ή τον animus. Με την σκιά έχουμε το πλεονέκτημα να είμαστε κάπως προετοιμασμένοι από την εκπαίδευσή μας, η οποία πάντα προσπαθούσε να πείση τους ανθρώπους ότι δεν είναι εκατό τοις εκατό καθαρό χρυσάφι. Έτσι ο καθένας αμέσως καταλαβαίνει τι εννοούμε με τις λέξεις «σκιά», «κατώτερη προσωπικότητα», κλπ. Και εάν το έχει ξεχάσει, μπορεί να το επαναφέρη στην μνήμη του ένα κυριακάτικο κήρυγμα, η γυναίκα του, ή ο εφοριακός. Με την anima και τον animus όμως, τα πράγματα δεν είναι καθόλου τόσο απλά. Κατ’ αρχήν, δεν υπάρχει ηθική εκπαίδευση πάνω σε αυτό το ζήτημα, και, δεύτερον, οι περισσότεροι άνθρωποι είναι ευχαριστημένοι με το να αυτοδικαιώνονται, και προτιμούν τον αμοιβαίο υποβιβασμό (αν όχι τίποτε χειρότερο!) από την αναγνώριση των προβολών τους. Πραγματικά, φαίνεται μια πολύ φυσική κατάσταση οι άνδρες να έχουν παράλογες διαθέσεις και οι γυναίκες παράλογες γνώμες. Μπορούμε να υποθέσουμε ότι αυτή η κατάσταση βασίζεται στο ένστικτο και θα πρέπει να παραμείνει όπως είναι, για να επιβεβαιώση ότι το Εμπεδόκλειο παιχνίδι τους μίσους και της αγάπης των στοιχείων θα συνεχιστή στην αιωνιότητα. Η φύση είναι συντηρητική και δεν επιτρέπει εύκολα να αλλάξη η πορεία της· υπερασπίζει με τον πιο πεισματικό τρόπο το απαραβίαστο των περιοχών που περιπλανιώνται η anima και ο animus. Έτσι είναι πολύ πιο δύσκολο να συνειδητοποιήση κανείς τις προβολές της anima ή του animus από το να αναγνωρίση την σκιώδη πλευρά του. Πρέπει κανείς, φυσικά, στην δεύτερη περίπτωση, να ξεπεράση μερικά ηθικά εμπόδια, όπως είναι η ματαιοδοξία, η φιλοδοξία, ή οίηση, η μνησικακία κ.λ.π, αλλά στην περίπτωση των προβολών προστίθενται κάθε είδους διανοητικές δυσκολίες, εντελώς ξέχωρα από το περιεχόμενο της προβολής, το οποίο κανείς δεν ξέρει πώς να αντιμετωπίση. Και πάνω απ’ όλα, παρουσιάζεται μια βαθειά αμφιβολία ως προς το αν δεν επεμβαίνει κανείς πολύ στην δουλειά της φύσης σπρώχνοντας μέσα στην συνείδηση πράγματα που θα ήταν καλύτερο να μείνουν κοιμισμένα.
Αν και, σύμφωνα με την εμπειρία μου, υπάρχει ένας αρκετά μεγάλος αριθμός ανθρώπων που μπορούν να καταλάβουν χωρίς ιδιαίτερη διανοητική ή ηθική δυσκολία τι εννοείται με τον όρο anima και animus, βρίσκει κανείς ότι πολύ περισσότεροι έχουν την μεγαλύτερη δυσκολία στο να μορφοποιήσουν αυτές τις εμπειρίες σαν κάτι συγκεκριμένο. Αυτό δείχνει ότι οι έννοιες αυτές βρίσκονται λίγο έξω από το συνηθισμένο πεδίο εμπειρίας .Δεν είναι εύκολα κατανοητές ακριβώς επειδή φαίνονται ασυνήθιστες. Αυτό έχει σαν συνέπεια να κινούν την προκατάληψη και να γίνωνται ταμπού, όπως οτιδήποτε απροσδόκητο.
Έτσι, εάν το θέσουμε σαν ένα είδος αιτήματος ότι οι προβολές θα πρέπει να διαλυθούν, επειδή αυτή η κατάσταση είναι πιο υγιεινή και από κάθε άποψη πλεονεκτικότερη, μπαίνουμε σε καινούργιο έδαφος. Μέχρι τώρα όλοι ήταν πεπεισμένοι ότι η ιδέα «ο πατέρας μου», η «μητέρα μου» κ.λ.π. δεν είναι τίποτε άλλο από μια πιστή αντανάκλαση του πραγματικού γονέα, που αντιστοιχεί με κάθε λεπτομέρεια στο πρωτότυπο, έτσι ώστε όταν κάποιος λέει «ο πατέρας μου» δεν εννοεί τίποτε περισσότερο και τίποτε λιγώτερο από αυτό που είναι πραγματικά ο πατέρας του. Αυτό είναι βέβαια κάτι που υποθέτει πως εννοεί, αλλά μια υποθετική ταυτότητα δεν φέρει με κανένα τρόπο την ίδια την ταυτότητα. Εδώ ταιριάζει το σόφισμα του «εγκεκαλυμμένου» (Σημ.: Αυτό το σόφισμα ,που αποδίδεται στον Ευβουλίδη τον Μεγαρέα, είναι το εξής: -  «Μπορείς να αναγνωρίσης τον πατέρα σου;» - Ναι. – «Μπορείς να αναγνωρίσης αυτόν τον καλυμμένο με πέπλο;» - Όχι. – «Αυτός ο καλυμμένος με πέπλο είναι ο πατέρας σου. Επομένως μπορείς και δεν μπορείς να αναγνωρίσης τον πατέρα σου».) Εάν κανείς βάλει στην αντίστοιχη ψυχολογική εξίσωση την εικόνα του Χ για τον πατέρα του, που την παίρνει για τον πραγματικό του πατέρα, η εξίσωση δεν θα βγή σωστή, επειδή η άγνωστη ποσότητα που έχει προσθέσει ο γιος δεν αντιστοιχεί με την πραγματικότητα. Ο Χ έχει παραβλέψει το γεγονός ότι η ιδέα του για ένα πρόσωπο συνίσταται, κατ’ αρχήν, από την πιθανά πολύ ατελή εικόνα που έχει δεχθή για το αληθινό πρόσωπο, και, κατά δεύτερο λόγο, από τις υποκειμενικές μετατροπές που έχει κάνει σε αυτήν την εικόνα. Η ιδέα του Χ για τον πατέρα του είναι μια σύνθετη ποσότητα, για την οποία ο πραγματικός πατέρας είναι μόνο κατά ένα μέρος υπεύθυνος, ενώ ένα ακαθόριστα μεγαλύτερο μερίδιο αντιστοιχεί στον γιο. Αυτό ισχύει τόσο, ώστε κάθε φορά που επικρίνει ή επαινεί τον πατέρα του ασυνείδητα στρέφεται κατά ή υπέρ του εαυτού του, προκαλώντας έτσι εκείνες τις ψυχικές συνέπειες που έρχονται σε εκείνους τους ανθρώπους οι οποίοι συνήθως μειώνουν ή υπερτιμούν τον εαυτό τους. Εάν, όμως, ο Χ συγκρίνη προσεκτικά τις αντιδράσεις του με την πραγματικότητα, έχει μια ευκαιρία να προσέξη ότι έχει κάνει κάπου λάθος λογαριασμό μη αναγνωρίζοντας τόσον καιρό από την συμπεριφορά του πατέρα του ότι η εικόνα που έχει γι’ αυτόν είναι ψεύτικη. Αλλά συνήθως ο Χ είναι πεπεισμένος ότι έχει δίκιο, και αν κάποιος έχει άδικο, αυτός θα πρέπει να είναι ο απέναντί του. Εάν ο Χ έχει φτωχά ανεπτυγμένη την αρχή του Έρωτα, είτε θα είναι αδιάφορος στην ανεπαρκή σχέση που έχει με τον πατέρα του, ή αλλοιώς θα ενοχληθή από την ασυνέπεια και γενικά την αδυναμία κατανόησης ενός πατέρα που η συμπεριφορά του στην πραγματικότητα ποτέ δεν αντιστοιχεί στην εικόνα που έχει ο Χ γι’ αυτόν. Επομένως ο Χ νομίζει ότι έχει κάθε δικαίωμα να αισθάνεται πληγωμένος, παρεξηγημένος, και ακόμη προδομένος.
Μπορεί κανείς να φαντασθή πόσο επιθυμητή θα ήταν σε τέτοιες περιπτώσεις η διάλυση της προβολής. Και υπάρχουν πάντα οι αισιόδοξοι που πιστεύουν πως μπορεί η ανθρωπότητα να μπη στην χρυσή εποχή απλώς με το να λέμε στους ανθρώπους ποιος είναι ο σωστός δρόμος. Αλλά ας προσπαθήσουν αυτοί να εξηγήσουν σε αυτόν τον άνθρωπο ότι συμπεριφέρεται σαν τον σκύλο που κυνηγάει την ουρά του. Το να κάνης του ανθρώπους να δουν τα μειονεκτήματα της στάσης τους χρειάζονται πολύ περισσότερα από απλά «λόγια», επειδή έχουμε να κάνουμε με κάτι περισσότερο από την συνηθισμένη κοινή λογική. Αυτό που αντιμετωπίζουμε εδώ είναι εκείνο το είδος της μοιραίας παρανόησης που, κάτω από κανονικές συνθήκες, παραμένει για πάντα αδύνατον να το διακρίνουμε. Είναι μάλλον σαν να περιμένεις από τον μέσο αξιοσέβαστο πολίτη να αναγνωρίση τον εαυτό του σαν εγκληματία.
 Αναφέρω όλα αυτά απλώς για να δείξω την τάξη μεγέθους στην οποία ανήκουν οι προβολές της anima και του animus, και τις ηθικές και διανοητικές προσπάθειες που απαιτούνται για την διάλυσή τους. Εντούτοις, δεν προβάλλονται όλα τα περιεχόμενα της anima και του animus. Πολλά από αυτά εμφανίζονται αυθόρμητα σε όνειρα ή παρόμοιες καταστάσεις, και πολύ περισσότερα μπορούν να γίνουν συνειδητά μέσω της ενεργητικής φαντασίας. Με αυτόν τον τρόπο ανακαλύπτουμε ότι είναι μέσα μας ζωντανά σκέψεις, συναισθήματα και συγκινήσεις που ποτέ δεν θα πιστεύαμε πως είναι δυνατόν να υπάρχουν. Φυσικά τέτοιου είδους πιθανότητες φαίνονται εντελώς φανταστικές σε όποιον δεν τις έχει δοκιμάσει ο ίδιος γιατί ένα «κανονικό» πρόσωπο «ξέρει τί σκέπτεται».. Μια τέτοια παιδική στάση από την μεριά του «κανονικού προσώπου» είναι ο γενικός κανόνας, έτσι ώστε δεν μπορούμε να περιμένουμε να αντιληφθή την αληθινή φύση του animus και της anima κανείς χωρίς πείρα σε αυτόν τον χώρο. Με αυτά τα βιώματα μπαίνει κανείς σε έναν εντελώς καινούργιο κόσμο ψυχολογικής εμπειρίας, με τον όρο φυσικά ότι θα κατορθώση να τα υλοποιήση στην πράξη. Αυτοί που το κατορθώνουν δεν μπορούν παρά να εντυπωσιασθούν έντονα από όλα όσα το εγώ δεν γνωρίζει και δεν έχει ποτέ γνωρίσει. Αυτή η αύξηση σε αυτογνωσία είναι ακόμη πολύ σπάνια στις μέρες μας, και συνήθως πληρώνεται εκ των προτέρων με μια νεύρωση, αν όχι με τίποτε χειρότερο.
Η αυτονομία του συλλογικού ασυνειδήτου εκφράζεται στις μορφές της anima και του animus. Αυτές προσωποποιούν εκείνα από τα περιεχόμενά του που, όταν αποσύρονται από την προβολή, μπορούν να αφομοιωθούν στην συνείδηση. Σε αυτόν τον βαθμό, και οι δύο μορφές παριστάνουν  λ ε τ ο υ ρ γ ί ε ς που φιλτράρουν τα περιεχόμενα του ασυνειδήτου, έτσι ώστε να περάσουν στην συνείδηση. Εντούτοις, εμφανίζονται και συμπεριφέρονται με αυτόν τον τρόπο μόνον όταν οι τάσεις του συνειδητού και του ασυνειδήτου δε αποκλίνουν πάρα πολύ. Εάν προκύψει οποιαδήποτε ένταση, αυτές οι λειτουργίες, αβλαβείς μέχρι τότε, αντιμετωπίζουν το συνειδητό σε προσωποποιημένη μορφή και συμπεριφέρονται μάλλον σαν συστήματα αποσχισμένα από την προσωπικότητα, ή σαν επί μέρους ψυχές. Αυτή η σύγκριση είναι ανεπαρκής στον βαθμό που τίποτε που ανήκε προηγουμένως στην εγωική προσωπικότητα δεν έχει αποσχισθή από αυτήν· αντίθετα, οι δύο μορφές αντιπροσωπεύουν μια προσθήκη που προκαλεί διαταραχή. Η αιτία που συμπεριφέρονται έτσι είναι ότι αν και τα  π ε ρ ι ε χ ό μ ε ν α  της anima και του animus μπορούν να αφομοιωθούν, οι μορφές καθεαυτές δεν μπορούν, αφού είναι αρχέτυπα. Σαν τέτοια είναι οι θεμέλιοι λίθοι της ψυχικής δομής, που στην ολότητά της υπερβαίνει τα όρια της συνείδησης, και επομένως δεν μπορεί ποτέ να γίνη το αντικείμενο άμεσης γνώσης. Αν και οι επιδράσεις της anima και του animus μπορούν να γίνουν συνειδητές, αυτές οι δύο μορφές είναι παράγοντες που υπερβαίνουν την συνείδηση και τα όρια της αντίληψης και της βούλησης. Έτσι παραμένουν αυτόνομες παρά την αφομοίωση των περιεχομένων τους, και γι’ αυτό θα πρέπει να τις έχουμε συνεχώς στο μυαλό μας. Αυτό είναι εξαιρετικά σημαντικό από θεραπευτική άποψη, επειδή η συνεχής παρατήρηση είναι η πληρωμή στο ασυνείδητο ενός φόρου που λίγο ή πολύ εγγυάται για την συνεργασία του. Με το ασυνείδητο, όπως ξέρουμε, δεν μπορείς να «τελειώσης» μια για πάντα. Μάλιστα, είναι ένα από τα πιο σπουδαία σημεία ψυχικής υγιεινής το να δίνουμε συνεχώς προσοχή στην συμπτωματολογία των ασυνείδητων περιεχομένων και διεργασιών, για τον λόγο ότι το συνειδητό πάντοτε κινδυνεύει να γίνη μονόπλευρο, να μείνη προσκολλημένο στους πατημένους δρόμους και να εμπλακή σε αδιέξοδο. Η συμπληρωματική και αντισταθμιστική λειτουργία του ασυνειδήτου διασφαλίζει το ότι αυτοί οι κίνδυνοι, που είναι ιδιαίτερα μεγάλοι σε περίπτωση νεύρωσης, μπορούν σε κάποιο βαθμό να αποφευχθούν. Εν τούτοις μόνο υπό ιδανικές συνθήκες, όταν η ζωή είναι ακόμη αρκετά απλή και ασυνείδητη ώστε να ακολουθήση το φιδίσιο μονοπάτι του ενστίκτου χωρίς δισταγμό ή αμφιβολία, η αντιστάθμιση λειτουργεί με τέλεια επιτυχία. Όσο πιο πολιτισμένος, πιο συνειδητός και σύνθετος γίνεται ο άνθρωπος, τόσο είναι λιγότερο ικανός να ακολουθήση τα ένστικτά του. Οι πολύπλοκες συνθήκες της ζωής του και η επίδραση του περιβάλλοντός του είναι τόσο ισχυρά ώστε πνίγουν την φωνή της φύσης. Γνώμες, αντιλήψεις, θεωρίες και συλλογικές τάσεις εμφανίζονται στην θέση της και υποστηρίζουν όλες τις παρεκκλίσεις του συνειδητού. Πρέπει επομένως να δοθή ηθελημένη προσοχή στο ασυνείδητο, έτσι ώστε η αντιστάθμιση να μπορέση να λειτουργήση. Γι’ αυτό είναι εξαιρετικά σημαντικό να περιγράψουμε τα αρχέτυπα που βρίσκονται στο ασυνείδητο όχι σαν μια ορμητική  φαντασμαγορία φευγαλέων εικόνων, αλλά σαν διαρκείς, αυτόνομους παράγοντες, όπως πραγματικά είναι.
Και τα δύο αυτά αρχέτυπα, όπως δείχνει η πρακτική εμπειρία, έχουν έναν μοιραίο χαρακτήρα που μπορεί σε ορισμένες περιπτώσεις να έχη τραγικά αποτελέσματα. Είναι κυριολεκτικά ο πατέρας και η μητέρα όλων των καταστροφικών περιπλοκών της μοίρας και έχουν από καιρό αναγνωρισθή σαν τέτοια απ’ όλο τον κόσμο. Μαζί σχηματίζουν ένα θεϊκό ζευγάρι, [Σημ.: Αυτό δεν έχει την έννοια ψυχολογικού ορισμού, πολύ περισσότερο μεταφυσικού. Όπως έδειξα στο βιβλίο μου «Οι σχέσεις ανάμεσα το Εγώ και το Ασυνείδητο» (παρ. 296 κ.ε.) η συζυγία συνίσταται από τρία στοιχεία: την θηλυκότητα που αναλογεί στον άνδρα και την αρσενικότητα που αναλογεί στην γυναίκα· την εμπειρία που έχει ο άνδρας από την γυναίκα και το αντίστροφο· και, τελικά, την αρσενική και την θηλυκή αρχετυπική εικόνα. Το πρώτο στοιχείο μπορεί να αφομοιωθή στην προσωπικότητα με την διαδικασία της συνειδητοποίησης, αλλά το τελευταίο δεν μπορεί. Το ένα του μέλος, σύμφωνα με την φύση του Λόγου που έχει, χαρακτηρίζεται από τις έννοιες  π ν ε ύ μ α  και  ν ο υ ς, όμοια με τον ευμετάβλητο Ερμή, ενώ το άλλο, σύμφωνα με την φύση του Έρωτα, έχει τα χαρακτηριστικά της Αφροδίτης, της Ελένης (Σελήνης), της Περσεφόνης, και της Εκάτης. Και τα δύο είναι ασυνείδητες δυνάμεις, πραγματικά «θεοί», όπως πολύ σωστά το αντιλαμβανόταν ο αρχαίος κόσμος. Το να τους δώσουμε αυτό το όνομα σημαίνει να τα τοποθετήσουμε σε αυτήν την κεντρική θέση στην κλίμακα των ψυχολογικών αξιών που πάντοτε τους ανήκε, είτε αυτό αναγνωριζόταν συνειδητά είτε όχι· γιατί η δύναμή τους αυξάνει ανάλογα με τον βαθμό που παραμένουν ασυνείδητα. Αυτοί που δεν τα βλέπουν βρίσκονται στο έλεός τους, ακριβώς όπως μια επιδημία τύφου εξαπλώνεται περισσότερο όταν η πηγή της δεν έχει ανακαλυφθή. Ακόμη και στον Χριστιανισμό η θεϊκή συζυγία δεν καταργείται, αλλά παίρνει την υψηλότερη θέση στο πρόσωπο του Χριστού και της νύμφης του, της Εκκλησίας. [Σημ.: «Επειδή η Γραφή λέει: “άρσεν και θήλυ εποίησεν αυτούς”. Το αρσενικό είναι ο Χριστός, το θηλυκό είναι η Εκκλησία». (Δεύτερη Επιστολή προς Κορινθίους, 14 :2). Σε εικονογραφικές παραστάσεις, η Παρθένος Μαρία παίρνει συχνά την θέση της Εκκλησίας]. Τέτοιοι παραλληλισμοί είναι εξαιρετικά βοηθητικοί στις προσπάθειές μας να εκτιμήσουμε την σημασία αυτών των αρχετύπων. Αυτό που μπορούμε να ανακαλύψουμε γι’ αυτά από την συνειδητή πλευρά είναι τόσο αμυδρό ώστε είναι σχεδόν αδιάκριτο. Μόνο όταν ρίξουμε φως στα σκοτεινά βάθη της ψυχής και εξερευνήσουμε τα πολύστροφα μονοπάτια της ανθρώπινης μοίρας σταδιακά καταλαβαίνουμε πόσο τεράστια είναι η επίδραση που ασκούν αυτοί οι δύο παράγοντες που εξισορροπούν την συνειδητή μας ζωή.
Ανακεφαλαιώνοντας, θα ήθελα να τονίσω ότι η αφομοίωση της σκιάς, ή η συνειδητοποίηση του προσωπικού ασυνειδήτου, αποτελεί το πρώτο στάδιο της ψυχαναλυτικής διαδικασίας, και ότι χωρίς αυτήν η αναγνώριση της anima ή του animus είναι αδύνατη. Η σκιά μπορεί να αναγνωρισθή μόνο μέσα από την σχέση με έναν σύντροφο και η anima ή ο animus μόνο μέσα από την σχέση με έναν σύντροφο του αντίθετου φύλου, γιατί μόνο σε μια τέτοια σχέση λειτουργούν οι προβολές τους. Η αναγνώριση της anima φέρνει στην επιφάνεια, μέσα στην ψυχή του άνδρα, μια τριάδα, που το ένα τρίτο της είναι υπερβατικό: πρόκειται για το αρσενικό υποκείμενο, το αντίθετο θηλυκό υποκείμενο, και την υπερβατική anima. Με την γυναίκα η κατάσταση αντιστρέφεται. Το τέταρτο στοιχείο που λείπει και που θα έκανε την τριάδα τετράδα (Σ.τ.Μ.: το σχήμα της ολοκλήρωσης), είναι, στον άνδρα, το αρχέτυπο του Σοφού Γέροντα, που δεν το συζητήσαμε εδώ, και στην γυναίκα η Χθόνια Μητέρα. Αυτά τα τέσσερα σχηματίζουν μία κατά το ήμισυ προσωπική και κατά το ήμισυ υπερβατική τετράδα, ένα αρχέτυπο που το ονόμασα «ο  τ ε τ ρ α π λ ό ς  γ ά μ ο ς». (Σημ.: Βλέπε: «Η ψυχολογία της μεταβίβασης», παρ. 425 κ.ε., 358 κ.ε.). Ο τετραπλός γάμος δίνει ένα σχήμα όχι μόνο στο επίπεδο του Εαυτού, αλλά επίσης για την δομή της πρωτόγονης κοινωνίας με τους γάμους μεταξύ εξαδέλφων, τις γαμήλιες τάξεις, και την διαίρεση των οικισμών σε συνοικίες. Ο Εαυτός από την άλλη μεριά, είναι μια εικόνα του θεού, ή τουλάχιστον δεν μπορεί να διακριθή από αυτήν. Αυτό το γνώριζε το πρωτοχριστιανικό πνεύμα, αλλοιώς ο Κλήμης ο Αλεξανδρεύς δεν θα έλεγε ότι όποιος γνωρίζει τον εαυτό γνωρίζει τον Θεό. (Ό. π., παρ 347).
Τ Ε Λ Ο Σ
Αμέθυστος

Δευτέρα 9 Δεκεμβρίου 2013

Ο Ψ Ε Ι Σ Τ Ο Υ Θ Η Λ Υ Κ Ο Υ (20)

Συνέχεια από Τετάρτη, 4 Δεκεμβρίου 2013
ΙΙΙ
Η ΣΚΙΑ ΚΑΙ Η ΣΥΖΥΓΙΑ

1. Η  Σ Κ Ι Α

Ενώ τα περιεχόμενα του προσωπικού ασυνειδήτου αποκτώνται κατά την διάρκεια της ζωής του ατόμου, τα περιεχόμενα του συλλογικού ασυνειδήτου είναι πάντοτε αρχέτυπα που ήταν παρόντα από την αρχή. Η σχέση τους με τα ένστικτα έχει συζητηθεί αλλού. (Στο «Ένστικτο και Ασυνείδητο» και «Σχετικά με την φύση της ψυχής», παρ.397 κ.ε.). Τα αρχέτυπα που διακρίνονται πιο καθαρά από εμπειρική άποψη είναι εκείνα που έχουν την πιο συχνή και πιο καταστρεπτική επίδραση πάνω στο εγώ. Αυτά είναι η  σ κ ι ά,  η  a n i m a,  και ο  a n i m u s [Σημ.: Τα περιεχόμενα αυτού και του επόμενου κεφαλαίου είναι από μια διάλεξη που δόθηκε στην Ελβετική Ένωση Πρακτικής Ψυχολογίας, στην Ζυρίχη το 1948. Το υλικό αυτό πρωτοδημοσιεύθηκε στο: Wiener Zeitschrift für Nervenheilkunde und deren Grenzgebeite, I (1948):4)]. Το πιο προσιτό από αυτά, και το πιο εύκολο να βιώσουμε είναι η σκιά, επειδή η φύση της κατά μεγάλο ποσοστό προέρχεται από τα περιεχόμενα του προσωπικού ασυνειδήτου. Οι μόνες εξαιρέσεις σε αυτόν τον κανόνα είναι εκείνες οι σπάνιες περιπτώσεις όπου οι θετικές ιδιότητες της προσωπικότητας καταπιέζονται, και το εγώ κατά συνέπεια παίζει έναν ουσιαστικά αρνητικό ή δυσμενή ρόλο.
Η σκιά είναι ένα ηθικό πρόβλημα που αποτελεί πρόκληση για ολόκληρη την εγωική προσωπικότητα, επειδή κανείς δεν μπορεί να συνειδητοποιήση την σκιά χωρίς αξιόλογη ηθική προσπάθεια. Η συνειδητοποίησή της σημαίνει το να αναγνωρίση κανείς τις σκοτεινές πλευρές της προσωπικότητας σαν παρούσες και πραγματικές. Αυτή η πράξη είναι ο απαραίτητος όρος για οποιοδήποτε είδος αυτογνωσίας, και, επομένως, κατά κανόνα αντιμετωπίζεται με σημαντική αντίσταση. Πραγματικά, η αυτογνωσία σαν ψυχοθεραπευτικό μέτρο απαιτεί συχνά πολλή και κοπιαστική δουλειά για μακρά χρονική περίοδο.
Μια πιο αναλυτική εξέταση των σκοτεινών χαρακτηριστικών – δηλαδή, των μειονεκτημάτων που συνιστούν την σκιά – αποκαλύπτει ότι έχουν  σ υ γ κ ι ν η σ ι α κ ό  χαρακτήρα, ένα είδος αυτονομίας, και επομένως ιδιότητες έμμονης ιδέας ή, καλύτερα, κατοχής. Ας πούμε εδώ ότι η συγκίνηση δεν είναι μια δραστηριότητα του ατόμου, αλλά κάτι που συμβαίνει σε αυτό. Οι συναισθηματικές καταστάσεις υπάρχουν συνήθως εκεί όπου η προσαρμογή είναι ασθενέστερη, και συγχρόνως αποκαλύπτουν την αιτία της αδυναμίας της, δηλαδή κάποιο βαθμό κατωτερότητας και την ύπαρξη ενός χαμηλότερου επιπέδου προσωπικότητας. Σε αυτό το κατώτερο επίπεδο με τις ανεξέλεγκτες ή μόλις ελεγχόμενες συγκινήσεις συμπεριφέρεται κανείς λίγο ή πολύ σαν ένας πρωτόγονος, ο οποίος είναι όχι μόνο το παθητικό θύμα των συγκινήσεών του, αλλά επίσης εντελώς ανίκανος για ηθική κρίση.
Αν και, με την βοήθεια της ενόρασης και της καλής θέλησης, η σκιά μπορεί σε κάποιο βαθμό να αφομοιωθή στην συνειδητή προσωπικότητα, η εμπειρία δείχνει ότι υπάρχουν ορισμένα χαρακτηριστικά που προβάλλουν την πιο επίμονη αντίδραση στον ηθικό έλεγχο και αποδεικνύεται σχεδόν αδύνατη η επιρροή πάνω τους. Αυτές οι αντιστάσεις συνδέονται συνήθως με  π ρ ο β ο       λ έ ς,  που δεν αναγνωρίζονται σαν τέτοιες, και, που η αναγνώρισή τους είναι μια ηθική επιτυχία πέρα από το συνηθισμένο. Ενώ μερικά χαρακτηριστικά που διαθέτει η σκιά μπορούν να αναγνωρισθούν χωρίς μεγάλη δυσκολία σαν οι προσωπικές ιδιότητες κάποιου, σε αυτήν την περίπτωση και η ενόραση και η καλή θέληση αποδεικνύονται αδύναμες, επειδή η αιτία της συγκίνησης εμφανίζεται να βρίσκεται, πέρα από κάθε πιθανότητα αμφιβολίας, στο  ά λ λ ο  π ρ ό  σ ω π ο. Ανεξάρτητα από το πόσο φανερό μπορεί να είναι στον ουδέτερο παρατηρητή ότι πρόκειται για προβολές, λίγη ελπίδα υπάρχει το υποκείμενο να το αντιληφθή για τον εαυτό του. Θα πρέπει να πεισθή ότι ρίχνει μια πολύ μακριά σκιά πριν θελήση να αποσύρη τις συγκινησιακά χρωματισμένες προβολές του από το αντικείμενό τους.
Ας υποθέσουμε ότι κάποιο άτομο δεν δείχνει καμμία απολύτως διάθεση να αναγνωρίση τις προβολές του. Τότε ο παράγοντας που δημιουργεί τις προβολές είναι ελεύθερος και μπορεί να παρουσιάση σαν πραγματικό το αντικείμενό του – εάν έχει κάποιο – ή να προκαλέση κάποια άλλη κατάσταση χαρακτηριστική της δύναμής του. Όπως γνωρίζουμε, δεν είναι το συνειδητό υποκείμενο αλλά το ασυνείδητο που κάνει τις προβολές.  Γι’ αυτό κανείς βρίσκεται αντιμέτωπος με προβολές που δεν τις δημιουργεί ο ίδιος. Το αποτέλεσμα της προβολής είναι να απομονώση το υποκείμενο από το περιβάλλον του, επειδή αντί για μια πραγματική σχέση με αυτό υπάρχει μόνο μια αυταπάτη. Οι προβολές μεταβάλλουν τον κόσμο σε πανομοιότυπο του άγνωστου προσώπου μας. Σε τελευταία ανάλυση, επομένως οδηγούν σε μια αυτοερωτική ή αυτιστική κατάσταση, στην οποία ονειρεύεται κανείς έναν κόσμο που η πραγματικότητά του παραμένει για πάντα ανεκπλήρωτη. Το επακόλουθο «αίσθημα μη πλήρωσης» και το ακόμη χειρότερο αίσθημα στειρότητας ερμηνεύονται με την σειρά τους μέσω της προβολής σαν η κακή θέληση του περιβάλλοντος, και με αυτόν τον φαύλο κύκλο η απομόνωση εντείνεται. Όσο πιο πολλές προβολές δημιουργούνται ανάμεσα στο υποκείμενο και το περιβάλλον, τόσο πιο δύσκολο είναι για το εγώ να δη μέσα από τις ψευδαισθήσεις του. Ένας σαρανταπεντάχρονος ασθενής που υπέφερε από μια νεύρωση από τότε που ήταν είκοσι χρονών και είχε τελείως αποκοπή από τον κόσμο, μου είπε κάποτε: «Μα δεν μπορώ με κανένα τρόπο να παραδεχθώ ότι έχασα τα καλύτερα εικοσιπέντε χρόνια της ζωής μου!»
Είναι συχνά τραγικό να βλέπη κανείς πόσο φανερά ένας άνθρωπος χαλάει την δική του ζωή και τις ζωές των άλλων, και όμως είναι τελείως ανίκανος να δη πως ολόκληρη η τραγωδία προέρχεται από τον ίδιο, και πως συνεχώς την τρέφει και την ενισχύει. Όχι  σ υ ν ε ι δ η τ α, φυσικά – γιατί συνειδητά δεν κάνει τίποτε άλλο από το να θρηνή και να καταριέται ένα άπιστο κόσμο που υποχωρεί όλο και περισσότερο στο βάθος. Είναι λοιπόν ένας ασυνείδητος παράγοντας που βάζει σε κίνηση τις ψευδαισθήσεις που καλύπτουν τον κόσμο του. Και αυτό που υφαίνεται είναι ένα κουκούλι, που τελικά θα τον κλείση μέσα του.
 Θα μπορούσε κανείς να υποθέση ότι τέτοιες προβολές, που είναι τόσο πολύ δύσκολο αν όχι αδύνατο να διαλυθούν, ανήκουν στο βασίλειο της σκιάς – δηλαδή, στην αρνητική πλευρά της προσωπικότητας. Αλλά αυτή η υπόθεση δεν μπορεί να υποστηριχθή από ένα σημείο και πέρα, επειδή τα σύμβολα που εμφανίζονται τότε δεν αναφέρονται πια στο ίδιο αλλά στο αντίθετο φύλο, στην περίπτωση ενός άνδρα στην γυναίκα και το αντίστροφο. Η πηγή των προβολών δεν είναι πια η σκιά – που είναι πάντοτε του ίδιου φύλου με το υποκείμενο – αλλά μια μορφή του αντίθετου φύλου. Εδώ συναντάμε τον animus μιας γυναίκας και την anima ενός άνδρα, δύο αντίστοιχα αρχέτυπα που η αυτονομία και η ασυνειδησία τους εξηγούν την επιμονή των προβολών τους. Αν και η σκιά είναι ένα μοτίβο τόσο γνωστό στην μυθολογία όσο η anima και ο animus, αντιπροσωπεύει πρώτα και κύρια το προσωπικό ασυνείδητο, και το περιεχόμενος της επομένως μπορεί να γίνη συνειδητό χωρίς μεγάλη δυσκολία. Σε αυτό διαφέρει από την anima και τον animus, γιατί ενώ η σκιά μπορεί να διακριθή και να αναγvωρισθή σχετικά εύκολα, η anima και ο animus είναι πολύ μακρύτερα από την συνείδηση, και υπό κανονικές συνθήκες σπάνια, εάν γίνη αυτό κάποτε, αναγνωρίζονται. Με λίγη αυτοκριτική μπορεί κανείς να δη την σκιά του – όσο η φύση της είναι προσωπική. Αλλά όταν εμφανίζεται σαν ένα αρχέτυπο, συναντάει κανείς τις ίδιες δυσκολίες όπως με την anima και τον animus. Με άλλα λόγια, είναι απόλυτα μέσα στα όρια του δυνατού ένας άνθρωπος να αναγνωρίση τα σχετικό κακό της φύσης του, αλλά είναι μια σπάνια και συντριπτική εμπειρία γι’ αυτόν να ρίξη ένα βλέμμα στο πρόσωπο του απόλυτου κακού.

2. Η ΣΥΖΥΓΙΑ:  A N I M A  ΚΑΙ  A N I M U S
Ποιος είναι, τελικά, αυτός ο παράγοντας που δημιουργεί τις προβολές; Η Ανατολή τον ονομάζει «η γυναίκα που γνέθει» - η Maya, που δημιουργεί την ψευδαίσθηση με τον χορό της. Και αν ακόμη δεν τον γνωρίζαμε από τον συμβολισμό των ονείρων, ο υπαινιγμός από την Ανατολή θα μας έβαζε στον σωστό δρόμο: το στοιχείο που τυλίγει, αγκαλιάζει και καταβροχθίζει δείχνει αλάνθαστα την μητέρα, [Σημ: Εδώ και σε αυτά που ακολουθούν, η λέξη «μητέρα» δεν εννοείται κυριολεκτικά, αλλά σαν ένα σύμβολο για οτιδήποτε λειτουργεί σαν μητέρα. Βλέπε το βιβλίο του Erwin Rouselle: «Η ψυχική συμπεριφορά στον ζωντανό Ταοϊσμό»,, Μέρος Ι, σ.σ. 150, 170. Ο Rousselle ονομάζει την γυναίκα που γνέθει «ζωική ψυχή» - «The animal soul» -. Υπάρχει ένα ρητό που λέει: «Αυτός που στριφογυρίζει βάζει σε κίνηση». Έχω ορίσει την anima σαν προσωποποίηση του ασυνειδήτου. ( Σ.τ.Μ.: Σχετικά με την Maya, την γυναίκα που γνέθει, βλέπε και τον δικό μας συμβολισμό με τις Μοίρες της ζωής και του θανάτου – την Κλωθώ, την Λάχεση και την Άτροπο.], δηλαδή την σχέση του γιού με την πραγματική μητέρα, με την εικόνα της, και με την γυναίκα που είναι προορισμένη να γίνη μια μητέρα γι’ αυτόν. Το στοιχείο του Έρωτα σε αυτόν είναι παθητικό όπως ενός παιδιού· επιθυμεί να πιαστή, να ρουφηχθή, να τυλιχθή και να καταβροχθισθή. Αναζητάει, ας πούμε, έναν προστατευτικό, θρεπτικό, μαγευτικό κύκλο της μητέρας, την κατάσταση του βρέφους που είναι ελεύθερο από κάθε έγνοια, στην οποία ο εξωτερικός κόσμος σκύβει από πάνω του και ακόμη το αναγκάζει να είναι ευτυχισμένο. Δεν είναι παράξενο λοιπόν που ο πραγματικός κόσμος εξαφανίζεται από τα μάτια του!
Εάν αυτή η κατάσταση υλοποιηθή, όπως συνήθως την εκφράζει το ασυνείδητο, τότε εμφανίζεται μπροστά σας, στην ψυχολογική σκηνή, ένας άνδρας που ζει αναχρονιστικά, αναζητώντας την παιδική του ηλικία και την μητέρα του, δραπετεύοντας από έναν κρύο σκληρό κόσμο που του αρνείται την κατανόηση. Συχνά εμφανίζεται κοντά του μια μητέρα που προφανώς δεν δείχνει το ελάχιστον ενδιαφέρον ο μικρός γιος της να γίνη άνδρας, αλλά που, με ακούραστη και αυτοθυσιαστική προσπάθεια, δεν παραμελεί τίποτε που θα μπορούσε να τον εμποδίση από το να μεγαλώση και να παντρευτή. Βλέπετε την μυστική συνομωσία ανάμεσα στην μητέρα και τον γιο. Και πώς ο ένας τους βοηθάει τον άλλο να προδώσουν την ζωή.
Πού βρίσκεται η ενοχή; Στην πλευρά της μητέρας ή σε αυτήν του γιού; Πιθανότατα και στις δυό. Η ανικανοποίητη λαχτάρα του γιου για την ζωή και τον κόσμο πρέπει να ληφθή σοβαρά υπ’ όψη. Υπάρχει μέσα του μια επιθυμία να αγγίξη την πραγματικότητα, να αγκαλίαση την γη και να γονιμοποιήση το χωράφι του κόσμου. Αλλά δεν κάνει τίποτε περισσότερο από μια σειρά σπασμωδικές κινήσεις, επειδή η πρωτοβουλία του καθώς και η σταθερότητά του παραλύουν από την μυστική μνήμη ότι ο κόσμος και η ευτυχία μπορούν να αποκτηθούν σαν ένα δώρο – από την μητέρα. Το κομμάτι του κόσμου που αυτός, όπως κάθε άνθρωπος, πρέπει να αντιμετωπίζη συνεχώς δεν είναι ποτέ αυτό που θέλει, επειδή δεν πέφτει στην αγκαλιά του, δεν τον συναντάει στα μισά του δρόμου, αλλά πάντοτε αντιστέκεται, πρέπει να κατακτηθή, και υποκύπτει μονάχα στην βία. Έχει απαιτήσεις από την αρρενωπότητα ενός άνδρα, από την φλόγα του, πάνω απ’ όλα από το θάρρος και την αποφασιστικότητά του όταν πρέπει να ρίξη όλες τις δυνάμεις του στον αγώνα. Γι’ αυτό θα χρειαζόταν έναν άπιστο Έρωτα, έναν που θα μπορούσε να τον κάνη να ξεχάση την μητέρα του και να αναλάβη τον πόνο να παρατήση την πρώτη αγάπη της ζωής του. Η μητέρα, προβλέποντας αυτόν τον κίνδυνο, έχει με προσοχή εμφυσήσει μέσα του τις αρετές της πίστης, της αφοσίωσης, της σταθερότητας, για να τον προστατέψη από την ηθική διάλυση που είναι ο κίνδυνος σε κάθε περιπέτεια της ζωής. Αυτός μαθαίνει αυτά τα μαθήματα πάρα πολύ καλά, και παραμένει πιστός στην μητέρα του. Αυτό φυσικά της προκαλεί την μεγαλύτερη ανησυχία ( όταν, προς μεγίστη δόξα της, γίνεται ομοφυλόφιλος, για παράδειγμα), και την ίδια στιγμή της δίνει μια υποσυνείδητη ικανοποίηση που είναι καθαρά μυθολογική. Γιατί, στην σχέση που τώρα επικρατεί μεταξύ τους, εκπληρώνεται το πανάρχαιο και ιερώτατο αρχέτυπο του γάμου της μητέρας και του γιού. Τι έχει να προσφέρη, τελικά η πεζή πραγματικότητα με τα ληξιαρχεία της, τους φακέλλους πληρωμής και το μηνιαίο ενοίκιο, που θα μπορούσε να αντισταθμίση το μυστικό δέος του  ι ε ρ ο ύ  γ ά μ ο υ; ή την στεφανωμένη με άστρα γυναίκα που κυνηγάει ο δράκος, ή την ευσεβή μυστικότητα που σκεπάζει τον γάμο του Αρνίου;
Αυτός ο μύθος, καλύτερα από οποιονδήποτε άλλον, περιγράφει την φύση του συλλογικού ασυνειδήτου. Σε αυτό το επίπεδο η μητέρα είναι και γριά και νέα, Δήμητρα και Περσεφόνη, και ο γιος είναι σύζυγος και μωρό που θηλάζει την ίδια στιγμή. Οι ατέλειες της πραγματικής ζωής, με τις κοπιαστικές προσαρμογές της και τις πολλές απογοητεύσεις της, φυσικά δεν μπορεί να συναγωνισθή με μια τέτοια κατάσταση απερίγραπτης πληρότητας.
Στην περίπτωση του γιου, ο παράγοντας που δημιουργεί την προβολή ταυτίζεται με την μητρική εικόνα, και αυτή συνεπώς θεωρείται πως είναι η πραγματική μητέρα. Η προβολή μπορεί να διαλυθή μόνον όταν ο γιος δη ότι στον χώρο της ψυχής του υπάρχει μια εικόνα όχι μόνο της μητέρας αλλά και της κόρης, της αδελφής, της αγαπημένης, της ουράνιας θεάς και της χθόνιας Βαυβώς. Κάθε μητέρα και κάθε αγαπημένη αναγκάζεται να γίνη ο φορέας αυτής της πανταχού παρούσας και άχρονης εικόνας, που αντιστοιχεί στην βαθύτερη πραγματικότητα μέσα σε έναν άνδρα. Ανήκει σε αυτόν, αυτή η επικίνδυνη εικόνα της Γυναίκας· αντιπροσωπεύει την πιστότητα που για χάρη της ζωής πρέπει μερικές φορές να εγκαταλείψη· είναι η απαραίτητη αντιστάθμιση για τους κινδύνους, τους αγώνες και τις θυσίες που όλα καταλήγουν στην απογοήτευση· είναι η παρηγορά για όλη την πίκρα της ζωής. Και την ίδια στιγμή είναι η δημιουργός ψευδαισθήσεων, η μεγάλη ξελογιάστρα, αυτή που τον τραβάει μέσα στην ζωή με την Maya της – και όχι μόνο στις λογικές και χρήσιμες πλευρές της ζωής, αλλά και στα φοβερά της παράδοξα και τις αντιθέσεις της, εκεί όπου το καλό και το κακό, η επιτυχία και η καταστροφή, η ελπίδα και η απόγνωση, ισορροπούν το ένα το άλλο. Επειδή είναι ο μεγαλύτερος κίνδυνος γι’ αυτόν, απαιτεί από τον άνδρα τον καλύτερο εαυτό του, και εάν τον βρη, θα γίνη πραγματικά δικός του.
Αυτή η εικόνα είναι η «Δέσποινα Ψυχή μου» όπως την ονομάζει ο Spitteler. Έχω προτείνει τον όρο «anima» επειδή δείχνει κάτι ειδικό, για το οποίο η έκφραση «ψυχή» είναι πολύ γενική και πολύ αόριστη. Η εμπειρική πραγματικότητα που περιλαμβάνεται στην έννοια της anima αποτελεί ένα εξαιρετικά δραματικού χαρακτήρα περιεχόμενο του ασυνειδήτου. Μπορούμε να περιγράψουμε αυτό το περιεχόμενο με λογική, επιστημονική γλώσσα, αλλά με αυτόν τον τρόπο αποτυχαίνει κανείς εντελώς να εκφράση τον ζωντανό του χαρακτήρα. Επομένως, περιγράφοντας τις ζωντανές διαδικασίες της ψυχής, εσκεμμένα και συνειδητά προτιμώ έναν δραματικό, μυθολογικό τύπο σκέψης και λόγου, επειδή είναι όχι μόνο περισσότερο εκφραστικός, αλλά και πιο ακριβής από μια αφηρημένη επιστημονική ορολογία, η οποία συνηθίζει να παίζει με την ιδέα ότι οι θεωρητικές της διατυπώσεις μπορεί μια ωραία πρωία να εκφρασθούν με αλγεβρικές εξισώσεις.
Ο παράγοντας που δημιουργεί τις προβολές είναι η anima, ή μάλλον το ασυνείδητο όπως αντιπροσωπεύεται από την anima. Όποτε αυτή εμφανίζεται, σε όνειρα, οράματα και φαντασίες, αποκτάει προσωποποιημένη μορφή, δείχνοντας έτσι ότι ο παράγοντας που ενσαρκώνει έχει όλα τα χαρακτηριστικά ενός θηλυκού όντος. (Σημ.: Φυσικά, αποτελεί μια τυπική μορφή στην λογοτεχνία. Τελευταίες δημοσιεύσεις πάνω στο θέμα της anima περιλαμβάνουν το έργο της Linda Fierz-David «Το όνειρο του Πολύφιλου» και το δικό μου «Η ψυχολογία της μεταβίβαση». Η anima σαν ψυχολογική ιδέα εμφανίζεται για πρώτη φορά στον ουμανιστή του 16ου αιώνα Richardus Vitus. (Bλέπε το βιβλίο μου: «Mysterium Coniunctionis», παρ. 91 κ.ε.). Δεν είναι μια επινόηση του συνειδητού, αλλά ένα αυθόρμητο προϊόν του ασυνειδήτου. Ούτε είναι μια μορφή που υποκαθιστά την μητέρα. Αντίθετα, σύμφωνα όλες τις ενδείξεις, οι θεϊκές ιδιότητες που κάνουν την μητρική εικόνα τόσο επικίνδυνα ισχυρή πηγάζουν από το συλλογικό αρχέτυπο της anima, που ενσαρκώνεται εκ νέου σε κάθε αρσενικό παιδί.
Αφού η anima είναι ένα αρχέτυπο που υπάρχει στους άνδρες, είναι λογικό να υποθέσουμε ότι ένα αντίστοιχο αρχέτυπο θα πρέπει να υπάρχη και στις γυναίκες· γιατί όπως ακριβώς ο άνδρας έχει σαν αντιστάθμισμα ένα θηλυκό στοιχείο, έτσι και η γυναίκα έχει σαν αντιστάθμισμα ένα αρσενικό. Πάντως, δεν θέλω με αυτό το επιχείρημα να δοθή η εντύπωση ότι φθάσαμε σε αυτές τις αντισταθμιστικές σχέσεις με λογική αφαίρεση. Αντίθετα, χρειάσθηκε μακριά και πολύμορφη εμπειρία για να συλλάβουμε την φύση της anima και του animus εμπειρικά. Ο,τιδήποτε, επομένως, έχουμε να πούμε γι’ αυτά τα αρχέτυπα, είτε μπορεί απ’ ευθείας να επαληθευθή, είτε τουλάχιστον να θεωρηθή πιθανό από τα δεδομένα. Πάντως, έχω πλήρη επίγνωση του ότι συζητάμε για προδρομικό έργο, που η ίδια του η φύση είναι να περιμένη την επαλήθευση.
Ακριβώς όπως η μητέρα φαίνεται να είναι ο πρώτος φορέας του παράγοντα δημιουργίας της προβολής για τον γιό έτσι είναι ο πατέρας για την κόρη. Η πρακτική εμπειρία αυτών των σχέσεων έχει σχηματισθή από πολλές ατομικές περιπτώσεις, που παρουσιάζουν όλα τα είδη των παραλλαγών πάνω στο ίδιο βασικό θέμα. Μια συνοπτική περιγραφή τους επομένως, δεν μπορεί παρά να είναι σχηματική.
Συνεχίζεται
Αμέθυστος