Παρασκευή, 31 Μαΐου 2013

Ο ΑΠΟΚΡΥΦΙΣΜΟΣ ΤΟΥ ΓΕΡΜΑΝΙΚΟΥ ΙΔΕΑΛΙΣΜΟΥ (23)

Συνέχεια απο  Πέμπτη, 30 Μαΐου 2013

του HENRI DE LYBAC

ΑΠΟ ΤΗΝ ΜΕΡΙΑ ΤΩΝ ΡΩΣΩΝ.
Με τον Ντοστογιέφσκι..........εκλαϊκεύεται.


Στην δεύτερη έκδοση του μυθιστορήματος της, η George Sand, ανέφερε τον Ιωακείμ ντα Φιόρε. Καί στην θεωρία της τρίτης εποχής σνδέει όλη την ιδεολογία η οποία πρέπει να γεννήσει τους νέους χρόνους μέσω της Γαλλικής επανάστασης. Ο Ντοστογιέφσκι, απο μέρους του δέν σκέφτεται τον Ιωακείμ περισσότερο απο όσο τον αναφέρει. Αλλά, ενώ η πρακτική φαντασία της Sand εκβάλλει τα πάντα στην εικόνα του Επινάλ, τον στρατιώτη της επαναστάσεως που σκοτώνει τον γέρο-μοναχό. Αλέξη, ένα σύμβολο του σκοταδισμού και της αντίδρασης στα χέρια της Sand, ο Ντοστογιέφσκι, χωρίς να το σκεφτεί, οδηγημένος απο το βαθύ στοχαστικό του ένστικτο επαναφέρει ότι καλύτερο διέθετε το όνειρο του Καλαβρού: Τον θρίαμβο του πνεύματος της νεότητος. Και μ’αυτό συναντάται με τον Νίτσε στην διάσημη παραβολή του της καμήλας, του λιονταριού και του ελέφαντα. Μόνον που ενώ ο Ιωακείμ πρόβαλλε το όνειρό του στο μέλλον της τρίτης εποχής, ο συγγραφεύς των Αδελφών Καραμαζώφ, στην σκηνή που προετοιμάζει τον επίλογο, θυμίζει την θαυμαστή συμφωνία των μικρών που παρουσιάστηκε για μία στιγμή στην έξοδο απο την ταφή του Ιλιούσα, του φίλου τους, στην οποία είχε ακουστεί ο Χερουβικός ύμνος. Και για να τονίσει καλύτερα πώς δέν πρόκειται για μία γήινη ουτοπία, ο Αλέσα, ο οργανωτής της ομάδος η οποία θα διαλυθεί γρήγορα, δίνει σε όλους ραντεβού, γύρω απο τον νεκρό τους φίλο, την επόμενη της αναστάσεως.

Να πούμε λοιπόν πώς το θρησκευτικό δόγμα που κήρυξε η George Sand επαναπροτάθηκε απο τον Ντοστογιέφσκι, είναι απολύτως άστοχο. Διότι ο Ντοστογιέφσκι αυτή την νέα θρησκεία την φυτεύει και την θεμελιώνει στην ανάσταση. (Είναι μία καθαρά Καθολική διδασκαλία, ας το σημειώσουμε. Σε στενή σχέση με τον εκχριστιανισμό του αποκρυφισμού εκ μέρους του Σολόβιεφ και με την εσχατολογία, αυτού του νέου Χριστιανισμού, του ριζωμένου ξανά στην Λατινική Εκκλησία,του Ζηζιούλα). Η Sand είχε υιοθετήσει το σχήμα του Ιωακείμ, παρότι μεταμορφωμένο, μάλιστα  εντελώς αντεστραμμένο, δηλαδή το όραμα του αιωνίου Ευαγγελίου. Ο Ντοστογιέφσκι αναπαράγει αυθόρμητα ένα απο τα χαρακτηριστικά του αιωνίου Ευαγγελίου, αλλά χωρίς να παραδίδεται εξολοκλήρου στο σχήμα του Ιωακείμ (διότι εκμεταλλεύεται την διαμεσολάβηση του Σολόβιεφ).
Ο Στάρετς τον οποίο διαγράφει με θαυμασμό, δέν ομοιάζει σε τίποτα, με εκείνους τους «φωτισμένους» μοναχούς που κρύβονται για να μεταδώσουν το εσωτερικιστικό τους δόγμα σ’έναν εκλεκτό μαθητή, προορισμένο στην ολοκλήρωση των χρόνων, να καταστρέψει την μοναστική τάξη και την παλιά πίστη της οποίας ο μοναχισμός είναι το αναχρονιστικό στήριγμα. Και απο το ένα μέρος και απο το άλλο υπάρχει η προσμονή της ελευθερίας, αλλά ο Ζωσιμάς θυμίζει σ’όποιον ονειρεύεται την χειραφέτηση πώς η υπακοή, η νηστεία, και η προσευχή είναι ο μόνος δρόμος που οδηγεί στην αληθινή Ελευθερία. Να ισχυρισθούμε πώς στην Sand όπως και στον Ιωακείμ οι θρήσκοι θα παίξουν έναν εξέχοντα ρόλο την εποχή της θρησκείας του Αγίου Πνεύματος είναι σαν να σκοντάφτουμε στις λέξεις. Και πράγματι γι’αυτή, αντίθετα απο τον Ιωακείμ, για τον οποίον η εποχή του Αγίου Πνεύματος πρέπει να είναι η εποχή των μοναχών και της θεωρητικής ζωής, πρόκειται για το έργο που στο ξεκίνημα αυτής της εποχής, πρέπει να πραγματοποιήσουν μερικοί μοναχοί, που θα ανήκουν στις μυστικές οργανώσεις για να στείλουν τους στρατολογημένους νεαρούς, μακρυά απο τα θρανία, στην μεγάλη περιπέτεια της επαναστάσεως.
Η περίπτωση του Ντοστογιέφσκι, λοιπόν και της Sand δέν ταυτίζονται. Αλλά υπάρχει οπωσδήποτε ένας παραλληλισμός ανάμεσα στον θεμελιωτή της αιρέσεως ντα Φιόρε και τον θαυμαστή της Οπτίνα. Και ο ένας και ο άλλος ελπίζουν στην μελλοντική νίκη ενός θεωρητικού ιδανικού. Και ενώ αντιθέτως οι κήρυκες της ανατροπής ακολουθούν ματαίως τις ψευδαισθήσεις τους, οι θρήσκοι λέει ο Ζωσιμάς διατηρούν στην μοναξιά τους την θεία αλήθεια και όταν η ώρα σημάνει, θα την αποκαλύψουν στον ταραγμένο κόσμο.
Πρέπει επίσης να σημειώσουμε και το γεγονός πώς ο Ντοστογιέφσκι απεδείχθη εχθρικός πρός την Καθολική Εκκλησία, την οποία κατηγορούσε πώς επέτρεψε στην Δυτική ανθρωπότητα να χάσει τον Χριστό. Όπως επίσης και το γεγονός πώς οι σχέσεις του με την Ρώσικη Ορθοδοξία δέν ήταν πάντοτε Ορθόδοξες. Υπέστη ποικίλες αλλαγές στις κοινωνικές του ιδέες και στα οράματα του για το μέλλον. Όμως δέν υπήρξε αληθινά κοντά στην ελπίδα μίας τρίτης εποχής, σε καμμία εκδοχή της μάλιστα, που έλαβε αυτό το δόγμα απο την γέννησί του. Και στα τελευταία του χρόνια είχε απομακρυνθεί οριστικά απο κάθε σοσιαλιστικό όνειρο της εποχής του, είτε εκφραζόταν με το σχήμα του Ιωακείμ, είτε όχι.
Μία μαρτυρία αυτών αποτελεί και ένα του γράμμα στον Στράχωφ, γραμμένο όταν ξεκινούσε τα πρώτα του σχέδια για την ζωή ενός μεγάλου αμαρτωλού.
«Στην διάρκεια του 19ου αιώνος, το κίνημα που κατέληξε να εκδηλωθεί στην Βουλή του Παρισιού, ονειρευόταν τον παράδεισο στην γή. Κατα βάθος πρόκειται για τον ίδιο πάντα τον Ρουσώ, για το ίδιο όνειρο να ξαναδημιουργήσουμε τον κόσμο με την δύναμη της λογικής και της εμπειρίας (ο θετικισμός). Να ονειρευόμαστε κάτι και να το πραγματοποιούμε είναι δύο διαφορετικά πράγματα. Έτσι αυτοί ονειρεύονται την ευτυχία της ανθρωπότητος παραμένοντας προσκολλημένοι στην έννοια της ευτυχίας του Ρουσώ, σε μία ψευδαίσθηση δηλαδή η οποία δέν δικαιολογείται απο την εμπειρία».
[Η Ρώσικη φιλοσοφία λοιπόν κατόρθωσε να εκχριστιανίσει την κακοδοξία του Ιωακείμ, η οποία είχε κατορθώσει να πλήξει τον Καθολικισμό διά του Προτεσταντισμού και σήμερα μ’αυτό το νεο-ορθόδοξο ένδυμα προσπαθεί να υποτάξει την Οικουμένη].
Συνεχίζεται
Με τον αισιόδοξο Ernst Bloch, τον δάσκαλο του Ράμφου και του Παπαθανασίου της Συνάξεως, όπως και του Moltmann.
Αμέθυστος.

ΜΙΑ ΔΙΠΛΩΜΑΤΙΚΗ ΕΡΓΑΣΙΑ ΤΟΥ π. ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΚΑΠΟΔΙΣΤΡΙΑ ΓΙΑ ΤΟΝ "ΠΡΑΣΙΝΟ" ΠΑΤΡΙΑΡΧΗ

Ο Πρωτοπρεσβύτερος του Οικουμενικού Θρόνου π. Παναγιώτης Καποδίστριας, στο πλαίσιο του Προγράμματος "Σπουδές στην Ορθόδοξη Θεολογία" του Ελληνικού Ανοικτού Πανεπιστημίου, υποστήριξε πριν λίγες μέρες  την διπλωματική εργασία του, με θέμα: "Ο ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟΣ ΠΑΤΡΙΑΡΧΗΣ ΒΑΡΘΟΛΟΜΑΙΟΣ, ΕΚΦΡΑΣΤΗΣ ΤΟΥ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΘΕΟΛΟΓΙΚΟΥ ΛΟΓΟΥ ΓΙΑ ΤΟ ΦΥΣΙΚΟ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ". 
Ακαδημαϊκός υπεύθυνος ήταν ο Καθηγητής Χρήστος Τερέζης. Επιβλέποντες Καθηγητές οι κ.κ. Σταύρος Γιαγκάζογλου και Νικόλαος Κόϊος.
Η εργασία βαθμολογήθηκε με ΑΡΙΣΤΑ, κι έτσι ο π. Παναγιώτης Καποδίστριας είναι πλέον κάτοχος μεταπτυχιακού διπλώματος, και από το Φως Φαναρίου ευχόμαστε από καρδιάς πάντοτε τα κάλλιστα.
Στην παρουσίαση της εργασίας παρέστησαν οι Σεβ. Μητροπολίτες Δωδώνης κ. Χρυσόστομος και Ζακύνθου κ. Διονύσιος Δ΄, αφού ο π. Παναγιώτης Καποδίστριας είναι Γενικός Αρχιερατικός Επίτροπος της Μητροπόλεως Ζακύνθου. 
Πρέπει να σημειώσουμε εδώ ότι ο π. Π.Κ. έχει μακρά θητεία στην θεολογία της οικολογίας.  Ήδη από το 1991 εξέδωσε την πρώτη του σχετική μελέτη: Στο μέγα καύμα χλωρός (Μια οικολογική προσέγγιση στην Αποκάλυψη από θεολογική άποψη). Κατά τα ακαδημαϊκά έτη 2004-2010 δίδαξε στο Α.Τ.Ε.Ι. Ιονίων Νήσων (Τμήμα Οικολογίας και Περιβάλλοντος Ζακύνθου) το μάθημα «Θρησκεία και Περιβάλλον» ως εργαστηριακός συνεργάτης. Το βιβλίο του Κεφάλαια Θεολογίας του Περιβάλλοντος (εκδόσεις Μητροπόλεως Ζακύνθου, 2006) αποτελεί πηγή, θα λέγαμε, για το θέμα αυτό και περιλαμβάνει πολλές αναφορές στις δραστηριότητες του "Πράσινου" Πατριάρχη.
Στις 29 Νοεμβρίου 2010, η Α.Θ.Π. ο Οικουμενικός Πατριάρχης κ.κ. Βαρθολομαίος τού απένειμε το οφφίκιο του Πρωτοπρεσβυτέρου του Οικουμενικού Θρόνου για την μακροχρόνια συμβολή του στη Θεολογία του Περιβάλλοντος και την ανάδειξη, μέσω των συγγραφών και του διαδικτύου, των σχετικών πρωτοβουλιών του Οικουμενικού Θρόνου.
Μια γεύση της διαδικτυακής εργασίας του π. Π.Κ. για το περιβάλλον, μπορεί να πάρει ο καθείς επισκεπτόμενος το "πράσινο"  ιστολόγιό του NaturaZante.
Παραθέτουμε στη συνέχεια τα περιεχόμενα της εργασίας του π. Π. Καποδίστρια, που εγκρίθηκε ως αρίστη από το Ε.Α.Π.
Αναμνηστική φωτογραφία από την παρουσίαση της Διπλωματικής Εργασίας του π. Π.Κ. στο Ε.Α.Π.

πηγή : Φώς Φαναρίου


ΣΧΟΛΙΟ : Ο Γιαγκάζογλου, ο αδίστακτος, ο αγράμματος. Ο ηθικός αυτουργός τού ανουσιουργήματος πού κυκλοφορεί στά βιβλία τής πρώτης γυμνασίου. Αφού κατέστρεψε τήν παιδεία, διέλυσε τό ραδιόφωνο τής εκκλησίας, χώθηκε στά πανεπιστήμια γιά νά γλείψει κόκκαλο. 
Τί έλεγαν οι γλείφτες υπουργοί τού Αντρέα;
Άν δέν ήταν ο Αντρέας δέν θα μάς ήξερε ούτε ο θυρωρός.
Τί θά ήταν ο Γιαγκάζογλου χωρίς τόν Ζηζιούλα; 
Καί τί είναι ο Γιαγκάζογλου, τό δεξί χέρι ενός τόσο βαρειά ασθενούς ανθρώπου; 
Αμέθυστος

ΣΟΒΑΡΟΛΟΓΕΙΤΕ ΤΩΡΑ; ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΗΣ Α’ ΓΥΜΝΑΣΙΟΥ ΠΟΥ ΠΡΟΒΑΛΛΕΙ ΣΧΕΣΕΙΣ ΜΑΘΗΤΡΙΩΝ ΜΕ 25ΧΡΟΝΟΥΣ, Ο ΑΛΒΑΝΟΣ ΤΟ ΕΓΡΑΨΕ;

13χρονη βιβλιο

ΚΛΙΚ ΣΤΗΝ ΕΙΚΟΝΑ ΓΙΑ ΜΕΓΕΝΘΥΣΗ. 

Βιβλίο της Ά γυμνασίου, παρουσιάζει δεσμό 15χρονης με 25χρονο ηλεκτρολόγο, ως “πρώτο έρωτα” με ρομαντική διάθεση!

Θυμίζουμε πως το κείμενο απευθύνεται σε 13χρονα παιδιά…
Η “ΑΡΠΑΓΗ” ΤΗΣ ΧΡΙΣΤΙΝΑΣ.
Έκπληκτη δήθεν η ελληνική κοινωνία παρακολουθεί την εξέλιξη της “αρπαγής” της 13χρονης Χριστίνας και ο καθένας απορεί για το που φτάσαμε και για το τι μας περιμένει ακόμη. Πήραν φωτιά τα blogs και το facebook λες και κάποιοι τώρα ξυπνήσανε και αντιλήφθηκαν πως μπορεί να τα φτιάχνει μια 13χρονη με έναν 23χρονο.
Ποιος όμως έχει ένα τεράστιο μερίδιο ευθύνης για αυτό το χάλι; Παραπέμπω σε ενότητα του τετραδίου εργασιών της Νεοελληνικής Γλώσσας της Ά Γυμνασίου (13 χρονών) (Ενότητα 2η, σελίδα 16, κείμενο 6 [Οσάκις] ) που οι μαθητές καλούνται μέσα από ένα κείμενο της Ρούλας Κακλαμανάκη να κάνουν κάποιες ασκήσεις χωρίς ακόμα να έχει επέμβει εισαγγελέας για το μήνυμα που περνάει στα 13χρονα το ίδιο το κείμενο που μιλάει για τον Σάκη τον ηλεκτρολόγο (20-25 χρονών) που τα έφτιαξε με μια 15χρονη μαθήτρια την Αλέκα και καταγράφηκε ως ο πρώτος έρωτας της τάξης της:digitalschool
 Και ρωτώ. Είναι ποινικό αδίκημα μια τέτοια σχέση; Είναι φυσιολογική; Γιατί τόσα χρόνια δεν άκουσα από καμία ένωση φιλολόγων κάποια διαμαρτυρία;
Γιατί εμείς οι μεγάλοι πρώτα από όλα σιωπούμε και ανεχόμαστε και διδάσκουμε στα 13χρονα ότι μπορούν να τα φτιάξουν και με κάποιον 10 χρόνια μεγαλύτερό τους χωρίς να τρέχει τίποτα. Η ΣΙΩΠΗ ΕΙΝΑΙ ΣΥΝΕΝΟΧΗ!!!! ΜΗΝ ΤΑ ΡΙΧΝΟΥΜΕ ΟΛΑ ΣΤΟΝ ΑΛΒΑΝΟ!!! ΦΤΑΙΜΕ ΟΛΟΙ!!!
Ιωάννης Μπεϊνάς Εκπαιδευτικός

Ομιλία π. Θεόδωρου Ζήση για την Άλωση της Πόλης (Κωστάντζα Ρουμανίας -29/5/2013)

Πηγή: Θρησκευτικά

Μετά το Συνέδριο "Ορθοδοξία και συναφειακή Θεολογία" της Ακαδημίας Βόλου στην Cluj-Napoca, της Ρουμανίας, από 23-26 Μαϊου, Ο Ζήσης προσέφερε την δική του συνάφεια; 

Αμέθυστος.

π. ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΤΣΕΤΣΗ: ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟ ΠΑΤΡΙΑΡΧΕΙΟ- ΠΑΤΡΙΑΡΧΗΣ ΑΘΗΝΑΓΟΡΑΣ-ΘΕΟΛΟΓΙΚΟΣ ΔΙΑΛΟΓΟΣ

Προτάσεις αερολογίας και κενοδοξίας για το Σαββατοκύριακο.
Μία πρόταση του καουμπόι του Πατριαρχείου Τσέτση. 
Η σύγχρονη εκδοχή της καταραμένης συκιάς που κρεμάστηκε ο Ιούδας.
 
Μία ιστορική φωτογραφία από τον Άγιο Πέτρο Γενεύης (1967) - Ο Πατριάρχης Αθηναγόρας πλαισιωμένος από τον Μ. Αρχιδιάκονο Ευάγγελο Γαλάνη (νυν Μητροπολίτη Πέργης) και τον Μ. Πρωτοπρεσβύτερο  π. Γεώργιο Τσέτση

Του Μ. Πρωτοπρεσβυτέρου Γεωργίου Τσέτση 
 
(Ομιλία κατά στην Ημερίδα για τον Πατριάρχη Αθηναγόρα που διοργάνωσε η Ιερά Αρχιεπισκοπή Κρήτης - 18.5.2013) 
Για ένα πρεσβύτη Φαναριώτη κληρικό, ο οποίος, τον Ιανουάριο του 1949, ως κανοναρχάκι των Πατριαρχικών χορών, είχε εκφωνήσει το «Κέλευσον Δέσποτα...» στον μόλις αναρρηθέντα στον Οικουμενικό Θρόνο Πατριάρχη Αθηναγόρα, αποτελεί υψίστη τιμή να ομιλεί σήμερα από του βήματος αυτού, 64 χρόνια μετά, περί της Μητρός Εκκλησίας, περί του τιμωμένου με την παρούσα τελετή οραματιστού και ρηξικέλευθου αυτού Πατριάρχου, όπως και περί του ρόλου της Κωνσταντινουπόλεως και του Πατριάρχου Αθηναγόρου προσωπικά, στο θέμα της Χριστιανικής ενότητος. Εκ βάθους καρδίας εκφράζω τις ευχαριστίες μου προς Υμάς Σεβασμιώτατε και φίλτατε Αρχιεπίσκοπε Κρήτης κ. Ειρηναίε και προς την περί Υμάς Ιεράν Επαρχιακήν Σύνοδον, για την τιμητική αυτή πρόσκληση, η οποία, παρέλκει να τονίσω, μου παρέχει ανείπωτη αγαλλίαση και χαρά.

***** 
Είναι γνωστό ότι η Αγία του Χριστού Μεγάλη Εκκλησία, «τό περιβόητον τοῦτο πρᾶγμα καί ὄνομα» καθώς την χαρακτήριζε Θεόδωρος ο Βαλσαμών[1], ανέκαθεν βρέθηκε στο προσκήνιο της ιστορίας. Θεσμός αιώνιος που άντεξε στα παλαίσματα των καιρών και την χαλεπότητα των ημερών, η Εκκλησία Κωνσταντινουπόλεως αφού παρέλαβε από τα χέρια Ανδρέου του Πρωτοκλήτου την Αποστολική σκυτάλη, με την μαρτυρία και την θεολογική της προσφορά σφράγισε διά μέσου των αιώνων την ζωή της Εκκλησίας, και βρέθηκε πάντοτε στο επίκεντρο κάθε προσπάθειας η οποία απέβλεπε στην ορθοτόμηση του λόγου της αληθείας, και στην αποκατάσταση της αληθείας αυτής, οσάκις διασπαστικά κινήματα έπλητταν την ενότητα της Μιάς, Αγίας, Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας. Και τούτο διότι, καθώς έλεγε ο μακαριστός Πατριάρχης Αθηναγόρας, όσο μια Εκκλησία έχει συνείδηση ότι κατέχει την αλήθεια και μένει πιστή στον λόγο του Χριστού, στην Παράδοση και την αποστολή της αρχαίας αδιαιρέτου Εκκλησίας, τόσο οφείλει και έχει ευθύνη όπως, εν πνεύματι αγάπης, ταπεινώσεως και διακονίας, συνδιαλέγεται και συνεργάζεται με τις άλλες Εκκλησίες, για τον θρίαμβο της αληθείας και την οικοδομή του σώματος του Χριστού[2]. 
«Τό τῆς Ἐκκλησίας ὄνομα, συμφωνίας ὄνομα καί ὁμονοίας ἐστί»[3] τόνιζε στην εποχή του ο Ιερός Χρυσόστομος. Και όμως, η ιστορία των χριστιανικών ερίδων είναι τόσο παλαιά, όσο παλαιά είναι και η ιστορία αυτής της Εκκλησίας. Καθώς παρατηρεί Θεόδωρος ο Στουδίτης, «ἀπό τῶν Ἀποστόλων καί κατόπιν, πολλαχῶς πολλαί αἱρέσεις προσερράγησαν αὐτῇ˙ καί ρυπάσματα ἄθεσμα καί ἀκανόνιστα ἐπεπόλασαν»[4]. Η «Μία» Εκκλησία του Χριστού και η ενιαία πίστη στον Θεό και Σωτήρα Ιησού, που, όπως μαρτυρούν οι Πράξεις, είχε γίνει αποδεκτή εν «αφελότητι καρδίας» από την πρωτογενή Εκκλησία (Πράξεις, 2, 46), άρχισε ταχέως να κατατεμαχίζεται, σε βαθμό που σύμπας ο εν σπαργάνοις ακόμη ευρισκόμενος χριστιανικός κόσμος, να εμφανίζεται ως ένα μωσαϊκό αλληλοσυγκρουόμενων αντιλήψεων, για ένα και το αυτό πράγμα. Την αποκαλυφθείσα αλήθεια. 
Ωστόσο, παρά το γεγονός ότι δια μέσου της ιστορίας διαπιστώθηκε η οδυνηρή αυτή τάση προς διαίρεση, οι Εκκλησίες πάντοτε προσπάθησαν να ενώσουν τα διεστώτα, μιας και ο χωρισμός τους δεν είχε σβύσει για πάντα την επιθυμία και την ελπίδα της ενώσεως. Καθώς παρατηρούσε ο αείμνηστος Μητροπολίτης Θεσσαλονίκης Παντελεήμων Α΄, ο Παπαγεωργίου, «Ἐκκλησίες καί ἐκκλησιαστικές ὁμάδες εὑρισκόμενες στήν πλάνη ἤ τήν αἵρεση, ποτέ δέν εἶχαν θεωρηθεῖ ὡς σώματα ἀμελητέα ἤ ἀνάξια ἀγάπης»[5], αλλά αντιμετωπίσθηκαν με την δέουσα προσοχή και φιλανθρωπία, με τον μοναδικό δε σκοπό να μη πληγεί η ακεραιότης της πίστεως και διασπασθεί η ενότης της Εκκλησίας. 
Τοιουτοτρόπως, δια μέσου των αιώνων, ακολουθώντας την προτροπή του Μεγάλου Βασιλείου ότι «ψυγείσης ἐν πολλοῖς τῆς ἀγάπης... τό ἐπαναγαγεῖν πρός ἕνωσιν τάς Ἐκκλησίας, τάς πολυμερῶς καί πολυτρόπως ἀπ΄ἀλλήλων διατμηθείσας», ήταν επιτακτικό καθήκον όσων «γνησίως καί ἀληθινῶς δουλεύουσι τῷ Κυρίῳ»[6], η Εκκλησία Κωνσταντινουπόλεως επεχείρησε πάντοτε τον διάλογο καταλλαγής, δίνοντας «τό ἱερόν σύνθημα τῆς καταργήσεως τοῦ μεσοτοίχου σχίσματος καί τῆς ἀποκαταστάσεως τῆς τῶν πάντων ἑνώσεως, εἰς ἐπικράτησιν τῆς εἰρήνης τοῦ Χριστοῦ ἐπί τῆς γῆς»[7]. 
Αλλεπάλληλα περιστατικά κατά τον ρου της ιστορίας, έρχονται να καταδείξουν ότι το Οικουμενικό Πατριαρχείο ανέκαθεν είχε θεωρήσει ότι αδιαφορία για τα εκκλησιαστικά δρώμενα, βρισκόταν σε αντίθεση με την αποστολή που είχε αυτό μέσα στο Εκκλησιαστικό σώμα. Παλεύοντας εναντίον αναρίθμητων δυσχερειών που παρεμβάλλονταν στην εκτέλεση της ιεράς του κλήσεως, και αγωνιζόμενο για την περφρούρηση της ιεράς παρακαταθήκης της Χριστιανικής κληρονομίας, της οποίας είχε καταστεί φρουρός και θεματοφύλαξ, το Πατριαρχείο ποτέ δεν είχε παύσει να έχει τα μάτια του στραμμένα προς την υψηλή ιδέα της Χριστιανικής ενότητος. Έτσι, έχοντας βαθειά συναίσθηση ότι η ενότης είναι το ουσιώδες γνώρισμα της Εκκλησίας, και ότι ο κατακερματισμός της χριστιανωσύνης αντίκειται στο θέλημα του Κυρίου, που θέλει «ἵνα πάντες ἕν ὦσι» (Ιω. 17, 21), η Κωνσταντινούπολις επεδίωξε την επαφή, την συνάντηση και τον διάλογο της ενδογενώς πλέον διηρημένης Εκκλησίας, διότι, όπως έλεγε ο αείμνηστος δάσκαλός μας, ο Γέρων Εφέσου Χρυσόστομος, η διαδικασία αυτή του διαλόγου «ἦταν ὁ μόνος τρόπος καθορισμοῦ τῆς θέσεως τῆς ὀρθά πιστευούσης μερίδος, ἀπέναντι στήν πλανώμενη»[8]. 
Η ιστορία μάς πληροφορεί ότι ήδη ευθύς μετά το μεγάλο σχίσμα του 1054, πάμπολλες ήταν οι απόπειρες διεξαγωγής θεολογικού διαλόγου μεταξύ της Ορθοδόξου Ανατολής και της Λατινικής Δύσης. Οι ενωτικές προσπάθειες από τον ενδέκατο έως τον δέκατο πέμπτο αιώνα, επί αυτοκρατόρων Αλεξίου Κομνηνού (1081-1118), Μανουήλ Κομνηνού (143-1180), Ιωάννη Δούκα Βατάτζη (1222-1255), Μιχαήλ Η΄ Παλαιολόγου (1274), Ανδρονίκου Γ΄ Παλαιολόγου (1328-1341), και Ιωάννου Ζ΄ Παλαιολόγου (1438-1439), στην Σύνοδο της Φερράρας-Φλωρεντίας), ήταν σαφή παραδείγματα της βουλήσεως της Νέας Ρώμης για καταλλαγή και κοινωνία με την Πρεσβυτέρα Ρώμη, άσχετα αν το ζήτημα της επανένωσης των δύο αδελφών Εκκλησιών δεν τοποθετούνταν πάντοτε στην ορθή του βάση, αλλά μετατρεπόταν σε πολιτικό ζήτημα και σε μέσο επιτεύξεως αλλοτρίων σκοπών, καθώς παρατηρούσε ο αοίδιμος Ιωάννης Καρμίρης[9]. 
Διαπιστώνουμε όμως ότι και μετά την εμφάνιση του νέου σχίσματας στην Δύση, τον δέκατο έκτο αιώνα, και την, συνεπεία αυτού, αλματώδη άνοδο της Προτεσταντικής Μεταρρυθμίσεως, η Κωνσταντινουπόλις βρίσκεται πάλι στο προσκήνιο και επιχειρεί τον διάλογο. Και σε μια περίοδο αντιξοοτήτων και ποικίλων δοκιμασιών, λόγω της επισφαλούς θέσεώς του στην Πρωτεύουσα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, το Οικουμενικό Πατριαρχείο, όχι μόνο δεν διστάζει, αλλά θεωρεί επιβαλλόμενο καθήκον του να έλθει σε επαφή και να συνδιαλεχθεί με εκπροσώπους του Προτεσταντισμού, με Λουθηρανούς και Καλβινιστές Θεολόγους, αλλά και με Αγγλικανούς παράγοντες, και «την στιγμή που χειμάζεται, δεν παύει να αισθάνεται υπεύθυνο για την ενότητα του χριστιανικού κόσμου». Έτσι, επί Πατριαρχών Ιωάσαφ Β΄, Ιερεμίου Β΄ και Κυρίλλου Λουκάρεως, «λαμβάνει την πρωτοβουλία και παρακολουθεί την κρίση της Δυτικής Εκκλησίας, ενώ θα μπορούσε κάλλιστα να την θεωρήσει ως μια οδυνηρή υπόθεση του Ρωμαιοκαθολικισμού»[10]. Και ενεργούσε τοιουτοτρόπως το Σεπτό Πατριαρχείο μας, διότι πίστευε ότι «ὁ καθορισμός τῆς στάσεως καί τῆς θέσεώς του πρός τόν ραγδαίως διαφοροποιούμενο κόσμο τῆς Χριστιανικῆς Δύσεως, περνοῦσε ἀπό τήν διαδικασία τοῦ διαλόγου καί τῆς πειθοῦς»[11]. 
Σ΄αυτό ακριβώς το πλαίσιο εντάσσονται και οι πρωτόβουλες ενέργειες του Φαναρίου στις αρχές του εικοστού αιώνος, με την εξαπόλυση των Εγκυκλίων Ιωακείμ του Γ΄ το 1902 και 1904, που συνηγορούσαν υπέρ της προσεγγίσεως των Ορθοδόξων και των Χριστιανών της Δύσεως, όπως και με την Συνοδική Εγκύκλιο του 1920, η οποία, ως γνωστόν είχε προτείνει στον απανταχού της γης Χριστιανικό κόσμο την σύσταση μιας «Κοινωνίας των Εκκλησιών», που 28 χρόνια μετά, το 1948, έλαβε σάρκα και οστά ως «Παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκλησιών» (ΠΣΕ)[12]. 
Η εκλογή του Πατριάρχου Αθηναγόρα στον Οικουμενικό Θρόνο τον Νοέμβριο του 1948, συνέπιπτε χρονικά με την επίσημη ίδρυση του ΠΣΕ, που είχε πραγματοποιηθεί τρεις μήνες νωρίτερα στο Άμστερτναμ της Ολλανδίας. Ανερχόμενος, λοιπόν, στον Πρώτο της Ορθοδοξίας Αποστολικό αυτό Θρόνο, ο Πατριάρχης Αθηναγόρας εύρισκε το Οικουμενικό Πατριαρχείο ήδη μέλος, ιδρυτικό μάλιστα, του Διαχριστιανικού αυτού Οργανισμού, βλέποντας έτσι την υλοποίηση εκείνου που είχε αυτό οραματισθεί και προτείνει, με την Εγκύκλιο του 1920, τουτέστι την δημιουργία μιάς «Κοινωνίας των Εκκλησιών». (Προς αποφυγήν παρεξηγήσεων θα ήθελα να τονίσω ότι στην Εγκύκλιο αυτή ο όρος «Κοινωνία» είχε χρησιμοποιηθεί με την έννοια του «συνασπισμού», της «λίγκας», και όχι με εκείνη της «κοινωνίας εν τη πίστει και τοις μυστηρίοις»). 
Ο Πατριάρχης Αθηναγόρας, ο οποίος στον ενθρονιστήριο λόγο του είχε απευθύνει τον ειθισμένο ειρηνικό χαιρετισμό όχι μόνο στους Ορθοδόξους Προκαθημένους, αλλά και προς τους αρχηγούς άλλων Χριστιανικών Εκκλησιών, της Ρώμης, της Εκκλησίας της Αγγλίας, της Επισκοπελιανής τοιαύτης, όπως και διαφόρων Προτεσταντικών Ομολογιών, «χεῖρα ὀρέγων καί αὐτοῖς εἰς συνεργασίαν ἀπέναντι τῶν κατά τῆς Ἐκκλησίας καί τῆς κοινωνίας κινδύνων»[13], στον τομέα των διαχριστιανικών σχέσεων εμφανιζόταν, από την πρώτη ήδη μέρα της Πατριαρχείας του, ως συνεχιστής της διαχρονικής οικουμενικής διακονίας του Φαναρίου και της γραμμής που είχαν χαράξει διάσημοι προκάτοχοί του, μάλιστα δε ο Πατριάρχης Ιωακείμ ο Γ΄. Να μη λησμονηθεί ότι, όταν Ιωακείμ ο Γ΄, με τις προαναφερθείσες Εγκυκλίους του, έθιγε το καίριο και επείγον θέμα της σύμπνοιας και ενότητος της ταλαιπωρούμενης τότε από διενέξεις και σχίσματα Ορθοδόξου Εκκλησίας, έθετε ταυτοχρόνως υπ΄όψη των Ορθοδόξων Προκαθημένων και το ζήτημα «τῶν σχέσεων ἡμῶν μετά τῶν δύο μεγάλων, τοῦ χριστιανισμοῦ ἀναδενδράδων, τῆς Δυτικῆς δηλονοῦν καί τῆς τῶν Διαμαρτυρομένων Ἐκκλησίας», συνηγορώντας υπέρ της εξευρέσεως τρόπων «φιλικῆς ἀμοιβαίας προσπελάσεως» αυτών[14], δοθέντος ότι, καθώς τόνιζε, «τῇ Παναγίᾳ Τριάδι καί αὐτοί πιστεύοντες καί τῷ ὀνόματι τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ σεμνυνόμενοι, τῇ χάριτι τοῦ Θεοῦ σωθῆναι ἐλπίζουσιν»[15]. 
Η ιδιαιτερότητα όμως της συμβολής του Αθηναγόρα στην γενικώτερη οικουμενική διακονία του Φαναρίου, έγκειται στην ακλόνητη βούλησή του να προωθήσει τον διάλογο της αγάπης και της αληθείας, παρά τις συνεχείς και κατά μέτωπο αντιδράσεις που συναντούσε στην υλοποίηση των οραματισμών του για χριστιανική καταλλαγή και συνεργασία, εκ μέρους εκείνων που πίστευαν (και υπάρχουν πολλοί σήμερα που πιστεύουν ακόμη), ότι «το όνομα του Χριστού δοξάζεται μόνο και κυρίως εν μέσω φανατικών αντιπαραθέσεων, αλληλοαναθεματισμών, και διθυραμβικών συγκρούσεων»[16]. Ομιλώντας ενώπιον Αγιορειτών πατέρων, κατά την ιστορική επίσκεψή του στον Άθω το 1963, ο Πατριάρχης Αθηναγόρας έλεγε τα εξής: «Τονίζω μέ ὅλη μου τήν δύναμη, ὅτι δέν ὑπάρχει γλυκύτερον πρᾶγμα εἰς τόν ἄνθρωπον ἀπό τό νά ἔχει διάλογον μέ τόν ἄλλον. Καί δέν ὑπάρχει μεγαλύτερη δυστυχία εἰς τόν ἄνθρωπον ἀπό τό νά μήν εἶναι εἰς διάλογον μέ τόν ἄλλον...Έάν εἶναι διηρημένος ὁ κόσμος, τοῦτο ὀφείλεται στήν ἔλλειψη διαλόγου μεταξύ τῶν ἀνθρώπων»[17]. Την προσπάθεια αυτή του Αθηναγόρα όπως προωθήσει την καταλαγή και το διάλογο, αλλά και το «άνοιγμα» της Εκκλησίας Κωνσταντινουπόλεως προς την ετερόδοξη Δύση, την ερμήνευε, νομίζω, ως άριστα, και με την στοχασιά που τον διέκρινε, ο μακαριστός Μητροπολίτης Πριγκηποννήσων Δωρόθεος. Όταν διαλεγόμαστε, έλεγε ο ευαίσθητος αυτός και σοφός Φαναριώτης Ιεράρχης, «τό ʺἐγώʺ συναντᾶται μέ τό ʺσύʺ καί γινόμεθα ʺἡμεῖςʺ. Ἡ ἐλευθερία ἡ ἀνθρώπινη γεννιέται στή συνάντησιν τοῦ ʺἐγώʺ μέ τό ʺσύʺ. Δέν μπορεῖ νά ἐννοηθῇ ἡ ἐλευθερία μόνη της, μόνο στήν ὕπαρξί μας, καί στήν ὁρμή τῆς ὑπάρξεώς μας πρός τό μέλλον...Ἴδιον τῆς ἐλευθερίας εἶναι νά αὐξάνῃ, καί αὐξάνει μονάχα στήν ἐπαφή μέ τόν ἄλλον... Γιά νά ἀναπτύσσεται ἡ ἐλευθερία, πρέπει νά ὑπάρχῃ δοχή. Πρέπει νά περιμένωμε καί ἀπό τόν ἄλλον ὅ,τι ἔχει νά μᾶς δώσῃ. Αὐτό εἶναι ἡ μεγάλη ἐλευθερία. Αὐτό θά μᾶς ἐλευθερώσῃ ἀπό τήν στειρότητα, ἀπό τήν σκληρότητα »[18]. 
Πιστεύοντας πως όλοι οι λαοί είναι καλοί και ότι η ζύμη της παγκόσμιας ενότητας πρέπει να είναι η Χριστιανική ενότης, ο Πατριάρχης Αθηναγόρας διακήρυττε ότι η ενοποίηση της ανθρωπότητος, είναι ταυτόχρονα η έκφραση και η αναζήτηση της δικής μας τέλειας ενότητας εν Χριστώ. Θεωρούσε ότι ο αιώνας μας, έπρεπε να είναι αιώνας αγάπης και αδελφωσύνης, όπου δεν είχαν πλέον θέση οι διαχριστιανικές έριδες και οι αντιδικίες του παρελθόντος. Πίστευε πως «βασική προϋπόθεση για την αποκατάσταση της ενότητας του Χριστιανισμού είναι εγκατάλειψη της λογικής των συγκρούσεων, της αντιπαράθεσης, της καχυποψίας, της μισαλλοδοξίας, της εξουθένωσης». Δι΄ αυτόν τον λόγο είχε επιλέξει «τον δρόμο της ειρηνικής προσέγγισης, η οποία, χωρίς να παραβλέπει τις ουσιώδεις Θεολογικές διαφορές μεταξύ των Εκκλησιών, οδηγεί στην νέκρωση των θρησκευτικών παθών, στην καταλλαγή και στον καρποφόρο διάλογο»[19]. Γι΄αυτό και συχνά παρατηρούσε ότι οι Χριστιανοί ηγέτες έπρεπε με κάθε τρόπο να βγούν από τα χαρακώματα της χθές, προκειμένου να αγωνισθούν για την εκπλήρωση του αιώνιου και απαραχάρακτου σχεδίου του Θεού, που είναι αγάπη, οικοδομή και ενότητα.
Ο καινοτόμος αυτός Πατριάρχης, είχε το αίσθημα, και το εκδήλωνε συχνά, ότι στην εποχή μας ζούμε ένα είδος «αποκαλύψεως εν τη ιστορία», όπου οι όροι Ανατολή και Δύση λαμβάνουν ένα όλως διόλου καινούργιο νόημα. Ήταν βαθειά πληγωμένος από τα δεινά του ανθρώπου, έτσι όπως τον συνάντησε παντού όπου τον είχε οδηγήσει ο Θεός κατά την διάρκεια της μακρόχρονης εκκλησιαστικής του διακονίας. Μάλιστα δε όταν, την δεκαετία του 1910, ήταν Αρχιδιάκονος της Ιεράς Μητροπόλεως Πελαγωνίας, στο Οθωμανοκρατούμενo τότε Μοναστήρι, τα σημερινά Βιτώλια του Σκοπιανού κρατιδίου, όπου, λαοί φυλαί και γλώσσαι αλληλομισούνταν, αλλά και ομόδοξα έθνη απεργάζονταν, ως μή ώφελε, το ένα την εξόντωση του άλλου. Έτσι, ο Αθηναγόρας πίστευε ότι στις αγωνίες του συγχρόνου ανθρώπου θα μπορούσε να απαντήσει μόνο ένας συμφιλιωμένος και επανενωμένος Χριστιανισμός, κραταιωμένος με την πνευματική δύναμη της Μιάς και αδιαιρέτου Εκκλησίας. Γι΄αυτό και διακήρυττε ότι ο σκοπός της παρουσίας της Ορθοδόξου Εκκλησίας στην Οικουμενική Κίνηση, ήταν ακριβώς η φανέρωση του θησαυρού της πίστεως και του πλούτου της Παραδόσεώς της, δοθέντος ότι Πίστη και Παράδοση, έχουν ως τέλος την εν Χριστώ μεταμόρφωση του κόσμου. Σε μια εποχή, έλεγε, όπου λαοί και έθνη εργάζονται εντατικά για την από κοινού αντιμετώπιση των απασχολούντων την ανθρωπότητα προβλημάτων, υπάρχει ανάγκη εμφανίσεως ενός ηνωμένου Χριστιανικού κόσμου, έναντι των εν τω κόσμω αντιχριστιανικών τάσεων και κατευθύνσεων. Ως εκ τούτου, προσέθετε, η προσέγγιση και η συνεργασία των Εκκλησιών, αποτελεί «ὑποχρέωσιν ἱεράν καί καθῆκον ἅγιον, ἀπ΄αὐτῆς τῆς ἰδιότητος καί τῆς ἀποστολῆς αὐτῶν ἀπορρέον»[20]. Και στην προπάθεια αυτή, ο Πατριάρχης ήθελε συνόλη την Ορθοδοξία να διαδραματίζει ρόλο ηγετικό.  
***** 
Μια δεκαετία περίπου μετά την ανάρρησή του στον Οικουμενικό Θρόνο, ο Πατριάρχης Αθηναγόρας και η περί αυτόν Αγία και Ιερά Σύνοδος, λαμβάνουν την πρωτοβουλία επανεργοποιήσεως της, δια ποικίλους λόγους, διακοπείσης διαδιακασίας προπαρασκευής μιάς Πανορθοδόξου Συνόδου, η οποία είχε ξεκινήσει το 1923, σε χρόνια δίσεκτα για το Γένος και την Ρωμιοσύνη της Πόλης, με το Πανορθόδοξο Συνέδριο της Κωνσταντινουπόλεως επί Πατριαρχείας Μελετίου Δ΄ του Μεταξάκη, και στη συνέχεια είχε λάβει συγκεκριμένη μορφή επί Πατριάρχου Φωτίου Β΄, χάρις στο έργο της «Διορθοδόξου Προκαταρκτικής Επιτροπής», που είχε συνέλθει τον Ιουνίο του 1930 στην Ιερά Μονή Βατοπεδίου και ήταν επιφορτισμένη με την προετοιμασία και συγκρότηση μιας Μεγάλης Συνόδου της Ορθοδοξίας. 
Τοιουτοτρόπως, ο Πατριάρχης Αθηναγόρας τον Σεπτέμβριο του 1961 συγκαλεί στην Ρόδο την Α΄ Πανορθόδοξο Διάσκεψη, προκειμένου να προβληθεί στον κόσμο η πραγματική διάσταση της Ορθοδοξίας, η εκκλησιολογική της ενότητα. Καθώς τόνιζε στον Λόγο που είχε εκφωνήσει κατά την Εναρκτήρια Θεία Λειτουργία ο Γενικός Γραμματεύς της Διασκέψεως, και από εξαμήνου μόλις Μητροπολίτης Μύρων (και μετέπειτα Εφέσου) Χρυσόστομος, η Διάσκεψη εκαλείτο «νά προβάλῃ τοῖς ἔξω μίαν Ὀρθοδοξίαν ἡνωμένην, Ὀρθοδοξίαν σφριγῶσαν, Ὀρθοδοξίαν δυναμένην νά καταστήσῃ ἀκουστήν τήν φωνήν της εἰς τάς συνειδήσεις καί τάς ψυχάς τῶν τέκνων της καί τῶν ἀνθρώπων γενικῶς». Επρόκειτο, έλεγε, για μια Διάσκεψη που θα απεδείκνυε ότι «ἡ Ὀρθοδοξία ἔχει συνείδησιν τῶν ἀπαιτήσεων τῶν καιρῶν καί τῆς εὐθύνης της ὡς δυνάμεως, φύσει καί θέσει ταχθείσης, ὡς ρυθμιστικῆς μεταξύ τῶν ἀντιφερομένων ἐν πολλοῖς ρευμάτων καί τάσεων τοῦ συγχρόνου χριστιανισμοῦ»[21]. 
Την προσπέλαση, λοιπόν, του Δυτικού χριστιανισμού, περί της οποίας μιλούσε Ιωακείμ ο Γ΄, ο Πατριάρχης Αθηναγόρας την μεθόδευσε εντάσσοντας το ζήτημα αυτό στην ημερησία διάταξη της εν λόγω Διασκέψεως. Η οποία, με την σειρά της, συμπεριέλαβε στο πινάκιο θεμάτων της προγραμματιζόμενης Αγίας και Μεγάλης Συνόδου, ζητήματα αναφερόμενα στις σχέσεις της Ορθοδόξου Εκκλησίας με τον ετερόδοξο χριστιανισμό, ειδικώτερα δε, με την Οικουμενική Κίνηση[22]. 
Τρία χρόνια αργότερα, τον Νοέμβριο του 1964, η Γ΄ Πανορθόδοξος Διάσκεψις της Ρόδου κάμει ένα περαιτέρω βήμα και αποφασίζει την έναρξη θεολογικών διαλόγων τής Ορθοδόξου Εκκλησίας με τους Ρωμαιοκαθολικούς, τους Αγγλικανικούς και τους Παλαιοκαθολικούς. Μετά τετραετία δε, η Δ΄ Πανορθόδοξος Διάσκεψις της Γενεύης το 1968, αποφασίζει τον εγκαινιασμό Διαλόγων με τις Προχαλκηδόνιες Εκκλησίες της Ανατολής, (τουτέστι, με Αρμενίους, Κόπτες, Αιθίοπες και Συρο-ιακωβίτες), όπως και με τις δύο κύριες ιστορικές εκφάνσεις του Προτεσταντισμού, δηλ. τους Λουθηρανούς και τους Μετερρυθμισμένους. Οι εν λόγω διμερείς διάλογοι εγκαινιάσθηκαν τελικά στις αρχές της δεκαετίας του 1980, έπειτα από δεκαπεντάχρονη σχεδόν προπαρασκευή, προκειμένου όπως η Ορθόδοξος Εκκλησία δώσει «δυναμικήν μαρτυρίαν τῶν πνευματικῶν αὐτῆς θησαυρῶν πρός τούς ἐκτός αὐτῆς, μέ ἀντικειμενικόν σκοπόν τήν προλείανσιν τῆς ὁδοῦ τῆς ὁδηγούσης πρός τήν ἑνότητα», καθώς δήλωνε, το 1986, με περισσή σαφήνεια η Γ΄ Προσυνοδική Πανορθόδοξος Διάσκεψις[23]. 
Δυστυχώς, όπως ο Μωϋσής δεν είχε αξιωθεί από τον Θεό να διαβεί τον Ιορδάνη ποταμό και εισέλθει στη Χαναάν, την «Γη της Επαγγελίας» έτσι και ο Πατριάρχης Αθηναγόρας δεν μπόρεσε να δει στις μέρες του την έναρξη των Διμερών Θεολογικών διαλόγων της Ορθοδοξίας με τον λοιπό Χριστιανισμό, για τους οποίους είχε καταβάλει τόσους κόπους στα πλαίσια των τεσσάρων Πανορθοδόξων Διασκέψεων που είχε συγκαλέσει την δεκαετία του 1960. 
***** 
Οι εν λόγω διάλογοι άρχισαν, ως γνωστόν, επί Πατριαρχείας Δημητρίου του Σεμνού, και έκτοτε συνεχίζονται με τα αναπόφευκτα «ανεβοκατεβάσματά» τους. Είναι αυτονόητο ότι κάθε διμερής διάλογος διακρίνεται από τα δικά του χαρακτηριστικά και ασφαλώς επηρεάζεται από την ιστορία των διαλεγομένων μερών. Μερικοί από αυτούς αποβλέπουν απλώς στην αλληλογνωριμία και την εξοικείωση της Ορθοδοξίας με Εκκλησίες και Ομολογίες με τις οποίες δεν έχει οποιοδήποτε ιστορικό δεσμό, όπως είναι π.χ. οι διάλογοί της με Αγγλικανούς, Λουθηρανούς και Μετερρυθμισμένους. Ενώ άλλοι, αποσκοπούν στην αποκατάσταση, Θεού ευδοκούντος, της ενότητος των Εκκλησιών εκείνων, οι οποίες κάποτε συγκροτούσαν την Μία και αδιαίρετο Εκκλησία, αλλά κατά τον ρου της ιστορίας αποξενώθηκαν, για ποικίλους λόγους, και τελικά βρέθηκαν χωρισμένες απ΄αλλήλων. Στην κατηγορία αυτή ανήκουν, αναντίρρητα, οι διάλογοι της Ορθοδόξου Εκκλησίας με τους Ρωμαιοκαθολικούς, και τους Προχαλκηδόνιους. Ουδεμία υπάρχει αμφιβολία ότι οι θεολογικοί διάλογοι της Εκκλησίας μας με τις δύο ιστορικές αυτές εκφάνσεις του Χριστιανισμού στην Ανατολή και τη Δύση, (που έχουν, ας σημειωθεί, πολλά κοινά με εμάς στοιχεία, όπως η αποστολική διαδοχή, το ιερατείο, τα επτά μυστήρια, η τιμή της Παναγίας και των Αγίων), βοηθούν στον εντοπισμό των προβλημάτων και των ποικίλων θεολογικών, εκκλησιολογικών και ποιμαντικών αδιεξόδων που δημιουργήθηκαν διά μέσου των αιώνων. 
Η θεματολογία των διμερών διαλόγων είναι πλουσιώτατη. Καλύπτει ένα ευρύ φάσμα θεμάτων, σχετικά με την Πίστη και το Δόγμα, τις Πηγές της Θείας Αποκαλύψεως, την Αποστολική Παράδοση, την Χριστολογία, την Φύση και Αποστολή της Εκκλησίας, την Ενότητα της Εκκλησίας, τα Μυστήρια, την Αυθεντία στην Εκκλησία, το Λειτούργημα του Αποστόλου Πέτρου, την Μαρτυρία του Χριστιανισμού στον σύγχρονο κόσμο, ή ακόμη την ποιμαντική των μεικτών γάμων. 
Στο σημείο αυτό θα ήταν χρήσιμο, νομίζω, να υπογραμμίζονταν δύο πράγματα, λόγω της συγχύσεως που επικρατεί σε ουκ ολίγους εκκλησιαστικούς και θεολογικούς κύκλους, αλλά και στο ευρύτερο κοινό, όσον αφορά στον σκοπό των διαλόγων και την φύση των κειμένωνπου εκπονούνται από τους διαλεγομένους, έπειτα από συζήτηση ενός συγκεκριμένου θεολογικού θέματος. Ότι δηλ., οι διμερείς αυτοί διάλογοι ουδόλως είναι «ενωτικαί Σύνοδοι», και πως τα κείμενα που εκπονούνται σ΄αυτούς, δεν έχουν χαρακτήρα «συμφωνίας», πολύ δε περισσότερο «κοινής ομολογίας πίστεως», όπως συχνά πιστεύεται και επιμόνως, ίσως δε καί κακοβούλως, επαναλαμβάνεται. Είναι απλώς «κείμενα εργασίας», υποβαλλόμενα από τους διαλεγομένους στις Εκκλησίες τους προς αξιολόγηση και σχολιασμό. Και εν αναφορά, φυσικά, adreferendum, προς την Αγία και Μεγάλη Σύνοδο, η οποία είναι και το μόνο αρμόδιο Πανορθόδοξο Σώμα για να αποφασίσει. Πρόκειται για κείμενα τα οποία βοηθούν απλώς την κοινή πορεία προς την χριστιανική ενότητα. Κείμενα τα οποία οι Εκκλησίες μπορεί να απορρίψουν, καθώς απεδείχθη στην πράξη. 
Το ίδιο είναι δυνατόν να λεχθεί προκειμένου και περί των κειμένων τα οποία εκπονούνται από τους πολυμερείς θεολογικούς διαλόγους που διεξάγονται στα πλαίσια της Επιτροπής «Πίστις και Τάξις» από το 1927 ήδη, δηλ. προτού ακόμη αυτή ενταχθεί στο ΠΣΕ το 1948. Οίκοθεν νοείται ότι οι πολυμερείς αυτοί διάλογοι έχουν ουκ ολίγες προβληματικές πτυχές, λόγω της ανομοιογένειας των διαλεγομένων μερών. Ως εκ τούτου είναι ουτοπία να πιστεύεται ότι η "Πίστις και Τάξις", πολύ δε περισσότερο ο οργανισμός που την στεγάζει σήμερα, είναι σε θέση να επιτύχουν την ένωση των Εκκλησιών "εδώ και τώρα". Μάλιστα δε την ένωση της Ορθοδόξου Εκκλησίας με τα ποικίλα, προτεσταντικής προελεύσεως, εκκλησιαστικά σχήματα που συμμετέχουν στον εν λόγω διαχριστιανικό οργανισμό, και τα οποία διέπονται από μια εκ διαμέτρου αντίθετη από ημάς θεολογία καί εκκλησιολογία. 
Ωστόσο, πρέπει να υπογραμμισθεί ότι, συν τω χρόνω, ουκ ολίγες Εκκλησίες και Ομολογίες του Προτεσταντισμού, που μέχρις εσχάτων θεωρούσαν ενδεχομένως ότι η ιστορία της Εκκλησίας εγκαινιάζεται ουσιαστικά τον δέκατο έκτο αιώνα με την Μεταρρύθμιση του Λουθήρου και του Καλβίνου, άρχισαν να κάμουν πλέον λόγο περί Αποστολικής παραδόσεως και Πατερικής θεολογίας˙ πρεσβεύουν ότι το Επισκοπικό αξίωμα είναι ουσιαστικό στοιχείο τού εκκλησιαστικού πολιτεύματος˙ κοσμούν τους ναούς των με εικόνες και κανδήλες (πράγμα αδιανόητο πριν από σαράντα χρόνια)˙ και, το κυριώτερο, θεωρούν την Θεία Ευχαριστία, έστω υπό την μορφή της απλής «αναμνήσεως» της Κυριακής Θυσίας, ως το εκ των ων ουκ άνευ στοιχείο της λατρείας. Ως γνωστόν, μέχρι πριν από μερικές δεκαετίες, στις περισσότερες Προτεσταντικές Ομολογίες, η Ευχαριστιακή Σύναξη τελούνταν συνήθως τέσσερις φορές τον χρόνο, δοθέντος ότι ουσιαστικό στοιχείο της λατρείας εθεωρείτο ο Θείος λόγος και όχι η Θεία Ευχαριστία. Η εξέλιξη αυτή στα σπλάχνα του Προτεσταντικού κόσμου, μαρτυρεί ότι, παρά τις δυσκολίες και τα αδιέξοδα που δημιουργήθηκαν κατά καιρούς, και που δημιουργούνται ακόμη, υπήρξε κάποια πρόοδος. Και τούτο χάρις στην παρουσία και την θεολογική μαρτυρία και προσφορά της Ορθοδόξου Εκκλησίας στην Οικουμενική κίνηση. 
***** 
Κατά την τελευταία δεκαετία της μακράς Ποιμαντορίας του, ο Πατριάρχης Αθηναγόρας είχε, ως γνωστόν, στραφεί με ιδιαίτερη προσοχή προς τη Ρώμη, πιστεύοντας πως η θεμελιώδης ρωγμή στην ιστορία του χριστιανικού κόσμου, μεταξύ Ανατολής και Δύσεως, έπρεπε πρώτα να επανορθωθεί μεταξύ των δύο «πρωταγωνιστών» της, δηλ. της Ρώμης και της Κωνσταντινουπόλεως. Γνώμη του ακράδαντη ήταν ότι Ανατολή και Δύση έχουν κοινές ρίζες και κοινή κληρονομιά, και ότι για την εξάλειψη του μίσους που φώλιαζε μέσα μας, έπρεπε «να γίνει μια κάθαρση της μνήμης μας από το φοβερό παρελθόν»[24]. 
Προσφωνώντας τον Πάπα Παύλο ΣΤ΄, όταν αυτός είχε επισκεφθεί το Φανάρι τον Ιούνιο του 1967, ο Πατριάρχης Αθηναγόρας δεν μπορούσε να είναι σαφέστερος όταν έθιγε το καίριο θέμα της Χριστιανικής ενότητος με ευθύτητα και ρεαλισμό. «Βεβαίως δέν παραγνωρίζομεν», ἔλεγε, «οὔτε τόν ἀριθμόν, οὔτε τήν σοβαρότητα τῶν ἐνώπιον ἡμῶν προβλημάτων. Ἐν τῇ ἀποκαταστάσει ὅμως τῆς ἀγάπης, ἐξουδετεροῦντες τήν ἀποξένωσιν καί γεφυροῦντες τήν ἀπόστασιν, ὑπό νέον ὅλως φῶς ἐκτιμῶμεν τάς διαφοράς, καί, ἐγγύς πλέον ἀλλήλων ἱστάμενοι, ἀναζητοῦμεν τήν ἀρίστην ὁδόν πρός τήν αὔριον, τήν ὑπισχνουμένην τήν ἐπανόρθωσιν τοῦ παρελθόντος καί τήν ἀποκατάστασιν τοῦ ἀρχαίου κάλλους τῆς Μιᾶς καί Ἀδιαιρέτου Ἐκκλησίας»..... Λοιπόν, «χωρήσωμεν πρόσσω καί ἄρωμεν τά ἐμπόδια» ἔλεγε. «Οἱ Χριστιανοί καί ὁ κόσμος σύμπας μετ΄ἐλπίδων προσβλέπουσιν, ἀναμένοντες ἀφ΄ἡμῶν τό ἱερόν σύνθημα τῆς καταργήσεως τοῦ μεσοτοίχου σχίσματος καί τῆς ἀποκαταστάσεως τῆς τῶν πάντων ἑνώσεως, εἰς ἐπικράτησιν τῆς εἰρήνης τοῦ Χριστοῦ ἐπί τῆς γῆς»[25].

Είναι αλήθεια ότι οι κάπως θεαματικές, αλλά βαθειές σε νόημα, συναντήσεις του Πατριάρχου Αθηναγόρα με τον Πάπα Παύλο τον ΣΤ΄, στα Ιεροσόλυμα, στην Κωνσταντινούπολη και στη Ρώμη, αλλά και η εκατέρωθεν άρση των αναθεμάτων τον Δεκέμβριο του 1965, που δεν ήταν τίποτε άλλο παρά μια αμοιβαία θέληση για καταλλαγή και πρόσκληση σ΄ένα διάλογο που θα μπορούσε να οδηγήσει στην αποκατάσταση της εκκλησιατικής ζωής έτσι όπως είχε βιωθεί αυτή κατά την πρώτη χιλιετία, όλα αυτά ίσως είχαν δώσει την εντύπωση ότι τα οικουμενικά ενδιαφέροντα του Αθηναγόρα ή ακόμη και τα ενδιαφέροντα αυτού του Φαναρίου, είχαν αλλάξει κατεύθυνση. Την εντύπωση αυτή ήρθε να περιστείλει ο ίδιος ο Πατριάρχης τον Νοέμβριο του 1967, όταν, μετά την συνάντηση του με τον Πάπα στη Ρώμη, επισκέφθηκε την εν Γενεύη έδρα τού ΠΣΕ. 
Απευθυνόμενος σ΄ένα πυκνό ακροατήριο που απετελείτο απ΄ό,τι εκλεκτό είχε να παρουσιάσει η «Διεθνής» και «Διαχριστιανική» Γενεύη, ο Πατριάρχης Αθηναγόρας, αναφερόμενος στο νόημα της Ορθοδόξου συμμετοχής στην Οικουμενική Κίνηση και ειδικώτερα στο ΠΣΕ, επιβεβαίωνε ότι το Οικουμενικό Πατριαρχείο παρέμενε θερμός κήρυξ της γνήσιας οικουμενικής ιδέας, του ακραιφνούς οικουμενικού διαλόγου «προς κάθε κατεύθυνση». «Ἐντεῦθεν», ἔλεγε, «ἡ ἐν εἰλικρινεῖ συνεργασία μετά τοῦ Ἁγιωτάτου Πάπα Ρώμης Παύλου ΣΤ΄ ἀνοιγεῖσα νέα ἐποχή σχέσεων μεταξύ τῆς Ρωμαιοκαθολικῆς Ἐκκλησίας καί τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας. Ἐντεῦθεν ἡ καλλιέργεια καί προώθησις διμερῶν σχέσεων μετ΄ Ἐκκλησιῶν μελῶν τοῦ ΠΣΕ, ὡς ἡ Ἀγγλικανική, ἡ Παλαιοκαθολική, αἱ Μεταχαλκηδόνιοι Ἐκκλησίαι καί ἡ Λουθηρανική. Τό καθ΄ ἡμᾶς Οἰκουμενικόν Πατριαρχεῖον», τόνιζε ὁ Πατριάρχης, «ἐργαζόμενον πρός τάς κατευθύνσεις αὐτάς, ἐνεργεῖ ἐν τῇ σταθερᾷ πεποιθήσει ὅτι συγχρόνως προάγει τό ἔργον τοῦ ΠΣΕ»[26]. 
Ο Πατριάρχης Αθηναγόρας, με πειστικά, αλλά συχνάκις παρεξηγημένα, λόγια, προσπάθησε να διερμηνεύσει την οικουμενική ιδέα του Θρόνου τον οποίο λάμπρυνε επί εικοσιτέσσερα συναπτά έτη. Σήμερα, έλεγε, βρισκόμαστε ή ενώπιον του πειρασμού να αρκεσθούμε στα επιτεύγματά μας και να οδηγήσουμε τον διαχριστιανικό διάλογο σε μια στατικότητα, ή μπροστά στην ευκαιρία να εμποτίσουμε τον διάλογο αυτό με μια νέα δυναμική ενέργεια, η οποία θα μας οδηγούσε προς μια ανακαίνιση, που αποτελεί θεμελιώδη προϋπόθεση για την συνάντηση των Εκκλησιών στον δρόμο της ενότητος. Ο επανευαγγελισμός του Χριστιανισμού, παρατηρούσε, είναι το αδυσώπητο αίτημα του καιρού μας, προσθέτοντας ότι το ιδεώδες της χριστιανικής ενότητος, βρισκόταν πέραν δογματισμών και εγωϊστικών μεγαλαυχιών[27]. Δεν έπαυε να λέγει πως η ένωση των Εκκλησιών είναι θέλημα του Αναστάντος Χριστού, πόθος και εκκίνηση ακατάσχετη των Χριστιανικών λαών, χρέος και τιμή των υπευθύνων. Και προσευχόταν αδιαλείπτως «υπέρ της των πάντων ενώσεως». 
Στον επικήδειο λόγο τον οποίο είχεν εκφωνήσει την ημέρα της εξοδίου ακολουθίας τού Πατριάρχου, ο φίλος Μητροπολίτης Πέργης Ευάγγελος παρατηρούσε ότι, «Ἀθηναγόρας ὁ Α΄ ἀπεκάλυψεν ὅτι ἦτο ″Πατριάρχης″, εἴτε περιβεβλημένος τόν Σάκκον τῆς Τιβεριάδος, εἴτε τό ἁπλοῦν μοναχικόν τριβώνιον. (...) Τό σχῆμα του καί ἡ μορφή του ἐνέπνεον προσευχήν, ὅπως καί ὁ ἴδιος προσηύχετο ἐν ἑκάστῃ καταπαύσει τοῦ ἔργου». Προσευχόταν υπέρ της Ιεράς Μονής του Αγίου Γεωργίου της οποίας ήταν Ηγούμενος˙ υπέρ της αγίας του Χριστού Μεγάλης Εκκλησίας την οποία οιακοστροφούσε˙ υπέρ της Πόλεως της οποίας ήταν Αρχιεπίσκοπος˙ προσευχόταν υπέρ πάσης πόλεως και χώρας. Εκεί, όμως, όπου εστρέφετο διηνεκώς η προσευχή του, μαρτυρεί ο επί πολλά έτη Αρχιδιάκονός του Μητροπολίτης Πέργης, «ἦτο ὁ πόθος ″ὑπέρ τῆς τῶν πάντων ἑνώσεως″. Ἦτο ἡ πορεία πρός Ἐμμαούς». Ένα μέγιστο μέρος της λάμψης των κεριών που άναβε ο Αθηναγόρας κάθε βράδυ στον Νάρθηκα του Πανσέπτου Πατριαρχικού Ναού, λέγει ο άγιος Πέργης, φώτιζαν αυτό ακριβώς το όραμά του, το όραμα της Πανορθοδόξου Αδελφότητος και το όραμα της Παγχριστιανικής Ενότητος[28].
Υπεύθυνος ηγέτης ηγέτιδος Εκκλησίας ο ίδιος, υπάκουος στο θέλημα του Θεού, αλλά και άκρως ευαίσθητος στο να συλλαμβάνει τα μηνύματα του λαού, Αθηναγόρας ο Ηπειρώτης, καθ΄όλη τη διάρκεια της μακράς του Πατριαρχείας, δεν είχε παύσει να κηρύττει αγάπη και κατανόηση, να προσεύχεται για μια αναγεννημένη μέσα στην Αποστολική Παραδόση Εκκλησία, η οποία, αναδυόμενη από το σημερινό Εκκλησιαστικό χάος, θα επέτρεπε σύμπαντα τον Χριστιανικό κόσμο να συναντηθεί εν Χριστώ, μέσα στο Κοινό Ποτήριο. 
***** 
Σεβασμιώτατοι άγιοι Αρχιερείς, αγαπητοί Πατέρες και αδελφοί, κυρίες και κύριοι, επιτρέψατέ μου να περάνω τον λόγο με ένα ερώτημα: Τέσσερεις και πλέον δεκαετίες μετά την προς Κύριον εκδημία του, και από τας αιωνίους Μονάς όπου αυλίζεται η ψυχή του, τι διαλογισμούς να κάμει άραγε ο οραματιστής αυτός Πατριάρχης, όταν διαπιστώνει την σημερινή αποτελμάτωση των διαχριστιανικών θεολογικών διαλόγων; Τι να φρονεί για την καρκινοβατούσα πορεία της κάποτε σφριγηλής και δυναμικής Οικουμενικής Κινήσεως του δευτέρου ημίσεος του εικοστού αιώνος; Και το κυριώτερο, τι να σκέπτεται όταν βλέπει το μετέωρο βήμα τής Ορθοδοξίας, η οποία φαίνεται να είναι πλέον ανήμπορη, για να μη πω ανίκανη, να συγκαλέσει μιαν Αγία και Μεγάλη Σύνοδο, για την οποία ομιλεί εδώ και 90 χρόνια, από το 1930, και προετοιμάζει επί μισό αιώνα; Κύριος oίδε τι σκέπτεται ο μακαριστός Πατριάρχης Αθηναγόρας, σεβαστή ομήγυρις, Κύριος οίδε. 
Παραπομπές:
[1]Βλ. Γ.Ράλλη-Μ.Ποτλῆ, Σύνταγμα τῶν Θείων καί Ἱερῶν Κανόνων, Ἀθήνησιν, 1854, τ. Δ΄, σελ. 542
[2] Βλ «Στάχυς», τ. 10-11, 1968, σελ. 15 
[3] Πρός Γαλάτας, Migne,PG, 61, 646 
[4] Ἐπιστολή ΚΗ΄. Migne, PG, 99, 1003 
[5] Παντελεήμονος Θεσσαλονίκης, Οἰκουμενικά, Θεσσαλονίκη, 1959, σελ 27 
[6]Ἐπιστολή ΡΔΙ΄ τοῖς ἐν Ταρσῷ, Migne, PG, 32, 528 
[7]Προσφώνση Πατριάρχου Αθηναγόρα προς Καρδινάλιο Μπέα, Τόμος Ἀγάπης, Vatican-Phanar (1959-1970), Rome-Istanbul 1971, σελ. 206 
[8] Χρυσοστόμου Μύρων (μετέπειτα Εφέσου), Ὀρθόδοξοι Κατόψεις, τ. Α΄, Τέρτιος 1991, σελ. 232 [9]Ἰ. Καρμίρη, Ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία ἐν διαλόγῳ μετά τῶν ἑτεροδόξων Ἐκκλησιῶν, Ἀθῆναι, 1975, σελ. 72 
[10]Ν. Ματσούκα, Οικουμενική Κίνησις-Ιστορία Θεολογία, Θεσσαλονίκη, 1986, σελ. 216 
[11] Χρυσοστόμου Μύρων, όπ.π. σελ. 325 
[12] Σχετικά με τον ρόλο της Εκκλησίας Κωνσταντινουπόλεως στην σύσταση του ΠΣΕ, βλ. στο Γεωργίου Τσέτση, Ἡ συμβολή τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου στήν ἵδρυση τοῦ Παγκοσμίου Συμβουλίου Ἐκκλησιῶν, Τέρτιος, 1988 
[13]Βλ. Ὀρθοδοξία, έτος24, (1949), σελ 41 
[14] Βλ. Εγκύκλιο του 1902, στο Γεωργίου Τσέτση, (επ.) Οἰκουμενικός Θρόνος καί Οἰκουμένη-Ἐπίσημα Πατριαρχικά Κείμενα, Τέρτιος, 1989, σελ. 26-34 
[15] όπ.π., σελ. 43 
[16]Αποστόλου Νικολαΐδη, Η Οικουμενική πολιτική του Πατριάρχη Αθηναγόρα, στο «Ενατενίσεις», τεύχος 16, Ιαν/Απριλ. 2012, σελ. 54 
[17]Βλ. Ἀριστείδου Πανώτη, Παῦλος στ΄-Ἀθηναγόρας α΄, Εἰρηνοποιοί, Ἀθῆναι 1971, σελ. 46 [18]Πριγκηποννήσων Δωροθέου, «Ἡ Συνάντησις», Ἀθῆναι, 1960, σελ. 5-6 
[19]Α. Νικολαΐδη, όπ. π. [20]Εγκύκλιος του 1952, βλ. Γεωργίου Τσέτση, όπ.π. σελ. 71 [21]Χρυσοστόμου Μύρων, Ορθόδοξοι Κατόψεις, τ. Β΄, σελ. 182 εξ. 
[22]Βλ. Μονογραφηθέντα Πρακτικά τῆς ἐν Ρόδῳ Πανορθοδόξου Διασκέψεως, (24 Σεπτ.-1 Οκτ.1961), εν «Ὀρθοδοξία», ΛΖ΄(1962), σελ 83 
[23] Βλ. Πρακτικά-Κείμενα Γ΄ Προσυνοδικής Πανορθοδόξου Διασκέψεως (Σαμπεζύ 1986) 
[24] Olivier Clément,Dialogues avec le Patriarche Athénagoras, Fayard, 1969, σελ. 391 
[25]Βλ. «Τόμος Ἀγάπης», , σελ 204 εξ. 
[26]Βλ. Γεωργίου Τσέτση, Ἡ Συμβολή τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου στήν ἵδρυση τοῦ Παγκοσμίου Συμβουλίου Ἐκκλησιῶν, Τέρτιος, 1988, σελ 131. 
[27] Δημητρίου Τσάκωνα, Ἀθηναγόρας ὁ Οἰκουμενικός τῶν Νέων Ἰδεῶν, Ἀθῆναι, 1976, σελ. 139. [28]Πέργης Εὐαγγέλου. Ἐπικήδειος εἰς τόν Οἰκουμενικόν Πατριάρχην Ἀθηναγόραν. Βλ. «Στάχυς». Τεῦχος, 28-29, (Ιουλ. 1971-Ιουν.1974), σελ.290


Σχόλιο: Η πρώτη προσπάθεια διαλογου στην ιστορία της Εκκλησίας έγινε απο τον Ιούδα.

Αμέθυστος.

ΠΑΡΑΔΟΣΗ: ΒΕΒΑΙΟΤΗΤΑ ἢ ΑΥΤΟΣΧΕΔΙΑΣΜΟΣ; Παρατεινόμενη ἡ ἐκκλησιολογική ἐκτροπή τοῦ περιοδικοῦ “ΣΥΝΑΞΗ”-“Σάβανα” καὶ “φορμόλες”! ! ! («Θέλουμε τή βεβαιότητα τῆς Ἐκκλησίας, ὄχι τούς αὐτοσχεδιασμούς τῆς θολοκουλτούρας», πρωτ. Ἰω. Φωτόπουλος)

Πηγή: Χριστιανικὴ Βιβλιογραφία 
Παράδοση: βεβαιότητα ἤ αὐτοσχεδιασμός 

Παρατεινόμενη ἡ ἐκκλησιολογική ἐκτροπή τοῦ περιοδικοῦ ΣΥΝΑΞΗ


Πρωτ. Ἰωάννου Φωτοπούλου

Παραδομένος στην Ανάσταση

.       Ὁ λόγος γιά τήν Ἐκδήλωση – συζήτηση στό Μέγαρο Μουσικῆς πού προκάλεσε ὁ ἀρχισυντάκτης τοῦ περιοδικοῦ ΣΥΝΑΞΗ Θανάσης Παπαθανασίου τή Δευτέρα 1η Ἀπριλίου 2013 μέ θέμα: «Παράδοση: κίνδυνος ἤ ἐλπίδα;». Τρεῖς οἱ ὁμιλητές. Ὁ π. Βασίλειος Γοντικάκης, Προηγούμενος τῆς Ἱ. Μ. Ἱβήρων, ὁ κοσμήτωρ τῆς Θεολ. Σχολῆς κ. Μάριος Μπέγζος καί ὁ κ. Θ. Παπαθανασίου. Ὁ κ. Παπαθανασίου μίλησε τελευταῖος γιά 19 λεπτά καί, νομίζω, ἦταν ἐκεῖνος πού ἔδωσε τό στίγμα τῆς ἐκδηλώσεως στέλνοντας συγκεκριμένα μηνύματα στούς συγκεντρωμένους.
.            Τό περιοδικό «Σύναξη» ἔχει ὡς ὑπότιτλο τή φράση «Σπουδή στήν Ὀρθοδοξία». Ἔτσι κάθε ἔκφραση τοῦ περιοδικοῦ προφορική ἤ γραπτή θά ἔπρεπε νά ἀπηχεῖ καί νά σπουδάζει αὐτό τό στόχο, τήν Ὀρθοδοξία. Κατ᾽ ἀρχάς δέν ἔχω ἀκόμη καταλάβει ποιά ἦταν ἡ ἀφορμή γιά τό θέμα τῆς ἐκδηλώσεως, τήν ἀξιολόγηση τῆς Παραδόσεως. Τί εἶναι αὐτό πού ἀπασχολεῖ τούς ἀνθρώπους τῆς «Συνάξεως»; Ἴσως βασανίζονται ἀπό τήν ἀποτυχία «ἀναγεννήσεως» τῆς Παραδόσεως μέ τήν ἀναπάντεχη διακοπή τῆς προηγουμένης ἀρχιεπισκοπίας καί τήν ἀνακοπή τῶν θεσμικῶν ἀλλαγῶν πού ἐπεδίωκαν σέ ὅλο τό φάσμα τῆς ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς. Καί ἴσως γι΄ αὐτό προσπαθοῦν νά κρατοῦν τό θέμα «Παράδοση» στήν ἐπικαιρότητα προσδοκώντας καλλίτερες μέρες γιά τήν ἐπιτυχία τῶν σκοπῶν τους.

.                  Παρακολουθώντας μέ ἰδιαίτερη προσοχή τήν εἰσήγηση τοῦ κ. Παπαθανασίου ἐντόπισα κάποια σημεῖα, τά ὁποῖα θά ἤθελα νά σχολιάσω.

α) Ὅρισε τήν παράδοση ὡς «ρεῦμα συνέχειας ζωῆς, ἐννόησης καί βίωσης τῆς ζωῆς», ὡς κάτι πού «δέν εἶναι ἕνα πρᾶγμα, μιά συμπαγής μᾶζα, ἀλλά ρεύματα ζωντανά, φωτεινά καί σκοτεινά πού συχνά ἀνταμώνονται καί συγκρούονται» καί πρόσθεσε σέ δεύτερο πρόσωπο : «ἔχεις εὐθύνη νά διακρίνεις». Τώρα, ἐπειδή ἡ Θεολογία ἔχει ὅρους σαφεῖς, περιέχοντας σαφῆ νοήματα, πού μέ τή σειρά τους ἀνταποκρίνονται σέ ὀντολογικές ἀλήθειες, σωστικές γιά τόν ἄνθρωπο καί τόν κόσμο, θά ἔπρεπε ὁ κ. Παπαθανασίου νά ἐξηγήσει τί ρεύματα εἶναι αὐτά. Ρεύματα ἰδεολογικά, θρησκευτικά, ρεύματα κάποιας ἐνέργειας, ἱστορικά μορφώματα πού πᾶνε κι ἔρχονται, φεύγουν καί ξανάρχονται. Καί μετά νά μᾶς ἐξηγήσει ποιά ἀπό αὐτά τά ρεύματα εἶναι «φωτεινά» καί ποιά εἶναι «σκοτεινά». Ποῦ, πῶς πότε συγκρούονται καί τέλος πῶς ἐγώ θά διακρίνω.

β) Μίλησε γιά παράδοση πού «κομίζει ἀνάσταση καί ἔχει νά ἀντιπαλαίψει τό θάνατο» καί γιά παράδοση πού «εἶναι φορμόλη σέ πτώματα πού δέν ἔχουν κανένα ρόλο στό σήμερα», γιά τήν «ἀνατριχιαστική ἰδέα μιᾶς ἀπολιθωμένης παράδοσης ἑνός κειμένου κλεισμένου» καί γιά «παράδοση μιᾶς ζωντανῆς Ἐκκλησίας» πού «εἶναι ἕνα κείμενο πού… συνεχίζεται καί φτιάχνεται καί θά φτιάχνεται μέχρι τό τέλος τῆς ἱστορίας». Καί ἐδῶ δέν μᾶς ἐξήγησε πῶς ἐννοεῖ τήν παράδοση.

γ) Ὁ κ. Παπαθανασίου πρόβαλε μιά παράδοση ἑνός, ὅπως λέει «ζωντανοῦ Θεοῦ», τό ὁποῖο προτείνει νά ἀκολουθήσουμε, ἑνός -ἄλλος χαρακτηρισμός- «ἀνυπότακτου», ἑνός Θεοῦ «ἐλεύθερου». Καί ἐδῶ δυσκολεύτηκα νά καταλάβω περί τίνος μιλοῦσε.

δ) Σέ κάποιο σημεῖο τοῦ λόγου του ὁ κ. Π. ἔκανε ἀναφορά στόν κανόνα τῆς λατρείας δηλ. στήν παράδοση τῆς λατρείας καί στόν κανόνα τῆς πίστεως δηλ. στά δόγματα τῆς πίστεως. Εἶπε πώς αὐτά εἶναι πολυτιμότατα, ἀλλά ἐμεῖς συχνά «τά πολύτιμα τά μετατρέπουμε σέ ἀντίσκηνα καί σέ σάβανα». Σιγά-σιγά ἀρχίζω νά καταλαβαίνω. Καί θά ἤθελα ἐδῶ νά συσκεφθῶ ἐξ ἀποστάσεως μέ τόν κ. Παπαθανασίου, δηλ. νά διαλεχθῶ μέ τίς ἐκπεφρασμένες σκέψεις του καί νά καταλάβω καλά-καλά ποιά εἶναι γι᾽ αὐτόν ἡ ἀπολιθωμένη» ἤ ἀλλιῶς «ἐκπνευματισμένη» παράδοση τήν ὁποία ὁ κ. Π. ἀποστρέφεται διά τῶν χαρακτηρισμῶν του αὐτῶν, ποιά εἶναι ἡ «φορμόλη» καί τά «πτώματα» πού φέρουν στό νοῦ μας ἀτμόσφαιρα νεκροτομείου μιά καθολική νέκρωση. Καί ἀπό τήν ἄλλη ποιά ἡ παράδοση τοῦ «ἀνυπότακτου», «ζωντανοῦ» Θεοῦ, ἡ ὁποία, ὅπως λέει, «φτιάχνεται».

.             Μᾶς λέει ὁ κ. Π., ἀναφερόμενος στό παραδεδομένο δόγμα καί τήν παραδοθεῖσα Θεία Λατρεία, ὅτι κάποιοι – ὄχι ἐκεῖνος βέβαια – ἀλλά ἡ πλειονότητα ἡμῶν τῶν κληρικῶν, τήν τέλεση τῆς διαμορφωμένης ἐν φόβῳ Θεοῦ Λατρείας, ὅλες τίς Ἀκολουθίες (τό Μεσονυκτικό, τόν Ὄρθρο, τίς Ὧρες, τόν Ἑσπερινό, τό Ἀπόδειπνο) καί αὐτή τή Θ. Λειτουργία καί τά Μυστήρια, τά μετατρέπουμε σέ «σάβανα». Μέ τά σάβανα ἀσφαλῶς τυλίγουμε τά πτώματα. Πῶς μετατρέπουμε τή Θ. λατρεία σέ σάβανα; Μᾶς τό λέει ἀλλοῦ, δανειζόμενος τή γλῶσσα τῶν ὑπολογιστῶν. Κάνοντας «ἀντιγραφή καί ἐπικόλληση». Καί ἐννοεῖ μ᾽ αὐτό τήν τέλεση τῆς Θ. ἐκκλησιαστικῆς Λατρείας, κατά τή διάρκεια τῆς ζωῆς τῆς Ἐκκλησίας, ὅπως παραδἰδεται καί παραλαμβάνεται ὑπό τῶν ἁγίων Πατέρων ἀπό γενιά καί γενιά! Δι᾽ αὐτῆς τῆς συγκεκριμένης, δοκιμασμένης λατρείας ὄχι μιᾶς αὐτοσχέδιας ἤ ἐπιστημονικῶν προδιαγραφῶν προσευχητικῆς διαδικασίας, οἱ ἱερεῖς ὡς «οἰκονόμοι τῶν μυστηρίων τοῦ Θεοῦ» καί οἱ λαϊκοί μετέχουμε στή Θεία Χάρη καί συγκροτοῦμε ἐν τῇ Θείᾳ Εὐχαριστίᾳ τό Σῶμα τῆς Έκκλησίας. Αὐτή ἡ παράδοση κατά τόν κ. Θ. Π γίνεται σάβανο πού τυλίγει πτώματα ἤ «φορμόλη» πού συντηρεῖ πτώματα. Τί ἐννοεῖ; Ἐννοεῖ τή λειτουργική χρήση τῶν κειμένων τῆς ἁγίας Γραφῆς στήν πρωτότυπη γλῶσσα, τά ἱερά Κείμενα τῆς Λατρείας, τούς ὑμνους, τίς εὐχές τίς ἐκφωνήσεις τῶν κληρικῶν, τή θεσπέσια καί κατανυκτική μουσική καί τήν τάξη πού τελοῦνται. Ὁ ζῆλος μας καί ἡ ἐπιμονή μας λοιπόν εἶναι τἀ σάβανα καί ἡ φορμόλη καί τό ὅλον τῆς Θ. Λατρείας, τά πτώματα πού «δέν ἔχουν κανένα ρόλο στό σήμερα».
.                  Ἄς δοῦμε τώρα ποιά εἶναι ἡ παράδοση τοῦ «ἀνυπότακτου», «ἐλεύθερου» Θεοῦ τοῦ κ. Παπαθανασίου. Γιά νά ἀκυρώσει στή συνείδηση τῶν ἀκροατῶν του τήν ἀξία τῆς ἐκκλησιαστικῆς παραδόσεως εἶπε ὅτι «στόν παλιό κόσμο τόν Θεό ὅριζε τό ἱερό, ἕνας ἱερός ναός, ἤ ἕνα ἱερό ὄρος, πού σημαίνει ὅτι ἡ παράδοση ὅριζε τό Θεό. Ὁ Χριστός τό ἀντέστρεψε. Ὁ Θεός ὁρίζει τήν παράδοση».
.            Ποιά εἶναι ἡ ἀλήθεια; Πράγματι ὁ Θεός πάντοτε ὅριζε καί ὁρίζει τήν Παράδοση καί στόν παλιό καί τό νέο κόσμο. Γιατί δηλαδή; Ὁ Θεός δέν προσέταξε τό Μωϋσῆ νά κατασκευάσει τήν σκηνή τοῦ Μαρτυρίου ὑποδεικνύοντάς του καί τόν τρόπο; Ὁ Θεός δέν προσέταξε τό Σολομῶντα νά χτίσει τόν Ναό; Δέν ἦταν ὁ Χριστός πού ἐξέβαλε τούς ἐμπόρους μέ τή βία ἀπό τόν «Οἶκο τοῦ Πατρός» Του; Καί ἐπειδή ὁ κ. Π. ἐπικαλεῖται τό διάλογο μἐ τἠ Σαμαρείτιδα χρειάζεται νά θυμηθεῖ ὅτι ὁ Χριστός, ὁ ἀληθινός Θεός καί νομοθέτης εἶναι καί πάλι ἐκεῖνος πού καθορίζει τήν ὑπέρβαση τῆς παλαιᾶς λατρείας διά τῆς Θ. Λατρείας ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ. Καί καθόλου δέν ἦταν ἀνυπότακτος ὁ Χριστός, τηρώντας τὀν Νόμο, συμπληρώνοντάς τον καί ὑπερβαίνοντάς τον ὅπου ἔκρινε χάριν τῆς σωτηρίας μας. Καθόρισε δή τή νέα Λατρεία παραδίδοντας τήν τέλεση τῶν Μυστηρίων τοῦ Θείου Βαπτίσματος καί Χρίσματος τῆς Θείας Εὐχαριστίας, τῆς Ἱερᾶς Ἐξομολογήσεως, τοῦ Εὐχελαίου τοῦ Γάμου καί τῆς Ἱερωσύνης στούς ἁγίους Ἀποστόλους. Οἱ ἀπόστολοι μέ τους μαθητές τους σύχναζαν γιά προσευχή στό Ναό (σ᾽ αὐτό τό ἱερό τοῦ «παλαιοῦ κόσμου» κατά τόν κ. Παπαθανασίου) καί στή συνέχεια κατ᾽ οἶκον τελοῦσαν τή Θεία Εὐχαριστία. Τέλος οἰκοδομήθηκαν ναοί γιά τή Λατρεία καί σταδιακά διαμορφώθηκε ἡ τωρινή λατρεία.
.           Ὅλα αὐτά μυρίζουν φορμόλη στόν κ. Παπαθανασίου, ἴσως καί σέ κάποιους ἄλλους πού συμμερίζονται τίς ἰδέες του. Θέλει «καινούργιες σελίδες» Ἡ τελουμένη κατά τήν Παράδοση τῆς Ἐκκλησίας λατρεία, ἡ ἀνέκαθεν καί τώρα καί πάντοτε παρέχουσα εἰρήνη καί εὐφροσύνη, κοινωνία μέ τόν Κύριο μας Ἰησοῦ Χριστό καί τούς ἀδελφούς, ἡ ζωογονοῦσα καί τρέφουσα τήν ψυχή μας τοῦ μυρίζει νέκρα. Ἐξ αἰτίας της νιώθει σαβανωμένος, τήν αἰσθάνεται σάν ἕνα σκοτεινό ρεῦμα πού τόν βασανίζει. Τελικά πάσχει ἀπό πλήξη! Γι᾽ αὐτό ψάχνει γιά νά ἀκολουθήσει τόν «ζωντανό Κύριο τῶν ἐκπλήξεων καί τῶν ἀνατροπῶν». Τῶν ἐκ-πλήξεων, γιά νά ἀπαλλαγεῖ ἀπό τήν βασανιστική πλήξη. Βέβαια τέτοιος Κύριος δέν εἶναι ὁ Χριστός. Ἴσως…κάποιος Ἄλλος!
.             Ὁ Χριστός ἀνέτρεψε τήν ἁμαρτία, τόν διάβολο, τή φθορά καί τόν Θάνατο. Ἀντεισήγαγε τή ζωή τῆς Θείας Χάριτος. Ἀνέτρεψε καί τήν ἀπολυτότητα τοῦ παλαιοῦ Νόμου, τόν συμπλήρωσε καί τοῦ ἔδωσε τό ἀληθινό του νόημα καί ἔδωσε τόν δικό Του νόμο, πνευματικώτερο καί ἀπαιτητικώτερο. Παρέδωσε τά ἱερά Μυστήρια στούς Οἰκονόμους τῶν μυστηρίων Του, τούς ἁγίους Ἀποστόλους, καί ἐκεῖνοι ἀρχικά καί οἱ διάδοχοί τους ἅγιοι Πατέρες διαμόρφωσαν ἐν φόβῳ Θεοῦ ἀβίαστα τή Θ. Λατρεία.
.             Μήπως καί οἱ Ἅγιοι Ἀπόστολοι ἀθετοῦν τόν «ἀνυπότακτο» Χριστό «τῶν ἐκπλήξεων καί τῶν ἀνατροπῶν», ὅταν παρακινοῦν τούς χριστιανούς μέ τά λόγια «στήκετε καί κρατεῖτε τάς παραδόσεις, ἅς ἐδιδάχθητε εἴτε διά λόγου εἴτε δι᾽ ἐπιστολῆς ἡμῶν» (Β´ Θεσ. β´15) ἤ ὅταν τούς ἐπαινοῦν μέ τά λόγια «ἐπαινῶ δέ ὑμᾶς ἀδελφοί, ὅτι…καθώς παρέδωκα ὑμῖν τάς παραδόσεις κατέχετε» (Α´ Κορ. ια´ 2). Μήπως μυρίζουν φορμόλη τά λόγια τοῦ Μ. Βασιλείου: «Ἀπό τά δόγματα καί τάς ἀληθείας πού φυλάσσει ἡ Ἐκκλησία ἄλλα μέν τά ἔχομεν πάρει ἀπό τήν γραπτήν διδασκαλίαν, ἀλλά δέ, πού μυστικῶς ἔφθασαν μέχρις ἡμῶν, ἐκ τῆς παραδόσεως τῶν Ἀποστόλων, τά ἐκάμαμεν δεκτά….ἄν ἐπιχειρούσαμεν νά ἐγκαταλείψωμεν ὅσα ἐκ τῶν ἐθῶν εἶναι ἄγραφα, διότι δῆθεν δέν ἔχουν μεγάλην σημασίαν, χωρίς νά τό καταλάβουμε θἀ ἐζημιώναμεν τόΕὐαγγέλιον εἰς τήν οὐσίαν του…( Περί Ἁγίου Πνεύματος); Μήπως νοιώθει ἀνατριχιαστικά καί ἀπολιθωμένα τά λόγια τοῦ Συνοδικοῦ τῆς Ὀρθοδοξίας : Οἱ προφῆται ὡς εἶδον, οἱ Ἀπόστολοι ὡς ἐδίδαξαν, ἡ Ἐκκλησία ὡς παρέλαβεν, οἱ Διδάσκαλοι ὡς ἐδογμάτισαν, ἡ Οἰκουμένη ὡς συμπεφρόνηκεν, ἡ Χάρις ὡς ἔλαμψεν…οὕτω πιστεύομεν…»;
.               Τά ἰδεολογήματα τοῦ κ. Παπαθανασίου μοῦ θυμίζουν κάποια πλουσιόπαιδα, πού χωρίς νόημα στή ζωή τους καταφεύγουν δικαιολογημένα στίς «ἀνατροπές» στόν «κόπο» καί τή «διακινδύνευση» κάνοντας ἐπικίνδυνα σπόρ ὀρειβασίας, rafting, surfing, BASE jumping κλπ. γιά νά ἀποφύγουν μέ τίς «ἐκπλήξεις» τήν θανατερή τους πλήξη. Παρόμοια μοῦ φαίνεται, σκέφτεται καί ὁ κ. Παπαθανασίου, ὁ ὁποῖος ὄχι ἀπό ἔλλειψη νοήματος ζωῆς, ἀλλά ἀπό κάποια παράδοξη ἀγωνία ἀντιτάσσει στήν Παράδοση τῆς Ἐκκλησίας τὁ «γράψιμό» του, τή «σύνθεσή» του τό «φτιάξιμό» του καί τή «διακινδύνευσή» του. Ζητάει νά φτιάχνεται ἡ παράδοση «μέ νέες σελίδες», ὄχι μέ ἀντιγραφή καί ἐπικόλληση.
.              Τό βασικό του, κατά τήν ἐκτίμησή μας, σφάλμα ἔγκειται στό γεγονός ὅτι παρομοιάζει τήν ἐκκλησιαστική Παράδοση μέ κάποιο «κείμενο πού φτιάχνεται». Ἅμα δέν φτιάχνεται, εἶναι νεκρή. Μά, ἡ Παράδοση τῆς Ἐκκλησίας δέν εἶναι γραμμένα χαρτιά καί βιβλία. Εἶναι ὁ Ζῶν Χριστός μεταδιδόμενος εἰς ἕκαστον πιστόν καί σέ ὅλη τήν Ἐκκλησία διά τῆς ἀκτίστου Χάριτος. Ὅμως τήν Ἐκκλησία Του δέν τήν ἄφησε χωρίς ὅρια καί Κανόνες. «Καί φραγμόν αὑτῇ περιέθηκεν…». Διά νά μετάσχει κάποιος τῆς ἀκενώτου ἀκτίστου Χάριτος, ὀφείλει νά δεχθεῖ τήν ἀκριβῆ πίστη σ’ Αὐτόν καί τόν Πατέρα καί τό ἅγιο Πνεῦμα. Ὀφείλει νά δεχθεῖ τήν διδασκαλία καί τίς ὑποθῆκες τῶν ἁγίων Ἀποστόλων καί τῶν ἁγίων Πατέρων. Καί ἐκεῖ προκύπτουν τά κείμενα τῆς Ἱερᾶς Παραδόσεως. Αὐτά παρέχουν ἀσφάλεια καί βεβαιότητα στήν πορεία μας, στήν ἐν Χριστῷ ζωή.
.               Ὁ κ. Παπαθανασίου μοιάζει νά ἀπεχθάνεται τίς βεβαιότητες. Ὑποτιμώντας ὅσους ἀκολουθοῦμε κατά δύναμη τήν Παράδοση εἶπε: «Ἡ μαγεία καί ὁ φανατισμός εἶναι εὔκολες παραδόσεις μέ βεβαιότητες πού δέν ἔχουνε ἐκπλήξεις». Ποιά εἶναι ἡ «μαγεία»; Ἡ πίστις ὅτι τελουμένης τῆς Θείας Εὐχαριστίας, ἀκριβῶς ὅπως μᾶς παρεδόθη ὑπό τῆς Ἐκκλησίας, μεταλαμβάνουμε αὐτοῦ τοῦ Σώματος καί Αἵματος τοῦ Χριστοῦ; Ἤ ἡ βεβαιότητα ὅτι στερούμεθα τῆς Χάριτος, ὅταν τελεῖται ἡ παραμορφωμένη Λειτουργία τοῦ π. Μπέη, πού μέσα στήν ἀρχαιοτάτη εὐχή τῆς Ἁγίας Ἀναφορᾶς παρενέβαλε ἀτιμωρητί λόγια τοῦ Ὁμήρου καί τοῦ Πλάτωνος; ἤ ὅτι εἶναι ἀμφίβολο, ἄν λαμβάνουμε τή Χάρη τοῦ Μ. Ἁγιασμοῦ, ὅταν στή θἐση τῶν καθιερωμένων εὐχῶν τῶν Θεοφανείων διαβάζονται τά φαιδρά καί βλάσφημα τερατουργήματα τοῦ κοιμηθέντος Μητροπολίτου Μελετίου;
.               Καί τί εἶναι «φανατισμός»; Τό ὅτι δέν δεχόμαστε τίς συμπροσευχές μέ τούς αἱρετικούς, ὅπως ἐπιτάσσει ὁ Ευαγγελιστής Ἰωάννης καί οἱ Κανόνες τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων;
.            Μάλιστα σέ μιά ἔξαρση ἀγάπης (;) πρός τούς αἱρετικούς εἶπε ὁ κ. Παπαθανασίου ὅτι «στόν 21ο αἰῶνα ἐκκλησιαστικοί ἄνδρες θά ὀνειρεύονταν κατάβαση φωτιᾶς ἀπό τόν οὐρανό κατά μίμηση τοῦ Προφήτη Ἠλία (sic) κατά τῶν ἑτεροδόξων». Θά ἦταν ἴσως καλό πρίν ἐκδηλώσει τή συμπάθειά του πρός τούς αἱρετικούς νά ἰδεῖ τούς ἐν Χριστῷ ὀρθοδόξους ἀδελφούς του μέ ἀγάπη, στίς πραγματικές τους διαστάσεις καί προθέσεις καί ὄχι σάν ἐπικίνδυνα καταστροφικά ὄντα.
.         Ἄς εἶναι. Μόνο πού πρέπει νά γνωρίζει ὁ κ. Θ.Π. ὅτι ἡ ὑπό τῆς Παραδόσεως παρεχομένη βεβαιότητα δέν σημαίνει γιά τόν Χριστιανό ἐπανάπαυση. Ὄχι, ὁ κάθε Χριστιανός «δέν βάζει τό Θεό στό τσεπάκι», ὅπως εἶπε. Πατᾶ σταθερά στή βεβαιότητα τῆς πίστεως καί τῆς Παραδόσεως γιά νά ἀγωνισθεῖ τόν καλόν ἀγῶνα. Καί διατρέχει πολλούς κινδύνους στόν ἀγῶνα αὐτό, ὅπως μᾶς διδάσκουν οἱ θεοφόροι Πατέρες μας. Τέλος δέν λείπει ἡ «ἔκπληξη» στούς ἐν Κυρίῳ ἀσκουμένους ἀδελφούς, ὅταν ὁ Κύριος τούς ἐπισκέπτεται διά τῆς Χάριτος καί τούς προσφέρει τά οὐράνια δῶρα Του…
.           Μπορεῖ νά ὑπάρξουν καί Χριστιανοί πού ἀρκοῦνται στήν τήρηση κάποιας νηστείας στήν παρακολούθηση τῆς Θ. Λειτουργίας καί σέ κάποιες ἐλεημοσύνες νομίζοντας ὅτι αὐτά εἶναι ἀρκετά καί παρέχουν βέβαιη σωτηρία. Ἀσφαλῶς εἶναι σέ λάθος δρόμο, ἀλλά γιά ὅλους ἔχει ὁ Θεός.
.                 Ἤθελα τώρα νά ἐπιστρέψω στόν τελικό στόχο τῆς ἐκδηλώσεως, δηλαδή στό «γράψιμο» τῆς παραδόσεως «μέ νέες σελίδες», πού μέ ἀγωνία ἐπιθυμεῖ ὁ ἀρχισυντάκτης τοῦ περιοδικοῦ ΣΥΝΑΞΗ κ. Θανάσης Παπαθανασίου. Ὁ λόγος μου θά φανεῖ σκληρός, ἀλλά ὅσα ἀναφέρονται στή συνέχεια δέν εἶναι ἄλλο ἀπό ἀκριβῆ παραθέματα καθηγητῶν καί συγγραφέων πού σχετίζονται μέ τή ΣΥΝΑΞΗ, ὡς στενοί συνεργάτες της. Τά παραθέματα αὐτά εἶναι οἱ «νέες σελίδες» πού «φτιάχνονται» καί πού κατά τόν κ. Παπαθανασίου, θά ἀφαιρέσουν τά «σάβανα»τῆς Παραδόσεως, θά ζωογονήσουν τήν «ἀπολιθωμένη παράδοση», καί θά νεκραναστήσουν «τά πτώματα» τῆς Παραδόσεως πού συντηρεῖ ἡ «φορμόλη» τοῦ φανατισμοῦ μας.

1) Ὁ κοσμήτωρ τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς τοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν κ. Μ. Μπέγζος, ὁ ἕνας ἐκ τῶν τριῶν εἰσηγητῶν τῆς ἐκδηλώσεως «Παράδοση : Κἰνδυνος ἤ ἐλπίδα;» καί τακτικός συνεργάτης τῆς ΣΥΝΑΞΕΩΣ ἔχει δηλώσει σέ δημοσιογράφο ὅτι δέν εἶναι σίγουρο ὅτι ὑπῆρξε ὁ Χριστός(!!)», καί ὅτι «δέν ἀποδεικνύεται μαθηματικῶς ἡ ὕπαρξη τοῦ Χριστοῦ» (Φρόντισε ὅμως νά ἐξαφανίσει τό σχετικό video..)

2) Ὁ καθηγητής τῆς Θεολ. Σχολῆς τοῦ Ἀριστ. Παν. /θες/νικης κ. Π. Βασιλειάδης, στενός συνεργάτης τοῦ περιοδικοῦ ἔγραψε : «Ἡ Ἐκκλησία δέν ἀντλεῖ τήν ὕπαρξή της καί τήν ὑπόστασή της…ἀπό τό παρόν ἤ ἀπό τό παρελθόν (ἀ κ ό μ η  κ α ί  ἀ π ό  τ ό  γ ε γ ο ν ό ς  Χ ρ ι σ τ ό ς) ἤ ἀπό αὐτό πού τῆς δόθηκε ὡς θεσμός, ἀλλά …ἀπό τά ἔσχατα. (Ἐπετηρίδα Θεολογικῆς Σχολῆς τοῦ Ἀριστ. Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, Τόμ. 11, σελ. 25-32).

3) Ὁ καθηγητής κ. Χ. Γιανναρᾶς στό βιβλίο του ”Ἐνάντια στή θρησκεία” ἐκφράζοντας τόν παλαιό πόθο του γιά σεξουαλική ἀπελευθέρωση τῶν χριστιανῶν χλευάζει τήν ἀειπαρθενία τῆς Παναγίας γράφοντας : «Ὅτι ἡ λειτουργία τῆς μητρότητας συνιστᾶ ἀκαθαρσία βεβαιώνεται ὄχι μόνο μέ τίς εὐχές πού διαβάζονται στή λεχώ, ὄχι μόνο μέ τήν ἀπαγόρευση μετοχῆς στήν Εὐχαριστία (ἤ καί εἰσόδου στό ναό) τῶν γυναικῶν κατά τήν περίοδο τῶν ἐμμήνων. Βεβαιώνεται καί στίς ἐπίμονες ἐπαναλήψεις τῆς ἐκκλησιαστικῆς ὑμνολογίας ὅτι ἡ Παναγία Θεοτόκος ἔμεινε καί μετὰ τόκον Παρθένος, ὅτι εἶναι ἀειπάρθενος, ὅτι ὁ τόκος (τοκετός) οὐκ ἐλυμήνατο τὰς κλεῖς τῆς Παρθένου, δέν κατέλυσε τή σωματική (ἀνατομική) της παρθενία» (σ. 200, 2001).

.         Μέ τά τρία παραπάνω παραθέματα καθίσταται σαφές ὅτι ἡ ΣΥΝΑΞΗ φτιάχνοντας διά τῶν συνεργατῶν της «νέες σελίδες» στό κείμενο τῆς Παραδόσεως ἔχει ξεσχίσει τίς σελίδες τῆς ἀληθινῆς Παραδόσεως, ἔχει διαγράψει τόν Χριστό καί τήν Παναγία. Δέν ἀφαιρεῖ «σάβανα», ἀλλά σαβανώνει τόν Χριστό καί τόν πετᾶ στό χρονοντούλαπο τῆς Ἱστορίας.
.         Ἄς συνεχίσουμε παραθέτοντας ἀποσπάσματα ὅσων εἶπε ὁ μόνιμος συνεργάτης τοῦ περιοδικοῦ ΣΥΝΑΞΗ π. Βασίλειος Θερμός κατά τήν παρουσίαση τοῦ βιβλίου τοῦ π. Γεωργίου Μπασιούδη «Ἡ δύναμη τῆς λατρείας. Ἡ συμβολή τοῦ π. Ἀλεξάνδρου Σμέμαν στή λειτουργική θεολογία» πού ἔγινε στή «Στοά τοῦ Βιβλίου», καί κατά τήν ὁποία μίλησαν ὁ συγγραφέας τοῦ βιβλίου, ὁ π. Βασίλειος Θερμός καί ὁ κ. Θανάσης Παπαθανασίου.
.           Μέ τίς μηδενιστικές του τοποθετήσεις στήν ὁμιλία του ὁ π. Β. Θερμός, άκυρώνει τήν καθιερωμένη Θεία Λειτουργία, θεωρεῖ αἴτιο τό Βυζάντιο γιά τή «φθορά»(;;;) τῆς λατρείας, πετάει στά σκουπίδια τήν Ὑμνογραφία τῆς Ἐκκλησίας, τή λειτουργική θεολογία τῶν ἁγίων Πατέρων καί προτείνει γενικό ξεκαθάρισμα ἀκόμα καί στή Λατρεία τῶν 3 πρώτων αἰώνων. «Φτιάχνει» κι αὐτός τίς ρυπαρές του σελίδες γιά τήν… παράδοση, ἀκολουθώντας τόν ὑποτιθέμενο «ἀνυπότακτο Χριστό τῶν ἐκπλήξεων καί τῶν ἀνατροπῶν».

.           Προσεκτική ἀνάγνωση τῶν παρακάτω παραθεμάτων ἀπό τήν ὁμιλία του θά πείσει τόν καλοπροαίρετο ἀναγνώστη γιά τήν ἀλήθεια τῶν ἰσχυρισμῶν μας.

α) «…μέσα στή Λειτουργία, ἀλλά καί στίς ἄλλες ἀκολουθίες ἔχουν εἰσβάλει ἔνθετα τά ὁποῖα ἐκφράζουν τό βυζαντινό παλάτι. Καμμία σχέση· ἡμέρα μέ τή νύκτα· “μίξις ἄμικτος καί τέρας ἀλλόκοτον’”.

β) .. Ἠ μεγάλη φθορά στή λατρεία ἔγινε στά βυζαντινά χρόνια, ἐπειδή τό Βυζάντιο κράτησε πάρα πολύ-1100 χρόνια- καί προσφερόταν γιά νά γίνουν πάρα πολλές ἀλλοιώσεις καί φθορές. Καί ὑπ᾽ αὐτήν τήν ἔννοια συμμερίζομαι τίς ἐπικριτικές τοποθετήσεις τοῦ π. Ἀλεξάνδρου Σμέμαν σχετικά μέ τό ρόλο τοῦ Βυζαντίου…Νομίζω ὅτι ἐκεῖ ἄρχισε ἡ φθορά καί ὁ ἐκφυλισμός πού δέν εἶναι ὁρατός λόγῳ τῆς μεγάλης ἄνθισης τῆς Ὑμνογραφίας, τῆς θεολογικῆς γραμματείας, τῶν Ὑπομνημάτων πάνω στή λατρεία. Ἐπεκράτησε πλέον τό φαινόμενο τῆς λειτουργικῆς εὐσέβειας, ἡ ὁποία ἐπεκάλυψε τίς παραφθορές…Ὁ π. Σμέμαν φθάνει στό σημεῖο νά πεῖ ὅτι ἡ λειτουργική εὐσέβεια εἶναι ὁ κυριώτερος ἀντίπαλός μας…Ἐπίσης πρέπει νά ποῦμε ὅτι αὐτά [ἐννοεῖ ὁ π. Βασίλειος τίς ἀλλοιώσεις στή λατρεία] ὀφείλονταν στό γεγονός ὅτι… σέ ἀντίθεση μέ τούς βυζαντινολιγούρηδες πού εὐδοκιμοῦν πάρα πολύ στήν Ἐκκλησία μας, τό Βυζάντιο δέν ἦταν μιά κοινωνία ἁγίων. Ἦταν ἕνας πολιτισμός πού ἤθελε νά ἐμπνέεται ἀπό τό Εὐαγγέλιο καί τόν Χριστό, ἕνας πολιτισμός ὅπως ὅλοι μέ τά ἐλαττώματα τῶν ἀνθρώπων καί γι᾽ αὐτό ἔσβησε».

γ) «Ἡ βασική φθορά πού συνέβη ἐδῶ, καί ὁ μοναχισμός ὑπῆρξε ὁ βασικός μοχλός γι᾽ αὐτήν- πού τοῦ χρωστᾶμε τόσα τοῦ μοναχισμοῦ καί τώρα καί τότε ἐννοεῖται- ἦταν ἡ εἰσαγωγή τῆς θεραπευτικῆς πνευματικότητος ἀντί τῆς ἐκκλησιολογικῆς πνευματικότητος πού ὑπῆρχε προηγουμένως μέ ὅλα τά στοιχεῖα τοῦ ἀτομισμοῦ τοῦ αἰσθητισμοῦ…».

δ) «Δέν εἶναι ἡ ἀλήθεια μόνο στό ἀπώτατο παρελθόν. Δέν εἶναι ἡ καθαρή λατρεία αὐτή πού ἦταν στούς πρώτους αἰῶνες».

ε) «Παρατηροῦμε μιά πολύ μεγάλη ἀτολμία γύρω ἀπό τή διόρθωσή τους [τῶν ἀλλοιώσεων], πού ὑπάρχει ἐπείγουσα ἀνάγκη νά γίνει καί νά ἀποκατασταθεῖ ἡ λατρεία, ὄχι σ’ αὐτό πού ἦταν πρίν εἰσέλθουν τά ἄλλα στρώματα. Δέν εἶναι ἡ ἀλήθεια μόνο στό ἀπώτατο παρελθόν, δέν εἶναι ἡ καθαρή λατρεία αὐτή πού ἦταν στούς πρώτους αἰῶνες. Χρειάζονται κριτήρια μέ τά ὁποῖα θά ξεκαθαρίσουμε τί θά μείνει. Τί ἀπό τά παλιά τί ἀπ’ τά νεώτερα…».

.           Στή συνέχεια παραθέτουμε ἰδέες καί τοποθετήσεις συνεργατῶν τῆς ΣΥΝΑΞΕΩΣ, ὅπως τίς ἐκθέτουν σ’αὐτό τό ἴδιο τό περιοδικό. Δέν λέω, καί τό τονίζω αὐτό, ὅτι ὅλοι οἱ συνεργάτες ἐκφράζουν αἱρετικές ἤ λανθασμένες ἀπόψεις καί θεωρίες. Ὅμως ἡ διαρκής ἀνάμιξη ἀληθείας καί πλάνης καί τό διαρκές καί ἔμμονο πρόταγμα τῆς ΣΥΝΑΞΕΩΣ γιά στοχαστική θεολογία δημιουργεῖ σύγχυση στούς ἀναγνῶστες πού ἐμπιστεύονται τό περιοδικό. Ἐξ ἄλλου καί ὅλες οἱ αἱρέσεις ἔχουν τό χαρακτηριστικό νά παρεμβάλουν στή διδασκαλία τους τό δηλητήριο τοῦ ψεύδους.

.          Τό τεῦχος 71 τῆς ΣΥΝΑΞΕΩΣ σηματοδότησε μιά μανιώδη καμπάνια κατά τῆς παραδεδομένης λατρείας. Τούς συνεργάτες τοῦ τεύχους αὐτοῦ ἐνοχλεῖ ὅλη ἡ τάξη τῆς Θ. Λειτουργίας. Γιατί ἡ προετοιμασία τῆς Θείας Εὐχαριστίας λέγεται «Πρόθεση» ἤ «Προσκομιδή», γιατί γίνεται ἡ Μικρά Εἰσοδος, γιατί ὑπάρχουν αὐτοί καί αὐτοί οἱ συμβολισμοί, γιατί ὑπάρχουν τά Εἰρηνικά καί τά Πληρωτικά, γιατί ἀναγινώσκονται μυστικῶς οἱ εὐχές, γιατί διαβάζουμε τίς εὐχές τῆς Θείας μεταλήψεως κλπ, κλπ.(σ. 22-37) . Κάποιον ἐνοχλεῖ ὁ ἀσπασμός τοῦ χεριοῦ τῶν κληρικῶν (σ. 41), ἄλλον ὁ θυσιαστικός χαρακτήρας τῆς θείας Λειτουργίας (σ. 41). Τό θέμα τῆς λειτουργικῆς γλώσσας εἶναι ἐπίσης σέ πρώτη διάταξη, δηλ. οἱ μεταφράσεις τῶν λειτ. κειμένων στή δημοτική καί ἡ συγγραφή νέων τροπαρίων στή Δημοτική (σ. 52) ὅπως καί ἡ ἀλλαγή τοῦ Τυπικοῦ (σ. 48-54). Προτείνεται μιά καινούργια Ἀκολουθία γάμου, ὅπου μαζί μέ ἄλλες αὐθαίρετες καινοτομίες δἐν διαβάζεται ἡ εὐαγγελική περικοπή περί τοῦ ἐν Κανᾷ γάμου, ἀλλά περικοπή ἀπό τήν ἀρχιερατική προσευχή τοῦ Κυρίου!(72-81). Ἀλλος πάλι συνεργάτης γιά τό γάμο ἰσχυρίζεται ὅτι δέν χρειάζεται ἡ ἀκολουθία τοῦ ἀρραβῶνος, ὅτι οἱ δύο μεγάλες εὐχές τοῦ γάμου πρέπει νά γίνουν μία, ὅτι καποιες εὐχές καί δεήσεις δέν χρειάζονται καί πρέπει νά καταργηθοῦν, ἐνῶ μέ τό ζόρι δέχεται νά διατηρηθεῖ στήν Ἀκολουθία τό «Πάτερ ἡμῶν», ὅπως λέει «γιατί εἶναι μιά πολύ γνωστή καί ἀγαπητή προσευχή», ἐνῷ καταλήγει ὅτι ἡ Ἀκολουθία τοῦ γάμου «θά μποροῦσε νά τελεῖται στή Δημοτική»(σ. 86) Ἀκολουθεῖ καί ἄλλη πρόταση ἄλλης πάλι Ἀκολουθίας Γάμου (σ. 87). Ἀκόμη καί ὁ πολιτικός γάμος προτείνεται ὡς ὑποχρεωτικός ἀπό στέλεχος τῆς Ἀκαδημίας Θεολ. Σπουδῶν τοῦ Βόλου! (σ. 92). Ὅλο τό τεῦχος παρουσιάζει θεολόγους πού ἔχουν τή μανία τῆς ἀναμορφώσεως τῆς Ἐκκλησίας. Οἱ περισσότεροι μιλοῦν μέ τέτοια ἄνεση σάν νά τούς δόθηκε ἐξουσία νά γκρεμίσουν ὅ, τι ὑπάρχει στή ζωή τῆς Ἐκκλησίας κατά τίς ἀπόψεις τους, τίς σπουδές τους καί τήν ὄρεξή τους. Ἀπουσιάζει ὁ στοιχειώδης σεβασμός πρός τήν Παράδοση τῆς Ἐκκλησίας.
.             Στό τεῦχος 72 (σσ. 38-41) ὁ προμνημονευθείς κ. Πέτρος Βασιλειάδης διακηρύσσει ὃτι μετά τή χρυσῆ περίοδο τοὺ Χριστιανισμοῦ τῶν 8 πρώτων αἰώνων ὑπάρχει «ἔλλειψη ὑ γ ι ο ῦ ς θεολογικοῦ προβληματισμοῦ» καί ζητεῖ «τήν κατάργηση τοῦ τέμπλου στή σημερινή του μορφή». Ζητεῖ ἡ λατρεία «νά πραγματοποιεῖται στήν καθομιλουμένη γλῶσσα». Προτείνει «ἐναλλακτικές λύσεις στήν ἀρχιτεκτονική καί διαρρύθμιση τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ χώρου». Ἀμφισβητεῖ τό ρόλο τῶν ψαλτῶν καί τῶν χορῶν στή διευκόλυνση τῆς συμμετοχῆς τοῦ ἐκκλησιάσματος καί ἀμφιβάλλει γιά τό ἄν «τό εἶδος τῆς μουσικῆς πού χρησιμοποιεῖται εἶναι τό καταλληλότερο γιά νά ἀποδώσει τά νοήματα τοῦ κειμένου». Τό χειρότερο -γιατί ὑπάρχει καί χειρότερο- μᾶς…προειδοποιεῖ ὅτι ἄν δέν ὑλοποιηθοῦν οἱ προτεινόμενες αὐτές μεταρρυθμίσεις του, ἡ λειτουργία «μπορεῖ πολύ εὔκολα νά ἐκτραπεῖ στήν καλύτερη περίπτωση σέ μιά ἄχρηστη καί περιττή τυπολατρία καί στή χειρότερη σέ μαγική, σακραμενταλιστική (ἀκόμη καί δαιμονική) εκδήλωση, πού ἀντί νά κατευθύνει τή χριστιανική κοινότητα πρός τό ὅραμα τῆς Βασιλείας, νά τήν ἀποπροσανατολίζει ὁδηγώντας την σέ ἀτομιστικές μυστικῆς ὑφῆς ἀτραπούς….καί τελικά στό θάνατο, στήν κόλαση.»(σ.40- 41).
.          Πᾶμε στό τεῦχος 112 τῆς ΣΥΝΑΞΗΣ. Ἐκεῖ διαβάζουμε στό ἄρθρο «Περί μεταφράσεων τῶν λειτουργικῶν κειμένων» τά λόγια τοῦ κοιμηθέντος Μητροπολίτου Μελετίου : «Προτιμῶ νά ἀκολουθῶ τόν ἀντίθετο δρόμο ἀπό τόν ἅγιο Γρηγόριο τόν Θεολόγο καί τόν ἅγιο Ἰωάννη τόν Δαμασκηνό! Ἐκεῖνοι λόγιοι κολοσσοί, γιά ἕνα πεῖσμα, νά δείξουν στούς εἰδωλολάτρες λόγιους καί σέ κάποιους νοσηρά ἑλληνολάτρες βυζαντινούς, ὅτι ξέρουν καί αὐτοί ἑλληνικά, ἔφτιαξαν τά περίφημα ἀρχαιοελληνικοῦ τύπου ποιήματα καί ἄσματά τους» (σ. 101). Νά μιά… ὡραία σελίδα, τῆς παραδόσεως, ἀπ᾽ αὐτές πού ὀρέγεται ὁ ἀρχισυντάκτης τῆς ΣΥΝΑΞΕΩΣ, στήν ὁποία οἱ ἅγιοι Πατέρες ἀπό πεῖσμα καί κόμπλεξ («γιά νά δείξουν στούς εἰδωλολάτρες ὅτι ξέρουν καί αὐτοί ἑλληνικά») συνέθεσαν τά θεόπνευστα ὑμνογραφήματα πού τά ἔχει ἡ Ἐκκλησία πάνω ἀπό χίλια χρόνια στή λατρεία Της.
.          Κάνουμε ἕνα μεγάλο ἅλμα καί πᾶμε στά τεύχη 121 καί 122 τῆς ΣΥΝΑΞΕΩΣ, πού εἶναι ἀφιερωμένα στήν «Κόλαση καί αἰωνιότητα». Σκοπός τους ἡ σὐγχυση καί ἀβεβαιότητα γιά τήν ὕπαρξη καί αἰωνιότητα τῆς Κολάσεως. Ἐνδεικτικά σταχυολογοῦμε ἀπό τό τεῦχος 121: ὁ κ. Γιανναρᾶς φοβούμενος τόν «κλαυθμό καί βρυγμό τῶν ὁδόντων» τῆς Καινῆς Διαθήκης διερωτᾶται «ἄν τά περί θεοπνευστίας τῆς Βίβλου, ἐφεύρημα τῶν προτεσταντῶν …ὁρίζουν τήν ἐκκλησιαστική ἐμπειρία» καί μετά ἕνα ἀκροβατικό στοχασμό μέ τά ἀναμασήματα περί «σχέσεως» καταλήγει στήν πλάνη περί ἀνυπαρξίας τοῦ ἁμαρτωλοῦ ἀνθρώπου μετά θάνατον, ἀφοῦ «καμιά λογική…δέν μπορεῖ νά συμβιβάσει τή μαρτυρία «ὁ Θεός ἀγάπη ἐστί» μέ τό ἐνδεχόμενο αὐτός ὁ Θεός ἀγάπη νά παγιδεύει στήν ὕπαρξη τόν ἀρνητή τῆς σχέσης μαζί του, μόνο γιά νά τόν βασανίζει σαδιστικά καί ἀτελεύτητα»( σ. 81, 83-84). Ἡ κ. Αἰκ. Τσαλαμπούνη ἀναμιγνύει τή διδασκαλία τῆς Βίβλου περί Κολάσεως μέ ἀπόκρυφα ἐξωβιβλικά κείμενα, γιά νά πεῖ ὅτι «ἡ κόλαση καί τό πρόβλημα τῆς Θεοδικίας πού συνδέεται μέ αὐτήν ἐξακολουθοῦν νά ἀπασχολοῦν τόν σύγχρονο ἄνθρωπο καί νά ἀπαιτοῦν μέ τόν ἕνα ἤ τόν ἄλλο τρόπο τήν ἐπίλυσή του» καί νά καταλήξει στήν πρόταση γιά ἀτομική τοποθέτηση στό θέμα: «Ἐναπόκειται λοιπόν στή διακριτική εὐχέρεια τοῦ κάθε ἀναγνώστη νά δώσει τή δική του ἀπάντηση…» (σ. 8- 19). Ὁ κ. Ἰω. Πλεξίδας ἐπικαλεῖται τίς ἀνοησίες περί γονιδίων τῆς βίας, τήν κληρονομικότητα καί τό περιβάλλον ὡς αἴτια τῆς ἐγκληματικῆς συμπεριφορᾶς, γιά νά δείξει τό ἀνεύθυνο τοῦ ἁμαρτάνοντος καί νά καταλήξει στήν «ἀδυνατότητα (sic) τῆς Κόλασης» ἐπικαλούμενος καί τόν ἀμφιβόλου ὀρθοδοξίας Berdyaev πού γράφει : «…ἡ ἰδέα περί τῆς αἰωνίου κολάσεως εἶναι ἀκατανόητος, μοχθηρά καί κακόβουλος» (σ.88-89).
.          Ἀπό τό τεῦχος 122: ἡ κ. Βάσω Κουντουμᾶ βρίσκει «πολλαπλές ἀντιφάσεις, παραλλαγές, διανοητικές περιπλανήσεις καί ἐνοράσεις τῆς βυζαντινῆς σκέψης σχετικά μέ τό ἐπέκεινα». Μέ βάση τούς λόγους τοῦ Κυρίου πρός τόν ληστή «Ἀμήν σοι λέγω, σήμερον μετ᾽ ἐμοῦ ἔσῃ ἐν τῷ παραδείσῳ», βρίσκει «ἑρωτήματα…ἀπό δογματική ἄποψη ἀναπάντητα» (σ.44-45). Γράφει ὅτι «στή λαϊκή φαντασία, οἱ θεοί αὐτοί» -τῶν εἰδώλων- ἦταν δαίμονες» καί στήν ὑποσημείωση 22 γράφει ὅτι αὐτό ἰσχυρίζεται καί ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός (σ. 48), ὑποχείριος ἴσως καί αὐτός τῆς λαϊκῆς φαντασίας! Γράφει ὅτι «οἱ Διάλογοι» τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Διαλόγου «βρίθουν ἀνεκδοτολογικῶν περιστατικῶν μέ πρωταγωνιστές φαντάσματα» καί συνεχίζει λέγοντας ὅτι «ὁ Μ. Φώτιος τούς γνωρίζει [τούς Διαλόγους] καί τούς ἐγκωμιάζει στή Μυριόβιβλο» (σ. 50) .Ἴσως κι αὐτός νά ἦταν ὑποχείριος παραμυθιῶν καί φαντασμάτων! Χαρακτηριστικό τῆς κυρίας αὐτῆς εἶναι ἡ ἀρνητική καί περιφρονητική ἀναφορά στούς ἁγίους Πατέρες καί ἡ ὑποταγή της στίς γνῶμες τοῦ τελευταίου δυτικοῦ «στοχαστῆ» καί ἑρευνητῆ» στίς ὁποῖες παραπέμπει.
.            Τά τεύχη 122(σσ. 67-81) καί 123 (σσ. 33-48) δημοσιεύοντας ὁ κ. Παπαθανασίου δύο κείμενα γιά τήν Ἱεραποστολή κάνει λόγο γιά τή δράση τοῦ ἁγίου Πνεύματος καί ἔξω ἀπό τά κανονικά ὅρια τῆς Ἐκκλησίας δηλ. στούς ἀθέους, τούς ἀβαπτίστους καί παντός εἴδους αἱρετικούς. Στό 123 δημοσιεύει θετικῶς ἀποσπάσματα κειμένων διαφόρων «ὀρθοδόξων» θεολόγων σύμφωνα μέ τούς ὁποίους «ἡ Ἐκκλησία δέν εἶναι ἰδιοκτήτης τῆς σωτηρίας, ἀλλά ὁ διάκονος τοῦ Θεοῦ…καί ὀ μάρτυρας τῆς ἀξιοπρέπειας τοῦ ἀνθρωπίνου προσώπου…».
.           Ίδού μερικά ἀποσπάσματα : «Εἶναι δυνατόν οἱ Χριστιανοί νά βλέπουν τίς παραδόσεις, τίς γραφές καί τίς πρακτικές τῶν ἄλλων θρησκειῶν ὑπό ἕνα πολύ θετικό φῶς, πού ἀντανακλᾶ τήν πανανθρώπινη ἀναζήτηση γιά τό (καί τήν ἀνταπόκριση στό) Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ» (τεῦχ. 122 σ. 42 ). «Ὅσοι βρίσκονται ἔξω ἀπό τή χριστιανική πίστη…δέν παύουν νά κινοῦνται μέσα στή μυστική ἀκτινοβολία τῆς δόξας του» (σ. 43). «μικρές ὁμάδες ἡμι-εὐαγγελικῶν ψυχῶν πού σέ κάποιο βαθμό ἀκολουθοῦν τά ἠθικά πρότυπα τῆς ἐπί τοῦ Ὄρους Ὁμιλίας συγκροτοῦν ἕνα εἶδος Ἐκκλησίας extra muros, ἔξω ἀπό τή θεσμική ἱστορική Ἐκκλησία [....] Τό «κατ᾽ εἰκόνα» μπορεῖ νά δουλέψει πολύ δυναμικά σέ ἕνα μή Χριστιανό. Ὁ κοσμικός (συμπαντικός) Χριστός, στόν ὁποῖο μπορεῖ νά μετέχει κάποιος χωρίς νά τόν κατονομάζει, εἶναι πολύ ἀληθινός» (σ. 44).

.            Παρατείναμε τήν παράθεση ἀποσπασμάτων ἀπό τεύχη τῆς ΣΥΝΑΞΕΩΣ γιά νά φανεῖ τό πνεῦμα τοῦ περιοδικοῦ, πού δέν εἶναι καθόλου Σπουδή στήν Ὀρθοδοξία, νά κατανοηθοῦν οἱ…συνθετικές γιά τήν Παράδοση ἱκανότητες τῶν Συναξιτῶν καί οἱ στόχοι τους στό χῶρο τῆς Ἐκκλησίας.
.           Καταλαβαίνω τήν ἀγωνία τους καί τήν ἀνάγκη τους γιά δημιουργία, γιά «σύνθεση», γιά «φτιάξιμο», γιά «κόπο» καί ἀκροβατικές «διακινδυνεύσεις». Ἀλλά δέν εἶναι ἡ Ἐκκλησία καί ἡ ἁγία Της Παράδοση ὀ κατάλληλος χῶρος γιά τή δράση τους. Θά μποροῦσαν νά ἀσχοληθοῦν μέ τή φιλοσοφία, τήν ποίηση τή λογοτεχνία καί τίς εἰκαστικές τέχνες. Καί δέν τό λέω εἰρωνικά. Ἐξ ἄλλου, τό λιγώτερο ἀπ᾽ ὅ,τι φαίνεται, βαριοῦνται τήν Παράδοση στό σύνολό της καί τό περισσότερο τήν περιφρονοῦν τήν ἀπεχθάνονται ἤ καί τήν μισοῦν. Καί αὐτό νομίζω ἔγινε φανερό ἀπό τά προαναφερθέντα παραθέματα.
.               Ἄν παρά ταῦτα ἐπιμένουν στίς ἰδεοληψίες τους- μιλῶ γιά ἰδεοληψίες ἐπειδή ὅσα γράφουν καί λένε πηγάζουν ἀπό τό μυαλό τους, τίς συζητήσεις καί τά ξενόγλωσσα διαβάσματά τους καί τίς ἀτέλειωτες παραπομπές τους στούς ξένους συγγραφεῖς πού τίς καταπίνουν ἀμάσητες- πρέπει νά κατανοήσουν ὅτι οἱ ἀπόψεις τους καί οἱ θεωρίες τους, τά ὄνειρά τους γιά ἀλλαγές δέν γίνονται δεκτά ἀπό τό Σῶμα τῆς Ἐκκλησίας. Ἡ Παράδοση εἶναι Ζωή καί μεταγγίζει Ζωή. Ἡ Θεία Λατρεία εἶναιἡ ἀναπνοή τῆς Ἐκκλησίας. Κι ὅπως δέν ἀλλάζει ἡ διαδικασία ἀναπνοῆς πού ζωογονεῖ τόν ἀνθρώπινο ὀργανισμό, ἔτσι δέν ἀλλάζει ἡ τἀξη, ἡ γλῶσσα, ἡ ποίηση καί τά νοήματα τῆς ὀρθοδόξου λατρείας. Τή γλεντᾶμε καί τή χαιρόμαστε τή ζωή τῆς Ἐκκλησίας. Κι ὅταν διαβάζουμε τίς «καινούργιες σελίδες» πού προτείνουν οἱ Συναξίτες ὡς συμπλήρωση τῆς Παραδόσεως μᾶς πνίγει ἡ φορμόλη καί ἡ πτωμαΐνη πού ἀποπνέει ἡ σκέψη τους, σκέψη οὐσιαστικά τοῦ ταλαίπωρου δυτικοῦ ἀνθρώπου πού ψάχνει ἀκόμη 2000 καί πλέον χρόνια μετά τή γέννηση τοῦ Χριστοῦ νά βρεῖ τό δρόμο του. «Πηγαίνω στήν Εὐρώπη» ἔγραφε ὁ Ντοστογιέφσκυ «καί ξέρω πώς πηγαίνω σέ νεκροταφεῖο».

.        Οὕτως ἐχόντων τῶν πραγμάτων προτείνουμε στό κατεστημένο τῆς ΣΥΝΑΞΕΩΣ νά ἀκολουθήσει τό δικό του δρόμο. Ἔτσι κι ἀλλιῶς οἱ ἀπόψεις τῶν περισσοτέρων συνεργατῶν τοῦ περιοδικοῦ ἔχουν χαρακτηριστικά σέκτας. Ἔχουν μιά δική τους ἰδέα περί Ἐκκλησίας, πού ἐκτείνεται ἔξω ἀπό τά κανονικά της ὅρια. Ἄς διαλεχθοῦν λοιπόν μέ τίς ἄλλες θρησκεῖες καί αἱρέσεις, ἄς συμπροσεύχονται μαζί τους, ἀφοῦ ὅλοι οἱ ἀλλόθρησκοι «κινοῦνται μέσα στήν ἀκτινοβολία τῆς δόξας» τοῦ Θεοῦ. Ἄς ἀγκαλιάσουν ἕνα «συμπαντικό Χριστό» πού μπορεῖ νά μήν ὑπάρχει κιόλας! Ἔχουν τούς δικούς τους «Πατέρες», ὅλους τούς ξένους στοχαστές. Ἔχουν στό νοῦ τους μιά ἄλλη λατρεία, μέ διαφορετικούς ναούς χωρίς τέμπλα, μέ ἄλλα τροπάρια στή δημοτική γλώσσα, μέ ἄλλη μουσική, μέ ἀράσωτους παπάδες, μέ ψυχοθεραπευτές στή θέση τῶν πνευματικῶν. Ἔχουν καί τή δική τους θεολογία πού ἀμφισβητεῖ τή θεοπνευστία τῆς Ἁγίας Γραφῆς, πού διαθέτει μιά περίεργη ἐσχατολογία καί Βασιλεία πού ἔχει εἰσβάλει στό ἐνθάδε, μέ ἀμφίβολη τήν ὕπαρξή μας μετά θάνατο καί μέ ἀμφιλεγόμενο Παράδεισο καί «ἁδυνατότητα» Κολάσεως. Τούς φαίνεται πολύ ἀληθινός καί σοβαρός ὁ Τέρυ Ἤγκλετον -πού κανείς δέν τόν ξέρει- καί τό ἔργο του «Πίστη λογική καί ἐπανάσταση» (τευχ. 123) καί πολύ παραμυθᾶς καί φαντασιόπληκτος ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Διάλογος! Ἄς φτιάξουν λοιπόν τή δική τους «ἐκκλησία».
.          Στήν Ἐκκλησία μας ἀρκεῖ ἡ ἁγιωτάτη Πίστη καί Παράδοσή Της. Ὅσα διδάσκει ἡ Ἁγία Γραφή καί Παράδοση μᾶς εἶναι ἀρκετά. Θέλουμε τή βεβαιότητα τῆς Ἐκκλησίας, ὄχι τούς αὐτοσχεδιασμούς τῆς θολοκουλτούρας. Μᾶς ἀρέσουν, μᾶς τέρπουν καί μᾶς ὁδηγοῦν πρός τόν Κύριό μας οἱ ναοί μας μέ τά ἱερά τέμπλα, τήν τέλεια ὑμνογραφία καί τήν ἀσύλληπτα κατανυκτική μουσική. Μᾶς χαροποιεῖ οἱ ἱερεῖς νά εἶναι ἐνδεδυμένοι ὅπως ὁ ἅγιος Νεκτάριος ὁ ἅγιος Νικόλαος ὁ Πλανᾶς ὁ π. Παΐσιος καί ὁ π. Πορφύριος. Τά θεολογικά καί ἀσκητικά συγγράματα τῶν ἁγίων Πατέρων παρέχουν σέ ὅλους ἀσφαλῆ τήν ὁδό τῆς ἐν Χριστῷ ζωῆς. Σεβόμεθα τούς ἱερούς Κανόνες τῶν Οἰκουμενικῶν καί τοπικῶν Συνόδων πού ρυθμίζουν ὅλη τή ζωή τῆς Ἐκκλησίας. Ἀποστρεφόμεθα τίς καταστροφικές καινοτομίες πού ἔχουν κυριολεκτικά διαλύσει καί τά τελευταία ὑπολείμματα ἐκκλησιαστικότητος στή Δύση. Δέν μεταίρουμε «ὅρια ἅ ἔθεντο οἱ Πατέρες ἡμῶν».

.      Ἀγαπητοί ἀδελφοί συνεργάτες, φανατικοί φίλοι καί ὁμοϊδεάτες τοῦ περιοδικοῦ “ΣΥΝΑΞΗ” εἶστε ἐλεύθεροι νά ἀκολουθήσετε τόν δρόμο σας!

Τι επιδιώκουν οι αποδομητές των εθνικών μύθων (η ιστορία δεν είναι μύθος)

Πηγή: Άρδην

Οι χθεσινές δηλώσεις της Μαρίας Ρεπούση σχεικά με χορό του Ζαλόγγου ότι κάθε λαός δημιουργεί τους μύθους του, επαναφέρει τη συζήτηση για τις επιδιώξεις της αποδομητικής ιστορικής σχολής, της οποίας από τα πιο προβεβλημένο μέλη είναι η Ρεπούση. Ο Γ. Καραμπελιάς στο βιβλίο του Συνωστισμένες στο Ζάλογγο αποδομεί την επιχειρηματολογία της Βάσως Ψιμούλη ότι ο χορός του Ζαλόγγου ηταν ένας μύθος. Στο παρακάτω απόσπασμα από το βιβλίο του Γ. Καραμπελιά σκιαγραφούνται οι επιδιώξεις των αποδομητών της ιστορίας μας.

IM000066.JPG

Αποσπασμα (σσ. 14-21) από το βιβλίο του Γιώργου Καραμπελιά, Συνωστισμένες στο Ζάλογγγο
Στα πλαίσια της «αποδόμησης των εθνικών μύθων», προνομιακή θέση κατέχει προφανώς και η κατάρριψη του «μύθου» των Σουλιωτών, μιας από τις ισχυρότερες καταγωγικές αφηγήσεις του νεώτερου ελληνισμού[1]. Αυτό το εγχείρημα εκφράζεται κυρίως μέσω της αποσιώπησης – χαρακτηριστικά, στο ιστορικό ντοκιμαντέρ του Σκάι για την Τουρκοκρατία, στις αρχές του 2011, εκθειάζεται ο Αλή πασάς και αποσιωπούνται ολοκληρωτικά οι Σουλιώτες. Τέλος, μέσα από ορισμένες ιστορικές πραγματείες –όπως αυτή της Βάσως Ψιμούλη– επιχειρείται ένα βήμα πιο πέρα, δηλαδή η ανοικτή αμφισβήτηση του ίδιου του «εθνικού μύθου» του Σουλίου και των Σουλιωτών[2].
Και, δυστυχώς, αυτό το εγχείρημα διαθέτει ήδη τους «προοδευτικούς» τίτλους τιμής του. Ο Γιάννης Κορδάτος, ο «γενάρχης» της μαρξιστικής ιστοριογραφίας –παρότι σήμερα δεν προβάλλεται εξ αιτίας της πληθώρας των σφαλμάτων του και των ενίοτε επιδερμικών αποφάνσεών του–, είναι ο πρώτος διδάξας. Έτσι στην Ιστορία (του) της νεώτερης Ελλάδας, δεν περιλαμβάνεται κάποιο κεφάλαιο ή υποκεφάλαιο για το Σούλι, ενώ οι ελάχιστες σχετικές αναφορές γίνονται σε κεφάλαιο σχετικό με τον Αλή πασά, όπου αντιπαρατίθεται ο προοδευτικός Τεπελενλής προς τους ληστές και πλιατσικολόγους Σουλιώτες! Στις γεμάτες θαυμασμό και επαίνους σελίδες για τον τελευταίο, διαβάζουμε:
Επειδή χτύπησε τους εκμεταλλευτές και δυνάστες της φτωχολογιάς καθώς και τους Σουλιώτες και τους κοτζαμπάσηδες, του έψαλλαν όσα σέρνει η σκούπα και έτσι σχηματίστηκε η παράδοση πως ήταν αιμοβόρος, άρπαγας και σκληρός τύραννος.[ ] Όσο ζούσεν ο Αλής η αγροτιά της Θεσσαλίας τον αγαπούσε, γιατί δεν άφηνε τους μπέηδες και τσιφλικάδες να φέρνονται σκληρά στους κολλιγάδες και φτωχοαγρότες[3].
Είναι γνωστή η θετική αποτίμηση πολλών Ελλήνων ιστορικών και ιστοριολογούντων, και όχι μόνο της Αριστεράς, για τον Αλή, τον οποίον εντάσσουν στον «διαφωτισμένο μοναρχισμό»[4], ωστόσο κανείς δεν έφτασε, εξ αντιδιαστολής, σε τόσο αρνητικές τοποθετήσεις για τους Σουλιώτες:
…δεν είναι σωστό ότι ο Αλής χτύπησε τους Σουλιώτες με τον πιο σκληρό τρόπο; Σωστό είναι, αλλά τι ήταν οι Σουλιώτες; Η απάντηση είναι ότι ήταν κλέφτες που ρήμαζαν τα γύρω χωριά[5].
Σύμφωνα με τη μαρξιστική ορθοδοξία, οι Σουλιώτες ανήκαν σε καθυστερημένους πληθυσμούς και «ο δημοκρατισμός τους για τον οποίο κάνουν λόγο οι αστοί ιστορικοί αντανακλούσε την πρωτόγονη οργάνωση του γένους και όχι νεώτερες δημοκρατικές αντιλήψεις»[6]. Κατά συνέπεια, αποτελούσαν εμπόδιο στην πρόοδο και, όπως μας διδάσκει η «ιστορία», θα… έπρεπε να εξαλειφθούν.
Ωστόσο, μία τεράστια απόσταση χωρίζει εκείνη τη γενιά που, εξ αιτίας μιας κακοχωνεμένης μαρξιστικής αντίληψης, επέμενε, παρά τις διώξεις και τις εξορίες, στην «αμφισβήτηση» μιας εθνικής ιδεολογίας –που στα μάτια της ταυτιζόταν με την κυρίαρχη συντηρητική παράταξη–, από τις νεώτερες γενιές της αποδομητικής ιστορικής αντίληψης. Οι δεύτεροι δεν αντιδρούν απέναντι σε μια κυρίαρχη «εθνικιστική» ιδεολογία, διότι πλέον ο δικός τους λόγος ηγεμονεύει στον ακαδημαϊκό και τον δημόσιο χώρο, και οι ίδιοι στελεχώνουν τους ιδεολογικούς μηχανισμούς του κράτους.
Πλέον, η αποδόμηση δεν αποτελεί απλή επανάληψη της παλιάς «ταξικής» αντίληψης της Αριστεράς, σύμφωνα με την οποία οι αρχιερείς και οι κοτζαμπάσηδες είχαν μεταβληθεί, μαζί με τους Τούρκους, στον κύριο εχθρό των αγωνιζόμενων λαϊκών στρωμάτων[7]. Τώρα, το κέντρο βάρους θα μετατεθεί: από τους καπεταναίους, στους αστούς και τους λογίους, στον Διαφωτισμό, και μάλιστα στη γαλλική εκδοχή του και όχι στην εγχώρια διαμόρφωσή του, και θα υποβαθμιστούν δραματικά οι επαναστατικοί αγώνες, ενώ θα εξαφανιστούν απολύτως οι… νεομάρτυρες[8]. Ο ίδιος ο Ρήγας θα μεταβληθεί κατ’ εξοχήν στον εκδότη του… Σχολείου των ντελικάτων εραστών, και όχι πλέον του Θούριου[9], ενώ θα αποσιωπηθεί εντελώς η έκδοση των Χρησμών του Αγαθάγγελου[10]. Σε αυτή τη νέα «αφήγηση», δεν μιλάμε πλέον για Επανάσταση αλλά για «διαφωτισμό», δεν αναφερόμαστε σε Φραγκοκρατία και Τουρκοκρατία, αλλά σε «ενετική» και «οθωμανική περίοδο», αντίστοιχα.
Στον βαθμό που αναπτυσσόταν και εδραιωνόταν αυτή η «νέα ιστορία», θα έπρεπε αναπόφευκτα να αναμετρηθεί και με το αγωνιστικό/ανταγωνιστικό στοιχείο των προεπαναστατικών και επαναστατικών χρόνων, και όχι μόνο διά της αποσιωπήσεως. Θα έπρεπε να «απομυθοποιηθεί» το κρυφό σχολειό, η 25η Μαρτίου, η κατάληψη της Τριπολιτσάς, τα Ορλωφικά, ως η πρώτη μεγάλη γενική επανάληψη της Επανάστασης[11], εν τέλει η ίδια η «κλεφτουριά».
Ιδιαίτερα, θα έπρεπε να αποσιωπηθούν ή να υποβαθμιστούν τα επαναστατικά γεγονότα τα οποία προηγούνται της Επανάστασης του ’21. Διότι αυτά ακριβώς καταδεικνύουν πως η αφετηρία της δεν ήταν αποκλειστικώς οι λόγιοι, που προσέλαβαν τις ιδέες της γαλλικής Επανάστασης και τις διοχέτευσαν σε μια, λίγο πολύ, αδιαφοροποίητη εθνικά μάζα. Οι λόγιοι αποτελούσαν μία και μόνο συνιστώσα ενός εθνικού κινήματος – που, εξ άλλου, ακόμα και στην περίπτωσή τους, προηγείται κατά πολύ της γαλλικής Επανάστασης. Μια άλλη, αποφασιστικής σημασίας, συνιστώσα υπήρξαν οι ένοπλες συσσωματώσεις των Ελλήνων, που συγκρούονται με τους Τούρκους, αδιάκοπα, από τον Κροκόνδειλο Κλαδά, τον 15ο αι.[12], έως τους Σουλιώτες, τους Χειμαριώτες, την κλεφτουριά και τα ένοπλα σώματα των Επτανήσων και των παραδουνάβιων Ηγεμονιών.
Κατ’ εξοχήν δε, οι Σουλιώτες καταλαμβάνουν κεντρικό ρόλο στο corpus της νεώτερης ελληνικής ιστορικής συνείδησης, εξ αιτίας του μακρόχρονου και ανυποχώρητου αγώνα τους, επί δύο αιώνες, ενάντια στους Τούρκους και της –αποφασιστικής σημασίας– συμμετοχής τους στην Επανάσταση.
Η αποδομητική σχολή θα πρέπει λοιπόν να καταδείξει, έστω και διά της χειραγώγησης/αποσιώπησης, ή, αν χρειαστεί, και του βιασμού των ιστορικών στοιχείων, πως οι Σουλιώτες δεν ήταν τίποτε άλλο παρά μια συνένωση από μάλλον πρωτόγονες φάρες, αλβανικής καταγωγής και γλώσσας, οι οποίες δεν διέθεταν κάποια εθνική ή έστω πρωτοεθνική συνείδηση, αλλά μόνο μια χριστιανική ταυτότητα, ανταγωνιστική προς τη μουσουλμανική του Αλή Τεπελενλή και των Τουρκαλβανών του. Αν το επιτύχει, τότε θα έχει προσθέσει ένα ακόμα λιθαράκι στο βασικό ιδεολογικό της πρόταγμα: η εθνική συνείδηση είναι απούσα από τους Έλληνες πριν από την Επανάσταση του ’21 και, επομένως, το ελληνικό έθνος διαμορφώνεται δια της επαναστάσεως και, κυρίως, μέσω του κράτους. Οι Σουλιώτες «δεν είναι» Έλληνες, αλλά «εξελληνίζονται» επιγενέστερα, πολύ μετά τη σύγκρουσή τους με τον Αλή:
Την ίδια εποχή, εξελληνισμός και ενσωμάτωση στην υπόθεση της Ελληνικής Επανάστασης, τους πολιτικο-στρατιωτικούς στόχους και το εθνικό της όραμα, αποτελούν τις δύο όψεις της νέας πραγματικότητας, στην οποία εντάσσονται οι Σουλιώτες[13].
Και επειδή το Κούγκι, οι Τζαβελαίοι, το Ζάλογγο, η Δέσπω και ο πύργος του Δημουλά, αποτελούν λέξεις/σημαίνοντα, που στο υποσυνείδητο των Ελλήνων ταυτίζονται με την αγωνιστική διάσταση, όχι μόνο του Σουλίου, αλλά της νεώτερης ελληνικής ταυτότητας γενικά, θα πρέπει, εν τέλει, να πλήξουμε την αληθοφάνεια των γεγονότων και τον ηρωικό χαρακτήρα ατόμων και πράξεων. Σε τέτοιο βαθμό, ώστε να αμφισβητηθεί, χωρίς μάλιστα καμία ιστορική αντένδειξη, και ο χορός του θανάτου του Ζαλόγγου, δηλαδή μια πράξη συνδεδεμένη με το βαθύτερο συναισθηματικό και ψυχολογικό υπόστρωμα των νεώτερων Ελλήνων, από το νηπιαγωγείο έως τα γερατειά.
Στη διάρκεια της διεξαγόμενης, σε στενωπούς και μονοπάτια του όρους, μάχης, μέρος των γυναικοπαίδων κατακρημνίστηκε είτε απωθούμενο στην άκρη του γκρεμού από τους οπισθοχωρούντες μαχητές…[14]
 Ίσως, εν τέλει, εδώ να βρίσκεται η αφετηρία του φάσματος του «συνωστισμού», που κατατρύχει τους Έλληνες αποδομητές, συνωστισμένοι στη Σμύρνη…, συνωστισμένες στο Ζάλογγο.

ΣΣ. Τα αποσπάσματα εγγράφων ή βιβλίων στο κείμενο παρατίθενται με την ορθογραφία του πρωτοτύπου.

[1]Το εκτενές κείμενο, «Τι ήταν το Σούλι και η Σουλιώτικη Συμπολιτεία», στην ιστοσελίδα του «Συλλόγου απανταχού Σουλιωτών, www.souli.8m.com/history.html, αποτελεί έναν ατελή αλλά χρήσιμο και εύκολα προσβάσιμο συνοπτικό οδηγό για την ιστορία του Σουλίου. Τα σχετικά με το Σούλι δημοσιεύματα, έως το 1980, βρίσκονται καταγεγραμμένα στα βιβλία: Λουκία Δρούλια, Βούλα Κόντη, Ηπειρωτική Βιβλιογραφία, 1571-1980, α΄ Αυτοτελή δημοσιεύματα, ΕΙΕ, Αθήνα 1984 και Βούλα Κόντη, Ηπειρωτική Βιβλιογραφία, γ΄ Μελέτες και Άρθρα 1811-1980, ΕΙΕ, Αθήνα 1999.
[2] Το προαναφερθέν εκτενές άρθρο του Αλέξη Πολίτη, με διαφορετικά όπλα από εκείνα της Ψιμούλη, επιχειρεί την αποδόμηση του Ζαλόγγου και «μόνον».
[3] Γ. Κορδάτου, Ιστορία της νεώτερης Ελλάδας, τ. Α΄, 1453-1821, εκδ. 20ός αι., Αθήνα 1956, σ. 405.
[4] Γ. Κορδάτου, Ιστορία …, ό.π., τ. Α΄, σ. 406.
[5] Γ. Κορδάτου, Ιστορία …, ό.π., τ. Α΄, σ. 407.
[6]Γ. Κορδάτου, Ιστορία …, ό.π., τ. Α΄, σ. 407.
[7] Άποψη την οποία θα εκλαϊκεύσει ευρέως ο Δημήτρης Φωτιάδης, στα βιβλία του [Μεσολόγγι, 1953, Καραϊσκάκης, 1956, Κανάρης, 1960, Η δίκη του Κολοκοτρώνη, 1962, Η Επανάσταση του ’21, τ. 1-4, 1971-1972] και, παραδειγματικά, ο Γιάννης Σκαρίμπας, στο έργο του, Το 21 και η αλήθεια, η πρώτη έκδοση του οποίου κυκλοφόρησε στη διάρκεια της δικτατορίας και γνώρισε τεράστια εκδοτική επιτυχία στα πρώτα μεταπολιτευτικά χρόνια (τελευταία έκδοση, σε δύο τόμους, Κάκτος 1995). Βλ. και Λεωνίδας Στρίγγος, Η επανάσταση του ’21, Εκδόσεις Θεμέλιο, Αθήνα 1966, ενώ, σε σχέση με το Σούλι, Γιάννης Μπενέκος, Οι αληθινοί Σουλιώτες, Αθήνα 1956, Β΄ εκδ., Βότσης, Αθήνα 1981.
[8]Έλληνες Νεομάρτυρες, 1453-1821, Πρακτικά Συνεδρίου, Λιδωρίκι 29-30 Μαΐου 1997.
[9] Ρήγας Βελεστινλής, Άπαντα τα σωζόμενα, 5 τόμοι, ΙΒΕ, Αθήνα 2000-2002.
[10] Βλέπε Γ. Καραμπελιάς, Η ανολοκλήρωτη επανάσταση…, ό.π.
[11] Ο Τάσος Αθ. Γριτσόπουλος, στο βιβλίο του, Τά Ορλωφικά, η εν Πελοποννήσω επανάστασις του 1770 και τα επακόλουθα αυτής, Αθήνα 1967, υποστηρίζει την πρώτη άποψη. Ο Νίκος Ροτζώκος [Εθναφύπνιση και εθνογένεση, Ορλωφικά και ελληνική ιστοριογραφία, Βιβλιόραμα,Αθήνα 2007], σαράντα χρόνια μετά, αναρωτιέται (;) εάν έχουμε όντως να κάνουμε με μια εθναφύπνιση, όπως υποστηρίζει η κὐρια γραμμή της ιστοριογραφίας μας, από τον Κ. Παπαρρηγόπουλο έως τον Μ. Σακελλαρίου, ή με πρόδρομες εκφράσεις μιας «εθνογένεσης», όπως προφανώς υποστηρίζει η αποδομητική σχολή. [Βλ. Κ. Παπαρρηγόπουλος, Ιστορία του ελληνικού έθνους, τόμοι 6, Ελευθερουδάκης, Αθήνα 1932 Μ. Σακελλαρίου, Η Πελοπόννησος κατά την δευτέραν Τουρκοκρατίαν (1715-1821), Αθήνα 1939, επανέκδ. Ερμής, Αθήνα χχ.]
[12] Παπαδόπουλος, Στέφανος, «Επαναστατικές ζυμώσεις και ανταρσίες των Ελλήνων κατά τα τέλη του 16ου και τις αρχές του 17ου αιώνα», στο Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, Εκδ. Αθηνών, τ. Ι΄, σσ. 324-333. Βλ. και Κ. Σάθας,Έλληνες στρατιώται εν τη Δύσει και αναγέννησις της ελληνικής τακτικής, Αθήνα 1885, ανατύπωση Καραβίας 1986.
[13] Β. Ψιμούλη, Σούλι…, ό.π., σ. 471.
[14] Β. Ψιμούλη, Σούλι…, ό.π., σσ. 439-440.
Μοιραστείτε- Κοινοποιήστε



Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...