Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Manfred Geier - Η ερωτική ζωή των φιλοσόφων (Heidegger και Wittgenstein). Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Manfred Geier - Η ερωτική ζωή των φιλοσόφων (Heidegger και Wittgenstein). Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 11 Ιουνίου 2025

Η ερωτική ζωή των φιλοσόφων β

 Συνέχεια από: Τετάρτη 6 Φεβρουαρίου 2019

Επίμετρο τού βιβλίου:
Heidegger und Wittgenstein, Die letzten Philosophen
(Heidegger και Wittgenstein, Οι τελεταίοι φιλόσοφοι)
Του Manfred Geier

Η φρεναρισμένη επιθυμία τού Wittgenstein

Ενώ ο Heidegger αντλούσε την δημιουργική του ενέργεια ως στοχαστής από  τον ετεροσεξουαλικό έρωτα,(SPIRITUS CREATOR) που κάθε τόσο τον οδηγούσε στο να ξεπεράσει τα όρια της αστικής συζυγίας, ο Wittgenstein βασανίστηκε μια ζωή με πειρασμούς, οι οποίοι απειλούσαν μέσω τού αισθησιασμού,  τού ερωτισμού και τής σεξουαλικότητας, την ηθική του αρχή, να είναι δηλαδή ένας αξιοπρεπής άνθρωπος και όχι ένα γουρουνόσκυλο. Από ηθικής άποψης προσπαθούσε να ακολουθήσει το ιδανικό ενός αγίου, βάσει του οποίου θεωρούσε τον σωματικό έρωτα απειλή κατά τής καθαρότητάς του. Αυτό το διαφωτίζουν μερικοί συγγραφείς, έργα των οποίων ο Wittgenstein είχε διαβάσει προσεκτικά, γιατί είχαν κάτι να του πουν για την ερωτική του ορμή.
Κατά την διάρκεια του Α’ ΠΠ προσπαθούσε να ακολουθήσει τις προτροπές του Τολστόι όπως εκφράζονται στην «Σύντομη έκθεση του Ευαγγελίου». Δηλαδή, πως ο άνθρωπος δεν πρέπει να ακολουθήσει από αδυναμία την «σάρκα», αλλά ελεύθερος το «πνεύμα». Οι «Εξομολογήσεις» τού Αυγουστίνου τού είχαν δείξει ένα δρόμο, πάνω στον οποίο ήθελε να συνειδητοποιήσει, με υπεράνθρωπη ειλικρίνεια, τις αστοχίες και αμαρτίες του, που εκθέτουν την ζωή στον διαρκή σεξουαλικό πειρασμό, που ο μεγάλος Χριστιανός διδάσκαλος απέρριπτε ως «ζωική σεξουαλική ορμή»24. Στο πατρικό του σπίτι είχε ακούσει για τον Sigmund Freud, ο οποίος ήθελε να διαφωτίσει την αστική τάξη τής Βιέννης περί των σκοτεινών πλευρών τής σεξουαλικότητας, όσο απωθημένες ή ασυνείδητες και αν είναι. Πολλά από αυτά που ο Freud αποκάλυψε με την σεξουαλική θεωρία της ψυχολογίας του βάθους, δεν τα θεώρησε ως επιστημονικές εξηγήσεις, αλλά ως «ισχυρή μυθολογία», η οποία όμως είχε κάτι σημαντικό να του πει για την επιθυμία του. Τον Απρίλιο του 1930 έγραψε στις σημειώσεις του: «Ο Freud σφάλλει πολύ συχνά και όσο για τον χαρακτήρα του είναι ένα γουρούνι ή κάτι παρόμοιο, αλλά αυτό που λέει εκφράζει πολλά. Το ίδιο ισχύει και για  μένα»26.
Στον κατάλογο των συγγραφέων, με τα έργα των οποίων ο Wittgenstein «καταπιάστηκα με πάθος προς διαφωτισμόν μου»27, αναφέρεται και ο Otto Weininger, ένας αινιγματικός Εβραίος φιλόσοφος, που το 1903 σόκαρε διπλά τους Βιενέζους. Πρώτα με την δημοσίευση του σκανδαλώδους έργου του «Φύλο και Χαρακτήρας», που διαπραγματεύεται τους σεξουαλικούς τύπους του άνδρα και της γυναίκας. Ο ιδανικός τύπος γυναίκας κυριαρχείται από μια σεξουαλική ορμή, χωρίς ψυχή και πνεύμα, στον στρόβιλο τού οποίου κινδυνεύει να παρασυρθεί και ο άνδρας. Γιατί είναι κυρίως οι γυναίκες, υποστηριζόμενες από πρόθυμους άνδρες, που κατάφεραν να υποβάλουν στο άλλο φύλο, πως «η σημαντικότερη, η αληθινή ανάγκη του άνδρα είναι η σεξουαλικότητα, και μπορεί να ελπίζει πως μόνο η γυναίκα μπορεί να ικανοποιήσει τις πιο αληθινές και βαθιές επιθυμίες του, και πως η εγκράτεια είναι γι’ αυτόν κάτι αφύσικο και αδύνατο»28. Ο Weininger ήταν πεπεισμένος, συμφωνώντας με τον Αυγουστίνο, ότι η ανθρώπινη ανελευθερία, που για τον άνδρα και την γυναίκα βρίσκεται στην σεξουαλικότητα, μπορεί να αρθεί μόνο μέσω εγκράτειας, με την οποία ολόκληρη η σύγχρονη σεξουαλική κουλτούρα έπρεπε να καταργηθεί. «Ο άνδρας πρέπει να λυτρωθεί από το φύλο, και έτσι, μόνο έτσι, λυτρώνει την γυναίκα. Μόνο η παρθενία του, και όχι το αντίθετο της, όπως επιθυμεί η γυναίκα, είναι η σωτηρία της»29. Τους αναγνώστες δεν ενόχλησε μόνο αυτή του η απαίτηση, αλλά και η αυτοκτονία του. Τον Οκτώβριο του 1903 ο 23χρονος Weininger σκηνοθέτησε την αυτοκτονία του στον διάδρομο του σπιτιού όπου πέθανε ο Beethoven. Το έκανε αυτό για να δείξει, πως μόνο η αυτοκτονία εκείνων των αξιοπρεπών μπορεί να προσφέρει μια βέβαιη διέξοδο, σε εκείνους που θέλουν να απαλλαγούν από την επιβολή του γουρουνίσιου και του κακού, ποιοτικά και ηθικά.
Από τις συζητήσεις που γίνονταν στο πατρικό του ο νεαρός Wittgenstein είχε ακούσει για τις σκέψεις και την αυτοκτονία του Weininger. Δεν μαρτυρείται πότε διάβασε το «Φύλο και Χαρακτήρας». Αργότερα πάντως το εκτιμούσε ως έργο μιας εξαιρετικής ιδιοφυΐας, αν και σε προχωρημένη ηλικία διαπίστωσε πως: «Πόσο έσφαλλε, Θεέ μου, πόσο πολύ έσφαλλε!»30 Η κριτική αυτή αφορούσε βέβαια την μέθοδο έρευνας που εφάρμοσε ο Weininger, να θεωρήσει το αρσενικό και το θηλυκό ως ψυχολογικούς ιδανικός τύπους, παρόμοια με τις ιδέες του Πλάτωνος, παραβλέποντας την διαφοροποιημένη ποικιλία των ατομικών, διανθρώπινων τρόπων ζωής, στις οποίες ο Wittgenstein έδινε αργότερα μεγάλη αξία31. Η κριτική τού Wittgenstein δεν στρεφόταν εναντίον τής απαίτησης για παρθενία, που υποσχόταν να λυτρώσει τον άνθρωπο από την ανελευθερία της ετεροσεξουαλικής του φυλετικότητας. Αυτό δείχνει και η ερωτική ζωή του Wittgenstein, που από την αρχή την καθόριζε ο αγώνας με τον αισθησιασμό του.
Ήδη ο πρώτος του ενθουσιώδης, εφηβικός έρωτας, που αισθάνθηκε στο σχολείο στην πόλη Linz, επιδεικνύει μια αμφίσημη ένταση, που χαρακτήριζε τις φιλίες του Wittgenstein. Γιατί τα χρόνια που ζούσε στην Linz, και έμενε μαζί με την οικογένεια Strigl, η σχέση του με την συνομήλικη του Pepi Strigl χαρακτηρίζονταν από «έρωτα και υψηλά αισθήματα»32, από αισθησιακό πλησίασμα και πνευματική απομάκρυνση, σκληρές ρήξεις και στοργικές συμφιλιώσεις. Ήδη σε αυτή την σχέση τον βασάνιζε η σύγκρουση, μεταξύ της φροντίδας του για μια αξιοπρεπή συμπεριφορά και την επιθυμία μιας αληθινής φιλίας, που θα μπορούσε να είναι και ερωτικά φορτισμένη («πράγμα που ο άλλος συχνά δεν αντιλαμβάνονταν και συνήθως δεν ανταπέδιδε»)33, όπως μαρτυρεί ο Brian McGuiness, βιογράφος του Wittgenstein.
Σύμφωνα με τον Wittgenstein, ο David Pinsent ήταν ο «πρώτος και μοναδικός του φίλος». Αυτό τουλάχιστον είχε γράψει στην κυρία Ellen F. Pinsent, όταν του είχε ανακοινώσει την λυπηρή είδηση, πως ο γιος της David σκοτώθηκε στις 8 Μαΐου 1918, σε μια δοκιμαστική πτήση. «Γνώριζα πράγματι πολλούς νεαρούς άνδρες της ηλικίας μου και με μερικούς μπορούσα να συνεννοηθώ καλά, αλλά σε αυτόν είχα βρει ένα αληθινό φίλο. Οι ώρες που πέρασα μαζί του ήταν οι καλύτερες της ζωής μου, ήταν για μένα αδελφός και φίλος»34. Γνωρίστηκαν την Άνοιξη του 1912 στο γραφείο του Bertrand Russel, και τα δυο χρόνια πριν τον μεγάλο πόλεμο ήταν όσο το δυνατόν περισσότερο μαζί. Τους συνέδεαν το κοινό ενδιαφέρον για λογικά προβλήματα και η αγάπη για τα ταξίδια, που τους οδήγησε στην Ισλανδία και Νορβηγία. Περί της σεξουαλικής επαφής με τον «αδελφό και φίλο» δεν υπάρχουν ενδείξεις ούτε φυσικά αποδείξεις. Ο Wittgenstein ήταν για τον Pinsent «αγαπητός συνοδοιπόρος», η καταθλιπτική αυτομεμψία του οποίου και οι νευρωτικές του τρέλες εξέθεσαν την φιλία τους πολλές φορές σε μεγάλη δοκιμασία, «κι’ ας είναι τόσο ευγενικός και αξιαγάπητος»35.
Το ερώτημα αν ο Wittgenstein ήταν ομοφυλόφιλος προωθήθηκε κυρίως από τον William W. Bartley III, ο οποίος επικεντρώνεται κυρίως στα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια, κατά τα οποία ο Wittgenstein βρίσκονταν στην πιο άσχημη κατάσταση της ζωής του. Είχε χαρίσει την περιουσία του στις αδελφές του, είχε ταπεινωτικές συγκρούσεις με εκδότες για το Tractatus logico-philosophicus και σκεφτόταν την αυτοκτονία, γιατί η ζωή δεν του άνοιγε προοπτικές. Το ότι γράφτηκε στο σεμινάριο εκπαίδευσης δασκάλων στην Βιέννη, για να γίνει δάσκαλος, ήταν μάλλον μια πράξη απώθησης των προβλημάτων παρά μια στοχευμένη απόφαση. Είχε φύγει από το πατρικό του και ζούσε σε ένα ενοικιαζόμενο σπίτι, κοντά στην περιοχή Praterwiesen, πράγμα που επιτρέπει στον Bartley III να κάνει εντυπωσιακές αποκαλύψεις: «Εκεί έβρισκε βαρβάτους άνδρες, που ήταν διατεθειμένοι να συνευρεθούν μαζί του». Υποτίθεται πως πήγαινε εκεί πολλές φορές την εβδομάδα, «μαστιγωμένος-έτσι το περιγράφει σε κάποιους φίλους- από ένα δαίμονα, τον οποίο δεν μπορούσε να νικήσει»36. Ο Bartley III δεν αναφέρει ονόματα μαρτύρων και δεν παραθέτει ενδείξεις. Ως απόδειξη αναφέρει μόνο αποσπάσματα από ένα γράμμα που στις 30 Μαΐου 1920 ο Wittgenstein έστειλε στον Paul Engelmann, με τον οποίο γνωρίστηκε το 1916 στην σχολή πυροβολικού. Γιατί και στο γράμμα αυτό «περιέχυσε» συναισθηματικά τον φίλο του: «Τον τελευταίο καιρό αισθάνομαι άσχημα. Φυσικά λόγω της κατωτερότητας και κακίας μου. Σκέφτομαι διαρκώς να θέσω τέρμα στη ζωή μου, και τώρα πάλι τριγυρίζει μέσα αυτό. Έχω βυθιστεί εντελώς. Ελπίζω πως εσείς δεν περνάτε έτσι. Θα μπορέσω να αναρθωθώ; Θα δούμε»37.
Ο Paul Engelmann όμως είναι ακατάλληλος ως μάρτυρας της ομοφυλοφιλίας του Wittgenstein. Ήξερε πως η αυτομεψία αυτή δεν αφορούσε σεξουαλικά παραστρατήματα, αλλά εξέφραζε τον φόβο της αποτυχίας στις  ηθικές απαιτήσεις που ο ίδιος είχε θέσει. Ιδιαίτερα κατά την αβέβαιη εποχή μετά τον πόλεμο αισθανόταν χαμένος και συγχυσμένος. 


O ΘΕΤΙΚΙΣΜΟΣ ΤΡΟΠΟΣ ΖΩΗΣ. ΜΕ ΤΗΝ ΑΡΧΗ ΤΗΣ ΕΠΑΛΗΘΕΥΣΙΜΟΤΗΤΑΣ Η ΟΠΟΙΑ ΟΜΩΣ ΔΕΝ ΚΑΤΟΡΘΩΝΕΙ ΔΥΣΤΥΧΩΣ ΝΑ ΔΙΑΨΕΥΣΕΙ ΤΙΣ ΥΠΟΘΕΣΕΙΣ, ΤΙΣ ΕΙΚΑΣΙΕΣ ΚΑΙ ΤΟΥ ΛΟΓΙΣΜΟΥΣ. ΜΟΝΟΝ Ο ΚΥΡΙΟΣ ΔΕΝ ΔΙΑΨΕΥΔΕΤΑΙ ΠΟΤΕ ΑΛΛΑ ΔΥΣΤΥΧΩΣ ΔΕΝ ΤΟΝ ΓΝΩΡΙΖΟΥΜΕ. ΜΑΣ ΦΤΑΝΕΙ ΝΑ ΤΟ ΠΑΙΖΟΥΜΕ ΓΝΗΣΙΟΙ ΚΑΙ ΑΛΗΘΙΝΟΙ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΙ. ..... Βασιλεύ Ουράνιε...ελθέ και σκήνωσον εν ημίν και καθάρισον ημάς από πάσης κηλίδος καί σώσο Αγαθέ.... ΜΟΝΟΝ Ο ΚΥΡΙΟΣ ΝΙΚΗΣΕ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ!!!
ΟΣΟ ΓΙΑ ΤΟ SPIRITUS CREATOR ΣΤΟ ΟΠΟΙΟ ΣΤΗΡΙΖΕΤΑΙ Η ΝΕΑ ΟΝΤΟΛΟΓΙΑ, ΕΧΕΙ ΑΝΑΓΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗΣ, ΕΚΣΥΓΧΡΟΝΙΣΜΟΥ ΟΠΩΣ ΜΕ ΤΕΧΝΗ ΧΡΗΣΙΜΟΠΟΙΗΣΕ ΣΤΗΝ ΖΩΗ ΤΟΥ ΤΟΝ ΠΛΑΤΩΝΙΚΟ ΕΡΩΤΑ Ο ΓΙΑΝΝΑΡΑΣ Ή ΤΟ ΓΡΑΨΙΜΟ ΒΙΒΛΙΩΝ Ο ΛΟΥΔΟΒΙΚΟΣ. ΤΑ ΣΥΝΕΔΡΙΑ ΜΕ ΤΟΥΣ ΠΛΟΥΣΙΟΥΣ ΜΠΟΥΦΕΔΕΣ Η ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΒΟΛΟΥ.
ΜΑΤΑΙΟΤΗΣ...MUNDUS IMMAGINALIS!...
ΓΙΑ ΟΣΟΥΣ ΔΥΣΚΟΛΕΥΟΝΤΑΙ ΝΑ ΣΥΛΛΑΒΟΥΝ ΤΟ ΝΟΗΜΑ, ΕΔΩ ΒΡΙΣΚΕΤΑΙ Η ΟΥΣΙΑ ΤΟΥ ΚΗΡΥΓΜΑΤΟΣ ΤΟΥ ΛΟΥΔΟΒΙΚΟΥ ΚΑΙ ΤΗΣ ΝΕΟΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ.
ΔΕΝ ΚΑΤΑΡΓΟΥΜΕ ΤΑ ΠΑΘΗ, ΤΑ ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΝΟΥΜΕ ΣΕ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΚΟΤΗΤΑ.ΣΤΗΝ ΝΕΑ ΟΝΤΟΛΟΓΙΑ.

Παρασκευή 6 Ιουνίου 2025

Η ερωτική ζωή των φιλοσόφων

 Η ερωτική ζωή των φιλοσόφων 

Επίμετρο τού βιβλίου:
Heidegger und Wittgenstein, Die letzten Philosophen
(Heidegger και Wittgenstein, Οι τελευταίοι φιλόσοφοι)
Του Manfred Geier

(Διετέλεσε καθηγητής γλωσσολογίας και λογοτεχνίας στα πανεπιστήμια Μαρβούργου και Αννόβερου. Εργάζεται ως ελεύθερος συγγραφέας στο Αμβούργο)
Η προστασία τής ιδιωτικής σφαίρας, βάσει της οποίας πολίτες μπορούν να επικαλεστούν το δικαίωμα τους για σεξουαλικές δραστηριότητες, διασφαλίζεται από την Διακήρυξη των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και το σύνταγμα, αλλά όχι μόνο από αυτά. Και η εργασία των βιογράφων πρέπει να κατευθύνεται από αυτή την υποχρέωση προστασίας της ιδιωτικής σφαίρας, και να μην ρίχνει περίεργα βλέμματα στις σεξουαλικές προτιμήσεις και πρακτικές. Η έκθεση της ερωτικής ζωής δικαιολογείται μόνο, εάν είναι σε θέση να καταδείξει, πως σε αυτήν εμπλέκονται ιδιαιτερότητες του χαρακτήρος, που σχετίζονται ουσιαστικά με την σκέψη και την κοσμοθεωρία των δρώντων. Και αυτό ισχύει τόσο στην περίπτωση του Heidegger όσο και του Wittgenstein. Γιατί και στους δυο υπήρχε μια ιδιαίτερα τεταμένη σχέση μεταξύ του παθιασμένου φιλοσοφείν και της ερωτικής επιθυμίας. Η επιθυμία αυτή έφερε και στους δυο τεράστια προβλήματα, στον Heidegger δια της ανεξέλεγκτης υπερδύναμης της ορμής, στον Wittgenstein μέσω της υπεράνθρωπης προσπάθειας να ελευθερωθεί πλήρως από αυτήν.
Ο αχαλίνωτος έρως τού Heidegger.
Σεξουαλικά άργησε να πάρει στροφές. Μόνο μετά την απελευθέρωση του από μια αυστηρή καθολική ηθική, που τον οδήγησε στο να απορρίψει «το θέλημα της σαρκός»1 και να κατευθύνει ολόκληρη την προσπάθεια του στην λάμψη της χριστιανικής αλήθειας και μιας υπερφυσικής χάριτος, ανακάλυψε τις χαρές των αισθήσεων. Για όλη του την ζωή αισθανόταν υποταγμένος στην εξουσία τους, μέχρι που τον Απρίλιο του 1970 όλα τελείωσαν, όταν ο 81-χρονος Heidegger, κατά την διάρκεια ενός ραντεβού υπέστη εγκεφαλικό. Και έτσι «όλα βγήκαν επιτέλους στο φως». «Από τότε δεν χωρίσαμε πια», σημείωσε η Elfriede2 (σύζυγος του Heidegger). Είχε ξαλαφρώσει, γιατί τώρα πια ήρθε ένα τέλος σε αυτό, που την έκανε για πέντε δεκαετίες να υποφέρει. Τα βάσανα της άρχισαν, όταν διαπίστωσε, πόσο δύσκολο είναι να αντέξεις τον γάμο με ένα φιλόσοφο, του οποίου το πάθος για την φιλοσοφία ήταν συζευγμένο με μια ορμή, που δεν έδινε δεκάρα για τους κανόνες ενός αστικού γάμου, και αισθανόταν υποχρεωμένη μόνο στον πνευματικό και σαρκικό «Έρωτα», «τον αρχαιότερο των Θεών σύμφωνα με τον Παρμενίδη»3.
Μέχρι το 1913, αποτελούσε για τον καθολικό φοιτητή θεολογίας Heidegger μια αδιαμφισβήτητη, αιώνια αλήθεια, πως για να κερδίσει μια αληθινά πνευματική ζωή γεμάτη χάριν Θεού, πρέπει να λάβει μέρος στην εκστρατεία εναντίον κάθε πράγματος ηδονικού και κατώτερου που προσφέρει η μοντέρνα ζωή, και ακολουθούσε το σύνθημα: «Ατρόμητο χτύπημα σε κάθε γήινη, υπερεκτιμημένη αντίληψη προσκολλημένη στο εδώ και τώρα»4. Το ξέσπασμα και η διάρκεια του μεγάλου πολέμου (Α’ ΠΠ), συντάραξε τις βεβαιότητες που είχε για την πίστη και του έδειξε τις υπαρκτικές ιδιαιτερότητες του Dasein, οδηγώντας τον στην ρήξη των αλυσίδων του παπικού αντιμοντερνισμού. Όταν είχε λάβει το διδακτορικό του δίπλωμα, και η εκρηκτική ακαδημαϊκή καριέρα βρισκόταν μπροστά του, ο Heidegger αρραβωνιάστηκε προς το τέλος του 1914 με την Marguerite Weniger, την αδελφή ενός συμφοιτητή του. Δεν πέρασε πολύς καιρός και η κοπέλα αρρώστησε από φυματίωση και αναγκάστηκε να περάσει πολύ καιρό στο Davos, πράγμα που πιθανόν να συνέβαλε αποφασιστικά στην διάλυση του αρραβώνα. Ο Ernst Laslowski, φίλος του Heidegger, προσέλαβε με ευχαρίστηση την είδηση του χωρισμού, καθώς θεωρούσε την κίνηση του Heidegger προς τις γυναίκες ως προδοσία του χριστιανικού-φιλοσοφικού προορισμού του.  Στις 21 Νοεμβρίου 1915 του γράφει: «»Είδα, πως μεγάλωνες, γιγαντώθηκες πάνω από την σφαίρα, που μόνο μέσα σε αυτή μπορεί να ευδοκιμήσει η ‘αγάπη’ και η ‘ευτυχία’. Ήξερα από πολύ καιρό, πως θα πρέπει να διαβείς δρόμους - πρέπει, για να πλησιάσεις τους στόχους σου, να παγώσει η ‘αγάπη’ στους δρόμους αυτούς»5.
Ο Laslowski δεν μπορούσε να ξέρει πως η προφητεία του προδιέγραψε την μοίρα του Heidegger, ο οποίος γι’ αυτό το «πρέπει» αναζητούσε μια ζωή τον δικό του δρόμο. Προ πάντων, στη σχέση του με την «αγαπημένη ψυχούλα» (liebes Seelchen) Elfriede, στην οποία έλπιζε να βρει συζυγική αγάπη και οικογενειακή ευτυχία, την οποία όμως εξέθετε κάθε λίγο σε ψυχρολουσία με την αδιάφορη ιδιοτέλεια του, η οποία την έκανε να παγώνει από την κατάθλιψη.
Γνωρίστηκαν τον Δεκέμβριο του 1915 στις παραδόσεις που έκανε ο Heidegger για την μεταφυσική του Καντ. Ήδη τα πρώτα γράμματα μαρτυρούν, πως ο Heidegger προσπαθούσε να ενώσει την πνευματική σφαίρα, στην οποία προσπαθούσε να διεισδύσει φιλοσοφικά, με την ερωτική του επιθυμία. Μέσα στον έρωτα τους προσδοκούσε να αρθούν οι αντιθέσεις του αισθητού και του υπεραισθητού. Ως φιλόσοφος στόχευε τις θεϊκές πηγές του Dasein, τις οποίες αποζητούσε να βιώσει στην «θαυμαστή ευτυχία»6 αυτών που βιώνουν τον έρωτα. Ο γάμος, που έλαβε χώρα παρά την θέληση των γονέων του Heidegger τον Μάρτιο του 1917, φαινόταν πως τον φέρνει πιο κοντά στον στόχο του. Πίστευε, πως με την Elfriede θα έβρισκε την «μεταφυσική-ιστορική ενότητα της ζωής μας»7, για να μπορέσει να συνενώσει την φιλοσοφική εργασία με την αισθησιακή απόλαυση. Στο γράμμα του για τα 25α γενέθλια της, 3 Ιουλίου 1918, [που μετά τον θάνατο του Heidegger η Elfriede παρέδωσε στο Αρχείο Γερμανικής Λογοτεχνίας στο Marbach, και το οποίο η ίδια περιγράφει ως παράδειγμα για όλα του τα ερωτικά γράμματα, προς αυτή και τις ερωμένες του], ο Heidegger εκφράζει την επιθυμία του αυτή με τον τίτλο: Μέσα στο εσύ προς τον Θεό (Im Du zu Gott). Δημιουργείται η αίσθηση, πως το βάρος της καθολικής πίστης δεν μπορεί έτσι απλά να παραμεριστεί. Σιγά σιγά έπεσαν τα θραύσματα. Ο δρόμος προς τον Θεό δεν έπρεπε πια να ακολουθεί τα δόγματα του Χριστιανισμού, αλλά τις υποσχέσεις της ερωμένης γυναίκας. «Το ‘εσύ’ της ψυχής σου που αγαπά με χτύπησε... Εκεί έγινε το θεμελιώδες βίωμα του εσύ μια ολότητα που πλημμυρίζει το Dasein... η θεμελιώδης εμπειρία ζωντανής αγάπης  και αληθινής εμπιστοσύνης  οδήγησε το Είναι μου σε έκπτυξη και ανάβαση»8.
 Λίγους μήνες αργότερα, στις 21 Ιανουαρίου 1919, γεννήθηκε ο γιος τους Jörg. Η ευτυχία της αγίας οικογένειας φαινόταν εξασφαλισμένη. Η Elfriede όμως πρέπει να είχε ήδη αισθανθεί, πως όσον αφορά την ύπαρξη του Heidegger, που την πλημμύρισε η αγαπώσα ψυχή της, και το Είναι του, που μέσω αυτής εκπτύχθηκε και ανέβηκε, και την χρησιμοποίησε για το θεμέλιο του βιώματος και της εμπειρίας, στο κέντρο ήταν πάντα το δικό του Da-Sein, ενώ αυτή ως πρόσωπο είχε παραγκωνιστεί. Μόνο αν ταίριαζε στην παθιασμένη του βούληση για φιλοσοφία, θα μπορούσε να ικανοποιήσει την ερωτική του απαίτηση.
Η «αληθινή εμπιστοσύνη» πρέπει να είχε πολύ γρήγορα διαλυθεί. Δεν είναι σίγουρο αν η Elfriede έκανε το πρώτο βήμα. Έκανε πάντως νωρίς την προσπάθεια να απελευθερωθεί από τον γάμο της, όταν ξεκίνησε μια σχέση με τον νεανικό της φίλο Dr. Med. Friedrich Caesar, που εργαζόταν ως γιατρός στην πανεπιστημιακή κλινική του Freiburg. Ο Heidegger δεν ξαφνιάστηκε. Στην επιστολή της 1ης Σεπτεμβρίου 1919 έγραψε στην γυναίκα του, πως δε θα παρασυρθεί σε ψυχολογικές ερμηνείες, αυτής της «σχιζοφρενικής» σχέσης. «Παραξενεύτηκα που δεν μου το είπες πιο νωρίς»9. Το ότι η Elfriede γέννησε στις 20 Αυγούστου 1920 τον δεύτερο γιο της, Hermann, ο πατέρας του οποίου ήταν ο «Friedel», δεν ανησύχησε ιδιαιτέρα τον Heidegger. Όχι από αγάπη, αλλά από ενδιαφέρον, ρώτησε την γυναίκα ενώ ήταν ακόμα στην κλινική: «Ήταν εδώ ο Friedel όταν ξεκίνησαν τη γέννα; Και ο «ανθρωπάκος», πως φαίνεται; Είμαι πολύ περίεργος»10.
Ο Heidegger αναγνώρισε τον Hermann ως παιδί του. Συνέχισε να επικαλείται την αληθινή αγάπη, που θα έπρεπε να επικρατεί μεταξύ αυτού και της γυναίκας του. Υποδείξεις για πιθανές δυσκολίες εμφανίστηκαν σε μια ασαφή σκέψη, την οποία ο Heidegger ανακοίνωσε τρεις μέρες μετά την γέννηση του Hermann στην «από καρδιάς αγαπημένη ψυχούλα»: «Συχνά σκέφτομαι, πόσο χλωμό, αναληθές και συναισθηματικό είναι συνήθως ότι λέγεται για τον γάμο. Και μήπως θα έπρεπε να διαμορφώσουμε μια νέα μορφή στην ζωή μας -χωρίς πρόγραμμα και σκοπό- αλλά μόνο να αφήσουμε να ξεπροβάλει παντού η αληθινότητα»11. Ως νέα μορφή δεν εννοούσε μια ελευθεριάζουσα σχέση, την οποία θα ζούσαν και οι δυο σύντροφοι. Η αστική συζυγία δεν τέθηκε υπό ερώτημα και προς τα έξω έπρεπε να δείχνει τόπος ευτυχίας και αγάπης, έστω και αν μέσα το ψυχρό ρεύμα δυνάμωνε.
Ο Heidegger, δικαιολογώντας την συνέχιση της ερωτικής του ζωής με την απιστία της Elfriede, είχε μέχρι τα βαθιά γεράματα πολυάριθμες ερωτικές περιπέτειες, οι οποίες ακολουθούσαν πάντα το ίδιο μοτίβο, την αποτελεσματικότητα του οποίου είχε δοκιμάσει πρώτα στην Elfriede: ως φιλόσοφος δάσκαλος προσπαθούσε να αποπλανήσει τις γυναίκες με την πνευματική του λάμψη, την οποία με τέχνη συνέδεε με την ερωτική του επιθυμία, ώστε οι αγαπητικές να πιστεύουν πως είχαν τόσο για την σκέψη, όσο και την επιθυμία του, την ίδια σημασία.
Ιδιαίτερο ρόλο στην ερωτική του ζωή έπαιξε η Hannah Arendt, η οποία τον συνάντησε στο πανεπιστήμιο του Μαρβούργου κατά το χειμερινό εξάμηνο 1924/25. «Μέσα στην καρδιά» τον πέτυχε το βλέμμα της, «που του άστραψε στην καθέδρα»12, ενώ μιλούσε για τον Σοφιστή του Πλάτωνος. Και όταν τον Φεβρουάριο του 1925, η πανέμορφη 18χρονη Εβραία φοιτήτρια μπήκε στο γραφείο του, πρέπει να συνέβη αυτό που ο 35χρονος παντρεμένος καθηγητής και πατέρας δυο μικρών γιων, περιγράφει με θρησκευτικές-ερωτικές εικόνες: «Αγαπητή Hannah! Το δαιμονικό με χτύπησε. Η σιωπηρή προσευχή  των αγαπημένων χεριών σου και το φωτεινό σου μέτωπο το φύλαξαν με γυναικεία καθαρότητα. Ποτέ μέχρι τώρα δεν μου συνέβη κάτι τέτοιο»13.
Η Hannah Arendt απομακρύνθηκε τοπικά από τον αγαπημένο της ένα χρόνο αργότερα, και πήγε στην Heidelberg, όπου κοντά στον Karl Jaspers έγραψε το διδακτορικό της με θέμα την «Έννοια της Αγάπης στον Αυγουστίνο», όπου αναπτύσσει βάσει της ιστορίας της φιλοσοφίας, αυτό που ο Heidegger της έγραψε στο ερωτικό του γράμμα της 13ης Μαΐου 1925, γεμάτος ευγνωμοσύνη, «που εσύ με προσέλαβες στην αγάπη σου-αγαπημένη. Ξέρεις, πως το πιο βαρύ είναι, αυτό που δόθηκε σε ένα άνθρωπο να μεταφέρει; Για όλα υπάρχουν δρόμοι, βοήθεια, όρια και κατανόηση-εδώ όμως όλα σημαίνουν: το να είναι κανείς στην αγάπη=να είναι σπρωγμένος στην ίδια του την ύπαρξη. «Amo» σημαίνει «volo, ut sis» λέει κάπου ο Αυγουστίνος: σε αγαπώ-θέλω να είσαι αυτό που είσαι»15.
Αυτός ο μυστικός έρωτας, που παίχτηκε με μεγάλη δραματικότητα σε ένα πνευματικό-συναισθηματικό επίπεδο, προσέδωσε ένα ιδιαίτερο χαρακτήρα σε αυτή την σχέση που κράτησε για όλη τους τη ζωή. Η αγαπημένη όμως δεν ήταν η μόνη. Γιατί ο Heidegger, όπως μαρτυρεί ο φοιτητής του Hans Jonas, στις «Αναμνήσεις» του, «ενδιαφερόταν κάθε τόσο για φοιτήτριες, και δεν άκουσα για κάποια που αντιστάθηκε»16. Και η Hannah δεν ήταν η μόνη που έβαλε τον γάμο του σε μεγάλη δοκιμασία. Με τον καιρό αναπτύχθηκε ένα σχήμα, από το οποίο δεν υπήρχε διέξοδος.
Σαν να βρισκόταν κάτω από τον καταναγκασμό επανάληψης, ο Heidegger αισθανόταν νικημένος από το δαιμονικό και σπρωγμένος σε πολυάριθμες ερωτικές περιπέτειες. Στην αρχή προσπαθούσε να το κρύψει, αλλά δεν τα κατάφερνε πάντα. Όταν η Elfriede το ανακάλυπτε της ορκιζόταν την μεγάλη, αληθινή και αδιάρρηκτη αγάπη, αν και πίστευε πως ήξερε για τον εαυτό του, πως δεν μπορεί να παραμείνει πιστός. Ήταν ένα μείγμα αποκρύψεων και παραδοχών, απολογιών και υποσχέσεων, που ο Heidegger  το 1931, κατά την διάρκεια της περιπέτειας του με την φοιτήτρια Elisabeth Krumsiek, άφησε να φανεί, πως γνωρίζει πως με τον τρόπο αυτό ρίχνει την Elfriede σε ένα μεγάλο εσωτερικό βάσανο. Για τον εαυτό του όμως αναγνώριζε μόνο μια μικρή αδυναμία. Απέναντι στην «αυστηρότητα και σκληρότητα» με την οποία η γυναίκα του προσπαθούσε να σώσει τον γάμο της, αυτός αισθανόταν μικρός και ανασφαλής, «γιατί ακόμα βλέπω πολύ τον εαυτό μου και πέφτω θύμα του θαυμασμού και παρόμοιων»17.
Όταν το 1950 η Hannah Arendt επισκέφτηκε τον Heidegger στο Freiburg, και η Elfriede έμαθε για την σχέση τους, αντέδρασε πολύ έντονα. Ο Heidegger την διαβεβαίωσε πως δεν ήθελε να χάσει την αγάπη της, αν και καταχράστηκε πολύ συχνά την εμπιστοσύνη της. Είναι απλώς η προδιάθεση του να ξεγλιστρά στην «καθαρή αισθησιακότητα» όταν έχει κάνει στην σκέψη του ένα βήμα μέσα στο απάτητο, και αισθάνεται τότε τό άγγιγμα από το «φτερούγισμα εκείνου του θεού»18 Έρωτα, που κυριαρχεί στην σκέψη και τον έρωτα του.
Κατά την διάρκεια του πολέμου, το 1942, ξεκίνησε κοντά του τις σπουδές της η πριγκίπισσα Margot von Sachsen-Meiningen, με την οποία είχε μακρόχρονη σχέση, μέχρι που το 1946 η Elfriede τον έθεσε προ της επιλογής, αυτή ή η Margot. Δεν ήταν εύκολη η απόφαση. Έλπιζε πως και με τις δυο θα έβρισκε «το αληθινά κρυμμένο και αποκαλύπτον», που θα μπορούσε να εμπλουτίσει την ζωή του. «Και έτσι πιστεύω, πως η εσωτερικότητα, η δική σου και της Margot, κάθε τρόπο, με τον δικό της ιδιαίτερο τόνο, βοηθά τον λόγο να γεννηθεί και με χαρά τον φυλάσσει»19.
Μετά τον χωρισμό από την πριγκίπισσα ήρθε η βαρόνη Sophie Dorothee Gräfin von Podewils, που από το 1952 έδινε φτερά στον έρωτα του Heidegger.  Και πάλι κατηγορούσε τον εαυτό του στην Elfriede, πως δεν έχει την δύναμη να απαλύνει «την αγωνία της καρδιάς» που προκαλεί στον εαυτό του και την γυναίκα του. Και ενώ μπορούσε να καταλάβει πως με τις ερωτικές του περιπέτειες έριχνε την σύζυγο του σε βάσανα και απελπισία, για τον εαυτό του διαπίστωνε: «Αλλά η δική μου φύση είναι πιο ποικίλη από την δική σου. Και δεν μπορώ με επιχειρήματα να σου αποδείξω, πως πρέπει να βιώσω στον έρωτα, ώστε να εκφράσω έστω σε μια ατελή προμορφή το δημιουργικό, το οποίο αισθάνομαι μέσα μου ως άλυτο και έσχατο. Με την απλή βούληση δεν γίνεται τίποτα»20.
Η σχέση όμως που βασάνισε περισσότερο από όλες την Elfriede ήταν αυτή με την Marielene Putscher, η οποία παρακολουθούσε τις παραδόσεις του το 1955. Η πρόσοψη του γάμου ήταν ακόμα παρούσα προς τα έξω, αν και η αποξένωσή τους καθιστούσε την κοινή ζωή όλο και πιο δύσκολη, και η ομολογία του Heidegger δεν ήταν καμιά παρηγοριά πια γι’ αυτήν: «Προσπαθώ όμως να τα καταφέρω με τον δαίμονα. Ίσως εσύ να έχεις γι’ αυτό μόνο την λέξη «αδυναμία». Παρ’ όλα αυτά, κατανοώ και στο σημείο αυτό την κρίση σου. Και σε παρακαλώ, ακόμα και τώρα, μετά από τόσο μάταιο χρόνο, να μου αφήσεις χρόνο. Αν το Dasein μου είναι χωρίς πάθος, σιγεί η φωνή και πηγή δεν βγάζει»21.
Μέσα στο βαρύ της βάσανο, η Elfriede θέλησε να κοινοποιήσει στον άνδρα της μια ομολογία. Για να διασαφηνίσει τα αισθήματα της, του έγραψε μια επιστολή, την οποία όμως δεν έστειλε, αλλά την έβαλε μαζί με τα άλλα γράμματα που της τα έστειλε από το 1915. Αισθάνεται ως απάνθρωπη την κατάχρηση της εμπιστοσύνης της, που την απελπίζει και την κάνει να ρωτά: «Και εγώ πρέπει να μπορώ να το αντέξω -όχι μια φορά- αλλά κάθε τόσο για τέσσερις δεκαετίες; Μπορεί να το καταφέρει ένας άνθρωπος αν δεν είναι επιφανειακός ή πετρωμένος; Κάθε φορά λές και γράφεις, πως είσαι ενωμένος μαζί μου-τι δεσμός είναι αυτός; Αγάπη δεν είναι, εμπιστοσύνη δεν είναι, στις άλλες γυναίκες βλέπεις «πατρίδα» - αχ Μάρτιν -πως είναι μέσα μου τα πράγματα- και αυτή η παγερή μοναξιά»22.
Και το τέλος δεν είχε φανεί ακόμα. Ο Heidegger είχε και άλλες ερωτικές σχέσεις, ενώ η Elfriede προσπαθούσε να διατηρήσει την θέση της μέσα στον γάμο. Δεν δίστασε να επικοινωνήσει με τις αγαπητικές του, για να βρει μια ανεκτή λύση. Μερικές φορές όμως μόνο με υπνωτικά και ψυχοφάρμακα μπορούσε να απαλύνει την κατάθλιψη της. Άλλες φορές αναζητούσε την ησυχία σε ήσυχα θέρετρα. Το 1970 ένα εγκεφαλικό σίγησε τον ερωτικό δαίμονα του Heidegger, και έτσι το ζευγάρι μπόρεσε να βιώσει μέχρι τον θάνατο του Μάρτιν την ησυχία της γεροντικής ηλικίας. Το πρωί της 26ης Μαΐου 1976 ο Heidegger δεν ξύπνησε. Την επόμενη νύχτα πέρασε η Elfriede στο πλευρό του νεκρού άνδρα της.

Ο ΠΡΟΦΗΤΗΣ ΤΟΥ ΤΡΟΠΟΥ ΥΠΑΡΞΕΩΣ. ΛΕΓΕΤΑΙ ΑΠΟΔΟΜΗΣΗ. ΤΗΝ ΟΝΟΜΑΣΕ ΟΝΤΟΛΟΓΙΚΗ ΔΙΑΦΟΡΑ. ΤΗΝ ΕΙΣΗΓΑΓΕ Η ΝΕΟΟΡΘΟΔΟΞΙΑ ΜΕ ΤΟΝ ΖΗΖΙΟΥΛΑ ΚΑΙ ΤΟΝ ΓΙΑΝΝΑΡΑ.ΤΟ ΑΣΜΑ ΑΣΜΑΤΩΝ ΚΑΤΑ ΓΡΑΜΜΑ.

Πέμπτη 19 Οκτωβρίου 2023

Η ερωτική ζωή των φιλοσόφων

Η ερωτική ζωή των φιλοσόφων 
Επίμετρο τού βιβλίου:
Heidegger und Wittgenstein, Die letzten Philosophen

(Heidegger και Wittgenstein, Οι τελευταίοι φιλόσοφοι)
Του Manfred Geier

(Διετέλεσε καθηγητής γλωσσολογίας και λογοτεχνίας στα πανεπιστήμια Μαρβούργου και Αννόβερου. Εργάζεται ως ελεύθερος συγγραφέας στο Αμβούργο)
Η προστασία τής ιδιωτικής σφαίρας, βάσει της οποίας πολίτες μπορούν να επικαλεστούν το δικαίωμα τους για σεξουαλικές δραστηριότητες, διασφαλίζεται από την Διακήρυξη των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και το σύνταγμα, αλλά όχι μόνο από αυτά. Και η εργασία των βιογράφων πρέπει να κατευθύνεται από αυτή την υποχρέωση προστασίας της ιδιωτικής σφαίρας, και να μην ρίχνει περίεργα βλέμματα στις σεξουαλικές προτιμήσεις και πρακτικές. Η έκθεση της ερωτικής ζωής δικαιολογείται μόνο, εάν είναι σε θέση να καταδείξει, πως σε αυτήν εμπλέκονται ιδιαιτερότητες του χαρακτήρος, που σχετίζονται ουσιαστικά με την σκέψη και την κοσμοθεωρία των δρώντων. Και αυτό ισχύει τόσο στην περίπτωση του Heidegger όσο και του Wittgenstein. Γιατί και στους δυο υπήρχε μια ιδιαίτερα τεταμένη σχέση μεταξύ του παθιασμένου φιλοσοφείν και της ερωτικής επιθυμίας. Η επιθυμία αυτή έφερε και στους δυο τεράστια προβλήματα, στον Heidegger δια της ανεξέλεγκτης υπερδύναμης της ορμής, στον Wittgenstein μέσω της υπεράνθρωπης προσπάθειας να ελευθερωθεί πλήρως από αυτήν.
Ο αχαλίνωτος έρως τού Heidegger.
Σεξουαλικά άργησε να πάρει στροφές. Μόνο μετά την απελευθέρωση του από μια αυστηρή καθολική ηθική, που τον οδήγησε στο να απορρίψει «το θέλημα της σαρκός»1 και να κατευθύνει ολόκληρη την προσπάθεια του στην λάμψη της χριστιανικής αλήθειας και μιας υπερφυσικής χάριτος, ανακάλυψε τις χαρές των αισθήσεων. Για όλη του την ζωή αισθανόταν υποταγμένος στην εξουσία τους, μέχρι που τον Απρίλιο του 1970 όλα τελείωσαν, όταν ο 81-χρονος Heidegger, κατά την διάρκεια ενός ραντεβού υπέστη εγκεφαλικό. Και έτσι «όλα βγήκαν επιτέλους στο φως». «Από τότε δεν χωρίσαμε πια», σημείωσε η Elfriede2 (σύζυγος του Heidegger). Είχε ξαλαφρώσει, γιατί τώρα πια ήρθε ένα τέλος σε αυτό, που την έκανε για πέντε δεκαετίες να υποφέρει. Τα βάσανα της άρχισαν, όταν διαπίστωσε, πόσο δύσκολο είναι να αντέξεις τον γάμο με ένα φιλόσοφο, του οποίου το πάθος για την φιλοσοφία ήταν συζευγμένο με μια ορμή, που δεν έδινε δεκάρα για τους κανόνες ενός αστικού γάμου, και αισθανόταν υποχρεωμένη μόνο στον πνευματικό και σαρκικό «Έρωτα», «τον αρχαιότερο των Θεών σύμφωνα με τον Παρμενίδη»3.
Μέχρι το 1913, αποτελούσε για τον καθολικό φοιτητή θεολογίας Heidegger μια αδιαμφισβήτητη, αιώνια αλήθεια, πως για να κερδίσει μια αληθινά πνευματική ζωή γεμάτη χάριν Θεού, πρέπει να λάβει μέρος στην εκστρατεία εναντίον κάθε πράγματος ηδονικού και κατώτερου που προσφέρει η μοντέρνα ζωή, και ακολουθούσε το σύνθημα: «Ατρόμητο χτύπημα σε κάθε γήινη, υπερεκτιμημένη αντίληψη προσκολλημένη στο εδώ και τώρα»4. Το ξέσπασμα και η διάρκεια του μεγάλου πολέμου (Α’ ΠΠ), συντάραξε τις βεβαιότητες που είχε για την πίστη και του έδειξε τις υπαρκτικές ιδιαιτερότητες του Dasein, οδηγώντας τον στην ρήξη των αλυσίδων του παπικού αντιμοντερνισμού. Όταν είχε λάβει το διδακτορικό του δίπλωμα, και η εκρηκτική ακαδημαϊκή καριέρα βρισκόταν μπροστά του, ο Heidegger αρραβωνιάστηκε προς το τέλος του 1914 με την Marguerite Weniger, την αδελφή ενός συμφοιτητή του. Δεν πέρασε πολύς καιρός και η κοπέλα αρρώστησε από φυματίωση και αναγκάστηκε να περάσει πολύ καιρό στο Davos, πράγμα που πιθανόν να συνέβαλε αποφασιστικά στην διάλυση του αρραβώνα. Ο Ernst Laslowski, φίλος του Heidegger, προσέλαβε με ευχαρίστηση την είδηση του χωρισμού, καθώς θεωρούσε την κίνηση του Heidegger προς τις γυναίκες ως προδοσία του χριστιανικού-φιλοσοφικού προορισμού του. Στις 21 Νοεμβρίου 1915 του γράφει: «»Είδα, πως μεγάλωνες, γιγαντώθηκες πάνω από την σφαίρα, που μόνο μέσα σε αυτή μπορεί να ευδοκιμήσει η ‘αγάπη’ και η ‘ευτυχία’. Ήξερα από πολύ καιρό, πως θα πρέπει να διαβείς δρόμους - πρέπει, για να πλησιάσεις τους στόχους σου, να παγώσει η ‘αγάπη’ στους δρόμους αυτούς»5.
Ο Laslowski δεν μπορούσε να ξέρει πως η προφητεία του προδιέγραψε την μοίρα του Heidegger, ο οποίος γι’ αυτό το «πρέπει» αναζητούσε μια ζωή τον δικό του δρόμο. Προ πάντων, στη σχέση του με την «αγαπημένη ψυχούλα» (liebes Seelchen) Elfriede, στην οποία έλπιζε να βρει συζυγική αγάπη και οικογενειακή ευτυχία, την οποία όμως εξέθετε κάθε λίγο σε ψυχρολουσία με την αδιάφορη ιδιοτέλεια του, η οποία την έκανε να παγώνει από την κατάθλιψη.
Γνωρίστηκαν τον Δεκέμβριο του 1915 στις παραδόσεις που έκανε ο Heidegger για την μεταφυσική του Καντ. Ήδη τα πρώτα γράμματα μαρτυρούν, πως ο Heidegger προσπαθούσε να ενώσει την πνευματική σφαίρα, στην οποία προσπαθούσε να διεισδύσει φιλοσοφικά, με την ερωτική του επιθυμία. Μέσα στον έρωτα τους προσδοκούσε να αρθούν οι αντιθέσεις του αισθητού και του υπεραισθητού. Ως φιλόσοφος στόχευε τις θεϊκές πηγές του Dasein, τις οποίες αποζητούσε να βιώσει στην «θαυμαστή ευτυχία»6 αυτών που βιώνουν τον έρωτα. Ο γάμος, που έλαβε χώρα παρά την θέληση των γονέων του Heidegger τον Μάρτιο του 1917, φαινόταν πως τον φέρνει πιο κοντά στον στόχο του. Πίστευε, πως με την Elfriede θα έβρισκε την «μεταφυσική-ιστορική ενότητα της ζωής μας»7, για να μπορέσει να συνενώσει την φιλοσοφική εργασία με την αισθησιακή απόλαυση. Στο γράμμα του για τα 25α γενέθλια της, 3 Ιουλίου 1918, [που μετά τον θάνατο του Heidegger η Elfriede παρέδωσε στο Αρχείο Γερμανικής Λογοτεχνίας στο Marbach, και το οποίο η ίδια περιγράφει ως παράδειγμα για όλα του τα ερωτικά γράμματα, προς αυτή και τις ερωμένες του], ο Heidegger εκφράζει την επιθυμία του αυτή με τον τίτλο: Μέσα στο εσύ προς τον Θεό (Im Du zu Gott). Δημιουργείται η αίσθηση, πως το βάρος της καθολικής πίστης δεν μπορεί έτσι απλά να παραμεριστεί. Σιγά σιγά έπεσαν τα θραύσματα. Ο δρόμος προς τον Θεό δεν έπρεπε πια να ακολουθεί τα δόγματα του Χριστιανισμού, αλλά τις υποσχέσεις της ερωμένης γυναίκας. «Το ‘εσύ’ της ψυχής σου που αγαπά με χτύπησε... Εκεί έγινε το θεμελιώδες βίωμα του εσύ μια ολότητα που πλημμυρίζει το Dasein... η θεμελιώδης εμπειρία ζωντανής αγάπης και αληθινής εμπιστοσύνης οδήγησε το Είναι μου σε έκπτυξη και ανάβαση»8. [ΓΙΑΤΙ ΟΧΙ; ΑΦΟΥ ΒΡΕΘΗΚΕ ΜΙΑ ΜΥΣΤΙΚΙΣΤΙΚΗ ΓΛΩΣΣΑ Η ΟΠΟΙΑ ΤΟΝΩΝΕΙ ΤΟΝ ΑΧΑΛΙΝΩΤΟ ΕΡΩΤΑ!!!]
Λίγους μήνες αργότερα, στις 21 Ιανουαρίου 1919, γεννήθηκε ο γιος τους Jörg. Η ευτυχία της αγίας οικογένειας φαινόταν εξασφαλισμένη. Η Elfriede όμως πρέπει να είχε ήδη αισθανθεί, πως όσον αφορά την ύπαρξη του Heidegger, που την πλημμύρισε η αγαπώσα ψυχή της, και το Είναι του, που μέσω αυτής εκπτύχθηκε και ανέβηκε, και την χρησιμοποίησε για το θεμέλιο του βιώματος και της εμπειρίας, στο κέντρο ήταν πάντα το δικό του Da-Sein, ενώ αυτή ως πρόσωπο είχε παραγκωνιστεί. Μόνο αν ταίριαζε στην παθιασμένη του βούληση για φιλοσοφία, θα μπορούσε να ικανοποιήσει την ερωτική του απαίτηση.
Η «αληθινή εμπιστοσύνη» πρέπει να είχε πολύ γρήγορα διαλυθεί. Δεν είναι σίγουρο αν η Elfriede έκανε το πρώτο βήμα. Έκανε πάντως νωρίς την προσπάθεια να απελευθερωθεί από τον γάμο της, όταν ξεκίνησε μια σχέση με τον νεανικό της φίλο Dr. Med. Friedrich Caesar, που εργαζόταν ως γιατρός στην πανεπιστημιακή κλινική του Freiburg. Ο Heidegger δεν ξαφνιάστηκε. Στην επιστολή της 1ης Σεπτεμβρίου 1919 έγραψε στην γυναίκα του, πως δε θα παρασυρθεί σε ψυχολογικές ερμηνείες, αυτής της «σχιζοφρενικής» σχέσης. «Παραξενεύτηκα που δεν μου το είπες πιο νωρίς»9. Το ότι η Elfriede γέννησε στις 20 Αυγούστου 1920 τον δεύτερο γιο της, Hermann, ο πατέρας του οποίου ήταν ο «Friedel», δεν ανησύχησε ιδιαιτέρα τον Heidegger. Όχι από αγάπη, αλλά από ενδιαφέρον, ρώτησε την γυναίκα ενώ ήταν ακόμα στην κλινική: «Ήταν εδώ ο Friedel όταν ξεκίνησαν τη γέννα; Και ο «ανθρωπάκος», πως φαίνεται; Είμαι πολύ περίεργος»10.
Ο Heidegger αναγνώρισε τον Hermann ως παιδί του. Συνέχισε να επικαλείται την αληθινή αγάπη, που θα έπρεπε να επικρατεί μεταξύ αυτού και της γυναίκας του. Υποδείξεις για πιθανές δυσκολίες εμφανίστηκαν σε μια ασαφή σκέψη, την οποία ο Heidegger ανακοίνωσε τρεις μέρες μετά την γέννηση του Hermann στην «από καρδιάς αγαπημένη ψυχούλα»: «Συχνά σκέφτομαι, πόσο χλωμό, αναληθές και συναισθηματικό είναι συνήθως ότι λέγεται για τον γάμο. Και μήπως θα έπρεπε να διαμορφώσουμε μια νέα μορφή στην ζωή μας -χωρίς πρόγραμμα και σκοπό- αλλά μόνο να αφήσουμε να ξεπροβάλει παντού η αληθινότητα»11. Ως νέα μορφή δεν εννοούσε μια ελευθεριάζουσα σχέση, την οποία θα ζούσαν και οι δυο σύντροφοι. Η αστική συζυγία δεν τέθηκε υπό ερώτημα και προς τα έξω έπρεπε να δείχνει τόπος ευτυχίας και αγάπης, έστω και αν μέσα το ψυχρό ρεύμα δυνάμωνε.
Ο Heidegger, δικαιολογώντας την συνέχιση της ερωτικής του ζωής με την απιστία της Elfriede, είχε μέχρι τα βαθιά γεράματα πολυάριθμες ερωτικές περιπέτειες, οι οποίες ακολουθούσαν πάντα το ίδιο μοτίβο, την αποτελεσματικότητα του οποίου είχε δοκιμάσει πρώτα στην Elfriede: ως φιλόσοφος δάσκαλος προσπαθούσε να αποπλανήσει τις γυναίκες με την πνευματική του λάμψη, την οποία με τέχνη συνέδεε με την ερωτική του επιθυμία, ώστε οι αγαπητικές να πιστεύουν πως είχαν τόσο για την σκέψη, όσο και γιά την επιθυμία του, την ίδια σημασία.
Ιδιαίτερο ρόλο στην ερωτική του ζωή έπαιξε η Hannah Arendt, η οποία τον συνάντησε στο πανεπιστήμιο του Μαρβούργου κατά το χειμερινό εξάμηνο 1924/25. «Μέσα στην καρδιά» τον πέτυχε το βλέμμα της, «που του άστραψε στην καθέδρα»12, ενώ μιλούσε για τον Σοφιστή του Πλάτωνος. Και όταν τον Φεβρουάριο του 1925, η πανέμορφη 18χρονη Εβραία φοιτήτρια μπήκε στο γραφείο του, πρέπει να συνέβη αυτό που ο 35χρονος παντρεμένος καθηγητής και πατέρας δυο μικρών γιων, περιγράφει με θρησκευτικές-ερωτικές εικόνες: «Αγαπητή Hannah! Το δαιμονικό με χτύπησε. Η σιωπηρή προσευχή των αγαπημένων χεριών σου και το φωτεινό σου μέτωπο το φύλαξαν με γυναικεία καθαρότητα. Ποτέ μέχρι τώρα δεν μου συνέβη κάτι τέτοιο»13.
Η Hannah Arendt απομακρύνθηκε τοπικά από τον αγαπημένο της ένα χρόνο αργότερα, και πήγε στην Heidelberg, όπου κοντά στον Karl Jaspers έγραψε το διδακτορικό της με θέμα την «Έννοια της Αγάπης στον Αυγουστίνο», όπου αναπτύσσει βάσει της ιστορίας της φιλοσοφίας, αυτό που ο Heidegger της έγραψε στο ερωτικό του γράμμα της 13ης Μαΐου 1925, γεμάτος ευγνωμοσύνη, «που εσύ με προσέλαβες στην αγάπη σου-αγαπημένη. Ξέρεις, πως το πιο βαρύ είναι, αυτό που δόθηκε σε ένα άνθρωπο να μεταφέρει; Για όλα υπάρχουν δρόμοι, βοήθεια, όρια και κατανόηση-εδώ όμως όλα σημαίνουν: το να είναι κανείς στην αγάπη=να είναι σπρωγμένος στην ίδια του την ύπαρξη. «Amo» σημαίνει «volo, ut sis» λέει κάπου ο Αυγουστίνος: σε αγαπώ-θέλω να είσαι αυτό που είσαι»15.
Αυτός ο μυστικός έρωτας, που παίχτηκε με μεγάλη δραματικότητα σε ένα πνευματικό-συναισθηματικό επίπεδο, προσέδωσε ένα ιδιαίτερο χαρακτήρα σε αυτή την σχέση που κράτησε για όλη τους τη ζωή. Η αγαπημένη όμως δεν ήταν η μόνη. Γιατί ο Heidegger, όπως μαρτυρεί ο φοιτητής του Hans Jonas, στις «Αναμνήσεις» του, «ενδιαφερόταν κάθε τόσο για φοιτήτριες, και δεν άκουσα για κάποια που αντιστάθηκε»16. Και η Hannah δεν ήταν η μόνη που έβαλε τον γάμο του σε μεγάλη δοκιμασία. Με τον καιρό αναπτύχθηκε ένα σχήμα, από το οποίο δεν υπήρχε διέξοδος.
Σαν να βρισκόταν κάτω από τον καταναγκασμό επανάληψης, ο Heidegger αισθανόταν νικημένος από το δαιμονικό και σπρωγμένος σε πολυάριθμες ερωτικές περιπέτειες. Στην αρχή προσπαθούσε να το κρύψει, αλλά δεν τα κατάφερνε πάντα. Όταν η Elfriede το ανακάλυπτε της ορκιζόταν την μεγάλη, αληθινή και αδιάρρηκτη αγάπη, αν και πίστευε πως ήξερε για τον εαυτό του, πως δεν μπορεί να παραμείνει πιστός. Ήταν ένα μείγμα αποκρύψεων και παραδοχών, απολογιών και υποσχέσεων, που ο Heidegger το1931, κατά την διάρκεια της περιπέτειας του με την φοιτήτρια Elisabeth Krumsiek, άφησε να φανεί, πως γνωρίζει πως με τον τρόπο αυτό ρίχνει την Elfriede σε ένα μεγάλο εσωτερικό βάσανο. Για τον εαυτό του όμως αναγνώριζε μόνο μια μικρή αδυναμία. Απέναντι στην «αυστηρότητα και σκληρότητα» με την οποία η γυναίκα του προσπαθούσε να σώσει τον γάμο της, αυτός αισθανόταν μικρός και ανασφαλής, «γιατί ακόμα βλέπω πολύ τον εαυτό μου και πέφτω θύμα του θαυμασμού και παρόμοιων»17.
Όταν το 1950 η Hannah Arendt επισκέφτηκε τον Heidegger στο Freiburg, και η Elfriede έμαθε για την σχέση τους, αντέδρασε πολύ έντονα. Ο Heidegger την διαβεβαίωσε πως δεν ήθελε να χάσει την αγάπη της, αν και καταχράστηκε πολύ συχνά την εμπιστοσύνη της. Είναι απλώς η προδιάθεση του να ξεγλιστρά στην «καθαρή αισθησιακότητα» όταν έχει κάνει στην σκέψη του ένα βήμα μέσα στο απάτητο, και αισθάνεται τότε τό άγγιγμα από το «φτερούγισμα εκείνου του θεού»18 Έρωτα, που κυριαρχεί στην σκέψη και τον έρωτα του.
Κατά την διάρκεια του πολέμου, το 1942, ξεκίνησε κοντά του τις σπουδές της η πριγκίπισσα Margot von Sachsen-Meiningen, με την οποία είχε μακρόχρονη σχέση, μέχρι που το 1946 η Elfriede τον έθεσε προ της επιλογής, αυτή ή η Margot. Δεν ήταν εύκολη η απόφαση. Έλπιζε πως και με τις δυο θα έβρισκε «το αληθινά κρυμμένο και αποκαλύπτον», που θα μπορούσε να εμπλουτίσει την ζωή του. «Και έτσι πιστεύω, πως η εσωτερικότητα, η δική σου και της Margot, μέ κάθε τρόπο, με τον δικό της ιδιαίτερο τόνο, βοηθά τον λόγο να γεννηθεί και με χαρά τον φυλάσσει»19.
Μετά τον χωρισμό από την πριγκίπισσα ήρθε η βαρόνη Sophie Dorothee Gräfin von Podewils, που από το 1952 έδινε φτερά στον έρωτα του Heidegger. Και πάλι κατηγορούσε τον εαυτό του στην Elfriede, πως δεν έχει την δύναμη να απαλύνει «την αγωνία της καρδιάς» που προκαλεί στον εαυτό του και την γυναίκα του. Και ενώ μπορούσε να καταλάβει πως με τις ερωτικές του περιπέτειες έριχνε την σύζυγο του σε βάσανα και απελπισία, για τον εαυτό του διαπίστωνε: «Αλλά η δική μου φύση είναι πιο ποικίλη από την δική σου. Και δεν μπορώ με επιχειρήματα να σου αποδείξω, πως πρέπει να βιώσω στον έρωτα, ώστε να εκφράσω έστω σε μια ατελή προμορφή το δημιουργικό, το οποίο αισθάνομαι μέσα μου ως άλυτο και έσχατο. Με την απλή βούληση δεν γίνεται τίποτα»20.
Η σχέση όμως που βασάνισε περισσότερο από όλες την Elfriede ήταν αυτή με την Marielene Putscher, η οποία παρακολουθούσε τις παραδόσεις του το 1955. Η πρόσοψη του γάμου ήταν ακόμα παρούσα προς τα έξω, αν και η αποξένωσή τους καθιστούσε την κοινή ζωή όλο και πιο δύσκολη, και η ομολογία του Heidegger δεν ήταν καμιά παρηγοριά πια γι’ αυτήν: «Προσπαθώ όμως να τα καταφέρω με τον δαίμονα. Ίσως εσύ να έχεις γι’ αυτό μόνο την λέξη «αδυναμία». Παρ’ όλα αυτά, κατανοώ και στο σημείο αυτό την κρίση σου. Και σε παρακαλώ, ακόμα και τώρα, μετά από τόσο μάταιο χρόνο, να μου αφήσεις χρόνο. Αν το Dasein μου είναι χωρίς πάθος, σιγεί η φωνή και η πηγή δεν βγάζει»21.
Μέσα στο βαρύ της βάσανο, η Elfriede θέλησε να κοινοποιήσει στον άνδρα της μια ομολογία. Για να διασαφηνίσει τα αισθήματα της, του έγραψε μια επιστολή, την οποία όμως δεν έστειλε, αλλά την έβαλε μαζί με τα άλλα γράμματα που της τα έστειλε από το 1915. Αισθάνεται ως απάνθρωπη την κατάχρηση της εμπιστοσύνης της, που την απελπίζει και την κάνει να ρωτά: «Και εγώ πρέπει να μπορώ να το αντέξω -όχι μια φορά- αλλά κάθε τόσο για τέσσερις δεκαετίες; Μπορεί να το καταφέρει ένας άνθρωπος αν δεν είναι επιφανειακός ή πετρωμένος; Κάθε φορά λές και γράφεις, πως είσαι ενωμένος μαζί μου-τι δεσμός είναι αυτός; Αγάπη δεν είναι, εμπιστοσύνη δεν είναι, στις άλλες γυναίκες βλέπεις «πατρίδα» - αχ Μάρτιν -πως είναι μέσα μου τα πράγματα- και αυτή η παγερή μοναξιά»22.
Και το τέλος δεν είχε φανεί ακόμα. Ο Heidegger είχε και άλλες ερωτικές σχέσεις, ενώ η Elfriede προσπαθούσε να διατηρήσει την θέση της μέσα στον γάμο. Δεν δίστασε να επικοινωνήσει με τις αγαπητικές του, για να βρει μια ανεκτή λύση. Μερικές φορές όμως μόνο με υπνωτικά και ψυχοφάρμακα μπορούσε να απαλύνει την κατάθλιψη της. Άλλες φορές αναζητούσε την ησυχία σε ήσυχα θέρετρα. Το 1970 ένα εγκεφαλικό σίγησε τον ερωτικό δαίμονα του Heidegger, και έτσι το ζευγάρι μπόρεσε να βιώσει μέχρι τον θάνατο του Μάρτιν την ησυχία της γεροντικής ηλικίας. Το πρωί της 26ης Μαΐου 1976 ο Heidegger δεν ξύπνησε. Την επόμενη νύχτα πέρασε η Elfriede στο πλευρό του νεκρού άνδρα της23.

ΣΧΟΛΙΟ:  ΕΙΝΑΙ ΑΠΟΛΥΤΩΣ ΚΑΤΑΝΟΗΤΗ ΛΟΙΠΟΝ Η ΜΑΘΗΤΕΙΑ ΤΗΣ ΝΕΟΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ ΣΤΟΝ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ(ΚΑΙ ΟΧΙ ΧΡΟΝΙΚΑ) ΦΙΛΟΣΟΦΟ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ. Ο ΟΠΟΙΟΣ ΚΑΛΥΠΤΕ ΜΕ ΤΟΝ ΘΕΟ ΤΟΥ ΠΑΡΜΕΝΙΔΗ ΚΑΙ ΤΟΝ ΑΧΑΛΙΝΩΤΟ ΕΡΩΤΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΔΟΞΑ, ΤΗΝ ΑΝΑΓΝΩΡΙΣΗ.
ΤΗΝ ΜΟΝΗ ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ ΤΗΝ ΕΔΩΣΕ Ο ΟΣΙΟΣ ΜΑΡΚΟΣ Ο ΑΣΚΗΤΗΣ ΤΟΥ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΥ ΝΟΜΟΥ: ΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΠΡΟΣΘΕΤΟΥΝ ΤΟ ΒΑΠΤΙΣΜΑ ΣΤΗΝ ΚΑΝΟΝΙΚΗ ΤΟΥΣ ΖΩΗ. ΣΤΟ DASEIN ΤΟΥ ΕΡΩΤΙΚΟΥ ΔΑΙΜΟΝΟΣ Ο ΟΠΟΙΟΣ ΔΥΣΤΥΧΩΣ ΤΡΑΒΑ ΜΑΖΙ ΤΟΥ ΚΑΙ ΤΟ ΝΑΖΙΣΤΙΚΟ ΠΑΘΟΣ ΓΙΑ ΚΥΡΙΑΡΧΙΑ ΚΑΙ ΤΗΝ ΨΕΥΔΟΠΡΟΦΗΤΕΙΑ ΤΗΣ ΠΟΙΗΤΙΚΗΣ ΕΜΠΝΕΥΣΗΣ ΑΛΑ ΣΤΑΜΟΥΛΗ.

Σάββατο 16 Φεβρουαρίου 2019

Η ερωτική ζωή τών φιλοσόφων γ

Συνέχεια από: Πέμπτη 7 Φεβρουαρίου 2019

Η ερωτική ζωή τών φιλοσόφων 
Επίμετρο του βιβλίου:
Heidegger und Wittgenstein, Die letzten Philosophen
(Heidegger και Wittgenstein, Οι τελευταίοι φιλόσοφοι)
Του Manfred Geier

Η φρεναρισμένη επιθυμία του Wittgenstein

Ο Engelmann βρισκόταν μεταξύ 1916 και 1931 σε διαρκή και στενή επαφή με τον Wittgenstein, και την περίοδο 1926-1928 έκτισε μαζί με τον Wittgenstein το σπίτι τής αδελφής τού δεύτερου.  Έτσι γνώριζε πολύ καλά τις φιλοσοφικές, καλλιτεχνικές και θρησκευτικές θέσεις του φίλου του, τον οποίο θεωρούσε ως τον πιο παθιασμένο άνθρωπο τον οποίο συνάντησε στην ζωή του, και σημείωσε για το Tractatus, «φαίνεται πως είναι σχεδόν το μοναδικό φιλοσοφικό έργο το οποίο το έχει στοχαστεί κανείς με πάθος»38. Το παθιασμένο όμως, το οποίο εκφράζονταν στην ζωή και το έργο του Wittgenstein, δεν θεωρούσε πως βασίζεται στο σεξουαλικό στοιχείο, αλλά έδρασε ως μια καθαρά πνευματική-ψυχική ώθηση, την οποία ο Wittgenstein έστρεφε με μεγάλη αυστηρότητα προς τον εαυτό του και τους συνανθρώπους του. Αυτό διαφωτίζει και την απάντηση που έδωσε ο Engelmann στην ερώτηση περί ομοφυλοφιλικής προδιάθεσης τού φίλου του: «Μόνο αυτό πρέπει να πω για το θέμα: γνωρίζοντας καλά την θεμελιώδη ανικανότητά του να έχει με ένα συνάνθρωπό του σχέση άλλη, εκτός από την ύψιστη σημασία τής λέξης «ανθρώπινη», και με την αντίληψη, πως και αυτόν θα μπορούσε να τον καθορίσει οτιδήποτε, που να βρίσκεται κάτω από το σχήμα αυτού του είδους της σχέσης, είναι άκρως απίθανο. Γνωρίζοντας όμως αυτή του την γενική ανικανότητα , θεωρώ πως και στην περίπτωση τών γυναικών, σπάνια έβρισκε τις ανθρώπινες προϋποθέσεις που αναζητούσε»39.
Πόσο προβληματική και περιπλεγμένη πρέπει να ήταν η επιθυμία του για ανθρώπινη σαφήνεια και καθαρότητα, που ως ιδανικό είχε (η επιθυμία του) το άγιο, και θεωρούσε το θηλυκό, όπως και ο Otto Weininger, ως σεξουαλική απειλή που έπρεπε να αποτραπεί, δείχνει η σχέση του Wittgenstein με την Marguerite Respinger. Στην περίπτωση αυτή, η αναζήτηση μιας ύψιστης ανθρώπινης σχέσης προσέλαβε τραγικοκωμικά χαρακτηριστικά.
Η Marguerite , από τα όσα γνωρίζουμε, ήταν η μοναδική γυναίκα, με την οποία ο Wittgenstein ήταν ερωτευμένος και την οποία μάλιστα ήθελε να παντρευτεί, ώστε μέσα στο μυστήριο του γάμου, να ελευθερωθεί μαζί της από κάθε τι το ακάθαρτο. Η περιπέτεια διήρκεσε έξι χρόνια, μέχρι που η ερωμένη αποφάσισε να χωρίσει τον Wittgenstein και να παντρευτεί ένα άλλον. Η σχέση ξεκίνησε το 1926, όταν 22-χρονη τότε, γεμάτη ζωή και καλλιτεχνικά προικισμένη κόρη πλούσιας ελβετικής οικογένειας, ήρθε στην Βιένη ως προσκεκλημένη του ανιψιού τού Wittgenstein, Thomas Stonborough. Η κατά 15 χρόνια νεότερη Marguerite γνώρισε τον Wittgenstein ενώ αυτός ήταν κλινήρης, καθώς είχε τραυματίσει το πόδι του στην οικοδομή. Συμπάθησαν ο ένας τον άλλο και βλεπόντουσαν σχεδόν καθημερινά, όσο το επέτρεπαν οι σπουδές της στην ακαδημία καλών τεχνών της Βιένης και η εργασία του Wittgenstein ως αρχιτέκτονος. Πιο πολύ τους άρεσε να πηγαίνουν σινεμά, όπου έβλεπαν αμερικάνικες ταινίες, κυρίως γουέστερν, που είχαν ευνοϊκή επίδραση στον Wittgenstein και ηρεμούσαν τό πνεύμα του40.
Ακόμα και το 1929, όταν πήγε στο Cambridge για να εργαστεί φιλοσοφικά, η επαφή δεν είχε διακοπεί. Συναντιόντουσαν στις διακοπές, τις οποίες ο Wittgenstein περνούσε στην Βιένη ή στο Cambridge όπου τον επισκέπτονταν η Marguerite. Στα ημερολόγια του σημειώνει τι προσδοκά από αυτόν τον έρωτα. Για το ότι ήταν ερωτευμένος δεν είχε καμιά αμφιβολία, ενώ δεν ήταν σίγουρος αν και αυτή τον αγαπούσε. Οι αμφιβολίες του αυξήθηκαν όταν κάποτε είχε καιρό να λάβει νέα της.  Στις 2 Μαΐου 1930 σημείωσε: «Αγαπώ την Marguerite πολύ και φοβάμαι πως δεν είναι υγιής, καθώς εδώ και περισσότερο από μια εβδομάδα δεν έλαβα γράμμα της. Όταν είμαι μόνος την σκέφτομαι κάθε λίγο, όπως και σε άλλες περιπτώσεις. Αν ήμουν αξιοπρεπής, θα ήταν και η αγάπη μου γι’ αυτήν πιο αξιοπρεπής. Και όμως την αγαπώ όσο πιο εγκάρδια μπορώ. Εγκαρδιότητα δεν μου λείπει ίσως. Αξιοπρέπεια όμως μου λείπει»41.
Αναξιοπρεπές έβρισκε ιδιαίτερα το ότι την φιλούσε με τόση ευχαρίστηση και εγκαρδιότητα. Ένιωθε μια ένταση, μεταξύ της επιθυμίας για φίλημα και της «ανελευθερίας της σεξουαλικότητας» την οποία φοβόταν, την οποία του είχε υποβάλει ο Weininger και την οποία ήθελε μέσω εγκράτειας να καταπολεμήσει. Εξέταζε την ιδέα ενός γάμου με εγκράτεια. Ήταν αναμενόμενο η Marguerite να μην γνωρίζει πια τι είδους σχέση ήταν αυτή. Τον Οκτώβριο του 1930 προκλήθηκε μια ενοχλητική σκηνή, όταν εξέταζαν, σε μια μακρά συνομιλία, την πιθανότητα ενός γάμου. Κρατούσαν τα χέρια και φιλιόντουσαν για πολύ ώρα. Η Marguerite φαίνεται όμως πως είχε ψυχρανθεί και πάλι, «και φαινόταν σκοτεινιασμένη και κοίταζε δεξιά και αριστερά, πράγμα που δεν είχα ξαναδεί, και τρόμαξα». Έκλαιγε και είπε, «πόσο λίγο τής σημαίνω όταν είμαι απών. Και πως δεν καταλαβαίνει καθόλου την σχέση μας»42. Αλλά και ο Wittgenstein δεν είχε πια καθαρή εικόνα για την σημασία των βιωμάτων του με την ερωμένη, την οποία δεν ήθελε να χάσει. Τον Μάρτιο του 1931 αισθανόταν «κουρασμένος από την βασανιστική υπόθεση με την Marguerite. Προβλέπω μια τραγωδία»43. Τα πράγματα δεν έξελιχθηκαν όμως τόσο άσχημα. Η σχέση τέλειωσε χωρίς δραματικές σκηνές, όταν η Marguerite είχε αποφασίσει να παντρευτεί ένα άλλο άνδρα. Ο Wittgenstein έβρισκε αυτή την αστική σχέση «τρομακτική», και έθεσε στον εαυτό του το περίεργο ερώτημα: «Μπορώ να αντέξω κάθε ακαθαρσία, μόνο την αστική δεν μπορώ. Δεν είναι περίεργο αυτό;»44
Ο χωρισμός από την Marguerite Raspinger συνέπεσε με το πλησίασμα ενός νεαρού άνδρα, ο οποίος είχε έρθει το 1930 στο Cambridge, για να σπουδάσει μαθηματικά στο Trinity College. Ο Francis Skinner ήταν ο μεγάλος έρωτας του Wittgenstein, στον οποίο έλπιζε να βρει αυτό που θεωρούσε ως αληθινά «ανθρώπινη» σχέση. Αλλά και στην σχέση αυτή, και πως θα μπορούσε να είναι διαφορετικά, η σεξουαλικότητα έπαιζε ένα ανησυχητικό ρόλο, μέχρι που οι δυο ερωμένοι δεν ήξεραν πια τι κάνουν, και αποξενώθηκαν.
O Francis Skinner ήταν ένας ντροπαλός, κομψός και ιδιαίτερα συμπαθής άνθρωπος, που ενδιαφερόταν για την φιλοσοφία και είχε ιδιαίτερο χάρισμα στα μαθηματικά. Ο Wittgenstein πρέπει να άναψε μόλις τον γνώρισε. Ο 43-χρονος Wittgenstein, ο οποίος στα πλαίσια ενός Research Fellowship έκανε παραδόσεις  με θέμα την γλώσσα, την λογική και την φιλοσοφία, ερωτεύτηκε τον 20-χρονο φοιτητή. Απέναντι του συμπεριφερόταν σαν αυστηρός δάσκαλος, ιδιαιτέρως όταν επρόκειτο για φιλοσοφικά ερωτήματα και τις αρχές μιας αξιοπρεπούς ζωής. Τα επόμενα χρόνια τα πέρασαν μαζι, και όπως στην περίπτωση του David Pinsent και της Marguerite Respinger, ο Wittgenstein πίστευε πως πλησίον του Skinner θα έβρισκε εκείνη την ώθηση και ησυχία, που χρειάζονταν για να εργαστεί φιλοσοφικά. Και όταν το 1934 συνέλαβε ξαφνικά το σχέδιο να μεταναστεύσει στην Σοβιετική Ένωση, και να προσφέρει χρήσιμη εργασία εκεί, ο Francis Skinner θα τον συνόδευε. Άρχισαν να μαθαίνουν ρωσικά από την Ρωσίδα φιλόσοφο Fania Pascal. Το 1935 ο Wittgenstein πήγε μόνος του, ενώ ο Skinner, ακολουθώντας την συμβουλή του φίλου του, εγκατέλειψε την ακαδημαϊκή καριέρα και έμαθε μια χειρονακτική τέχνη. Η τέχνη που έμαθε του έδωσε την δυνατότητα να εργαστεί στην Cambridge Instrument Company, όπου κατασκεύαζε κυρίως βίδες.
Η στενή σχέση των φίλων δεν μπορούσε να μην προκαλέσει την περιέργεια, μήπως η σχέση τους ήταν ομοφυλοφιλική, πράγμα που τότε τιμωρούνταν με ποινή φυλάκισης. Για το ερώτημα αυτό η Fania Pascal γράφει στις «Αναμνήσεις από τον Wittgenstein»: «ο άνδρας μου και εγώ, αλλά και εξ όσων γνωρίζω όλοι οι γνωστοί του, είχαν πάντα την εντύπωση, πως ο Wittgenstein ήταν από την φύση του εγκρατής άνθρωπος. Είχε ένα «μη μου άπτου»...Όλα σε αυτόν ήταν ιδιαίτερα εξαϋλωμένα»45.
Το ότι η αποφυγή σωματικής επαφής δεν ήταν όλη η αλήθεια, μαρτυρούν κωδικοποιημένες σημειώσεις, που βρέθηκαν μετά τον θάνατο του. Αναφέρονται κυρίως στον Σεπτέμβριο του 1937, όταν ο Francis επισκέφτηκε τον φίλο του στην ερημιά της Νορβηγίας. Ο Wittgenstein είχε αποτραβηχτεί εκεί, για να μπορέσει να συγκεντρωθεί στην πνευματική εργασία, και να υποβάλει τον χαρακτήρα του σε αυστηρές δοκιμασίες. Μόλις όμως ήρθε ο Francis, ο Wittgenstein βίωσε την εγγύτητα του ως «πολύ αισθησιακή» και είχε «αισθησιακές φαντασιώσεις», πράγμα που τον ενόχλησε. Αισθανόταν «αισθησιακός, ευερέθιστος, αναξιοπρεπής», όπως σημείωσε στο ημερολόγιό του. Και στο σημείο αυτό βρίσκουμε μια σύντομη επισήμανση, που διαφωτίζει ολόκληρη την προβληματική της ερωτικής ζωής του Wittgenstein: «Δυο ή τρεις φορές ξάπλωσα μαζί του. Πάντα με πρώτο το αίσθημα πως δεν είναι κάτι κακό, μετά με ντροπή. Απέναντι του ήμουν άδικος, πιεστικός, λάθος και βασανιστικός»46. Φαίνεται πως το «ξάπλωμα» με τον ερωμένο του θύμισε την στάση του Weininger, πως η αληθινή αγάπη παγώνει, όταν η σεξουαλική επαφή ενισχύει την σεξουαλική ορμή και κατατροπώνει τον καθαρό άνθρωπο που ως παρθένος είναι ελεύθερος.
Τρομαγμένος διαπίστωσε την «παγωνιά της καρδιάς μου», η οποία τον είχε καταλάβει με την σωματική εγγύτητα. Την 1η Δεκεμβρίου του 1937 υποδεικνύει στον εαυτό του: «Ας μου συγχωρεθεί, δηλαδή, ας μου είναι δυνατόν να είμαι αξιοπρεπής και αξιαγάπητος»47. Είχε πάντως περιέλθει σε μια κατάσταση που τον σύγχυζε αθεράπευτα. Ανησυχούσε για την άλυτη δυσκολία του να συγκεράσει την αισθησιακότητα και την ικανότητα του να αγαπά. Αλλά και η αυτοϊκανοποίηση, την οποία με ντροπή σημείωνε στο ημερολόγιο του, τον είχε μπλέξει σε αμφιβολίες για τον εαυτό του, στις οποίες τον οδήγησαν τόσο ο Francis όσο και η Marguerite: «Απόψε αυτοϊκανοποιήθηκα. Τύψεις συνείδησης, αλλά και η πεποίθηση, πως είμαι πολύ αδύναμος, να αντισταθώ στην ανάγκη και τον πειρασμό, όταν μου παρουσιάζεται η μια ή η άλλη φαντασίωση, χωρίς να μπορώ δραπετεύσω σε μια άλλη. Χθες βράδυ είχα σκέψεις για ανάγκη καθαρότητας της αλλαγής μου. (Σκεφτόμουν την Marguerite και τον Francis)»48.
Όταν επέστρεψε στο Cambridge και ανέλαβε πάλι την διδασκαλία, πλησιάσε πάλι τον Francis. Φοβόταν μην τον χάσει. Για περισσότερο από ένα χρόνο ζούσαν μαζί σε ένα μικρό διαμέρισμα πάνω από ένα κατάστημα τροφίμων στον East Road. Η φυγή όμως του Wittgenstein από την αισθησιακότητα ζήμιωνε όλο και πιο πολύ την σχέση τους. Τα επόμενα δυο χρόνια, μέχρι τον πρόωρο θάνατο του Francis στις 11 Οκτωβρίου 1941, έμειναν μαζί, κυρίως γιατί ο Francis με απελπισμένο έρωτα ήθελε να κρατήσει τον Wittgenstein, ενώ ο αγαπημένος υπέφερε από τύψεις, που τον καθιστούσαν ολοένα πιο απόμακρο.
Ίσως ο βιογράφος του Wittgenstein, ο Ray Monk, να έχει δίκαιο όταν λέει: «Ο έρωτας του Wittgenstein προς τον Francis προσέκρουσε και συνετρίβη στην σωματική εγγύτητα, την οποία κάποτε επιθυμούσε, και ταυτόχρονα φοβόταν»49. Η ομοφυλοφιλία δεν έπαιζε τον πρωτεύοντα ρόλο. Η ερωτική ζωή του Wittgenstein ήταν ένα δράμα της σεξουαλικότητας του. «Έρωτας, για ένα άνδρα ή μια γυναίκα, ήταν γι’ αυτόν κάτι πολύτιμο. Το θεωρούσε ως δώρο, σχεδόν θείο δώρο. Όμως, όπως ο Weininger, διέκρινε ξεκάθαρα μεταξύ έρωτα και σεξουαλικότητας. Ο σεξουαλικός ερεθισμός τον ανησυχούσε σε ύψιστο βαθμό. Φαίνεται πως δεν μπορούσε να τον συγκεράσει με τον άνθρωπο, που ο ίδιος ήθελε να είναι»50.
Στις «Επισημάνσεις στην φιλοσοφία της ψυχολογίας», που άρχισε να γράφει τον Μάη του 1946, δεν ανέφερε τυχαία την πρόταση: «Εάν περάσει, τότε δεν ήταν ο σωστός έρωτας»51. Γιατί όμως να μην ήταν ο σωστός; Ίσως ο έρωτας να είναι κάτι πολύ βαθύτερο, που εκφράζεται μόνο με συναισθήματα, αλλά δεν εξαντλείται εκεί. Όπως το γράφει ο Wittgenstein στο ημερολόγιο του, με κωδικοποιημένη γλώσσα, «είναι ένα μαργαριτάρι μεγάλης αξίας, που το κρατάει κανείς στην καρδιά, και δεν θέλει να το ανταλλάξει με οτιδήποτε άλλο, και το θεωρεί ως ό,τι πιο πολύτιμο. Δείχνει σε όποιον το κατέχει, τι είναι μεγάλη αξία»52. Και ο Wittgenstein πίστευε πως το είχε, τον τελευταίο του μεγάλο έρωτα, που βρήκε κατά το φθινοπωρινό τρίμηνο του 1946. Στις 8 Οκτωβρίου, και αισθανόταν αρκετά δυνατός για να φιλοσοφήσει περί των ψυχικών συμβάντων, έγραψε στο ημερολόγιο του: «Όλα είναι ευτυχία. Εγώ δε θα μπορούσα να γράφω έτσι, εάν δεν είχα περάσει τις δυο τελευταίες εβδομάδες με τον Β.»53.
Ο Wittgenstein αισθανόταν ως ασύλληπτη ευτυχία τον έρωτα για τον νεαρό φοιτητή ιατρικής Ben Richards, που όπως και ο Francis Skinner ήταν ένα πολύ απαλός, συναισθηματικός, κάπως ντροπαλός νεαρός άνδρας, στον οποίο του αποκαλύφθηκε για μια τελευταία φορά η υψηλότερη «αξία», για την οποία έγραψε στο Tractatus, πως στην απολυτότητα της βρίσκεται πέραν από κάθε τυχαίο συμβάν και κάθε δεδομένη τυχαία ύπαρξη. Τότε προσπάθησε να το συλλάβει ως κάτι «μυστηριώδες», το οποίο μπορεί να επιδειχθεί, αλλά έπρεπε να μείνει άρρητο σε μια γλώσσα η οποία αναφέρεται σε δεδομένα. Τώρα το βίωνε ως ένα ευτυχές συμβάν, ακόμα και αν δεν μπορούσε να διώξει τις αμφιβολίες, που για όλη του την ζωή τον κυριαρχούσαν και του προκαλούσαν ανασφάλεια. Είχε το δικαίωμα να ερωτευτεί ξανά, και να αποδυναμώσει έτσι την ανάμνηση της ερωτικής σχέσης με τον Francis Skinner, ο οποίος πραγματικά άξιζε, ο Wittgenstein να τον πενθεί για όλη του την ζωή; Και πως μπορούσε να έχει την βεβαιότητα ότι ο Ben τον αγαπούσε και πως ο έρωτας τους θα κρατούσε;  Δεν μπορούσε να είναι βέβαιος. «Με ποιο τρόπο θα μαρανθεί, δεν μπορώ φυσικά να ξέρω. Όπως επίσης δεν μπορώ να ξέρω πως μπορεί να διατηρηθεί κάτι ζωντανό από αυτήν, και όχι συμπιεσμένο σαν ανάμνηση μέσα σε ένα βιβλίο»54.
Ο Wittgenstein δεν μπορούσε να έχει απόλυτη βεβαιότητα. Αλλά και μια ριζική αμφιβολία διέβλεπε ως μια άλογη πράξη που κατέστρεφε τον έρωτα, που τον θεωρούσε ως την ύψιστη ευτυχία. «Ίσως μια ευτυχία με πόνους, αλλά ευτυχία»55. Μέχρι τον θάνατο του, το πρωί της 29ης Απριλίου 1951, μπόρεσε να το βιώσει, όταν ο Ben Richards με λίγους φίλους ήρθε στο σπίτι του γιατρού Bevan, για να σταθούν δίπλα στον Wittgenstein που πέθαινε. Ο Wittgenstein είχε ήδη πέσει σε κώμα, αλλά η κυρία Bevan τους μετέφερε αυτό που της είχε πει πριν χάσει τις αισθήσεις του: «Tell them, I‘ ve had a wonderful life».

Η ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΑΦΟΡΑ ΤΗΝ ΝΟΕΡΗ ΜΑΣ ΕΝΕΡΓΕΙΑ, ΑΛΛΑ ΔΕΝ ΓΝΩΡΙΖΟΥΝ ΣΗΜΕΡΑ ΣΤΗ ΔΥΣΗ ΤΙ ΝΑ ΤΗΝ ΚΑΝΟΥΝ , ΠΟΙΟΣ ΕΙΝΑΙ Ο ΣΚΟΠΟΣ ΤΗΣ ΚΑΙ ΤΗΝ ΚΑΤΑΝΑΛΩΝΟΥΝ ΣΤΗΝ ΕΜΠΝΕΥΣΗ Η ΟΠΟΙΑ ΕΡΧΕΤΑΙ ΚΑΙ ΠΑΡΕΡΧΕΤΑΙ.
ΟΛΟΙ ΟΙ ΕΡΑΣΤΕΣ ΤΗΣ ΕΜΠΝΕΥΣΕΩΣ ΨΑΧΝΟΥΝ Σ' ΟΛΗ ΤΟΥΣ ΤΗ ΖΩΗ ΚΑΥΣΙΜΟ ΥΛΗ.

Αμέθυστος

Πέμπτη 7 Φεβρουαρίου 2019

Η ερωτική ζωή των φιλοσόφων β

Συνέχεια από: Τετάρτη 6 Φεβρουαρίου 2019

Επίμετρο τού βιβλίου:
Heidegger und Wittgenstein, Die letzten Philosophen
(Heidegger και Wittgenstein, Οι τελεταίοι φιλόσοφοι)
Του Manfred Geier

Η φρεναρισμένη επιθυμία τού Wittgenstein

Ενώ ο Heidegger αντλούσε την δημιουργική του ενέργεια ως στοχαστής από  τον ετεροσεξουαλικό έρωτα, που κάθε τόσο τον οδηγούσε στο να ξεπεράσει τα όρια της αστικής συζυγίας, ο Wittgenstein βασανίστηκε μια ζωή με πειρασμούς, οι οποίοι απειλούσαν μέσω τού αισθησιασμού,  τού ερωτισμού και τής σεξουαλικότητας, την ηθική του αρχή, να είναι δηλαδή ένας αξιοπρεπής άνθρωπος και όχι ένα γουρουνόσκυλο. Από ηθικής άποψης προσπαθούσε να ακολουθήσει το ιδανικό ενός αγίου, βάσει του οποίου θεωρούσε τον σωματικό έρωτα απειλή κατά τής καθαρότητάς του. Αυτό το διαφωτίζουν μερικοί συγγραφείς, έργα των οποίων ο Wittgenstein είχε διαβάσει προσεκτικά, γιατί είχαν κάτι να του πουν για την ερωτική του ορμή.
Κατά την διάρκεια του Α’ ΠΠ προσπαθούσε να ακολουθήσει τις προτροπές του Τολστόι όπως εκφράζονται στην «Σύντομη έκθεση του Ευαγγελίου». Δηλαδή, πως ο άνθρωπος δεν πρέπει να ακολουθήσει από αδυναμία την «σάρκα», αλλά ελεύθερος το «πνεύμα». Οι «Εξομολογήσεις» τού Αυγουστίνου τού είχαν δείξει ένα δρόμο, πάνω στον οποίο ήθελε να συνειδητοποιήσει, με υπεράνθρωπη ειλικρίνεια, τις αστοχίες και αμαρτίες του, που εκθέτουν την ζωή στον διαρκή σεξουαλικό πειρασμό, που ο μεγάλος Χριστιανός διδάσκαλος απέρριπτε ως «ζωική σεξουαλική ορμή»24. Στο πατρικό του σπίτι είχε ακούσει για τον Sigmund Freud, ο οποίος ήθελε να διαφωτίσει την αστική τάξη τής Βιέννης περί των σκοτεινών πλευρών τής σεξουαλικότητας, όσο απωθημένες ή ασυνείδητες και αν είναι. Πολλά από αυτά που ο Freud αποκάλυψε με την σεξουαλική θεωρία της ψυχολογίας του βάθους, δεν τα θεώρησε ως επιστημονικές εξηγήσεις, αλλά ως «ισχυρή μυθολογία», η οποία όμως είχε κάτι σημαντικό να του πει για την επιθυμία του. Τον Απρίλιο του 1930 έγραψε στις σημειώσεις του: «Ο Freud σφάλλει πολύ συχνά και όσο για τον χαρακτήρα του είναι ένα γουρούνι ή κάτι παρόμοιο, αλλά αυτό που λέει εκφράζει πολλά. Το ίδιο ισχύει και για  μένα»26.
Στον κατάλογο των συγγραφέων, με τα έργα των οποίων ο Wittgenstein «καταπιάστηκα με πάθος προς διαφωτισμόν μου»27, αναφέρεται και ο Otto Weininger, ένας αινιγματικός Εβραίος φιλόσοφος, που το 1903 σόκαρε διπλά τους Βιενέζους. Πρώτα με την δημοσίευση του σκανδαλώδους έργου του «Φύλο και Χαρακτήρας», που διαπραγματεύεται τους σεξουαλικούς τύπους του άνδρα και της γυναίκας. Ο ιδανικός τύπος γυναίκας κυριαρχείται από μια σεξουαλική ορμή, χωρίς ψυχή και πνεύμα, στον στρόβιλο τού οποίου κινδυνεύει να παρασυρθεί και ο άνδρας. Γιατί είναι κυρίως οι γυναίκες, υποστηριζόμενες από πρόθυμους άνδρες, που κατάφεραν να υποβάλουν στο άλλο φύλο, πως «η σημαντικότερη, η αληθινή ανάγκη του άνδρα είναι η σεξουαλικότητα, και μπορεί να ελπίζει πως μόνο η γυναίκα μπορεί να ικανοποιήσει τις πιο αληθινές και βαθιές επιθυμίες του, και πως η εγκράτεια είναι γι’ αυτόν κάτι αφύσικο και αδύνατο»28. Ο Weininger ήταν πεπεισμένος, συμφωνώντας με τον Αυγουστίνο, ότι η ανθρώπινη ανελευθερία, που για τον άνδρα και την γυναίκα βρίσκεται στην σεξουαλικότητα, μπορεί να αρθεί μόνο μέσω εγκράτειας, με την οποία ολόκληρη η σύγχρονη σεξουαλική κουλτούρα έπρεπε να καταργηθεί. «Ο άνδρας πρέπει να λυτρωθεί από το φύλο, και έτσι, μόνο έτσι, λυτρώνει την γυναίκα. Μόνο η παρθενία του, και όχι το αντίθετο της, όπως επιθυμεί η γυναίκα, είναι η σωτηρία της»29. Τους αναγνώστες δεν ενόχλησε μόνο αυτή του η απαίτηση, αλλά και η αυτοκτονία του. Τον Οκτώβριο του 1903 ο 23χρονος Weininger σκηνοθέτησε την αυτοκτονία του στον διάδρομο του σπιτιού όπου πέθανε ο Beethoven. Το έκανε αυτό για να δείξει, πως μόνο η αυτοκτονία εκείνων των αξιοπρεπών μπορεί να προσφέρει μια βέβαιη διέξοδο, σε εκείνους που θέλουν να απαλλαγούν από την επιβολή του γουρουνίσιου και του κακού, ποιοτικά και ηθικά.
Από τις συζητήσεις που γίνονταν στο πατρικό του ο νεαρός Wittgenstein είχε ακούσει για τις σκέψεις και την αυτοκτονία του Weininger. Δεν μαρτυρείται πότε διάβασε το «Φύλο και Χαρακτήρας». Αργότερα πάντως το εκτιμούσε ως έργο μιας εξαιρετικής ιδιοφυΐας, αν και σε προχωρημένη ηλικία διαπίστωσε πως: «Πόσο έσφαλλε, Θεέ μου, πόσο πολύ έσφαλλε!»30 Η κριτική αυτή αφορούσε βέβαια την μέθοδο έρευνας που εφάρμοσε ο Weininger, να θεωρήσει το αρσενικό και το θηλυκό ως ψυχολογικούς ιδανικός τύπους, παρόμοια με τις ιδέες του Πλάτωνος, παραβλέποντας την διαφοροποιημένη ποικιλία των ατομικών, διανθρώπινων τρόπων ζωής, στις οποίες ο Wittgenstein έδινε αργότερα μεγάλη αξία31. Η κριτική τού Wittgenstein δεν στρεφόταν εναντίον τής απαίτησης για παρθενία, που υποσχόταν να λυτρώσει τον άνθρωπο από την ανελευθερία της ετεροσεξουαλικής του φυλετικότητας. Αυτό δείχνει και η ερωτική ζωή του Wittgenstein, που από την αρχή την καθόριζε ο αγώνας με τον αισθησιασμό του.
Ήδη ο πρώτος του ενθουσιώδης, εφηβικός έρωτας, που αισθάνθηκε στο σχολείο στην πόλη Linz, επιδεικνύει μια αμφίσημη ένταση, που χαρακτήριζε τις φιλίες του Wittgenstein. Γιατί τα χρόνια που ζούσε στην Linz, και έμενε μαζί με την οικογένεια Strigl, η σχέση του με την συνομήλικη του Pepi Strigl χαρακτηρίζονταν από «έρωτα και υψηλά αισθήματα»32, από αισθησιακό πλησίασμα και πνευματική απομάκρυνση, σκληρές ρήξεις και στοργικές συμφιλιώσεις. Ήδη σε αυτή την σχέση τον βασάνιζε η σύγκρουση, μεταξύ της φροντίδας του για μια αξιοπρεπή συμπεριφορά και την επιθυμία μιας αληθινής φιλίας, που θα μπορούσε να είναι και ερωτικά φορτισμένη («πράγμα που ο άλλος συχνά δεν αντιλαμβάνονταν και συνήθως δεν ανταπέδιδε»)33, όπως μαρτυρεί ο Brian McGuiness, βιογράφος του Wittgenstein.
Σύμφωνα με τον Wittgenstein, ο David Pinsent ήταν ο «πρώτος και μοναδικός του φίλος». Αυτό τουλάχιστον είχε γράψει στην κυρία Ellen F. Pinsent, όταν του είχε ανακοινώσει την λυπηρή είδηση, πως ο γιος της David σκοτώθηκε στις 8 Μαΐου 1918, σε μια δοκιμαστική πτήση. «Γνώριζα πράγματι πολλούς νεαρούς άνδρες της ηλικίας μου και με μερικούς μπορούσα να συνεννοηθώ καλά, αλλά σε αυτόν είχα βρει ένα αληθινό φίλο. Οι ώρες που πέρασα μαζί του ήταν οι καλύτερες της ζωής μου, ήταν για μένα αδελφός και φίλος»34. Γνωρίστηκαν την Άνοιξη του 1912 στο γραφείο του Bertrand Russel, και τα δυο χρόνια πριν τον μεγάλο πόλεμο ήταν όσο το δυνατόν περισσότερο μαζί. Τους συνέδεαν το κοινό ενδιαφέρον για λογικά προβλήματα και η αγάπη για τα ταξίδια, που τους οδήγησε στην Ισλανδία και Νορβηγία. Περί της σεξουαλικής επαφής με τον «αδελφό και φίλο» δεν υπάρχουν ενδείξεις ούτε φυσικά αποδείξεις. Ο Wittgenstein ήταν για τον Pinsent «αγαπητός συνοδοιπόρος», η καταθλιπτική αυτομεμψία του οποίου και οι νευρωτικές του τρέλες εξέθεσαν την φιλία τους πολλές φορές σε μεγάλη δοκιμασία, «κι’ ας είναι τόσο ευγενικός και αξιαγάπητος»35.
Το ερώτημα αν ο Wittgenstein ήταν ομοφυλόφιλος προωθήθηκε κυρίως από τον William W. Bartley III, ο οποίος επικεντρώνεται κυρίως στα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια, κατά τα οποία ο Wittgenstein βρίσκονταν στην πιο άσχημη κατάσταση της ζωής του. Είχε χαρίσει την περιουσία του στις αδελφές του, είχε ταπεινωτικές συγκρούσεις με εκδότες για το Tractatus logico-philosophicus και σκεφτόταν την αυτοκτονία, γιατί η ζωή δεν του άνοιγε προοπτικές. Το ότι γράφτηκε στο σεμινάριο εκπαίδευσης δασκάλων στην Βιέννη, για να γίνει δάσκαλος, ήταν μάλλον μια πράξη απώθησης των προβλημάτων παρά μια στοχευμένη απόφαση. Είχε φύγει από το πατρικό του και ζούσε σε ένα ενοικιαζόμενο σπίτι, κοντά στην περιοχή Praterwiesen, πράγμα που επιτρέπει στον Bartley III να κάνει εντυπωσιακές αποκαλύψεις: «Εκεί έβρισκε βαρβάτους άνδρες, που ήταν διατεθειμένοι να συνευρεθούν μαζί του». Υποτίθεται πως πήγαινε εκεί πολλές φορές την εβδομάδα, «μαστιγωμένος-έτσι το περιγράφει σε κάποιους φίλους- από ένα δαίμονα, τον οποίο δεν μπορούσε να νικήσει»36. Ο Bartley III δεν αναφέρει ονόματα μαρτύρων και δεν παραθέτει ενδείξεις. Ως απόδειξη αναφέρει μόνο αποσπάσματα από ένα γράμμα που στις 30 Μαΐου 1920 ο Wittgenstein έστειλε στον Paul Engelmann, με τον οποίο γνωρίστηκε το 1916 στην σχολή πυροβολικού. Γιατί και στο γράμμα αυτό «περιέχυσε» συναισθηματικά τον φίλο του: «Τον τελευταίο καιρό αισθάνομαι άσχημα. Φυσικά λόγω της κατωτερότητας και κακίας μου. Σκέφτομαι διαρκώς να θέσω τέρμα στη ζωή μου, και τώρα πάλι τριγυρίζει μέσα αυτό. Έχω βυθιστεί εντελώς. Ελπίζω πως εσείς δεν περνάτε έτσι. Θα μπορέσω να αναρθωθώ; Θα δούμε»37.
Ο Paul Engelmann όμως είναι ακατάλληλος ως μάρτυρας της ομοφυλοφιλίας του Wittgenstein. Ήξερε πως η αυτομεψία αυτή δεν αφορούσε σεξουαλικά παραστρατήματα, αλλά εξέφραζε τον φόβο της αποτυχίας στις  ηθικές απαιτήσεις που ο ίδιος είχε θέσει. Ιδιαίτερα κατά την αβέβαιη εποχή μετά τον πόλεμο αισθανόταν χαμένος και συγχυσμένος. 

Συνεχίζεται