Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γέροντας Αιμιλιανός Σιμωνοπετρίτης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γέροντας Αιμιλιανός Σιμωνοπετρίτης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 22 Ιουνίου 2026

Γέροντας Αιμιλιανός Σιμωνοπετρίτης για τον Όσιο Σωφρόνιο Ζαχάρωφ (1994).

                            

Όποτε ήθελα να περπατήσω στην αυλή του μοναστηριού στο Μάλντον (Έσσεξ), ήταν αδύνατο να αποσπαστώ από την σεβάσμια αγκαλιά του σεβάσμιου Ηγουμένου Σωφρονίου († 1993). Άγιος, ευαίσθητος, άνοιγε την πατρική του καρδιά σε όλους όσους έρχονταν εκεί. Ο μακάριος ηγούμενος έλεγε: «Να είστε τέλειοι, όπως ο Πατέρας μας είναι τέλειος» (Ματθ. 5:48)· και ο ίδιος ζούσε αυτή την τελειότητα, δηλαδή προσευχόταν βαθιά.

Ο γνωστός Γέροντας Σωφρόνιος, ο οποίος τώρα έχει περάσει από τη ζωή στη ζωή, κοινοβίτης, ασκητής και πνευματικός πατέρας του Αγίου Όρους, είναι αθάνατος απόγονος του μακαριστού Αγίου Σιλουανού († 1938), του οποίου τη βιογραφία συνέθεσε με υπέροχη πνευματική διορατικότητα και άφησε ως κληρονομιά στο πλήρωμα της Εκκλησίας. Ο Γέροντας Σιλουανός είναι αυτός που κάλεσε τον σεβάσμιο γέροντά μας, λέγοντας: «Κράτα τον νου σου στην κόλαση και μην απελπίζεσαι».

Η εποχή μας χρειαζόταν τον ασκητισμό και τις μυστικές εμπειρίες των πατέρων μας· και ο λόγος του γέροντά μας ήταν τόσο αυθεντικός όσο ο λόγος του Αγίου Σιλουανού.

Ω! Ο ίδιος ο Γέροντας Σιλουανός κατάλαβε ότι η απάθεια — που είναι απαραίτητο στοιχείο για εμάς — εξαρτάται από τα Ορθόδοξα δόγματα και την καθημερινή προσευχή· τόσο περισσότερο ο ηγούμενός μας, που τώρα ζει με τους αγγέλους και τους αγίους ως οικουμενικός πατέρας, και που φύλαξε τις εμπειρίες του στην καρδιά του μέχρι το τέλος, το κατάλαβε.

Μακάριοι όλοι όσοι λάβαμε ή θα λάβουμε το τίμιο όνομά του, του Σιλουανού του Αθωνίτου, επειδή το έλεος και η ευλογία των αγίων γεμίζουν ολόκληρη τη γη και ανασταίνουν τους νεκρούς, αφού ο νικηφόρος Κύριος ζωοποιεί όσους τα δέχονται.

Πόσα θαύματα του Αγίου Πνεύματος δεν βλέπουμε στη ζωή του Αγίου Σιλουανού, που έζησε όπως οι άγιοι του παρελθόντος, με αγάπη για την εργασία, «φρεσκάδα», φυσικότητα και θάρρος ψυχής, από τα οποία μετέχουμε και χαιρόμαστε.

Αλλά εδώ βλέπουμε ακόμη περισσότερα! Ο πατέρας μας, ο ηγούμενος Σωφρόνιος, τον οποίο αγαπήσαμε πολύ. Ναι, ο λόγος και τα έργα του είναι άξια πίστης.

Οι λαμπρότητες, τα σύννεφα, οι διάφορες κακουχίες, και ιδιαίτερα η συμμετοχή του στη ζωή του Αγίου Σιλουανού έγιναν η αποκάλυψη της παρέμβασης του Θεού στον άνθρωπο. Ο άγιος ηγούμενός μας υπέφερε, έκλαιγε· η καρδιά και το στήθος του ήταν μυστηριώδη βάσανα. Πέρασε από οδυνηρά μονοπάτια, σε θλίψη και υπομονή. Πώς; Η δύναμη του αγίου είναι η χάρη του Θεού. Σε όλα αυτά, «υπέστη θεία πράγματα» και με κενωτική αγάπη μας παρέδωσε τις ανείπωτες καταστάσεις των φανερώσεων του Θεού στο άκτιστο φως. «Άνοιξε το στόμα σου, και θα το γεμίσω» (Ψαλμός 80:11). Αυτό είπε ο ηγούμενος Σωφρόνιος, και έτσι έγινε.

Η κακή του υγεία δεν τον εμπόδισε να βασανίζει οικειοθελώς το σώμα του, ώστε δίνοντας αίμα να πάρει το πνεύμα και να μοιραστεί το φως του Χριστού με τα πλήθη των πιστών, που τον πλησίαζαν με απόλυτη εμπιστοσύνη. Και ποιος δεν θα ήθελε, ακόμη και στη σιωπή και την ηρεμία, να πιει από αυτές τις πηγές που σιωπηλά ανάβλυζαν νερό και αίμα;

Από αυτή την «προσωπική γνώση του Ζωντανού Θεού», η οποία, όπως γράφει ο ίδιος, είναι «ένα ασύγκριτο δώρο», ο Ηγούμενος Σωφρόνιος ζωγράφισε την εικόνα της αληθινής χριστιανικής ζωής και ενστάλαξε την αγάπη του Θεού, η οποία περιβάλλει ολόκληρη την κτίση, σε εκατοντάδες και χιλιάδες ψυχές που τον γνώρισαν και γεννήθηκαν στη ζωή από αυτόν και που τον ομολογούν ως «άνθρωπο πλήρη Αγίου Πνεύματος» (πρβλ. FA 6, 5), έναν αυθεντικό μάρτυρα των καρπών της εμπειρίας τής εν Χριστώ ζωής.

Πέμπτη 5 Μαρτίου 2026

Όπου ο θησαυρός μας εκεί και η καρδιά μας … Θέλεις να μάθης πόσο κοστίζει , πόσο αξίζει η ζωή σου για τον Χριστόν, για τον ουρανό ; Όσο τον διψάς , όσο σε αυτόν έχεις την καρδιά σου, τόσο κοστίζει …

 

Θυμάμαι, όταν είχα πάει κάποτε στο Άγιον Όρος, μέσα σε έναν πυκνά δενδροφυτευμένο τόπο, βλέπω από μακριά κάποιον ασκητή, ο οποίος προχωρούσε ψάλλοντας. Ενώ έψαλλε, από ώρα σε ώρα έκανε μία βαθειά μετάνοια, προσκυνούσε, σηκωνόταν και πάλι προχωρούσε.

Μου έκανε εντύπωση. Ποιον άραγε προσκυνούσε; Τρέχω μέσα από τα δένδρα, τον φθάνω, τον σταματώ. – Γέροντα, ποιόν προσκυνάς στον δρόμο;
– Μα, παιδί μου, δεν τον βλέπεις;
– Ποιόν;
– Τον Χριστόν. Τουλάχιστον, αν δεν τον βλεπης, δεν τον νοιώθεις ότι είναι μπροστά σου; μου απήντησε εκείνος.


Αγαπητοί μου, οι άνθρωποι έλεγαν παλαιότερα το όνομα του Χριστού ή το άκουγαν και βούρκωναν τα ματιά τους, άρπαζαν φωτιές τα στήθη τους, έπεφταν στα γόνατά τους.

Εμείς γιατί; Γιατί, Θεέ μου, τόσο λίγο σε σκεπτόμαστε και τόσο λίγο συγκινούμεθα από σένα; Γιατί τόσο σπάνια σε ποθούμε;

Όπου ο θησαυρός μας εκεί και η καρδιά μας , λέγει η Αγία Γραφή. Σαν να λέμε : Θέλεις να μάθης πόσο κοστίζει, πόσο αξίζει η ζωή σου για τον Χριστόν, για τον ουρανό ; Όσο τον διψάς, όσο σε αυτόν έχεις την καρδιά σου, τόσο κοστίζει .

Ένας άλλος ασκητής τα τελευταία χρόνια, πόσες φορές, όταν ελειτούργει, εχρειάζετο ώρας ολοκλήρους, διότι τον επεσκέπτοντο οι άγιοι και μαζί του συλλειτουργούσαν και καθυστερούσε και έβγαζε έξω τα καλογέρια, δια να είναι μόνος του και να μη εκπλήσσωνται. Και όταν τελείωνε η έκστασις, άνοιγε την πόρτα και έλεγε «Να συνεχίσωμε την λειτουργίαν».

Αιμιλιανος Σιμωνοπετρίτης

πηγή

Όπου ο θησαυρός μας εκεί και η καρδιά μας … Θέλεις να μάθης πόσο κοστίζει , πόσο αξίζει η ζωή σου για τον Χριστόν, για τον ουρανό ; Όσο τον διψάς , όσο σε αυτόν έχεις την καρδιά σου, τόσο κοστίζει … | Οδοιπορούντες Αγίου Συμεών Του Νέου Θεολόγου

Δευτέρα 19 Ιανουαρίου 2026

Ἕνα τεκμήριο,γιά νά καταλάβης ἐάν ἔχης νικήσει τίς αἰσθήσεις σου, [πού] εἶναι ἡ καρδιά...

 Γέρων Αιμιλιανός Σιμωνοπετρίτης


 Ρεμβάζει ἡ καρδιά σου; ἔχεις δηλαδή ἐπιθυμίες; ἀναλογίζεσαι, νά εἶχα αὐτό, νά ἔκανα ἐκεῖνο; ὁ λογισμός σου καί ἡ φαντασία σου πηγαίνουν πότε ἀπό ἐδῶ καί πότε ἀπό ἐκεῖ; Ἐάν ναί, αὐτό σημαίνει ὅτι δέν ξέρεις νά συγκρατῆς γερά τήν καρδιά σου, δέν ξέρεις νά τήν κατέχης, νά τήν περιορίζης, δέν κυριαρχεῖς στό λογιστικό σου, ὁπότε ζῆς μία παρά φύσιν ζωή.
Γιατί; ''Ἡ πρᾶξίς σού ἐστιν ἡ ἕλκουσα αὐτήν εἰς τό ρέμβασθαι.''
  Ὁταν δέν κυριαρχῆς στήν καρδιά σου, ἤτοι στίς ἐπιθυμίες σου καί στούς λογισμούς σου, δέν εῖναι ἐπειδή ὁ Θεός σέ δοκιμάζει, ἀλλά διότι ἡ πρᾶξις σου, ἡ ζωή σου δηλαδή, τά βιώματά σου, ἡ καθημερινότητά σου, ὁ τρόπος τῆς ζωῆς σου σέ ἐφέλκει εἰς τό ρέμβεσθαι. 
Λένε μερικοί: Λογισμός μοῦ μπῆκε καί μοῦ βγῆκε. Δέν εἶναι τόσο ἀπλό τό γεγονός. Τό ὁτι μπαίνουν μέσα μας καί βγαίνουν λογίσμοί καί ἐπιθυμίες δείχνει ὅτι μπαίνουν καί βγαίνουν ἐλεύθερα οἱ δαίμονες, ὅτι δέν εἴμαστε ἄνθρωποι πού περιφρουροῦμε τό εἶναι μας. Ἡ ζωή μας εἶναι ἀφύσικη, ''παρά φύσιν τοῦ Ἀδάμ'', δέν ζοῦμε ἀληθινά.

Παρασκευή 14 Νοεμβρίου 2025

ΑΚΟΥΕΙ, ΤΟΤΕ, Ο ΕΦΡΑΙΜ Ο ΚΑΤΟΥΝΑΚΙΩΤΗΣ ΤΗΝ ΙΔΙΑ ΤΗΝ ΥΠΕΡΑΓΙΑ ΘΕΟΤΟΚΟ ΝΑ ΤΟΥ ΑΠΟΚΡΙΝΕΤΑΙ ΜΕΣΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΙΚΟΝΑ ΤΗΣ: «ΒΡΗΚΕΣ ΔΕΥΤΕΡΟΝ ΓΕΡΟ ΙΩΣΗΦ. ΜΙΛΑ!»


”Οι δύο φλόγες που δε χώρισαν ποτέ..”

Ο Γέρων Αιμιλιανός ήταν είκοσι δύο χρόνια μικρότερος από τον παπά Εφραίμ τον Κατουνακιώτη, κι όμως η Υπεραγία Θεοτόκος είχε κρίνει ότι εκείνος ο ιερομόναχος ήταν σε θέση να αντιληφθεί τα βιώματα του σπουδαίου αγιορείτη…
κι όπως αργότερα εξομολογούνταν ο παπά Εφραίμ: «Οι καρδιές μας έγιναν ένα και συναντιόμαστε σαν δύο φλόγες που ανεβαίνουν στον ουρανό!».

Στην πρώτη εντύπωση, ο παπά Εφραίμ είχε παρεξηγήσει τον μετέπειτα Γέροντα Αιμιλιανό τον Σιμωνοπετρίτη. Τον είχε δει κάπως καλοφτιαγμένο, του φάνηκε κάπως «σιδερωμένος», ατσαλάκωτος που λέμε, έμοιαζε κάπως σαν πριγκιπόπουλο, ώστε είπε από μέσα του:
«Ε, καλά, ένας παπάς σαν τους άλλους που ήρθε να συζητήσουμε για προσευχή! Με σιδερωμένα ράσα και πουκάμισο! Άντε, να του δώσω ένα λουκούμι και να φύγει!».

Ο Γέρων Αιμιλιανός, έτσι όπως ήταν από τη φύση του καλοσυνάτος, ευγενής, ολόλαμπρος, έβγαλε με σεμνότητα τον σκούφο του, καθήμενος σεβαστικά απέναντι στον Γέροντα Εφραίμ.
«Είμαι ηγούμενος στα Μετέωρα» συστήθηκε ο Γέρων Αιμιλιανός. Φαινόταν ότι είχε έρθει με λαχτάρα για να συζητήσει με τον παπά Εφραίμ περί νοεράς προσευχής.
«Στα Μετέωρα πολύς κόσμος» αποκρίθηκε ο παπά Εφραίμ, ίσως ακόμη με μία άρνηση μέσα του για εκείνον τον απρόσμενο επισκέπτη. «Να έρθετε στο Άγιον Όρος» προτίμησε να πει.
Κάτι, όμως, ειδοποιούσε τον παπά Εφραίμ, μέσα του ενδομύχως, ότι κάπως είχε αδικήσει στην κρίση του εκείνον τον νεαρό ηγούμενο από τα Μετέωρα, ο οποίος, εξάλλου, είχε κοπιάσει αρκετά, μαζί με άλλους δύο, για να έρθουν σε συνάντηση μαζί του.
«Μήπως τον αδικώ τον άνθρωπο;» συλλογίστηκε ο παπά Εφραίμ. Πήγε να φέρει το λουκούμι για το κέρασμα, ενώ μέσα του βαρούσε μία πολύ βαριά αμφιβολία.

«Και δεν παίρνω μια πληροφορία;» είπε για να σιγουρευτεί.

Πήγε ο παπά Εφραίμ παραμέσα στο εκκλησάκι του, στην εικόνα της Παναγίας, έχοντας βάλει για σκοπό να πάρει οπωσδήποτε «πληροφορία» περί του πατρός Αιμιλιανού, αυτουνού του μουσαφίρη του απέξω, του ατσαλάκωτου απ’ τα Μετέωρα.
Έκανε δυο, έκανε τρεις μετάνοιες ο παπά Εφραίμ, είπε μετά προς τη Θεοτόκο:

«Παναγία μου, να του μιλήσω, ή θα χάσω τα λόγια μου;».
Ακούει, τότε, ο Εφραίμ ο Κατουνακιώτης την ίδια την Υπεραγία Θεοτόκο να του αποκρίνεται μέσα από την εικόνα Της:
«Βρήκες δεύτερον Γέρο Ιωσήφ. Μίλα!» του λέει.

[Αναφέρονταν η Θεοτόκος στον μακάριο Γέροντα Ιωσήφ τον Ησυχαστή, τον αετό των αετών του Αγίου Όρους κατά το πρώτο ήμισυ του 20ου αιώνος και εκλιπόντα πνευματικό πατέρα του παπά Εφραίμ].

Αναστατώθηκε ο παπά Εφραίμ. Ω, ίδρωσε! Τρόμαξε. «Ω, εγκλημάτησα κατά του εαυτού μου!» είπε με τρομάρα. Έτρεξε έξω, πήρε μαζί του τον πατέρα Αιμιλιανό και τον έχωσε μέσα στο εκκλησάκι.
Θα πρέπει να συζήτησαν κάμποσες ώρες μεταξύ τους και από τότε δε χώρισαν ποτέ τους.
Ο παπά Εφραίμ ο Κατουνακιώτης έλεγε συχνά γι’ αυτόν τον θεόσταλτο των Μετεώρων: «Βρήκα τον απολεσθέντα Γέροντά μου, έναν άλλο Γέρο Ιωσήφ, τον χρυσόγλωσσο και σεβαστό Γέροντα Αιμιλιανό!».

Άλλοτε, είπε για τον Αιμιλιανό: «Αυτός, παιδί μου, είναι ευωδία»

– Γέρων Αθανάσιος Σιμωνοπετρίτης, Ομιλία για τον Γέροντα Εφραίμ τον Κατουνακιώτη και άλλους σπουδαίους Γέροντες της Ορθοδοξίας στη Σχολή Γονέων Ανοικτού Πανεπιστημίου Κατερίνης, Δευτέρα 11 Φεβρουαρίου 2008

.πηγή – Γέροντας Εφραίμ Κατουνακιώτης, Έκδοση Ι. Ησυχαστηρίου «Άγιος Εφραίμ» Κατουνάκια Αγίου Όρους, Α’ Έκδοση, 2000, σ. 91-92

Τρίτη 7 Οκτωβρίου 2025

Μακαριστός Γέροντας Αιμιλιανός Σιμωνοπετρίτης: Τρία πράγματα δυσκολεύεται ο άνθρωπος να αποκτήσει

                                   Μπορεί να είναι ασπρόμαυρη εικόνα
Τρία πράγματα δυσκολεύεται ο άνθρωπος να αποκτήση, όχι επειδή αυτά καθ’ εαυτά είναι δύσκολα, αλλά επειδή εμείς οι ίδιοι τα κάνομε δύσκολα, διότι συγκρούονται με το εγώ μας.
Αυτά όμως φυλάσσουν τις αρετές και είναι: το πένθος, το δάκρυ για τις αμαρτίες και η μνήμη του θανάτου.
Το πένθος είναι το βάθρο της καρδιάς, είναι η χαρμολύπη που δημιουργείται από την ενδοστρέφεια και την ενότητα του νου και από την αίσθηση του ποιος είμαι ενώπιον του Κυρίου. Το πένθος είναι η φυσική γαλήνη της ψυχής, στην οποία ο Θεός μπορεί να δη τον εαυτό του. Οι πενθούντες μακαρίζονται από τον ίδιο τον Κύριον.
Το “κλαίειν επί ταις αμαρτίαις” είναι πιο εξωτερική ενέργεια του ανθρώπου, αλλά αδιάλειπτη ασχολία του, διότι πάντοτε αμαρτάνομε. Και όταν το γνωρίζωμε και όταν δεν το γνωρίζωμε, και όταν πιστεύωμε ότι αμαρτήσαμε, και όταν πιστεύωμε ότι δεν αμαρτήσαμε, το αληθές είναι ότι αμαρτήσαμε και ότι αμαρτάνομε.
Επομένως, το αποφασιστικώτερο που έχομε να κάνωμε, για να γνωρίσωμε τον Θεόν, είναι να κλαίμε τις αμαρτίες μας.
Και “το έχειν προ οφθαλμών τον εαυτού θάνατον”, να έχης μπροστά στα μάτια σου τον θάνατο. Όταν έχεις κάποιον πλάι σου και τον βλέπης πως βασανίζεται, πως χαροπαλεύει, ξέρεις ότι θα πεθάνη. Έτσι και εσύ να ξέρης ότι θα πεθάνεις οπωσδήποτε.
Όλοι οι Πατέρες τονίζουν με χίλιους δύο τρόπους ότι όποιος δεν σκέπτεται ότι θα πεθάνη, είναι ένας ψεύτης έναντι του εαυτού του, διότι αγνοεί την πραγματική γέννηση η οποία τον αναμένει. Μοιάζει με το έμβρυο που δεν σκέπτεται ότι πρέπει να γεννηθή ή που δεν θα γεννηθή ποτέ.
“Το έχεις προ οφθαλμών τον εαυτόν” είναι η ανάπτυξις και η ολοκλήρωσις του εμβρύου. Όταν δεν σκέπτομαι τον θάνατο, είναι σαν να αρνούμαι την έξοδό μου από την μήτρα και την είσοδό μου στον χώρο του φωτός, στον χώρο του Θεού.

“Λόγοι Ασκητικοί”, ερμηνεία στον αββά Ησαΐα εκδ. Ίνδικτος, σελ 202-204

Τετάρτη 1 Οκτωβρίου 2025

ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΙ ΤΟΝ 21ο ΑΙΩΝΑ; π. Αιμιλιανός Σιμωνοπετρίτης

Δημήτρης Γ. Ιωάννου

Ζούμε στην εποχή της νεωτερικότητας, της οποίας τα κυρίαρχα χαρακτηριστικά είναι ότι ο άνθρωπος θεωρεί τον εαυτό του καθολικά χειραφετημένο, απελευθερωμένο από οποιαδήποτε αυθεντία, ακόμη και τον ίδιο τον Θεό. Ο άνθρωπος, σύμφωνα και με τα διδάγματα του Διαφωτισμού, στηρίζεται αποκλειστικά στη δική του λογική και προοδεύει συσσωρεύοντας διανοητική γνώση. Κυριαρχεί και εξουσιάζει τη φύση, ενώ δρα με αυτονομία και αυτοδιάθεση, καθυποτάσσοντας μάλιστα και την ετερότητα. Είναι βέβαια αλήθεια, όπως παρατηρεί και ο Αντόρνο, ότι η λογική της ανθρώπινης απελευθέρωσης μετεξελίσσεται στον Διαφωτισμό βαθμιαία σε αυταρχισμό και καταπίεση.

Η νεωτερικότητα βρίσκεται σε ρήξη με την παράδοση και την θρησκεία. Το μεταμοντέρνο ιδίως άτομο αποθεώνει το εφήμερο και το αποσπασματικό, υπονομεύει την αίσθηση της Ιστορίας ως συνέχειας και προβάλλει την αποσπασματικότητα. Η μεταμοντέρνα συνθήκη μεταβάλλει μάλιστα το εγώ σε ένα σύνολο από σκόρπιες ιδιότητες και πρακτικές, αμφισβητώντας την έννοια της προσωπικής ταυτότητας. Ο ατομισμός παρ’ όλα αυτά κυριαρχεί, αποθεώνεται η πρόσκαιρη προτίμηση του υποκειμένου, η δυνατότητα για κάθε λογής «αυτοέκφραση» και «απελευθέρωση. Το υποκείμενο θηρεύει την πρόσκαιρη ηδονή και αναζητεί την ευτυχία στην ενισχυμένη του θέληση και τον βολονταρισμό, ενώ εξυμνείται ο καταναλωτισμός, καθώς πια εκλείπουν ιδανικά και αξίες. Οι λεγόμενες «μεγάλες αφηγήσεις», τόσο της Ιστορίας όσο και της προσωπικής ταυτότητας και συνέχειας, βάλλονται, για να θεωρηθεί τελικά ο εαυτός ως ένα συνονθύλευμα ατάκτως ερριμμένων αντιλήψεων, πίστεων, πρακτικών και δραστηριοτήτων. Τα μείζονα ερωτήματα της γνώσης απαντώνται με κοσμικούς καθαρά όρους και εξοβελίζεται η μεταφυσική και η θεολογία, ενώ κάθε απάντηση σε ερωτήσεις του τύπου «πώς επιτυγχάνουμε την αληθινή γνώση;» ή «πώς μπορούμε να ικανοποιήσουμε τις ανάγκες μας;» γίνεται αυτομάτως προβληματική και αμφιλεγόμενη. Ο αστικός εκσυγχρονισμός έχει αποκόψει τον άνθρωπο ακόμη περισσότερο από τις παραδοσιακές του ρίζες και καταβολές, οπότε έχουμε να κάνουμε με την διάλυση της κοινότητας και των συλλογικών παραδόσεων. Διακηρύσσεται ότι δεν υπάρχει μία, αλλά πολλές αλήθειες ταυτόχρονα, ενίοτε και σε σύγκρουση μεταξύ τους και η ελευθερία φθάνει να συνδέεται με την αυθαιρεσία, ενώ το άτομο απαγκιστρώνεται από κάθε κοσμική ιερότητα και κοσμολογική τάξη. Η νεωτερική ελευθερία επέβαλε την αίσθηση του παραλόγου του κόσμου, γέννησε τον υπαρξισμό και την θήρευση του παραλογισμού της πραγματικότητας. Περιγράψαμε μόλις την «μεταμοντέρνα συνθήκη».

Ποια πρέπει να είναι η στάση μας απέναντι στην μοντέρνα και μεταμοντέρνα συνθήκη; Μερικοί μιλούν για συμβιβασμό με την μοντερνικότητα και για την ανάγκη η Εκκλησία να υποχωρήσει έναντι των τρεχουσών εξελίξεων. Οι σύγχρονοι φιλοκαλικοί Πατέρες αντιθέτως κάνουν λόγο για την ανάγκη να μην νοθευτεί το γνήσιο χριστιανικό κήρυγμα με την τρέχουσα συγκυρία. Αυτό είναι το αληθινό πρόβλημα. Ο π. Συμεών Κραγιόπουλος μιλά για τον κίνδυνο να εκκοσμικευθεί η Εκκλησία, από τον συμβιβασμό με τον κόσμο. Θα παρουσιάσουμε σύντομα την σχετική διδασκαλία του.

Σύμφωνα με τον συγκεκριμένο θεολόγο, λοιπόν, η παρουσία της χάρης μέσα στην Εκκλησία πρέπει να είναι αισθητή (βλ. το βιβλίο του «Μέσα στην έρημο του κόσμου», Πανόραμα Θεσ/κης, 2009, σελ. 23 κ.ε.) – αυτή είναι η μεγάλη θεολογική αλήθεια, όπως διατρανώθηκε άλλωστε στο Βυζάντιο από τον άγιο Συμεών τον Νέο Θεολόγο και τον άγιο Γρηγόριο Παλαμά κατά τις ησυχαστικές έριδες. Στην πρώτη Εκκλησία, αποστολική και μεταποστολική, η αισθητή χάρη του Αγίου Πνεύματος οδηγούσε στο μαρτύριο. Εκατομμύρια χριστιανοί βασανίστηκαν και μαρτύρησαν, χαίροντες και αγαλλόμενοι, ομολογώντας την πίστη τους στον Χριστό. Η αισθητή χάρη οδήγησε τους πρώτους χριστιανούς στον αγιασμό.

Μετά τον Δ αιώνα ωστόσο τα πράγματα άλλαξαν. Ο Μέγας Κωνσταντίνος έκανε τρόπον τινά επίσημη θρησκεία του κράτους τον χριστιανισμό, οπότε και άρχισε μια συμφιλίωση της Εκκλησίας με τον κόσμο. Άρχισε η εκκοσμίκευση, να τα έχει καλά η Εκκλησία με τον κόσμο. Χάθηκε η αίσθηση ότι η Εκκλησία ήταν κάτι ξένο, ότι είμαστε, κατά την Γραφή, «ξένοι, πάροικοι και παρεπίδημοι εν τω κόσμω».

Η εκκοσμίκευση φυγάδευσε το Άγιο Πνεύμα.
Τότε, μεγάλο ρεύμα χριστιανών κατευθύνθηκε προς την έρημο, γιατί, όπως λέγει ο π. Συμεών, δεν μπορούσε να χωρέσει η ψυχή τους πως είναι δυνατόν να λείπει η αισθητή παρουσία του Αγίου Πνεύματος από τις ψυχές των ανθρώπων. Η καταφυγή στην έρημο είχε ως σκοπό να διαφυλαχθεί το μέγα χάρισμα. Και πράγματι, δόθηκε άφθονη η χάρη του Θεού. Αγίασαν οι άνθρωπο με την νηστεία και την συνεχή προσευχή. Αυτό ακριβώς ισχύει και για την εποχή μας, ότι δηλαδή ο χριστιανός πρέπει να ζει σαν σε έρημο μέσα στον κόσμο. Αν δεν ξεφύγουμε, λέγει ο πατήρ, από αυτό το κοσμικό πνεύμα, που του δίνουμε μάλιστα και χρώμα χριστιανικό -να είμαστε «ευγενικοί» και «πολιτισμένοι» άνθρωποι-, αν δεν πάψουμε να έχουμε εμπιστοσύνη σε αυτό, δεν θα μπορέσουμε να γίνουμε αληθινά πνευματικοί άνθρωποι. Το Άγιο Πνεύμα θα το λάβει όποιος με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, ανάλογα με την ψυχοσύνθεση, τον χαρακτήρα και την κοινωνία μέσα στην οποία ζει, θα παραδοθεί στον Θεό με πολλή εμπιστοσύνη και θα αφήσει τον Κύριο να ενεργήσει στην ψυχή του. Ο χριστιανός είναι ο αληθινός άνθρωπος.

Στο σημείο αυτό πρέπει να πούμε ότι δεν είναι άλλο το Ευαγγέλιο για τους μοναχούς και άλλο για τους λαϊκούς. Ποιο είναι το αυθεντικό χριστιανικό πνεύμα; Θα καταφύγουμε προς απάντηση στο βιβλίο του πατρός Αιμιλιανού Σιμωνοπετρίτη, ενός άλλου αληθινά φιλοκαλικού Πατέρα της Εκκλησίας, ο οποίος στο βιβλίο του «Περί Αγάπης- Ερμηνεία στον Άγιο Μάξιμο» (Ίνδικτος, Αθήνα 2015), απευθύνεται με τις ομιλίες του μεν στους μοναχούς, στην πραγματικότητα ωστόσο το έργο του αφορά κάθε χριστιανό. Θα παρουσιάσουμε την σχετική θεολογία του π. Αιμιλιανού, που φαίνεται, όπως είπαμε, να αφορά, έτσι όπως είναι διατυπωμένη, τους μοναχούς, ενώ στην συνέχεια θα δούμε, και πάλι μέσα από την θεολογία του π. Συμεών Κραγιόπουλου, πως όλο αυτό το μοναχικό «πνεύμα» και η άσκηση αφορούν στην πραγματικότητα και τους λαϊκούς. Όπως παρατηρεί ο π. Νικόλαος Λουδοβίκος;;;;, προλογίζοντας το βιβλίο, στην πραγματικότητα το πνεύμα του Αγίου Μαξίμου είναι ευχαριστιακό, καθώς ο άγιος μιλά για την προσευχή, που είναι κοινωνία με τον Θεό, και αγάπη. Περνάμε τώρα πιο εξειδικευμένα στην θεολογία του π. Αιμιλιανού. Η αγάπη λοιπόν είναι συνάφεια, ένωση με τον Θεό (βλ. σ. 23 κ.ε.), η οποία ένωση πρέπει να γίνει διά του νου. Ο π. Αιμιλιανός μιλά για την απερίσπαστη προσευχή, την προσευχή δηλαδή που γίνεται με τον νου αφοσιωμένο τελείως στον Θεό, χωρίς να «περισπάται» από δω και από κει, τήδε κακείσε. Ο αγαπών, ο ερών, αφοσιώνεται πλήρως στον ερώμενο. Η γνήσια αγάπη, λοιπόν, λέγει ο πατήρ φέρνει την απερίσπαστη προσευχή. Κάθε επιθυμία, θέλημα ή ανάμνηση που «διαξιφίζει» το νοερό, όταν προσεύχεται, είναι «νόθο τέκνο», δεν προέρχεται από τον Θεό. Η φυσική στροφή του νου είναι αυτή προς τον Θεό και σκοπός της απερίσπαστης προσευχής ο «μυστικός γάμος» με τον Θεό.

Η προσευχή μας ενώνει, κατά τον π. Αιμιλιανό, με τον Θεό, είναι η περιχώρησή μας εν τω Θεώ, ο εξαφανισμός μας, με την ορθόδοξη έννοια, τρόπον τινά υπό του Θεού, το να γίνουμε ένα μαζί Του. Πρέπει να διψάμε να «εξαφανιστούμε» μέσα στον Θεό- θα δούμε , επαναλαμβάνω, πώς όλα αυτά εφαρμόζονται στους λαϊκούς. Υπάρχει, λέγει ο πατήρ, ανάγκη για τέλεια «κενότητα» του νου, τα πάντα για αυτόν να έχουν απωλεσθεί, να έχουν βουτηχτεί στην άβυσσο της άγνοιας και της λήθης – ο νους να μην έχει τίποτε εντός του, να είναι έτοιμος να υποδεχθεί τον Θεό. Τα πάθη ωστόσο περισπούν την προσευχή, και αναφέρονται ως παραδείγματα η επιθυμία, η λύπη, η οργή και η μνησικακία. Κάθε επιθυμία, ακόμη και οι καλές, είναι εμπόδιο όταν θέλει να ενωθεί κανείς με τον Θεό, ενώ η λύπη δημιουργείται όταν δεν γίνεται αυτό που νομίζω ή που πιστεύω εγώ, όταν δεν ζω όπως το θέλω εγώ. Η οργή είναι «το πλήγωμα του άλλου, το σημάδεμα… Η ουσία είναι ότι το ότι αντιτιθέμεθα προς τον άλλον, το ότι έχουμε μια φορά εναντίον του άλλου». Για την μνησικακία λέγεται ότι είναι «ο οριστικός χωρισμός μου από τον άλλον, γι’ αυτό, όποιος μνησικακεί είναι αδύνατον να νιώθει αγάπη, ευτυχία, συμπάθεια». Είναι ανάγκη ο άνθρωπος να καταφρονήσει εκείνο προς το οποίο τείνει, την γνώμη του, την επιθυμία του. Κάτι τέτοιο δεν πρέπει να γίνεται με άγχος, που πνίγει την ψυχή, αλλά αποτελεί «μία ελεύθερη ενέργεια και μία άνεση της ψυχής». Ο π. Αιμιλιανός, όπως έχουμε αναπτύξει αλλού, τονίζει ιδιαιτέρως ότι ο δρόμος για τον Θεό περνά από τον δρόμο για τον άλλον άνθρωπο. Θα πρέπει –πλην αμαρτίας- να συμπεριπατήσω με τον άλλον, να έλθω σε πληρότητα σχέσεως μαζί του, σε αγαπητική διάθεση απέναντί του. Χρειάζεται, λέγει παραδόξως, «να καταφρονήσω αυτό που έχω και σκέπτομαι εγώ, και να φρονήσω σύμφωνα με εκείνο που φρονεί ο άλλος»- και πάλι πλην αμαρτίας. Αυτό διευκρινίζει ότι σημαίνει πως όταν βρίσκομαι μαζί με τον άλλον ακολουθώ τη σκέψη και το θέλημά του, εκτός από την αμαρτία. Έτσι επέρχεται σιγά σιγά η άρνηση του δικού μου εγώ, η αποκοπή από τον εαυτό μου, και η πλήρωσή μου από τον Θεό. Και ο Θεός, γράφει ο π. Αιμιλιανός, δεν μπορεί να συνυπάρξει με κάτι άλλο- είναι ζηλωτής, ζηλιάρης. Αλλά και το κάτι άλλο δεν ανέχεται τον Θεό, διότι έχει απόλυτη σχέση με τον εαυτό μας. Εγώ και ο Θεός, λέγει ο πατήρ, δεν χωράμε μαζί μέσα μας. Αν δύο καρπούζια δεν χωράνε σε μια μασχάλη, πολλώ μάλλον δύο Θεοί δεν χωράνε σε ένα μυαλό και μία καρδιά.

Δεν πρέπει να ερχόμαστε αντιμέτωποι με τα πάθη, διδάσκει ο πατήρ Αιμιλιανός. Αυτό το κάνει η χάρη του Θεού.

Εμείς απλά πρέπει να αρνηθούμε τον εαυτό μας, το είναι μας, το θέλημά μας, τη γνώμη μας. Όταν όντως μισήσουμε τον εαυτό μας και συνδεθούμε με τους άλλους και τους αγαπήσουμε, τότε ο Θεός θα μας χαρίσει την απάθεια. Και πριν συμβεί αυτό, πρέπει να ανακαλύψουμε τα πάθη μας, διότι διαφορετικά θα δέσουν το νου μας με τα υλικά πράγματα.

Η θεία αγάπη αλλάζει τον άνθρωπο. Φυσιολογικά, οδηγείται κανείς σε μια αντίληψη καθαρά εσχατολογική. Όταν έχει κανείς τη θεία αγάπη, δεν θέλει να ζει το παρόν, τον ενδιαφέρει μόνο το μέλλον. «Άνθρωπος απασχολημένος, βιαστικός, δραστήριος, άνθρωπος προβληματισμένος, στενοχωρημένος, είναι χωρίς Θεό, διότι ο νους του είναι αλλού», διδάσκει ο πατήρ.

Ο άγιος Μάξιμος άρχισε λοιπόν από την αγάπη του Θεού, μας πήγε στην προσευχή, μετά στο νου, και μετά αναφέρθηκε στα αισθητά. Από τα αισθητά, ήτοι γεγονότα και προβλήματα, ανακαλύψαμε τα πάθη, που δεσμεύουν την ψυχή με την ζωή και εν γένει με τον υλικό κόσμο. «Πώς να σπάσω τα δεσμά μου με τα υλικά πράγματα»; ρωτά ο π. Αιμιλιανός. «Τηρώντας τις εντολές», είναι η απάντηση, οικειοποιούμενοι δηλαδή το θείο θέλημα. Οι θείες εντολές είναι προβολή του Θεού προς τα έξω, κάτι που εξέρχεται από τον Θεό ως ένα θεϊκό στοιχείο, με το οποίο πρέπει να ενωθεί η βούλησή μας. «Εργαζόμενος τις θείες εντολές, εισχωρώ τρόπον τινά στο σχέδιο και στο έργο του ίδιου του Θεού, συμπορεύομαι μαζί Του», λέγει ο Γέροντας. Η βούλησή μου, προσθέτει, χρειάζεται απ’ αρχής να απορροφηθεί –με την ορθόδοξη έννοια- από τη βούληση του Θεού. Έργο των εντολών, προσθέτει, είναι η συνάντησή μας, η συνεύρεσή μας με τον Θεό, με αυτό που Εκείνος σκέπτεται και συσκέπτεται εν τη Αγία Τριάδι. Συνταυτίζεται τότε κανείς με τον Θεό. «Το έργο των εντολών λοιπόν είναι η απόδοσις των δικαιωμάτων του Θεού, αυτού που ανήκει εις τον Θεόν∙ είναι , θα λέγαμε, η συνταύτισίς μου, η συνέρευσίς μου με τον Θεό, με αυτό που εκείνος σκέπτεται και συσκέπτεται εν τη Αγία Τριάδι. Η ηθική ζωή, η εφαρμογή των εντολών του Θεού δεν είναι: κάνω αυτό, δεν κάνω εκείνο, απαγορεύεται αυτό, απαγορεύεται εκείνο∙ ουσιαστικώς είναι ένα πλήρωμα ζωής εν Θεώ, αλλά στην καθημερινή μας βίωση έχει το στοιχείο της οικειώσεως του βουλήματος του Θεού, της αποδόσεως των δικαιωμάτων του Θεού και της ενεργείας καθ’ ον τρόπον ‘‘εργάζεται έως άρτι ο Θεός’’» (σ.49).

Η τήρηση των εντολών του Χριστού κάνει «ψιλά τα των πραγμάτων νοήματα», δηλαδή τους αφαιρεί την ικανότητά τους να ενοχλούν και να σκανδαλίζουν και τα πάθη δεν δημιουργούν ιδιαίτερη φανταστική αίσθηση. Κατόπιν ο π. Αιμιλιανός μιλά για την οδό της αναγνώσεως και της θεωρίας. Πρόκειται για την ενασχόληση αποκλειστικά με νοήματα πνευματικά, με την καλλιέργεια πνευματικών νοημάτων. Θεωρία είναι η εσωτερική στροφή του πνεύματος προς τον Θεό και η αποκάλυψη του Θεού μέσα μας. Η θεωρία προϋποθέτει θεία ενέργεια. Τότε μιλά κανείς και για τα δόγματα βιωματικά και όχι αφηρημένα και διανοητικά. Ο δρόμος αυτός κάνει τον νου «ανείδεο», χωρίς σχήμα, χωρίς μορφή, γυμνό, τον απαλλάσσει από κάθε νόημα ώστε να χωρέσει ο Θεός μέσα του. «Όταν με την ανάγνωσί μου γνωρίζω τον Θεόν, γνωρίζω κυρίως τα περί του Θεού. Όταν όμως έρχεται ο Θεός και με συναντά και κάνει το πνεύμα μου να ψηλαφά τους ήλους, τα σημάδια της θείας οικονομίας και τις ανταύγιες της τριαδικότητας, τότε έρχομαι σε προσωπική σχέση μαζί Του και τότε απεργάζεται άυλο και ανείδεο τον νου μου, του αφαιρεί όλα τα βάρη» (σ.54). Ο πατήρ Αιμιλιανός διευκρινίζει: «Βεβαίως, αυτοί οι δυο δρόμοι έχουν σχέση με την μοναχική ζωή, αλλά το έργο των εντολών προσιδιάζει κυρίως στους κοσμικούς ανθρώπους. Τους βγάζει μέσα από τη λάσπη, αλλά τους αφήνει επάνω στο χώμα. Έτσι, ζουν μέσα στα χρήματα, στα κτήματα, με την γυναίκα, τα παιδιά, χωρίς αυτό να είναι αμαρτία» (σ.55). Ο π. Αιμιλιανός, απευθυνόμενος σε μοναχικό ακροατήριο, τονίζει ιδιαίτερα την αξία της μοναχικής ζωής, αλλά στην πραγματικότητα, επαναλαμβάνουμε, μέσα από το έργο του π. Συμεών Κραγιόπουλου, θα κατανοήσουμε πώς και η ουσία της μοναχικής ζωής μπορεί να βιωθεί και μέσα στον κόσμο. Και ο πατήρ συνεχίζει: «Εξαιτίας του ότι η ανάγνωσις και η θεωρία κάνουν τον νουν ανείδεον και άυλον, δηλαδή τον αδειάζουν, μας χαρίζεται η απερίσπαστος προσευχή και δι’ αυτής η αγάπη του Θεού. Η θεωρία δεν είναι φαντασίες και οράματα, αλλά ένας εσωτερικός φωτισμός, ένας υετός της χάριτος που πέφτει επάνω στον νου του ανθρώπου και τον κατακλύζει» (σ.55). Και συνεχίζει: «Τότε καταλαβαίνω εσωτερικά και βιωματικά τι σημαίνει χάρις και προιξ, δηλαδή δωρεά και χάρισμα. Διότι, αυτό που ουδέποτε μπορούσα να κάνω μόνος μου, με χιλιάδες αγώνες, αιφνιδίως το βρίσκω μέσα μου, το βλέπω να υπάρχει. Ποιος μου το έβαλε εδώ μέσα; Εγώ δεν το είχα, ούτε το κατόρθωσα, ούτε το μπορούσα. Πώς συνέβη; Αυτό είναι η αποκάλυψη του νου μπροστά στο γεγονός που λέγεται χάρις, δωρεά, πνεύμα, χάρισμα. Αιφνιδίως δηλαδή ανακαλύπτω πως είμαι ένας χαρισματούχος» (σ. 56). Ο άνθρωπος αντιλαμβάνεται ότι αυτό δεν είναι δικό του έργο, οπότε μένει ταπεινός, δεν επαίρεται, δεν υπερηφανεύεται.

Στην συνέχεια, σχολιάζοντας άλλο εδάφιο του αγίου Μαξίμου, ο π. Αιμιλιανός λέγει ότι πρέπει να ελευθερωθεί κανείς από τα πάθη του νοερού, τα πάθη από τα οποία πάσχει κυρίως ο νους, τα πνευματικότερα πάθη. Δεν αρκεί για αυτό το έργο η «πρακτική μέθοδος», η τήρηση των εντολών του Θεού, με την έννοια της ανθρώπινης προσπάθειας. «Για να ελευθερωθεί ο νους σου από τα πάθη, ώστε να μπορέσει να επιτύχει την απερίσπαστο προσευχή, χρειάζεται να ανέλθει και στις πνευματικές θεωρίες∙ πρέπει δηλαδή να έρθει η χάρη του Θεού να απαντήσει στον κόπο του εργάτη των εντολών, να τον ανεβάσει με τις θεωρίες και να τον κάνει ικανό να δεχθεί την πνευματική ζωή. «Όσο περισσότερες είναι οι αναγνώσεις και οι θεωρίες του νου, τόση είναι και η κάθαρσις την οποία αποκτά, και η αγάπη και το απερίσπαστο» (σ.58).

«Πρέπει λοιπόν, λέγει ο πατήρ, να έχω μια διάδοχη πνευματικών θεωριών. Χρειάζονται πνευματικές εσωτερικές εμπειρίες του Θεού, αποκαλύψεις που κάνει ο ίδιος ο Θεός στον άνθρωπο, ώστε η αποκάλυψις γινόμενη μέσα μου, να γίνει κάτι το δικό μου, κάτι που το καταλαβαίνω και το γνωρίζω, που το κατέχω και το αγαπώ∙ Αυτό σημαίνει δικό μου. Αυτό δε που αγαπώ και το κατέχω, που το καταλαβαίνω και το νοιώθω και μου αρέσει, είναι προφανώς ο ίδιος ο Θεός. Έτσι η ζωή μου συνάπτεται με την ζωή του Θεού» (σ. 58-9). Και ο π. Αιμιλιανός συνεχίζει την ανάλυση της πνευματικής ζωής, όπως την περιγράφει ο Άγιος Μάξιμος.

*****************

Όλα αυτά φαίνεται να προσιδιάζουν στην μοναχική ζωή, είπαμε ωστόσο ότι στην πραγματικότητα αφορούν κάθε άνθρωπο, κάτι που θα δούμε στο δεύτερο μέρος της εργασίας μας. Εδώ πρέπει να τονίσουμε ιδιαιτέρως αυτό που παρατηρεί και ο π. Νικόλαος Λουδοβίκος στην εισαγωγή του στο συγκεκριμένο βιβλίο, όταν λέγει ότι όλα αυτά έχουν στην πραγματικότητα ευχαριστιακό χαρακτήρα. Βάση της ευχαριστιακής ζωής είναι η αγάπη, που αποτελεί και το θέμα των λόγων του π. Αιμιλιανού. Η αγάπη είναι που συνέχει τη ζωή της Εκκλησίας και την μεταβάλλει, διά της Ενσαρκώσεως, σε θεανθρώπινο οργανισμό. Καλούμαστε όλοι να αγαπήσουμε τον Θεό και τον συνάνθρωπό μας, είτε είναι κανείς μοναχός είτε ζει στον κόσμο. Η αγάπη προς τον Θεό πρέπει να είναι, όπως λέγει και το Ευαγγέλιο, πολύ μεγάλη, «εξ όλης της καρδίας μας και της ισχύος μας και της διανοίας μας». Όπως σωστά μίλησαν ορισμένοι θεολόγοι της δεκαετίας του ’60, πρέπει να ερωτευτεί κανείς τον Θεό, ο οποίος είναι ζηλότυπος, δεν θέλει η αγάπη που Του δείχνουμε να είναι μερική αλλά πλήρης. Ο θείος έρως πληροί την ζωή της Εκκλησίας. Και φυσικά, πρέπει να αγαπάμε και τον πλησίον μας «ως εαυτόν». Το λεγόμενο «απερίσπαστο» του νου είναι στοιχείο και αυτό ευχαριστιακό, στοιχείο του θείου έρωτα, γιατί είναι χαρακτηριστικό του ερώντος να προσηλώνει τον νου του προς τον ερώμενο. Όπου είναι ο θησαυρός της καρδιάς μας, εκεί θα είναι και η σκέψη μας. Επιθυμούμε να συνομιλούμε και να συνδιαλεγόμαστε με τον ερώμενο, και αυτό είναι η προσευχή. Η προσευχή έχει ευχαριστιακό χαρακτήρα, εφόσον στην πραγματικότητα είναι διάλογος με Εκείνον τον οποίον έχει ερωτευτεί η ψυχή μας. Και είναι μια μεγάλη θεολογική αλήθεια ότι ο ανθρώπινος νους είναι πλασμένος για τον Θεό, έχει δηλαδή φυσική την στροφή προς τον Θεό, την κοινωνία μαζί Του. Καθώς προχωρεί η προσευχή, «περιχωρείται» κανείς μετά του Θεού, γιατί είναι δογματική αλήθεια ότι το κάθε πρόσωπο, χωρίς να χάνει την δική του προσωπική ταυτότητα, κάνει οικεία του τη ζωή του Άλλου, δηλαδή του Θεού, ενώ ο Θεός πληροί την ανθρώπινη καρδιά, γιατί , σύμφωνα με ένα λόγο του αγίου Νικολάου Καβάσιλα, ο Θεός είναι «μανικώτατος εραστής» των ανθρώπων. «Εξαφανίζεται κανείς μέσα στην ζωή του Θεού», δεν σημαίνει ότι χάνει κανείς, όπως είπαμε, το δικό του πρόσωπο, αλλά, επειδή ο Θεός είναι η τέλεια Αγάπη και Γνώση και Δύναμη και Σοφία, βυθίζεται κανείς στο πέλαγος των θείων ενεργειών, όπως δίδαξε ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς. Σε κάθε θεία λειτουργία, αλλά και στην λεγόμενη «ατομική» προσευχή, σκοπό έχει κανείς να κοινωνήσει αληθινά με τον Θεό, να βυθιστεί στην άκτιστη χάρη του. Ο νους, λέγει ο π. Αιμιλιανός, αδειάζει από οτιδήποτε άλλο, κενώνεται, για να υποδεχθεί κανείς τον Κύριο. Όλα αυτά μας θυμίζουν το υπέροχο βιβλίο της Παλαιάς Διαθήκης, το «Άσμα Ασμάτων». Η Σουλαμίτις έχει αποκλειστικά στο νου της τον ερώμενο, και τίποτε άλλο εκτός από αυτόν. Έχει αδειάσει το νου της από οτιδήποτε άλλο. Η Σουλαμίτις υπάρχει για τον Νυμφίο της και σκέπτεται αποκλειστικά αυτόν. Γνωρίζει πως ο εραστής της, ο Νυμφίος της, είναι ζηλότυπος και δεν θέλει να την μοιράζεται με οτιδήποτε άλλο. Γι’ αυτό ολόκληρο το Άσμα Ασμάτων περιγράφει την αναζήτηση του Νυμφίου εκ μέρους της Σουλαμίτιδος και το αντίστροφο. Σκοπός τους είναι η γαμήλια ένωση, που βέβαια δεν επισυμβαίνει τότε, στον καιρό της Παλαιάς Διαθήκης, αλλά στην εποχή της Καινής Διαθήκης. Ο άνθρωπος παραδίδει ευχαριστιακά τον εαυτό του, το πνεύμα του, τον νου του στον Θεό, και γίνεται ο ίδιος το δώρο που δωρίζει στον λυτρωτή του. Αλλά και ο Θεός παραδίδεται, κοινωνείται μυστηριακά και ευχαριστιακά από τον άνθρωπο. Αυτό είναι η θεία Λειτουργία, και σε αυτό το βίωμα στηρίζεται και η «ατομική» προσευχή. Και επειδή ο Θεός έπλασε όλους τους ανθρώπους, γι’ αυτό έχει δίκιο ο Άγιος Μάξιμος, και δι’ αυτού ο π. Αιμιλιανός, όταν λέγει ότι η αγάπη προς τον Θεό πρέπει να περάσει μέσα από την αγάπη προς τον άλλο άνθρωπο. Και είναι επίσης αλήθεια, ότι όσο και αν εργαστεί ο άνθρωπος μέσα του, δεν μπορεί να κατακτήσει μόνος του τον Θεό. Όπως και στην Θεία Λειτουργία, ο Θεός έρχεται ως δώρο στον άνθρωπο, ελκυόμενος βέβαια από την προσευχή των ανθρώπων. Είναι χάρη του Θεού να μεταδίδει το σώμα Του και το αίμα Του στους πιστούς σε κάθε Θεία Λειτουργία. Παρομοίως, και στο λεγόμενο «ατομικό» ή καλυτέρα προσωπικό επίπεδο, καμιά ανθρώπινη εργασία δεν είναι ικανή να φέρει τον Θεό στη γη. Είναι χάρη του Θεού ότι συγκαταβαίνει και συνευρίσκεται με τον άνθρωπο, ελκυόμενος από την αγάπη του και την προσευχή του. Ο Θεός δωρίζει και την απαλλαγή από τα πάθη.

                               ****************

Όσο και αν αυτά που είπε ο π. Αιμιλιανός έχουν ευχαριστιακή βάση, δεν παύουν, τρόπον τινά, να μοιάζουν με πράγματα που αφορούν τον μοναχό. Ο μοναχός μπορεί να προσεύχεται μονάχος, να έχει τον νου του απερίσπαστο στην προσευχή, να αδειάζει τον νου του από οτιδήποτε άλλο, να δέχεται από τον Θεό ως δώρο τη χάρη και την απαλλαγή από τα πάθη κλπ. Ωστόσο, αφορούν στην πραγματικότητα κάθε χριστιανό, κάθε λαϊκό, γιατί ο Χριστός έδωσε ένα Ευαγγέλιο για όλους. Πώς μπορούν όμως και οι λαϊκοί να γίνουν αληθινά μέτοχοι της θείας ζωής; Θα απαντήσουμε σε αυτό το ερώτημα στο δεύτερο μέρος, παρουσιάζοντας τη διδασκαλία του π. Συμεών Κραγιόπουλου, ο οποίος απευθύνθηκε με τα κηρύγματά του κυρίως στους λαϊκούς, χρησιμοποιώντας το ίδιο βίωμα αλλά μιλώντας διαφορετική γλώσσα.

Η ζωγραφική παράσταση που πλαισιώνει τη σελίδα ("Η Δημιουργία του κόσμου") είναι έργο της, ουκρανής, Natalya Rusetska.

Σάββατο 27 Σεπτεμβρίου 2025

(☨) Γέρων Αιμιλιανός : Γιατί δεν υπάρχουν “πρέπει” στην χριστιανική ζωή!

 (☨) Γέρων Αιμιλιανός : Γιατί δεν υπάρχουν “πρέπει” στην χριστιανική ζωή! ✿ ✿


Το πρώτο λοιπόν, στοιχείο που χρειάζεται ως εναρκτήριο είναι αυτή η αίσθησις «η αίσθηση της εξώσεως».
Έχομε τώρα την τιναγμένη ψυχή, την πεταγμένη ψυχή που είναι εγκλωβισμένη μέσα σε τέσσερις τοίχους και δεν βλέπει τίποτε. Αυτή η ψυχή σκέπτεται να σπάσει τον φραγμό αυτό, να σπάσει τους τοίχους στους οποίους ζει και να ενωθεί με τον Θεό.
Πώς θα πρέπει να προχωρήσει;
Δεν υπάρχει πρέπει. Δεν υπάρχουν πρέπει στην χριστιανική ζωή. Το πρέπει είναι απόρροια του νοός. Το πρέπει το βγάζω ως λογικό συμπέρασμα εγώ, ότι εφ’ όσον το Ευαγγέλιο λέγει έτσι και αφού ο Χριστός είπε εκείνη την παραβολή και έκανε εκείνο το θαύμα και είπε «μακάριοι» οι τάδε, άρα πρέπει εγώ αυτό να κάνω ακριβώς.
Το πρέπει δεν συγκινεί. Το πρέπει σου δίνει την αίσθηση της σκλαβιάς, σε κάνει να μην θέλεις να προχωρήσεις. Το πρέπει δεν υποκινεί τον Θεόν ούτε την καρδιά ούτε τίποτε. Το πρέπει αναφέρεται μόνο στην ανθρώπινη βούληση, στην ανθρώπινη ένταση, η οποία πάντοτε ξέρομε ότι είναι κάτι το οποίο σπάει πάρα πολύ εύκολα.
Το πιο εύθραυστο πράγμα είναι η ανθρώπινη καρδιά με όλες της τις βουλήσεις και με όλες της τις εντάσεις. Εκεί που σε αγαπώ, μπορεί να σε μισήσω. Εκεί που σε μισώ, μπορεί να σε ερωτευτώ. Εκεί που σε κατηγορώ, μπορεί να καταλάβω ότι είσαι ο υπ’ αριθμόν άλφα άνθρωπος του κόσμου. Εκεί που σε ανυψώνω, σε στέλνω μέσα στην κόλαση. Εκεί που λέγω θα γίνω «άγιος», εκεί μπορεί αμέσως να γίνω ένας σατανάς.
Πρέπει δεν υπάρχει. Δεν μπορώ να πω: «Τι πρέπει να κάνω τώρα;». Θα πρέπει η ψυχή μόνη της να προχωρήσει στην εποπτεία της, στην αίσθησή της.
Προχωρούμε από την εικόνα την οποία έχομε μπροστά μας.
Ο άνθρωπος είναι πλέον διωγμένος από τον παράδεισο, η ψυχή είναι εξωσμένη. Αυτό που καταλαβαίνει, όταν είναι έξω, είναι ο πόνος τον οποίον έχει. Με πόνο θα γεννήσεις, με πόνο θα τρυγήσεις τους καρπούς της γης, με πόνο θα σπείρεις, ο,τιδήποτε θα κάνεις θα είναι με πόνο.
Ο πόνος όμως αυτός αρχίζει από πότε; Από την ώρα της ηδονής.
Η οδύνη αρχίζει από την ηδονή.
Η ηδονή αρχίζει από πότε; Από την στιγμή που βρέθηκε ο άνθρωπος γυμνός.
Θυμηθείτε τον Αδάμ μέσα στον παράδεισο. Έφαγε τον καρπό. Την ώρα που ήδη σκέφθηκε να δοκιμάσει τον καρπό, είχε γυμνωθεί. Η Εύα ήταν ήδη γυμνή, αλλά δεν είδε την γύμνωσή της και την γύμνωση του Αδάμ παρά μόνο όταν είχε φάει τον καρπό.
Αλλά ήδη η γύμνωση είχε γίνει. Αλλιώς δεν θα μπορούσε να φάει τον καρπό. Η τροφή αυτή και η αίσθηση της ηδονής της απεκάλυψαν την γύμνωση την δική της και την γύμνωση του Αδάμ.
Προσέξτε, διότι έχει πάρα πολύ μεγάλη σημασία η πορεία της ψυχής.
Επομένως αρχίζομε από τον πόνο, ο πόνος έχει άμεση σχέση, όπως είπαμε, με την γύμνωση. Θα πρέπει να καταλάβει η ψυχή ότι είναι μία γυμνή ψυχή, ότι δεν είναι απλώς κάτι το πεταγμένο αλλά είναι κάτι το γυμνό.
Να καταλάβει πλέον ότι δεν είναι τίποτε. Τι ήταν ο Αδάμ και η Εύα; Ήταν ας το πούμε έτσι, οι συμπεριπατούντες με τον Θεόν, ήταν ομόσκηνοι του Θεού, ήσαν σύντροφοι του Θεού, συνοδοιπόροι, συνέκδημοι του Θεού.
Και μέσα σε μια στιγμή ο Αδάμ και η Εύα γίνονται ένα τίποτε, ένα εξουθένωμα, τέτοιοι που ένα φίδι να μπορεί να τους περιγελά και η φύσις η φθαρτή, στην οποία είχε δώσει ονόματα και την εξουσίαζε ο Αδάμ και η Εύα, να μπορεί να επανίσταται εναντίον τους. Και το πιο τρεμουλιάρικο πλάσμα μέσα στην ιστορία γίνεται ο άνθρωπος.
Είναι, λοιπόν, ο άνθρωπος ο γυμνός κάτι το ανύπαρκτο. Είναι ένας ουδείς και έχει την αίσθηση της γυμνότητας. Θα λέγαμε την αίσθηση της αμαρτίας του, του ότι είναι αμαρτωλός. Όχι να πει ότι είμαι αμαρτωλός, όχι ότι πρέπει να εξομολογηθώ, πρέπει να ομολογήσω την αμαρτία μου, αλλά η ψυχή να ζήσει την αμαρτία της.
Είδατε, ο Αδάμ και η Εύα ήσαν γυμνοί προηγουμένως. Δεν είχαν αισθανθεί όμως ποτέ την γύμνωσή τους. Όταν αμάρτησαν, είδαν ότι είναι γυμνοί και ντύθηκαν. Το ένιωσαν ότι ήσαν γυμνοί. Έτσι και η ψυχή να νοιώσει ότι είναι γυμνή από αρετή, από αγιότητα, από θεότητα. Ότι είναι μέσα στην αμαρτία ριγμένη, είναι ντυμένη με τα φύλλα τα δικά της, με τα φύλα της αμαρτίας.
Λοιπόν; Θα μπορέσει η ψυχή να νοιώσει αυτή την αμαρτία; Δεν μπορώ να σου πω: «Νοιώσε την αμαρτία!». Δεν μπορώ να σου το επιτάξω. Είναι μία ενέργεια, ένα διάβημα της ίδιας της ψυχής.
Αν η ψυχή δεν καταλάβει, αν η ψυχή δεν το χωρέσει, αν η ψυχή δεν θελήσει να το καταλάβει, ουδεμία δύναμις υπάρχει, ούτε και ο Θεός ακόμη, που να μπορεί να την κάνει να το νοιώσει. Μπορεί να εξομολογείται, μπορεί να διαβάζει, μπορεί να προσεύχεται, μπορεί να χύνει δάκρυα, είναι δυνατόν όμως όλα αυτά να γίνονται χωρίς καμία αίσθηση της αμαρτίας.
Όταν θα αποκτήσει η ψυχή την αίσθηση αυτήν της γυμνότητος και θα πει: «Γυμνός είμαι, πρέπει να ντυθώ», τότε έρχεται μέσα η ανάγκη της μετάνοιας, δηλαδή του ντυσίματος. Αλλά, για να φθάσομε στην μετάνοια, είναι ένα πρόβλημα άλλο. Άλλο είμαι γυμνός και άλλο ετοιμάζω φόρεμα να φορέσω. Πόρρω απέχουν το ένα από το άλλο.

Τετάρτη 23 Ιουλίου 2025

Θυμάστε την Μαγδαληνή; Όταν κατάλαβε ότι μπροστά της είχε τον Χριστόν, «ραββουνί», διδάσκαλέ μου, του λέγει και πάει να ακουμπήση το ιμάτιόν του, το σώμα του.

 Δεν υπάρχει διαθέσιμη περιγραφή για τη φωτογραφία.

Θυμάστε την αιμορροούσαν; Εκεί που τόσο πλήθος ανθρώπων συνέθλιβε τον Χριστόν, εκείνη επήγε να τον ακουμπήση με πίστη και με δέος.
Θυμάστε τον Θωμά; Έβαλε τα χέρια του στις πληγές και φώναξε· «Ο Κύριός μου και ο Θεός μου». Αυτό κάνομε και εμείς την ώρα της λειτουργίας. Και ερωτάμε μετά που είναι ο Χριστός! Νάτος! Μπροστά μας είναι, μαζί μας είναι, πλάι μας είναι. «ο διδάσκαλος πάρεστι και φωνεί σε», είχαν πει στην Μαρία που έκλαιγε για τον νεκρό Λάζαρο, τον αδελφό της.
Στην λειτουργία, ο Χριστός, είναι παρών και μας φωνάζει τον καθένα με το όνομά μας. Όσοι το νοιώθουν, πετούν σπίθες τα μάτια τους και ζουν την χαρά του Χριστού. Τα πάντα πεπλήρωται χαράς. Τα πάντα πεπλήρωται φωτός. Τα πάντα δοξολογούν τον Χριστόν.
Γέροντας Αιμιλιανός Σιμωνοπετρίτης

Άγιος Σωφρόνιος “καιρός του ποιήσαι τω Κυρίω”. Μεταξύ των άλλων σημαίνει ότι τώρα είναι ώρα να ενεργήση ο Θεός.


Ο Χριστός λειτουργεί, εμείς ζούμε μαζί με τον Χριστό.
Η θεία Λειτουργία είναι ο τρόπος που γνωρίζουμε τον Θεό και ο τρόπος που γνωρίζεται ο Θεός σε μας.
Προσπαθείστε να ζείτε κάθε φορά πιο βαθιά αυτό που ζούσε ο Χριστός κατά το Μυστικό Δείπνο, όταν εγκαθίδρυσε το μεγάλο αυτό μυστήριο που είναι η θεία Ευχαριστία.
Τότε η λειτουργία θα αποβεί σωτήρια όχι μόνο για σας, αλλά και για όσους συμμετέχουν σ’ αυτή. Δεν ανήκει μόνο στους ιερείς να ζουν στην καρδιά τους τα παθήματα του Χριστού για τον κόσμο που είναι λεία της αμαρτίας και του θανάτου.
Ο Χριστός τέλεσε μια φορά την θεία Λειτουργία και αυτή πέρασε στην αιωνιότητα. Η τεθεωμένη ανθρώπινη φύση Του πέρασε στην θεία Λειτουργία.
Γνωρίζουμε συγκεκριμένα τον Χριστό στην θεία Λειτουργία.
Η θεία Λειτουργία την οποία τελούμε είναι η ίδια θεία Λειτουργία που έκανε ο Χριστός την Μεγάλη Πέμπτη στον Μυστικό Δείπνο.
Μου είναι δύσκολο να μιλήσω γιά τη Θεία Λειτουργία.
Ο Θεός μου έδινε να τη ζω ποικιλοτρόπως σε διαφορετικές περιόδους. Στην αρχή όμως της μοναχικής μου ζωής υπήρξε μια θαυμαστή περίοδος, πού διήρκεσε αρκετά χρόνια.
Κάθε φορά μετά τη Θεία Λειτουργία υπήρχε η αίσθηση του νικηφόρου και φωτοφόρου Πάσχα. Είναι ακόμη πιο παράδοξο το ότι, ζώντας τη Λειτουργία με τη συγκλονιστική και ταυτόχρονα τρυφερή αρπαγή όλου του πνεύματός μας στη σφαίρα της ίδιας της Λειτουργίας, ο ίδιος ζούσα μόνο την απόγνωσή μου.
Δεν μπορούσα καθόλου να φανταστώ τον εαυτό μου άξιο της σωτηρίας.
Όταν λοιπόν διάβαζα τις προσευχές «Πιστεύω, Κύριε, και ομολογώ ότι Σύ ει αληθώς ο Χριστός, ο Υιός του Θεού του Ζώντος, ο ελθών εις τον κόσμον αμαρτωλούς σώσαι, ών πρώτος είμι εγώ…», με καταλάμβανε μυστική φρίκη μπροστά στο μεγαλείο του μυστηρίου της Λειτουργίας!
Ας είναι λοιπόν ευλογημένο το όνομα τού Κυρίου σε όλους τούς αιώνες.
Προσεύχεστε για μένα.
Εκφωνήθηκε στα ρωσικά, στις 25 Μαΐου 1992.

Πέμπτη 16 Ιανουαρίου 2025

Δεν μας πνίγουν λοιπόν μόνο τα πάθη μας αλλά και η προδοσία της βουλήσεώς μας...

                                            

"Εντάξει.. έχεις πάθη, έχεις όμως και αρετές.
Έχεις απιστία, έχεις και πίστη.
Έχεις ανηθικότητα, έχεις και ηθικά στοιχεία.
Γιατί αυτά δεν τα λαμβάνεις υπόψιν σου;

Ένα μόνο να προσέχεις, να μην είσαι τεμπέλης, και να μη φοβάσαι να αναλαμβάνεις τις ευθύνες σου. Μη κάθεσαι και λες, έχω αυτό το πάθος, έχω εκείνο, χριστιανός είμαι εγώ; τίποτε δεν κάνω στην ζωή μου..

Έτσι οδηγείσαι στην ακηδία, σπάνε τα νεύρα σου, και δεν μπορείς να κάνεις τίποτε. Σύντομα εγκαταλείπεις τον αγώνα σου και τότε είσαι ένας προδότης!
Γι' αυτό, όταν σου μπαίνει η σκέψη των παθών, θυμήσου ότι έχεις και αρετές.
Ο μεγαλύτερος εγκληματίας, εάν εξετάσει την ζωή του, θα βρεί ότι ο Θεός του έχει δώσει πολλά καλά.


Δεν μας πνίγουν λοιπόν μόνο τα πάθη μας, οι αμαρτίες μας, η απιστία μας, η υπερηφάνειά μας, ο σατανάς, αλλά μας πνίγει, μας σκοτώνει και η προδοσία της βουλήσεώς μας, το σταμάτημα που κάνομε.

Αρχιμανδρίτης Αιμιλιανός Σιμωνοπετρίτης


ΠΝΕΥΜΑ ΑΡΓΙΑΣ. ΠΕΡΙΕΡΓΕΙΑΣ, ΦΙΛΑΡΧΙΑΣ, ΑΡΓΟΛΟΓΙΑΣ. ΔΕΝ ΛΑΒΑΜΕ ΣΟΒΑΡΑ ΥΠ' ΟΨΙΝ ΜΑΣ ΟΤΙ ΕΙΝΑΙ ΤΗΣ ΒΟΥΛΗΣΩΣ Η ΠΡΟΔΟΣΙΑ, ΚΑΙ Η ΒΟΥΛΗΣΗ ΕΙΝΑΙ ΠΝΕΥΜΑ, ΑΠΟΦΑΣΗ, ΑΝΗΚΕΙ ΣΤΟ ΝΟΥ ΜΑΖΙ ΜΕ ΤΟΝ ΛΟΓΟ. ΑΥΤΗ ΤΗΝ ΖΗΜΙΑ ΕΚΑΝΕ Η ΝΕΑ ΟΝΤΟΛΟΓΙΑ ΤΑΥΤΙΖΟΝΤΑΣ ΤΗΝ ΜΕ ΤΗΝ ΕΠΙΘΥΜΙΑ ΓΙΑ ΝΑ ΤΗΝ ΑΠΟΔΩΣΕΙ ΣΤΟ ΣΩΜΑ. ΑΡΝΟΥΜΕΝΗ ΕΝ ΤΕΛΕΙ ΤΗΝ ΨΥΧΗ, ΤΗΣ ΟΠΟΙΑΣ ΕΙΝΑΙ Η ΔΥΝΑΜΗ ΠΑΝΤΡΕΜΕΝΗ ΜΕ ΤΟΝ ΕΝΔΟΜΥΧΟ ΛΟΓΟ, Ο ΟΠΟΙΟΣ ΣΥΜΠΕΡΑΙΝΕΙ, ΟΔΗΓΩΝΤΑΣ ΣΙΓΑ ΣΙΓΑ ΣΤΗΝ ΣΟΦΙΑ ΤΗΣ ΕΜΠΕΙΡΙΑΣ.

Ανώνυμος είπε...

Πραξ 12:1 – 11
Κατ᾽ ἐκεῖνον δὲ τὸν καιρὸν ἐπέβαλεν Ἡρῴδης ὁ βασιλεὺς τὰς χεῖρας κακῶσαί τινας τῶν ἀπὸ τῆς ἐκκλησίας. ἀνεῖλε δὲ Ἰάκωβον τὸν ἀδελφὸν Ἰωάννου μαχαίρᾳ. καὶ ἰδὼν ὅτι ἀρεστόν ἐστι τοῖς Ἰουδαίοις, προσέθετο συλλαβεῖν καὶ Πέτρον· ἦσαν δὲ αἱ ἡμέραι τῶν ἀζύμων· ὃν καὶ πιάσας ἔθετο εἰς φυλακήν, παραδοὺς τέσσαρσι τετραδίοις στρατιωτῶν φυλάσσειν αὐτόν, βουλόμενος μετὰ τὸ πάσχα ἀναγαγεῖν αὐτὸν τῷ λαῷ. ὁ μὲν οὖν Πέτρος ἐτηρεῖτο ἐν τῇ φυλακῇ· προσευχὴ δὲ ἦν ἐκτενὴς γινομένη ὑπὸ τῆς ἐκκλησίας πρὸς τὸν Θεὸν ὑπὲρ αὐτοῦ. Ὅτε δὲ ἔμελλεν αὐτὸν προάγειν ὁ Ἡρῴδης, τῇ νυκτὶ ἐκείνῃ ἦν ὁ Πέτρος κοιμώμενος μεταξὺ δύο στρατιωτῶν δεδεμένος ἁλύσεσι δυσί, φύλακές τε πρὸ τῆς θύρας ἐτήρουν τὴν φυλακήν. καὶ ἰδοὺ ἄγγελος Κυρίου ἐπέστη καὶ φῶς ἔλαμψεν ἐν τῷ οἰκήματι· πατάξας δὲ τὴν πλευρὰν τοῦ Πέτρου ἤγειρεν αὐτὸν λέγων· ἀνάστα ἐν τάχει. καὶ ἐξέπεσον αὐτοῦ αἱ ἁλύσεις ἐκ τῶν χειρῶν. εἶπέ τε ὁ ἄγγελος πρὸς αὐτόν· περίζωσαι καὶ ὑπόδησαι τὰ σανδάλιά σου. ἐποίησε δὲ οὕτω. καὶ λέγει αὐτῷ· περιβαλοῦ τὸ ἱμάτιόν σου καὶ ἀκολούθει μοι. καὶ ἐξελθὼν ἠκολούθει αὐτῷ, καὶ οὐκ ᾔδει ὅτι ἀληθές ἐστι τὸ γινόμενον διὰ τοῦ ἀγγέλου, ἐδόκει δὲ ὅραμα βλέπειν. διελθόντες δὲ πρώτην φυλακὴν καὶ δευτέραν ἦλθον ἐπὶ τὴν πύλην τὴν σιδηρᾶν τὴν φέρουσαν εἰς τὴν πόλιν, ἥτις αὐτομάτη ἠνοίχθη αὐτοῖς, καὶ ἐξελθόντες προῆλθον ῥύμην μίαν, καὶ εὐθέως ἀπέστη ὁ ἄγγελος ἀπ᾿ αὐτοῦ. καὶ ὁ Πέτρος γενόμενος ἐν ἑαυτῶ εἶπε· νῦν οἶδα ἀληθῶς ὅτι ἐξαπέστειλε Κύριος τὸν ἄγγελον αὐτοῦ καὶ ἐξείλετό με ἐκ χειρὸς Ἡρῴδου καὶ πάσης τῆς προσδοκίας τοῦ λαοῦ τῶν Ἰουδαίων.

Ιω 21:15 – 25
Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, ἐφανέρωσεν ἑαυτὸν ὁ Ἰησοῦς τοῖς μαθηταῖς αὐτοῦ, ἐγερθεὶς ἐκ νεκρῶν, καὶ λέγει τῷ Σίμωνι Πέτρῳ· Σίμων Ἰωνᾶ, ἀγαπᾷς με πλεῖον τούτων; λέγει αὐτῷ· ναί, Κύριε, σὺ οἶδας ὅτι φιλῶ σε. λέγει αὐτῷ· βόσκε τὰ ἀρνία μου. λέγει αὐτῷ πάλιν δεύτερον· Σίμων Ἰωνᾶ, ἀγαπᾷς με; λέγει αὐτῷ· ναί, Κύριε, σὺ οἶδας ὅτι φιλῶ σε. λέγει αὐτῷ· ποίμαινε τὰ πρόβατά μου. λέγει αὐτῷ τὸ τρίτον· Σίμων Ἰωνᾶ, φιλεῖς με; ἐλυπήθη ὁ Πέτρος ὅτι εἶπεν αὐτῷ τὸ τρίτον, φιλεῖς με, καὶ εἶπεν αὐτῷ· Κύριε, σὺ πάντα οἶδας, σὺ γινώσκεις ὅτι φιλῶ σε. λέγει αὐτῷ ὁ Ἰησοῦς· βόσκε τὰ πρόβατά μου. ἀμὴν ἀμὴν λέγω σοι, ὅτε ἦς νεώτερος, ἐζώννυες σεαυτὸν καὶ περιεπάτεις ὅπου ἤθελες· ὅταν δὲ γηράσῃς, ἐκτενεῖς τὰς χεῖράς σου, καὶ ἄλλος σε ζώσει, καὶ οἴσει ὅπου οὐ θέλεις. τοῦτο δὲ εἶπε σημαίνων ποίῳ θανάτῳ δοξάσει τὸν Θεόν. καὶ τοῦτο εἰπὼν λέγει αὐτῷ· ἀκολούθει μοι. ἐπιστραφεὶς δὲ ὁ Πέτρος βλέπει τὸν μαθητὴν ὃν ἠγάπα ὁ Ἰησοῦς ἀκολουθοῦντα, ὃς καὶ ἀνέπεσεν ἐν τῷ δείπνῳ ἐπὶ τὸ στῆθος αὐτοῦ καὶ εἶπε· Κύριε, τίς ἐστιν ὁ παραδιδούς σε; τοῦτον ἰδὼν ὁ Πέτρος λέγει τῷ Ἰησοῦ· Κύριε, οὗτος δὲ τί; λέγει αὐτῷ ὁ Ἰησοῦς· ἐὰν αὐτὸν θέλω μένειν ἕως ἔρχομαι, τί πρὸς σέ; σὺ ἀκολούθει μοι. ἐξῆλθεν οὖν ὁ λόγος οὗτος εἰς τοὺς ἀδελφοὺς ὅτι ὁ μαθητὴς ἐκεῖνος οὐκ ἀποθνήσκει· καὶ οὐκ εἶπεν αὐτῷ ὁ Ἰησοῦς ὅτι οὐκ ἀποθνήσκει, ἀλλ᾽ ἐὰν αὐτὸν θέλω μένειν ἕως ἔρχομαι, τί πρὸς σέ; Οὗτός ἐστιν ὁ μαθητὴς ὁ μαρτυρῶν περὶ τούτων καὶ γράψας ταῦτα, καὶ οἴδαμεν ὅτι ἀληθής ἐστιν ἡ μαρτυρία αὐτοῦ. ἔστι δὲ καὶ ἄλλα πολλὰ ὅσα ἐποίησεν ὁ Ἰησοῦς, ἅτινα ἐὰν γράφηται καθ᾽ ἕν, οὐδὲ αὐτὸν οἶμαι τὸν κόσμον χωρῆσαι τὰ γραφόμενα βιβλία. ἀμήν.

Κυριακή 1 Σεπτεμβρίου 2024

Η μόνη ασποστολή που έχουμε στον κόσμο αυτό είναι να πάμε στον ουρανό,να ανταμωθούμε με τους αγίους...

Γιατί λοιπὸν νὰ θέλωμε νὰ εἴμαστε ὑγιεῖς, ἐὰν ὁ Θεὸς δὲν τὸ θέλη; Τὸ πρόβλημα δὲν εἶναι ἂν εἴμαστε ἄρρωστοι ἢ ὄχι, ἀλλὰ τὸ πῶς ἀντιλαμβανόμαστε τὴν ζωὴ ἢ τὴν ἀποστολή μας. Ἐγώ, παραδείγματος χάριν, μπορεῖ νὰ νομίζω ὅτι μὲ ἔχετε ἀνάγκη ἐσεῖς, καὶ παρακαλῶ τὸν Θεὸν νὰ μοῦ παρατείνη τὴν ζωή. Ἂν τὸ κάνη αὐτὸ ὁ Θεός, θὰ μὲ ἀδικήση, γιατὶ νομίζω ὅτι εἶμαι θεός, σὰν τὸν Σενναχηρίμ, ποὺ ζοῦσε καὶ ἀπεφάσιζε σὰν νὰ ἦταν ὁ Θεός. Ἔστω καὶ ἂν ἐπικαλοῦμαι τὸν Θεόν, ὅταν ἐμπιστεύωμαι τὸν ἑαυτό μου, σημαίνει ὅτι δὲν ἐμπιστεύομαι τὸν Θεόν. Οἱ καρδιές μας εἶναι στὰ χέρια τοῦ Θεοῦ. Ἢ μπορεῖ νὰ θέλω νὰ μὴ χάσω τὴν ὅρασί μου, γιὰ νὰ λειτουργῶ. «Θεέ μου», τὸν παρακαλῶ, «βοήθησέ με νὰ μπορῶ νὰ κάνω τὴν Λειτουργία μου». Γιατί νὰ κάνω τὴν Λειτουργία μου; Πόσες χιλιάδες καὶ μυριάδες ἅγιοι δὲν ἔκαναν Λειτουργίες, μάλιστα ἔκοβαν τὰ χέρια τους, γιὰ νὰ μὴν τοὺς κάνουν ἱερεῖς, καὶ ἐγὼ θέλω νὰ μοῦ διατηρήση ὁ Θεὸς τὸ φῶς μου, γιὰ νὰ κάνω Λειτουργίες ἢ γιὰ νὰ προαγάγω κάποια ἀποστολή; Ἡ μόνη ἀποστολὴ ποὺ ἔχομε στὸν κόσμο αὐτὸ εἶναι νὰ πᾶμε στὸν οὐρανό, νὰ ἀνταμωθοῦμε μὲ τοὺς ἁγίους. Αὐτὸ ἂς εἶναι τὸ καθημερινό μας ὅραμα.

"Μόνον αν μας ξεχάση ο Θεός ή αν εμείς ξεχάσωμε τον Θεόν, υπάρχει ενδεχόμενο να μείνωμε χωρίς πόνο και χωρίς τους κτύπους μιάς ασθενείας".

Το παραπάνω απόσπασμα είναι από το βιβλίο του Γερ. Αιμιλιανού,
 "Προσμονή Θεού – Λόγοι περί ασθενείας, πόνου και θανάτου", σελ 137

 

Τρίτη 31 Οκτωβρίου 2023

Ἕνα τεκμήριο, γιά νά καταλάβης ἐάν ἔχης νικήσει τίς αἰσθήσεις σου, [πού] εἶναι ἡ καρδιά.


Ρεμβάζει ἡ καρδιά σου; ἔχεις δηλαδή ἐπιθυμίες; ἀναλογίζεσαι, νά εἶχα αὐτό, νά ἔκανα ἐκεῖνο; ὁ λογισμός σου καί ἡ φαντασία σου πηγαίνουν πότε ἀπό ἐδῶ καί πότε ἀπό ἐκεῖ; Ἐάν ναί, αὐτό σημαίνει ὅτι δέν ξέρεις νά συγκρατῆς γερά τήν καρδιά σου, δέν ξέρεις νά τήν κατέχης, νά τήν περιορίζης, δέν κυριαρχεῖς στό λογιστικό σου, ὁπότε ζῆς μία παρά φύσιν ζωή. Γιατί; ''Ἡ πρᾶξίς σού ἐστιν ἡ ἕλκουσα αὐτήν εἰς τό ρέμβασθαι.''
Ὁταν δέν κυριαρχῆς στήν καρδιά σου, ἤτοι στίς ἐπιθυμίες σου καί στούς λογισμούς σου, δέν εῖναι ἐπειδή ὁ Θεός σέ δοκιμάζει, ἀλλά διότι ἡ πρᾶξις σου, ἡ ζωή σου δηλαδή, τά βιώματά σου, ἡ καθημερινότητά σου, ὁ τρόπος τῆς ζωῆς σου σέ ἐφέλκει εἰς τό ρέμβεσθαι.

Λένε μερικοί: Λογισμός μοῦ μπῆκε καί μοῦ βγῆκε.
Δέν εἶναι τόσο ἀπλό τό γεγονός.
Τό ὁτι μπαίνουν μέσα μας καί βγαίνουν λογίσμοί καί ἐπιθυμίες δείχνει ὅτι μπαίνουν καί βγαίνουν ἐλεύθερα οἱ δαίμονες, ὅτι δέν εἴμαστε ἄνθρωποι πού περιφρουροῦμε τό εἶναι μας. Ἡ ζωή μας εἶναι ἀφύσικη, ''παρά φύσιν τοῦ Ἀδάμ'', δέν ζοῦμε ἀληθινά.

Τρίτη 6 Δεκεμβρίου 2022

Γέροντας Αιμιλιανός: Ο άγιος Νικόλαος διαλαλητής μας προς τον Θεόν

Άγιος Νικόλαος. Εφέστιος εικόνα Ιεράς Μονής Οσίου Γρηγορίου Αγίου Όρους.

(Επιμέλεια Στέλιος Κούκος)

Ομιλία του Καθηγουμένου της Ιεράς Μονής Σίμωνος Πέτρας, Αρχιμ. π. Αιμιλιανού εις την Τράπεζαν της Ιεράς ημών Μονής [Οσίου Γρηγορίου Αγίου Όρους] κατά την πανήγυριν της μετακομιδής του ιερού λειψάνου του Αγίου Νικολάου (20 Μαίου 1986).

Τον πολύ προσφιλή μου και τιμιώτατον Γέροντά σας [Αρχιμανδρίτη, π. Γεώργιο (Καψάνη)], διά τα καλά λόγια που είπε δι’ ημάς και τας ευχάς, τας όποιας μας έδωσε, ακόμη δε διά την θαυμασίαν αυτήν ευκαιρίαν που μου εχάρισε, να είμαι σήμερα μαζί σας, και μάλιστα σε μιαν ατμόσφαιραν καθαρώς καλογερικήν και οικείαν, θερμώς τον ευχαριστώ εκ καρδίας.
Πολύ συνεκινήθην και εχάρην, πολύ μας ήρεσεν όλη σας η αναστροφή και η αγρυπνία σας, η αντοχή σας και η στάσις σας, γενικώς, μέχρι την τελευταίαν λεπτομέρειαν, την καθαρότητα, την υποδοχήν σας και όσα δεν βλέπομεν ημείς, τα βλέπει όμως ο Θεός.

Συμμετέσχομεν εις την ιδικήν σας αυτήν χαράν, που είναι χαρά της Εκκλησίας, μετέχοντες δε, διπλασιάζομεν και την ιδικήν μας χαράν.

Ακόμη είμαι συγκεκινημένος, όπως ελέγαμεν και εχθές, διότι, όλοι το ενοιώθαμεν, ήτο μαζί μας την νύκτα ο άγιος Νικόλαος. Τον εζήσαμεν απόψε. Όχι μόνον αι υμνογραφίαι και
τα αναγνώσματα μας ωμίλησαν και διελάλησαν περί αυτού, αλλά και ο ίδιος υπήρξεν ένας διαλαλητής της αγάπης, του ελέους, της δυνάμεως, της δόξης του Θεού.

Ένας, ο όποιος δεν άφησε ούτε τον ουρανόν ασυγκίνητον, ούτε κανένα κομμάτι της γης. Γιορτάζομε τον Άγιον, προσκυνούμεν και το τίμιον Λείψανον, το όποιον εσώθη τότε με την ανακομιδήν του.

Και, ναι μεν πικραθήκαμε, διότι από την Ανατολήν έφυγε εις την Δύσιν, αλλά όμως διεσώθη. Θα το είχαν κατασπαράξει, ίσως, η θα το είχαν χωνιάσει κάπου, θα το είχαν κάψει οι Ισμαηλίται, κατά το συναξάρι, και ό,τι άλλο θα μπορούσε να πάθη. Αυτός, λοιπόν, μας συνήγαγε όλους, και συνάγει περί εαυτόν, μάλλον γύρω από τον Χριστόν, Ανατολήν και Δύσιν.

Συζητούσαμε χθες διά την μεταφοράν της Ορθοδοξίας και του φωτός από την Ανατολήν προς την Δύσιν, που πραγματοποιείται εις τας ημέρας μας. Να, όμως, που προηγήθηκε, πολύ – πολύ ενωρίτερα, ο άγιος Νικόλαος. Εν Ανατολή ποιμάνας ζων τα πνευματικά του τέκνα και συνεχίζων διά των προσευχών του να ποιμαίνη τους πιστούς, ο άγιος Νικόλαος, εδέχθη και απεφάσισε να αναχωρήση εντεύθεν, να μεταφέρη το ιερόν σκήνος του εις την Δύσιν, εις το Μπάρι, όπου εισέτι διαφυλάσσονται τα άγια και τίμια λείψανα, τα όποια και μυροβλύζουν.

Άθελα μας έρχεται εις τον νουν μας ο λόγος του Κυρίου: «εν τη οικία του Πατρός μου μοναί πολλαί εισίν». Δεν λέγει «εις την βασιλείαν των Ουρανών» αλλά «εν τη οικία του Πατρός μου».

Μέσα εις το εν, την οικίαν, είναι πολλά, «πολλαί μοναί». Γη και ουρανός είναι το εν, η άγια Εκκλησία. Ανατολή και Δύσις συγκεντρώνονται μέσα εις αυτό το Σώμα του Χριστού που το εχάρισεν ο άναρχος Πατήρ εις τον συνάναρχον Υιόν Του. Το Σώμα αυτό το έδωκε και εις ημάς, ώστε, τω όντι, σώμα μας να είναι το Σώμα του Χριστού. Έλαβεν από ημάς και
ελάβομεν εκ του πληρώματος Του. Είμεθα, λοιπόν, ένας οίκος άπαντες, Ανατολή και Δύσις, είναι μοναί επί της γης, και εν ουρανοίς είναι πολλαί άλλαι μοναί.

Ο άγιος με τας θαυματουργίας του και με την ζωήν του ελάλησεν, όπως είπαμε, την δύναμιν και την πολυποίκιλον Σοφίαν και το έλεος του Κυρίου. Είναι παγκόσμιος Άγιος και παντού οπτάνεται [φαίνεται], μέσα εις τους στροβίλους της ξηράς και τας θυέλλας της θαλάσσης. Οι άνθρωποι Τον αναγνωρίζουν ευθύς.

Εις το πρόσωπον και εις την εμφάνισιν είναι γνωστότατος εις όλον τον κόσμον, εις τους Ορθοδόξους, ακόμη και εις αλλοεθνείς και αλλοδόξους. Ο άγιος Νικόλαος εν πάση οδύνη, περιστάσει και ανάγκη, και εις αφεγγείς ημέρας και μέσα εις φρικώδεις νύκτας, έκανε και συνεχίζει να επιτελή το έργον του, την φανέρωσιν του αοράτως ενεργούντος δι’ αυτού Θεού.

Και όλα αυτά μας τα θέτει ενώπιόν μας, ως εν μυστικόν βίωμα και αγαλλίασιν, η ανακομιδή του ιερού λειψάνου του Μυρέως πολυφίλητου Αγίου μας. Το ιερόν Λείψανόν του αφήνει μίαν βαθείαν μαρτυρίαν μέσα μας. Ηξεύρομεν διατί το αγαπώμεν, διατί συγκινούμεθα, γνωρίζομεν διατί το προσκυνούμεν.

Είναι το σκήνωμα του Αγίου, αλλά ταυτοχρόνως είναι και το σκήνωμα του Θεού, είναι σκήνωμα του Αγίου Πνεύματος, που δεν το εγκαταλείπει, παρ’ ό,τι η ψυχή έχει αποχωρισθή από αυτό το ένθεον κορμί, το σεπτόν Λείψανόν.

Η ψυχή έφυγε εις τους κόλπους του ουρανίου Πατρός, αλλά το εν αυτώ κατασκηνώσαν Πνεύμα Άγιον μένει ανεκφοίτητον, αχώριστον, αδιαίρετον πλέον, θα ελέγαμεν, χωρίς όμως να ταυτίζεται με αυτό το σώμα του Αγίου. Είναι, λοιπόν, το Λείψανον αυτός ο Άγιος, φέρον την χάριν του Αγίου Πνεύματος, και, εντεύθεν, το εν ομιλεί διά τον άλλον.

Ο Θεός ομιλεί διά τον Άγιον και μας τον ενθέτει εις τας καρδίας μας, αλλά και ο Άγιος μας ομιλεί διά τον Θεόν και μας τον φέρει τόσον εγγύς μας, όσο κοντά μας είναι το Λείψανον, όσο το χαρήκαμε και το ακουμπήσαμεν εις τα χείλη μας, σήμερα, που το προσκυνούσαμε κατά την νύκτα.

Αυτά εσκεπτόμουν την νύκτα, ενθυμούμενος και το ψαλμικόν: «Ημέρας εντελείται Κύριος το έλεος αυτού και νυκτός δηλώσει· παρ’ εμοί προσευχή τω Θεώ της ζωής μου». Δηλαδή ο Θεός το έλεος Του μας το εξαποστέλλει την ημέραν, και την νύκτα κάνει τις δηλώσεις Του βαθειά μέσα εις την καρδιά μας, όταν η νύκτα μας είναι προσευχή τω Θεώ της ζωής μας, ότε τις αποκαλύψεις τις φανερώνει προσωπικώς εις ημάς.

Την μεν ημέραν μάς γεμίζει με τα αγαθά του, διά να ημπορούμε να σκεπτώμεθα και να έχωμεν κάποιες αδρές αποδείξεις της παρουσίας Του· την δε νύκτα μάς δηλοί, μας αποκαλύπτει δι’ οιουδήποτε μυστικού τρόπου την Θεότητά Του, την δόξαν Του, την αγιότητα, την Θεολογικήν Του κοινωνίαν εν τοις τρισίν αυτού Προσώποις, όπως ζήσαμε και απόψε, αυτήν την όμορφη νύκτα του Θεού και του Αγίου Νικολάου, πέριξ του άγιου Του λειψάνου.

Όλα μας τα δηλώνει ο Θεός, «τα άδηλα και τα κρύφια» της ζωής Του και της σοφίας Του. Και είναι αφή εμπειρίας, ότι τα βαθύτερά Του ο Θεός εν Πνεύματι Αγίω διά των Αγίων μας τα φανερώνει, κατά την νύκτα ιδιαιτέρως. Δι’ αυτό οι μοναχοί αγαπούν την νύκτα και την χαίρονται όταν αγρυπνούν και προσεύχωνται.

Συνεχίζεται

Από το περιοδικό «Όσιος Γρηγόριος» ετήσια έκδοση της Ιεράς Κοινοβιακής Μονής Οσίου Γρηγορίου Αγίου Όρους, περίοδος β’, έτος 1986, αριθμός 11.

Τετάρτη 30 Νοεμβρίου 2022

Η ΤΡΙΑΔΑ ΣΤΟ «ΔΟΓΜΑ ΤΗΣ ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΗΣ ΑΥΤΟΣΥΝΕΙΔΗΣΙΑΣ», ΣΛΑΪΕΡΜΑΧΕΡ - 18

 Συνέχεια από:Πέμπτη 24 Νοεμβρίου 2022

Ο τρόπος με τον οποίο η Εκκλησία μεταλλάχθηκε σε Θρησκεία

Η ΠΙΣΤΗ ΕΞΑΝΘΡΩΠΙΣΜΕΝΗ ΣΤΗΝ ΥΠΕΡΒΑΤΙΚΗ ΣΥΝΕΙΔΗΣΗ


Αρχές και Επίλογος της “Glaubenslehre”, της Διδασκαλίας πίστεως!

Σε κάθε περίπτωση, για τον Σλαϊερμάχερ, η πίστις ή καλύτερα το βίωμα της πίστης προηγείται έναντι του δόγματος, το οποίο παραμένει δευτερεύον. Υποστηρίζει ακριβώς πως «τα κεφάλαια της χριστιανικής πίστης είναι εννοιολογήσεις των χριστιανικών θρησκευτικών βιωμάτων ξεδιπλωμένων στον λόγο». Συνεπώς η θεολογία συγκροτείται ξεκινώντας από την θρησκευτική αυτοσυνειδησία και από την άμεση έκφρασή της. «Τα δόγματα είναι προτάσεις πίστεως του δογματικο-εκθεσιακού είδους στις οποίες κατακτώνται οι πιο υψηλοί βαθμοί ακρίβειας». 
«Όλες οι ιδιότητες που αποδίδουμε στον θεό δεν δείχνουν κάτι συγκεκριμένο στον θεό αλλά μόνον κάτι ιδιαίτερο στον τρόπο με τον οποίο αναφέρουμε σ' αυτόν το αίσθημα της απολύτου εξαρτήσεως». Τοποθετώντας λοιπόν, παρότι με υπερβατικό τρόπο, το πρωτείο της “συνειδήσεως” και αναβαθμίζοντας το “αίσθημα” παρότι και αυτό σε μια θρησκευτική προοπτική, προσδιορισμένη σαν “απόλυτη εξάρτηση”, ο Σλαϊερμάχερ, ήταν αναγκασμένος να συλλάβει τα δόγματα σαν ερμηνείες θρησκευτικών συναισθημάτων, εκφράσεις της θρησκευτικής αυτοσυνειδησίας ιστορικά προσδιορισμένης. Γι' αυτό αδιαφορεί πλήρως για το δόγμα της Τριάδος.
 
Τα πράγματα όμως αλλάζουν εντελώς στην περίπτωση του Χριστολογικού δόγματος. Εάν συμφωνήσουμε με το αρχαίο δόγμα, σύμφωνα με το οποίο στον «Ιησού Χριστό η θεία φύσις και η ανθρώπινη φύσις ήταν ενωμένες σε ένα πρόσωπο», θα ανοίξουμε έναν δρόμο με πάρα πολλές απορίες και αμφιβολίες. Η σχέση ανάμεσα στην Φύση και στο πρόσωπο η οποία ανακοινώνεται εδώ είναι εντελώς αντιφατική με όλες τις υπόλοιπες περιπτώσεις όπου η ίδια Φύση ανήκει σε πολλά άτομα ή πρόσωπα. Εδώ ένα πρόσωπο πρέπει να 'χει μέρος σε δύο φύσεις. Τί σημαίνει όμως ακριβώς πρόσωπο; Ο Σλαϊερμάχερ αποφεύγει να δώσει μια ακριβή απάντηση. Τυχαίως σε κάποιο σημείο μιλά για το πρόσωπο σαν μια «σταθερή μονάδα ζωής» και σαν «ένα εγώ ταυτόσημο σε όλες τις στιγμές που εναλλάσσονται». Παρόλα αυτά κατανοεί ξεκάθαρα πως οι Χριστολογικοί ορισμοί πρέπει να συμφωνούν με τους Τριαδικούς.
 
Στην χριστολογία ομιλούμε για ενότητα προσώπου και ενότητα Φύσεως, στο τριαδικό δόγμα για τριάδα προσώπων και ουσιώδη (essenza) μονάδα. Παρότι όμως αυτή η διάκριση είναι πολύ σημαντική, καθώς ο όρος essenza (αληθινό Είναι), συμφωνώντας με τον Αυγουστίνο είναι ορθότερος του όρου Φύσις, παρόλα αυτά τίθεται το πρόβλημα της συσχετίσεως μ' αυτή την Ενότητα της Ουσίας. Πώς είναι και στα τρία πρόσωπα, εκείνη που ονομάζουμε στον Χριστό η Θεϊκή Του φύσις, και αν καθένα από τα τρία πρόσωπα, εκτός από τη συμμετοχή του στην θεία ουσία, έχει και μια δική του φύση, ή μήπως αυτό ανήκει μόνον στο δεύτερο πρόσωπο; Μια ικανοποιητική απάντηση στα ερωτήματα αυτά δεν μπορεί να βρεθεί ούτε στην Χριστολογία ούτε στο Τριαδικό δόγμα. Το θέμα γίνεται ακόμη πιο θολό με την άλλη χρήση της λέξεως πρόσωπο που επινοήθηκε για το τριαδικό δόγμα από ολόκληρη την Δυτική δογματική. Έτσι αν μεταφέρουμε και στο τριαδικό δόγμα τις εξηγήσεις που δίνονται συνήθως στην λέξη πρόσωπο, στο σχετικό δόγμα περί του Χριστού (και αυτή η δυνατότης μπορεί να υπάρξει εάν πούμε πως ο Χριστός δεν έγινε πρόσωπο κυρίως λόγω της ενώσεως των δύο φύσεων, αλλά ότι ο Υιός του Θεού προσέλαβε την ανθρώπινη φύση στο πρόσωπό Του), τα τρία πρόσωπα θα κατέληγαν να συνυπάρχουν και να υπάρχουν ανεξαρτήτως δι' εαυτά. Εάν δε ακόμη κάθε ένα από τα πρόσωπα είναι μια Φύσις φτάνουμε σε τρεις θεϊκές φύσεις για τα τρία θεϊκά πρόσωπα τα οποία συνυπάρχουν σε μια θεϊκή ουσία. Εάν αντιθέτως η ίδια λέξη πρόσωπο πρέπει να σημαίνει στο ένα δόγμα κάτι διαφορετικό από το άλλο, καθώς στο πρόσωπο του Χριστού υπεισέρχεται ακόμη ένα άλλο πρόσωπο, στην άλλη σημασία του όρου, τότε συμπεραίνει ο Σλαϊερμάχερ, το μπέρδεμα μεγαλώνει.
 
Ο χριστολογικός όρος, σύμφωνα με τον οποίο στην ενσάρκωση η θεία φύσις προσέλαβε την ανθρώπινη φύση στην ενότητα του προσώπου του, είναι ανεπαρκής για πολλούς λόγους. Όχι μόνον λόγω του όρου θεϊκή φύσις, αλλά πάνω απ' όλα επειδή παρουσιάζει την προσωπικότητα του Χριστού, εξαρτημένη από την προσωπικότητα του δεύτερου προσώπου στην Θεία Ουσία!  «Το χειρότερο όμως είναι πως η ανθρώπινη φύσις μ' αυτόν τον τρόπο μπορεί να είναι πρόσωπο μόνον με την έννοια που ταιριάζει σ' ένα πρόσωπο της Τριάδος και βρισκόμαστε τοιουτοτρόπως μπροστά στο εξής δίλημμα: ή τα τρία πρόσωπα πρέπει να είναι, όπως τα ανθρώπινα πρόσωπα, άτομα που υφίστανται δι' εαυτόν μ' έναν τρόπο εντελώς ανεξάρτητο, ή ο Χριστός σαν άνθρωπος, δεν υπήρξε ένας αληθινός άνθρωπος, οπότε η φιγούρα του Χριστού χάνεται εντελώς στον Δοκησισμό. Είναι πιο σίγουρο λοιπόν να σταθεροποιήσουμε το δόγμα γύρω από τον Χριστό ανεξαρτήτως του άλλου δόγματος».
 
Ένα άλλο μεγάλο θέμα είναι το πνευματολογικό. Ο Σλαϊερμάχερ το χειρίζεται μιλώντας πάνω απ' όλα για “κοινό πνεύμα”, εννοώντας μ' αυτό και το Άγιο Πνεύμα της Θεολογίας και την ειδική υποκειμενικότητα της Εκκλησίας. Χρησιμοποιώντας την Έκφραση “κοινό πνεύμα” ο Σλαϊερμάχερ θέλει να μεταφέρει το “εις εαυτόν” του πνεύματος της Τριαδικής προοπτικής στο “για μας” της ιστορικής οικονομίας όπου πραγματοποιείται η θρησκευτική αυτοσυνειδησία. Και σ' αυτή την περίπτωση όμως όπως και στην Χριστολογία, προσπαθεί να ξαναορίσει τα κλασσικά θέματα με τους όρους της δικής του δογματικής συλλήψεως. Έτσι λοιπόν ισχυρίζεται πως δεν μπορούν όλες οι αναπαραστάσεις που σχετίζονται με την τοποθέτηση του Αγίου Πνεύματος στο Τριαδικό δόγμα, να στηριχθούν στην Κ.Δ., όπου το Άγιο Πνεύμα παρουσιάζεται μόνον και πάντοτε στους πιστούς.

Απ' αυτήν την άποψη ο Σλαϊερμάχερ ορίζει το Άγιο Πνεύμα σαν την εσώτατη ζωτική εντελέχεια της Ολότητος της Χριστιανικής Εκκλησίας ή ακόμη σαν την ένωση του Θείου Είναι με την ανθρώπινη Φύση στην μορφή του κοινού πνεύματος το οποίο ψυχώνει το σύνολο των πιστών. 

Στην Χριστολογία ο Σλαϊερμάχερ είχε αφήσει στην άκρη το πρόβλημα που προέκυπτε από το θείο στοιχείο του Χριστού. Εάν δηλαδή το θείο στοιχείο του Χριστού, ανεξαρτήτως της ενώσεως με την ανθρώπινη Φύση, υπήρξε ή υπάρχει ακόμη, σαν δεύτερο πρόσωπο της Θεότητος, σαν κάτι συγκεκριμένο στο θείο Είναι ή όχι. Τώρα αφήνει μετέωρο το ανάλογο πρόβλημα σχετικά με το Άγιο Πνεύμα. Προτίμησε να αφήσει στον επίλογο του βιβλίου του το συνολικό του όραμα για τις ενδοτριαδικές σχέσεις, ενώ στο θέμα της πνευματολογίας περιορίζεται μόνον στη «σχέση ανάμεσα στο ανώτερο Είναι και στην ανθρώπινη Φύση, στο μέτρο που επηρεάζει με τα αποτελέσματά της την αυτοσυνειδησία μας». Έτσι λοιπόν η Τριαδικότης είναι περισσότερο η ολοκλήρωση της προόδου της συνειδήσεως της Χάριτος!
 
Συμπερασματικά σ' αυτό το σημείο θα μπορούσαμε να πούμε πως για τον Σλαϊερμάχερ το κλειδί ολόκληρου του Χριστιανικού δόγματος είναι τα δύο στοιχεία τα οποία ενώνουν την θεία Φύση με την ανθρώπινη! Το ένα που ενώνει την ανθρώπινη Φύση με την Θεία μέσω της προσωπικότητος του Χριστού και το άλλο μέσω του “κοινού πνεύματος”.
 
Το ουσιαστικό “Τριάδα” βασίζεται κατά κύριο λόγο στο γεγονός πως οι δύο ενώσεις του θείου Είναι, αυτή του Χριστού και εκείνη του Εκκλησιαστικού πνεύματος επαναλαμβάνονται σε «έναν διαχωρισμό ανεξάρτητο από τις ενώσεις αυτές και με αιώνιο τρόπο, μέσα στο ίδιο το ανώτατο Είναι». Με άλλα λόγια ο Σλαϊερμάχερ ομολογεί πως οι διακρίσεις της αυτοφανέρωσης του νέου στην ιστορία αντιστοιχούν σε διακρίσεις του Θεού στην αιωνιότητα. Η Οικονομική Τριάδα, θα λέγαμε σήμερα, είναι η μόνιμη ενυπάρχουσα Τριάδα και το αντίστροφο! Όλα αυτά όμως δεν μπορούν να αναφερθούν σε μια άμεση θρησκευτική αυτοσυνειδησία, στην οποία η Τριάδα και η διάκρισή της σε δύο τρόπους δεν έχουν θέση. Η διάκριση ενός Θεού δι' εαυτόν από έναν Θεό ενωτικό, για μας, έρχεται σε δεύτερο χρόνο. Τα κύρια σημεία του Χριστιανικού δόγματος δηλαδή το Είναι του θεού στον Χριστό και στην Εκκλησία, πρέπει να θεωρηθούν ανεξάρτητα από το Τριαδικό δόγμα. Ο Σλαϊερμάχερ δηλώνει απερίφραστα πως δεν θα μπορούσε να βρει καμμιά θέση στην Χριστιανική δογματική ένα Τριαδολογικό δόγμα, το οποίο θα μπορούσε να συναχθεί από γενικές έννοιες ή έννοιες a priori, χωρίς καμμία αναφορά στην Ιστορική Λύτρωση και χωρίς καμμία αναφορά στις Γραφές.
 
Το Εκκλησιαστικό Χριστιανικό δόγμα απαιτεί να σκεφτούμε καθένα από τα τρία πρόσωπα ίσο με την θεία Ουσία και τανάπαλιν, και καθένα από τα τρία πρόσωπα ίσο με τα άλλα. Μόνον έτσι η “ένωσή” μας με τον Χριστό είναι αληθινή κοινωνία με τον Θεό. Αυτή η Σωτηριολογική αξία του δόγματος επιβάλλει την πίστη στην Εκκλησιαστική Τριάδα. Παρότι εμείς δεν είμαστε ικανοί και δεν μπορούμε να σκεφτούμε ούτε την Ισότητα κάθε προσώπου με την Θεία Ουσία, ούτε την Ισότητα των προσώπων μεταξύ των. Μπορούμε μόνον να αναπαραστήσουμε τα πρόσωπα σε μια Ιεραρχία και ταυτόχρονα την ενότητα της Ουσίας, μπορούμε να την αναπαραστήσουμε ή μικρότερη των προσώπων ή μεγαλύτερη. Ο Σλαϊερμάχερ δεν μπορεί να κατανοήσει μια θεία γένεση η οποία δεν εμπλέκει μια σχέση εξαρτήσεως και υποταγής του Υιού στον Πατέρα. Ούτε μπορεί να κατανοήσει την Εκπόρευση του Πνεύματος από τον Πατέρα χωρίς αυτή η εκπόρευση να σημαίνει υποταγή του Πνεύματος στον Πατέρα. 

Ο Πατήρ επομένως θα ήταν πάντοτε πάνω από όλους, ενώ θα μας έμενε να αποφασίσουμε μόνον εάν τα δύο πρόσωπα είναι μεταξύ τους ίσα ή εάν το ένα είναι κατώτερο του άλλου!
 
Παρότι δεν μπορούμε να μην εκπλαγούμε ήδη με όσα ομολογεί για το δόγμα της Αγίας Τριάδος, ο Σλαϊερμάχερ κρύβει και άλλες εκπλήξεις. Ισχυρίζεται λοιπόν πως στις δογματικές εκθέσεις συνήθως η Τριάδα αναφέρεται ελάχιστα, αφού δεν θίγονται διόλου η ουσία και οι θείες Ιδιότητες, ούτε στην Χριστολογία ούτε στην Εκκλησιολογία. Βεβαίως ίσως έχει κάποιο δίκηο όταν καταγγέλλει πως το Χριστιανικό δόγμα δεν είναι πάντοτε ελεύθερο από δισταγμούς ανάμεσα στην ισότητα και στην υποταγή, ή ανάμεσα στον τριθεϊσμό και στην ενότητα, τα οποία συσκοτίζουν την αιώνια διάκριση των προσώπων. Γιατί όμως αντιτιθέμενος στον Εκκλησιαστικό τρόπο αναπαραστάσεως της Αγίας Τριάδος, ο Σαβελλιανισμός πρέπει να στέκεται στο ίδιο επίπεδο με τον τρόπο του Μ. Αθανασίου; [Διότι διαθέτει το ίδιο όργανο που διαθέτει και ο Σλαϊερμάχερ, την ΛΟΓΙΚΗ, όπως και όλες οι αιρέσεις, ακόμη και οι σημερινές]. 

Δεν είχε γράψει ο ίδιος ο Σλαϊερμάχερ πως «για να στερεώσουμε ένα δογματικό σύστημα της πίστεως πρέπει κατ' αρχάς να καθαρίσουμε τον χώρο από κάθε αιρετικό στοιχείο και να κρατήσουμε μόνον τα Εκκλησιαστικά;» Όλως αντιθέτως όμως συμβουλεύει να μην καταδικάζουμε με ευκολία τα λάθη, διότι τις περισσότερες φορές δεν είναι παρά αντιθέσεις στις τρέχουσες εκφράσεις του Τριαδικού δόγματος. Έτσι λοιπόν συμπεραίνει πως «εμείς μ' αυτή την κατάσταση μπορούμε να εξασφαλίσουμε μόνον την ελευθερία για μια βαθειά κριτική της μορφής του δόγματος, που έχει επικρατήσει μέχρι σήμερα, και από την άλλη μπορούμε να ετοιμάσουμε και να εισάγουμε μια μεταμόρφωση του δόγματος, συνεπή με τις σύγχρονες συνθήκες των δογμάτων που είναι παραπλήσια στην πίστη».
 
Εάν η σχετική συνείδησή μας έχει βασιστεί στο θείο Είναι του Χριστού και στο “κοινό πνεύμα” της Εκκλησίας, η πρώτη δουλειά του Τριαδικού δόγματος φαίνεται να είναι η προσπάθεια να καθορίσουμε αυτό το ιδιαίτερο Είναι του Θεού, σε κάτι άλλο. Και στην συσχέτισή του με το Είναι του Θεού καθ' εαυτό και με το Είναι του Θεού στην σχέση του με τον κόσμο γενικώς. Το ενδιαφέρον για ένα τέτοιο έργο πρέπει να ανανεώνεται συνεχώς!
 
Δεν είναι τελικώς ανησυχητικό ότι ο Σλαϊερμάχερ δηλώνει πως υπάρχει αντίφαση, για να το πούμε με τον Hegel, ανάμεσα στην “έννοια” και στην “αναπαράσταση” της Τριάδος; Γιατί πρέπει οπωσδήποτε οι εξωτερικές πρόοδοι της θεότητος να οδηγήσουν σε εξάρτηση και υποταγή; Δεν λύθηκαν αυτά τα προβλήματα από την εποχή του Αρειανισμού; Το γεγονός πως η εσωτερική ζωή του Θεού είναι άφατη και Μυστηριώδης είναι τόσο υποτιμητικό για τον άνθρωπο;
 

Για ποιόν άνθρωπο;
 

ΣΧΟΛΙΟ : "Σε κάθε περίπτωση, για τον Σλαϊερμάχερ, η πίστις ή  καλύτερα το βίωμα της πίστης προηγείται έναντι του δόγματος, το οποίο παραμένει δευτερεύον". 

Στό θέμα τής αυτοσυνειδήσεως όμως μπορούμε νά ζητήσουμε καί τήν βοήθεια τού Γέροντος Αιμιλιανού: Ο άνθρωπος ζη κάθε ημέρα μέσα σε ένα τρελό μεθύσι, σε μιά ευφροσύνη, σε μία ικανοποίηση, σε μία «ευτυχία» και «ανάπαυσι», σε μία ευαρέσκεια και αυτάρκεια. Κάθε ημέρα αναπαύεται σε ένα στρώμα το οποίο προέρχεται από τις ποικίλες αμαρτίες του, στην πραγματικότητα όμως πίνει και τρώει τον ευατό του, ζυμώνει το είναι του με τον εαυτό του.