Μαθήματα Χριστιανικής Δογματικής
E. ΠΕΡΙ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑΣ, ΣΩΤΗΡΙΑΣ, ΧΡΙΣΤΟΛΟΓΙΑΣ ΚΑΙ ΕΚΚΛΗΣΙΟΛΟΓΙΑΣΤού σεβ. Μητροπολίτου Περγάμου Ιωάννη Ζηζιούλα
https://oodegr.com/oode/dogmat1/E6.htm?
Το ένα λοιπόν από τα πρόσωπα της Αγίας Τριάδος ο Υιός, κενούται, δηλαδή δεν διακόπτει την προσωπική Του σχέση με τον Πατέρα και το Άγιο Πνεύμα, γιατί αυτό είναι αδιανόητο, αλλά Αυτός και μόνο αναλαμβάνει την μοίρα του κτιστού σαν προσωπική Του μοίρα. Το ότι δεν συμπαρασύρει σε αυτήν την πράξη Του, σε αυτήν την ενέργεια και τα άλλα δύο πρόσωπα της Αγίας Τριάδος, οφείλεται στο ότι τα πρόσωπα της Αγίας Τριάδος είναι πλήρη και ελεύθερα όντα. Το κάθε πρόσωπο έχει οντότητα, έχει πληρότητα οντολογική, και γι' αυτό έχει μεγάλη σημασία αυτό που τονίσαμε στο περί Θεού δόγμα. Τόνισαν οι Καππαδόκες ότι τα πρόσωπα της Αγίας Τριάδος υπάρχουν ελεύθερα, διότι αυτή η ελευθερία κάνει δυνατή την διάκριση στο έργο του καθενός. Αυτό οφείλεται στο ότι υπάρχει προσωπική ελευθερία στα πρόσωπα της Αγίας Τριάδος, διαφορετικά δεν είναι δυνατόν να μην συμπαρασύρει στην κένωση ο Υιός και τα άλλα πρόσωπα. Δεν τα συμπαρασύρει, κενούται μόνον Αυτός. Αυτό οφείλεται σ' αυτά τα δύο πράγματα, που σημαίνουν το ίδιο, στην οντολογική αυτοτέλεια και πληρότητα του κάθε προσώπου, και στην ελευθερία του κάθε προσώπου.
Ελεύθερα ο Υιός ως πλήρες πρόσωπο, ως πλήρης υπόσταση, λέει εγώ θα πάρω επάνω μου την μοίρα του κτιστού με αυτήν την μορφή της πτώσεως και θα εκπληρώσω κατ' αυτόν τον τρόπο την ευδοκία του Πατρός. Επίσης και το Πνεύμα ελεύθερα συγκατατίθεται να συνεργήσει. Έτσι ενώ όλα τα πρόσωπα μετέχουν και το καθένα με τον δικό του τρόπο, ο Υιός μετέχει ειδικά με τον τρόπο αυτόν της κενώσεως, δηλαδή της αναλήψεως επάνω Του της μοίρας του πεσόντος κτιστού. Άπαξ λοιπόν και έγινε αυτή η κένωση, η είσοδος του Λόγου στην πεσμένη πραγματικότητα της υπάρξεως του κόσμου, ο Υιός πήρε ελεύθερα επάνω Του όλες τις συνέπειες αυτού του γεγονότος. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να θυμηθούμε ποιες ήταν οι συνέπειες.
Όσο καιρό διατηρούμε την σχέση μας με αυτό το πρόσωπο, αυτό το πρόσωπο μας δίνει την ταυτότητά μας, το εγώ αλλάζει, όταν αλλάξει το εσύ.
Όταν ο Χριστός λέει εγώ, τι εννοεί; Από που παίρνει την συνείδηση του εγώ; Έγινε ολόκληρη συζήτηση στον αιώνα μας κυρίως στους Ρωμαιοκαθολικούς θεολογικούς κύκλους, εάν ο Χριστός είχε δύο συνειδήσεις, επειδή είχε δύο φύσεις. Εάν είχε δύο συνειδήσεις, ανθρώπινη και θεία συνείδηση. Πολλοί θεολόγοι είχαν καταλήξει στο συμπέρασμα ότι είχε δύο συνειδήσεις. Το πρόβλημα είναι ότι για να έχεις συνείδηση του εγώ, για να είσαι εγώ, να είσαι εσύ, είναι αδύνατο χωρίς κάποια σχέση. Είτε είμαι εγώ, διότι δεν είμαι λ.χ. αυτό το τραπέζι, άρα εν σχέσει με αυτό το τραπέζι είμαι εγώ, και σαν εκλείψει αυτό το τραπέζι δεν μπορώ να είμαι εγώ, τότε είμαι εγώ εν σχέσει με κάποιον άλλον. Πάντα σε σχέση με κάποιον άλλον είμαστε αυτό που είμαστε σαν ταυτότητα προσωπική. Δεν μπορείς να πεις εγώ, εάν δεν υπάρχει ένα εσύ. Η φιλοσοφία ύστερα από αιώνες, στα χρόνια μας, έφτασε σ αυτήν την απλή αλήθεια· το εγώ χωρίς το εσύ είναι μύθος, είναι αδιανόητο.
Ο Χριστός, λέγοντας εγώ, από που αντλεί την συνείδηση του εγώ; Την αντλεί από την σχέση Του τελικά με τον Πατέρα. Αυτό είναι το ότι το πρόσωπο του Χριστού είναι μόνο ένα, ο Υιός. Εάν αντλούσε την σχέση Του και από την Μαρία, την Παναγία σαν παιδί από την μητέρα, τότε θα είχαμε δύο πρόσωπα, θα ίσχυε η θέση του Νεστορίου, θα είχαμε έναν άνθρωπο με δύο πρόσωπα. Μια σχέση από εδώ μια σχέση από εκεί, αλλά και οι δύο θα του έδιναν την ταυτότητά Του. Αλλά και να σου δώσουν δύο σχέσεις την ταυτότητά σου, είναι κάτι που δεν ευσταθεί τελικά, διότι η μία από τις δύο σχέσεις θα είναι η αποφασιστική.
Β΄ Προς Τιμόθεον 3:13:
«Πονηροὶ δὲ ἄνθρωποι καὶ γόητες προκόψουσιν ἐπὶ τὸ χεῖρον, πλανῶντες καὶ πλανώμενοι.»
Νόσος καὶ θεραπεία στὴν Ὀρθόδοξη Θεολογία. Ἰωάννης Ζηζιούλας Μητροπολίτης Περγάμου
2. Αλήθεια και κοινωνία (Being and Communion)
III. Αλήθεια και σωτηρία: οι υπαρξιακές συνέπειες της αλήθειας ως κοινωνίας
1. Αλήθεια και πεπτωκυία ύπαρξη: η ρήξη μεταξύ είναι και κοινωνίας
Για τους Έλληνες Πατέρες, η πτώση του ανθρώπου —και, ως προς αυτό, η αμαρτία— δεν πρέπει να κατανοείται ως κάτι που επιφέρει μια νέα πραγματικότητα —το κακό δεν διαθέτει δημιουργική δύναμη—, αλλά ως κάτι που αποκαλύπτει και πραγματώνει τους περιορισμούς και τους δυνητικούς κινδύνους που ενυπάρχουν στην κτιστότητα, όταν η δημιουργία εγκαταλείπεται στον εαυτό της. Διότι, εφόσον η πτώση προκύπτει από την αξίωση του κτιστού ανθρώπου να αποτελεί το έσχατο σημείο αναφοράς της ύπαρξης —να είναι Θεός—, αποτελεί, σε τελική ανάλυση, εκείνη την κατάσταση της ύπαρξης κατά την οποία ο κτιστός κόσμος τείνει να θεμελιώνει τελικά το είναι του με αναφορά στον εαυτό του και όχι σε ένα άκτιστο ον, τον Θεό.
Η ειδωλολατρία, δηλαδή η μετατροπή της κτιστής ύπαρξης σε έσχατο σημείο αναφοράς, αποτελεί τη μορφή που προσλαμβάνει η πτώση·[165] πίσω της όμως βρίσκεται το γεγονός ότι ο άνθρωπος αρνείται να αναφέρει το κτιστό είναι στην κοινωνία με τον Θεό. Με άλλα λόγια, από οντολογική άποψη, η πτώση συνίσταται στην άρνηση να εξαρτηθεί το είναι από την κοινωνία, σε μια ρήξη μεταξύ αλήθειας και κοινωνίας.
Αυτή η ρήξη μεταξύ είναι και κοινωνίας έχει ως αυτόματο αποτέλεσμα να αποκτά η αλήθεια του είναι προτεραιότητα έναντι της αλήθειας της κοινωνίας. Αυτό είναι φυσικό για την κτιστή ύπαρξη. Συμβαίνει αναπόφευκτα όταν ένα κτιστό ον τίθεται ως έσχατο σημείο αναφοράς, επειδή «κτιστό» σημαίνει «δεδομένο»: ο άνθρωπος μπορεί να επιθυμεί να καταστήσει την κοινωνία έσχατη πραγματικότητα, αλλά το γεγονός της ύπαρξης αποτελεί ένα «δεδομένο» που τίθεται ενώπιόν του· επομένως, δεν μπορεί ποτέ να ξεφύγει από το γεγονός ότι το είναι προηγείται της σχέσης. Η «υπόσταση» ή ουσία των πραγμάτων γίνεται το έσχατο περιεχόμενο της αλήθειας, εφόσον η αλήθεια πρόκειται να αναφέρεται στο είναι. Η μόνη εναλλακτική δυνατότητα θα ήταν να καταστεί η κοινωνία συστατική του είναι· στην περίπτωση αυτή, όμως, θα προϋποθέταμε την αναίρεση της πτώσης — ή τη λύτρωση από αυτήν.
ΜΚΛΞ
Δεδομένου ότι στην πεπτωκυία κατάσταση της ύπαρξης η κοινωνία δεν είναι πλέον συστατική του είναι και ότι το είναι των πραγμάτων πρέπει να αναγνωριστεί προτού μπορέσει να πραγματοποιηθεί οποιαδήποτε σχέση, κάθε επιμέρους ον αποκτά, τρόπον τινά, οντολογική υπόσταση αφ’ εαυτού. Έτσι, ο κόσμος αποτελείται από αντικείμενα, από πράγματα των οποίων την οντολογική υπόσταση πρέπει κανείς να αναγνωρίσει προτού μπορέσει να σχετιστεί μαζί τους. Η αλήθεια αυτών των «αντικειμένων» γίνεται, επομένως, μια πρόκληση για το υποκείμενο της γνώσης· το γνωριζόμενο και το γιγνώσκον υπάρχουν ως δύο αντιτιθέμενοι εταίροι· το res και το intellectus πρέπει με κάποιον τρόπο να φθάσουν σε μια adaequatio·[166] το υποκείμενο και το αντικείμενο συγκροτούν ένα ζεύγος, η παρουσία του οποίου καθορίζει την επιστημολογία.
[165] Πρβλ. L. Macquarrie, Principles of Christian Theology, 1966, σ. 238 κ.ε.
[166] Η καρτεσιανή φιλοσοφία προσφέρει ένα καλό παράδειγμα γι’ αυτό. Όταν ο Kant ορίζει την adaequatio ως «συμφωνία με τους νόμους της διάνοιας» (Κριτική του καθαρού λόγου, B350), εισάγει την υπερβατολογική διάσταση της αλήθειας. Αυτό, ωστόσο, δεν διασώζει την έννοια της αλήθειας από εκείνο που περιγράφεται εδώ ως πεπτωκυία κατάσταση της ύπαρξης, διότι, σύμφωνα με τον Kant, αυτό που προσδιορίζει σε τελική ανάλυση τι είναι η αλήθεια είναι η ολοκληρωμένη ενότητα της ανθρώπινης εμπειρίας (ό.π., B197).
«Πονηροὶ δὲ ἄνθρωποι καὶ γόητες προκόψουσιν ἐπὶ τὸ χεῖρον, πλανῶντες καὶ πλανώμενοι.»
Νόσος καὶ θεραπεία στὴν Ὀρθόδοξη Θεολογία. Ἰωάννης Ζηζιούλας Μητροπολίτης Περγάμου
https://paterikos.blogspot.com/2026/06/blog-post_775.html
Τι ειναι πρόσωπο;...
Στὴν Ἁγία Τριάδα τὸ πρόσωπο εἶναι ἔννοια θετική, σχέση καταφατική, καὶ ὄχι ἀρνητική. Τὰ τρία πρόσωπα τῆς Τριάδος εἶναι διάφορα τὸ ἕνα ἀπὸ τὸ ἄλλο, ὄχι γιατί ἀπομονώνονται καὶ ἀποσχίζονται τὸ ἕνα ἀπὸ τὸ ἄλλο, ἀλλὰ ἀντίθετα γιατί εἶναι ἀναπόσπαστα ἑνωμένα μεταξύ τους. Ἡ ἑνότητα, ὅσο πιὸ ἄρρηκτη εἶναι, τόσο πιὸ πολὺ γεννάει, παράγει ἑτερότητα. Τὸ γεγονὸς αὐτὸ ἐξασφαλίζει ὀντολογικὴ πληρότητα καὶ σταθερότητα, ἀπουσία θανάτου καὶ ἀληθινὴ ζωή. Ὁ ἄλλος ὄχι μόνο δὲν εἶναι ἐχθρός, ἀλλὰ ἡ βεβαίωση τῆς δικῆς μου ταυτότητας καὶ μοναδικότητας: τὸ Σὺ ποὺ μὲ κάνει νὰ εἶμαι Ἐγώ, καὶ χωρὶς τὸ ὁποῖο τὸ Ἐγὼ εἶναι ἀνύπαρκτο καὶ ἀδιανόητο....2. Αλήθεια και κοινωνία (Being and Communion)
III. Αλήθεια και σωτηρία: οι υπαρξιακές συνέπειες της αλήθειας ως κοινωνίας
1. Αλήθεια και πεπτωκυία ύπαρξη: η ρήξη μεταξύ είναι και κοινωνίας
Για τους Έλληνες Πατέρες, η πτώση του ανθρώπου —και, ως προς αυτό, η αμαρτία— δεν πρέπει να κατανοείται ως κάτι που επιφέρει μια νέα πραγματικότητα —το κακό δεν διαθέτει δημιουργική δύναμη—, αλλά ως κάτι που αποκαλύπτει και πραγματώνει τους περιορισμούς και τους δυνητικούς κινδύνους που ενυπάρχουν στην κτιστότητα, όταν η δημιουργία εγκαταλείπεται στον εαυτό της. Διότι, εφόσον η πτώση προκύπτει από την αξίωση του κτιστού ανθρώπου να αποτελεί το έσχατο σημείο αναφοράς της ύπαρξης —να είναι Θεός—, αποτελεί, σε τελική ανάλυση, εκείνη την κατάσταση της ύπαρξης κατά την οποία ο κτιστός κόσμος τείνει να θεμελιώνει τελικά το είναι του με αναφορά στον εαυτό του και όχι σε ένα άκτιστο ον, τον Θεό.
Η ειδωλολατρία, δηλαδή η μετατροπή της κτιστής ύπαρξης σε έσχατο σημείο αναφοράς, αποτελεί τη μορφή που προσλαμβάνει η πτώση·[165] πίσω της όμως βρίσκεται το γεγονός ότι ο άνθρωπος αρνείται να αναφέρει το κτιστό είναι στην κοινωνία με τον Θεό. Με άλλα λόγια, από οντολογική άποψη, η πτώση συνίσταται στην άρνηση να εξαρτηθεί το είναι από την κοινωνία, σε μια ρήξη μεταξύ αλήθειας και κοινωνίας.
Αυτή η ρήξη μεταξύ είναι και κοινωνίας έχει ως αυτόματο αποτέλεσμα να αποκτά η αλήθεια του είναι προτεραιότητα έναντι της αλήθειας της κοινωνίας. Αυτό είναι φυσικό για την κτιστή ύπαρξη. Συμβαίνει αναπόφευκτα όταν ένα κτιστό ον τίθεται ως έσχατο σημείο αναφοράς, επειδή «κτιστό» σημαίνει «δεδομένο»: ο άνθρωπος μπορεί να επιθυμεί να καταστήσει την κοινωνία έσχατη πραγματικότητα, αλλά το γεγονός της ύπαρξης αποτελεί ένα «δεδομένο» που τίθεται ενώπιόν του· επομένως, δεν μπορεί ποτέ να ξεφύγει από το γεγονός ότι το είναι προηγείται της σχέσης. Η «υπόσταση» ή ουσία των πραγμάτων γίνεται το έσχατο περιεχόμενο της αλήθειας, εφόσον η αλήθεια πρόκειται να αναφέρεται στο είναι. Η μόνη εναλλακτική δυνατότητα θα ήταν να καταστεί η κοινωνία συστατική του είναι· στην περίπτωση αυτή, όμως, θα προϋποθέταμε την αναίρεση της πτώσης — ή τη λύτρωση από αυτήν.
ΜΚΛΞ
Δεδομένου ότι στην πεπτωκυία κατάσταση της ύπαρξης η κοινωνία δεν είναι πλέον συστατική του είναι και ότι το είναι των πραγμάτων πρέπει να αναγνωριστεί προτού μπορέσει να πραγματοποιηθεί οποιαδήποτε σχέση, κάθε επιμέρους ον αποκτά, τρόπον τινά, οντολογική υπόσταση αφ’ εαυτού. Έτσι, ο κόσμος αποτελείται από αντικείμενα, από πράγματα των οποίων την οντολογική υπόσταση πρέπει κανείς να αναγνωρίσει προτού μπορέσει να σχετιστεί μαζί τους. Η αλήθεια αυτών των «αντικειμένων» γίνεται, επομένως, μια πρόκληση για το υποκείμενο της γνώσης· το γνωριζόμενο και το γιγνώσκον υπάρχουν ως δύο αντιτιθέμενοι εταίροι· το res και το intellectus πρέπει με κάποιον τρόπο να φθάσουν σε μια adaequatio·[166] το υποκείμενο και το αντικείμενο συγκροτούν ένα ζεύγος, η παρουσία του οποίου καθορίζει την επιστημολογία.
[165] Πρβλ. L. Macquarrie, Principles of Christian Theology, 1966, σ. 238 κ.ε.
[166] Η καρτεσιανή φιλοσοφία προσφέρει ένα καλό παράδειγμα γι’ αυτό. Όταν ο Kant ορίζει την adaequatio ως «συμφωνία με τους νόμους της διάνοιας» (Κριτική του καθαρού λόγου, B350), εισάγει την υπερβατολογική διάσταση της αλήθειας. Αυτό, ωστόσο, δεν διασώζει την έννοια της αλήθειας από εκείνο που περιγράφεται εδώ ως πεπτωκυία κατάσταση της ύπαρξης, διότι, σύμφωνα με τον Kant, αυτό που προσδιορίζει σε τελική ανάλυση τι είναι η αλήθεια είναι η ολοκληρωμένη ενότητα της ανθρώπινης εμπειρίας (ό.π., B197).
ΙΩΑΝΝΟΥ ΖΗΖΙΟΥΛΑ
«Ἡ Εὐχαριστιακὴ Ἐκκλησιολογία στὴν Ὀρθόδοξη Παράδοση», Θεολογία, τόμ. 80, τχ. 4 (2009), σ. 5–25.
Στὴν Ἀνατολὴ κατὰ τὴν πατερική περίοδο ἡ εὐχαριστιακὴ ἐκκλησιολογία παραμένει ζῶσα καὶ ἐνεργὸς διὰ τοῦ ἁγίου Μαξίμου καὶ ἄλλων πατέρων, παρὰ τὸ γεγονὸς ὅτι ὠριγενιστικὰ κινήματα μέσῳ τοῦ Εὐαγρίου τοῦ Ποντικοῦ καὶ τοῦ ἀνατολικοῦ μοναχισμοῦ τείνουν νὰ προσδώσουν βάρος στὴν ἀτομικὴ ἄσκηση καὶ στὴν ἐπιδίωξη ἐξατομικευμένης ἁγιότητας. Ἔτσι, φθάνοντας στὸν Μεσαίωνα, ἡ εὐχαριστιακὴ ἐκκλησιολογία στὴν Ὀρθόδοξη παράδοση, βρίσκεται ἀντιμέτωπη μὲ δύο «ἐχθρούς» ταυτόχρονα. Ὁ ἕνας προέρχεται ἀπὸ τὴ Δύση καὶ εἶναι ὁ Σχολαστικισμός, ὁ ὁποῖος, ὅπως οἱ Η. de Lubac²³ καὶ Y. Congar24 ἔχουν ἀποδείξει, ἀπὸ τὸν 13ο αἰῶνα καὶ μετὰ ἔχει τὴν τάση νὰ ξεχωρίζει τὴν Εὐχαριστία ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία. Ὁ ἄλλος κίνδυνος προέρχεται ἀπὸ τὸν ἀνατο-λικό μοναχισμό μὲ μία μονοσήμαντη ἑρμηνεία τοῦ Ἡσυχασμοῦ καὶ τῆς θεολο-γίας τοῦ Γρηγορίου Παλαμᾶς, ὅπου φαίνεται νὰ δίνεται ἔμφαση περισσότερο στὴν ἄσκηση καὶ στὴ νοερά προσευχὴ ἀπὸ τὴ συμμετοχή στην κοινωνία τῆς κοι-νότητας τῆς Ἐκκλησίας. Ἀντιμετωπίζοντας τέτοιες προκλήσεις, εἶναι πράγμα-τι ἀξιοσημείωτο τὸ ὅτι συναντοῦμε μία περιγραφὴ τῆς Ἐκκλησίας μὲ καθαρὰ εὐχαριστιακοὺς ὅρους σὲ θεολόγο τοῦ 14ου αἰῶνα, ὁ ὁποῖος εἶναι λαϊκὸς καὶ ἐκφράζει τὴ συνείδηση τῆς χριστιανικῆς κοινότητας, ἡ ὁποία ζεῖ στὸν κόσμο· πρόκειται γιὰ τὸν Νικόλαο Καβάσιλα.
Ὁ Καβάσιλας φαίνεται νὰ γνωρίζει καὶ νὰ ἀντιδρᾶ τόσο στὸν Δυτικό Σχο-λαστικισμό ὅσο καὶ στὶς ἀκραῖες ἡσυχαστικές τάσεις. Ἡ ἐκκλησιολογία του εἶναι, θὰ τολμοῦσα νὰ πῶ, προκλητικὰ εὐχαριστιακή. Στὴν ἐρώτηση, ποῦ μπο-ροῦμε νὰ δοῦμε τὴν Ἐκκλησία, ἡ ἀπάντησή του εἶναι: μόνο στὴν Εὐχαριστία.
«Σημαίνεται (=ὁρίζεται, δηλώνεται) δὲ ἡ Ἐκκλησία ἐν τοῖς μυστηρίοις οὐχ ὡς ἐν συμβόλοις... Οὐ γὰρ ὀνόματος ἐνταῦθα κοινωνία μόνον ἢ ἀναλογίας ὁμοιό-της, ἀλλὰ πράγματος ταυτότης... Τὴν τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίαν, εἴ τις ἰδεῖν δυνηθείη... οὐδὲν ἕτερον ἢ αὐτὸ μόνον τὸ Κυριακὸν ὄψεται σῶμα... Διὰ τοῦτο οὐδὲν ἀπεικός (=τίποτε τὸ παράλογο ἢ ὑπερβολικό) ἐνταῦθα διὰ τῶν μυστηρίων τὴν Ἐκκλησίαν σημαίνεσθαι»27. Ἐδῶ βρίσκουμε τὴν εὐχαριστιακὴ ἐκκλησιολογία στὴν πιὸ ξεκάθαρη διατύπωσή της. Ὁ λαϊκὸς Καβάσιλας ἐκφράζει τὴ συνείδηση τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας στὸ τέλος τῆς βυζαντινῆς περιόδου. Ἡ Ἐκκλησία καὶ ἡ Εὐχαριστία ἀλληλοφανερώνονται καὶ ἀλληλοπραγματώνονται. Ἡ Ἐκκλησία συνιστᾶ τὴν Εὐχαριστία καὶ ἡ Εὐχαριστία συνιστᾶ τὴν Ἐκκλησία ταυτόχρονα.
ΠΟΙΟΣ ΕΙΝΑΙ Ο ΣΚΟΠΟΣ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ; Η ΣΩΤΗΡΙΑ ΚΑΙ Η ΒΑΣΙΛΕΙΑ ΤΩΝ ΟΥΡΑΝΩΝ Ή Η ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ ΣΤΗΝ ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΤΩΝ ΠΡΟΣΩΠΩΝ ΚΑΤ'ΑΝΑΛΟΓΙΑΝ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΤΡΙΑΔΟΣ; ΣΗΜΑΙΝΕΤΑΙ ΑΛΛΑ Ο ΑΓΙΑΣΜΟΣ ΤΗΣ ΘΕΙΑΣ ΚΟΙΝΩΝΙΑΣ ΔΕΝ ΛΑΜΒΑΝΕΤΑΙ ΑΠΟ ΟΛΟΥΣ. ΚΑΒΑΣΙΛΑΣ.
Η διδασκαλία περί της Αγίας Τριάδος: Η σημασία της συμβολής των Καππαδοκών 2
John D. Zizioulas
Το κείμενο δημοσιεύθηκε αρχικά στον τόμο Trinitarian Theology Today: Essays on Divine Being and Act, σσ. 44-60.
II. Οι φιλοσοφικές συνέπειες
Μαζί με τους υπόλοιπους Καππαδόκες, ο Γρηγόριος επιμένει ότι η αιτία ή το αἴτιον της θείας υπάρξεως;;; είναι ο Πατήρ, δηλαδή ένα πρόσωπο· διότι έτσι η Τριάδα καθίσταται ζήτημα οντολογικής ελευθερίας. Πράγματι, σε έναν από τους Θεολογικούς Λόγους του ο Γρηγόριος υπερασπίζεται τη Νίκαια απέναντι στην αρειανική κατηγορία ότι το ὁμοούσιον συνεπάγεται αναγκαιότητα στο είναι του Θεού, και αναπτύσσει το ζήτημα περισσότερο από τον Αθανάσιο —ο οποίος στην πραγματικότητα είπε ελάχιστα σχετικά με αυτό—, τονίζοντας τον ρόλο του Πατρός ως αιτίας του θείου είναι. Η γέννηση και η εκπόρευση δεν είναι αναγκαίες αλλά ελεύθερες[ΤΩΝ ΥΠΟΣΤΑΣΕΩΝ], διότι, μολονότι υπάρχει μία θέληση σύμφυτη με τη θεία ουσία, όπως θα έλεγε ο Άγιος Κύριλλος Αλεξανδρείας —Κύριλλος Αλεξανδρείας, De Trin. 2—, υπάρχει και ο θέλων (ὁ θέλων) —έτσι Γρηγόριος ο Ναζιανζηνός, Θεολογικός Λόγος 3, 5-7—, και αυτός είναι ο Πατήρ. Καθιστώντας τον Πατέρα μοναδική αιτία της θείας υπάρξεως, οι Καππαδόκες απέβλεπαν στην κατανόηση της ελευθερίας μέσα στην οντολογία, κάτι που η ελληνική φιλοσοφία δεν είχε ποτέ προηγουμένως επιτύχει.
Υπό το φως αυτής της παρατήρησης μπορούμε να εκτιμήσουμε δύο ακόμη σημεία που προκύπτουν από τη μελέτη των πηγών. Το πρώτο είναι μια λεπτομέρεια που παρατηρούμε στο Σύμβολο της Νικαίας-Κωνσταντινουπόλεως, λεπτομέρεια την οποία οι ιστορικοί του δόγματος, όπως ο Kelly, παραβλέπουν συνήθως ως ασήμαντη. Πρβλ. J. N. D. Kelly, Early Christian Creeds, London: Longmans, 1950, σ. 333. Αναφέρομαι στο γεγονός ότι η Σύνοδος της Κωνσταντινουπόλεως του 381 μ.Χ., η οποία τελούσε σαφώς υπό την επίδραση των Καππαδοκών —ο Γρηγόριος ο Ναζιανζηνός, τότε Αρχιεπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως, προήδρευσε για ένα διάστημα—, προχώρησε στο τολμηρό βήμα να τροποποιήσει το Σύμβολο της Νικαίας στο σημείο όπου αναφερόταν στον Υιό ως προερχόμενο «ἐκ τῆς οὐσίας τοῦ Πατρός» και να γράψει απλώς «ἐκ τοῦ Πατρός»[ΤΗΣ ΥΠΟΣΤΑΣΕΩΣ. ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ ΥΠΟΣΤΑΣΗ ΑΝΟΥΣΙΟΣ ΚΑΙ ΟΥΣΙΑ ΑΝΥΠΟΣΤΑΤΟΣ]. Αυτή η αλλαγή, σε μια εποχή κατά την οποία διεξάγονταν συγκρούσεις για τις λέξεις, δεν μπορούσε να είναι τυχαία. Αποτελεί σαφή έκφραση του ενδιαφέροντος των Καππαδοκών να τονίσουν ότι πηγή και αιτία της Τριάδος είναι το πρόσωπο του Πατρός και όχι η θεία ουσία.
Η διδασκαλία περί της Αγίας Τριάδος: Η σημασία της συμβολής των Καππαδοκών 3
John D. Zizioulas
Το κείμενο δημοσιεύθηκε αρχικά στον τόμο Trinitarian Theology Today: Essays on Divine Being and Act, σσ. 44-60.
III. Οι ανθρωπολογικές συνέπειες
Για τους Πατέρες, ο άνθρωπος είναι εικόνα του Θεού. Δεν είναι Θεός κατά φύσιν, επειδή είναι κτιστός, δηλαδή έχει αρχή, και επομένως υπόκειται στους περιορισμούς του χώρου και του χρόνου, οι οποίοι συνεπάγονται την εξατομίκευση και τελικά τον θάνατο. Παρ’ όλα αυτά, καλείται να υπάρξει με τον τρόπο με τον οποίο υπάρχει ο Θεός.[Η ΠΝΟΗ ΖΩΗΣ ΥΠΟΚΕΙΤΑΙ ΣΤΟΥΣ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΟΥΣ ΧΩΡΟΥ ΚΑΙ ΧΡΟΝΟΥ Ή Ο ΠΗΛΟΣ ΚΑΙ ΑΝ;]
Για να το κατανοήσουμε αυτό, πρέπει να εξετάσουμε τη διάκριση που έκαναν οι Καππαδόκες Πατέρες μεταξύ φύσεως και προσώπου ή τρόπου ὑπάρξεως, όπως τον αποκαλούσαν. Η φύση ή η ουσία δηλώνει το απλό γεγονός ότι κάτι υπάρχει, το τί ενός πράγματος. Μπορεί να κατηγορηθεί για περισσότερα από ένα πράγματα. Το πρόσωπο ή η ὑπόστασις, αντιθέτως, δηλώνει το πώς —το ὅπως ή το πῶς— και μπορεί να κατηγορηθεί μόνο για ένα ον, και μάλιστα με απόλυτη έννοια.
Όταν εξετάζουμε την ανθρώπινη φύση ή ουσία, την αποδίδουμε σε όλους τους ανθρώπους· δεν υπάρχει τίποτε μοναδικό στο να διαθέτει κανείς ανθρώπινη φύση. Επιπλέον, όλα τα φυσικά χαρακτηριστικά της ανθρώπινης φύσεως, όπως η διαιρετότητα —και, επομένως, η εξατομίκευση που οδηγεί στην αποσύνθεση και τελικά στον θάνατο—, αποτελούν όψεις της ανθρώπινης ουσίας και προσδιορίζουν τον άνθρωπο ως προς τη φύση του.
Είναι το πώς της ανθρώπινης φύσεως, δηλαδή η προσωπική ύπαρξη, εκείνο που, αποκτώντας τον ρόλο της οντολογικής αιτίας, όπως συμβαίνει στο είναι του Θεού, καθορίζει εάν οι περιορισμοί της φύσεως θα υπερνικηθούν τελικά ή όχι. Το κατ’ εικόνα Θεοῦ στον άνθρωπο αφορά ακριβώς αυτό το πώς και όχι το τί είναι ο άνθρωπος· δεν σχετίζεται με τη φύση —ο άνθρωπος δεν μπορεί ποτέ να γίνει Θεός κατά φύσιν—, αλλά με την προσωπική ύπαρξη.
Αυτό σημαίνει ότι ο άνθρωπος είναι ελεύθερος να επηρεάσει το πώς της υπάρξεώς του είτε προς την κατεύθυνση του τρόπου —του πώς— με τον οποίο υπάρχει ο Θεός είτε προς την κατεύθυνση αυτού που είναι η δική του, δηλαδή η ανθρώπινη, φύση. Το να ζει κανείς σύμφωνα με τη φύση, κατὰ φύσιν, θα ισοδυναμούσε, επομένως, με τον ατομικισμό, τη θνητότητα κ.λπ., αφού ο άνθρωπος δεν είναι αθάνατος κατὰ φύσιν. Αντιθέτως, το να ζει σύμφωνα με την εικόνα του Θεού σημαίνει να ζει με τον τρόπο με τον οποίο υπάρχει ο Θεός, δηλαδή ως εικόνα της προσωπικής υπάρξεως του Θεού· και αυτό θα ισοδυναμούσε με το να γίνει Θεός. Αυτό σημα ίνει η θέωση του ανθρώπου στη σκέψη των Ελλήνων Πατέρων.
Από αυτό συνάγεται ότι, μολονότι η φύση του ανθρώπου προηγείται οντολογικά της προσωπικής του υπάρξεως, όπως ήδη επισημάναμε, ο άνθρωπος καλείται να καταβάλει προσπάθεια για να απελευθερωθεί από την αναγκαιότητα της φύσεώς του και να ενεργεί από κάθε άποψη σαν να ήταν το πρόσωπο ελεύθερο από τους νόμους της φύσεως.[ΚΑΘΑΡΟΣ ΠΕΛΑΓΙΑΝΙΣΜΟΣ] Σε πρακτικό επίπεδο, αυτό ακριβώς έβλεπαν οι Πατέρες στην ασκητική προσπάθεια, την οποία θεωρούσαν ουσιώδη για κάθε ανθρώπινη ύπαρξη, ανεξάρτητα από το αν κάποιος ήταν μοναχός ή ζούσε μέσα στον κόσμο. Χωρίς την προσπάθεια απελευθέρωσης του προσώπου από την αναγκαιότητα της φύσεως, ο άνθρωπος δεν μπορεί να είναι εικόνα του Θεού, διότι στον Θεό, όπως επισημάναμε παραπάνω, το πρόσωπο και όχι η φύση είναι η αιτία του τρόπου με τον οποίο Εκείνος υπάρχει.
Η ουσία, επομένως, της ανθρωπολογίας που προκύπτει από την τριαδική θεολογία των Καππαδοκών Πατέρων βρίσκεται στη σημασία του προσώπου για την ανθρώπινη ύπαρξη. Οι Καππαδόκες Πατέρες προσέφεραν στον κόσμο την πολυτιμότερη έννοια που αυτός διαθέτει: την έννοια του προσώπου ως οντολογική έννοια με την έσχατη σημασία του όρου. Εφόσον η έννοια αυτή έχει καταστεί, τουλάχιστον καταρχήν, όχι μόνο μέρος της χριστιανικής μας κληρονομιάς αλλά και ιδεώδες του πολιτισμού μας γενικότερα, θα ήταν χρήσιμο να υπενθυμίσουμε το ακριβές περιεχόμενο και τη σημασία της, όπως αυτά αναδεικνύονται από τη μελέτη της θεολογίας των Καππαδοκών.
[ΔΥΣΤΥΧΩΣ ΤΟ ΚΑΤ'ΕΙΚΟΝΑ ΚΑΙ ΚΑΘ'ΟΜΟΙΩΣΙΝ ΧΑΘΗΚΕ ΜΕ ΤΟΝ ΕΩΣΦΟΡΙΚΟ ΠΕΙΡΑΣΜΟ. ΕΚΕΙΝΟ ΤΟ ΠΡΟΣΩΠΟ ΠΟΥ ΕΜΕΙΝΕ ΕΙΝΑΙ ΚΑΘ'ΟΜΟΙΩΣΙΝ ΤΟΥ ΕΩΣΦΟΡΟΥ, Η ΦΙΛΑΥΤΙΑ, ΤΟ ΕΓΩ]
Αυτό είναι το μεγάλο μήνυμα της πατερικής έννοιας του προσώπου. Η raison d’être, ο λόγος τοῦ εἶναι κάθε υπάρξεως, τον οποίο αναζητούσε πάντοτε η ελληνική σκέψη, δεν βρίσκεται στη φύση αυτής της υπάρξεως αλλά στο πρόσωπο, δηλαδή στην ταυτότητα που δημιουργείται ελεύθερα από την αγάπη και όχι από την αναγκαιότητα της αυτοΰπαρξής της. Ως πρόσωπο υπάρχεις για όσο διάστημα αγαπάς και αγαπιέσαι.[ΑΠΟ ΤΗ ΜΑΜΑ;] Όταν αντιμετωπίζεσαι ως φύση, ως πράγμα, πεθαίνεις ως ιδιαίτερη ταυτότητα. Και αν η ψυχή σου είναι αθάνατη, ποια είναι η ωφέλεια; Θα υπάρχεις, αλλά χωρίς προσωπική ταυτότητα· θα πεθαίνεις αιωνίως μέσα στην κόλαση της ανωνυμίας, στον Άδη των αθάνατων ψυχών.[ΕΠΟΜΕΝΩΣ ΜΕ ΤΗΝ ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΜΑΣ ΣΤΗΝ ΑΙΩΝΙΟΤΗΤΑ; ΔΙΑΒΑΤΗΡΙΟ ΧΡΕΙΑΖΕΤΑΙ;]
Διότι η φύση από μόνη της δεν μπορεί να σου προσφέρει ύπαρξη και είναι ως απολύτως μοναδική και ιδιαίτερη ταυτότητα. Η φύση παραπέμπει πάντοτε στο γενικό· το πρόσωπο είναι εκείνο που διασφαλίζει τη μοναδικότητα και την απόλυτη ιδιαιτερότητα. Επομένως, η αθανασία της ψυχής κάποιου, ακόμη και αν συνεπάγεται ύπαρξη, δεν μπορεί να συνεπάγεται προσωπική ταυτότητα με την αληθινή έννοια.
π. Ν. Λουδοβίκου
Χωρίς γνωμικό θέλημα δεν υπάρχει άνθρωπος, ούτε προ της πτώσεως ούτε μετά την πτώση.
Η συμπάθεια προς το φυσικό, την οποία κληρονομεί ως προϋπόθεση και ως βίωμα από την αρχαία σκέψη. Αλλά, βέβαια, αυτό υπάρχει σπερματικά.
Είναι σωστό. Δηλαδή ότι ο Θεός έκαμε τον κόσμο, τον έκαμε στα αλήθεια.
Η φύση είναι δημιούργημα του Θεού, είναι πραγματική. Και προορίζεται να ζήσει. Δεν μετανοεί ο Θεός για τα κτίσματα και τη δημιουργία.
Και μπαίνει μέσα μετά το γεγονός της σαρκώσεως του Λόγου…
[Ο ΖΗΖΙΟΥΛΑΣ ΔΗΛΩΣΕ ΟΤΙ Η ΔΙΑΦΩΝΙΑ ΤΟΥ ΜΕ ΤΟΝ ΦΙΛΟ ΤΟΥ ΓΙΑΝΝΑΡΑ ΑΦΟΡΟΥΣΕ ΤΟΝ ΧΡΟΝΟ. Ο ΓΙΑΝΝΑΡΑΣ ΠΙΣΤΕΥΕ ΟΤΙ Ο ΧΡΟΝΟΣ ΤΕΛΕΙΩΝΕΙ ΕΝΩ Ο ΖΗΖΙΟΥΛΑΣ ΕΠΕΜΕΝΕ ΟΤΙ Ο ΧΡΟΝΟΣ ΔΕΝ ΤΕΛΕΙΩΝΕΙ. ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΣΩΘΕΙ ΚΑΙ Η ΕΣΧΑΤΟΛΟΓΙΑ ΚΑΙ ΟΙ ΣΤΟΧΑΣΜΟΙ ΑΠΟ ΤΟ ΜΕΛΛΟΝ. Σ' ΑΥΤΟ ΣΤΗΡΙΖΕΤΑΙ ΚΑΙ Η ΒΑΡΥΓΔΟΥΠΗ ΔΗΛΩΣΗ ΤΟΥ ΛΟΥΔΟΒΙΚΟΥ ΟΤΙ Η ΦΥΣΗ ΠΡΟΟΡΙΖΕΤΑΙ ΝΑ ΖΗΣΕΙ ΚΑΙ Η ΠΑΘΙΑΣΜΕΝΗ ΤΟΥ ΕΠΙΜΟΝΗ ΣΤΟ ΦΥΣΙΚΟ ΚΑΙ ΚΑΤ'ΕΠΕΚΤΑΣΙΝ ΣΤΟ ΓΝΩΜΙΚΟ ΘΕΛΗΜΑ.. ΠΑΡΕΝΕΡΓΕΙΕΣ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΟΥ ΥΛΙΣΜΟΥ ΚΑΙ ΤΗΣ ΘΕΟΛΟΓΙΑΣ ΤΗΣ ΑΓΓΕΙΟΠΛΑΣΤΙΚΗΣ]
Πέρα από όλα αυτά, σας το λέω, ανοίγεται ο τεράστιος χώρος της αλήθειας του Χριστού και της Εκκλησίας.
Και όποιος θέλει, θα πρέπει να περάσει από τον δύσκολο δρόμο της μελέτης των κειμένων και της δουλειάς των ειδικών.
Έτσι.
Το να μιλάει κατ’ έμπνευση και με μερικά ψυχολογικά σχήματα και προβλήματα, αυτό δεν πάει μακριά.
Λυπούμαι μόνο πάρα πολύ τους ανθρώπους αυτούς που, από αφέλεια ή από [...] ακολουθούν τον δρόμο κάποιων τέτοιων ανθρώπων, «πλανῶντες καὶ πλανώμενοι», γιατί περί αυτού πρόκειται.
Πέρα από όλα αυτά, σας το λέω, ανοίγεται ο τεράστιος χώρος της αλήθειας του Χριστού και της Εκκλησίας.
Και όποιος θέλει, θα πρέπει να περάσει από τον δύσκολο δρόμο της μελέτης των κειμένων και της δουλειάς των ειδικών.
Έτσι.
Το να μιλάει κατ’ έμπνευση και με μερικά ψυχολογικά σχήματα και προβλήματα, αυτό δεν πάει μακριά.
Λυπούμαι μόνο πάρα πολύ τους ανθρώπους αυτούς που, από αφέλεια ή από [...] ακολουθούν τον δρόμο κάποιων τέτοιων ανθρώπων, «πλανῶντες καὶ πλανώμενοι», γιατί περί αυτού πρόκειται.
[Σ' ΑΥΤΟ ΤΟ ΣΗΜΕΙΟ ΛΟΙΠΟΝ ΔΕΝ ΜΠΟΡΟΥΜΕ ΝΑ ΞΕΧΑΣΟΥΜΕ ΤΟΝ ΔΑΣΚΑΛΟ ΤΟΝ ΖΗΖΙΟΥΛΑ ΚΑΙ ΤΟ BISHOPOQUE ΠΟΥ ΕΠΙΝΟΗΣΕ.
6. «Εάν η επικοινωνία μας με τον Θεό παρακάμπτει τον άνθρωπο (Επίσκοπο), τότε η επικοινωνία αυτή πραγματοποιείται μέσω της φαντασίας» (σ. 9).
ΕΝ ΠΟΛΛΟΙΣ Η ΝΕΑ ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΕΓΙΝΕ ΦΑΝΕΡΗ. ΔΥΣΤΥΧΩΣ ΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΙ ΕΛΕΓΧΟΥΝ ΤΟΥΣ ΕΠΙΣΚΟΠΟΥΣ, ΤΟΥΣ ΑΓΙΟΥΣ ΑΝΑΠΑΡΑΓΟΥΝ ΤΟΝ ΣΥΝΑΞΑΡΙΣΤΗ, ΔΕΝ ΕΧΟΥΝ ΜΠΕΙ ΣΤΟ ΝΟΗΜΑ.
ΙΔΟΥ ΝΕΑ ΕΙΝΑΙ ΤΑ ΠΑΝΤΑ. ΚΡΑΤΑΤΕ ΤΑΥΤΟΤΗΤΕΣ ΕΙ ΔΥΝΑΤΟΝ ΣΦΡΑΓΙΣΜΕΝΕΣ ΑΠΟ ΤΟΝ ΑΝΤΙΧΡΙΣΤΟ.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου