Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ο ΑΠΟΚΡΥΦΙΣΜΟΣ ΤΟΥ ΓΕΡΜΑΝΙΚΟΥ ΙΔΕΑΛΙΣΜΟΥ - Henri de Lybac. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ο ΑΠΟΚΡΥΦΙΣΜΟΣ ΤΟΥ ΓΕΡΜΑΝΙΚΟΥ ΙΔΕΑΛΙΣΜΟΥ - Henri de Lybac. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 29 Ιουλίου 2026

Ο ΑΠΟΚΡΥΦΙΣΜΟΣ ΤΟΥ ΓΕΡΜΑΝΙΚΟΥ ΙΔΕΑΛΙΣΜΟΥ (32)

 Συνέχεια απο Τετάρτη, 26 Ιουνίου 2013

του HENRI DE LYBAC

ΟΙ ΣΥΓΧΡΟΝΟΙ ΑΠΟΓΟΝΟΙ ΤΟΥ ΙΩΑΚΕΙΜ.
ΤΟΣΟ ΑΠΟΚΡΟΥΣΤΙΚΟΣ

Ο Μόλτμαν διαπιστώνοντας πώς η απώλεια του εσχατολογικού νοήματος επέτρεψε την αφομοίωση των Χριστιανών στον περιβάλλοντα κόσμο και μ’αυτόν τον τρόπο την παράδοση της πίστεως, συμπεραίνει πώς πρέπει να ελευθερώσουμε την εσχατολογική ελπίδα απο τις μορφές σκέψης και απο τους τρόπους συμπεριφοράς που ανήκουν στις παραδοσιακές συνθέσεις της Δύσεως. [Η εσχατολογία και η διάλυση του Οικουμενισμού, πηγάζουν απο την πλήρη απώλεια του σκοπού της Χριστιανικής ζωής, που είναι η μετάνοια και η αγιότης].

Έτσι λοιπόν, αυτός ο σύγχρονος και πρώτος ίσως γκουρού του Χριστιανισμού, αναγκάζεται να φέρει στην επιφάνεια την «πίστη της Εξόδου», σύμφωνα με την οποία ο Γιαχβέ, περιεχόμενος μέσα στην ειρήνη, και στην δικαιοσύνη που αποτελούν την δόξα του, ενδιάθετος, είναι ΤΟ ΜΕΛΛΟΝ. Σε αντιπαράθεση στην «θρησκεία των επιφανείων», στην οποία βυθίζεται ο σύγχρονος συγχωνευμένος με τον κόσμο Χριστιανισμός. [Σωτήρες του Χριστιανισμού λοιπόν: ο Ζηζιούλας, ο Ράμφος, ο Γιανναράς. Χωρίς την ανανέωση, λέει ο Ράμφος, το Ευαγγέλιο και η Ορθοδοξία θα χαθούν. Ο Πατριάρχης κηρύττει ότι θα χαθεί η κτίση με την οικολογική καταστροφή. Κανένας τους δέν αποφασίζει πώς έχουμε πάρει όλοι μας λάθος δρόμο].
Και οι Δύο Διαθήκες λοιπόν πρέπει να παραμείνουν κυριαρχημένες απο την «κατηγορία της Υποσχέσεως». Απο εδώ πηγάζει η παρουσίαση permodum unis της «Ιουδαιο-Χριστιανικής Ελπίδος». Απο εδώ (και είναι αυτό που μας ενδιαφέρει) η τάση να δούμε τον Ιησού μόνον σαν προφήτη και ανανεωτή της αρχαίας υποσχέσεως και όχι σαν την ολοκλήρωσί της. Η ακόμη καλύτερα η τάση να μειώσουμε και να υποτιμήσουμε τον χαρακτήρα που διακρίνει την Χριστιανική εσχατολογία απο την Ιουδαϊκή ελπίδα, δηλαδή την ανακήρυξη της Βασιλείας του Θεού ήδη παρούσης στον Ιησού.
Δέν μας εκπλήσσει λοιπόν το γεγονός πώς ο Μόλτμαν δίνει μεγάλη προσοχή στην μοντέρνα συνέχεια της παραδόσεως του Ιωακείμ. Η σύνθεση που παρουσιάζει δείχνει πώς κατανόησε το εύρος της.
«Η φιλοσοφία της ιστορίας του Ιωακείμ ντα Φιόρε, η ιδέα του μίας Τρίτης Βασιλείας που θα ήταν το Βασίλειο του Πνεύματος, βασανίζει, ξεκινώντας απο τον Λέσσινγκ, την θεωρία της ιστορίας του 19ου αιώνος και την γεμίζει ενθουσιασμό. Η ιστορία είναι «Το γίγνεσθαι του Θεού», ακουγόταν απο την εποχή του Herder, Μία Τρίτη εποχή του πνεύματος -Το επιστημονικό πνεύμα- πρέπει να ξεκαθαρίσει με το φώς του τις κρίσεις της ιστορίας και έτσι να σβύσει την αινιγματική ιστορία μεταμορφώοντας την σε γνωστή ιστορία: Έτσι στον Λέσσινγκ και στον Κάντ, στον Κόμτε και τον Χέγκελ και τους ακολούθους τους, η κατευθυντήριος γραμμή του προσανατολισμού τους στον κόσμο, δέν ήταν πιά βασικώς μεταφυσικός, αλλά ιστορικός».
Όσον αφορά τον ίδιο, οι εκλεκτικές του συγγένειες, τον οδηγούν να προτιμήσει την μυστικο-κοινωνική παράδοση στην οποία μετά τον Ιωακείμ ντα Φιόρε, τον Thomas Munzer και τον Oetinger, ο κύριος εκπρόσωπος είναι ο «εσωτερικός μαρξισμός». Μ’αυτόν κυρίως, δηλαδή με τον Μπλόχ, ο Μόλτμαν, θέλησε να ανοίξει τον διάλογο, για να οικοδομήσει μία εσχατολογική οντολογία, η οποία θα εισήγαγε το «καυτό ρεύμα» της ελπίδος, μέσα απο την πολυπλοκότητα των θέσεων του Χριστιανικού δόγματος. Στην προσπάθειά του αυτή γίνεται Κύριος της ιδέας (ή κυριαρχείται απο την ιδέα;) πώς εάν ο Θεός είναι για μας ο άγνωστος Θεός, ο deus absconditus, αυτό δέν οφείλεται μόνον, όπως εξηγούσε ο Κάρλ Μπάρτ, στο γεγονός πώς βρισκόμαστε ακόμη κάτω απο το καθεστώς της πίστεως, αλλά στο γεγονός πώς το «μέλλον περιέχει μίαν οδό, μία διαδρομή, που ο Θεός δέν την έχει ολοκληρώσει ακόμη». Πρέπει λοιπόν να δεχθούμε έναν κάποιο Φουτουρισμό του Θεού.
Οπωσδήποτε ο Μόλτμαν βλέπει κριτικά τον αθεϊσμό του Μπλόχ, για τον οποία το μέλλον του Χριστού και το μέλλον του Θεού δέν είναι τίποτε άλλο απο το μέλλον του κρυμμένου ανθρώπου και του κρυμμένου κόσμου. Επειδή όμως ταυτοχρόνως είναι γοητευμένος απο αυτόν, διατηρεί πολλές απο τις εκφράσεις του, ιδιαιτέρως τις διφορούμενες: απορρίπτοντας την αναπαράσταση της ενυπάρχουσας (Immanenz) Τριάδος, την οποία η αρχαία Εκκλησία σχηματοποιούσε σαν κλειστό στον εαυτό του κύκλο, αρχίζει να την σκέπτεται σαν ιστορία εσχατολογικά ανοικτή, και προσπαθεί να ανακαλύψει τις μεταμορφώσεις του Θεού στις απελευθερώσεις του ανθρώπου. Ας θυμηθούμε ιδιαιτέρως, όσον αφορά τον Ιωακειμισμό του, τον φόβο που εξέφρασε ο Geyer, πώς μειώνει τον συστατικό χαρακτήρα της ιστορίας του Ιησού Χριστού σε μία απλή λεπτομέρεια της βιβλικής ιστορίας της αποκαλύψεως. Όπως επίσης και την παρατήρηση στην οποία ο Fries συνθέτει τις κριτικές του: Δέν θα ήταν δυνατόν να συλλαβίσουμε και να συνδέσουμε το πιστεύω και τα περιεχόμενά του μόνον στο μέλλον.
Ο Μόλτμαν διέθετε έναν πρόδρομο, στον Ολλανδό Noordmans για τον οποίο το πνεύμα, σε αντίθεση στον Χριστοκεντρισμό του Μπάρτ και στην παραδοσιακή σύλληψη του Newman, εμφανίζετο σαν ο ελεύθερος ερμηνευτής του Χριστού, αυτός που μεταφράζει τον Χριστό κατά μήκος της ιστορίας, σε μορφές ολοένα και πιό νέες, δημιουργημένες απο πρίν, για να σπάσουν στην συνέχεια, και όλο αυτό όχι στα ίχνη του Πέτρου ο οποίος στρέφεται πρός αυτό που βρίσκεται πίσω του, αλλά του Παύλου, του Αποστόλου του Πνεύματος.
(Συνεχίζεται)
Αμέθυστος. 

O ΓΚΟΥΡΟΥ ΤΗΣ ΑΚΑΔΗΜΙΑΣ ΒΟΛΟΥ

Ο ΑΠΟΚΡΥΦΙΣΜΟΣ ΤΟΥ ΓΕΡΜΑΝΙΚΟΥ ΙΔΕΑΛΙΣΜΟΥ (30)

 Συνέχεια απο Δευτέρα, 17 Ιουνίου 2013

του HENRI DE LYBAC
 
ΣΥΓΧΡΟΝΟΙ ΝΕΟ ΙΩΑΚΕΙΜΙΣΜΟΙ.

Η ΑΓΝΩΣΤΗ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΜΟΥ

Ο καρκίνος τον οποίο κατήγγειλε η επαρχιακή σύνοδος της Arles στα 1262, ήταν ένα απλό φανταστικό δόγμα,ένα περιθωριακό ρεύμα, ένα εφήμερο επεισόδιο στην Χριστιανική ιστορία ή αντιθέτως ήταν ένα φαινόμενο μίας εκπληκτικής εμβέλειας, με ανυπολόγιστες συνέπειες; Η απάντηση δέν προσφέρει αμφιβολίες. «Είναι χαρακτηριστικό της ιδιοφυΐας, έγραψε η Hirch-Reich, να πηγαίνει πέρα απο την εποχή του. Και ακριβώς ο Ιωακείμ άκουσε εσωτερικά και ανακοίνωσε πολύ πρώϊμα την αλλαγή των χρόνων που προετοιμαζόταν, παρότι η ιστορική πραγματικότης, καθώς παρουσιάζεται, λαμβάνει ένα διαφορετικό πρόσωπο, παρότι μερικές ιδέες της ξαναεμφανίζονται μόνον μετά απο αιώνες».

Τόσο εάν ο Προφήτης ντα Φιόρε υπήρξε ένας αιρετικός ή ένας Άγιος, μία ιδιοφυΐα, ή ένας εμπνευσμένος (φωτισμένος), όσο και εάν υπολογίζεται σαν ο αυθεντικός ανανεωτής ενός Χριστιανισμού πρωτότυπου ή για τον μύστη μίας θρησκείας ή μίας κοινωνίας ολοκληρωτικώς νέες, σαν αυτόν του οποίου το δόγμα θα οδηγούσε τον Χριστιανισμό στην τελειότητα ή θα είχε σπρώξει, αντιθέτως, στην διαστροφή του, θα κάνουμε λάθος να μήν αναγνωρίσουμε την σπουδαιότητα του. Εξάλλου οι περισσότεροι αξιόλογοι ιστορικοί της εποχής μας που τον συνάντησαν στο πεδίο των ερευνών τους, συμφωνούν στο να τόν θεωρούν με μεγάλη σοβαρότητα.
Ο Karl Lowith είναι, όπως και ο Jacob Burckhardt, δηλωμένος εχθρός όλων των αισιόδοξων φιλοσοφιών της ιστορίας, οι οποίες έχουν εισχωρήσει παντού στους τελευταίους αιώνες, και θεωρούνται όλες τους, άλλες τόσες επικίνδυνες ουτοπίες. Δέν ισχυρίζεται πώς ο Ιωακείμ τις πρόβλεψε όπως ακριβώς εμφανίστηκαν, ούτε αυτός ούτε ο Λούθηρος μπορούσαν να προβλέψουν τί πράγμα θα είχαν προκαλέσει. Δέν του αποδίδει θεωρίες οι οποίες πολύ συχνά δέν είναι κληρονομιά αλλά διαστροφή της σκέψης του, και όμως παρ’όλα αυτά τον αναγνωρίζει σαν σχολάρχη ενός απο τα ισχυρότερα πνευματικά και κοινωνικά κινήματα των τελευταίων αιώνων. Σύμφωνα με τον Michel Collinet ο Ιωακείμ είδε, κάτι θεμελιώδες, και πολύ πρίν τον Χέγκελ, πώς η ιστορία είναι μία λογική του πνεύματος. Μέσω της εξηγήσεως του δόγματος της Αγίας Τριάδος που προήλθε απο αυτόν, ισχυρίζεται ο Ernst Benz ολόκληρη η παλιά δομή της Εκκλησίας μεταμορφώθηκε και εξ’αυτής προέκυψαν συνέπειες επαναστατικές. Για πρώτη φορά η ιστορία της σωτηρίας φανερώνεται σαν ένας προοδευτικός διαφωτισμός του ανθρώπου. Για τον Walter Kasper, καθολικοί και προτεστάντες, έχοντας αφήσει τραγικά και δραματικά να τους ξεφύγει το επίπεδο του μέλλοντος και η προφητική λειτουργία, εγκατέλειψαν το Ευαγγέλιο της ΕΛΠΙΔΟΣ, σε μία εκκοσμικευμένη μορφή, στις μοντέρνες φιλοσοφίες της ιστορίας, στον Σέλλινγκ, στον Χέγκελ, στον Μάρξ, και στις ιδεολογίες ενός Τρίτου Ράϊχ, οι οποίες δέν σταμάτησαν ποτέ να φυτρώνουν μετά τον Ιωακείμ ντα Φιόρε. Ο Ιωακείμ είναι τελικώς το σύμβολο και το πρακτικό κέντρο της Ελπίδος του Χριστιανισμού όπως αναπτύσσεται και μεταλλάσσεται μέχρι τις μέρες μας. Οι μονογραφίες, όπως τού Jose Saranyana, αφιερωμένες στον Ιωακείμ ντα Φιόρε και στον Ακινάτη, δείχνουν πώς η Καθολική Θεολογία αρχίζει και αυτή να παίρνει στα σοβαρά τον Ιωακείμ.
Ο Ιωακείμ λοιπόν δυστυχώς εμπνέει σαν ζωντανή δύναμις πνευματικά κινήματα τα οποία δέν θέλουν να εξέλθουν απο τα σύνορα του Χριστιανισμού. Ο Ιωακείμ είναι σήμερα η εγγύηση του μοντερνισμού. Ο Fr. Heiler, ανέτρεχε σ’αυτόν, στο οικουμενικό του όνειρο μίας πλήρους μεταμορφώσεως του Παπικού θεσμού «Ο Ιωακείμ δέν ανέμενε ίσως έναν αγγελικό Πάπα, ο οποίος θα εξασκούσε το έργο του ταπεινά, συμμορφούμενος απο το παράδοξο του Χριστου; Δέν διέβλεπε μία πνευματική Εκκλησία η οποία απελευθερωμένη απο όλες τις γήϊνες φιλοσοξίες, θα άστραφτε με μεγαλύτερη λάμψη; Η σύγχρονη Γνώση αναφέρεται και σ’αυτόν εξάλλου: έτσι σε μία μελέτη του ο Henry Corbin, η πνευματικότης του Ναού (Spiritualite du Temple) εκφράζει την πεποίθησί του πώς για να εμβαθύνουμε την ουσιώδη ιδέα μίας Ecclesia Joannis πρέπει να ενώσουμε την θεολογία των τριών βασιλείων του Ιωακείμ ντα Φιόρε και τις αναφορές στον Παράκλητο, ταυτισμένον με τον XII Ιμάμη, η οποία διατυπώθηκε σε κείνη την άλλη οικογένεια της παραδόσεως του Αβραάμ, στο Ισλάμ, απο τους στοχαστές και απο τους πνευματικούς της σιϊτικής παραδόσεως.
Για την Χριστιανική παράδοση, η ιστορία είναι αμφίσημη. Δέν αφορά απλώς την άρνηση της προόδου κάθε είδους που μπορεί να πραγματοποιηθεί στην διάρκεια της (όπως και οπισθοδρομήσεις) και απο αυτή την άποψη οι εννοιολογήσεις μας δέν μπορούν να εξισούνται με εκείνες της αρχαιότητος, ούτε της Εθνικής, ούτε της Χριστιανικής. Αλλά σε κάθε ιστορική κατάσταση ο άνθρωπος τίθεται εμπρός στην εναλλακτική οδό της μοίρας του. Η ιστορία είναι ένα δράμα, του οποίου, η αποκάλυψη του Χριστού απάλυνε μόνον τον χαρακτήρα του. Θα παραμείνει τέτοιος μέχρι το τέλος αυτού του κόσμου ή όπως έλεγαν τον καιρό της αρχής του Χριστιανισμού, αυτού του Αιώνος». Ομως με την αναγγελία μίας Εποχής του Πνεύματος, ο Ιωακείμ ντα Φιόρε, εισήγαγε στα πνεύματα την ιδέα μίας ξαφνικής προόδου, μοιραίας, ανεπίστροφης, που οφείλεται στο πέρασμα απο μία εποχή στην άλλη στο εσωτερικό του ίδιου του χρόνου, κάτι δηλαδή που εξισούται τελικώς με αυτό που θα είναι, με την μοντέρνα σημασία της λέξης, «η επανάσταση». Γι’αυτό και χαρακτήρισαν το έργο του Ιωακείμ σαν την «θεολογική εποχή της επαναστάσεως». Μία μέρα με έναν απόλυτο και καθοριστικό τρόπο, η ζωή θα αλλάξει. Θα είναι η εποχή των μοναχών. Έλεγε ο Ιωακείμ. Μία εποχή σοφή, πνευματική, ειρηνική, αγαπητική, η οποία δέν θα γνωρίσει πλέον τις βαρειές δομές, ούτε τον δυαλισμό της Εκκλησίας και του Κράτους. Μία μεγάλη Τάξη στοχαστική θα είναι η διοικητική Τάξη αυτής της νέας κοινωνίας και θα κυριαρχήσει όλη τη γή. Πώς να μήν βρούμε γύρω μας λοιπόν, εκκοσμικευμένο αυτό το μεγάλο όνειρο; Η κυριαρχία αυτών που «βλέπουν» αντικαθίσταται απλώς απο την κυριαρχία αυτών που «γνωρίζουν». Απο πολύ καιρό, οι συνέπειες της αλληλοδιαδοχής του Ιωακειμισμού ήταν, όπως είδαμε εκκοσμικευμένες παντού, με μορφές αγνώριστες μερικές φορές, ή συναντιούνταν μόνον σε μερικές περιθωριακές σέκτες, οι οποίες δέν ακουμπούσαν την ζωή της μεγάλης Εκκλησίας. Θα μπορούσαμε να τον εκλάβουμε καθ’εαυτό, για μία νεκρή αίρεση, φακελλωμένη, ένα απλό αντικείμενο της ιστορικής περιέργειας. Και τώρα ξαφνικά στο δεύτερο μέρος του 20ού αιώνος, γινόμαστε μέρτυρες της επανόδου της, στην ίδια την καρδιά της Εκκλησίας. Μόνο που αντί για τον ίδιο τον Ιωακείμ οι οπαδοί της θυμίζουν τον ερμηνευτή του, τον Gerardo di san Donnino, διότι δέν αναγγέλουν το άνοιγμα, την εμφανιση του πνεύματος σε κάποιο μέλλον, αλλά το βλέπουν και το κηρύττουν ήδη στο παρόν, μέσα στους ίδιους. Αυτοί οι ίδιοι είναι τα όργανά του. Τονίζουν στο έπακτο το σχίσμα ανάμεσα στην Εκκλησία του παρελθόντος, γερασμένης πλέον, και σε εκείνη του μέλλοντος, που ανατέλλει σήμερα κιόλας σε κάποιο ξεχωριστό μέρος που ακτινοβολεί απο νεότητα.
Παρατηρείται όμως σε όλες τις εκδοχές της αιρέσεως, στο θεμέλιο τους, μία ίδια γραμμική έννοια του χρόνου, που πιστεύει πώς δέν μπορεί να συγκεντρώσει και να δεχθεί τίποτε καινούργιο παρά μόνον μέσω της απορρίψεως του παληού.
Δέν πρόκειται πλέον για ζωντανή παράδοση. Στην θέση μίας προωθητικής δυνάμεως και μίας ανανεωτικής αρχής, η παράδοση είναι πλέον μόνον ένα βάρος το οποίο πρέπει να ξεφορτωθούμε. Δέν πρόκειται πλέον για την εμβάθυνση του ιδίου και σταθερού μυστηρίου, το οποίο εισήλθε στην ιστορία μία φορά για πάντα, και ενεργεί για να φωτίσει με κατάλληλο τρόπο, διαρκώς μεταβαλλόμενες πάντοτε καταστάσεις. Δέν αναγνωρίζεται στην παράδοση τίποτε άλλο απο μία διακοπτόμενη σειρά πεποιθήσεων και στάσεων, θεσμών και θεωριών, που βοήθησαν βεβείως στην ετοιμασία του τελικού διαφωτισμού, αλλά τα οποία προοριζόταν εξ’αρχής να εξαφανιστούν απέναντί του.
Χωρισμένο απο τον Χριστό, το πνεύμα μπορεί να γίνει οτιδήποτε. Μπορεί να γίνει, για παράδειγμα το ιδεώδες της μοντέρνας κριτικής, ή επίσης της τέλειας κοινωνίας. Δέν είναι του Πατρός το πνεύμα, περισσότερο απο όσο είναι του Υιού. Η Τριάδα αποδομήθηκε. Τίποτε δέν εμποδίζει πλέον να εορτάσουμε μία πλήρη απελευθέρωση, κυματίζοντας σε κάθε άνεμο δογματικό!
Μέσα στο ίδιο το εσωτερικό της Εκκλησίας, στην πραγματικότητα σχεδόν συνειδητά, παρότι αρνούμαστε να το ομολογήσουμε, μπορούν να ανιχνευθούν με ευκολία, στους νεώτερους και λιγότερο σημαντικούς οπαδούς, οι σχολές εκείνων που ολοκλήρωσαν εδώ και καιρό την εκκοσμίκευσή τους!

Συνεχίζεται
Αμέθυστος.

Πέμπτη 4 Ιουνίου 2026

Ο ΑΠΟΚΡΥΦΙΣΜΟΣ ΤΟΥ ΓΕΡΜΑΝΙΚΟΥ ΙΔΕΑΛΙΣΜΟΥ

  του HENRI DE LYBAC

Ο Ρομαντισμός και ο Ιδεαλισμός κατάγονται απευθείας από τον Ιωακειμενισμό, την γνωστή φιλοσοφία της Ιστορίας του Ιωακείμ ντα Φιόρε (Gioacchino Da Fiore), που ξεκίνησε από τον Δυτικό Μεσαίωνα και σάρωσε όλα τα μυαλά της Ευρώπης, προκαλώντας την θανατηφόρο εκκοσμίκευση που μας διαλύει σήμερα. Αυτό το κίνημα εκμοντερνίστηκε από τον Γερμανό Lessing, αφού είχε ήδη εμπλουτιστεί με την Καμπάλα, είχε υποστεί επεξεργασία από τους Φωτισμένους και τους Μασόνους και αποθεωμένο από τον Γερμανικό Ιδεαλισμό, ολοκληρώνεται στις μέρες μας με τον Οικουμενισμό.

Ένα γράμμα του εκδότη Eduardo Gans, φίλου επίσης του Χέγκελ, του Δεκεμβρίου του 1830, προς την Récamier, είναι ίσως η καλύτερη εισαγωγή σε όσα θα ακολουθήσουν:

«Βρίσκονται συχνά στην εποχή μας συγγραφείς που έχουν συνειδητοποιήσει ότι εξελίσσεται μια κίνηση, ότι ετοιμάζεται πρόοδος, αλλά δεν έχουν ούτε βάθος, ούτε σκέψη ικανή να οικοδομήσει. Άλλοι, μεγαλωμένοι με συναισθήματα ουσιαστικώς θρησκευτικά και ιστορικά, δεν κατανοούν πως η διαλεκτική διαδρομή είναι κατ' ουσίαν θρησκευτική, δεν βλέπουν τον θεό παρά μόνον σε ακινησία και τον βλασφημούν όλες τις ημέρες στην ανανέωσή του. Υπάρχουν πολύ λίγοι που αγαπούν την πρόοδο της ανθρωπότητος για θρησκευτικούς λόγους των οποίων η πίστη δεν υποφέρει καθόλου από τα συμβάντα, οι οποίοι βρίσκονται οχυρωμένοι στην λατρεία τους, που βλέπουν τον θεό μέσα σε όλα όσα γίνονται, χωρίς να τον εξαιρούν ποτέ από την ελευθερία και από την κίνηση. Οι οποίοι υιοθετούν με ελπίδα την νέα φιλοσοφία της Ιστορίας. Διότι ο Χριστιανισμός είναι η προοδευτική θρησκεία, που αφορά όλον τον λαό, και είναι προοδευτική με έναν τέτοιο τρόπο ώστε όλες οι πρόοδοι της ανθρωπότητος, όλες οι ελευθερίες οι οποίες κατακτήθηκαν στην διάρκεια των αιώνων, δεν είναι παρά η ανάπτυξη του Χριστιανισμού. Με αυτόν η Ιστορία τέλειωσε και ξεκίνησε ταυτόχρονα. Τέλειωσε επειδή η αρχή από την οποία έπρεπε να προέλθει το παν είχε βρεθεί και άρχισε διότι η ανάπτυξη της ανθρωπότητος χρονολογείται από αυτή την αρχή»!

Έτσι λοιπόν στον αποκρυφισμό που σάρωσε τα πάντα, ξεκινώντας από τον "ταπεινό" Ναπολετάνο καλόγερο, αφού ούτε ο μεγάλος Ακινάτης δεν κατόρθωσε να τον αντιμετωπίσει, οι Γερμανοί προσθέτουν μια ξεχωριστή κρίση για τον προτεσταντισμό, ο οποίος καταλήγει μια μεσαία εποχή που πρέπει να ξεπεραστεί για να φθάσουμε στην εποχή του πνεύματος.
Πέραν του κυρίαρχου αισθήματος που βάρυνε την Γερμανική συνείδηση, λόγω του Σχίσματος που υπέστη η Χριστιανοσύνη, η εξάπλωση του κόσμου η οποία συνετελέσθη στον χρόνο και στον χώρο και ιδιαιτέρως οι ανακαλύψεις στο πεδίο των θρησκειών, δυναμώνουν και διευρύνουν την Οικουμενική προσμονή που υπήρχε ήδη στον Ιωακείμ. Για τους Γερμανούς γίνεται σαφές πως η εποχή του πνεύματος θα είναι η εποχή της παγκοσμίου θρησκευτικής συμφιλιώσεως.

Ας σημειώσουμε ακόμη, πριν ξεκινήσουμε, ένα κείμενο του Γκαίτε που ανακάλυψε ο Μπαλτάσαρ: «Το πρώτο άρθρο της πίστεως, ο Πατήρ, είναι εθνολογικό, το δεύτερο, ο Υιός, είναι χριστιανικό, το τρίτο, το πνεύμα, διδάσκει την κοινωνία των αγίων, δηλαδή των ανώτερων και σοφών, και οδηγεί στην ολοκλήρωση την φιλοσοφική θρησκεία: είναι η τελευταία θρησκεία».

Στον πέμπτο και τελευταίο από τους διάσημους Λόγους του στην θρησκεία, του 1799, τριάντα ενός έτους, ο Σλαϊερμάχερ, ανακοίνωσε την ελπίδα για ένα μέλλον «στο οποίο ο πατήρ θα ήταν τα πάντα στα πάντα» αλλά πρόσθετε και την ανησυχία του «πότε πρέπει να έλθει αυτός ο καιρός; Φοβούμαι πως είναι έξω από κάθε εποχή του χρόνου». Διότι, συνεχίζει, εποχές διαφθοράς περιμένουν και απειλούν ο,τιδήποτε είναι γήινο, ακόμη και αν η καταγωγή του υπήρξε θεία. Εάν λοιπόν η βασική έμπνευση κάθε θετικής θρησκείας λαμβανομένης καθ' εαυτής είναι αιώνια, κατά συνέπειαν, παρότι μόνον σήμερα αναδεικνύεται, η θρησκεία των θρησκειών, ο Χριστιανισμός, είναι και αυτός περαστικός. Είναι υποκείμενος στην φθορά του χρόνου. Και έρχεται σύντομα ο καιρός κατά τον οποίο καινούργιοι ιεραπόστολοι του θεού θα γίνουν απαραίτητοι και θα ξεκινήσουν νέες εποχές της ανθρωπότητος και κάθε νέα εποχή θα γίνει η παλιγγενεσία του χριστιανισμού και θα αφυπνίζει το πνεύμα με μια νέα και πιο ωραία μορφή. Απέραντες εκτάσεις της θρησκείας δεν έχουν καλλιεργηθεί και είναι ανεκμετάλλευτες. Ακόμη και αυτές μπορούν να γεννηθούν από την βασική έμπνευση του Ιησού, αλλά ο Ιησούς δεν μπορούσε να τις προβλέψει περισσότερο από τους μαθητές του. Γιατί εξάλλου ο χριστιανισμός έπρεπε να βασιλέψει μόνος του στην ανθρωπότητα; Ο χριστιανισμός απεχθάνεται αυτόν τον δεσποτισμό. Δεν θέλει να ωθήσει στο άπειρο την διαφορετικότητα μόνον του εαυτού του, θέλει να έχει την οραματική έμπνευσή του και έξω από αυτόν.
Αναμένοντας πάντοτε μια απελευθέρωση από την μιζέρια που βαραίνει πάνω του, βλέπει με ευχαρίστηση να ανατέλλουν, πέρα από την διαφθορά, άλλες μορφές, πιο νέες, της θρησκείας. Διότι τίποτε δεν είναι πιο άθρησκο από την απαίτηση της ομοιομορφίας της ανθρωπότητος, και τίποτε δεν είναι λιγότερο χριστιανικό από την απαίτηση της ομοιομορφίας στην θρησκεία.

Σε αυτή τη σύλληψη του χριστιανικού γίγνεσθαι και των παλιγγενεσιών του, το πνεύμα αποκόπτεται τόσο πολύ από τον Χριστό, που δεν είναι πλέον δυνατόν να συνεχίζει να ορίζεται σαν ο μοναδικός μεσάζων. Εξάλλου ο ίδιος ο Χριστός δεν το απαίτησε ποτέ του. Δεν δήλωσε ποτέ του ότι είναι το μοναδικό αντικείμενο εφαρμογής της ιδέας του. Οι μαθητές του δεν έθεσαν ποτέ τους όρια στο Άγιο πνεύμα, αναγνώρισαν παντού την ελευθερία χωρίς όρια όπως επίσης και την αδιάκοπη ενότητα των αποκαλύψεων. Εάν αργότερα, όταν ο πρώτος χρόνος της ανθοφορίας πέρασε, οι Γραφές ανακηρύχθηκαν "ένας κλειστός κώδικας της θρησκείας", αυτό έγινε εκ μέρους όσων ερμήνευσαν τον ύπνο του πνεύματος σαν τον θάνατό του, και αυτός ακριβώς ο νεωτερισμός δεν είχε τίποτε χριστιανικό. Οι Ιερές Γραφές δεν εμποδίζουν κανένα άλλο βιβλίο να είναι ή να γίνει κι' αυτό Βίβλος. Επιπλέον θα ήταν απιστία προς τον Ίδιο τον Χριστό να αρνηθούμε την αναμονή μας στο μέλλον κάποιων σημείων λαμπρών και θείων, ξεκινώντας από τα οποία θα πραγματοποιηθεί μια νεώτερη και πιο στενή σύνδεση του πεπερασμένου με την θεότητα. Και ακριβώς τώρα, τα γεγονότα που συνταράσσουν τον κόσμο μας φαίνονται να είναι τα σημεία πως μια τέτοια μεταμόρφωση πλησιάζει κοντά μας:

Τί πράγμα δεν μπορούμε να περιμένουμε από μια εποχή που είναι τόσο καθαρά το σύνορο ανάμεσα σε δύο καταστάσεις πραγμάτων τόσο διαφορετικών; Όταν αυτή η βίαιη κρίση περάσει, θα μπορέσει και αυτή, να προκαλέσει μια τέτοια στιγμή και μια προφητική ψυχή θα μπορούσε από τώρα να δείξει το σημείο το οποίο, για τις μελλοντικές γενεές, θα γίνει το κέντρο εμπνεύσεως του Σύμπαντος.
Όλοι περίμεναν την εποχή εκείνη κάτι καινούριο να συμβεί, επηρεασμένοι καθοριστικά μάλλον από την εκπληκτική αίσθηση αλλαγής της νεωτερικότητος που παρήγαγε στα καλύτερα πνεύματα της Γερμανίας, η Γαλλική επανάσταση! Υπήρξε ένα σύμβολο μια εποχής στην οποία η ανθρωπότης γεύτηκε τόσες πολλές επαναστάσεις και η Γαλλική επανάσταση δείχνει να έρχεται το τέλος όλων αυτών των πολιτικών μεταμορφώσεων, τόσο ώστε μπορεί και να αφήσει ελεύθερη θέση ακόμη και για μια θρησκευτική ανανέωση, κάτι που τόσες προφητικές φωνές μας υποχρέωναν από καιρό να ακούσουμε. Ο Σλαϊερμάχερ συγκεντρώθηκε περισσότερο στην καθαρή κοινωνία, την αδιαίρετη, των αγίων, η οποία δέχεται όλες τις θρησκείες, και είναι η μόνη βάση πάνω στην οποία μπορεί η καθεμιά να αναπτυχθεί. Αφήστε, λέει, στους ακροατές του, τους εθνικούς να ρουφήξουν όσο μπορούν την φλούδα του ιερού, που παραμένει κρυμμένο από τα μάτια τους, αλλά εσείς να μην αρνείσθε να λατρεύετε τον θεό που θα είναι μέσα σας.

Ο Σλαϊερμάχερ προσπάθησε να ξυπνήσει με τους λόγους του, ένα λαό ο οποίος ήταν χορτάτος από νοησιαρχία και διάβαζε Σπινόζα για να λύσει τις απορίες του και γι' αυτό μίλησε μόνον για άπειρο, για θεότητα, και πάνω απ' όλα για Σύμπαν, προσπαθώντας να προσωποποιήσει αυτό το Σύμπαν που ήταν αντικείμενο λατρείας, ονομάζοντάς το Δημιουργό. Είχε μιλήσει ακαθόριστα, όπως και οι προηγούμενοι από αυτόν προφήτες της ΝΕΑΣ ΕΠΟΧΗΣ. Ο ίδιος ο Herder εξάλλου δεν είχε επιβάλλει με τον ενθουσιασμό του για το "Εν και παν" αυτή την ακαθοριστία της βασικής πραγματικότητος; Ο Λόγος της εποχής, που είχε σαγηνεύσει όλους τους νέους ήταν πως τα θρησκευτικά πνεύματα δεν κουράζονται ποτέ τους να ερευνούν σο Σύμπαν και να περιμένουν να ακούσουν τις φανερώσεις του!
Έτσι επιβάλλεται σιγά-σιγά ένας μεσσιανισμός χωρίς μεσσία, μια τρίτη εποχή της εξυπνάδας, όπως την οραματίστηκε και ο Ιωακείμ ντα Φιόρε. Ο οποίος πρώτος οραματίστηκε την δυνατότητα μια κοινωνίας όπου όλοι θα είχαν αναπτύξει πλήρως την σκέψη τους και θα είχαν κατορθώσει να γνωρίσουν τελείως και να αναπτυχθούν χωρίς την βοήθεια του Κυρίου.

Και στο προσκήνιο του Ρομαντισμού εμφανίζεται ο Φίχτε (1762-1814) ο οποίος αλλάζει βίαια το σκηνικό, αποκαθηλώνοντας τον Χριστό. Απωθεί σαν μοιραίο λάθος το Filioque της Λατινικής παραδόσεως και διδάσκει αμέσως πως το πνεύμα εκπορεύεται μόνον εκ του πατρός. Κάτι που σημαίνει πως ο άνθρωπος έχει μια φυσική συγγένεια με τον υπεραισθητό κόσμο, μια προϋπόθεση, την οποία ξεκαθάρισε πλήρως η διδασκαλία του Ιησού, αλλά την οποία εμπόδιζε να αναπτυχθεί, η ίδια η παρουσία του Ιησού!

Βοήθειά μας

Τρίτη 31 Μαρτίου 2026

Ο ΑΠΟΚΡΥΦΙΣΜΟΣ ΤΟΥ ΓΕΡΜΑΝΙΚΟΥ ΙΔΕΑΛΙΣΜΟΥ

 του HENRI DE LYBAC

Hegel

Ο Ιωακείμ ντα Φιόρε (Gioacchino Da Fiore) είχε ανακοινώσει την τρίτη εποχή σαν τον "χρόνο των κρίνων", ο οποίος διαδέχθηκε τους χρόνους των βάτων και των τριανταφύλλων. Ο Μπαίμε (Jakob Böhme) είχε χαιρετήσει την αυγή αυτή με το ίδιο το σύμβολο και ο Baader (Franz Xaver von Baader) επανέλαβε και αυτός την ίδια εικόνα. Αυτός ο χρόνος των κρίνων θα ήταν τελικώς ο χρόνος του Χέγκελ; Η εποχή του πνεύματος θα άνοιγε επιτέλους από αυτόν τον καθηγητή; Γνωρίζουμε ήδη τις ομοιότητές του με τον γνωστικισμό του Μπαίμε, τις σχέσεις που διατήρησε στην νεότητά του με τους Ιλλουμινάτι της Βαυαρίας, τα μασωνικά του αναγνώσματα. Στο γυμνάσιο της Στουτγκάρδης έμαθε πως η Ιστορία είναι μια προοδευτική πραγματοποίηση ενός θείου σχεδίου, το οποίο μπορούσε να κατανοήσει πλέον η σκέψη. Σαν φίλος του Χαίλντερλιν (Hölderlin) και του Σέλλινγκ (Schelling) είχε χαιρετήσει με ενθουσιασμό το πλησίασμα της βασιλείας του θεού. Είχε γνωρίσει μαθητές του Bengel και του Detinger και σε αυτόν τον τελευταίο οφείλει την χρήση της λέξης Herrlichkeit, η οποία κατάγεται από την Καμπάλα (Kabbahal), όπως και το αξίωμα γύρω από "την αντίφαση σαν πηγής κάθε ζωής". Το πρόβλημα λοιπόν δεν είναι να γνωρίσουμε αν οι θεόσοφοι επηρέασαν τον Χέγκελ και τους φίλους του, αλλά να καταλάβουμε πως είναι δυνατόν μια τόσο σίγουρη και βαθειά επιρροή μπόρεσε να διαφύγει από την κριτική όλων.

Όταν εμφανίστηκε, στα 1807, η Φαινομενολογία του πνεύματος, ο καθολικός Windischmann, ο οποίος συναναστρεφόταν τους μασόνους, τού έγραψε: «Μια μέρα, όταν θα έρθει η στιγμή για να γίνει κατανοητό, το έργο σας θα ειδωθεί σαν το θεμελιώδες βιβλίο της απελευθερώσεως του ανθρώπου, σαν το κλειδί του νέου Ευαγγελίου που είχε προφητέψει ο Λέσσινγκ».

Στα μαθήματά του στην Ιένα, στις 18 Σεπτεμβρίου 1806, προφήτευε με ακρίβεια: «Βρισκόμαστε σε μια σπουδαία εποχή, σε έναν αναβρασμό, το πνεύμα ολοκλήρωσε μια ξαφνική αύξηση, ξέφυγε από την προηγούμενη μορφή του και αποκτά μια νέα. Όλη η μάζα των προηγούμενων αναπαραστάσεων, των εννοιών, και όλοι οι δεσμοί του κόσμου λύθηκαν και χάνονται σαν ονειρικά οράματα. Ετοιμάζεται μια νέα γέννηση του πνεύματος». Και την επόμενη χρονιά, στην Φαινομενολογία πλέον γράφει: Δεν είναι δύσκολο να δούμε πως η εποχή μας είναι μια εποχή ενός περάσματος προς μια νέα εποχή. Το πνεύμα έσπασε τις γέφυρες με τον κόσμο της υπάρξεως και της αναπαραστάσεως, που διήρκεσε μέχρι σήμερα. Είναι έτοιμο να βυθιστεί στο παρελθόν, και διανύει μια ανήσυχη περίοδο μεταμορφώσεως!

Η μεγάλη εισαγωγή στα μαθήματα στην φιλοσοφία της Ιστορίας είναι ένα είδος ύμνου στον ήλιο του πνεύματος: αντιθέτως όμως από τον κοσμικό ήλιο, η κίνησή του δεν είναι μια επανάληψη του εαυτού του. Η μεταβλητή πλευρά του πνεύματος που δίνεται σε σχήματα πάντοτε νέα είναι ουσιαστικώς πρόοδος.

Όταν ο χριστιανισμός εμφανίστηκε στον κόσμο, εκμηδένισε το ξένο στοιχείο της συνειδήσεως και οδήγησε την επιστροφή στον εαυτό της της υποκειμενικότητος. Μέσω του Χριστού ετέθη η ενότης του ανθρώπου και του θεού, καθότι ο άνθρωπος είναι θεός στο μέτρο που υπερβαίνει αυτό που το πνεύμα του έχει Φυσικό και πεπερασμένο. Η χριστιανική θρησκεία περιέχει το δόγμα, την διαίσθηση της ενότητος της θείας φύσης και της ανθρώπινης. Αυτό απεκάλυψε ο Χριστός στους ανθρώπους. Ο άνθρωπος και ο θεός -η υποκειμενική ιδέα και η αντικειμενική- δεν είναι παρά μόνον ένα πράγμα. ΑΥΤΗ Η ΕΝΟΤΗΣ ΤΗΣ ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΙΚΟΤΗΤΟΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΥΠΟΚΕΙΜΕΝΙΚΟΤΗΤΟΣ ΕΙΝΑΙ Η ΓΕΡΜΑΝΙΚΗ ΑΡΧΗ.

Έτσι συμφιλιώνοντας τον άνθρωπο με τον εαυτό του, ο χριστιανικός κόσμος είναι ο κόσμος της ολοκληρώσεως. Αλλά είναι ακόμη μια υπόσχεση. Μόνον η χριστιανική πίστη θα έχει εισέλθει στον γερμανικό κόσμο, θα πραγματοποιήσει την νεωτερικότητά της και θα μπορέσουμε να πούμε με όλη την αλήθεια πως οι χρόνοι έχουν ολοκληρωθεί.

Μόνον τα Γερμανικά έθνη ήταν προορισμένα να γίνουν οι βάσεις της χριστιανικής αρχής. Διότι η καθαρή εσωτερικότης της απλής και ορθής τους καρδιάς προσέφερε το κατάλληλο έδαφος για την ελευθέρωση του πνεύματος. Μόνον σε αυτά τα χαρακτηριστικά ζούσε ένα πνεύμα τελείως νέο το οποίο έπρεπε να ξαναγεννήσει τον κόσμο, δηλαδή το ελεύθερο πνεύμα που θεμελιώνεται στον εαυτό του, το αυτόνομο και απόλυτο αίσθημα της υποκειμενικότητος.

Ο Γερμανικός λαός, ο μόνος αληθινός διάδοχος του αρχαίου Ελληνικού λαού ήταν προορισμένος να οδηγήσει τον χριστιανισμό στην ολοκλήρωσή του, πραγματοποιώντας την απόλυτη αλήθεια καθότι αυτόνομος και άπειρος προσδιορισμός της ελευθερίας, που είναι το ίδιο το πνεύμα του μοντέρνου κόσμου.

Ο άνθρωπος προσδιορίζεται από τον εαυτό του να είναι ελεύθερος. Μια καινούρια εποχή ανέτειλε στον κόσμο. Μοιάζει σαν το πνεύμα του κόσμου να κατόρθωσε μόλις τώρα να ελευθερωθεί από κάθε ουσία αντικειμενική και ξένη και να κατανοηθεί σαν απόλυτο πνεύμα, να δημιουργήσει από μόνο του όλο αυτό που του αντιτίθεται σαν αντικείμενο και να το διατηρήσει ειρηνικά στον έλεγχό του. Η μάχη της πεπερασμένης αυτοσυνειδήσεως με την άπειρη αυτοσυνειδησία η οποία εμφανίζεται σαν εξωτερική, έλαβε τέλος.

Η Χριστιανική θρησκεία είναι θρησκεία του πνεύματος. Είναι η θρησκεία του Αγίου πνεύματος που ανήγγειλε ο Χριστός. Το πνεύμα του ανθρώπου που μαρτυρεί το πνεύμα του θεού, είναι και αυτό ουσιαστικά το πνεύμα με την μορφή της σκέψης κ.τ.λ.

Καθίσταται σιγά-σιγά σαφές πως υπάρχει μια διαφοροποίηση ακόμη και από το κήρυγμα του Ιωακείμ ντα Φιόρε, ο οποίος δεν φαντάστηκε ποτέ του το βασίλειο ενός πνεύματος, μιας ανωτέρας νοήσεως η οποία θα καταργούσε κάθε μυστήριο. Ο χρόνος του Αγίου πνεύματος για τον Ιωακείμ δεν ήταν σίγουρα ο χρόνος μιας απολύτου γνώσεως, μιας πραγματικής και αποτελεσματικής γνώσεως, η οποία θα ξεπερνούσε και θα ήταν η επόμενη, της αγάπης και της αναζητήσεως της γνώσεως. Η αλήθεια η οποία βάζει ένα τέλος στα σχήματα και στους τύπους (της καθολικής εκκλησίας) δεν θα έπρεπε να εγκαινιάσει την εποχή μιας καθοριστικής και ολοκληρωτικής εκκοσμικεύσεως. Η πνευματικοποίηση της Εκκλησίας που οραματίστηκε ο Ιωακείμ, δεν ήταν η κατάργησή της μπροστά στο κρατικό δίκτυο.

Και όμως το πέρασμα από τον Χριστό στο πνεύμα, που αποτέλεσε τον νεωτερισμό του Ιωακείμ, θεμελιώνει και την πρόοδο της Ιδέας του στον Γερμανικό ιδεαλισμό. Η πνευματική πρόοδος της σκέψης και της γνώσεως διακρίνεται από την απλή και καθαρή πίστη, διότι αυτή δεν γίνεται αλήθεια παρά μόνον μέσω της σκέψης, του πνεύματος (πλήρης ταύτιση του Αγίου πνεύματος με την σκέψη. Κάτι που θεμελίωσε πρώτος ο Αυγουστίνος και στερέωσε ο Ακινάτης, ορίζοντας το Άγιο πνεύμα βοηθό του Νου του ανθρώπου, του πνεύματός του ή της σκέψεώς του. Κάτι που πιστεύουν σήμερα οι Ορθόδοξοι).

Εγκυκλοπαίδεια του πνεύματος, Εισαγωγή στην τρίτης έκδοση, 19 Σεπτεμβρίου 1830: «Από το εσωτερικό αυτού που πιστεύει σε μένα, λέει ο Ιωάν. 7, 38, θα ξεπηδήσουν ποταμοί ζωντανού ύδατος. Δεν είναι όμως η εν χρόνω προσωπικότης της οποίας γίνεται αισθητά αντιληπτή η παρουσία, να παράγει ένα τέτοιο αποτέλεσμα. Αυτή η παρουσία δεν είναι ακόμη η αλήθεια καθαυτή. Στον στίχο 39 λοιπόν συνεχίζει το κατά Ιωάννην. Εννοούσε το πνεύμα που θα έπρεπε να προσλάβουν όσοι θα πίστευαν σε αυτόν, διότι δεν είχε δοθεί ακόμη το πνεύμα, καθότι δεν είχε δοξασθεί ακόμη ο Ιησούς. Η μορφή του Χριστού, που δεν έχει δοξασθεί ακόμη είναι η προσωπικότης του αισθητώς παρούσα ή αναπαριστούσα το άμεσο αντικείμενο της πίστεως. Σε αυτή την αισθητή παρουσία, ο Χριστός αποκάλυψε στους μαθητές του την Φύση του, την οικονομία της σωτηρίας, την αιώνια μοίρα του να επανενώσει τον θεό μαζί του και τους ανθρώπους με αυτόν. Η πίστη των μαθητών σε αυτόν περιέχει εν δυνάμει αυτή την αλήθεια. Παρ’ όλα αυτά η πίστη αυτή λογαριάζεται σαν η αρχή και μόνον, ένα θεμέλιο, μία ατελής ακόμη κατάσταση, διότι αυτοί οι πιστοί δεν κατείχαν ακόμη το πνεύμα αλλά έμελλε να το αποκτήσουν. Αυτό, την ίδια την αλήθεια, η οποία έρχεται μετά την πίστη και οδηγεί στην πληρότητα της αλήθειας.

Μερικοί απαιτούν να παραμείνουν στην ολοκλήρωση αυτής της πίστεως (στην αρχική πίστη) και η βεβαιότητά τους, η οποία είναι μόνον υποκειμενική, δεν τους πλουτίζει παρά μόνον τυπικά με τον υποκειμενικό καρπό της βεβαιώσεως, της συμφωνίας, που περιλαμβάνει την υπερηφάνεια όμως και το πνεύμα της καταδίκης. Αυτή η βεβαιότης της πίστεως βρίσκεται σε αντίθεση με την Γραφή, και είναι εχθρική προς το πνεύμα το οποίο δίνει τον καρπό της γνώσεως και επομένως αυτό μόνο είναι η αλήθεια».

Για τον Χέγκελ, στην χριστιανική θρησκεία η απόλυτη ουσία αναπαρίσταται ιστορικά, αλλά δεν γίνεται κατανοητή στοχαστικά. Το πέρασμα από την θρησκεία στην φιλοσοφία συνίσταται λοιπόν στην ιστορική υπέρβαση αυτής της αναπαραστάσεως, έτσι ώστε το απόλυτο περιεχόμενο τού χριστιανισμού να μπορέσει να σχηματίσει την μόνη απόλυτη μορφή, η οποία είναι, η φιλοσοφική σκέψη
.

Παρασκευή 12 Σεπτεμβρίου 2025

Ο ΑΠΟΚΡΥΦΙΣΜΟΣ ΤΟΥ ΓΕΡΜΑΝΙΚΟΥ ΙΔΕΑΛΙΣΜΟΥ (21)

  Συνέχεια απο Τρίτη, 28 Μαΐου 2013

ΕΑΛΩ Η ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΘΕΟΛΟΓΙΑ.

ΠΟΛΙΟΡΚΗΘΗΚΕ ΑΠΟ ΤΟΝ ΚΑΘΟΛΙΚΙΣΜΟ ΤΟΥ ΤΡΕΜΠΕΛΑ ΑΛΛΑ ΕΠΕΣΕ ΑΠΟ ΤΗΝ ΡΩΣΙΚΗ ΝΕΟ-ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ.

του HENRI DE LYBAC


Ο ΝΤΟΣΤΟΓΙΕΦΣΚΙ.

Ο Ντοστογιέφσκι βρέθηκε στό μέσον της εκρήξεως του ηφαιστείου του αποκρυφισμού, μέσα στην ιστορία του ανθρώπου, που είχε αρχίσει να προειδοποιεί απο την μακρυνή εποχή του Ιωακείμ ντα Φιόρε. Ο Γερμανικός ιδεαλισμός περνά στα χέρια των Ρώσων, όπως παληότερα στην ιστορία, το Ελληνικό πνεύμα μεταφυτεύθηκε και επιβίωσε στην Ρώμη. Είχαν ήδη εμφανισθεί οι Σλαβόφιλοι, το είδος τών ανθρώπων που θα πραγματοποιούσαν την Τρίτη εποχή του Αγίου Πνεύματος, μέσω της επαναστάσεως. Μία επανάσταση που διαρκεί μέχρι σήμερα και μιμείται στην πραγματικότητα την κίνηση των πλανητών. Είναι μία περιστροφή. Μία επανάσταση (επαναστροφή) που γεννήθηκε απο τον Γαλιλαίο και ενσαρκώνει στην ιστορία τον Θεό του Αριστοτέλη, το κινητό ακίνητο, που δίνει την κίνηση στους Πλανήτες, τους αρχαίους Θεούς της φιλοσοφίας, τους κατοίκους του Ουρανού. Οπως συστηματοποιήθηκε απο τον Νεοπλατωνισμό και ιδιαιτέρως απο τον Πλωτίνο. Μονή, πρόοδος, επιστροφή. Αυτός ο Νεοπλατωνισμός και η Χριστιανική του εκδοχή που δόθηκε απο τον Αυγουστίνο κινεί το πνεύμα της Δύσεως μέχρι σήμερα, μέχρι τον Ορθόδοξο Οικουμενισμό του Ζηζιούλα και της Ακαδημίας Βόλου.
Οι Σλαβόφιλοι λοιπόν κληρονομούν τον Γερμανικό ιδεαλισμό και ηγούνται των προσπαθειών που γίνονται σήμερα διά του Οικουμενισμού, για την πραγματοποίηση του Χιλιασμού, της τέλειας Τρίτης εποχής. Όπως το είχε προφητέψει και ο Βιργίλιος:
Iam nova progenies caelo demittitur alto. 
Τώρα πιά ένα καινούργιο γένος αποστέλλεται απο τα ύψη του Ουρανού. 

Οι Σλάβοι, φέροντας την προδιάθεσί τους στην ενότητα, στην κοινότητα, στην αλληλεγγύη. Τόσο ξένη και υποτιμημένη απο τις Γερμανικές φυλές.
Η Τρίτη εποχή θα είναι ουσιαστικώς ενεργητική, με μία δραστηριότητα που δέν είναι πλέον απάντηση και ανταπόκριση στην Θεία προτροπή, ούτε δημιουργικός διαλογισμός του εσωτερικού ανθρώπου, αλλά μία αυτόνομη δραστηριότης, ελεύθερη απο κάθε ανάγκη της Χάριτος και κατευθυνόμενη πρός μία μεγάλη αντικειμενική υποχρέωση. Ο άνθρωπος της Τρίτης εποχής, απελευθερωμένος απο την Θεία κηδεμονία, όπως ο μεταστραφείς Ιουδαίος είχε ελευθερωθεί απο την κηδεμονία του Νόμου, δέν χρωστά πιά τίποτε σε κανέναν παρά μόνον στα δικά του προσόντα. Δέν αμφισβητείται ούτε το δόγμα της πτώσεως και της αμαρτίας, ούτε της λυτρώσεως, της απελευθερώσεως απο το κακό μέσω της Χάριτος του Χριστού, αλλά πλησιάζει πλέον η μέρα με την οποία ολοκληρωθείσα αυτή η λύτρωση, ο άνθρωπος θα βρεθεί στην κατοχή ενός άλλου παραδείσου που θα είναι το αντίστροφο, το αναποδογύρισμα του πρώτου!
«Ο παράδεισος είναι πίσω μας, γράφει ο Cieszkowski, αυτό είναι αλήθεια. Αλλά ένας παράδεισος ζωϊκός καθαρά, Φυτικός, αντικειμενικός, φυσικός. Ας είναι δοξασμένος ο Θεός για το γεγονός πώς απο αυτόν εξήλθαμε, πώς τον χάσαμε! Ο παράδεισος είναι όμως τώρα εμπρός μας, ο παράδεισος της ανθρωπότητος, ο παράδεισος του πνεύματος, ο αναγεννημένος παράδεισος. Θα είναι η εποχή της Ευτυχίας, της ενεργούς και ζωντανής και όχι μιάς ευτυχίας παθητικής και αδιάφορης, η εποχή της Ειρήνης στην δραστηριότητα και όχι της Ησυχίας στην αδράνεια». Αυτός ο παράδεισος θα είναι της ανθρωπο-Θεότητος. Αυτή όμως η ανθρωπότης θα είναι ελευθερωμένη απο κάθε εξάρτηση απέναντι σ’Αυτόν που την δημιούργησε, και κατόπιν την έσωσε: η Θεία Τριάδα θα είναι υποχρεωμένη, για να συσταθεί, να ακολουθήσει τον νόμο του Γίγνεσθαι. (Εδώ κρύβεται και η σημερινή ταύτιση της ενυπάρχουσας (ουσίας) Τριάδος με την Οικονομική, εκ μέρους του Ράνερ).
«Ο κόσμος είναι το σώμα του Θεού. Ο Θεός είναι η ψυχή του κόσμου. Έτσι η ενύπαρξη και η υπερβατικότης του Θεού, ο πανθεϊσμός και η Θεία προσωπικότης, βρίσκονται συμβιβασμένα σε μία στοχαστική, θεωρητική ενότητα. Το Θείο Εγώ είναι διακεκριμένο και ξεχωριστό απο τον κόσμο και παρ’όλα αυτά τον διαπερνά όπως το πνεύμα γεμίζει και πληρεί το σώμα. Αυτό το Εγώ, χωρίς τον κόσμο, θα ήταν μία αφαίρεση. Θα ήταν μόνον η ψυχή χωρίς το σώμα. Πρόκειται λοιπόν για έναν προσωπικό πανθεϊσμό και για μία πανθεϊστική προσωπικότητα». Και τί θα κάνουν οι Χριστιανοί λοιπόν; Θα κραυγάσουν για την αίρεση; και τί είναι μία αίρεση; Η μεγάλη παράδοση, η ολοκληρωμένη παράδοση του ανθρωπίνου πνεύματος περιλαμβάνει στον εαυτό της όλες τις οπτικές γωνίες, είτε Ορθόδοξες, είτε αιρετικές, δέν αδιαφορεί για καμμία, τις αναλύει κριτικά και διατηρεί αυτό που είναι καλό και χρήσιμο. Βεβαίως κριτικάροντας, τις καταδικάζει, αλλά πώς; Μόνον υπερβαίνοντας τες  Αυτό που καθ’αυτό, στην εποχή της διαμάχης και της διακρίσεως, και του διαχωρισμού, φαινόταν ασυμβίβαστο, εναρμονίζεται στην κοινότητα του Αγίου Πνεύματος! Στην κοινωνία του Παρακλήτου.
Στην συνέχεια εμφανίζεται ο Petr Caadaev (1794-1856). Στα «φιλοσοφικά του γράμματα» υπάρχει η προτύπωση της Ρωσικής σκέψης του 19ου αιώνος, του κλασσικού αιώνος της Ρωσίας. Επηρεάστηκε απο τον Μασόνο Joseph de Maistre (τον οποίο συνάντησε στην Πετρούπολη το 1817) και απο τον Μασόνο επίσης Lessing, τον Πατέρα του Γερμανικού ιδεαλισμού. Γι’αυτό και ερμήνευσε το δόγμα του Ιωακείμ με το νόημα που του έδωσε ο Lessing, όπως φαίνεται και στα Φιλοσοφικά γράμματα και στην Απολογία ενός τρελλού. Ιδίως στο κεφάλαιο: «η καλλιέργεια του ανθρωπίνου γένους». Το ιδανικό της παιδείας του είναι Μασονικό. Ενα νοήμων αφηρημένο όν, σε αντιπαράθεση με τους ατομικισμούς της εποχής του, που αποθεώνουν ένα διαγεγραμμένο στην στιγμή του παρόντος, μία εφήμερη πεταλούδα.
Ο Lessing υπήρξε καί ο ίδιος Μασόνος και μυήθηκε το 1770. Μάλιστα σε έναν απο τους διαλόγους του, Ernst und Falk, αναφέρεται στην ουσία της δράσεως της Μασονίας. «Και εάν οι άνθρωποι δέν ζούσαν για πάντα σε μία άπραγη διασπορά, για πάντα σε μία Εκκλησία (Απλώς) αόρατη;» Αυτή η κρυμμένη Εκκλησία, η ημιορατή ή εσωτερική,  έπρεπε να είναι η ίδια η Μασονία, μία επανόρθωση στον κερματισμό των ανθρώπων, ένα υποκατάστατο μίας Χριστιανικής Εκκλησίας αθεράπευτα τραυματισμένης και πάνω απ’όλα ανίκανης να εκμοντερνιστεί, να εξανθρωπιστεί. Αυτή την αόρατη Εκκλησία μεταρρύθμισε ο Lessing διά της παιδείας και δημιούργησε τον Γερμανικό ιδεαλισμό. Οι Μασόνοι και ιδιαιτέρως οι Ροδόσταυροι έψαχναν έναν πρόγονο στο πρόσωπο ενός γέρου Μοναχού (του Ιωακείμ ακριβώς) για να κατορθώσουν να υποκαταστήσουν, όπως εκείνος, με μία θρησκεία του πνεύματος, την θρησκεία του Χριστού. Αυτό το πνεύμα, διαχωρισμένο απο τον Χριστό, αποκαλύπτοντας τα πιό βαθειά μυστικά, πρόσφερε στους ανθρώπους αυτούς, που έκριναν τελειωμένη την θρησκεία του Χριστού, μία θρησκεία του πνεύματος του ανθρώπου, μία θρησκεία της νοήσεώς του, της σκέψης του, στεφανωμένης με το μυστικιστικό φωτοστέφανο. Αυτό υπήρξε το κοινό ιδεώδες της πρώτης Μασονερίας που διαδόθηκε τον δέκατο όγδοο αιώνα. Αυτή υπήρξε και η θρησκεία των «Φώτων», του Διαφωτισμού.
Αυτό το ιδεώδες προσέλαβε ο Lessing και το οδήγησε στο τέλος του, το ολοκλήρωσε, παρουσιάζοντας το σαν ένα τέλος που έχει ήδη κατακτηθεί απο μία ελιτ, με μία πρόοδο ανάλογη με του Ιωακειμισμού που γέννησε και γοήτευσε τόσους προφήτες μέχρι την εποχή του Διαφωτισμού. Σε εκείνο το Βασίλειο του Πνεύματος, στην εποχή της εξυπνάδας, της σκέψης, σε κείνο το τελικό επίπεδο και την κατάσταση που διαθέτει πάντοτε το μεγαλοπρεπές όνομα του Αιωνίου Ευαγγελίου, το κατόρθωμα του σημερινού προσώπου (το οποίο κατέγραψε τελικώς ο Αγουρίδης και το πρόσφερε στα πόδια του δαίμονος Μούν).
Αυτή είναι και η εσχατολογία του Ζηζιούλα: η ιστορία μίας ανθρωπότητος σε πορεία πρός το βασίλειο της σκέψεως και της αγνής ηθικής.
Οι διάδοχοι του Caadev αποτέλεσαν τους γνωστούς Σλαβόφιλους γένος και έθνος εκλεκτό, που παίρνει την σκυτάλη απο τους Γερμανούς. Η μόνη διαφορά στην πορεία τους υπήρξε το γεγονός πώς ενώ ο ίδιος ο Caadev ήταν οπαδός του Σέλλινγκ και οπαδοί του Σέλλινγκ υπήρξαν και οι δύο μεγάλοι σλαβόφιλοι που τον ακολούθησαν, ο Κομιακώφ και ο Κιρεέφσκι, οι επόμενες γενιές υπήρξαν οπαδοί του Χέγκελ.
Ο Chomjakov επεξεργάστηκε μία θεωρία σύμφωνα με την οποία δύο ράτσες ή δύο πνεύματα, διεκδικούν το ανθρώπινο γένος: το ένα είναι αρχή ελευθερίας, δημιουργικότητος, Φωτός, το άλλο αρχή επαναπαύσεως, σκότους, ανάγκης και δουλείας. Η καθολική εκκλησία με την αντίληψή της περί ενός πνευματικού κράτους, είναι ο νέος θρίαμβος του δευτέρου στο πρώτο, που ψυχώνει αντιθέτως την Ορθοδοξία. Το πνεύμα της έδρας βασιλεύει με τον διοικητικό φορμαλισμό της κυβερνήσεως. Οπως επίσης με τον λογικό φορμαλισμό της σκέψεως, εμπνέει τον συλλογισμό τού σχολαστικισμού όπως ακριβώς ενέπνεε τις απαγωγές του Ρωμαϊκού Δικαίου.
Συνεχίζεται με τον Ντοστογιέφσκι, τον ίδιο.
Αμέθυστος.

Σάββατο 21 Ιουνίου 2025

Ο ΑΠΟΚΡΥΦΙΣΜΟΣ ΤΟΥ ΓΕΡΜΑΝΙΚΟΥ ΙΔΕΑΛΙΣΜΟΥ (13)

 Συνέχεια απο  Σάββατο, 11 Μαΐου 2013

του HENRI DE LYBAC
ΣΤΗΝ ΜΕΡΙΑ ΤΗΣ ΡΩΣΙΑΣ.
ΑΠΟ ΤΟΝ SOLOVIEV ΣΤΟΝ BERDIAEV.
Ο ΠΑΤΕΡΑΣ ΤΟΥ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΜΟΥ.

Στην θρησκευτική μας ιστορία, λίγες μορφές υπήρξαν τόσο γοητευτικές όσο εκείνη του Βλαδίμηρου Σολόβιεφ.

Υπήρξε όμως οπαδός του Ιωακείμ; Αντιμετώπισε ποτέ του τον πειρασμό να γίνει; Μερικοί βλέπουν οπωσδήποτε στον ήρωά μας έναν προτεστάντη, ή τουλάχιστον έναν μαθητή του Ιωακείμ ντα Φιόρε. Τελευταίως ο Alain Mercier ισχυριζόταν πώς η οικουμενιστική του Ορμή τον είχε οδηγήσει να δεί στο μέλλον μία εποχή του πνεύματος, με μία πιό πλατειά προοπτική απο εκείνη του Ιωακείμ. Μόνον η επιστροφή του Αγίου Πνεύματος και η αποκατάσταση στο Θείο επίπεδο μπορούν να επαναφέρουν την χαμένη ενότητα. Πέρα απο τις διαφορές στις λατρείες και τις θρησκείες, η σύσταση μίας Οικουμενικής Εκκλησίας θα μπορούσε, κάτω απο την ηγεμονία της Αγίας Ρωσίας, να διευκολύνει ένα τέτοιο γεγονός.
Στα 1964, ο Γερμανός Karl Pfleger, είχε δηλώσει πώς στον συγκρητισμό του Σολόβιεφ, το Ευαγγέλιο του Ιωάννη ήταν ένα είδος προλόγου στην εποχή του Αγίου πνεύματος, που πρέπει να φέρει την συμφιλίωση των μεγάλων ασιατικών θρησκειών με τον Χριστιανισμό.
Ο Σολόβιεφ όμως άλλαξε μερικές φορές την γνώμη του, κατά την διάρκεια της ανήσυχης ζωής του και έδωσε πολλές ευκαιρίες αντιφάσεων ακόμη και με τον χαρακτήρα του. Ας δούμε απο κοντά το θέμα μας και ίσως στο τέλος να μήν είναι τόσο αρνητικό το συμπέρασμα μας.
Την 31 Δεκεμβρίου του 1872 βγαίνοντας απο μία κρίση πνευματική που τον είχε οδηγήσει στον υλισμό, ο Σολόβιεφ έγραφε: «Ο άνθρωπος, απέναντι στην θρησκεία, διασχίζει φυσικά τρείς εποχές: κατ’αρχάς την παιδική πίστη που είναι τυφλή, κατόπιν την ανάπτυξη της λογικής και την άρνηση της τυφλής πίστεως, κατόπιν την συνειδητή πίστη, η οποία στηρίζεται στην ανάπτυξη της νοήσεως». Ήταν είκοσι χρονών καί μερικές μέρες αργότερα εφάρμοζε αυτό το τριαδικό σχήμα στην ιστορία της ανθρωπότητος, με εγελιανή ευκολία.
«Ο Χριστιανισμός, παρότι απολύτως αληθινός καθ’αυτός, είχε μόνον μία περιορισμένη και ανεπαρκή έκφραση μέχρι τώρα. Εξαιρουμένων μερικών διανοουμένων της Elite, ήταν μόνον θέμα μίας απλής πίστεως μισο-συνειδητής και αορίστου συναισθήματος. Τώρα όμως πρόκειται να εισάγουμε το αιώνιο θέμα του Χριστιανισμού σε μία νέα μορφή που του αντιστοιχεί, δηλαδή απολύτως λογικής. Γι’αυτόν τον σκοπό πρέπει να εκμεταλλευθούμε όλα όσα επεξεργάστηκε το ανθρώπινο πνεύμα τους τελευταίους αιώνες: πρέπει να αποκτήσουμε τά γενικά αποτελέσματα της επιστημονικής αναπτύξεως. Για μένα τώρα είναι ξεκάθαρο, πώς δύο και δύο κάνουν τέσσερα, πώς δηλαδή όλη η μεγάλη ορμή της επιστήμης και της Δυτικής φιλοσοφίας, φαινομενικώς αδιάφορη και πολύ συχνά εχθρική στον Χριστιανισμό, στην πραγματικότητα, δέν έκανε τίποτε άλλο απο το να επεξεργάζεται γι’αυτόν μία καινούργια μορφή αντάξιά του».
Για την ώρα σ’αυτό το ανοιχτό ιστορικό όραμα ενός νέου διανοουμένου, ο οποίος μετά και μέσω του περάσματος του απο την ευρωπαϊκή σκέψη των τελευταίων αιώνων που τον είχε κατ’αρχάς θαμπώσει, μετά το όνειρο μίας «παγκόσμιας θρησκείας» Γνωστικής εμπνεύσεως, που εκφράστηκε στο κείμενο «Sophia», γραμμένο στα Γαλλικά, φαίνεται να ξαναβρίσκει την πρώτη του πίστη σε μία πιό ώριμη μορφή.
Δέν βλέπει παρά την Ορθόδοξη πίστη του, που ο στοχασμός του και οι εμπειρίες του του αποκάλυψαν την αληθινή ουσία. Εάν ελπίζει σε μία μελλοντική αλλαγή, πρόκειται για μία εφαρμογή του Χριστιανισμού, στην σοβαρότητα του, και όχι για τον εκμηδενισμό του απέναντι σε μία θρησκεία του πνεύματος.
Αυτό επιβεβαιώνεται και απο τις διαλέξεις του στην «θεανθρωπότητα» ή θεανδρία (1877-1881), που είναι το πρώτο μεγάλο του έργο. Είναι ουσιαστικώς χριστολογικές. Εάν περιέχουν ένα όνειρο, την Βασιλεία του Θεού η οποία εγκαινιάστηκε ανάμεσα στους ανθρώπους, αυτή η Βασιλεία πρέπει να πραγματοποιηθεί μέσω της Εκκλησίας του Χριστού, η οποία θα πρέπει να ξεπεράσει επιτέλους το σχίσμα που την καθιστά αδύναμη. «Με θάρρος λέει ο Pavel Miljukov, ο Σολόβιεφ κατέβασε την Βασιλεία του Θεού, απο τον Ουρανό στην γή, και μπέρδεψε την θρησκεία με την πρόοδο, τον Χριστιανισμό με τον αλτρουϊσμό (alter=αλλος), την φιλαλληλία, την φιλανθρωπία, την αλληλεγύη. Το ουράνιο με το γήϊνο, το Θείο με το ανθρώπινο, μέσα στην θεμελιώδη μυστική ιδέα της Θείας ανθρωπότητος». Αυτό που ονειρεύεται πάντως ο Σολόβιεφ, αυτή την εποχή που είναι ακόμη εχθρικός πρός την Λατινική Εκκλησία, είναι η επανένωση με την Ορθόδοξη Εκκλησία. Διότι παρόλα τα λάθη του παρελθόντος ο καθολικισμός διατηρεί μία σχετική δύναμη και μία νομιμοποίηση, περιέχει ένα στοιχείο προόδου, που λείπει απο την «αν-ιστορική» ορθοδοξία. Η επανένωσί τους πρέπει να επιτρέψει το πέρασμα σε μία καινούργια και καλύτερη μορφή, πιό θετική και πιό περιεκτική, που να αγκαλιάζει τα πάντα. Δέν μιλά καθόλου για απο-σάρκωση. «Ενώ το ιεροποιημένο Έθνος ετοίμαζε την Φυσική σωματικότητα του ατομικού ανθρώπου Θεού, τα εθνικά κράτη επεξεργάζοντο το κοινωνικό σώμα του ανθρώπου-Θεού, συλλογικά, της Καθολικής Εκκλησίας. Η Χριστιανική Ρώμη μιμήθηκε περισσότερο απο όσο επρεπε μερικούς χαρακτήρες της Εθνικής Ρώμης, αλλά παρέλαβε απο αυτή την ιστορική αρχή μία ενωμένης ανθρωπότητος, μία αρχή που πρέπει να παραλάβει τώρα η Ορθοδοξία απο αυτή. Κατηγορεί την Ρωμαϊκή Εκκλησία ότι ενέδωσε στον πειρασμό που απώθησε και αρνήθηκε ο Χριστός, την ικανότητα να χρησιμοποιεί την δύναμη για να τραβά τους ανθρώπους, αλλά ταυτόχρονα της αναγνωρίζει ότι διαθέτει την κατάλληλη συμβολή ώστε να βασιλεύσει μία μέρα η Οικουμενική Εκκλησία.
Χρειάστηκαν μόνο δύο χρόνια για να αλλάξει η σκέψη του Σολόβιεφ. Σε μία συζήτηση για τον Ντοστογιέφσκι, την 19η Φεβρουαρίου, 1883, ο άνθρωπος που ερευνά την ενότητα αναρωτιέται: «Θα συνεχίσει η Ρωσία την ιστορική αμαρτία της Βυζαντινής αυτοκρατορίας;» Στόχος γίνεται πια ο καισαροπαπισμός, ενώ το βάρος πέφτει στα θετικά αποτελέσματα της Ρώμης: πολέμησε την επάνοδο του Εθνικού πνεύματος στις επόμενες αιρέσεις, πολεμά ακόμη αυτό το πνεύμα στον μοντέρνο πολιτισμό, προσπαθεί να αγιοποιήσει ολόκληρη την ανθρωπότητα, και είναι πραγματικά Χριστιανική διότι είναι Καθολική». Στο κείμενο της ίδιας χρονιάς, «Η μεγάλη διαμάχη» είναι ξεκάθαρος: «Η ουσία της μεγάλης διαμάχης ανάμεσα στην Ανατολή και την Δύση, απο το ξεκίνημα μέχρι σήμερα, μπορεί να συμπεριληφθεί σ’αυτή την ερώτηση: Η Εκκλησία του Θεού έχει μπροστά της μία πρακτική υποχρέωση, καλά προσδιορισμένη στον ανθρώπινο κόσμο, μία υποχρέωση που εμπλέκει για την πραγματοποίηση της τήν ανάγκη ενότητος όλων των Χριστιανικών δυνάμεων κάτω απο την συμβολική σημαία και κάτω απο την ισχύ μίας κεντρικής Εκκλησιαστικής εξουσίας; Πρέπει να αντιπροσωπεύσει την Βασιλεία του Θεού στην δραστηριότητα της και επομένως πρέπει να είναι ενωμένη και συγκεντρωμένη, διότι ένα Βασίλειο διασπασμένο στο εσωτερικό του δέν υφίσταται, ενώ η Εκκλησία σύμφωνα με την υπόσχεση του Ευαγγελίου, θα παραμείνει σταθερή και απείραχτη μέχρι το τέλος, καθώς οι πόρτες της κολάσεως δέν μπορούν να υπερισχύσουν πάνω της;».
Ο τρόπος πάντως που θέτει το πρόβλημα μοιάζει να αποκλείει οποιαδήποτε ιδέα μίας μελλοντικής εκκλησίας καινούργιας, όσον αφορά την Κ.Δ. Το ίδιο προκύπτει και απο το μικρό του κείμενο του 1884, Οι Εβραίοι και το Χριστιανικό θέμα. Εδώ διαγράφονται καθαρά δύο, όχι τρείς εποχές, εκείνη του Αβραάμ και του Μωυσή, και εκείνη της πιό οικείας ενώσεως με τον Θεό, μέσω του Χριστού, ο σκοπός του οποίου είναι η Καθολική Θεοκρατία, δηλαδή, η εφαρμογή του Θείου Νόμου στον ανθρώπινο κόσμο. Αυτός ο σκοπός απαιτεί μία Τριάδα, η οποία όμως δέν προϋποθέτει ούτε χρονική διαδοχή, ούτε οποιαδήποτε ομολογία ή αναλογία, με την Τριάδα. Πρόκειται για τρία στοιχεία τα οποία πρέπει να συντρέξουν για να μορφοποιηθεί η θεοκρατία: ο προφήτης (η συμβολή του Ιουδαϊσμού), ο Αυτοκράτωρ (η συμβολή του Βυζαντίου) και ο μεγάλος Αρχιερεύς (η συμβολή της Ρώμης).
Η Οικουμενική του Έρευνα ολοκληρώνεται στα 1889, όταν εκδίδει στο Παρίσι, το βασικό του έργο «Η Ρωσία και η Οικουμενική Εκκλησία». Λέει λοιπόν θαρραλέα και ξεκάθαρα: αυτό που κανείς πρίν απο αυτόν στην σύγχρονη Ρωσία, εκτός του Caadaev, είχε τολμήσει να πεί: Το κέντρο της Χριστιανικής κοινότητος των λαών δέν είναι η Μόσχα η σχισματική, αλλά η Ρώμη καί το παπάτο ! Το όραμα του τελικά δέν άλλαξε, παραμένει εκείνο της θεανδρίας. Η θεμελιώδης αλήθεια, η ξεχωριστή ιδέα του Χριστιανισμού, είναι η τέλεια ένωση του Θείου και του ανθρώπινου, η οποία επετεύχθη ατομικά στον Χριστό και κοινωνικά στην Χριστιανική ανθρωπότητα.
Αυτό είναι το πιό διάσημο κείμενο του Σολόβιεφ, αλλά και το πιό άγνωστο. Όλο το τρίτο μέρος, όταν δέν αγνοείται πλήρως, πετάγεται για τροφή στις κριτικές. Ακόμη και ένας θαυμαστής του συγγραφέως δέν βλέπει τίποτε άλλο απο φαντασιώσεις. Η λέξη αυτή είναι οπωσδήποτε άτυχη, εκτός και αν αναγνωρίσουμε πώς κάθε μεγάλο σύστημα είναι φρούτο της δημιουργικής φαντασίας της σκέψης. Αυτό το τρίτο βιβλίο πάντως που έχει σαν τίτλο «Η Τριαδική αρχή και η κοινωνική της εφαρμογή» είναι η πιό πλατειά σύνθεση που άφησε ο Σολόβιεφ. Είναι το κλειδί όλης του της Θεωρίας. Φιλόσοφος και Θεολόγος, παραπέμπει σε έναν Άνσελμο π.χ. ο οποίος για τον στοχασμό στην Αγία Τριάδα άντλησε πλουσιοπάροχα απο τα κοιτάσματα των Πατέρων και επι πλέον με τρόπο θαυμαστό είχε εμπνεύσεις που κατά κάποιο τρόπο ετοίμασαν τον Σχολαστικισμό. Έναν Άνσελμο που ένωσε στον Τριαδικό του μυστικισμό, έναν μυστικισμό της δημιουργίας, εμπνευσμένο απο την Γένεση και απο την Σοφία.
Είναι ένα λογικό ποίημα γραμμένο σε μία στέρεη γλώσσα, χωρίς διακοσμήσεις. Μπορούμε να υποπτευθούμε ένα σοφιολογικό υπόστρωμα, αλλά δέν υπάρχει η παραμικρή ιδέα για ένα βασίλειο ή για μία εποχή του πνεύματος, σύμφωνα με την παράδοση που προέρχεται απο τον Ιωακείμ.
Δέν άλλαξε όμως στην συνέχεια η σκέψη του Σολόβιεφ; Θα το δούμε στην συνέχεια, διότι από το γράμμα στον Rozanov, μέχρι τον Αντίχριστο, τα πράγματα αλλάζουν την ροή τους.

Αμέθυστος.

Τετάρτη 21 Αυγούστου 2024

Ο ΑΠΟΚΡΥΦΙΣΜΟΣ ΤΟΥ ΓΕΡΜΑΝΙΚΟΥ ΙΔΕΑΛΙΣΜΟΥ (12)

 Συνέχεια απο Πέμπτη, 9 Μαΐου 2013

του HENRI DE LYBAC

ΑΠΟ ΤΟΝ ΜΑΡΞ ΣΤΟΝ ΧΙΤΛΕΡ (2)

Στην συνέχεια ο Μάρξ δέν θα αισθανθεί πλέον την ανάγκη να διευκρινίσει περισσότερο αυτή την πρόοδο. Θα μπορέσει να υποκριθεί πώς την ξέχασε κιόλας. Πώς συγκεντρώθηκε στον εμπειρισμό της οικονομικής επιστήμης και της κοινωνικής στρατηγικής. Αλλά στην πραγματικότητα η σκέψη του, όπως και η πράξη του, θα παραμείνει κυριευμένη απο την μετάθεση του Χριστιανισμού απο τον Χέγκελ, την οποία ήταν πεισμένος πώς ολοκλήρωσε. Όχι σε μία ιδανική αφαίρεση, αλλά στην πραγματικότητα. Μπορούμε λοιπόν να συμφωνήσουμε με τον Fessard για την συνέχεια χωρίς καμμία διακοπή, στον Μάρξ, της αντιθρησκευτικής εμπνεύσεως που μετέφερε στην πράξη του τα προνόμια της Εγελιανής αρνητικότητος, στηριγμένης στην κένωση του Χριστού.

Ο Jaures, το είδε καθαρά και το κατέγραψε στην εισαγωγή του έργου Etudes Socialistes.

«Ο Μάρξ κατανοεί την σύγχρονη κίνηση της χειραφετήσεως κάτω απο την Χριστιανική μετάθεση που πραγματοποίησε ο Έγελος. Όπως ο Θεός των Χριστιανών χαμήλωσε στο πιό χαμηλό επίπεδο της ανθρωπότητος υποφέροντας, για να λύσει και να λυτρώσει απο την αμαρτία ολόκληρη την ανθρωπότητα. Όπως ο Κύριος, για να σώσει πραγματικά όλους τους ανθρώπους, χρειάστηκε να μειωθεί και να γυμνωθεί σ’ έναν τέτοιο βαθμό που έφτασε κοντά στην ζωώδη σχεδόν ύπαρξη, κάτω απο την οποία δέν μπορούσε να βρεθεί κανένας άνθρωπος. Όπως αυτή η τελική μείωση του Θεού ήταν η συνθήκη της απείρου ανορθώσεως του ανθρώπου, έτσι και στην διαλεκτική του Μάρξ το προλεταριάτο, ο μοντέρνος Σωτήρας, χρειάστηκε να υπάρξει χωρίς καμμία άμυνα, να του αφαιρεθεί κάθε δικαίωμα, να χαμηλώσει στο βάθος του ιστορικού και κοινωνικού μηδενός, για να ξανασηκώσει, καθώς επανα-υψωνόταν, όλη την ανθρωπότητα. Και όπως ο θεάνθρωπος, για να μείνει πιστός στην αποστολή του, χρειάστηκε να μείνει φτωχός, υποφέροντας ταπεινά μέχρι την θριαμβευτική ημέρα της αναστάσεως, μέχρι εκείνη την ειδική και ιδιαίτερη νίκη στον θάνατο, που ελευθέρωσε απο τον θάνατο όλη την ανθρωπότητα, έτσι και το προλεταριάτο παραμένει τόσο πιό πιστό στην διαλεκτική του αποστολή, όσο περισσότερο, μέχρι την τελική εξύψωση (αποθέωση), μέχρι την επαναστατική ανάσταση της ανθρωπότητος, φέρει σαν έναν σταυρό όλο και πιό βαρύ, τον ουσιώδη νόμο της καταστολής και καταπιέσεως του καπιταλισμού. Απο εδώ προέρχεται μία πρωτότυπη τάση στον Μάρξ, να δεχθεί με δυσκολία την ιδέα μίας μερικής επανορθώσεως του προλεταριάτου. Απο εκεί προέρχεται και ένα είδος χαράς, στην οποία εισέρχεται κάποιος διαλεκτικός μυστικισμός, όταν συνειδητοποιεί τις δυνάμεις που βαραίνουν, κομματιάζοντας το, το προλεταριάτο».

Στην ανάλυση του Jaures όμως λείπει ένα ουσιώδες στοιχείο. Ανάμεσα στον Χριστό και στο προλεταριάτο, σύμφωνα με τον Μάρξ δέν υπάρχει μόνον μία στενή αναλογία. Εάν το δεύτερο αντικαθιστά τον πρώτο τώρα, δέν το κατορθώνει χάρη σε μία απλή αντίθεση, αλλά λόγω ενός περάσματος απο το ένα στο άλλο, χάρη σε μία ιστορική διαλεκτική της οποίας η οικονομία δέν μπορούσε να θεμελιωθεί. Ο Χριστός, όπως κατανοήθηκε απο την Χριστιανική πηγή, δέν είναι μία απλή ψευδαίσθηση, την οποία μπορεί να αφαιρέσει η πραγματικότης του προλεταριάτου. Υπήρχε η ανάγκη του χρόνου, ώστε να κατορθώσει η ανθρωπότης να περάσει απο τον μύθο στην πραγματικότητα. Έπρεπε καταρχάς να διασχίσουμε τον σταθμό του ιουδαϊσμού, τον οποίο συνέχισε κάνοντας μία αναγκαία αλλαγή, αντιπροσωπεύοντας την αληθινή του ουσία. Όπως το μπουμπούκι, αφήνει την θέση του στο λουλούδι, μέχρις ότου κατανοηθεί το νόημα της Βασιλείας του Θεού. Η Βασιλεία του Χριστού, επηρεασμένη απο την μείωσή του στην σάρκα, προετοίμαζε, προεικονίζοντας την, την βασιλεία του ανθρώπου, η συνθήκη της οποίας σήμερα είναι η μιζέρια και η απόλυτη γύμνωση του προλεταριάτου. Έτσι ακριβώς και για τον Ιωακείμ ντα Φιόρε, υπήρξε η ανάγκη του χρόνου και θα υπάρξει στο τέλος και η ανάγκη ενός βίαιου σκουντήματος, για το πέρασμα από το δεύτερο στο τρίτο Βασίλειο, απο το γράμμα της Καινής Διαθήκης, στο πνεύμα της. Έτσι λοιπόν, παραμένει, μέσω των διαρκών μεταμορφώσεων του και παρά τις ριζικές μειώσεις που υφίσταται, το σταθερό σχήμα της γενεαλογίας του Ιωακείμ. Αυτή είναι η ρίζα της Χρονικής διαστάσεως του Μαρξισμού. [Ο Όχλος που σταύρωσε τον Κύριο, μαζί με τον Κλήρο, με Σατανικό πείσμα, προσπαθεί να πραγματοποιήσει την Βασιλεία που ήθελε και περίμενε απο τον Κύριο. Του κόσμου τούτου. Για την οποία συνεργάζονται, προσπαθώντας να ενωθούν, όλες οι Εκκλησίες, με την συμπαράσταση της θεολογίας].

Ο Μάρξ ήταν πεισμένος πώς είχε ανοίξει τελειωτικά, στο ανθρώπινο γένος το πέρασμα απο τον μύθο στην πραγματικότητα, υπερβαίνοντας τον ιδεαλιστικό σταθμό του Εγελιανού ονείρου. Απο την στιγμή που θα ολοκληρωνόταν αυτή η ιστορική αποστολή του προλεταριάτου, το φάντασμα μίας αλλοτριωτικής υπερβατικότητος, εξορκισμένο αλλά επανεμφανιζόμενο πάντοτε, θα χανόταν για πάντα.

Έχουμε το δικαίωμα, όμως σήμερα να αναρωτηθούμε μήπως αληθεύει ακριβώς το αντίθετο. Μήπως η ψευδολογία του Μαρξιστικού μύθου δέν μας καθιστά τυφλούς στο μοναδικό πραγματικό αντικείμενο της ανθρώπινης ελπίδος, και μήπως ο κοινός άνθρωπος του Παύλου δέν διαλύσει μία μέρα την Χίμαιρα του νέου ανθρώπου του Μαρξ.

Πιστός συνεργάτης του Μάρξ ο Engels, επιβεβαιώνει με την σειρά του την Εγελιανή καταγωγή της κοινής τους θεωρίας. «Εμείς οι Γερμανοί σοσιαλιστές, είμαστε υπερήφανοι που δέν καταγόμαστε μόνον απο τον Saint-Simon τον Fourier και τον Owen, αλλά και απο τον Κάντ, τον Φίχτε και τον Χέγκελ», αλλά παρ’όλα αυτά πλησιάζει την σκέψη του Μαρξ μόνον μέσω ενός Hegel μετριασμένου απο τον Φώϋερμπάχ και τον Στράους και γι’ αυτό απογυμνωμένο απο τό μυστικιστικό του κάλυμα. Επανασυνδέεται όμως και αυτός στην διαδοχή του Ιωακείμ, όχι τόσο λόγω της Εγελιανής διαλεκτικής, την οποία ξανακατασκεύασε ο Μάρξ, όσο λόγω του θαυμασμού του για τον Thomas Munzer. Η μελέτη την οποία αφιέρωσε στα 1850 στον πόλεμο των Χωρικών στην Γερμανία, κυριαρχείται απο την ανησυχία του να αποδείξει την στενή αναλογία ανάμεσα στις δύο γερμανικές επαναστάσεις του 1525 και του 1848-1849, οι οποίες ήταν καταδικασμένες στην αποτυχία, η πρώτη υπέρ των πριγκίπων και η άλλη υπέρ των διοικούντων, διότι η οικονομική κατάσταση δέν ήταν ακόμη ώριμη. Παρ’όλα αυτά ο Munzer είχε προβλέψει τον κομμουνισμό με μία προκαταβολική έμπνευση και ο επαναστατικός του φανατισμός είχε αντλήσει δύναμη. Ο Engels φροντίζει να υπογραμμίσει πώς είχε μελετήσει με ιδιαίτερη προσοχή τα Χιλιαστικά γραπτά του Ιωακείμ του Καλαβρού. Αλλά πιό δόγμα είχε αντλήσει;

«Δίδασκε, κάτω απο Χριστιανικές μορφές, έναν πανθεϊσμό που μερικές φορές καταλήγει αθεϊσμός. Απέρριπτε την βίβλο σαν αλάθητη αποκάλυψη. Η μόνη αληθινή και ζωντανή αποκάλυψη, έλεγε είναι η λογική. Η Βίβλος σκοτώνει το πνεύμα με το γράμμα. Και πράγματι το πνεύμα το Άγιο για το οποίο μιλά η Βίβλος δέν υπάρχει έξω απο εμάς. Είναι η ίδια η λογική. Ο Munzer χρησιμοποιούσε συνήθως την Χριστιανική φρασεολογία αλλά η αιρετική σκέψη ξεπηδά απο παντού στα γραπτά του, και κατανοούμε πώς η βιβλική μάσκα έχει γι’αυτόν λιγότερη πραγματική σπουδαιότητα απο όση για τους περισσότερους μαθητές του Χέγκελ σήμερα».

Ο Ένγκελς δέν ενδιαφέρεται και τόσο πολύ για τον πρόχειρο παραλληλισμό που έκανε ανάμεσα στον Munzer και τον Ιωακείμ. Του φτάνει η γενική αξιολόγηση πώς για τον Munzer το βασίλειο του Θεού έπρεπε να είχε εγκατασταθεί κοινωνικά πάνω στην γή και να οικοδομηθεί μία νέα Εκκλησία, όπως είχαν ανακοινώσει οι προφήτες.

Ο Ένγκελς όμως έδωσε ζωή, ξεκίνησε, στον μαρξισμό, ένα είδος παραδόσεως, η οποία ξαναπαίρνοντας την αναλογία, προσπαθεί να την ξεκαθαρίσει. Έτσι για τον Ρώσσο Smirin, o Munzer είχε δανειστεί απο τον Ιωακείμ την ιδέα μίας επικείμενης χρονικής επαναστάσεως: μία ιδέα η οποία ήρθε στην ύπαρξη μέσω μία πρωτότυπης εξηγήσεως που επέτρεπε να μεταφέρουμε τις προφητείες της Αποκαλύψεως στην παρούσα και στην μέλλουσα ιστορία. Μόνον αυτός μπόρεσε να εγκαταλείψει την καθαρή αντικειμενοποίηση που είχε σαν αποτέλεσμα μία παθητική αναμονή, για να προσφέρει στον λαό και στην ανθρώπινη λογική έναν ενεργητικό ρόλο στην μεταμόρφωση που αναμένει.

Η ΜΟΝΤΕΡΝΑ ΜΟΡΦΗ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ ΕΙΝΑΙ ΠΙΟ ΣΗΜΑΝΤΙΚΗ ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΑΤΑΓΩΓΗ ΤΗΣ!

Αυτή είναι η πιό επαναστατική ένωση των αντιθέτων που οδηγεί τις σύγχρονες θεολογίες του Οικουμενισμού, σε μία σύνθεση καταγωγής και εξελίξεως, που σβύνει την πίστη μας.


(Συνεχίζεται)

Αμέθυστος

Ο ΑΠΟΚΡΥΦΙΣΜΟΣ ΤΟΥ ΓΕΡΜΑΝΙΚΟΥ ΙΔΕΑΛΙΣΜΟΥ (11)

 Συνέχεια απο Πέμπτη 2 Μαίου 2013

του HENRI DE LYBAC

ΑΠΟ ΤΟΝ ΜΑΡΞ ΣΤΟΝ ΧΙΤΛΕΡ.

Η ΘΡΗΣΚΕΙΑ ΟΠΙΟ ΤΟΥ ΛΑΟΥ ΚΑΙ Ο ΙΩΑΚΕΙΜ ΤΟ ΟΠΙΟ ΤΩΝ ΔΙΑΝΟΟΥΜΕΝΩΝ.
Οι απόγονοι του Ιωακείμ ντα Φιόρε, του Henri De Lubac.

Ο Μάρξ (1818-1883), δέν θα μπορούσε να ξεφύγει απο το μεγάλο κύμα ανανέωσης που παρέσυρε την φιλοσοφία και όλα τα πνεύματα της εποχής του, όπως και το μεγαλύτερο μέρος των σοσιαλιστικών σχολών, πρός την αγκαλιά του Ιωακείμ ντα Φιόρε.
Οπωσδήποτε ο Μαρξισμός είναι ένα πράγμα εντελώς διαφορετικό απο μία εκκοσμικευμένη μορφή του αρχαίου μεσσιανισμού, είτε Εβραϊκού, είτε Χριστιανικού. Τα θεμέλια της θεωρίας του, απο την στιγμή που καθορίστηκαν, θέλουν να παρουσιάζονται σαν καθαρά επιστημονικά και είναι υλιστικά και άθεα. Για τον Μαρξισμό, ο άνθρωπος επιβεβαιώνεται απευθείας ή μάλλον γεννιέται, αυτοδημιουργείται, μέσω της δουλειάς του. Χρειάστηκαν όμως προσπάθειες πολλών αιώνων για να φθάσει να το συνειδητοποιήσει, στην διανοητική elite του Μαρξισμού.
Η ιστορία της ανθρώπινης συνειδήσεως λοιπόν, μπορεί να γίνει κατανοητή σαν η ιστορία μίας α-συνειδήσεως ή μίας ψευδαισθήσεως η οποία αραιώνει σιγά-σιγά και φωτίζεται. Μ’αυτή την έννοια ο Εβραϊσμός και στη συνέχεια ο Χριστιανισμός, σηματοδότησαν δύο καθοριστικούς σταθμούς, αλλά επειδή τελικά ο δεύτερος νίκησε τον πρώτο, τουλάχιστον φαινομενικά, μπορούμε να τους εννοήσουμε σαν έναν μόνο. Ο Χέγκελ πίστεψε πώς σηματοδοτούσε τον τελευταίο σταθμό και πώς θεμελίωσε το βασίλειο του πνεύματος. Η αποστολή του βεβαίως δέν στάθηκε μάταιη, αλλά στην πραγματικότητα το καθοριστικό βασίλειο θα ξεκινήσει με τον Μαρξ.
Ο Μαρξ αναγνωρίζει το χρέος του πρός τους στοχαστές που προηγήθηκαν απ’αυτόν (τους προμαρξιστές), οι οποίοι εποχή μετά την εποχή, οικοδόμησαν τον ανθρώπινο κόσμο όπως είναι και πρός εκείνους οι οποίοι, τελευταίως αποφάσισαν να τον μεταμορφώσουν. Τους κατηγορεί όμως ταυτοχρόνως πώς σταμάτησαν πολυ νωρίς την εργασία τους, να θέσουν δηλαδή τις συνθήκες της τελευταίας εποχής - της εποχής του ΑΝΘΡΩΠΟΥ. Στο απόγειο της διαλεκτικής των ο καθένας πίστεψε πώς γέννησε το «Αγιο Πνεύμα». Στην πραγματικότητα απεδείχθησαν οι μεγαλύτεροι συντηρητικοί. Μόνον ο Μάρξ λοιπόν, αντιστρέφοντας την διαλεκτική του Χέγκελ, θα φτάσει τον σκοπό. Αυτό που τον ξεχωρίζει απο το μάταιο κοπάδι των ουτοπιστών, δέν είναι η απόρριψη του να περιγράψει την οργάνωση και την λαμπρότητα της μελλοντικής κοινωνίας ή να δείξει ένα «πρόγραμμα». Είναι το γεγονός κυρίως, πώς αυτή η κοινωνία, της οποίας θέτουν τις έσχατες συνθήκες οι αναλύσεις του, δέν θα μπορούσε να είναι στην σκέψη του, μία επινόηση άχρονη ουσιαστικώς, δημιουργημένη απο κάποια ιδιοφυΐα, ούτε ο καρπός κάποιας ανυπόμονης επανάστασης, αλλά θα είναι το σημείο αφίξεως μίας μακράς ιστορίας, της οποίας πρέπει να προκαλέσουμε τήν γέννα, στόν καιρό της. Δέν θέλουμε νά προλάβουμε δογματικά τον κόσμο, αλλά να βρούμε μόνον τον νέο κόσμο, μέσω της κριτικής του παλαιού!
Κράτησε την ιδέα του Χέγκελ, πώς όχι μόνον ο Χριστιανισμός προσέφερε σ’ αυτή την υπόθεση την ουσία του νέου κόσμου, αλλά συνεχίζει να παίζει τον σπουδαιότερο ρόλο με την εμβάθυνση του νοήματος του και με την κριτική ανάλυση όσων τον συνιστούν στην αλήθεια του, και στην ολοκλήρωση του. Η φιλοσοφία του Χέγκελ είναι ένας Χριστιανισμός κατά βάθος και η φιλοσοφία του Μάρξ ένας αντεστραμμένος Χεγκελιανισμός. Απέρριψε μέν την μυστικιστική λάσπη του Χριστιανισμού, αλλά κράτησε σαν Γερμανός προτεστάντης που θέλει να επιστρέψει στην πρώτη Εκκλησία, την κοινωνία και το κοινόβιο των πρώτων Χριστιανών.
Ο Raymond Aron, δέν είχε άδικο, όταν χαρακτήριζε τον Κομουνισμό «κοσμική θρησκεία». Ο Μαρξισμός είναι καθαρά ένας εκκοσμικευμένος Χριστιανισμός, μεταλλαγμένος στο αντίθετο του, και τέλος μετά τον Μάρξ, επαναϊεροποιημένος με μεγάλη ευκολία. Έγινε το επικρατέστερο δόγμα του μοντερνισμού.
Ο Ernst Benz είχε παρατηρήσει σχετικά με τον Oetinger, τον Καμπαλιστή, που επηρέασε απολύτως την Γερμανική φιλοσοφία, όπως ο Μιράντολα είχε επηρεάσει την Αναγέννηση: Εάν αφαιρέσουμε τα Χριστιανικά στοιχεία απο την εικόνα που κατασκευάζει ο Oetinger, της τέλειας κοινωνίας της χρυσής Εποχής, φαίνεται να εμφανίζεται η ιδανική κοινωνία του κομμουνισμού, που αποτελεί και την τελική μορφή της ιστορικής εξελίξεως. Ο π. Gaston Fessard επίσης επισημαίνει: «Ο Μαρξ, διάδοχος του Χέγκελ, επαναπρότεινε σε άθεη μορφή, τα τρία ουσιώδη δόγματα του Χριστιανισμού: Ενσάρκωση, προπατορικό αμάρτημα, Λύτρωση. Ο υλισμός του, φαινομενικά μόνον ιστορικός και διαλεκτικός, διατηρεί έναν «μυστικό χαρακτήρα». Ο Χριστιανισμός λοιπόν ακριβώς δίνει και καθορίζει το απολυτρωτικό χρέος τού προλεταριάτου και το εσχατολογικό τέλος τής πάλης των τάξεων. Η ΚΡΙΤΙΚΗ γίνεται μάζα και κατοικεί ανάμεσα μας και εμείς είμαστε οι μάρτυρες της δόξας της, της δόξας του Μονογενούς που εστάλη απο τον Πατέρα. Μπάουερ. Η ΚΡΙΤΙΚΗ εξισούται στους απογόνους του Χέγκελ με τον Θεό, αλλά ταπεινώνεται όμως, αποξενωνόμενη απο τον εαυτό της, υπηρετώντας την αστική κοινωνία.
Το κείμενο της επιστολής πρός Φιλλιπησίους 2, 6-11, του Απ. Παύλου, που χρησιμοποιήθηκε απο τον Χέγκελ για να σταθεροποιήσει την «αρχή της αρνητικότητος», χρησιμοποιείται επίσης και απο τον Μάρξ για να ασκήσει κριτική στον Χέγκελ και να οικειοποιηθεί την αλήθεια της απολύτου Γνώσεως. [...
ο οποίος, αν και ήταν Θεός, δε θεώρησε την ισότητά του με το Θεό αποτέλεσμα αρπαγής, αλλά τα απαρνήθηκε όλα, και πήρε μορφή δούλου· έγινε άνθρωπος· και όντας πραγματικός άνθρωπος ταπεινώθηκε θεληματικά υπακούοντας μέχρι θανάτου, και μάλιστα θανάτου σταυρικού. Γι’ αυτό και ο Θεός τον ανέβασε πολύ ψηλά και του χάρισε το όνομα που είναι πάνω απ’ όλα τα ονόματα. Έτσι, στο όνομα του Ιησού όλα τα επουράνια, τα επίγεια και τα υποχθόνια θα προσκυνήσουν, και κάθε γλώσσα θα ομολογήσει ότι Κύριος είναι ο Ιησούς Χριστός, για να δοξάζεται έτσι ο Θεός Πατέρας.]
  «Ας επικρατή μεταξύ σας το ίδιο φρόνημα, το οποίο υπήρχε και στον Χριστό Ιησού, ο οποίος αν και είχε θεϊκή ύπαρξη, δέν θεώρησε το ότι ήτο ίσος πρός τον Θεό σαν κάτι πρός αρπαγμόν, αλλά εκένωσε τον εαυτό του λαβών μορφή δούλου, γενόμενος όμοιος προς τους ανθρώπους και, αφού κατά το σχήμα βρέθηκε ως άνθρωπος εταπείνωσε τον εαυτό του γενόμενος υπήκοος μέχρι θανάτου και μάλιστα θανάτου σταυρικού. Δια τούτο και ο Θεός τον υπερύψωσε και του εχάρισε όνομα το ανώτερον απο κάθε άλλο όνομα, ώστε εις το όνομα του Ιησού να κάμψη κάθε γόνυ των επουρανίων και των επιγείων και των καταχθονίων, και κάθε γλώσσα να ομολογή ότι ο Ιησούς Χριστός είναι Κύριος, εις δόξαν του Θεού Πατρός».
Αυτό το όνομα ο Μάρξ το βρήκε στο προλεταριάτο. Στην ράχη που ενώνει την φαινομενολογία του πνεύματος μέ τό τριμερές σύστημα της Εγκυκλοπαίδειας του Χέγκελ: Λογική, φύση, πνεύμα. Ο Μάρξ λοιπόν βρίσκει το απόσπασμα του Απ. Παύλου και αναφέρεται σ’ αυτό με απόλυτη σοβαρότητα. Η «κένωσις» του Χριστού, πρωτότυπο της Εγελιανής αρνήσεως, θα χρησιμεύσει εξίσου και στον Μαρξ, διά της μεσολαβήσεως της, σαν πρωτότυπο της Μαρξιστικής αρνήσεως, όχι σαν ανθρώπινο ιδανικό αλλά σαν ιδανικό ανθρωποκοινωνικό. Από εδώ ο Μάρξ αντλεί την μυθολογική του Έννοια του Προλεταριάτου, στο οποίο αποδίδει μία ιστορική αποστολή καί λυτρωτική ακριβώς. Αυτή είναι επίσης και η ερμηνευτική κλειδαρότρυπα του Μάρξ, ώς εν εσόπτρω εν αινίγματι, του μέλλοντος αιώνος. Αυτή είναι και η βάση της απομυθοποιήσεως που πραγματοποίησαν οι Γερμανοί σύγχρονοι θεολόγοι, μαθητές του Μάρξ, και η πηγή τής κάθε ιδεολογίας που καταδυναστεύει έκτοτε τους διανοούμενους της Οικουμένης και τις εξουσίες στις οποίες λαμβάνουν μέρος. Αυτό εκθέτει με πάθος ο ίδιος ο Μάρξ στο τέλος του πρώτου τόμου της «Γερμανικής ιδεολογίας» στην κριτική που κάνει στον «Άγιο Μάξ» Στίρνερ, όπως τον αποκαλεί.
Ήταν πεπεισμένος πώς είχε κατανοήσει, με την πραγματική του σημασία, τις εγελιανές έννοιες, οι οποίες είχαν παραμείνει μέχρι τότε αφηρημένες και ιδανικές. Έτσι δέν είναι μόνον Μεταχριστιανός (χρονικά) αλλά και Μετα Εγελιανός. Εδώ κατάντησε η παληά και ένδοξη Μεταφυσική, καθώς μεταλλάχθηκε σε ιστορία. ΔΙΑ ΤΗΣ ΑΝΤΙΣΤΡΟΦΗΣ ΤΩΝ ΠΑΝΤΩΝ. Ο Νίτσε αποκαθήλωσε είδωλα τα οποία είχαν ήδη δεχθεί την δαιμονική αντιστροφή της Γερμανικής εκκοσμικεύσεως. Μόνον με τον Μάρξ λοιπόν, στην διαλεκτική του, ο Χριστιανισμός, είναι ταυτόχρονα απωθημένος και ολοκληρωμένος, ολοκληρωτικώς εγκαταλειμμένος διότι ολοκληρωτικώς ολοκληρωμένος.
Αυτή την διαλεκτική χρησιμοποίησε και ο Γιούνγκ στην ψυχολογία του Βάθους που ανακάλυψε, σε ατομικό όμως επίπεδο, προσθέτοντας στην απελευθέρωση και την ολοκλήρωση του ατόμου, την απόρριψη των Οικογενειακών δεσμών.
Αμέθυστος.