Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Mητροπολίτης Geevarghese Coorilos - ΑΠΟΣΤΟΛΗ ΚΑΙ ΔΙΑΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΟΣ ΔΙΑΛΟΓΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Mητροπολίτης Geevarghese Coorilos - ΑΠΟΣΤΟΛΗ ΚΑΙ ΔΙΑΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΟΣ ΔΙΑΛΟΓΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 4 Μαΐου 2022

Mητροπολίτης Geevarghese Coorilos - ΑΠΟΣΤΟΛΗ ΚΑΙ ΔΙΑΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΟΣ ΔΙΑΛΟΓΟΣ (2)

 Mητροπολίτης Geevarghese Coorilo

ΑΠΟΣΤΟΛΗ ΚΑΙ ΔΙΑΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΟΣ ΔΙΑΛΟΓΟΣ: ΜΕΡΙΚΕΣ ΟΡΘΟΔΟΞΕΣ ΠΡΟΟΠΤΙΚΕΣ

Εισαγωγή

Συνέχεια από  Σάββατο 30 Απριλίου 2022

Η, μετά το 2011 παγκόσμια εξέλιξη των πραγμάτων[1], αν μη τι άλλο, επανέλαβε για μια ακόμη φορά την επείγουσα ανάγκη για μεγαλύτερη συνεργασία και συνύπαρξη μεταξύ των θρησκειών του κόσμου. Οι πρόσφατες άγριες διαμάχες στην Αίγυπτο, τη Συρία και αλλού - δείχνουν επίσης αυτή την κρίσιμη πρόκληση. Η σημασία του διαλόγου σε αυτά τα πλαίσια τονίζεται από τις ακόλουθες λέξεις του Αρχιεπισκόπου Τιράνων και Πάσης Αλβανίας Αναστασίου. "Η εγκατάλειψη του διαθρησκευτικού διαλόγου σημαίνει ότι δίνεται νέα ώθηση στο σχηματισμό γκέτων, στην εθνική ή θρησκευτική «καθαρότητα» και στην ανάπτυξη διαφόρων νέων εκφράσεων θρησκευτικού φανατισμού που οδηγούν τελικά σε έναν άλλο τρομερό «διάλογο» —έναν διάλογο μεταξύ των βομβών των τρομοκρατών και των ρουκετών των ισχυρών".

Ο "διάλογος ή η κατάργησή του" φαίνεται να είναι το δίλλημα-προειδοποίηση των καιρών το οποίο οι εκκλησίες, οι χριστιανοί και όλοι οι άνθρωποι καλής θέλησης έχουν ελάχιστα περιθώρια να αγνοήσουν. Η εργασία αυτή είναι μια προσπάθεια να προσφέρουμε κάποιες προοπτικές για την αποστολή και τον διαθρησκευτικό διάλογο από ορθόδοξη θεολογική προοπτική[2].

Σημειώσεις


[1] ΣτΜ: Αναφέρεται μάλλον στη διαδικασία για την AGAPE. Από το 2007 ορθόδοξοι θεολόγοι πήραν μέρος σε μια σειρά διορθόδοξων διασκέψεων στη Βοστόνη, στο Βουκουρέστι, στη Λέρο, στο Βόλο και στη Συρία στα πλαίσια της προπαρασκευής της «Διεθνούς Οικουμενικής Διάσκεψης για την Ειρήνη» (International Ecumenical Peace Convocation=IEPC) στην Τζαμάικα το 2011.
[2] ΣτΜ: Ο Geevarghese Coorilos είναι Συροϊακωβίτης. Μονοφυσίτης. Εν τάχει. Μετά τη Δ΄ Οικουμενική Σύνοδο, αρκετοί εκ των χριστιανών της Συρίας ακολούθησαν το μονοφυσιτισμό, ενώ άλλοι ακολούθησαν το νεστοριανισμό. Σχηματίστηκε έτσι η μονοφυσιτική Εκκλησία της Συρίας, οι λεγόμενοι Ιακωβίτες ή Συροϊακωβίτες. Συνήθως αποκαλούνται ’Προχαλκηδόνιοι’ και ’Μη Χαλκηδόνιοι’. Είναι λάθος να καλούνται οι Συροϊακωβίτες Μονοφυσίτες ως ’Προχαλκηδόνιοι’ και ’Μη Χαλκηδόνιοι’. Στην πραγματικότητα είναι ’Αντιχαλκηδόνιοι’, καθότι έχουν καταδικασθεί από την Οικουμενική Σύνοδο που είχε συγκληθεί στη Χαλκηδόνα το έτος 451 μ.Χ. (http://asiaminor.ehw.gr/forms/filePage.aspx?lemmaId=6399). Αυτό δεν τον εμποδίζει να μιλάει ως ορθόδοξος ή για να κυριολεκτήσουμε θεωρεί ότι είναι ορθόδοξος όπως και ο Γεώργιος Μαρτζέλος, που επικαλείται πιο πάνω ή ο Αρχιεπίσκοπος Αναστάσιος της Αλβανίας. Είναι εντελώς φυσικό για τον Συροϊακωβίτη αιρετικό μονοφυσίτη να είναι τόσο ορθόδοξος όσο είναι και οι προαναφερθέντες εξού και η οικειότητα στο ύφος. Ο Geevarghese Coorilos αρπάζει το συγχωροχάρτι μιας και «…όπως παρατηρεί ο Γιώργος Μάρτζελος, οι πρώτες θεολογικές συναντήσεις της Ορθοδοξίας με αυτές τις θρησκείες είχαν αναιρετικό και απολογητικό χαρακτήρα». Δεν έχει ακούσει όμως για τους διαλόγους του Αγίου Γρηγορίου του Παλαμά με τους μωαμεθανούς αλλά και αν άκουσε δυστυχώς εντάσσονται στα πλαίσια των αναιρετικών ή απολογητικών διαλόγων. Οποία παρερμηνεία της λέξεως με ό,τι αυτή σηματοδοτεί. Η προσέγγιση του Μαρτζέλου δεν τοποθετεί τον διάλογο σε άλλη βάση αλλά τον οδηγεί σε αντι-διαλογικές και κατ ουσία σε αντι-πατερικές ατραπούς. Θα ισχυριστούμε με αρκετή αφέλεια ότι η αυτοσυνειδησία του Geevarghese Coorilos τον πληροφορεί σωστά. Εδώ βέβαια η αυτοσυνειδησία είναι αυτόνομη και δεν έχει καμιά σχέση με την ετερόνομη των ορθοδόξων. Η μεγάλη παγίδα και για όσους εκ των ορθοδόξων την επικαλούνται αδιακρίτως. Έχει και αυτός την αυτοσυνειδησία του και αυτή έτσι του υπαγορεύει. Και δεν θα μπορούσε κανείς να ισχυριστεί κάτι διαφορετικό μιας και είναι η αυτοσυνειδησία αυτή που τον πληρώνει και τον κατατάσσει ανάμεσα μας ως όμοιο με τους ορθοδόξους των επτά ή και εννέα οικουμενικών συνόδων. Και δεν θα μπορούσε να είναι διαφορετικά τα πράγματα διότι στους διαλόγους το πνεύμα είναι να μιλάμε για αυτά που μας ενώνουν και όχι αυτά που μας χωρίζουν. Είναι σαφές ότι δεν υφίσταται διάλογος κάτω από αυτόν τον παραμορφωτικό φακό αλλά εγκατάλειψη ήδη εγκαταλειφθήσας θεολογίας, που προσχηματικά επικαλούνται στους νιρβάνιους διαλόγους τους ή αλλιώς η παντελής απουσία της πατερικής, εν προκειμένω θεολογίας, είναι η βάση όλων των διαλόγων. Ο Geevarghese Coorilos αναφέρει τον Γεώργιο Μαρτζέλο και αυτό δεν είναι τυχαίο μιας και ο Μαρτζέλος είναι αυτός που ισχυρίστηκε ότι οι Αντιχαλκηδόνιοι είναι ιδεολογικά ορθόδοξοι. Κατά τον Μαρτζέλο: «Άλλο λοιπόν είναι η ιδεολογική ορθοδοξία, που συνίσταται στην ορθοδοξία κατά την ουσία του δόγματος και μπορεί να αποδίδεται ακόμη και σε αιρετικούς, και άλλο η πραγματική και πλήρης Ορθοδοξία που είναι κοινωνία με την Εκκλησία και χαρακτηρίζει τα μέλη της. Με άλλα λόγια η Ορθοδοξία κατά το Δαμασκηνό, που συνοψίζει εν προκειμένω τους προγενέστερους Πατέρες της Εκκλησίας, δεν είναι απλώς ιδεολογική, όπως τονίσαμε και προηγουμένως, αλλά έχει εκκλησιολογική διάσταση. Αν δεν υπάρχει η εκκλησιολογική διάσταση της Ορθοδοξίας, η ιδεολογική ορθοδοξία δεν φτάνει, για να θεωρείται κάποιος Ορθόδοξος. Η κοινωνία με την Εκκλησία είναι που δίνει στην ιδεολογική ορθοδοξία την πληρότητα και το αγιοπνευματικό περιεχόμενο της εκκλησιαστικής Ορθοδοξίας». Αυτές οι θέσεις του Μαρτζέλου αναιρέθηκαν από τον μακαριστό π. Γεώργιο Καψάνη, αλλά το ζήτημα είναι το πώς προσεταιρίζεται ο αιρετικός Συροϊακωβίτης την πίστη μας και την εξισώνει με την δική του. Μέσα λοιπόν από τα μη χαλκηδόνια φίλτρα, τα οποία καθαιρούν 1500 χρόνια ορθόδοξης αγίας ζωής και την ορθοδοξία όπως μας την ερμηνεύει ο Μαρτζέλος, ο αιρετικός γίνεται ή μάλλον είναι ιδεολογικά ορθόδοξος, αλλά στο ΠΣΕ είναι μέλος ορθόδοξης ανατολικής εκκλησίας και η αυτοσυνειδησία του σμιλεμένη από τα καλέμια της απώθησης των πατέρων ή της διαστρεβλωμένης ερμηνείας των ή αλλιώς της εγκατάλειψης των, μας φέρνει μπροστά στο δράμα μιας δυστυχισμένης ύπαρξης που νομίζει ας πούμε ότι φρονεί αυτά που φρονεί ο Άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός. Και είναι η χρήση των λέξεων που προσδίδει περιεχόμενο. Κάλπικο. Αντί το περιεχόμενο να γεννά τις λέξεις, τα ρήματα, που επιδιώκουν να το αποσαφηνίσουν, να το οικειώσουν, ώστε να δημιουργείται έτσι ένας συνεκτικός αμφίδρομος ιστός, ένα πλέγμα περιούσιο, ρημάτων και περιεχομένου, που δεν διαταράσσει την ισορροπία της αποκάλυψης, που δεν αναιρεί τον θαυμασμό και το θαύμα, βλέπουμε τις λέξεις να αυτονομούνται και να δημιουργούν ένα νέο περιεχόμενο που παραπέμπει στο αρχικό αλλά δεν είναι αυτό. Η πολυσημία των λέξεων οδηγεί σε νέο περιεχόμενο και εδώ ξεκινά η δημιουργία μιας αυτοσυνειδησίας. Είναι η οικειοποίηση που γεννά την νέα συνείδηση. Η οικείωση ακολουθεί την συνείδηση, το δώρο του Κυρίου. Είναι ουσιαστικό στοιχείο για τον οικουμενισμό η πολυσημία των λέξεων. Είναι εργαστήριο πλάνης. Και ενώ οι πατέρες μάς θωράκισαν το περιεχόμενο, στο μέτρο που επιθυμεί ο Κύριος, εν τούτοις είναι η πολυσημία που οδηγεί στον επαναπροσδιορισμό του ή καλύτερα στον εξοστρακισμό του. Νέες έννοιες, αλλοιωμένες, από την πολυσημία των λέξεων, από την επιθετική δράση του κατακερματισμένου νοός, οξειδώνουν την θωράκιση. Το ζητούμενο είναι να εισαχθεί από το παράθυρο ο αιρετικός σε τόπο άγιο. Δύο τινά για τους νέο-πατέρες: ή ο αιρετικός θα ενδυθεί τις λέξεις με τις έννοιες κατακερματισμένες και άρα μπορεί να εισέλθει ή ο τόπος θα ενδυθεί τις λέξεις με τις έννοιες κατακερματισμένες και άρα μπορεί να τον προσλάβει. Η σύζευξη δεν δύναται να ανατραπεί σε καμία περίπτωση. Η ανθρωπολογία κερδίζει την θεολογία κατά κράτος.

Μετάφραση από την Αγγλική, σχόλια, Μπόρας Γεώργιος

ΟΤΑΝ Η ΘΕΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΠΑΥΕΙ ΝΑ ΕΙΝΑΙ Ο ΣΚΟΠΟΣ ΤΗΣ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗΣ ΖΩΗΣ ΤΟΤΕ Η ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΑΥΤΟΝΟΜΕΙΤΑΙ ΚΑΙ ΠΑΙΡΝΕΙ ΤΗΝ ΘΕΣΗ ΤΟΥ ΘΕΟΥ. Η ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΚΑΘΙΣΤΑΤΑΙ Ο ΘΕΟΣ ΝΤΥΜΕΝΗ ΤΗΝ ΠΟΛΥΣΗΜΙΑ ΤΩΝ ΛΕΞΕΩΝ ΟΠΩΣ ΤΟ ΔΙΑΚΡΙΝΕΙ ΜΕ ΕΝΑΡΓΕΙΑ Ο ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΠΟΡΑΣ. ΥΠΟΧΡΕΟΙ!!

Αμέθυστος

Σάββατο 30 Απριλίου 2022

Mητροπολίτης Geevarghese Coorilos - ΑΠΟΣΤΟΛΗ ΚΑΙ ΔΙΑΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΟΣ ΔΙΑΛΟΓΟΣ

 Mητροπολίτης Geevarghese Coorilos

ΑΠΟΣΤΟΛΗ ΚΑΙ ΔΙΑΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΟΣ ΔΙΑΛΟΓΟΣ: ΜΕΡΙΚΕΣ ΟΡΘΟΔΟΞΕΣ ΠΡΟΟΠΤΙΚΕΣ

Εισαγωγή

Πολλά έχουν ειπωθεί  για την αποστολή και τον διαθρησκευτικό διάλογο. Η Ορθόδοξη Θεολογία έχει επίσης συμβάλει σημαντικά σε αυτόν τον τομέα. Η συνύπαρξη των ορθόδοξων Εκκλησιών μαζί με άλλες θρησκευτικές και κοσμικές ιδεολογίες ιστορικά έχει, κατά κάποιο τρόπο, απαιτήσει διαθρησκειακούς ή καλύτερα διαλόγους των επί μέρους πίστεων και ιδεολογιών, τόσο ως υπαρκτική επιταγή, όσο και ως ιεραποστολική κλίση. Από πολύ νωρίς, η ιεραποστολική ύπαρξη της Εκκλησίας βρισκόταν επίσης σε διάλογο με άλλες πίστες ή θρησκείες, ιδιαίτερα τον Ιουδαϊσμό και τον Ελληνισμό;;;. Ένα μεγάλο μέρος της πατερικής εποχής χαρακτηρίστηκε έτσι από τις βαθιές θεολογικές συναντήσεις ή συγκρούσεις με τις τότε θρησκευτικές και μεταφυσικές κοσμοθεωρίες. Ωστόσο, όπως παρατηρεί ο Γιώργος Μάρτζελος, οι πρώτες θεολογικές συναντήσεις της Ορθοδοξίας με αυτές τις θρησκείες είχαν αναιρετικό και απολογητικό χαρακτήρα. 
Με την επακόλουθη κατάκτηση του βυζαντινού κόσμου από τις αραβικές και οθωμανικές αυτοκρατορίες, ο διάλογος με το Ισλάμ έγινε επίσης μια υπαρξιακή αναγκαιότητα.
Στον ανατολικό ορθόδοξο κόσμο, η συνύπαρξη ορθόδοξων εκκλησιών με θρησκευτικές παραδόσεις, όπως ο Ινδουισμός, ο Βουδισμός και ο Ζαϊνισμός (Jainism), υπήρξε και εξακολουθεί να είναι, ως επί το πλείστον, μια χωρίς ιδιαίτερα προβλήματα υπόθεση. Ως εκ τούτου, θα μπορούσε να ειπωθεί ότι η Ορθοδοξία επέδειξε σταθερή δέσμευση στο διαθρησκευτικό διάλογο. Οι αρχιεπίσκοποι των ορθόδοξων εκκλησιών στο φετινό εορταστικό τους μήνυμα κατά την πρώτη τους συν-εορταστική εκδήλωση στη Βηθλεέμ το 2000 υπογράμμισαν τη σημασία του διαλόγου και τη δέσμευσή τους σε αυτόν, όταν είπαν: «Κοιτάμε και προς τις άλλες μεγάλες θρησκείες, ιδιαίτερα τις μονοθεϊστικές του Ιουδαϊσμού και του Ισλάμ και προετοιμαζόμαστε να αναπτύξουμε ακόμη περισσότερο τις προϋποθέσεις για διάλογο με αυτούς, επιδιώκοντας την επίτευξη ειρηνικής συνύπαρξης όλων των ανθρώπων... Η Ορθόδοξη Εκκλησία καταδικάζει τον θρησκευτικό φανατισμό από οπουδήποτε κι αν εμφανιστούν αυτά τα φαινόμενα».

Υ.Σ. Ο Geevarghese Coorilosε είναι Συροιακωβίτης. Θα κάνουμε μια αναλυτικότερη προσέγγιση στην επόμενη ανάρτηση.

Μετάφραση από την Αγγλική, σχόλια, Μπόρας Γεώργιος

Πέμπτη 25 Ιουνίου 2020

Mητροπολίτης Geevarghese Coorilos - ΑΠΟΣΤΟΛΗ ΚΑΙ ΔΙΑΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΟΣ ΔΙΑΛΟΓΟΣ (5)

Mητροπολίτης Geevarghese Coorilos

ΑΠΟΣΤΟΛΗ ΚΑΙ ΔΙΑΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΟΣ ΔΙΑΛΟΓΟΣ: ΜΕΡΙΚΕΣ ΟΡΘΟΔΟΞΕΣ ΠΡΟΟΠΤΙΚΕΣ


Συνέχεια από Σάββατο 13 Ιουνίου 2020

Η καθολικότητα τής διαθεσιμότητας τής θείας παρουσίας και της χάριτος συνδέεται επίσης με την έννοια τού imago Dei[1]. Το γεγονός δηλαδή ότι, όλα τα άνθρωπινα όντα φέρνουν την ίδια εικόνα του Θεού μέσα τους είναι η βάση για την καθολική πατρότητα (parenthoodsic) του Θεού[2] και την καθολική αδελφό/αδελφή-τητα[3] (brother/sisterhoodsic) όλης τής ανθρωπότητας.



[1] ΣτΜ: Το Imago Dei είναι λατινικός όρος που αποδίδεται στα ελληνικά ως ’’εικόνα του Θεού’’. Ακριβέστερα αναφέρεται στο ’’κατ’ εικόνα’’. Διευκρινίζουμε ότι δεν είναι επακριβώς το ’’κατ’ εικόνα’’ των ορθοδόξων μιας και εκκινεί από λανθασμένο ορισμό. Ωστόσο τη διάκριση μεταξύ του «εικόνα» και του «κατ’ εικόνα» επειδή αφορά άλλη θεολογική ανάπτυξη οφείλουμε να την κάνουμε. Γενικά εμείς στα παρακάτω θεωρούμε ότι το Imago Dei είναι το κατ΄εικόνα των ορθοδόξων. Το βρίσκουμε στο βιβλίο της Γένεσης:«καὶ εἶπεν ὁ Θεός· ποιήσωμενἄνθρωπον κατ᾿ εἰκόνα ἡμετέραν καὶ καθ᾿ὁμοίωσιν, καὶ ἀρχέτωσαν τῶν ἰχθύων τῆς θαλάσσης καὶ τῶν πετεινῶν τοῦ οὐρανοῦ καὶ τῶν κτηνῶν καὶ πάσης τῆς γῆς καὶ πάντων τῶν ἑρπετῶν τῶν ἑρπόντωνἐπὶγῆςγης»(Γεν. 1 ,26). Ας δούμε εν τάχει την σύγχρονη τάση σε σχέση με τον όρο.

                Παραδοσιακά, η Γένεση ήταν ένα κεντρικό κείμενο για τον ορισμό της ανθρώπινης μοναδικότητας. Οι DeSmedt και DeDeCruz υποστηρίζουν ότι, «Η Γραφή δεν παρέχει σαφείς προδιαγραφές για το πώς πρέπει να κατανοηθεί το Imago Dei.Ως αποτέλεσμα, οι θεολόγοι ανάπτυξανμια ευρεία ποικιλία ερμηνειών αυτής της έννοιας». Σύμφωνα με τον Άγιο Ειρηναίο η εικόνα προσιδιάζει στη φύση του ανθρώπου και τις θείες δωρεές που δόθηκαν, ενώ η ομοίωση στην παρουσία του Αγίου Πνεύματος στη ζωή του ανθρώπου. Σκοπός του ανθρώπου είναι το «καθ᾿ὁμοίωσιν», να ενωθεί με τον Υιό. Αυτός ο οποίος έμελλε να γίνει άνθρωποςαποτελεί και πραγματική εικόνα του Θεού. Η πνευματική αύξηση επιτυγχάνεται με το αυτεξούσιο, ενώ η ελευθερία αποτελεί συστατικό τόσο για την επιτυχία του στόχου του, όσο και την αποτυχία. Για τον Τερτυλλιανό, ενώ το «κατ᾿ εἰκόνα» δεν μπορεί ποτέ να καταστραφεί, το «καθ᾿ὁμοίωσιν» μπορεί να χαθεί λόγω της αμαρτίας. Ο Ιερός Αυγουστίνος δεν δέχτηκε αυτή τη διάκριση, αλλά παρουσίασε το Imago Dei με έναν πιο προσωπικό χαρακτήρα, ψυχολογικό και υπαρξιακό τρόπο. Για αυτόν, η εικόνα του Θεού στον άνθρωπο έχει μια τριαδική δομή που είναι είτε η τριμερής δομή της ανθρώπινης ψυχής (μυαλό, αυτοσυνείδηση​​και αγάπη) είτε αντανακλά τις τρεις πτυχές της ψυχής (μνήμη, διορατικότητα και θέληση).Σύμφωνα με τον Ιερό Αυγουστίνο, η εικόνα του Θεού στον άνθρωπο τον ευθυγραμμίζει με τον Θεό στην επίκληση, τη γνώση και την αγάπη.Στον σχολαστικισμό η εικόνα του Θεού στον άνθρωπο χρησιμοποιείται ως μεταφορά για να εκφράσει την ιδέα ότι μόνο ο άνθρωπος, ανάμεσα στα πλάσματα του Θεού, μοιράζεται μαζί του την ικανότητα να σκέφτεται. Η ανθρώπινη ψυχή ορίζεται ως το Imago Dei, με άλλα λόγια ως εικόνα του Θεού που έχει δημιουργηθεί «καθ᾿ὁμοίωσιν», αν και ατελής, του Θεού. Ωστόσο, η ψυχή επωφελείται από την ικανότητα της να κινηθεί προς το «καθ᾿ὁμοίωσιν», υιοθετώντας μια δίκαιη στάση. Κατά τον Ακινάτη το Imago Deiείναι η ικανότητα να σκέφτεσαι που είναι ισοδύναμη με την εικόνα του Θεού στον άνθρωπο. Βρίσκεται μέσα στην ανθρώπινη ψυχή και είναι, πιο συγκεκριμένα, το υπέρτατο μέρος της. Η ικανότητα σκέψης, δηλαδή η ανθρώπινη νοημοσύνη, είναι ταυτόχρονα το μέρος που μοιάζει περισσότερο με τον Θεό. Επειδή ο άνθρωπος είναι νοήμων και επειδή ο Θεός είναι νόημων, ο άνθρωπος γίνεται «κατ᾿ εἰκόνα» του Θεού. Για τον Ακινάτη, το Imago Dei είναι η βάση για τη συμμετοχή στη θεϊκή ζωή.Η εικόνα του Θεού πραγματοποιείται κυρίως σε μια πράξη διαίσθησης στο μυαλό. Για τον Μποναβεντούρα, η εικόνα είναι στο μέγιστο βαθμό πραγματοποιούμενη από τη θέληση στη θρησκευτική πράξη του ανθρώπου. Ο μυστικιστής θεολόγος Meister Eckhartμέσα από μια παρόμοια θρησκευτική-μυστικιστική προσέγγιση, αλλά με μεγαλύτερη τόλμη, τείνει να πνευματώσειτο Imago Deiεξακοντιζοντάς το στην άκρη της ψυχής και αποσπώντας το από το σώμα. Θα θέλαμε να σημειώσουμε κάποιες πτυχές από την διδασκαλία του Meister EckhartΤο ανώτατο σημείο της ψυχής ταυτίζεται συχνά με τη ’’νόηση’’ (intellectus), η οποία δεν είναι απλώς μία δύναμη ή ικανότητα της ψυχής, αλλά αποτελεί ένα θείο και αδημιούργητο στοιχείο που έχει δοθεί στον άνθρωπο και είναι απελευθερωμένο από τον χώρο και τον χρόνο. Στο ανώτερο σημείο της ψυχής (σε εκείνο το αδημιούργητο σημείο που ονομάζει ’’βάθος’’ και το οποίο υποστηρίζει ότι ταυτίζεται με το ’’βάθος της θεότητας’’), «εκεί το βάθος του θεού είναι το δικό μου βάθος και το δικό μου βάθος είναι το βάθος του θεού», εκεί ο θεός γεννά αιώνια τον μονογενή Υιό του, έτσι όπως τον γεννά και στον εαυτό του! «Ο θεός γεννάει τον Υιό του στην ψυχή με τον ίδιο τρόπο, όπως τον γεννάει και στην αιωνιότητα και όχι διαφορετικά». Αυτή η πράξη μοιάζει να αποτελεί μία υποχρεωτική ενέργεια για τον θεό, είναι στη φύση του να γεννάει τον Υιό του όταν βρίσκει μία καθαρή και κενή ψυχή.Ο Meister Eckhart οδηγεί τον συλλογισμό του ακόμη παραπέρα υποστηρίζοντας ότι, αφού δεν υφίσταται καμία ουσιαστική διάκριση μεταξύ του ανθρώπινου και του θείου βάθους, τότε κάθε πράξη συμβαίνει ταυτόχρονα και στους δύο, όπως η ηχώ που επιστρέφει στην πηγή της ή ως η αντανάκλαση μιας εικόνας που από τον καθρέφτη γυρίζει στο πρωτότυπο.Έτσι «Ο θεός γεννάει τον μονογενή Υιό του στο ανώτατο της ψυχής. Με την ίδια κίνηση με την οποία γεννάει μέσα μου τον μονογενή Υιό του, τον γεννάω κι εγώ πίσω στον Πατέρα». Ένας σχολαστικιστικός, συγκαλυμμένος πανθεϊσμός. Ο γερμανικός ιδεαλισμός τον τίμησε ιδιαιτέρως. (ΣτΜ: Οι παραπάνω αναφορές, σε θέσεις αγίων και θεολόγων, είναι παρμένες από την δυτική βιβλιογραφία. Δεν απηχούν ορθόδοξες θέσεις).
Μέχρι την αυγή του νεωτερισμού, η θεολογία του Imago Dei διατήρησε την κεντρική της θέση στη θεολογική ανθρωπολογία. Όμως η σύγχρονες απόψεις για την δημιουργία, και οι καθαρά επιστημονικές προσεγγίσεις του, αντικατέστησαν την κλασική αντίληψη περί ενός ανθρώπου που δημιουργήθηκε «κατ᾿ εἰκόνα», μεταφέροντας έτσι ένα μεγάλο μέρος του εννοιολογικού πλαισίου της δημόσιας συζήτησης και κριτικής στη θεολογία του Imago Dei. Το θέμα θεωρήθηκε διφορούμενο από τους εμπειριστές και λογικό από τους ορθολογιστές. Σημαντικότερος όμως μεταξύ των παραγόντων που υπονόμευσαν τη θεολογία του Imago Dei ήταν η αντίληψη του ανθρώπου ως αυτόνομου υποκειμένου, ανεξάρτητου και πέρα οποιασδήποτε σχέσης με τον Θεό.Με την εξέλιξη αυτή, η έννοια του Imago Deiδεν μπορούσε να διατηρηθεί. Είχε μείνει μόνο ένα μικρό βήμα πριν, η πορεία αυτών των ιδεών, ανατρέψει οριστικά την  βιβλική ανθρωπολογία. Ανατροπή,η οποία πήρε διαφορετικές μορφές στη σκέψη του LudwigFeuerbach, του KarlMarxτου SigmundFreud και άλλων. Εν τέλει δεν είναι ο άνθρωπος που εμφανίζεται με την εικόνα του Θεού, αλλά ο Θεός, που δεν είναι παρά μια εικόνα που προβάλλεται από τον άνθρωπο. Ο αθεϊσμός φάνηκε απαραίτητος για να μπορέσει ο άνθρωπος να περιφρουρήσει την αχαλίνωτη αυτονομία του. Έτσι η αληθινή αυτονομία νοείται ως ζώσα πραγματικότητα μόνο αν ορίζεται από τον άνθρωπο. Φυσικά δεν υπάρχει ίχνος προβληματισμού για την δουλεία του ανθρώπου στα πάθη και την θανατηφόρο αμαρτία. Είναι μια αυτονομία της δουλείας, της πλάνης και αντιστροφή της ελευθερίας κατά Θεόν. Ο ανθρώπινος λόγος, η διάνοια και η εξ αυτής ενέργεια της σκέψης είναι τα χαρακτηριστικά που μπορούν να στηρίξουν τον άνθρωπο. Υλοποιείται κατ΄αυτόν τον τρόπο το «ἐλάτρευσαντῇ κτίσει οἱ παράφρονες παρὰ τὸν Κτίσαντα».
Βλέπουμε ότι ο όρος έχει αυτονομηθεί πλήρως από το στενό παλαιοδιαθηκικό πλαίσιο ή και το αγιογραφικό εν γένει και κινείται στον χώρο της ανθρωπολογίας, των θρησκευτικών και κοινωνιολογικών ζυμώσεων. Η συνάφεια που εξασφάλιζε και την σωστή ερμηνεία του όρου δεν υπάρχει. Επίσης λόγος γίνεται για τοImago Dei και όχι την ομοίωση. Προφανώς, για τους δυτικούς, το ImagoDei εμπεριέχει την ομοίωση, όπως είχε συσταθεί και δοθεί από τον Κύριο πριν την πτώση. Έτσι καταργείται το σχέδιο της θείας Οικονομίας. Η αποκατάσταση του ImagoDei πληρεί τις προϋποθέσεις της σωτηρίας.Ο όρος είναι προβληματικός όταν διαβάζεται μέσα από βιολογικές, κοσμολογικές και τεχνολογικές προοπτικές. Αυτή η αυτονόμηση, από τα προαναφερόμενα πλαίσια, έχει να κάνει με το γεγονός ότι αμφισβητείται η ιδιαιτερότητα του ανθρώπου εντός της δημιουργίας. Έτσι το θεολογικό υπόβαθρο του Imago Dei θεωρήθηκε ως έκφραση ανθρώπινης αλαζονείας. Υπονομεύτηκε η ιδέα μίας διαρκούς ή μόνιμης σχέσης με το Θεό. Η θεολογία της εκκοσμίκευσης απέρριψε την έννοια ενός αντικειμενικού πλαισίου αναφοράς στον κόσμο που τοποθετεί τον άνθρωπο από την άποψη του Θεού. Ο «θεός χωρίς ποιότητες» —στην ουσία ένας απρόσωπος Θεός— τονοποίο ορισμένες μορφές αρνητικής θεολογίας υιοθέτησαν ως δικές τους, δεν θα μπορούσε να χρησιμεύσει ως πρότυπο για τον άνθρωπο που παράγεται ως εικόνα του Θεού.Το ερώτημα τίθεται ως ένσταση στην πρωτοκαθεδρία του ανθρώπου εντός της δημιουργίας. Γιατί τα ανθρώπινα όντα να είναι ξεχωριστά; Ποιος δήλωσε στην ανθρωπότητα ότι δημιουργήθηκε κατ’ εικόνα του Θεού; Ποιος Θεός το έλεγε αυτό;Δεν ήταν η Αγία Γραφή που γράφτηκε από ανθρώπους προκατειλημμένους και εγκλωβισμένους σε συγκεκριμένα πλαίσια με σκοπό να μεταφέρουν μηνύματα που σχετίζονταν με την κοσμοθεωρία, την κατάσταση και τη θεολογία τους;Το Imago Dei δεν είναι υπεύθυνο για τη διαμόρφωση όχι μόνο της σύγχρονης θεολογίας, αλλά και της κοσμοθεωρίας, της ηθικής, των οικονομικών επιστημών, της πολιτικής ή του συντηρητισμού; Η κριτική για το Imago Dei παραμένει διότι παρά την ιδιαίτερη θέση του ανθρώπου εντός της δημιουργίας, η ανθρωπότητα είναι ο μεγαλύτερος συντελεστής στις σημερινές αρνητικές προοπτικές για την κλιματική αλλαγή, την καταστροφή των φυσικών πόρων και την απειλή για την βιοποικιλότητα. Οι κοσμικοί και θεολογικοί επικριτές κατηγορούν από κοινού την θεολογία του Imago Dei για αδιαφορία του φυσικού περιβάλλοντος και της καλής διαβίωσης των ζώων. Πρόσφατα κυκλοφόρησε αφίσα στη Γερμανία, στην οποία αφίσα απεικονιζόταν ένα ψαρί να αναφωνεί: «meinfillegehörtzumir: το φιλέτό μου ανήκει σε μένα». Ενδιαφέρον έχει να δει κανείς την Οικουμενική Διακήρυξη των Δικαιωμάτων των Ζώων.
Σύμφωνα με τον Altmann:το Imago Dei χρησιμοποιείται για να υπερθεματίσει στην «…επιβεβαίωση της ανθρώπινης αξιοπρέπειας και της υπεροχής πάνω από την υπόλοιπη δημιουργία». Μια επίσης προβληματική θεματολογία για το Imago Dei προκύπτει από την κίνηση του μετανθρωπισμού ο οποίος επιθυμεί να μετασχηματίσει τον άνθρωπο με τη χρήση τεχνολογικών μέσων. Μέσω της φαρμακολογικής ενίσχυσης, της γενετικής χειραγώγησης, της νανοτεχνολογίας, των υπολογιστικώνσυστημάτων επιχειρείται η ανύψωση και η ενδυνάμωση της ανθρώπινης ικανότητας. Σοβαρά ζητήματα θέτει η υβριδοποίηση του ανθρώπου. Το cyborg επεκτείνει αλλά και θολώνει τα όρια αυτού που καλείται ανθρώπινο πρόσωπο. Σύμφωνα με τονElaineGraham, η υβριδικότητα όχι μόνο προβληματίζει την παραδοσιακή αντίληψη του ανθρώπου ως εικόνα του Θεού, αλλά και κάνει όρους όπως ’’φυσικό’’ προβληματικούς. Η BrendaBrasher πιστεύει ότι αυτή η αποκάλυψη του υβριδισμού της ανθρώπινης φύσης παρουσιάζει ανυπέρβλητα προβλήματα για τις θεολογικές μεταφορές. Ο Garner, ωστόσο, βλέπει μια πληθώρα μεταφορών μέσα στη χριστιανική παράδοση και γραφή που μιλούν ήδη γι’ αυτήν την πραγματικότητα. Λέει, ότι τρεις μεγάλες περιοχές υβριδισμού στον Χριστιανισμό είναι η εσχατολογία, η χριστολογία και η θεολογική ανθρωπολογία. Στην εσχατολογία οι χριστιανοί καλούνται να είναι και να μην είναι στον κόσμο. Στη Χριστολογία ο Ιησούς Χριστός είναι cyborg με την θεϊκή-ανθρώπινη φύση του. Τέλος, στη θεολογική ανθρωπολογία, ή υβριδική πλέον ανθρωπολογία, η υβριδικότητα της ανθρώπινης φύσης παρατηρείται στην έννοια καθεαυτή του Imago Dei του ίδιου του Κυρίου Ιησού. Οι άνθρωποι σχηματίζονται ’’από τη σκόνη’’ και σφραγίζονται με τη θεία εικόνα. Θα λέγαμε ότι από την παραπάνω εξέλιξη συμπεραίνουμε αβίαστα ότι οι θεολογικοί όροι αλλά και η θεολογία εν γένει στο δημόσιο διάλογο δεν είναι πλέον ανθρωπολογία αλλά βαίνει στην μετανθρωπολογία ή για να είμαστε πιο σύγχρονοι στην ορολογία μας σε cyborgλογία. Το ζήτημα της τεχνικής αυτοθέωσης που ανακύπτει με την τεχνολογική αύξηση, καθιστά σαφέστατα τον άνθρωπο σε πρώτη φάση υποκείμενο και αντικείμενο της εν λόγω cyborgλογίας, αλλά ως δείχνουν τα πράγματα θα καταστεί ομοίως το υποκείμενο της cyborgλογίας εκ μέρους των εξαυλωμένων με τεχνικά άλματα cyborgs.Ο συμφυρμός του υβριδισμού είναι γνωστός στους ορθοδόξους. Μας παραπέμπει στο θεόσταλτο κακό. Σύμφωνα με τον Άγιο Ιωάννη τον Δαμασκηνό «όχι με συμφυρμό ή σύγχυση ή ανάμειξη, —όπως  είπε «το θεόσταλτο κακό»— ο Διόσκορος, ο Ευτυχής και ο Σεβήρος και η ασεβής  συμμορία τους· ούτε υποστηρίζουμε ότι η ένωση ήταν προσωπική ή σχετική  ή ανάλογα με την αξία ή με ταύτιση της θελήσεως ή με ισοτιμία ή με ταύτιση του ονόματος ή με συγκατάβαση, όπως είπε ο εχθρός του Θεού Νεστόριος, ο Διόδωρος και ο Θεόδωρος Μοψουεστίας και η δαιμονική συντροφιά τους· αλλά ομολογούμε ότι ο Υιός του Θεού έγινε με σύνθεση, δηλαδή υποστατικά χωρίς μεταβολή και αλλοίωση, χωρίς διαίρεση και διάσπαση και με δύο φύσεις τέλειες που έχουν την ίδια υπόσταση, εννοώ της θείας και ανθρωπίνης φύσεώς του· ομολογούμε ότι οι δύο φύσεις διατηρούνται στο πρόσωπό του  μετά την ένωση, χωρίς να θεωρούμε ότι η καθεμία υπάρχει ξεχωριστά, αλλά είναι ενωμένες και οι δύο σε μία σύνθετη υπόσταση. Υποστηρίζουμε ότι η ένωση είναι ουσιαστική, δηλαδή αληθινή και όχι  φανταστική. Ουσιαστική, όχι με την έννοια ότι οι δύο φύσεις αποτέλεσαν  μία σύνθετη φύση, αλλά ενώθηκαν μεταξύ τους πραγματικά σε μία σύνθετη  υπόσταση του Υιού του Θεού».
Από την πλευρά των ορθοδόξων θεωρούμε ότι αυτό που μας αφορά είναι η  απόλυτη αυτονόμηση του όρου από τα αγιογραφικά δεδομένα αλλά και η απογύμνωση του από το θεολογικό του περιεχόμενο. Θα θέλαμε να δούμε και την πλευρά της ορθόδοξης θεολογίας. Μετά δε να προχωρήσουμε σε μικρή κριτική της θέσης του GeevargheseCoorilos.
Για τον Άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά «Το γαρ κατ’ εικόνα τούτο, ουχ η του σώματος έχει θέσις, αλλ’ η του νου πάντως φύσις, ου μηδέν κατά φύσιν κρείττον». Για τον άγιο Ειρηναίο τοκατ᾽ εἰκόνα εντοπίζεται στη λογική και νοερή φύση του ανθρώπου, αλλά αυτό δε σημαίνει ότι δεν αναφέρεται και στην όλη φύση του ανθρώπου. Για τον Άγιο Ιώάννη τον Δαμασκηνο «τὸ μὲνγὰρ’’κατ᾿ εἰκόνα’’ τὸ νοερὸνδηλοῖ καὶ αὐτεξούσιον, τὸ δὲ’’καθ᾿ὁμοίωσιν’’ τὴν τῆς ἀρετῆςκατὰ τὸ δυνατὸνὁμοίωσιν». Το «κατ’εικόνα», κατά τον Μέγα Αθανάσιο, «περιέχει τη δύναμη του Λόγουσε μικρό βαθμόκαι το καθ ́ομοίωσιν είναι η πληρότητα του κατ’ εικόνα, η θεογνωσία».
Στις ερωταποκρίσεις του Αγίου Μαξίμου του Ομολογητή διαβάζουμε.
ΕΡΩΤΗΣΙΣ: Τί ἐστι τὸ «ποιήσωμενἄνθρωπον. κατ᾽ εἰκόνα Θεοῦ καὶ ὁμοίωσιν», καὶ ὑποκαταβὰςλέγει «καὶ ἐποίησεν ὁ Θεὸς τὸν ἄνθρωπον, κατ᾽ εἰκόνα Θεοῦἐποίησεναὐτὸν» καὶ παρέλειπεν τὸ καθ᾽ὁμοίωσιν;
ΑΠΟΚΡΙΣΙΣ: Ἐπειδὴ ὁ πρῶτος τοῦ Θεοῦσκοπὸς ἦν τὸ ἄνθρωπον γενέσθαι «κατ᾽ εἰκόνα Θεοῦ καὶ ὁμοίωσιν», ἔστι δὲ τὸ «κατ᾽ εἰκόνα» ἡ ἀφθαρσία, ἡ ἀθανασία, τὸ ἀόρατον, ἅπερ εἰκονίζει τὸ θεῖον, ταῦτα δέδωκεν ἔχειν τῇ ψυχῇ, δεδωκὼς αὐτῇ μετὰ τούτων καὶ τὸ αὐτοδέσποτον καὶ αὐτεξούσιον, ἅπερπάντα τῆς οὐσίας τοῦ Θεοῦεἰσινεἰκονίσματα. Τὸ δὲ«καθ᾽ὁμοίωσίν»ἐστιν ἡ ἀπάθεια, τὸ πρᾶον, τὸ μακρόθυμον καὶ τὰ λοιπὰ τῆς ἀγαθότητος τοῦ Θεοῦ γνωρίσματα, ἅπερ πάντα ἐνεργείαςΘεοῦεἰσιν παραστατικά. Τὰοὖν τῆς οὐσίαςαὐτοῦ, ἅπερ τὸ κατ᾽ εἰκόνα δηλοῦσιν, δέδωκεφυσικῶςτῇψυχῇ· ἃδὲ τῆς ἐνεργείαςεἰσὶν τοῦ Θεοῦ, τὸ «καθ᾽ὁμοίωσιν» χαρακτηρίζοντα,ταῦτατῇἡμετέρᾳαὐτεξουσίῳἀφῆκεγνώμῃ, ἀναμένων τοῦ ἀνθρώπου τὸ τέλος, εἴ πως ἑαυτὸνδιὰ τῆς μιμήσεως τῶν θεοπρεπῶν τῆς ἀρετῆςγνωρισμάτωντῷΘεῷὅμοιονκαταστήσῃ· διὰτοῦτοοὖνπαρέλειπεν ἡ θείαΓραφὴἐντοῖςμετὰταῦταλεχθεῖσιν τὸ «καθ᾽ὁμοίωσιν».
Κατά τους πατέρες ο άνθρωπος δεν είναι εικόνα του Πατρός. Εικόνα του Θεού Πατρός είναι μόνον ο Θεός Λόγος. Ο Θεός Λόγος είναι η φυσική εικόνα του Θεού Πατρός. Γι' αυτό, επειδή ο Θεός Λόγος είναι η εικόνα του Θεού Πατρός, ο ενανθρωπήσας Χριστός είναι η εικόνα του Θεού Πατρός ως Θεός Λόγος. Κυριολεκτικά ο άνθρωπος είναι κατ’ εικόνα Θεού πλασμένος και όχι εικόνα του Θεού. Η φυσική εικόνα, φανερώνει την ενότητα της ουσίας με εκείνη του πρωτοτύπού της, αυτό δηλώνει ότι το πρωτότυπο βρίσκεται πραγματικά στην εικόνα του. Ο Χριστός ως σαρκωμένος Υιός και Λόγος του Πατρός, είναι φυσική απαράλλακτη εικόνα του Πατρός ως προς την θεότητα του. Κατά την ανθρωπότητα του όμως είναι φυσική εικόνα της Θεοτόκου. Αυτό σημαίνει ότι ο Κύριος, ως προς την θεία φύση του, ταυτίζεται ως εικόνα προς το πρωτότυπο του, δηλαδή τον Πατέρα· διαφέρει ως προς την υπόσταση. Έτσι και με την Θεοτόκο ο Κύριος διαφέρει υποστατικώς. Ως προς την ανθρώπινη φύση του ταυτίζεται με την Θεοτόκο. Είναι της αυτής φύσης δηλαδή. Κατά τον Άγιο Ιωάννη τον Δαμασκηνό «Μετά τη συγκατάθεση της αγίας Παρθένου, Πνεύμα άγιο ήλθε σ’ αυτήν, σύμφωνα με την υπόσχεση του Κυρίου που μετέφερε ο άγγελος· την καθάρισε και την ενίσχυσε με δύναμη ώστε να δεχθεί και να γεννήσει το Θεό Λόγο. Τότε έπεσε πάνω της σαν σκιά η ενυπόστατη σοφία και η δύναμη του  Ύψιστου Θεού, ο Υιός του Θεού, που είναι ομοούσιος με τον Πατέρα· έπεσε σαν θείος σπόρος, και δημιούργησε για τον εαυτό του από το αγνό και καθαρό σώμα της σάρκα με ψυχή λογική και νοερή· πήρε ό,τι πιο εκλεκτό από τη δική μας ανθρώπινη φύτρα, όχι με σπέρμα αλλά με δημιουργία από την επενέργεια του Αγίου Πνεύματος· δεν σχημάτισε το σώμα λίγο λίγο με τμηματικές προσθήκες, αλλά ολοκληρωμένο με τη μία, επειδή ο ίδιος ο Θεός Λόγος αποτελεί  την υπόσταση και της σάρκας. Ο Θεός Λόγος, δηλαδή, δεν ενώθηκε με μία  σάρκα η οποία έγινε πρώτα ξεχωριστή υπόσταση, αλλά, αφού ενοίκησε στη  γαστέρα της αγίας Παρθένου, με απερίγραπτο τρόπο σχημάτισε μέσα στη δική του υπόσταση, από το αγνό σώμα της Παρθένου, σώμα με ψυχή λογική και νοερή. Έτσι, ο ίδιος ο Λόγος παίρνοντας ό,τι πιο εκλεκτό από το δικό μας ανθρώπινο φύραμα, έγινε υπόσταση με σάρκα.Επομένως, είναι ταυτόχρονα και ανθρώπινη σάρκα και σάρκα του Θεού  Λόγου· συγχρόνως και ανθρώπινη έμψυχη λογική και νοερή σάρκα και σάρκα έμψυχη λογική και νοερή του Θεού Λόγου. Γι’ αυτό και δεν λέμε ότι ο άνθρωπος έγινε Θεός, αλλά ότι ο Θεός έγινε  άνθρωπος· όντας στη φύση του τέλειος Θεός, έγινε ο ίδιος τέλειος άνθρωπος στη φύση, χωρίς ν’ αλλάξει στη φύση του, και χωρίς να μείνει ως φαντασία το  σχέδιο της θείας οικονομίας. Αλλά ενώθηκε υποστατικά χωρίς σύγχυση, χωρίς μεταβολή και χωρίς διαίρεση, με τη σάρκα που πήρε από την αγία Παρθένο και η οποία έχει λογική και νοερή ψυχή· δεν μετάβαλε τη φύση της θεότητός του σε φύση της σαρκός του».
Η ορθόδοξη θεολογική παράδοση αναφέρει δυο φυσικές εικόνες στην Αγία Τριάδα. Τον Υιό ως εικόνα του Πατρός και το Άγιο Πνεύμα ως εικόνα του Λόγου. Ο Υιός φανερώνει στον άνθρωπο το πρωτότυπο που εικονίζει, χωρίς βέβαια να αποκαλύπτεται η ουσία του πρωτοτύπου. Μιλούμε για «ἐνεἰκόνι» γνώση του πρωτοτύπου. Το Άγιο Πνεύμα ως φυσική εικόνα του Υιού αποκαλύπτει στους ανθρώπους τον Υιό. Έτσι«ο Χριστός εστίν εικών του Θεού του αοράτου»( Κολ. 1,15). Ο Κύριος, λοιπόν, είναι και η εικόνα του Πατρός. Εικόνα του Κυρίου είναι το Άγιο Πνεύμα και αυτού του Αγίου Πνεύματος εικόνα χαρισματική εξαιρέτως η Κυρία Θεοτόκος και οι άγιοι και ως εκ τούτου το ανακαινισθέν «καθ’ ὁμοίωσιν», αναφέρεται μόνο σε αυτούς. «Εἰκὼν τοῦ Πατρὸς ὁ Υἱός, καὶ Υἱοῦ τὸ Πνεῦμα, δι᾿οὗ ὁ Χριστὸςἐνοικῶνἀνθρώπῳδίδωσιναὐτῷ τὸ κατ᾿ εἰκόνα». Δηλαδή ο άνθρωπος αποκτά το «κατ’ εικόνα» όταν ο Κύριος δι’ Αγίου Πνεύματος ενοικεί στον άνθρωπο. Ως εκ τούτου ο ενανθρωπήσας Κύριος ήταν αυτός που είχε αρχικά τέλειο το «κατ᾽ εἰκόνα» και το «καθ᾽ὁμοίωσιν». Θα το ξαναδούμε πιο κάτω. Αυτοί, λοιπόν, τηρούν τις εντολές και μετέχουν του πρωτοτύπου εν ΑγίωΠνευματι. 
Υπάρχει λοιπόν μία δυναμική πορεία τελείωσης στον άνθρωπο. Ο άνθρωπος συνεργεί ελεύθερα μετά του Θεού. Ο χώρος του ανακαινισθέντος «καθ᾽ὁμοίωσίν» είναι ενεργητικός. Είναι και χώρος και πορεία μεθέξεως. Είναι τόπος της τήρησης των εντολών. Έτσι κατά τον Άγιο Μάξιμο τον Ομολογητή «Τέσσαρα τῶν θείωνἰδιωμάτωνσυνεκτικὰ καὶ φρουρητικὰ καὶ διασωστικὰ τῶν ὄντωνδι᾽ἄκρανἀγαθότηταἐκοινοποίησεν ὁ Θεός, παραγαγὼνεἰς τὸ εἶναι τὴν λογικὴν καὶ νοερὰνοὐσίαν· τὸ ὄν, τὸ ἀεὶὄν, τὴν ἀγαθότητα καὶ τὴν σοφίαν. Τούτωντὰμὲνδύοτῇοὐσίᾳπαρέσχε· τὰδὲδύοτῇγνωμικῇἐπιτηδειότητι· καὶ τῇμὲνοὐσίᾳ τὸ ὂν καὶ τὸ ἀεὶὄν· τῇδὲγνωμικῇἐπιτηδειότητι τὴν ἀγαθότητα καὶ τὴν σοφίαν, ἵναἅπερἐστὶναὐτὸςκατ᾽οὐσίαν, γίνηται ἡ κτίσιςκατὰμετουσίαν. Διὰταύτηνκατ᾽ εἰκόνα καὶ ὁμοίωσινΘεοῦλέγεταιγεγενῆσθαι· καὶ κατ᾽ εἰκόνα μέν, ὡςὄν, ὄντος· καὶ ὡςἀεὶὄν, ἀεὶὄντος· εἰ καὶ μὴἀνάρχως, ἀλλ᾽ἀτελευτήτως· καθ᾽ὁμοίωσινδέ, ὡςἀγαθός, ἀγαθοῦ· καὶ ὡςσοφός, σοφοῦ· τοῦ κατὰφύσιν, ὁ κατὰχάριν. Καὶ κατ᾽ εἰκόνα μὲνπᾶσαφύσιςλογική ἐστι τοῦ Θεοῦ· καθ᾽ὁμοίωσινδέ, μόνοιοἱἀγαθοὶ καὶ σοφοί».
Ο άνθρωποςέπρεπε να κινηθεί προς ομοίωση εν τούτοις από κακή χρήση του κατ’ εικόνα διεκόπη αυτή η δυνατότητα. Για τον Άγιο Ιωάννη τον Δαμασκηνό «Ο Θεός, λοιπόν, έπλασε τον άνθρωπο άκακο, απλό, ενάρετο, χαρούμενο, αμέριμνο, στολισμένο με κάθε αρετή, προικισμένα με όλα τα αγαθά, σαν κάποιον δεύτερο κόσμο, μικρό κόσμο μέσα σε μεγάλο, άλλο άγγελο,σύνθετο προσκυνητή, επόπτη της ορατής δημιουργίας, γνώστη των  μυστηρίων της αόρατης, επίγειο βασιλιά που τον κυβερνά από ψηλά,ταυτόχρονα επίγειο και ουράνιο, πρόσκαιρο και αθάνατο, ορατό και νοητό, ενδιάμεσο μεταξύ μεγαλείου και μικρότητας, τον ίδιο και πνεύμα και σάρκα». Ο άνθρωπος ήταν δεκτικός της ζωής και του θανάτου. Ο άνθρωπος ήταν με φύση αναμάρτητη και θέληση αυτεξούσια. Η φύση του επιδεχόταν την αμαρτία, αλλά δεν είχε την τάση. Υπήρχε στην προαίρεση. Η ψυχή του ήταν εθελότρεπτη. Μπορούσε να προκόψει ή να αμαρτήσει.  Είχε θεωρητική γνώση του καλού και του κακού. Με την κακή χρήση του κατ’ εικόνα απέκτησε και εμπειρική γνώση. Αυτό όμως δεν τον οδήγησε στην αυτογνωσία. Αυτό το θεμελιώνει η υπακοή και όχι η ανυπακοή. Η αυτογνωσία που απέκτησε είναι η αυτογνωσία των ατελών. Είναι η γνώση που οδηγεί στην σύγχυση διότι δεν προέρχεται μέσα από την άσκηση και την θεωρία που παγιώνει την έφεση της ψυχής στο αγαθό. Η επιπολαιότητα στην πνευματική αύξηση αμαύρωσε το κατ΄εικόνα και κατήργησε το καθ΄ομοίωσιν. 
Ο αυτεξούσιος άνθρωπος, λοιπόν, δεν είχε τέλεια αυτογνωσία και άρα δεν είχε την εμπειρική γνώση του καλού και του κακού. Κατά τον Άγιο Ιωάννη τον Δαμασκηνό «δεν ήταν ωφέλιμο να γίνει αθάνατος χωρίς πειρασμούς και δοκιμασία,  για να μην υπερηφανευθεί και πέσει σε πτώση ανάλογη με του Διαβόλου. Εκείνος δηλαδή, επειδή ήταν άφθαρτος, μετά τη θεληματική πτώση του, απόκτησε την αμετανόητη και μόνιμη παγίωσή του στο κακό· όπως, επίσης, από την άλλη πλευρά οι άγγελοι, μετά την εκούσια επιλογή της αρετής από μέρους τους, απόκτησαν με τη χάρη την αμετακίνητη διαμονή τους στο καλό. Έπρεπε, λοιπόν, αφού πρώτα δοκιμασθεί ο άνθρωπος —διότιάνθρωπος χωρίς πειρασμό και δοκιμασία δεν έχει καμιά αξία— καιαφού φθάσει στην τελειότητα με την εμπειρία της τηρήσεως της εντολής, ν’ αποκομίσει μ’ αυτό τον τρόπο την αρετή ως βραβείο». Ο άνθρωπος παρασυρμένος από τον δημιουργό της αμαρτίας διάβολο αμάρτησε αυθόρμητα και «με ενθουσιασμό» κατά τον Άγιο Ιγνάντιο Μπριατσανίνωφ. Στην παράδοσή μας ο διάβολος δεν ενεργεί ως τιμωρός του ανθρώπου, περισσότερο βλέπει τον άνθρωπο ως θύμα του διαβόλου. «Ο άνθρωπος θα μπορούσε να πέσει και από μόνος του, όπως ο διάβολος» κατά τον Άγιο Ιωάννη τον Δαμασκηνό, αλλά «το γεγονός ότι έπεσε μετά από την παγίδευση του διαβόλου αυτό μας δίνει και την δυνατότητα της μετανοίας». Η κατάσταση της δουλείας που έλαβε χώρα μετά την πτώση περιγράφεται από τον Απόστολο Παύλο «Κυριευμένος και σκοτισμένος από το πάθος δεν γνωρίζω καλά αυτό το κακόν που πράττω. Διότι δεν πράττω αυτό το οποίον εσωτερικώς θέλω, αλλά κάμνω εκείνο το οποίον μισώ. Εάν δε, παρασυρόμενος από την εσωτερικήν μου αμαρτωλότητα και τους εξωτερικούς πειρασμούς, πράττω αυτό που δεν θέλω, τότε με την θέλησίν μου και αντίθετα προς τα έργα μου συμφωνώ με τον Νόμον και ομολογώ ότι είναι καλός. Τώρα δε δεν πράττω εγώ το κακόν, αλλά η αμαρτία, η οποία κατοικεί μέσα μου και με εξουσιάζει. Διότι γνωρίζω καλά ότι δεν κατοικεί μέσα μου, δηλαδή εις την διεφθαρμένηνανθρωπίνηνφύσιν, το αγαθόν· αυτό δε φαίνεται καθαρά και εκ του γεγονότος, ότι το να θέλω μεν το καλόν είναι τούτο κοντά μου, το να πραγματοποιώ όμως το καλόν δεν το ευρίσκω κοντά μου και εύκολον. Διότι δεν πράττω το αγαθόν, το οποίον εσωτερικώς με όλην μου την θέλησιν επιθυμώ, αλλά το κακόν, που δεν θέλω, αυτό πράττω. Εάν δε εγώ πράττω το κακόν, που εις την πραγματικότητα δεν το θέλω, αυτό σημαίνει ότι δεν το πραγματοποιώ πλέον εγώ, αλλ' η αμαρτία, που κατοικεί μέσα μου και η οποία με έχει κάμει δούλον της. Άρα ευρίσκω τον Νόμον του Θεού βοηθόν και σύμφωνον με την θέλησίν μου, η οποία και θέλει να πράττω το καλόν. Δεν ημπορώ όμως να τηρήσω αυτόν, διότι υπάρχει κοντά μου και έντος μου το κακόν, η δύναμις της αμαρτίας. Διότι ευχαριστούμαι και ευφραίνομαι στον νόμον του Θεού με όλην μου την ψυχήν, την καρδίαν και τον νουν. Βλέπω όμως να κυριαρχή εις τα μέλη μου άλλος νόμος, η δύναμις της αμαρτίας, που αντιστρατεύεται και μάχεται όσα ο νους μου και η συνείδησις μου υποδεικνύουν ως ορθά, και με υποδουλώνει στον νόμον της αμαρτίας, ο οποίος κυριαρχεί εις την αμαρτωλήνανθρωπίνην μου φύσιν. Δυστυχισμένος και ταλαιπωρημένος εγώ άνθρωπος! Ποιός θα με ελευθερώση και θα με γλυτώση από το σώμα τούτο, μέσα στο οποίον κυριαρχεί η αμαρτία και δια της αμαρτίας ο θάνατος;» (Ρωμ. 7,15-24). Ο άνθρωπος ως μη αγαθός, διότι αγαθός είναι μόνο ο Θεός, νόμισε ότι είναι αγαθός χωρίς την αναφορά του στον Θεό.  Ήταν μια ελλιπής αυτογνωσία.  
 Η ελλιπής αυτογνωσία τον οδήγησε σε παραθεώρηση των δυνατοτήτων του. Νόμιζε ότι είναι τέλειος και άρα σε θέση να γνωρίζει περί καλού και κακού. Όμως αυτό που για τους τέλειους είναι γεγονός χαρισματικό και ευεργετικό, η γνώση του καλού και του κακού δηλαδή, για τους ατελείς είναι η οδός του θανάτου. Αυτό διότι οι ατελείς μόνο προσδοκώντας από τον Θεό μπορούν να αυξηθούν στην τελειότητα και όχι όταν αυτενεργούν. Η αυτενέργεια δεν είναι συνέργεια. Συνεπάγει δε την αποστασία και εξουδένωση του Κυρίου. Η παραγνώριση της εντολής συμβαδίζει με την οίηση και την αυτοθέωση. Η εφαρμογή της εντολής συμβαδίζει με την τελείωση και την πορεία προς αυτήν (την τελείωση). Η πτώση και η αμαύρωση του κατ’ εικόνα οδήγησε  στην διάσπαση της ενότητας της ανθρώπινης φύσης. Καταστράφηκε το αυτεξούσιο και η ελευθερία.  Διασπάστηκε δε και η σχέση του ανθρώπου με την κτίση. Εδώ φαίνονται και τα προβλήματα της αυτονόμησης του ImagoDei. Ακριβώς επειδή δεν υφίσταται το ImagoDei, πολύ περισσότερο το ανακαινισθέν, είναι προβληματική η συνύπαρξη του ανθρώπου με την κτίση και όχι η λόγω της ύπαρξης του (βέβαια οι δυτικοί έχουν ανάγει το ImagoDei στο κατ’ εξοχήν «κοινό όμοιο» των ανθρώπων, αυτονομημένο και απογυμνωμένο όπως είπαμε). Η κακή χρήση του «κατ’ εικόνα» είναι η αιτία της πτώσεώς μας, διότι μας έδωσε την ψευδαίσθηση ότι θα ομοιάσουμε στον Θεό με την γνώση: «και είπεν ο όφις τη γυναικί· ου θανάτωαποθανείσθε· ήδει γαρ ο Θεός, ότι ή αν ημέρα φάγητε απ’ αυτού, διανοιχθήσονται υμών οι οφθαλμοί και έσεσθε ως θεοί, γινώσκοντες καλόν και πονηρόν». 
Με τον πνευματικό θάνατο νεκρώθηκε το «κατ’ εικό­να», δηλαδή νεκρώθηκαν, το νοερό και το αυτεξούσιο. Οι νοερές λειτουρ­γίες της ψυχής και η ικανότητα της άσκησης της ελευθερίας του Αδάμ. Κατά τον άγιο Γρηγόριο Νύσσης, ο πνευματικός θάνατος είναι η ακινησία της νοεράς ουσίας προς το αγαθό, επειδή η ακινησία αυτή σημαίνει «ζωής αναχώρησιν». Σωματικά ο Αδάμ συνέχισε να ζει και μετά την παρά­βαση της εντολής του Θεού. Συνέχισε να υπάρχει και να κινείται και να εργάζεται, αλλά δεν είχε μέσα του ζωή. Ήταν παγιδευμένος στον πνευματικό θάνατο τον οποίο μετέδωσε, ως γενάρχης, σε όλους τους ανθρώπους. Να σημειώσουμε, ότι δεν κληρονομείται η ενοχή παρά μόνοη κατάσταση του θανάτου. Συνέπεια της αμαρτίας είναι ο πνευματικός θάνατος. Ο Μέγας Αθανάσιος θεωρείτονθάνατο ως «συμβεβηκός».
«Και εποίησε Κύριος ο Θεός τω Αδάμ και τη γυναικί αυτού χιτώνας δερμάτινους και ενέδυσεναυτούς». Συνέπεια του πνευματικού θανάτου είναι ο βιολογικός θάνατος ο οποίος αποτελεί έκτοτε παραφύση φύση του ανθρώπου. Αυτό δεικνύουν οι δερμάτινοι χιτώνες που ενδύεται ο άνθρωπος. Ο άνθρωπος ενδύεται το χρόνο και την ιστορία.Πρόκειται για τον βιολογικό θάνατο του ανθρώπου τον οποίο, η φιλανθρωπία του Κυρίου, όρισε για τους ανθρώπους ώστε να μην διαιωνίζεται το κακό. Αυτό δεν σημαίνει ότι το κακό έχει υπόσταση. Το κακό δεν έχει υπόσταση. Είναι παρυπόστατο. Παρασιτεί δηλαδή. Αν είχε υπόσταση δεν θα μπορούσε να μειωθεί ή να καταργηθεί και άρα να απαλλαχθεί ο άνθρωπος από αυτό. Άρα ο κύριος από αγάπη ενδύει με δερμάτινους χιτώνες τον άνθρωπο. Ο Άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής χαρακτηρίζει τον θάνατο ως «Τόγάρπέρας τῆς παρούσηςταύτηςζωῆςοὐδέθάνατονοἶμαιδίκαιονὀνομάζειν, ἀλλάθανάτουἀπαλλαγήν, καί φθορᾶςχωρισμόν, καί δουλείαςἐλευθερίαν…» και αλλού σημειώνει ότι ο θάνατοςόμως επετράπη από το Θεό «ίνα μηαθάνατονγένηται το κακόν».Ο θάνατος θεωρείται το μέγιστο κακό, εν τούτοις ήταν και είναι κατ’ εξοχήν ευεργετικός για την ανθρωπότητα. Κι αυτό διότι με τον βιολογικό θάνατο, δεν προλαμβάνεται απλώς η αμαρτία και η εξάπλωση του κακού, αλλά ως «θανάτουἀπαλλαγήν» ο θάνατος κατέστη η μόνη λύση για τη σωτηρία της ψυχής. Ο Λόγος σαρκώθηκε για να έχει την εμπειρία του βιολογικού θανάτου ως έχει. Κατά τον Μέγα Αθανάσιο,μέσω του σώματος δέχτηκε το θάνατο και μέσω του θανάτου την Ανάσταση. Στο σχέδιο της θείας οικονομίας αποδεικνύεται ότι ο βιολογικός θάνατος ήταν το ανίκητο όπλο του Κυρίου. Με τον βιολογικό θάνατο Του νίκησε τον πνευματικό θάνατο του ανθρώπου. Το όπλο του διαβόλου εναντίον του ανθρώπου έγινε το όπλο του Κυρίου εναντίον του διαβόλου.
Στην ορθόδοξη παράδοση το κατ’ εικόνα είναι ανακαινισμένο, δεν είναι το παλαιό που μας οδήγησε στην πτώση. Το ανακαινισθέν ’’κατ’ εικόνα’’ είναι η ίδια η εικόνα του Κυρίου, στην όποια πλέον χαρισματικώς και με την αντίδοση των ιδιωμάτων συμμετέχουμε με την ενανθρώπηση. Η πηγή της ανακαίνισης του ανθρώπου είναι η ενανθρώπηση. Η Θεοτόκος είναι η μήτρα της ανακαίνισης. Το βάπτισμα στον θάνατο του Κυρίου πληρώνει το Νόμο και οδηγεί πλέον τον άνθρωπο πέραν και υπεράνω του Νόμου, στην ζωή της χάριτος. Η χάρις είναι η τροφός της ανακαίνισης. Το ανακαινισθέν ’’κατ΄εικόνα’’ σε σχέση με το παλαιό, είναι ότι είναι η χάρις απέναντι στον Νόμο. Το ανακαινισθέν ’’κατ΄εικόνα’’ δεν είναι επιστροφή στο παλαιό ’’κατ΄εικόνα’’. Εκείνο το παλαιό ’’κατ΄εικόνα’’, για τον πιστό και βαπτισμένο νου, παρήλθε ανεπιστρεπτί.
Οι άκτιστες ενέργειες εμφαίνονται στην χαρισματική ένωση. Ο Άγιος Γρηγόριος Παλαμάς εξήρε τις άκτιστες ενέργειες διότι εκεί εντοπιζόταν το πρόβλημα με τους δυτικοθρεμμένους. Αυτή την έξαρση των ενεργειών εις βάρος της ενανθρώπησης η παράδοσή μας δεν την προκρίνει. Ουσιώνει πλέον ο ενανθρωπήσας Κύριος διά των ενεργειών του και με την αντίδοση των ιδιωμάτων εν τη υποστάση Του. Η δε ομοίωση, στην οποία είχε κληθεί και καλείται ο άνθρωπος, είναι επίσης χαρισματική σε πλείονα βαθμό, πλέον μιας και η ανθρώπινη φύση έχει καθίσει στα δεξιά του Πατρός ήτοι συμμετέχει στην δόξα της Αγίας Τριάδος ’’φυσικά’’ με χαρισματικό τρόπο. Κατά τον Άγιο Νικόλαο τον Καβάσιλα «Διὰ τὸν καινὸνἄνθρωπονἀνθρώπουφύσιςσυνέστη τὸ ἐξἀρχῆς. Καὶ νοῦς καὶ ἐπιθυμίαπρὸςἐκεῖνονκατεσκευάσθη· καὶ λογισμὸνἐλάβομεν, ἵνα τὸν Χριστὸνγινώσκωμεν· ἐπιθυμίαν, ἵναπρὸςἐκεῖνοντρέχωμεν· μνήμηνἔσχομεν, ἵν᾿ἐκεῖνονφέρωμεν· ἐπεὶ καὶ δημιουργημένοιςαὐτὸςἀρχέτυπονἦν. Οὐγὰρ ὁ παλαιὸς τοῦ καινοῦ, ἀλλ᾿ ὁ νέος᾿Αδὰμ τοῦ παλαιοῦπαράδειγμα». Το αρχέτυπο του ανθρώπου είναι ο ενανθρωπίσας Κύριος. Ο άνθρωπος μέσα στο Χριστόυψώνεταιαπό το κατ᾿ εικόνα σε εικόνα, το κτίσμα υιοθετείται και γίνεται κατάχάρητέκνο.
Ο ανακαινισμός συνίσταται στο γεγονός ότι η εικόνα του Πατρός και η εικόνα του άνθρωπου ενώνονται υποστατικά. Ασυγχύτως, αδιαιρέτως, ατρέπτως, αχωρίστως. Ομοίως και το καθ’ ομοίωση ανακαινίζεται και η τελείωση του ανθρώπου είναι περάν από την απάθεια, τοπράον, τομακρόθυμον και τα άλλα της αγαθότητας του Θεούγνωρίσματα, άλλα ενδύεται χαρισματικά ’’φυσική’’ υιότητα προς τον Πατερά και χαρισματικά ’’φυσική’’ αδερφοσύνη με τον Κύριο. Δηλαδή ενώ ο άνθρωπος καλούταν στον τόπο του Θεού δια της επενέργειας των άκτιστων ενεργειών, με την ενανθρώπηση του Κυρίου ο βαπτισμένος πλέον άνθρωπος δύναται να εξέλθει από τον τόπο του Κυρίου και να εισέλθει χάριτι Κυρίου εν ΑγίωΠνεύματι εντός της Τριαδικής δόξας χαρισματικά και δια της ενανθρώπησης. Είπαμε ότι ουσιώνει πλέον ο ενανθρωπήσας Κύριος διά των ενεργειών του και με την αντίδοση των ιδιωμάτων εν τη υποστάση Του.Δεν υφίσταται διαλεκτική κτιστού-ακτίστου μιας και όπως γνωρίζουμε είναι θεμελιώδης η διάκριση κτιστού ακτίστου στην θεολογία των ορθοδόξων. Όλα είναι δωρεές. Τον συνεργούντα βαπτισμένο άνθρωπο επισκιάζει η χάρις του Κυρίου και διά της δωρεάς αποκτά τα δώρα. Δεν ιδιοποιείται τα δώρα αλλά μετέχει αυτών. Ο άνθρωπος της χάριτος, ο πνευματικός άνθρωπος, ο αγιασμένος άνθρωπος είναι ο καινός άνθρωπος. Ο καινός άνθρωπος είναι ο άνθρωπος των εσχάτων. Για να το διατυπώσουμε διαφορετικά τα έσχατα αφορούν στον καινό άνθρωπο. Στον άγιο. Είναι η σφραγίδα των εσχάτων. Καθόσον υπάρχει η αγιότητα υπάρχουν τα έσχατα. Άμα τη εξαλείψη της αγιότητας θα παρέλθουν και τα έσχατα. Ο άνθρωπος ανακαινούμενος πληρώνεται και οδηγείται στην γνώση του Κτίστη. Τα έσχατα φανέρωσαν, φανερώνουν και θα φανερώνουν τους υιούς του Θεού.
Ο Άγιος Γρηγόριος Παλαμάςαπαγορεύει καθαρά οποιοδήποτε είδος αναλογίας ανάμεσα στο είναι Θεού και ανθρώπου, όπως και στην ενέργεια Θεού και ανθρώπου. Χαρακτηρίζει αντιθέτως ως ψυχή την θεία εικόνα μέσα στον άνθρωπο, ενώ την εν Χριστώ ανακαινισμένη ανθρώπινη φύση αποκαλεί πνεύμα. Το κατ’εικόνα δεν είναι τίποτα άλλο από την δυνατότητα της ανθρώπινης ψυχής να γίνει πνεύμα. Διότι άλλο πράμα είναι η αρχική πλάση του ανθρώπου και άλλο είναι η τελική χάρις της αναπλάσεως.Κατά τον Άγιο Ιωάννη τον Δαμασκηνό «ὁ ἐνμορφῇΘεοῦὑπάρχωνκλίναςοὐρανοὺς κατέρχεται, τουτέστιν, τὸ ἀταπείνωτοναὐτοῦὕψοςἀταπεινώτωςταπεινώσας συγκαταβαίνει τοῖςἑαυτοῦδούλοιςσυγκατάβασινἄφραστόν τε καὶ ἀκατάληπτοντοῦτογὰρδηλοῖ ἡ κατάβασις— καὶΘεὸςὢν τέλειος ἄνθρωπος τέλειος γίνεται καὶ ἐπιτελεῖται τὸ πάντων καινῶνκαινότατον, τὸ μόνον καινὸνὑπὸ  τὸν ἥλιον, δι᾿οὗ ἡ ἄπειρος τοῦ Θεοῦἐμφανίζεται δύναμις. Τί γὰρμεῖζον τοῦ γενέσθαι τὸν Θεὸν ἄνθρωπον;».
Μέσα από αυτήν την αναδρομή βλέπουμε ότι τοImagoDeiτου GeevargheseCoorilos, των παπικών που το ξαναβρήκαν —αμαυρωμένο ως έμεινε μετά την πτώση— εσχάτως στην Β’ Βατικάνεια, αλλά και των δυτικών χριστιανών εν γένει δεν έχει καμιά σχέση με την ορθόδοξη παράδοση. Είναι παντελώς ξένο. Η επίκληση του ως, ορθόδοξο μάλιστα, από έναν Συροϊακωβίτη (ΣτΜ: το ξανατονίζουμε. ΟGeevargheseCoorilos είναι Συροϊακωβίτης αιρετικός. Ανήκει σ’ εκείνη την ομάδα εκκλησιών που στο WCC χαρακτηρίζονται συλλήβδην ως Ανατολικές Ορθόδοξες εκκλησίες) αλλά και από βαπτισμένους ορθοδόξους, ως το «κοινό όμοιο» των χριστιανών ανατρέπει συλλήβδην όλη την θεία οικονομία και μας επιστρέφει στην εποχή του Νόμου και ακόμη χειρότερα θα λέγαμε. Διότι μια τέτοια ανύψωση και αποκατάσταση ενός τέτοιου ImagoDei αποτελεί ύβρη προς τον Κύριο και την Αγία Τριάδα.
Στην Δημιουργία ανήκει ’’το κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσιν’’. Είδαμε ότι ο όρος έχει αυτονομηθεί πλήρως από το στενό παλαιοδιαθηκικό πλαίσιο ή και το αγιογραφικό. Η συνάφεια που εξασφάλιζε και την σωστή ερμηνεία του όρου δεν υπάρχει. Είδαμε επίσης λόγος γίνεται για τοImago Dei και όχι την ομοίωση. Αναβαθμίζοντας τοImagoDei, καταργείται η ενανθρώπηση ή τουλάχιστον μπορούμε να την ερμηνεύσουμε σαν αποκατάσταση, όχι όμως σαν ανακαίνιση. Μια ερμηνεία που την χαρακτηρίζει ως ανακαίνιση προσκρούει σε όλα τα δικαιικά-δικανικά θεολογικά συστήματα που έχουν συστήσει, οι πάντα σχολαστικοί, παπικοί και προτεστάντες και άλλοι διάφοροι θρησκευτικοί οργανισμοί. Η ανακαίνιση είναι πέρα από την εξουσία τους. Βέβαια ο φορμαλισμός της διαχείρισης του Αγίου Πνεύματος ή και γενικότερα της διαχείρισης της απροσδιόριστης δυτικού τύπου χάριτος (ΣτΜ: αυτούσιος ενυπάρχει και στην Ορθόδοξη Εκκλησία πλέον), έχει δώσει πολλούς βαθμούς χειραγώγησης στους καταχραστές της κληρονομιάς του Κυρίου, η ανακαίνιση όμως τους ξεπερνάει διότι είναι ο Κύριος που προσλαμβάνει το πλάσμα Του και το θέτει εκεί όπου δεν δύναται ο νους να νοήσει. Ο άνθρωπος είναι ο πόνος του Κυρίου. Είναι δικός Του. Και είναι ο Κύριος που θα αναζητήσει τα δικαιώματά του επί του πλάσματος που σώζει δια του σταυρικού Του θανάτου. Μόνο όταν αυτονομηθεί από τον Κύριο ο άνθρωπος είναι χειραγωγήσιμος στα πνευματικά από τα διάφορα πνεύματα που αναφύονται ένθεν κακείθεν. Σε κάθε περίπτωση έχουμε μια μείωση του Κυρίου αν όχι εξαφάνιση Του και μαζί με τον Κύριο μειώνονται ή εξαφανίζονται και οι προϋποθέσεις Του. Μία απόπειρα εξοστρακισμού ήταν το ’’VicariusChristi’’και δεύτερη το Filioque. Ο συνδυασμός τους μαζί με την αυτονόμηση και εν τέλει την κατάταξη μεταξύ άλλων πνευμάτων του Αγίου Πνεύματος αφήνει τον άνθρωπο έρμαιο στα χέρια του διαβόλου.Η αποκατάσταση του ImagoDei,όπως ερμηνεύεται από τους μαυραγορίτες του, πληρεί τις προϋποθέσεις της σωτηρίας. Φυσικά δεν είναι σωτηρία αλλά ηθική εν μέρει δικαίωση ή καλύτερα ολοκληρωτική αυτοδικαίωση. 
Με ένα τέτοιο «κοινό όμοιο» (αναφερόμαστε στο ImagoDei) και αυτονομημένο από τον Κύριο Του η θεία οικονομία είναι υπόθεση και του Κυρίου, κατά τον Βασιλειάδη και την πλειάδα των αποδομητών στο WCC. Το «και» λειτουργεί προσθετικά. Δηλαδή αποδίδει την υπόθεση της σωτηρίας κάπου αλλού και  στον Κύριο. Συμμετέχει και ο Κύριος δηλαδή. Ο ισχυρισμός ότι είναι υπόθεση της Αγίας Τριάδος είναι παραπλανητικός διότι ποτέ δεν υπήρχε ζήτημα για το αν η Αγία Τριάδα οικονομεί τα της σωτηρίας του ανθρώπου. Οπωσδήποτε ο Κύριος είναι ένας εκ των τριών που μεριμνά αλλά το γεγονός ότι μεριμνά δημιουργεί το πρόβλημα. Διότι στην παράδοση μας, όπως προγράψαμε, «Ο άνθρωπος είναι ο πόνος του Κυρίου. Είναι δικός Του» και ως εκ τούτου ενεργεί και την οικονομία της Σωτηρίας. Είναι ο ’’μπροστάρης’’ ο Κύριος. Αυτό δεν συνιστά μείωση των άλλων δύο Υποστάσεων ή μείωση της προσφοράς και της συμμετοχής τους στην δωρεά. Η Αγία Τριάδα ενεργεί χωρίς ο άνθρωπος να είναι σε θέση να λάβει γνώση των ενεργειών και των κινήσεών της, αλλά έχει αποκαλύψει ότι ο ενεργών την οικονομία της Σωτηρίας του ανθρώπου είναι ο Κύριος. Περί αυτού ομιλεί η Αγία Γραφή. Αλλά όπως είπαμε η μέριμνα του Κυρίου δημιουργεί το πρόβλημα διότι ο Κύριος έχει θέσει όρια ανυπέρβλητα, δυσπρόσιτα, δυσθεώρητα και δυσθεώρατα για όσους δεν λαμβάνουν το Βαπτισμά Του και δεν επικαλούνται το όνομά Του. Δεν σημαίνει αυτό ότι ο Κύριος δεν προσβλέπει στο σύνολο της ανθρωπότητας, κάτι τέτοιο είναι βλάσφημο οπωσδήποτε να το υποθέσει κανείς (εξάλλου ο Κύριος προσέλαβε την ανθρώπινη φύση), αλλά ότι ο Κύριος θα κάνει όπως αυτός ξέρει καλύτερα από όλους. Επίγειους και ουράνιους (πέραν των άλλων δύο Υποστάσεων). Η μέριμνα που επιδεικνύει ο Κύριος εμποδίζει τον διάβολο και τα όργανά του να κατασπαράξουν το ποίμνιο. Ότι είναι λοιπόν οι άλλες αιρέσεις για το ποίμνιο είναι και η νέα αίρεση της οικονομίας του Αγίου Πνεύματος για το ποίμνιο. Διαβρωτικές πλάνες με σκοπό την απώλεια. Εδώ επικαλούνται οι υποστηρικτές της την υπέρμετρη ευαισθησία τους για τον άνθρωπο και με πρόσχημα την αγάπη προς τον συνάνθρωπο οικοδομούν το αιρετικό τους σύστημα που ως βασικά χαρακτηριστικά έχει τις εξής φάσεις: α) αρχικά την αναγωγή του Αγίου Πνεύματος, σε συνδιαχειριστή της οικονομίας της σωτηρίας. Εξελίσσει ταυτόχρονα και παράλληλα με τον Κύριο την οικονομία της Σωτηρίας, συμπληρώνοντας τον Κύριο όπου υπάρχει έλλειμμα. Πράγμα το οποίο σημαίνει ότι βρίσκεται σε διαλεκτική σχέση με τον Κύριο ως προς την εξέλιξη της σωτηρίας του ανθρώπου. β)έπειτα την ανάληψη της διαχείρισης της οικονομίας της Σωτηρίας του ανθρώπου από το Άγιο Πνεύμα. γ) τον υποβιβασμό του Αγίου Πνεύματος σε ένα εκ των πνευμάτων που λυμαίνονται το ποίμνιο. Όλα αυτά τα πνεύματα διασώζουν πρόσκαιρα τους εμπνευστές τους για να κατασπαραχθούν εν τέλει από αυτά τα ίδια.
Έναν τέτοιον αυτονομημένο όρο, το ImagoDei (χωρίς το «καθ’ ομοίωσιν») ως «κοινό όμοιο» όλης της ανθρωπότητας, επικαλείται ο GeevargheseCoorilos (μέσα στην απόλυτη σύγχυση του τον αποκαλεί και ορθόδοξο), ως βάση πάνω στην οποία μπορεί να οικοδομηθεί η καθολική πατρότητα και η καθολική αδελφό/φή-τητα. Αλλά είναι και μια βάση για ενίσχυση του διαλόγου των θρησκευτικών ομολογιών (χριστιανικών και μη). Αλλά γιατί το Imago Dei είναι ικανό να αποτελέσει την βάση για μια τέτοια αδελφότητα; Τι το ιδιαίτερο έχει που τον προκρίνει, μάλιστα έναντι της Υποστάσεως του Κυρίου.
Προφανώς ο GeevargheseCoorilos δεν επιθυμεί η βάση της καθολικής αδελφότητας της ανθρωπότητας να είναι η κατ’ εξοχή ενότητα: ο ενανθρωπήσας Κύριος. Και είναι φυσικό αυτό διότι η καθολική αδελφότητα που οραματίζεται ο GeevargheseCoorilos και όλοι οι κοινωνιολόγοι της θρησκείας, είναι μεσσιανική, εγκόσμια και ως εκ τούτου δεν είναι δυνατό ο φορέας μιας τέτοιας αδελφότητας να είναι ο ενανθρωπήσας Κύριος ο οποίος χαρίζει την Βασιλεία των Ουρανών. Όμως η αναβάθμιση της δημιουργίας, στην οποία ανήκει το κατ’ εικόνα, εις βάρος της οικονομίας, ματαιώνει την μετάνοια, την πύλη της Βασιλείας.
Εν προκειμένω έχουμε προσέγγισηαντίστοιχη με αυτή της αποφατικής θεολογίας από μέρος του GeevargheseCoorilos. Με τον αποφατισμό, όπως τον διατυπώνει ο GeevargheseCoorilos, διώχνουμε τις προϋποθέσεις, κάτι που συμβαίνει και με τον όρο Imago Dei.Αφαιρούμε πάλι τις προϋποθέσεις καταργώντας το βάπτισμα και όλη την οικονομία της σωτηρίας του Κυρίου. Αυτό καθιστά τον όρο εύπλαστο και προσαρμόσιμο σε πολλά δεδομένα. Ο μινιμαλισμός της διατύπωσης του όρου (είναι απλά η «εικόνα του Θεού») σε συνδυασμό με τον υπερβολικά δυσθεώρητο συμβολισμό αυτής της διατύπωσης παράγει τα επιθυμητά αποτελέσματα. Δελεάζει τον οποιοδήποτε άνθρωπο να είναι εικόνα του Θεού, απλά επειδή έτσι δημιουργήθηκε. Ο δε θεός είναι απροσδιόριστος και άρα δεν είναι απαιτητικός. Μπορεί δε να είναι ο οποιοσδήποτε θεός ή και πνεύμα. Μπορεί να είναι και η δοξασία του κάθε ανθρώπου. Αυτομάτως και επειδή, στον δυτικό χριστιανικό κόσμο, έχουμε τον περιορισμό του άξονα της θείας οικονομίας απόδημιουργία-καθ᾿υπόσταση ένωση σε αμαρτία-λύτρωση, καθίσταται εφικτή η σωτηρία με απλή νομικού και ηθικού χαρακτήρα πίστη. Η σχετικοποίηση, λόγω της έλλειψης του Κυρίου «καθώς εστί», που προκύπτει από την παραπάνω μετάπτωση του άξονα δεν απαιτεί την μετάνοια. Απλά το γεγονός ότι ο Κύριος αναστήθηκε, είναι ένα θετικό γεγονός που προσκυρώνεται στον κάθε άνθρωπο περίπου. Για τους φέροντες το όνομα χριστιανός μέσα από την αποκατάσταση του τρωθέντος κατ΄εικόνα επιστρέφουμε στα ήρεμα νερά του κήπου της Εδέμ, μακρυά από την περιπέτεια της ανακαίνισης και του «κατὰΧριστὸνὑποστῆναι», για δε τους αλλόδοξους, τους προσφέρεται μια εικόνα η οποία τους φέρνει κοντά στα θρησκευτικά τους οράματα χωρίς πολλές προϋποθέσεις και θυσίες από μέρους τους. Είναι μια εικόνα που την έχουν ούτως ή άλλως. Λαμβάνοντας δε υπόψην ότι αυτή η απογυμνωμένη εικόνα μπορεί να έλθει μέσα από την οικονομία του Αγίου Πνεύματος, για τους ετερόδοξους και γενικότερα των πνευμάτων για τους αλλόδοξους, είναι εμφανής η σημαντικότητα του όρου.
[2]ΣτΜ: υπάρχει μία έξαρση του Προσώπου του Πατρός όπως βλέπουμε. Ένας ιδιότυπος αρειανισμός υφέρπει. Ο Πατέρας αναφέρεται με συνδυασμό χαρακτηριστικών (Δες σχόλιο 9). Για τους χριστιανούς ορθοδόξους ο Πατέρας της σωτηρίας τους είναι ο Κύριος Ιησούς. Δεν σημαίνει αυτό ότι δεν αποδεχόμαστε τον Πατέρα της Τριάδος, αλλά οι άγιοι αυτόν τον Πατέρα γνώρισαν και γνωρίζουν και θα γνωρίζουν.  Έτσι «πᾶς ὁ ἀρνούμενος τὸν υἱὸνοὐδὲ τὸν πατέρα ἔχει (Α Ιω. 2,23)», και «Λέγει αὐτῷ Φίλιππος· Κύριε, δεῖξονἡμῖν τὸν πατέρα καὶ ἀρκεῖἡμῖν. Λέγει αὐτῷ ὁ Ἰησοῦς· τοσοῦτονχρόνονμεθ᾿ὑμῶνεἰμι, καὶ οὐκἔγνωκάς με, Φίλιππε; ὁ ἑωρακὼςἐμὲἑώρακε τὸν πατέρα· καὶ πῶςσὺ λέγεις, δεῖξονἡμῖν τὸν πατέρα; Οὐ πιστεύεις ὅτιἐγὼἐντῷπατρὶ καὶ ὁ πατὴρἐνἐμοί ἐστι; τὰῥήματα ἃ ἐγὼλαλῶὑμῖν, ἀπ᾿ἐμαυτοῦοὐλαλῶ· ὁ δὲπατὴρ ὁ ἐνἐμοὶ μένων αὐτὸςποιεῖτὰἔργα. Πιστεύετέ μοιὅτιἐγὼἐντῷπατρὶ καὶ ὁ πατὴρἐνἐμοί· εἰδὲ μή, διὰτὰἔργααὐτὰ πιστεύετέ μοι (Ιω. 14, 8-11)». Δεν μειώνεται ο Πατέρας απεναντίας αυτήν είναι η χαρά Του. Να είναι ’’μπροστάρης’’ ο Υιός. Ευδοκεί ο Πατερας: «ἰδοὺ ὁ παῖς μου, ὃνᾑρέτισα, ὁ ἀγαπητός μου, εἰςὃνεὐδόκησεν ἡ ψυχή μου· θήσω τὸ πνεῦμά μου ἐπ᾿αὐτόν, καὶ κρίσιν τοῖςἔθνεσινἀπαγγελεῖ· (Ματθ. 12,18)». Τον Πατέρα της Αγίας Τριάδος τον γνωρίζει ο Πατέρας της σωτηρίας μας ο Κύριος Ιησούς «ἐγὼ καὶ ὁ πατὴρἕνἐσμεν (Ιω. 10,30)» και αλλού «Πάντα μοι παρεδόθη ὑπὸ τοῦ πατρός μου· καὶ οὐδεὶςἐπιγινώσκει τὸν υἱὸνεἰμὴ ὁ πατήρ, οὐδὲ τὸν πατέρα τις ἐπιγινώσκειεἰμὴ ὁ υἱὸς καὶ ᾧ ἐὰνβούληται ὁ υἱὸςἀποκαλύψαι (Ματθ. 11,27)».    
[3] ΣτΜ: Οι, ιερέας PavelFlorensky και πρωθιερέας Σεργκέι Μπουλγκάκοφ, εισήγαγαν μία τέταρτη, θηλυκή, υπόσταση στην Αγία Τριάδα με τη βοήθεια μιας πονηρά συλληφθείσας διδασκαλίας για τη Σοφία (ριζωμένη στην παγανιστική φιλοσοφία του Πλάτωνα, στην Καμπαλιστική διδασκαλία, καθώς και στο Γνωστικισμό που καταδικάστηκε από την Εκκλησία, ιδιαίτερα του Βαλεντινιανού γνωστικισμού και μια σειρά άλλων αργότερα Γνωστικών-θεοσοφιστών). Λίγα ακόμη βήματα και θα είμαστε κοντά σε μια «θεολογία των γυναικών» και στο οικουμενικό φεμινιστικό όνειρο της ’’θηλεοποίησης’’ του Θεού.  Έχουμε ήδη ακούσει τις φωνές που μιλούν για την ’’θεά- μητέρα’’  δίπλα στο ’’Θεό Πατέρα’’ μέσα στον Χριστιανισμό.Έτσι, στην 6η Συνέλευση του ΠΣΕ στο Βανκούβερ (1983), όπου το «ιερατείο» των γυναικών νομιμοποιήθηκε, πολλοί συμμετέχοντες «παρότρυναν τις γυναίκες να αντικαταστήσουν την ιδέα του Θεού Πατέρα από εκείνη της θεάς-μητέρας. Και το 1993 γυναίκες-οικουμενίστριες ανέφεραν την Σοφία ως θεά τους και την λάτρευσαν. Νέες ’’μεταφράσεις’’ της Αγίας Γραφής που περιέχουν θηλυκοποιημένες γραμματικές μορφές έχουν ήδη δημοσιευθεί. Τις τελευταίες δεκαετίες, η Αγία Γραφή έχει συχνά υποστεί παραμόρφωση από ’’νέες μεταφράσεις’’ στα αγγλικά και σε άλλες γλώσσες. Αλλά καμιά από αυτές τις "μεταφράσεις" δεν εισήγαγε τόσες βλασφημίες, όσες εκείνη που δημοσιεύτηκε από το ΠΣΕ το 1983 και με τίτλο ’’InclusiveLanguageLectionary’’ («Περιεκτικό Γλωσσικό Βιβλίο Αναγνωσμάτων»). Για να ευχαριστήσουν οι φεμινίστριες το ΠΣΕ αποφάσισαν να ’’απαλλάξουν’’ τον Λόγο του Θεού από τον γενετικό του προσδιορισμό (sexism), αφαιρώντας από την Αγία Γραφή όλα τα εδάφια όπου η «προτίμηση» δίνεται στους άνδρες και το αρσενικό φύλο. Στη νέα «μετάφραση», βλάσφημες αλλαγές έχουν εισαχθεί ακόμη και σε τέτοιες απαραβίαστες φράσεις όπως «ο Θεός Πατέρας» (GodtheFather), η οποία διατυπώνεται ως εξής: «Ο Θεός Πατέρας/Μητέρα» (GodFather/Mother) (ΣτΜ: αυτά παθαίνει όποιος βλέπει σαν Θεό την υπόσταση του Πατρός και τις άλλες δύο υποστάσεις ως έχουσες περιφερειακή βαρύτητα λόγω της αιτιότητας)· ο «Υιός του Ανθρώπου» (SonofMan) αντικαθίσταται από το «Ανθρώπινο Παιδί» (HumanChild)· η «Βασιλεία του Θεού» (KingdomofGod) αντικαθίστανται από τις λέξεις «η Σφαίρα του Θεού» (theSphereofGod)· ο «Κύριος» (Lord), γένους αρσενικού, περικόπτεται από την Αγία Γραφή για να αντικατασταθεί από τη λέξη «SovereignOne» (Μοναδικός Μονάρχης) που είναι ουδετέρου γένους (ΣτΜ: εδώ, θεωρούμε ότι μεγαλύτερη σημασία έχει το γεγονός ότι η λέξη είναι φορτισμένη με την υπόσταση του Κυρίου. Όλοι οι χριστιανοί αγαπούμε τον Χριστό, τον Κύριό μας, αυτόν που μας έχει κυριεύσει και όχι τον μονάρχη που ασκεί εξουσία. Υποσυνείδητα μας υποβάλλουν στην αποδοχή της άσκησης εξουσίας από τον Δυνατό, εν αντιθέσει με τον Κύριό μας που είναι δεκτικός της εξουσίας μας με την άκρα ταπείνωση του. Διότι ενανθρώπισε και υπέστη τα ανθρώπινα. Επίσης αναφέρεται σε Μονάρχη και έτσι η Μοναρχία του ιδιότυπου Πατρός ενισχύεται έτι με τις γλωσσολογικές αντικαταστάσεις. Ουσιαστικά θα πάμε σε μια έκδοση η οποία, εν καιρώ, θα υμνεί ξεκάθαρα τον υιό της απώλειας· αυτός δε και ο λόγος που κατά τον Άγιο Γαβριήλ τον Γεωργιανό, οι ναοί θα είναι γεμάτοι, αλλά όχι με τους μαθητές του Κυρίου). Αντί του «ο Κύριος ο Θεός» (theLordGod) η νέα "μετάφραση" προφέρει «ο Θεός ο Μονάρχης» (GodtheSovereign). Στο βιβλίο της Γένεσης, το οποίο αναφέρεται στην δημιουργία του ανθρώπου, η λέξη ’’άνθρωπος’’ (man) αντικαθίσταται από τη λέξη ’’ανθρωπιά’’ (humanity). Στην αναφορά των Πατριαρχών προστίθενται τα ονόματα των γυναικών: «Αβραάμ ο πατέρας μας /και Σάρα και Αγάρ οι μητέρες μας». Στην Καινή Διαθήκη, όπου οι Ευαγγελιστές μιλούν για τα θαύματα του Σωτήρα μας, οι οικουμενιστές μεταφραστές λένε ότι ο Χριστός θεράπευσε ένα ’’πρόσωπο’’. Η Αρχιερατική προσευχή του Σωτήρος στον Μυστικό Δείπνο, σύμφωνα με τον Άγιο Ιωάννη τον Θεολόγο, ακούγεται ιδιαίτερα βλάσφημη σε αυτήν τη μετάφραση. Για την σύνταξη της δικής του Βίβλου, στο ΠΣΕ είχε συσταθεί μια επιτροπή με επικεφαλής τον Λουθηρανό, VictorRolandGold. Αποτελούνταν από τρεις άνδρες και έξι γυναίκες, μία εκ των οποίων ήταν μια καθολική καλόγρια. Κατά τη διαδικασία της εργασίας, ένα από τα μέλη της επιτροπής έφυγε γιατί πίστευε ότι «το έργο αυτό προχώρησε πέρα από τα όρια που επιτρέπονται από τη συνείδησή του». Από τις μεγαλύτερες δυσκολίες για την Επιτροπή ήταν τα λόγια «Ο Θεός Πατέρας» (GodtheFather). Οι φεμινίστριες απαίτησαν τη χρήση του ’’Θεού / Dess’’, αλλά αυτό απορρίφτηκε ως μη αποδεκτό· μια προτεινόμενη αντικατάσταση ήταν η λέξη ’’γονείς’’ (parents), η οποία φάνηκε επίσης πολύ απρόσωπη γι' αυτές τις καινοτόμους· ως εκ τούτου, ήρθαν με έναν επαίσχυντο όρο «Θεός Πατέρας / Μητέρα μας» (GodourFather/Mother). 

Γιώργος Μπόρας

Σάββατο 13 Ιουνίου 2020

Mητροπολίτης Geevarghese Coorilos - ΑΠΟΣΤΟΛΗ ΚΑΙ ΔΙΑΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΟΣ ΔΙΑΛΟΓΟΣ (4)

Mητροπολίτης Geevarghese Coorilos

ΑΠΟΣΤΟΛΗ ΚΑΙ ΔΙΑΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΟΣ ΔΙΑΛΟΓΟΣ: ΜΕΡΙΚΕΣ ΟΡΘΟΔΟΞΕΣ ΠΡΟΟΠΤΙΚΕΣ

Συνέχεια από Δευτέρα 8 Ιουνίου 2020

Μια από τις βασικές συνιστώσες της Ορθοδόξου θεολογίας είναι η αποφατική[1] της φύσης. Αυτό σημαίνει ότι ο Θεός είναι ουσιαστικά απερίγραπτος και πέρα από την πλήρη ανθρώπινη κατανόηση. Η ανθρώπινη γλώσσα είναι ανεπαρκής για να περιγράψει την πληρότητα του μυστηρίου του Θεού. Θα μπορούσε, στην καλύτερη περίπτωση, να περιγράψει τον Θεό μόνο μέσω της άρνησης[2].
                                    Τα ινδικά φιλοσοφικά συστήματα το αποκαλούν ’’neti, neti’’, που σημαίνει "ο Θεός δεν είναι ούτε αυτός ούτε αυτός ....". Η υποκείμενη, η βασική αρχή της αποφατικής θεολογίας είναι ότι ο Θεός είναι πέρα από τις ανθρώπινες κατηγορίες και την κατανόηση (G.C: Η αποφατική θεολογία βρίσκεται σε ισορροπία με την καταφατική θεολογία στην Ορθοδοξία. Σύμφωνα με την καταφατική θεολογία ο Θεός έχει καταστεί κατανοητός διά της  αποκάλυψης,  μέσα και δια μέσου του προσώπου του Ιησού Χριστού). Μία από τις συνέπειες της αποφατικής θεολογίας είναι ότι αφού ο Θεός είναι πέρα από την ανθρώπινη νοημοσύνη, τότε κανένας δεν μπορεί να κάνει αποκλειστικές αξιώσεις για τη γνώση του Θεού, πόσο μάλλον για τη σωτήρια δύναμη του Θεού[3]. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο η Διάσκεψη Ιεραποστολής του Σαν Αντόνιο (1989) CWME (Commission on World Mission and EvangelismΕπιτροπή για την Παγκόσμια Ιεραποστολή και τον Ευαγγελισμόθα επιθυμούσε να εμβαθύνει όσο το δυνατόν περισσότερο και να διαβεβαιώσει ότι, αν και δεν μπορούμε να επισημάνουμε άλλο τρόπο εκτός από αυτόν του Ιησού Χριστού, ωστόσο δεν μπορούμε να θέσουμε όρια στη σωτήρια δύναμη του Θεού[4]. Η αποφατική θεολογία θα μας ωθούσε να είμαστε ταπεινοί και περιεκτικοί, τόσο στην ουσία όσο και στη μεθοδολογία, στην αποστολή μας και στις προσπάθειες για διάλογο. Η αποστολή, καθώς ανήκει πρωτίστως στον Θεό, δεν μπορεί να είναι μια επιχείρηση που οδηγείται ουσιαστικά από κάποια ενθουσιώδη ανθρώπινα κίνητρα, πόσο μάλλον από αυτά των χριστιανών ή των εκκλησιών (ΣτΜ: μπορούν να την αναλάβουν τα hobbit). Όλοι οι λαοί του Θεού μπορούν να συμμετέχουν στην αποστολή του Θεού. Ο Θεός είναι πέρα από το ανθρώπινο σκεπτικό, κανένας δεν μπορεί να διεκδικήσει μονοπώλιο πάνω στη θεϊκή αλήθεια στις συναντήσεις των διαθρησκευτικών διαλόγων.Τούτου λεχθέντος, πρέπει να προστεθεί ότι αν και ο Θεός παραμένει αδιανόητος και απερίγραπτος, η ανθρωπότητα μπορεί ακόμα(;!) να συμμετέχει στις θεϊκές ενέργειες που εκδηλώνονται ως θεοφάνειες. Όπως το θέτει ο Γιώργος Παπαδημητρίου, η αποκαλυπτόμενη δόξα του Θεού, οι ενέργειες του Θεού, διεισδύουν σε ολόκληρη την ανθρωπότητα και ολόκληρη τη δημιουργία, υποδηλώνοντας την παγκόσμια έκκληση και διαθεσιμότητα της παρουσίας και των δώρων του Θεού, συμπεριλαμβανομένου του δώρου της σωτηρίας[5].

Δευτέρα 8 Ιουνίου 2020

Mητροπολίτης Geevarghese Coorilos - ΑΠΟΣΤΟΛΗ ΚΑΙ ΔΙΑΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΟΣ ΔΙΑΛΟΓΟΣ (3)

Mητροπολίτης Geevarghese Coorilos

ΑΠΟΣΤΟΛΗ ΚΑΙ ΔΙΑΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΟΣ ΔΙΑΛΟΓΟΣ: ΜΕΡΙΚΕΣ ΟΡΘΟΔΟΞΕΣ ΠΡΟΟΠΤΙΚΕΣ



Συνέχεια από Κυριακή 7 Ιουνίου 2020

Θεο-Τριαδοκεντρικήκατανόηση της ιεραποστολής και του διαλόγου στην Ορθοδοξία
            Οι θεολογίες της ιεραποστολής και του διαλόγου υιοθέτησαν με την πάροδο των χρόνων διάφορες προσεγγίσεις όπως η Χριστοκεντρική, η εκκλησιοκεντρική και η θεοκεντρική. Κατά την άποψή μου, η Ορθοδοξία θα αφυπνιστεί, φυσικώ τω τρόπω, με μια θεοκεντρική, κατά πρόσωπο, ιεραποστολική προοπτική και μια θεολογία διαλόγου. Η πραγματική αποστολή τελικά ανήκει στον Θεό (Missio Dei: sic)[1] και ο γνήσιος διάλογος προέρχεται από το Θεό.

 (1) ΣτΜ: Ο όρος Missio Dei είναι ένας λατινικός θεολογικός όρος που θα μπορούσαμε να τον αποδώσουμε ως ’’Αποστολή-Έργο του Θεού’’. Αναφέρεται στο έργο της εκκλησίας στον κόσμο ως μέρος του έργου του Θεού. Διατυπώνει την πεποίθηση ότι η αποστολή της εκκλησίας είναι η αποστολή του Θεού. Έτσι, η αποστολή της εκκλησίας είναι ένα υποσύνολο μιας εκτενέστερης, πλήρους αποστολής, δηλαδή είναι μέρος της αποστολής του Θεού στον κόσμο και όχι ολόκληρο το έργο του Θεού στον κόσμο. Σύμφωνα με τον όρο Missio Dei η αποστολή είναι αναπόσπαστο κομμάτι μιας εκκλησίας που λαμβάνει το σκοπό της από αυτόν τον ιεραποστολικό Θεό.Σύμφωνα με τον όρο MissioDeiσυχνά στην εκκλησία υποθέτουμε λανθασμένα ότι η κύρια δραστηριότητα του Θεού είναι στην εκκλησία, αντί να αναγνωρίζουμε ότι η κύρια δραστηριότητα του Θεού είναι στον κόσμο και ότι η εκκλησία είναι το όργανο του Θεού που αποστέλλεται στον κόσμο για να συμμετάσχει στην αποστολή του.Αντί να σκεπτόμαστε την εκκλησία σαν μια οντότητα που απλά στέλνει ιεραπόστολους, πρέπει να δούμε την εκκλησία ως ιεραπόστολο. Ο όρος Missio Dei προτρέπει την εκκλησία να κατανοήσει τον ίδιο το σκοπό της ως ιεραπόστολο. Δεν είναι μόνο ζωτικής σημασίας να καταλάβουμε ότι ο Θεός έχει αποστολή, είναι εξίσου σημαντικό να καταλάβουμε ότι η αποστολή Του είναι μεγαλύτερη από την εκκλησία.Για να το θέσουμε με άλλο τρόπο, ο όρος Missio Dei μας υπενθυμίζει ότι δεν είναι η εκκλησία που έχει αποστολή, αλλά η αποστολή που έχει εκκλησία! 
Ο όρος Missio Dei, χρησιμοποιείται από τον Ακινάτη για να περιγράψει τη δραστηριότητα του Τριαδικού Θεού: του Πατέρα που στέλνει τον Υιό και του Υιού που στέλνει το Πνεύμα. Ο KarlBarth, εξέθεσε την ιδέα ότι η αποστολή ήταν το έργο του Θεού και ότι η αυθεντική εκκλησιαστική αποστολή πρέπει να ανταποκρίνεται στην αποστολή του Θεού. Η ιδέα αυτή επισημάνθηκε από τον Hartenstein ο οποίος χρησιμοποίησε τον όρο Missio Dei για να τον διακρίνει από τον όρο MissioEcclesiae. Την αποστολή της εκκλησίας. Σύμφωνα με τον Goheen, υπάρχουν δύο νέες ιδιαίτερες επισημάνσεις σχετικά με την ιεραποστολική δραστηριότητα. Πρώτη: η αποστολή είναι πρωτίστως η αποστολή του Θεού. Η εκκλησία δεν έχει δική της αποστολή. Η κύρια έμφαση δίνεται στο τι κάνει ο Θεός για τη λύτρωση του κόσμου. Στη συνέχεια, δίδεται προσοχή στο πώς η εκκλησία συμμετέχει στην αποστολή του Θεού για την λύτρωση του κόσμου. Δεύτερη: η αποστολή του Θεού ορίζεται λαμβάνοντας υπόψη τον Τριαδικό χαρακτήρα και το έργο του Θεού. Η δεύτερη επισήμανση ήταν ιδιαίτερα σημαντική. Η αποστολή θεωρήθηκε ότι προέρχεται από την ίδια τη φύση του Θεού. Έτσι τοποθετήθηκε στο πλαίσιο της διδασκαλίας της Αγίας Τριάδας, όχι της εκκλησιολογίας ή της σωτηριολογίας. Επίσης δύο σημαντικές —και κάπως ανταγωνιστικές— προσεγγίσεις  του Missio Dei προέκυψαν. Η πρώτη εννοεί την αποστολή ως δράση ευαγγελισμού του Θεού μέσω της εκκλησίας. Η δεύτερη, αναπτύχθηκε αργότερα, ως δραστηριότητα του Θεού στον εκκοσμικευμένο κόσμο πέρα από την εκκλησία, ισχυριζόμενη ότι ’’ο κόσμος παρέχει τα δεδομένα’’. Ο Goheen ορίζει αυτές τις δύο απόψεις ως Χριστοκεντρo-Τριαδική και Κοσμοκεντρο-Τριαδική. Η Χριστοκεντρo-Τριαδική βλέπει την αποστολή του Θεού να επικεντρώνεται στο έργο του Χριστού μέσα από την Εκκλησία, ενώ η Κοσμοκεντρο-Τριαδική θεωρεί την αποστολή του Θεού ως ενεργή σε όλο τον κόσμο. Εδώ προέκυψε το ζήτημα της υποτροπής του χριστοκεντρισμού σε προβληματικό χριστομονισμό. Αυτό το πρόβλημα λύνεται με την μετάθεση της αποστολής στην τριαδολογία. Έτσι, κατά τον Βασιλειάδη, η σημαντικότερη συμβολή της Ορθόδοξης θεολογίας υπήρξε —στα  πλαίσια του οικουμενικού διαλόγου— η εκ νέου ανακάλυψη της τριαδικής θεολογίας, και ειδικότερα της ’’οικονομίας του Αγίου Πνεύματος’’.Ο ίδιος σημειώνει: «προς άρση κάθε παρεξήγησης θα πρέπει στο σημείο αυτό να τονίσω, ότι η υιοθέτηση της ’’οικονομίας του Αγίου Πνεύματος’’, και κατά συνέπεια του διαθρησκειακού διαλόγου (αντί της επιθετικής επεκτατικής ιεραποστολικής πρακτικής του παρελθόντος), δεν σημαίνει εγκατάλειψη της ’’οικονομίας του Υιού’’, της σωτηριολογικής δηλαδή σημασίας του Χριστού. Ο Χριστός παραμένει ’’η οδός, η αλήθεια και η ζωή’’ το όνομά του είναι ’’το υπέρ παν όνομα’’. Αυτό που ουσιαστικά έλαβε χώρα ήταν μια δυναμική επανερμηνεία της χριστολογίας μέσω της πνευματολογίας». Αυτό βέβαια και μόνο ως διατύπωση είναι απίστευτο. Ο Βασιλειάδης εγγυάται την συμμετοχή του Κυρίου στην οικονομία της σωτηρίας του ανθρώπου. Συνεχίζουμε. Για τον Hoekendijk, η εκκλησία είναι ένα παράρτημα στο έργο του Θεού. Ο Θεός εργάζεται στον κόσμο, ο οποίος επιδρά στην εκκλησία, σε αντίθεση με την κλασική άποψη που έβλεπε τον Θεό να εργάζεται στην εκκλησία και μέσω της εκκλησίας στον ευρύτερο κόσμο. Τη δεκαετία του 1960 ένας αυξανόμενος αριθμός ανθρώπων, από διάφορα θρησκευτικά υπόβαθρα, υιοθέτησε τις απόψεις του Hoekendijk σε τέτοιο βαθμό ώστε στο συνέδριο του WCC στην Uppsala του 1968 "η εκκλησία συχνά γελοιοποιήθηκε και… η ίδια η εκκλησία θεωρήθηκε ως αντικείμενο αποστολής". Η υιοθέτηση της Κοσμοκεντρο-Τριαδική άποψης συνεπάγεται ότι οι χριστιανοί πρέπει να έχουν μια ταπεινή προσέγγιση των άλλων θρησκειών. Σημαίνει ότι οι άλλες θρησκείες μπορούν να οδηγήσουν στην σωτηρία με τον ίδιο τρόπο όπως ο Χριστιανισμός. Κατά τον Smith: ’’Η αποστολή της Εκκλησίας δεν είναι η μόνη αποστολή του Θεού. Δεν είναι καν η μόνη παγκόσμια αποστολή του. Λίγοι από εμάς τους χριστιανούς γνωρίζουν για την αποστολή του Θεού στο Ισλάμ, ή την αποστολή του Θεού στην Ινδία και σήμερα στον κόσμο μέσω του Ινδουισμού’’.  Κατά τον Βασιλειάδη: «Ήταν αυτή η έννοια της Missio Dei που απομάκρυνε τελεσίδικα την παγκόσμια ιεραποστολή από τη διαίρεση του κόσμου σε ’’σωσμένους’’ και ’’μη σωσμένους’’, κάτι που ανάγκαζε ολόκληρες κοινότητες να αναγκάζονται να προσηλυτίζονται και να μετακινούνται από την μια θρησκευτική (ή και χριστιανική) κοινότητα στην άλλη για να εξασφαλίσουν τη σωτηρία τους. Αντ’ αυτού το νέο ’’ιεραποστολικό παράδειγμα’’ επιβεβαιώνει ότι ο Θεός απεργάζεται τη σωτηρία για ολόκληρο τον κόσμο, και ότι η Εκκλησία είναι απλός διάκονος σε αυτήν την ’’αποστολή του Θεού’’. Με εργαλείο, μάλιστα την ’’οικονομία του Αγίου Πνεύματος’’ (παράλληλα και ταυτόχρονα όπως είπαμε με την ’’οικονομία του Χριστού’’), ο Θεός χρησιμοποιεί όχι μόνο την Εκκλησία, αλλά και πολλές άλλες δυνάμεις στον κόσμο για το έργο της σωτηρίας. Άλλωστε το Άγιο Πνεύμα ’’τὸ πνεῦμα ὅπου θέλει πνεῖ’’ (Ιω 3,8)». 
Ο Τριαδικός χαρακτήρας του Missio Dei συγκεντρώνει και τα τρία πρόσωπα της θεότητας στο επίκεντρο της ιεραποστολικής θεολογίας. Λατρεύουμε έναν ιεραποστολικό Θεό: ο Πατέρας στέλνει τον Υιό και ο Υιός στέλνει το Πνεύμα. Ο Θεός Πατέρας έστειλε τον Υιό και ο Θεός Πατέρας και ο Υιός έστειλε το Πνεύμα. Το Missio Dei αυτή τη διδασκαλία την επεκτείνει για να συμπεριλάβει μία ακόμη ’’κίνηση’’: Ο Πατέρας, ο Υιός και το Άγιο Πνεύμα που στέλνουν την εκκλησία στον κόσμο. H αποστολή είναι το αποτέλεσμα της πρωτοβουλίας του Θεού, που έχει τις ρίζες της στους σκοπούς του Θεού για την αποκατάσταση και την επούλωση της δημιουργίας.Η ενότητα είναι μια ενσάρκωση της αποστολής του Θεού που δημιουργεί την εκκλησία και λειτουργεί στον κόσμο. Βλέπουμε ότι η εκκλησία του Ιησού Χριστού δεν είναι ο σκοπός ή ο στόχος του ευαγγελίου, αλλά μάλλον το όργανο και μαρτυρία του ... Η αποστολή του Θεού μας καλεί και μας στέλνει, την εκκλησία του Ιησού Χριστού, μια ιεραποστολική εκκλησία στις δικές μας κοινωνίες, στους πολιτισμούς στους οποίους βρισκόμαστε. 
Σύμφωνα με τον Schrieter  το Missio Dei γίνεται μια χρήσιμη ιδέα σε έναν μεταμοντέρνο κόσμο. Έτσι: «... η ενότητα στην πολυμορφία (;!!) της Τριάδας θα αποτελέσει κλειδί για τη θεολογία του θρησκευτικού και πολιτιστικού πλουραλισμού που είναι το σημάδι της μεταμοντέρνας σκέψης και του πολιτισμού. Δεύτερον, η τριαδική ύπαρξη παρέχει ένα ισχυρό θεολογικό υπόβαθρο για την αποστολή ως μια διαλογική διαδικασία που δίνει και λαμβάνει ... που μιλά προφητικά και είναι ανοιχτή στην κριτική».
Θα κάνουμε μία μικρή κριτική στα παραπάνω. Βλέπουμε την ενότητα, ως αυτονομημένο όρο, να είναι γενεσιουργός αιτία της εκκλησίας. Η σωτηρία του κόσμου, πλέον από όλους, εκλαμβάνεται ως η ’’ενότητα’’ του κόσμου, εν τω κόσμω, διά του κόσμου. Η ενότητα θα μπορούσε να είναι και ο Θεός του Missio Dei. Το ευαγγέλιο είναι πλέον η ενότητα. Η ουσία της αποστολής είναι η ένωση των εκκλησιών που ταυτίζεται με την ενότητα εντελώς αυθαίρετα. Υφίσταται μια ταυτότητα όρων που απηχούν εντελώς άλλα πράγματα. Αν δε, λάβουμε υπόψη μας και την Κοσμοκεντρο-Τριαδική άποψη μπορούμε να δούμε ότι η κατάσταση οδηγεί στην καθιέρωση μοναδικής λατρείας με την ένωση των θρησκειών. Τα νέα δόγματα (π.χ. α. ενότητα στην πολυμορφία και β. ατέρμονος διαθρησκειακός και διαχριστιανικός διάλογος) οδηγούν σε μια ένωση ουσιαστικά δογματική και όχι κανονική-θεσμική. Η ενότητα (το ξανατονίζουμε: αδιάκριτα ή δόλια υφίσταται ταυτότητα των όρων ένωση και ενότητα), λοιπόν, ως αποτέλεσμα της ιεραποστολής καθιστά την εκκλησία. Εμφανίζει δηλαδή την εκκλησία. Με την εμφάνιση της ενότητας έχουμε και την εκκλησία. Η εκκλησία γίνεται και απογίνεται κατά κάποιο τρόπο. Βέβαια μιλάμε όχι για μια εκκοσμικευμένη εκκλησία αλλά για μια πέραν της εκκοσμίκευσης εκκλησία. Μιλάμε για έναν ανθρώπινο οργανισμό πλέον. Για έναν κοσμικό οργανισμό και μάλιστα εκ του πονηρού. Δεν έχει καν το περιβόητο ηθικό πλεονέκτημα. Το πρόσχημα της ατιμίας. Τηρούν, λοιπόν, τα προσχήματα αναφέροντας γενικά και αόριστα την ύπαρξη ενός Θεού και μια εκκλησία που εντέλλεται μιας αποστολής. Θα λέγαμε ότι ο Θεός τους είναι ένας ντεϊστικός θεός. Δεν δηλώνεται ως τέτοιος αλλά η αχαλίνωτη αυθαιρεσία παραπέμπει σε τέτοιου είδους συμπεράσματα. Σε μια πιο διεισδυτική προσέγγιση βλέπουμε ότι αυτή η εκκλησία, νοούμενη ως αποστολή ή μέρος της αποστολής, είναι το υποκείμενο και το αντικείμενο της ιεραποστολής. Μια εκκλησία αυτονομημένη και από τον Κύριο. Το αστείο είναι ότι αυτή η εκκλησία είναι απλά ένα μέρος από την δράση του Θεού. Κι όμως κι αυτή δεν πρέπει να έχει ίχνος από τον Κύριο. Μια εκκλησία που είναι σε αποστολή από έναν ανενεργό Τριαδικό Θεό. Ο Κύριος, ο Νυμφίος, αποστέλλεται αυτή τη φορά από τους ανθρώπους στα ουράνια. Η ενανθρώπηση και η Παναγία Μητέρα του Κυρίου δεν υφίστανται. Είναι μια αποστολή πέρα από τη θεία οικονομία. Η θεία οικονομία δεν υφίσταται. Επιστρέφουμε στην Παλαιά Διαθήκη και την ερμηνεύουμε χωρίς τον Κύριο. Βλέπουμε έναν προσχηματικό αταβισμό. Διότι τώρα έχουμε και μια εκκλησία. Με τέτοιο ιεραποστολικό οίστρο οι θιασώτες της ιεραποστολής του διαλόγου πνέουν πιο γρήγορα και πιο πέρα κι από το Άγιο Πνεύμα. Έτσι θα λέγαμε πως για χάρη της αποστολής οφείλουμε να επιτύχουμε την ορατή ενότητα της εκκλησίας. Η αποστολή αποκτά ένα έκτακτο χαρακτηριστικό. Αποδίδοντας στον Θεό, σχεδόν αποκλειστική, ιεραποστολική διάθεση, η ιεραποστολή καθίσταται το μέτρο με το οποίο κρίνεται κάθε εκκλησία. Για να είναι ζώσα η εκκλησία οφείλει πρωτίστως να είναι ιεραποστολική, πέρα από προϋποθέσεις. Με τους όρους μιας πολυεθνικής εταιρίας που εγγράφει αποτελέσματα και συντάσσει ισολογισμούς και απολογισμούς. Αρκεί να έχει ακτιβιστικές επιτυχίες. Δεν υπάρχει ίχνος θεολογίας. Η αποστολή υπάρχει πέρα από την εκκλησία. Έχει την δική της φύση και δικαιολογεί την ύπαρξη της εκκλησίας. Άνευ αποστολής, εκκλησία δεν υπάρχει. Μια ειδωλολατρία του σκοπού. Μια εγκόσμια διάθεση η οποία επικαλείται τον Τριαδικό Θεό για να αγιάσει τον σκοπό. Επικαλούνται τα μέσα για να αγιάσουνε το σκοπό. Ένας αυτοσκοπός. Μια ουσιαστική κατάργηση της Εκκλησίας του Κυρίου. Καταργήθηκε ο Κύριος και καταργείται και η Εκκλησία Του. Η εκκλησία λογίζεται, με το Missio Dei, ως τόπος ακατάπαυστου ενθουσιώδους ιεραποστολικού ακτιβισμού. Η πύλη της Βασιλείας είναι η πύλη της πλάνης. Εισέρχεται ο άνθρωπος δια της πύλης στην εκκλησία και βρίσκεται εντός του κόσμου. Σκοπός της είναι πλέον η εγκόσμια βασιλεία. Η εκκλησία του Missio Dei είναι εγκόσμιος μεσσιανισμός με πρόσχημα πλέον τον Τριαδικό Θεό. Ενώ ευνοεί την ανάπτυξη της Οικονομίας του Πνεύματος. Μια πλειάδα εκκλησιών που υποτίθεται ότι είναι εργαλεία του Τριαδικού Θεού, αλλά και μη εκκλησιαστικές δομές, αυτό-εντέλλονται προς οικοδομή της ενότητας και της ειρήνης στον κόσμο. Ούτε τα εσχατολογικά έσχατα είναι απαραίτητα διότι έχουμε εισχωρήσει σε μια ατέρμονη μετα-εκκοσμίκευση εντός της οποίας ανοίγεται πεδίον δόξης λαμπρό στον υβριδικό μετάνθρωπο της τεχνητής νοημοσύνης. Η εποχή του αποϋλοποιημένου μοντέρνου.  Στόχος ο υπερ-μετάνθρωπος που θα διασώζει ψήγματα της ανθρώπινης φύσης ως παραπομπές. Ο άνθρωπος μισεί την φύση του. Αυτήν που δεν γνωρίζει. Αδυνατεί στην πίστη. Ισχυροποιείται από τα φαινόμενα. Όμως «Πίστις ἐστίν, ἐλπιζομένων ὑπόστασις, πραγμάτων ἔλεγχος οὐ βλεπομένων». Φυσικά ιχνογραφούμε την προς αντίχριστο ρότα μας.   
Θα κάνουμε και μια μικρή αναφορά στην Ιεραποστολή από την ορθόδοξη χριστιανική πλευρά. Αυτό θεωρούμε ότι θα μας βοηθήσει να δούμε και το μέγεθος της εκτροπής. 
Τα βασικά χαρακτηριστικά της ιεραποστολής στην εποχή μας ανιχνεύονται στην παρατήρηση του  Schrieter: «το Missio Dei γίνεται μια χρήσιμη ιδέα σε έναν μεταμοντέρνο κόσμο. Έτσι: ... η ενότητα στην πολυμορφία (!!) της Τριάδας θα αποτελέσει κλειδί για τη θεολογία του θρησκευτικού και πολιτιστικού πλουραλισμού που είναι το σημάδι της μεταμοντέρνας σκέψης και του πολιτισμού. Δεύτερον, η τριαδική ύπαρξη παρέχει ένα ισχυρό θεολογικό υπόβαθρο για την αποστολή ως μια διαλογική διαδικασία που δίνει και λαμβάνει ... που μιλά προφητικά και είναι ανοιχτή στην κριτική». Καλείται η ιεραποστολή να κηρύξει την ενότητα στην πολυμορφία σε έναν πονηρό διάλογο, που εμφορείται από την εγελιανή σύνθεση.
Για τους Ορθοδόξους η θεολογία έχει εμπειρικό χαρακτήρα, ομολογεί ’’έργω και ουχί ρήματι του Αγιασμού την δύναμιν’’. Το ’’ιδείν τον Θεόν’’ εξισώνεται με το ’’ακολουθείν τω Θεώ’’, και τούτο για να γίνει κάποιος αγαθός, όπως είναι ο Θεός: ’’Αγαθόν γαρ αγαθώ ουκ αντιβλέπει, αλλ’ έπεται’’. Βασική, θεολογική, αρχή κατά τον Άγιο Γρηγόριο Νύσσης είναι: ’’Το Όμοιον προσεγγίζεται διά του Ομοίου’’. Η ενανθρώπηση και με όσα συνεπάγει, είναι πηγή της χαρισματικής υιοθεσίας του χαρισματικώς ομοίου με την συνέργεια του. Η πολυμορφία δεν ανιχνεύεται στην Αγία Τριάδα εξού και το ομοούσιο. Οι ενώσεις και οι διακρίσεις δεν συνιστούν πολυμορφία. Δεν έχουμε μόνο ταύτιση οικονομικής και θεολογικής Τριάδας, αλλά ισοπέδωση της αρρήτου Τριαδικής πραγματικότητας από την ανθρωπολογία. Η αναλογία εν δράσει. Η ένωση (κατ’ άνθρωπον) των εκκλησιών και κατ’ επέκταση των θρησκειών, που επιδιώκεται είναι σύναξη των ανομοίων (και των ανομιών) σε κοινή δόξα ή αλλιώς κοινή πίστη. Είναι η ένωση των πολλών. Η ένωση είναι σε αυτή την περίπτωση η βούληση για κοινή δόξα αλλά δεν προάγει την ενότητα. Το ομολογούμενο πιστοποιεί την ένωση αλλά δεν κατοχυρώνει την ενότητα. Διαφέρει η ενότητα της ένωσης «ἡ μέν γαρ τό ἰδιάζον καί ἀμιγές τῆς καθ' ἕκαστον δείκνυσι φύσεως, ἡ δέ ἕνωσις τήν πρός ἕτερα σύγκρασιν, ἥ ἁπλῶς μετουσίαν». Η ένωση (κατ άνθρωπον) είναι εκ των κάτω. Η ενότητα είναι εκ των άνω. Ο Κύριος ενοποιεί τον νου. Η ενότητα είναι δωρεά του Κυρίου. Ήδη στη Γένεση στην φράση ’’ἐποίησεν ὁ Θεός τόν ἄνθρωπον’’ νοείται ολόκληρο το ανθρώπινο γένος και άρα και η αδιάσπαστη ενότητα της ανθρώπινης φύσης πριν την πτώση. Η ένωση (κατά Θεόν) επίσης είναι δωρεά του Κυρίου. Ως εκ τούτου η ανθρώπινη ένωση δεν προάγει την ενότητα. Με την εμφάνιση της ενώσεως (κατ’ ανθρωπον) δεν συνθεωρούμε και την ενότητα. Ακόμη κι αν οδηγηθεί η ένωση των ανομοίων σε κοινή δόξα δεν έχει κανένα χαρισματικό περιεχόμενο. Η κατά Θεόν ένωση είναι χαρισματική. Η κατά Θεόν ένωση είναι «ἄρρητός τε καὶ ὑπεράρρητος ἡδονὴ καὶ χαρὰ τῶν ἐνεργουμένων» πράγμα που δεν είναι η ενότητα στην πολυμορφία. 
Η Ιεραποστολή δεν μπορεί να νοηθεί έξω από το σχέδιο της θείας οικονομίας. Του σχεδίου της σωτηρίας του ανθρώπου που συνίσταται στην κατά χάρη υιοθεσία και την ένωση με τον άκτιστο Θεό. Οι υιοθετούμενοι πιστοί κοινωνούν στο όνομα αλλά και στα ίδια τα πράγματα, κοινωνούν στο Σώμα, το Αίμα και την άκτιστη ζωή του Κυρίου. Οι πιστοί ως μέλη Χριστού έχουν κοινή με το Χριστό τη ζωή. Φυσικό επόμενο είναι στο κέντρο της θείας οικονομίας να τίθεται το γεγονός της θείας ενανθρώπησης, η οποία εγγυάται την ένωση του άκτιστου τριαδικού θεού με τον κτιστό άνθρωπο. Ας το δούμε.
Οι πατέρες της Εκκλησίας δεν βλέπουν πληθώρα θείων οικονομιών στην σωτηρία του ανθρώπου, ούτε στάδια ή φάσεις της θείας οικονομίας. Το σχέδιο της θείας οικονομίας είναι ένα και ενιαίο. Δεν ξεχωρίζουν την άσαρκη παρουσία του Λόγου και τις σωτηριώδες ενέργειες Του στα χρόνια της Παλαιάς Διαθήκης από την ενανθρώπηση στα χρόνια της Καινής Διαθήκης. Ο ένας και αυτός Λόγος ενεργεί. Ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός. Ο Κύριος ενεργεί τις θεοφάνειες, τις θεοσημείες και οδηγεί τον Ισραήλ στην γη της επαγγελίας, ως άσαρκος λόγος στην Παλαιά Διαθήκη. Ο ίδιος ενανθρωπεί, ζει και διδάσκει, επιτελεί θαυμάσια, σταυρώνεται, ανασταίνεται, αναλαμβάνεται και υιοθετεί κατά χάρη τον άνθρωπο ενώνοντας τον χαρισματικά στο ένα πρόσωπο Του στην Καινή Διαθήκη. Έτσι οι πατέρες αναδεικνύουν την ενότητα και το αρραγές των δύο Διαθηκών όπως και το συνεχές και ενιαίο της θείας οικονομίας. Η μία θεία οικονομία, η μία οικονομία της σωτηρίας του Κυρίου Ιησού Χριστού (κατά τον Άγιο Ιωάννη τον Δαμασκηνό: «Ο Κύριος… ταπείνωσε, τό ἀταπείνωτο ὕψος του χωρίς νά χάσει τή δόξα του καί συγκαταβαίνει μέ ἀνέκφραστη καί ἀκατάληπτη συγκατάβαση στούς δούλους του —διότι αὐτό δείχνει ἡ κατάβασή του· ὄντας τέλειος Θεός γίνεται τέλειος ἄνθρωπος καί πραγματοποιεῖτό πιό πρωτάκουστο ἀπ' ὅλα τά καινοφανή, τό μοναδικό καινούργιο κάτω ἀπό τόν ἥλιο, μέ τό ὁποῖο φανερώνεται ἡ ἄπειρη δύναμη τοῦ Θεοῦ. Διότι, τί μεγαλύτερο ὑπάρχει ἀπό τό νά γίνει ὁ Θεός ἄνθρωπος;») πιστοποιείται από τον άρρηκτο δεσμό μεταξύ της άσαρκης και ένσαρκης παρουσίας Του. Η όλη παρουσία της Εκκλησίας στον κόσμο, η υμνολογία της, η θεολογία της, μαρτυρεί για την οργανική ενότητα μεταξύ άσαρκης και ένσαρκης παρουσίας του Λόγου. Στα πρώτα χρόνια του ιεραποστολικού της κηρύγματος η Εκκλησία έχει ξεκάθαρη άποψη για την ιστορική προέλευση του Ιησού, την οποία συνέδεε οργανικά με ολόκληρη την ιστορία των γεγονότων της Παλαιάς και Καινής Διαθήκης. Η ένσαρκη ενδημία του Κυρίου δεν αντιδιαστέλλεται με την άσαρκη παρουσία Του. 
Όμως η ενανθρώπηση του Κυρίου προϋπέθετε την ελεύθερη συγκατάθεση του ανθρώπου. Το πρόσωπο που αποδέχθηκε την κλήση και υπάκουσε ελευθέρα στον Κύριο ήταν η Υπεραγία Θεοτόκος, η Παναγία Μητέρα του Κυρίου. Η Παναγία εκπροσωπώντας το ανθρώπινο γένος διέσωσε την χαρισματική ενότητα προσφέροντας την ’’ανθρώπινη σάρκα’’ στον Κύριο. Το Σώμα και το Αίμα του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού είναι τα πανάγιο αίμα και σώμα της Κυρίας Θεοτόκου. Δεν είναι δυνατό να εισέλθουμε σε χαρισματική υιοθεσία και ένωση με τον Κύριο χωρίς την Θεοτόκο. Η Θεοτόκος είναι η πύλη της σωτηρίας. Είναι η πνευματική Μητέρα των χριστιανών. Η Παναγία εκπροσωπεί ταυτόχρονα το ’’πεπτωκός’’ γένος των ανθρώπων αλλά και την ’’καινή κτίση’’. Με το μυστήριο της ενανθρωπήσεως εγκαινιάζεται η ’’καινή κτίση’’. 
Η θεία οικονομία φέρνει στον κόσμο και στην ιστορία την ’’καινή κτίση’’. Ο άνθρωπος που αρπάζεται από την οικονομία του Κυρίου ζει και κινείται μέσα στον κόσμο αλλά είναι άλλης τάξης οντότητα. Συνιστά την ’’καινή κτίση’’. Δεν αρνείται τον κόσμο αλλά ενούμενος με τον Κύριο αντιστρέφει την ροή του κόσμου. Ο κόσμος από τη ζωή κατευθύνεται στον θάνατο. Ο καινός άνθρωπος από τον θάνατο κινείται προς τη ζωή «μεταβέβηκεν ἐκ τοῦ θανάτου εἰς τήν ζωήν» (Ἰω. 5: 24). ’’Ὁ παλαιός ἡμῶν ἄνθρωπος συνεσταυρώθη’’ και συνετάφη διά του Βαπτίσματος, ’’ἵνα ὥσπερ ἠγέρθη Χριστός ἐκ νεκρῶν διά τῆς δόξης τοῦ Πατρός, οὕτω καί ἡμεῖς ἐν καινότητι ζωῆς περιπατήσωμεν’’ (Ρωμ. 6: 3-6). Το Βάπτισμα κατανοείται ως ’’λουτρόν παλιγγενεσίας καί ανακαινώσεως Πνεύματος Ἁγίου’’ (Τίτ. 3: 5). Πρόκειται γιά την εν Χριστώ αρχή του καινού ανθρώπου. Είναι η ένδυση του Χριστού (Γαλ. 3: 27), πού πραγματώνεται με τήν μετοχή στο θάνατο και στην ανάσταση Του. Ο καινός άνθρωπος αντιδιαστέλλεται με τον παλαιό άνθρωπο. Οφείλει να απαρνηθεί την ζωή που γέμει με «πορνείαν, ἀκαθαρσίαν, πάθος, ἐπιθυμία κακήν, καί τήν πλεονεξίαν ἥ τις ἐστίν εἰδωλολατρία (Κολ. 3: 5)». Οφείλει να απεκδυθεί τον παλαιόν ανθρωπο και να ενδυθεί «τόν νέον τόν ἀνακαινούμενον εἰς ἐπίγνωσιν κατ' εἰκόνα τοῦ κτίσαντος αὐτόν (Κολ. 3: 9-10)». Αυτός είναι και ο σταυρός του πιστού ανθρώπου. Η σταύρωση του παλαιού ανθρώπου. Ο ανακαινισμός δεν εννοείται ως εκστατικό πέταγμα προς τον άλλον. Είναι απόρριψη του λυτρωτικού σταυρικού θανάτου του Κυρίου. Έτσι κατά τον Απόστολο Παύλο ο καινός άνθρωπος οικοδομείται μόνο μέσα στην Εκκλησία του Κυρίου. Εντός της Εκκλησίας μπορεί να τανηθεί «εἰς ἄνδρα τέλειον, εἰς μέτρον ἡλικίας τοῦ πληρώματος τοῦ Χριστοῦ (Ἐφ. 4: 13)». Εντός της Εκκλησίας «οὐκ ἔνι Ἕλλην καί Ἰουδαῖος, περιτομή καί ἀκροβυστία, βάρβαρος, Σκύθης, δοῦλος, ἐλεύθερος, ἀλλά τά πάντα καί ἐν πᾶσι Χριστός (Κολ. 3: 11)». Έτσι εντός της Εκκλησίας ο Κύριος ενοποιεί τα διεστώτα και ανακαινεί τα παλαιά οικοδομώντας τον καινό άνθρωπο. 
Στα πλαίσια της θείας οικονομίας νοείται και η ιεραποστολή της Εκκλησίας. Η ιεραποστολή σε καμία περίπτωση δεν ορίζει την οικονομία της σωτηρίας αλλά ορίζεται από αυτήν. Η ιεραποστολή είναι μέρος της θείας οικονομίας. Η ιεραποστολή είναι μέρος της δράσης της Εκκλησίας του Κυρίου. Ο Κύριος ορίζει τα πράγματα κατά το μέτρο της συνέργειας του ανθρώπου. Λέγεται ότι «εκκλησία χωρίς ιεραποστολή είναι εκκλησία χωρίς αποστολή», ή πιο σωστά «εκκλησία χωρίς ιεραποστολή δεν είναι εκκλησία, δεν είναι η Μία, Αγία, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία». Θα λέγαμε ότι «εκκλησία χωρίς την Παναγία και τους αγίους είναι εκκλησία χωρίς Χριστό και δεν είναι η Μία, Αγία, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία». Από τα παραπάνω βλέπουμε ότι η ιεραποστολή για να αληθεύει πρέπει να βρίσκεται στα χέρια των αγίων ή αλλιώς των κατά χάρι υιών και αδερφών του Κυρίου. Η αγιότητα εμφορείται από την αταλάντευτη πίστη στον Κύριο και στο ευαγγέλιό του και την απαρέγκλιτη τήρηση των εντολών του Κυρίου. Οι άγιοι είναι οι χαρισματικοί φορείς της θεογνωσίας. Επειδή έχουν ιδία πείρα του Κυρίου και της χάρις Του είναι και αυτοί που γνωρίζουν, στο μέτρο της δεκτικότητας του καθενός, τι ευαγγελίζεται ο Κύριος.Οι άγιοι λοιπόν καλούνται να φανερώσουν τον Κύριο. Δεν είναι η ιεραποστολή απροϋπόθετη και φυσικά δεν είναι για τον καθένα που φέρει το όνομα χριστιανός.Οι πνευματικοί καρποί είναι αποτέλεσμα πνευματικών αγώνων «ὅτι εἴ τις οὐ θέλει ἐργάζεσθαι, μηδὲ ἐσθιέτω» (Προς Θεσ. Β’ 3,10). Η ιεραποστολή ως μαρτυρία του έργου του Κυρίου, με σκοπό τήν σωτηρία των συνανθρώπων μας, αναφέρεται σε αυτούς που μπορούν να μαρτυρήσουν τον Κύριο και εφόσον απαιτηθεί από τις περιστάσεις να σφραγίσουν την μαρτυρία τους με το αίμα τους. Να μαρτυρήσουν για τον Κύριο. Δεν υπάρχει αμφίδρομη ταυτότητα αγίου και χριστιανού. Ο άγιος είναι χριστιανός. Ο χριστιανός δεν είναι κατ’ ανάγκη άγιος. Δυνάμει ναι, ενεργεία; Αυτό μόνο ο Κύριος μπορεί να το βεβαιώσει. Αυτό σημαίνει ότι ο κάθε χριστιανός καλείται στην αγιότητα, δηλαδή στην προσωπική του ιεραποστολή πρωτίστως. 
Κατά τον Άγιο Μάξιμο τον Ομολογητή «Μέγας δέ τῆς ἀληθείας κῆρύξ ἐστιν ὁ τῷοἰκείῳβίῳτόνὑπ᾿αὐτοῦλαλούμενον τῆς διδασκαλίας λόγον πιστούμενος» ενώ ο Άγιος Συμεών ο Νεός Θεολόγος προτρέπει «πρῶτον ἑαυτοὺς ἀπό τῶν θείων Γραφῶν νουθετήσατε». Η ιερά, λοιπόν, αποστολή του πιστού, η προσωπική του ιεραποστολή είναι η τήρηση των έντολών του Κυρίου. Διά της τήρησης των εντολών ο άνθρωπος εκτείνεται και καθίσταται δοχείο της χάριτος. Τότε ενεργεί ο Κύριος μέσα από εμάς. Η χάρις λαμπρύνει την καρδιά και ο άνθρωπος βιώνει την παρουσία των ακτίστων ενεργειών. Κοινωνώντας ο πιστός του Σώματος και Αίματος του Κυρίου γίνεται ’’σύσσωμος και σύναιμος’’ του Κυρίου Ιησού. «Μέλη Χριστοῦ γινόμεθα, μέλη Χριστός ἡμῶν δέ, καί χείρ Χριστός καί ποῦς Χτιστός ἐμοῦ τοῦ παναθλίου, καί χείρ Χριστοῦ καί ποῦς Χριστοῦ ὁ ἄθλιος ἐγώ δέ. Κινῶ τήν χεῖρα, καί Χριστός ἡ χείρ μου ἔστιν. Ἀμέριστον γάρ νόει μοι θεότητα τήν θείαν! Κινῶ τόν πόδα καί, ἰδού, ἀστράπτει ὡς ἐκεῖνος· μή εἴπῃς, ὅτι βλασφημῶ, ἀλλ᾿ἀπόδεξαι ταῦτα καί τῷ Χριστῷ προσκύνησον τοιοῦτόν σε ποιοῦντι!» όπως ποιητικά αποκαλύπτει ο Άγιος Συμεών ο Νεός Θεολόγος. Γινόμαστε ένα πνεύμα, μία θέληση, ένα σώμα. Έτσι, ο λόγος του Κυρίου στην Αρχιερατική προσευχή, ’’ἵνα πάντες ἕν ὦσι’’, πραγματώνεται.
Ο Κύριος απευθυνόμενος στους μαθητές του είπε:  τους «Πορευθέντες μαθητεύσατε πάντα τά ἔθνη, βαπτίζοντες αὐτούς εἰς τό ὄνομα τοῦ Πατρός καί τοῦ Υἱοῦ καί τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, διδάσκοντες αὐτούς τηρεῖν πάντα ὅσα ἐνετειλάμην ὑμῖν». Εν τούτοις οι φοβισμένες καρδιές των μαθητών του Κυρίου, αναθάρρησαν την Πεντηκοστή. Αφού έλαβαν την δύναμη των άκτιστων ενεργειών του Αγίου Πνεύματος και έτσι ενώθηκαν με τον Κύριο, κατεστάθησαν και από τα πράγματα ικανοί για την ιερή αποστολή τους.  Να κηρύξουν την αλήθεια για τον Κύριο Ιησού και την Τριαδική μονάδα, ώστε να ενταχθεί δια του βαπτίσματος ο κόσμος στο μυστηριακό σώμα του Κυρίου και να σωθεί μιας και «Ὁ πιστεύσας καί βαπτισθείς σωθήσεται, ὁ δέ ἀπιστήσας κατακριθήσεται». Μόνον τότε οι μαθητές έγιναν Απόστολοι και ξεκίνησαν την ιεραποστολική τους δράση. Αυτή η αγιοπνευματική και χαρισματική ιεραποστολική δράση συνιστά το μέτρο για όλους τους επόμενους των Αποστόλων. Και αυτοί είναι οι Άγιοι του Κυρίου. Οι αδερφοί του Κυρίου και οι υιοί της Υπεραγίας Θεοτόκου.
Η ιεραποστολή των αγίων είναι η ιεραποστολή της διάκρισης. Η ιεραποστολή δεν μπορεί να είναι διαλεκτική αλλά πρωτίστως διακριτική και οπωσδήποτε αποκαλυπτική. Ο Κύριος δίδαξε και αποκάλυψε. Οι άγιοι δεν κάνουν ιεραποστολή αλλά είναι η ιεραποστολή. Κινούμενοι από το Άγιο Πνεύμα βρίσκονται στον τόπο που ο Κύριος ευδοκεί. Δεν ομιλούν αυτοί για τον Κύριο. Αλλά η χαρισματική τους ανακαίνιση είναι η απόδειξη της παρουσίας του ίδιου του Κυρίου. Είναι μαρτυρία που οφείλει η ιεραποστολή να κηρύξει. Διδάσκουνε τα πράγματα του Κυρίου διότι ο Κύριος τους τα δίδαξε και τους τα αποκάλυψε. Ο Κύριος είναι ο προσφέρων, προσφερόμενος και αποδεχόμενος στην ιεραποστολή σύμφωνα με τη διαβεβαιώσή Του: «Ἐφ' ὅσον ἐποιήσατε ἐνί τούτων τῶν ἀδελφῶν μου τῶν ἐλαχίστων ἐμοί ἐποιήσατε (Μθ. 25,40)». Άμα τη παρουσία τους διδάσκουν, δεικνύουν και αποδεικνύουν ότι εις Κύριος εις δοξαν Θεού Πατρός και Αγίου Πνεύματος. «Ὑμεῖς ἐστε τό φῶς τοῦ Κόσμου» είπε ο Κύριος. Και αυτό το φως δεν είναι άλλο από το φως του Κυρίου. Διότι ο άγιος είναι ετερόφωτος και αντανακλά το φως του Κυρίου. Την δόξα του Κυρίου. Τι άλλο να διδάξει ο Άγιος περάν της δόξας του Κυρίου; Ποια άλλη διδαχή έχει ανάγκη ο άνθρωπος πέραν της θέας της δόξας του Κυρίου. Τι μπορεί να αντικαταστήσει την δόξα του Κυρίου; Ο διάλογος και δει ο παρδαλός; Ποιο το νόημα του «ἔρχου καί ἴδε» (Ἰω. 1, 46); Τι να διαλεχθεί η δόξα του Κυρίου; Είναι αντικείμενο διαλόγου το άκτιστο φως; Ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς πιστοποίησε αυτό που έπαθε. Ότι το άκτιστο φως είναι άκτιστο. Δεν διελεγχθεί για την ’’φύση’’ του φωτός, περί αυτού ήταν πληροφορημένος, βεβαιωμένος, παθημένος και πεπεισμένος, αλλά προσπάθησε να δείξει ότι οι διδασκαλίες του Βαρλαάμ και των άλλων είναι πλάνη. Απέδειξε, ως ποιμήν καλός που ήταν, που πρέπει το ποίμνιο να σταυλιστεί και να μην τρέχει αλλαχόθεν πανικοβλημένο και πλανεμένο. Ο Άγιος Συμεών ο Νεός Θεολόγος προτρέπει «Λοιπόν οὖν καί σύ ἐπιστρέψας στήριξον τούς ἀδελφούς σου· ποίμανοντά πρόβατά μου. Ποιμανεῖς δέ οὐκ ἐν τῷ εἰσάγειν καί ἐξάγειν ἀπόνομῶνεἰς νομάς καί εὔτροφα καί πίονα ταῦτα τῷ σώματι συντηρεῖν, οὐδ᾿ἐντῷ περικλείειν φραγμοῖς καί τοίχοις, ἀλλ᾿ἐντῷ διδάσκειν αὐτά τηρεῖν πάντα ὅσα ἐνετειλάμην ὑμῖν, οὐ τά μέν τηρεῖν, τῶν δέ καταφρονεῖν, ἀλλά πάντα φυλάττειν ὅσα ἐνετειλάμην ὑμῖν» και αλλού «ποιμαίνειν τά πρόβατά μου· πῶς; Διδάσκων αὐτά τήν εἰς ἐμέ πίστιν ἀθόλωτον ἔχειν καί εἰλικρινῆ καί ἀδίστακτον, ἀγαπᾶν με ἐξ ὅλης αὐτῶν τῆς ψυχῆς, ἐξ ὅλης τῆς διανοίας, ὡς αὐτούς οὕτως κἀγώ ἠγάπησα. Ὑπέρ αὐτῶν γάρ ἔθηκα τήν ψυχήν μου καί ἀπέθανον. Πρόθες αὐτοῖς ἀντίνομῆς ἀλόγου τήν τῶν ἐμῶν ἐντολῶν ζωοποιόν τροφήν». Υπήρχε πότε περίπτωση ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς να θέσει ως θεολογούμενο το ως άνω ζήτημα; Ποιος μπορεί να αποδείξει στον Άγιο Λάζαρο τον και Τετραήμερο αποκαλούμενο, αλλά και σε όλους τους αναστηθέντες ότι δεν υπάρχει ανάσταση; Υπάρχει περίπτωση ο αναστημένος να διαλεχθεί για την ανάσταση καθεαυτή; Αντιλαμβανόμαστε ότι ενώ υποστασιάζονται τα αόρατα εμείς, αντί του θαυμασμού, προτείνουμε διαλεκτική προσέγγιση; Τι θα πει: ο διάλογος είναι απολογητικός και αναιρετικός ή διάλογος της αγάπης; Ποια αγάπη έχει αυτός που ενώ ισχυρίζεται ότι αναστήθηκε, ανακαινίστηκε και ενοποιήθηκε σε μονοειδή ενότητα ο νους του, διαλέγεται την αλήθεια τους. Είναι σαφέστατα ψεύτης και ψευδώς διδάσκει διότι δεν έπαθε όσα λέει. Διότι ή διδάσκεις αυτά που έπαθες χαρισματικά και τα πιστοποιεί η χάρις του Κυρίου Ιησού ή δεν έπαθες και διδάσκεις εντάλματα ανθρώπων. Του Κυρίου πράγματα δεν διδάσκει διότι δεν τα γνωρίζει. Και θα τα γνώριζε αν καλή τη προαιρέση ερχόταν παρά τους πόδας του Κυρίου και εν μετανοία αποζητούσε το Προσωπό Του. 
Υπάρχουν πολλά ζητήματα που θέτουν οι διάφοροι διαλεγόμενοι. Τα ζήτημα της ιεραποστολής στους άπιστους ή η σωτηρία των πέραν της Εκκλησίας του Κυρίου ανθρώπων. Απλά να σημειώσουμε ότι αν σωζόντουσαν οι άνθρωποι πέραν της Εκκλησίας τότε είναι μάταιη η ενανθρώπηση και όλο το σχέδιο της θείας οικονομίας. Η οικονομία της σωτήριας κακώς επιτελείται από τον Κύριο μιας και η σωτηρία φύεται και σε άλλους τόπους. Αν πάλι σώζονται οι ετερόδοξοι και η αλλόδοξοι επειδή γνωρίζουν με κάποιο τρόπο ότι εις Κύριος και Τρίας η εν μονάδι ο Θεός και ότι το σχέδιο της σωτηρίας του ανθρώπου ξεδιπλώνεται εντός των κοσμικών ιστορικών ορίων τότε αυτή θα είναι μια άλλη ορθόδοξη εκκλησία που ομολογεί ό,τι ομολογεί η Ορθόδοξη Εκκλησία του Κυρίου. Προς τι λοιπόν μια άλλη Εκκλησία; Για δε τους υπόλοιπους που δεν γνωρίζουν ή ενδεχομένως δεν θα γνωρίσουν ή δεν γνώρισαν την αλήθεια του Κυρίου, όπως την διδάσκει η Εκκλησία Του, αυτό είναι ένα ζήτημα που αφορά αποκλειστικά και μόνο τον Κύριο. Οφείλουμε να έχουμε την καλή περιέργεια. Εμείς καλούμαστε στην κλήση του Κυρίου. Όταν πλυθηνθούν οι άγιοι εργάτες, οπωσδήποτε ο Κύριος εν Αγίω Πνεύματι και με την συνέργεια τους, θα τους οδηγήσει οπουδήποτε είναι αναγκαίο. 

Δεν θα υπεισέλθουμε προς το παρόν σε όλες αυτές τις αντεγκλήσεις περί ιεραποστολής και εκκλησίας που εγείρει ο όρος Missio Dei. Είναι προφανές από τα παραπάνω ότι όλοι μπορεί να λέγονται χριστιανοί. Η χάρις του Κυρίου όμως πιστοποιεί ή αναιρεί  την ομολογία του καθενός που λέγεται χριστιανός και η χάρις του Κυρίου δεν διαλέγεται την αλήθεια του Κυρίου. Υπάρχει, είναι μεθεκτή και πείθει δια της παρουσίας. Αν δεν πείθει αποκαλύπτεται περαιτέρω κατά το παράδειγμα του Αποστόλου Θωμά. Σε καμιά περίπτωση δεν εκπίπτει. Ομοίως οφείλει και η ιεραποστολή. Αν θέλει να είναι τέτοια: δηλαδή ιερή. Επίσης όλες αυτές οι συζητήσεις, σχολαστικού τύπου, αφήνουν αδιάφορους τους μαθητές του Κυρίου διότι άνετα θα μπορούσαν να καταταχθούν στο χώρο της αργολογίας. Εν τούτοις, οι άγιοι μαθητές του Κυρίου, ασχολούνται για ένα και μόνο λόγο: διότι οφείλουν να κρατήσουν την πίστη λαμπικαρισμένη. Να την καθαρίσουν τη λάσπη, που ρίχνουν όλα τα γεννήματα του πεπτωκότος νου στην πίστη του Κυρίου, τοιουτοτρόπωςδε δεν προάγουν την οικοδομή του Σώματος του Κυρίου. Αντίθετα διασπούν με τις ανθρωπολογικές και κοινωνιολογικές τους προσεγγίσεις κι αποπροσανατολίζουν την όποια καλή προαίρεση αναφύεται στον εκτός της Εκκλησίας του Κυρίου χώρο. Η διαλεκτική της ιεραποστολής που υφίσταται στον προτεσταντικό και παπικό χώρο είναι ένα από τα τσουβάλια με τα ξυλοκέρατα με τα οποία ταΐζουν τους ανθρώπους που τους ακολουθούν. Άγιος Συμεών ο Νεός Θεολόγος: «ποιμαίνειν τά πρόβατά μου· πῶς; Διδάσκων αὐτά τήν εἰς ἐμέ πίστιν ἀθόλωτον ἔχειν καί εἰλικρινῆ καί ἀδίστακτον, ἀγαπᾶν με ἐξ ὅλης αὐτῶν τῆς ψυχῆς, ἐξ ὅλης τῆς διανοίας, ὡς αὐτούς οὕτως κἀγώ ἠγάπησα. Ὑπέρ αὐτῶν γάρ ἔθηκα τήν ψυχήν μου καί ἀπέθανον. Πρόθες αὐτοῖς ἀντίνομῆς ἀλόγου τήν τῶν ἐμῶν ἐντολῶν ζωοποιόν τροφήν». Δυστυχώς η ίδια τροφή προορίζεται και για τους ορθοδόξους. Εμείς θα σταματήσουμε εδώ διότι ο σκοπός είναι να δείξουμε το άτοπο όλων αυτών των ανθρωπίνων θεωριών και φυσικά και το άπιστο αυτών που τις κατασκευάζουν τις υποστηρίζουν και τις διαδίδουν. 
Γιώργος Μπόρας