Πέμπτη 3 Σεπτεμβρίου 2026

Δεξιά του λαού, αριστερά των αριστοκρατών

του Roberto Pecchioli

Η αντιπαράθεση Μπονατσίνι – Μελόνι: γιατί και οι δύο έχουν δίκιο και άδικο

Μεταξύ των καλοκαιρινών αντιπαραθέσεων, μία είναι ενδιαφέρουσα, αν και οι εμπλεκόμενοι την αντιμετωπίζουν με τη κοντόφθαλμη οπτική της ιταλικής πολιτικής.

Ο πρόεδρος του Δημοκρατικού Κόμματος (PD), Στέφανο Μπονατσίνι, τυπικό προϊόν της αριστερής νομενκλατούρας αλλά ισορροπημένη προσωπικότητα, δήλωσε σε εκδήλωση του κόμματός του ότι «η ψήφος στον πρώτο και στον δεύτερο Τραμπ, η ψήφος για το Brexit πριν από μερικά χρόνια. Η ψήφος στη Γερμανία προς τη δεξιά, εκείνη στη Λεπέν, εκείνη στην Ιταλία στη Μελόνι, πρώτα στον Σαλβίνι και σήμερα ίσως στον Βαννάτσι, είναι μια ψήφος που, κατά πλειοψηφία, προέρχεται από όσους έχουν σπουδάσει λίγο, από όσους ζουν στις επαρχιακές περιοχές ή στα προάστια των πόλεων και από όσους βρίσκονται σε χειρότερη οικονομική κατάσταση».

Contra factum non valet argumentum: είναι η αλήθεια που επιβεβαιώνεται από κάθε κοινωνιολογική και εμπειρική έρευνα.

Με μεγάλη ταχύτητα και επικοινωνιακή δεξιοτεχνία, η Τζόρτζια Μελόνι – το μοναδικό πραγματικό πλεονέκτημα του συνασπισμού του οποίου ηγείται – απάντησε ως εξής: «Εκείνοι που τους ψηφίζουν είναι μορφωμένοι, συνειδητοποιημένοι και έξυπνοι πολίτες, ενώ εκείνοι που ψηφίζουν εμάς είναι αμαθείς, άξιοι οίκτου, αν όχι και επανεκπαίδευσης».

Χτύπησε και βύθισε.

Το ζήτημα είναι ότι και οι δύο έχουν ταυτόχρονα δίκιο και άδικο.

Πάνω απ’ όλα, αδυνατούν να αντιληφθούν την ιστορική σημασία αυτού που παρατηρούν ως επαγγελματίες της πολιτικής, που ανησυχούν περισσότερο για την άμεση απήχηση παρά για τις συνέπειες όσων διαπιστώνουν.

Κι όμως, δύο φαντάσματα περιπλανώνται στη γη του λυκόφωτος: η αριστοκρατική αριστερά και η πληβειακή δεξιά.

Είναι κάτι καινούργιο, αλλά όχι εντελώς: τη Γαλλική Επανάσταση, μητέρα όλων των επαναστάσεων, την έκαναν δικηγόροι, διανοούμενοι και μικροευγενείς των πόλεων, ενώ η αντίσταση προήλθε από τα λαϊκά και αγροτικά στρώματα, τα οποία εξοντώθηκαν σε πραγματικές γενοκτονίες, όπως στη Βανδέα.

Ήταν ο εξαιρετικά φιλελεύθερος νόμος Le Chapelier (1791) που κατάργησε τα ενδιάμεσα σώματα και άφησε τον λαό ανυπεράσπιστο απέναντι στην απρόσωπη δύναμη του νεοσύστατου «έθνους» – της νομικής εξουσίας – και της οικονομίας.

Για μεγάλο μέρος του 19ου αιώνα, η αριστερά ήταν φιλελεύθερη, με τις διάφορες έννοιες του όρου. Η εκμεταλλευτική βία της νέας εξουσίας γέννησε τη σοσιαλιστική και κομμουνιστική αντίδραση· οι φιλελεύθεροι έγιναν η δεξιά, ηγεμονεύοντας επί των συντηρητικών.

Επιστρέφουμε στις ρίζες.

Οι νικητές από τη μία πλευρά, οι ηττημένοι από την άλλη. Αλλάζει η σήμανση, όχι η ουσία.

Καθώς εξασθένησε ο μαρξιστικός μυστικισμός γύρω από το προλεταριάτο, τον μοχλό της κομμουνιστικής επανάστασης, έμεινε εκείνο που οι μεταμαρξιστές της Φρανκφούρτης – ιδίως ο Αντόρνο και ο Χορκχάιμερ – είχαν κατανοήσει πριν από έναν αιώνα: οι προλετάριοι δεν είναι καθόλου επαναστατική τάξη. Αγωνίζονται να ξεφύγουν από την κατάστασή τους και να γίνουν αστοί.

Εκείνοι, μαζί με τον Μαρκούζε, εντόπισαν νέες «επαναστατικές» ομάδες: τις γυναίκες, τις εθνοτικές και σεξουαλικές μειονότητες, τους νέους που θεωρούνταν ξεχωριστή τάξη, τις κοινότητες χωρίς κοινωνική βαρύτητα.

Η αριστερά – που έγινε προοδευτική και κατά κάποιον τρόπο επέστρεψε στον φιλελευθερισμό (οι γενικόλογες, πολυχρηστικές λέξεις προσελκύουν πάντα) – πήρε το μάθημά της και τάχθηκε στο πλευρό των νικητών.

Των πραγματικών νικητών: των οικονομικών και χρηματοπιστωτικών ολιγαρχιών, οι οποίες με τη σειρά τους απελευθερώθηκαν από τις αρχές του χθες στο όνομα του νέου ενυπάρχοντος θεού, της αγοράς που έγινε παγκόσμια, παντοδύναμη.

Αφού κατέκτησαν την εξουσία, αφού κατέκλυσαν ορισμένες πανεπιστημιακές σχολές και κατέλαβαν τα οχυρά της εξουσίας – ετερογένεση των σκοπών της σκέψης του Γκράμσι! – είναι προφανές ότι αυτά τα στρώματα, πολυάριθμα και σχεδόν πάντοτε εξασφαλισμένα, δεν θέλουν να την εγκαταλείψουν: γι’ αυτό ψηφίζουν αριστερά.

Επειδή η εκπαίδευσή τους είναι κυρίως νομικοδιοικητική, κοινωνιολογική, φιλοσοφική και ψυχολογική, θεωρούν τους εαυτούς τους μοναδικούς φωτισμένους.

Πρόκειται για ένα ευρύ σνομπ στρώμα, με αυξανόμενο ποσοστό γυναικών. Νιώθει άνετα στα εμπορικά κέντρα, λατρεύει τις καινοτομίες κάθε είδους, ιδίως τις τεχνολογικές, γοητεύεται από τα λεγόμενα «δικαιώματα» (μπροστά στα καθήκοντα υποχωρεί σκανδαλισμένο) και ανήκει στον τύπο του ανθρώπου που έχει εκριζωθεί εκούσια, του κοσμοπολίτη που δεν αισθάνεται ότι ανήκει πουθενά – τα nowhere (oι πουθενάδες) της αγγλοσαξονικής κοινωνιολογίας.

Το άλλο χαρακτηριστικό είναι ο ναρκισσισμός: κοιτάζουν μόνο τον εαυτό τους, αγαπούν τον εαυτό τους και θεωρούν τους εαυτούς τους, όπως θα έλεγε ο Πρίγκιπας της Σαλίνα, ο Γατόπαρδος, το άλας της γης.

Φυσικό είναι να αισθάνονται αποστροφή για όλους τους άλλους, ακριβώς όπως οι ανώτερες τάξεις του παρελθόντος, «οι κύριοι», που τουλάχιστον ήξεραν να αναδεικνύουν μέσα από τις τάξεις τους μια ηγετική-άρχουσα
 τάξη.

Ο Μπονατσίνι γεννήθηκε κομμουνιστής και γνωρίζει καλά ότι η δική του παράταξη αποτελούνταν κυρίως από τον ίδιο λαό που τώρα έχει μετακινηθεί αλλού.

Εργάτες, οι οικογένειές τους, χειρώνακτες άνδρες και γυναίκες, κάτοικοι των προαστίων, ολόκληρες γενιές ξεριζωμένες από τη βιομηχανική επανάσταση, η οποία έφτασε στην Ιταλία στα τέλη της δεκαετίας του ’50.

Δεν είχαν μεταπτυχιακά, πτυχία ή διπλώματα, αλλά θέληση, εργατικότητα, πνεύμα θυσίας, αγάπη για την οικογένεια και τη γη τους, ελπίδα για το μέλλον.

Τα παρασιτικά στρώματα
 – στον Νότο ενσαρκωμένα από τους τοπικούς παράγοντες, τους γαιοκτήμονες, τους εκπαιδευτικούς, τους γραφειοκράτες κάθε βαθμίδας και βαθμού, στον Βορρά κυρίως από την ανερχόμενη επιχειρηματική αστική τάξη, ανυπόμονη απέναντι στους περιορισμούς και καχύποπτη απέναντι στο κράτος – βρίσκονταν στην άλλη πλευρά.

Είναι μια χονδροειδής και αρκετά μεροληπτική διαίρεση, αλλά αποδίδει την εικόνα.

Πάντα ο επάνω εναντίον του κάτω, το κέντρο εναντίον της περιφέρειας, οι ολιγαρχίες και τα τεχνικά και διανοητικά στρώματα που τις υποστηρίζουν εναντίον του λαού.

Οι νικητές των τελευταίων εξήντα-εβδομήντα ετών τοποθετήθηκαν στην αριστερά – ο όρος είναι καθαρά περιγραφικός – επειδή βρήκαν εκεί αυτό που αναζητούσαν.

Αδιάφοροι για τις αρχές της ταυτότητας, της θρησκείας, του έθνους, της οικογένειας, χωρίς πλέον ενδιαφέρον για τα κοινωνικά ζητήματα, γοητευμένοι από το φάντασμα της ελευθερίας, νοούμενης ως απελευθέρωση από τους δεσμούς, βρήκαν σε ένα συγκεκριμένο είδος σπουδών το κλειδί για να επιβεβαιώσουν ορισμένες αξίες και, κυρίως, να βελτιώσουν την οικονομική τους κατάσταση και το κοινωνικό τους βάρος.

Κατέλαβαν τις γραφειοκρατίες (δομές εξουσίας), οι οποίες αυξήθηκαν σε αριθμό και σημασία, πάντοτε προσηλωμένες στον έλεγχο και στη διαχείριση – δύο κεντρικά ουσιαστικά στο προοδευτικό νοητικό σύμπαν – και σε μια νομικιστική, τυπολατρική θεώρηση της πραγματικότητας: το στρώμα των «πρωτοκόλλων» που απαλλάσσουν από τη σκέψη και, πάνω απ’ όλα, από την ευθύνη.

Κατέλαβαν το σχολείο, το οποίο εγκατέλειψαν πολλοί άνδρες εκπαιδευτικοί λόγω του χαμηλού οικονομικού κύρους. Ηγεμονεύουν σε επαγγέλματα όπως η ψυχολογία, η κοινωνική πρόνοια, τα διοικητικά στελέχη του δημόσιου τομέα, τη λεγεώνα των λεγόμενων «ειδικών».

Είναι ενστικτωδώς αριστεροί όχι λόγω προοδευτισμού, αλλά, παραδόξως, για τον αντίθετο λόγο: τα κατάφεραν και τώρα κοιτάζουν αφ’ υψηλού τη μάζα που βρίσκεται από κάτω, τους προτελευταίους, τους ηττημένους της εποχής μας.

Έχουν αντικαταστήσει τον ρατσισμό του χθες και την ταξική απόσταση με την πολιτισμική αλαζονεία, την υπεροχή των ημιμορφωμένων, των ημι-στοχαστικών, των ημιευκατάστατων, των ημιηθικολόγων, πάντα με το δάχτυλο υψωμένο και τα φρύδια ανασηκωμένα από αγανάκτηση, ενώ κοιτάζουν προς τα κάτω χωρίς να προσπαθούν να καταλάβουν.


Αν δεν ήταν οι δάσκαλοι της γλώσσας, θα ήταν η δεξιά, ένας όρος φορτισμένος με κάθε είδους αρνητικότητα.

Γι’ αυτό ο Μπονατσίνι έχει δίκιο όταν επισημαίνει τη δυσφορία που ωθεί τους λιγότερο μορφωμένους, τους μη εξασφαλισμένους, τους κατοίκους των μικρών και μεσαίων πόλεων, τα εναπομείναντα αγροτικά στρώματα, όσους δεν μπόρεσαν να ολοκληρώσουν τις σπουδές τους, προς ιδανικά και επιλογές αντίθετες προς τη δική του παράταξη.

Αλλά είναι οι δικοί του που τους εγκατέλειψαν και, πάνω απ’ όλα, είναι οι δικοί του που δυσφήμησαν, εξευτέλισαν και γελοιοποίησαν τις αρχές και τις αξίες τους. Δεν μπορεί να εκπλήσσεται αν οι ηττημένοι δεν το δέχονται.

Η Μελόνι έχει δίκιο να υπερασπίζεται τους ψηφοφόρους της, αλλά δεν μπορεί να ξεχνά να τους εκπροσωπεί, όπως συνέβη κατά τα απογοητευτικά χρόνια της διακυβέρνησης.

Τίποτα από όσα ζητούσε ο λαός της δεν υλοποιήθηκε σε κεντρικά ζητήματα όπως η μετανάστευση, η δημόσια τάξη, ο πόλεμος, ο επανεξοπλισμός, η υπεράσπιση των μεσαίων στρωμάτων.

Ακόμη περισσότερο, θα έπρεπε να αναγνωρίσει ότι η συνοπτική κρίση της αριστεράς για τη δεξιά δεν είναι εντελώς αβάσιμη, ιδίως σε πολιτισμικό επίπεδο, και να εργαστεί για να την ανατρέψει, αποφεύγοντας να αναθέτει αυτά τα ζητήματα σε επιτηδευμένους δασκαλάκους των τηλεοπτικών σαλονιών.

Δεν έχει νόημα να χρυσώνουμε το χάπι: ένας τεράστιος αριθμός στελεχών και οπαδών ενδιαφέρεται μόνο για τρία πράγματα: οι φιλελεύθεροι-συντηρητικοί για τους φόρους και το τοτέμ της επιχείρησης· οι υπόλοιποι για τη μετανάστευση, όπου συγχέουν το φαινόμενο, που είναι δραματικό, με τον μετανάστη, που είναι άνθρωπος.

Όσοι έχουν αγωνιστεί επί δεκαετίες ενάντια στην πολιτισμική αδιαφορία των διαφόρων δεξιών το γνωρίζουν. Σε μειονότητες εξαιρετικής ποιότητας, με τεράστια ενδιαφέροντα και ευρείες γνώσεις, ανθρώπους που συχνάζουν σε ιστολόγια, ιστοτόπους και εξειδικευμένα βιβλιοπωλεία, οργανωτές κύκλων, αδηφάγους αναγνώστες, ακούραστους αρθρογράφους, αντιπαρατίθεται μια τεράστια πλειοψηφία αδιάφορων, αν όχι ικανοποιημένων, εφησυχασμένων, αδαών.

Ανίκανοι να εμβαθύνουν, ενοχλημένοι από κάθε επιχείρημα που δεν αφορά το πορτοφόλι ή τους ξένους, δεν φέρουν όμως όλη την ευθύνη. Έχουν κακοπαιδευτεί εδώ και δεκαετίες: τα σκέφτεται όλα ο εκάστοτε αρχηγός.

Στο παρελθόν πολιτικοί ηγέτες όπως ο Αλμιράντε, ο Μαλαγκόντι ή ο Φανφάνι, ύστερα ο Μπερλουσκόνι, τώρα η Μελόνι και ο τελευταίος που εμφανίστηκε, ο αρχιστράτηγος.

Πρέπει να το παραδεχθούμε με τη λύπη, την αδυναμία και την απογοήτευση μιας ολόκληρης ζωής: η συζήτηση με τους προοδευτικούς μπορεί να ενοχλεί, να πονάει, να προκαλεί έκπληξη για την άρνηση της πραγματικότητας από ορισμένους, αλλά η συζήτηση με τον μέσο ψηφοφόρο της δεξιάς είναι συχνά απελπιστική.

Κι όμως, ο λόγος για τον οποίο η δεξιά είναι τόσο δημοφιλής στις κοινωνικές ομάδες που ανέφερε ο Μπονατσίνι – ο οποίος ξέχασε να αναλύσει (δεν θα του έκανε καλό και 
δεν τον συμφέρει!) την έντονη ανδρική υπεροχή – είναι στοιχειώδης.

Στη σύγχρονη κοινωνία η σύγκρουση δεν είναι πλέον αποκλειστικά κάθετη, μεταξύ πλουσίων και φτωχών, εκμεταλλευόμενων και εκμεταλλευτών, αλλά, όπως λέγαμε, μεταξύ κέντρου και περιφέρειας, λαού και ολιγαρχιών, γραφειοκρατικών και τεχνικών στρωμάτων, «ειδικών» με εξασφαλισμένη θέση και μαζών χωρίς εξασφάλιση, μεταξύ ταυτοτικών και κοσμοπολίτικων ανθρώπων.

Ο Μπονατσίνι το έχει καταλάβει, ενώ, από την αντίθετη πλευρά, περιορίζονται να απαντούν με πικραμένα, αν και αποτελεσματικά, συνθήματα. Αυτή είναι η διαφορά ανάμεσα στον στοχασμό και την προχειρότητα, ανάμεσα στην εμβάθυνση και την ευκαιριακή αλιεία.

Αν η νέα δεξιά είναι πληβειακή, είναι επειδή είναι ηττημένη. Κάποιες φορές νικά, εκμεταλλευόμενη τα κολοσσιαία λάθη του αντιπάλου, αλλά δεν αποτελεί εναλλακτική λύση.

Παραφράζοντας τον άκρως κομμουνιστή Ντάριο Φο: ο κυρίαρχος του λόγου ξέρει χίλιες λέξεις, ο ηττημένος τριακόσιες. Γι’ αυτό κερδίζει.

Δεν υπάρχουν σχόλια: