Συνέχεια από Δευτέρα 24. Αυγούστου 2026
Η αριστοτελική Φυσική 3
Μελέτες για τη θεμελίωση της φυσικής επιστήμης και τις γλωσσικές προϋποθέσεις της έρευνας των αρχών στον Αριστοτέλη
Göttingen: Vandenhoeck & Ruprecht, 1992, 3η έκδοση
Wolfgang Wieland
Εισαγωγή: Η έρευνα για τον Αριστοτέλη και η Φυσική
§ 1. Η κατάσταση της έρευνας (συνέχεια)
Για αυτές τις συλλήψεις, οι οποίες δεν εισέρχονταν σε ανταγωνισμό με την επιστημονική έρευνα, καθιερώθηκε σύντομα ο όρος Weltanschauung («κοσμοθεωρία»). Με τις διάφορες κοσμοθεωρίες και με τον τρόπο με τον οποίο αυτές καθίστανται ενεργές μέσα στην ιστορία επρόκειτο στο εξής να ασχολείται η φιλοσοφία, η οποία και η ίδια προσανατολιζόταν πλέον ιστορικά, εφόσον δεν ήθελε να αρκεστεί στο να νομιμοποιεί εκ των υστέρων την αξίωση αλήθειας των ακριβών επιστημών.
Η θεμελίωση αυτού του νέου καθήκοντος της φιλοσοφίας και ο διαχωρισμός της από τη φυσική επιστήμη —η οποία πλέον δεν επέτρεπε στη φιλοσοφία να αμφισβητήσει την αξίωσή της επί της πραγματικότητας— συνδέεται πρωτίστως με το έργο του Wilhelm Dilthey.
Αν το δεχθούμε αυτό ως προϋπόθεση, γίνεται κατανοητό γιατί, για την ιστορία της φιλοσοφίας, η αριστοτελική φυσική θεωρούνταν εξαρχής μια προ πολλού ξεπερασμένη και ως προς το περιεχόμενό της εσφαλμένη φυσική επιστήμη, ενώ τα υπόλοιπα κύρια έργα του Αριστοτέλη μπορούσαν να εξετάζονται ως φιλοσοφία, δηλαδή εδώ ως έκφραση μιας ορισμένης κοσμοθεωρίας, μιας γενικής δυνατότητας της ανθρώπινης ύπαρξης. Έτσι, για παράδειγμα, δεν είναι τυχαίο ότι ο W. Jaeger, ο οποίος στα ζητήματα αυτά εξακολουθεί να εξαρτάται πλήρως από εκείνες τις προϋποθέσεις, στο βιβλίο του για τον Αριστοτέλη προσανατολίζεται σχεδόν αποκλειστικά στα Μεταφυσικά, στην ηθική και στην πολιτική. Αυτοί οι τομείς, νοούμενοι ως έκφραση μιας κοσμοθεωρίας, μπορούσαν να αποτελέσουν αντικείμενο του ιστορικού ενδιαφέροντος όσων προσδοκούσαν από την ιστορία να τους διαφωτίσει σχετικά με την ουσία του ανθρώπου.
Τα Φυσικά, αντίθετα, κρίνονταν με μέτρο την αξίωση αλήθειας των σύγχρονων φυσικών επιστημών και φαίνονταν, ήδη από μια πρώτη και επιφανειακή εξέταση, ανίκανα να αντέξουν απέναντί της. Η αριστοτελική φυσική φαινόταν επομένως ότι δεν αποτελούσε επιστήμη, αλλά επίσης ένα τμήμα κοσμοθεωρίας — μια κοσμοθεωρία, βέβαια, τοποθετημένη σε ακατάλληλο πεδίο. Εδώ εκφράζεται ένας θεμελιώδης διαχωρισμός ανάμεσα στην ιστορία των επιστημών και στη γενική ιστορία του πνεύματος, ο οποίος δεν έχει υπερνικηθεί ούτε σήμερα.
Έτσι μπόρεσε να συμβεί ώστε, κατά τους νεότερους χρόνους, η αριστοτελική φυσική φιλοσοφία να παραμείνει σχεδόν λησμονημένη5 στα ουσιωδέστερα μέρη της, ενώ τα Μεταφυσικά μπορούσαν τουλάχιστον να αποτελούν έναν σοβαρά αντιμετωπιζόμενο αντίλογο στις σύγχρονες μεταφυσικές αναζητήσεις· τα Ηθικά Νικομάχεια και τα Πολιτικά να κατέχουν έως σήμερα σημαντική θέση, κυρίως στην εκπαίδευση της Αγγλίας· και τα Αναλυτικά, παρά τις διάφορες παρανοήσεις, να θεωρούνται ακόμη και μέχρι πριν από όχι πολύ καιρό ως η καταρχήν πλήρης και μη επιδεχόμενη περαιτέρω υπέρβαση παρουσίαση της τυπικής λογικής γενικά.
Αντίθετα, όσον αφορά τα Φυσικά, υπάρχει μια communis opinio, σύμφωνα με την οποία δεν έχουμε εδώ να κάνουμε με σαφείς και επαληθεύσιμους συλλογισμούς, αλλά με μια παράξενη συλλογή από προ πολλού ξεπερασμένες πλάνες και αντιεπιστημονικούς ανθρωπομορφισμούς. Υπό αυτές τις συνθήκες, βέβαια, η αριστοτελική φυσική δεν υπερνικήθηκε ποτέ πραγματικά. Αυτό συνδέεται επίσης με το γεγονός ότι ο Galilei αντιπαρατέθηκε με την αριστοτελική παράδοση, η οποία είχε εξελιχθεί προς μια πολύ συγκεκριμένη κατεύθυνση, και όχι με τον ίδιο τον Αριστοτέλη. Στη μεσαιωνική αριστοτελική παράδοση περιέχονται, ωστόσο, πολλά στοιχεία τα οποία, ακόμη και στην ευνοϊκότερη περίπτωση, διατηρούσαν μόνο χαλαρή σχέση με την αρχική αριστοτελική σκέψη.
Για να αναφέρουμε το χαρακτηριστικότερο παράδειγμα: η τελεολογική αρχή, όπως και η μεταφυσική των ουσιωδών μορφών, απέκτησε στην πορεία της εξέλιξης ένα βάρος το οποίο δεν είχε ούτε κατά διάνοια στην αριστοτελική διδασκαλία. Ο αριστοτελισμός προσέλαβε βέβαια πολλά επιμέρους και περιφερειακά στοιχεία, αλλά τα θεμέλια είχαν μεταβληθεί ριζικά, έστω και αν αυτό συχνά συνέβη ανεπαίσθητα. Σε ποιον βαθμό αυτή η μεταβολή πρέπει να αποδοθεί στη μετάφραση των ελληνικών εννοιών στα λατινικά μπορούμε σήμερα μόνο να το υποθέσουμε· εκτός από μεμονωμένες περιπτώσεις, ελάχιστα πράγματα έχουν ακόμη αποδειχθεί λεπτομερώς.
Παραμένει επίσης ανοικτό το ερώτημα αν ο Galilei, κατά την αντιπαράθεσή του με την αριστοτελική παράδοση, δεν βρισκόταν ως προς τη δική του θέση πλησιέστερα στον αυθεντικό Αριστοτέλη απ’ ό,τι οι αντίπαλοί του, οι οποίοι παρέμεναν δεσμευμένοι στη μεσαιωνική παράδοση. Ακόμη σημαντικότερο όμως είναι το εξής: η κριτική που άσκησαν στον Αριστοτέλη ο Galilei και οι σύγχρονοί του αφορούσε, ως προς το αντικείμενό της, κυρίως ζητήματα τα οποία στον Αριστοτέλη ανήκουν στον χώρο της κοσμολογίας. Η κοσμολογία όμως είναι για τον Αριστοτέλη κάτι διαφορετικό από τη φυσική.
Η κοσμολογία, όπως εκτίθεται στα τέσσερα βιβλία του De caelo και στα έργα που ακολουθούν, είναι μια διδασκαλία που ασχολείται με τα φυσικά πράγματα και τις ιδιότητές τους, πρωτίστως όμως με εκείνο το πράγμα που κατέχει την ανώτατη θέση στην ιεραρχία των φυσικών όντων: τον ουρανό. Τα Φυσικά, αντίθετα, δεν εξετάζουν καθόλου ορισμένα επιμέρους φυσικά πράγματα, αλλά τους γενικούς τρόπους εμφάνισης και τις αρχές των φυσικών πραγμάτων γενικά — δηλαδή των πραγμάτων που δεν έχουν κατασκευαστεί από τον άνθρωπο. Οι περιστασιακές θεματικές διασταυρώσεις και παραλληλίες δεν αναιρούν αυτή τη θεμελιώδη διαφορά μεταξύ φυσικής και κοσμολογίας. Αν ξεκινούσε κανείς από την αριστοτελική ταξινόμηση των επιστημών, σχεδόν όλα όσα ερευνά η φυσική κατά τους νεότερους χρόνους θα ανήκαν στην πραγματικότητα στον χώρο της κοσμολογίας.
Στον Αριστοτέλη η φυσική έχει να εξετάσει μόνο ζητήματα αρχών· η νεότερη φυσική επιστήμη, αντίθετα, απέφυγε αρχικά την εξέταση τέτοιων ζητημάτων. Πρέπει να διατηρούμε επίγνωση του γεγονότος ότι ένα μεγάλο μέρος της επιτυχίας που μπόρεσαν να σημειώσουν οι νεότερες φυσικές επιστήμες στηρίζεται σ’ αυτή τη συνειδητή παραίτηση από την εξέταση ζητημάτων αρχών. Έτσι, για παράδειγμα, είναι εξαιρετικά αμφίβολο αν θα μπορούσε να είχε επινοηθεί ο απειροστικός λογισμός, εάν κατά την εποχή της επινόησής του εξετάζονταν ζητήματα αρχών στο επίπεδο επιχειρηματολογίας του έκτου βιβλίου των αριστοτελικών Φυσικών. Αν όμως αντιληφθούμε ότι η νεότερη φυσική, εξεταζόμενη από την αριστοτελική σκοπιά, είναι στην πραγματικότητα κοσμολογία, τότε η διαπίστωση ότι η αριστοτελική φυσική αποτελεί ως προς το αντικείμενό της μια μεταφυσική έρευνα δεν φαίνεται πλέον τόσο παράδοξη, εφόσον ως βάση λαμβάνεται εδώ η σημερινή χρήση των όρων.
Μολονότι, λοιπόν, κατά τη μελέτη των αριστοτελικών Φυσικών δεν μπορούμε ακόμη να στηριχθούμε σε ένα ασφαλές σώμα γενικά αναγνωρισμένων ερευνητικών πορισμάτων, κάθε προσπάθεια κατανόησης του Αριστοτέλη καθορίζεται πάντοτε ήδη από τις ερμηνείες που έχει δεχθεί η σκέψη του ως σύνολο. Χωρίς να εισέλθουμε σε αντιπαραθέσεις για επιμέρους ζητήματα, θα σκιαγραφήσουμε τώρα τις σημαντικότερες θεμελιώδεις αντιλήψεις της έρευνας για τον Αριστοτέλη, σε σχέση με το θέμα μας.
§ 2. Θεμελιώδεις αντιλήψεις της έρευνας για τον Αριστοτέλη
Α. Η συστηματική αντίληψη
Σημειώσεις:
5. Από την άλλη πλευρά, πρέπει να έχουμε επίγνωση ότι γι’ αυτό ευθύνεται σε διόλου ασήμαντο βαθμό και το γεγονός ότι έρευνες του είδους των αριστοτελικών Φυσικών, οι οποίες θα μπορούσαν να αντιπαρατεθούν σοβαρά μαζί τους, δεν υπήρξαν στην πραγματικότητα ούτε στην αρχαιότητα ούτε στους νεότερους χρόνους. Έτσι, ολόκληρος αυτός ο προβληματισμός περιέπεσε ολοένα περισσότερο στη λήθη. Αυτό ισχύει κυρίως για τα σημεία στα οποία η αριστοτελική φυσική βρισκόταν de facto σε συμφωνία με τη νεότερη φυσική· και τούτο αφορά όχι μόνο τους προσδιορισμούς του συνεχούς, του μεγέθους, της κίνησης και του χρόνου, αλλά και τους θεμελιώδεις προσδιορισμούς της οντολογίας του πράγματος και των ιδιοτήτων του.
Βέβαια, η φυσική εξακολούθησε να καλλιεργείται και στη μεταριστοτελική φιλοσοφία της ελληνιστικής περιόδου. Όσα όμως φέρουν εκεί αυτή την ονομασία είναι σχεδόν αποκλειστικά ζητήματα του είδους εκείνων τα οποία ο Αριστοτέλης δεν πραγματεύεται στα Φυσικά, αλλά στα De caelo, De generatione et corruptione και Μετεωρολογικά. Για τα ζητήματα αυτά τα Φυσικά παρέχουν μόνο τις θεμελιώδεις αρχές, οι οποίες κατά την ελληνιστική περίοδο και την ύστερη αρχαιότητα δεν εξετάστηκαν πλέον με αυτή τη μορφή.
Είναι αλήθεια ότι, μέχρι την αρχή των νεότερων χρόνων, τα Φυσικά είχαν προσελκύσει το ενδιαφέρον πολλών υπομνηματιστών, στους οποίους —και κυρίως στον Σιμπλίκιο— οφείλουμε πολύτιμες πληροφορίες όχι μόνο για τον Αριστοτέλη, αλλά και για ολόκληρη την ελληνική φιλοσοφία. Εντούτοις, η ίδια η ουσιαστική προβληματική ελάχιστα διερευνήθηκε πλέον με ανεξάρτητο τρόπο· γι’ αυτό και η παράδοση των μεσαιωνικών υπομνηματιστών παρέμεινε τόσο παράξενα άκαμπτη και άψυχη. Τα πολύ πιο συγκεκριμένα και εποπτικά κοσμολογικά ζητήματα συναντούσαν ένα πολύ αμεσότερο ενδιαφέρον.
Μόνο οι έρευνες των θεμελίων στο εσωτερικό των θετικών επιστημών, οι οποίες άρχισαν τον 19ο αιώνα, κινήθηκαν και πάλι σε επίπεδο συγκρίσιμο με εκείνο της αριστοτελικής φυσικής. Την εποχή εκείνη, ωστόσο, εξαιτίας μιας ολέθριας ιστορικής παρερμηνείας, ο Δημόκριτος θεωρούνταν ο γονιμότερος φυσικός φιλόσοφος μεταξύ των Ελλήνων στοχαστών, ενώ στον Αριστοτέλη έβλεπαν τον γενάρχη ενός άκριτου τελεολογισμού, στον οποίο αποδιδόταν η αμφίβολη τιμή ότι είχε ανακόψει επί δύο χιλιάδες χρόνια την ανάπτυξη της φυσικής επιστήμης. Μια κατανοητική και εύστοχη αποτίμηση των αριστοτελικών Φυσικών από τη σκοπιά του σύγχρονου θετικού επιστήμονα συναντάται στον Reidemeister, ιδίως στις σ. 67 κ.ε.
Μελέτες για τη θεμελίωση της φυσικής επιστήμης και τις γλωσσικές προϋποθέσεις της έρευνας των αρχών στον Αριστοτέλη
Göttingen: Vandenhoeck & Ruprecht, 1992, 3η έκδοση
Wolfgang Wieland
Εισαγωγή: Η έρευνα για τον Αριστοτέλη και η Φυσική
§ 1. Η κατάσταση της έρευνας (συνέχεια)
Για αυτές τις συλλήψεις, οι οποίες δεν εισέρχονταν σε ανταγωνισμό με την επιστημονική έρευνα, καθιερώθηκε σύντομα ο όρος Weltanschauung («κοσμοθεωρία»). Με τις διάφορες κοσμοθεωρίες και με τον τρόπο με τον οποίο αυτές καθίστανται ενεργές μέσα στην ιστορία επρόκειτο στο εξής να ασχολείται η φιλοσοφία, η οποία και η ίδια προσανατολιζόταν πλέον ιστορικά, εφόσον δεν ήθελε να αρκεστεί στο να νομιμοποιεί εκ των υστέρων την αξίωση αλήθειας των ακριβών επιστημών.
Η θεμελίωση αυτού του νέου καθήκοντος της φιλοσοφίας και ο διαχωρισμός της από τη φυσική επιστήμη —η οποία πλέον δεν επέτρεπε στη φιλοσοφία να αμφισβητήσει την αξίωσή της επί της πραγματικότητας— συνδέεται πρωτίστως με το έργο του Wilhelm Dilthey.
Αν το δεχθούμε αυτό ως προϋπόθεση, γίνεται κατανοητό γιατί, για την ιστορία της φιλοσοφίας, η αριστοτελική φυσική θεωρούνταν εξαρχής μια προ πολλού ξεπερασμένη και ως προς το περιεχόμενό της εσφαλμένη φυσική επιστήμη, ενώ τα υπόλοιπα κύρια έργα του Αριστοτέλη μπορούσαν να εξετάζονται ως φιλοσοφία, δηλαδή εδώ ως έκφραση μιας ορισμένης κοσμοθεωρίας, μιας γενικής δυνατότητας της ανθρώπινης ύπαρξης. Έτσι, για παράδειγμα, δεν είναι τυχαίο ότι ο W. Jaeger, ο οποίος στα ζητήματα αυτά εξακολουθεί να εξαρτάται πλήρως από εκείνες τις προϋποθέσεις, στο βιβλίο του για τον Αριστοτέλη προσανατολίζεται σχεδόν αποκλειστικά στα Μεταφυσικά, στην ηθική και στην πολιτική. Αυτοί οι τομείς, νοούμενοι ως έκφραση μιας κοσμοθεωρίας, μπορούσαν να αποτελέσουν αντικείμενο του ιστορικού ενδιαφέροντος όσων προσδοκούσαν από την ιστορία να τους διαφωτίσει σχετικά με την ουσία του ανθρώπου.
Τα Φυσικά, αντίθετα, κρίνονταν με μέτρο την αξίωση αλήθειας των σύγχρονων φυσικών επιστημών και φαίνονταν, ήδη από μια πρώτη και επιφανειακή εξέταση, ανίκανα να αντέξουν απέναντί της. Η αριστοτελική φυσική φαινόταν επομένως ότι δεν αποτελούσε επιστήμη, αλλά επίσης ένα τμήμα κοσμοθεωρίας — μια κοσμοθεωρία, βέβαια, τοποθετημένη σε ακατάλληλο πεδίο. Εδώ εκφράζεται ένας θεμελιώδης διαχωρισμός ανάμεσα στην ιστορία των επιστημών και στη γενική ιστορία του πνεύματος, ο οποίος δεν έχει υπερνικηθεί ούτε σήμερα.
Έτσι μπόρεσε να συμβεί ώστε, κατά τους νεότερους χρόνους, η αριστοτελική φυσική φιλοσοφία να παραμείνει σχεδόν λησμονημένη5 στα ουσιωδέστερα μέρη της, ενώ τα Μεταφυσικά μπορούσαν τουλάχιστον να αποτελούν έναν σοβαρά αντιμετωπιζόμενο αντίλογο στις σύγχρονες μεταφυσικές αναζητήσεις· τα Ηθικά Νικομάχεια και τα Πολιτικά να κατέχουν έως σήμερα σημαντική θέση, κυρίως στην εκπαίδευση της Αγγλίας· και τα Αναλυτικά, παρά τις διάφορες παρανοήσεις, να θεωρούνται ακόμη και μέχρι πριν από όχι πολύ καιρό ως η καταρχήν πλήρης και μη επιδεχόμενη περαιτέρω υπέρβαση παρουσίαση της τυπικής λογικής γενικά.
Αντίθετα, όσον αφορά τα Φυσικά, υπάρχει μια communis opinio, σύμφωνα με την οποία δεν έχουμε εδώ να κάνουμε με σαφείς και επαληθεύσιμους συλλογισμούς, αλλά με μια παράξενη συλλογή από προ πολλού ξεπερασμένες πλάνες και αντιεπιστημονικούς ανθρωπομορφισμούς. Υπό αυτές τις συνθήκες, βέβαια, η αριστοτελική φυσική δεν υπερνικήθηκε ποτέ πραγματικά. Αυτό συνδέεται επίσης με το γεγονός ότι ο Galilei αντιπαρατέθηκε με την αριστοτελική παράδοση, η οποία είχε εξελιχθεί προς μια πολύ συγκεκριμένη κατεύθυνση, και όχι με τον ίδιο τον Αριστοτέλη. Στη μεσαιωνική αριστοτελική παράδοση περιέχονται, ωστόσο, πολλά στοιχεία τα οποία, ακόμη και στην ευνοϊκότερη περίπτωση, διατηρούσαν μόνο χαλαρή σχέση με την αρχική αριστοτελική σκέψη.
Για να αναφέρουμε το χαρακτηριστικότερο παράδειγμα: η τελεολογική αρχή, όπως και η μεταφυσική των ουσιωδών μορφών, απέκτησε στην πορεία της εξέλιξης ένα βάρος το οποίο δεν είχε ούτε κατά διάνοια στην αριστοτελική διδασκαλία. Ο αριστοτελισμός προσέλαβε βέβαια πολλά επιμέρους και περιφερειακά στοιχεία, αλλά τα θεμέλια είχαν μεταβληθεί ριζικά, έστω και αν αυτό συχνά συνέβη ανεπαίσθητα. Σε ποιον βαθμό αυτή η μεταβολή πρέπει να αποδοθεί στη μετάφραση των ελληνικών εννοιών στα λατινικά μπορούμε σήμερα μόνο να το υποθέσουμε· εκτός από μεμονωμένες περιπτώσεις, ελάχιστα πράγματα έχουν ακόμη αποδειχθεί λεπτομερώς.
Παραμένει επίσης ανοικτό το ερώτημα αν ο Galilei, κατά την αντιπαράθεσή του με την αριστοτελική παράδοση, δεν βρισκόταν ως προς τη δική του θέση πλησιέστερα στον αυθεντικό Αριστοτέλη απ’ ό,τι οι αντίπαλοί του, οι οποίοι παρέμεναν δεσμευμένοι στη μεσαιωνική παράδοση. Ακόμη σημαντικότερο όμως είναι το εξής: η κριτική που άσκησαν στον Αριστοτέλη ο Galilei και οι σύγχρονοί του αφορούσε, ως προς το αντικείμενό της, κυρίως ζητήματα τα οποία στον Αριστοτέλη ανήκουν στον χώρο της κοσμολογίας. Η κοσμολογία όμως είναι για τον Αριστοτέλη κάτι διαφορετικό από τη φυσική.
Η κοσμολογία, όπως εκτίθεται στα τέσσερα βιβλία του De caelo και στα έργα που ακολουθούν, είναι μια διδασκαλία που ασχολείται με τα φυσικά πράγματα και τις ιδιότητές τους, πρωτίστως όμως με εκείνο το πράγμα που κατέχει την ανώτατη θέση στην ιεραρχία των φυσικών όντων: τον ουρανό. Τα Φυσικά, αντίθετα, δεν εξετάζουν καθόλου ορισμένα επιμέρους φυσικά πράγματα, αλλά τους γενικούς τρόπους εμφάνισης και τις αρχές των φυσικών πραγμάτων γενικά — δηλαδή των πραγμάτων που δεν έχουν κατασκευαστεί από τον άνθρωπο. Οι περιστασιακές θεματικές διασταυρώσεις και παραλληλίες δεν αναιρούν αυτή τη θεμελιώδη διαφορά μεταξύ φυσικής και κοσμολογίας. Αν ξεκινούσε κανείς από την αριστοτελική ταξινόμηση των επιστημών, σχεδόν όλα όσα ερευνά η φυσική κατά τους νεότερους χρόνους θα ανήκαν στην πραγματικότητα στον χώρο της κοσμολογίας.
Στον Αριστοτέλη η φυσική έχει να εξετάσει μόνο ζητήματα αρχών· η νεότερη φυσική επιστήμη, αντίθετα, απέφυγε αρχικά την εξέταση τέτοιων ζητημάτων. Πρέπει να διατηρούμε επίγνωση του γεγονότος ότι ένα μεγάλο μέρος της επιτυχίας που μπόρεσαν να σημειώσουν οι νεότερες φυσικές επιστήμες στηρίζεται σ’ αυτή τη συνειδητή παραίτηση από την εξέταση ζητημάτων αρχών. Έτσι, για παράδειγμα, είναι εξαιρετικά αμφίβολο αν θα μπορούσε να είχε επινοηθεί ο απειροστικός λογισμός, εάν κατά την εποχή της επινόησής του εξετάζονταν ζητήματα αρχών στο επίπεδο επιχειρηματολογίας του έκτου βιβλίου των αριστοτελικών Φυσικών. Αν όμως αντιληφθούμε ότι η νεότερη φυσική, εξεταζόμενη από την αριστοτελική σκοπιά, είναι στην πραγματικότητα κοσμολογία, τότε η διαπίστωση ότι η αριστοτελική φυσική αποτελεί ως προς το αντικείμενό της μια μεταφυσική έρευνα δεν φαίνεται πλέον τόσο παράδοξη, εφόσον ως βάση λαμβάνεται εδώ η σημερινή χρήση των όρων.
Μολονότι, λοιπόν, κατά τη μελέτη των αριστοτελικών Φυσικών δεν μπορούμε ακόμη να στηριχθούμε σε ένα ασφαλές σώμα γενικά αναγνωρισμένων ερευνητικών πορισμάτων, κάθε προσπάθεια κατανόησης του Αριστοτέλη καθορίζεται πάντοτε ήδη από τις ερμηνείες που έχει δεχθεί η σκέψη του ως σύνολο. Χωρίς να εισέλθουμε σε αντιπαραθέσεις για επιμέρους ζητήματα, θα σκιαγραφήσουμε τώρα τις σημαντικότερες θεμελιώδεις αντιλήψεις της έρευνας για τον Αριστοτέλη, σε σχέση με το θέμα μας.
§ 2. Θεμελιώδεις αντιλήψεις της έρευνας για τον Αριστοτέλη
Α. Η συστηματική αντίληψη
Σημειώσεις:
5. Από την άλλη πλευρά, πρέπει να έχουμε επίγνωση ότι γι’ αυτό ευθύνεται σε διόλου ασήμαντο βαθμό και το γεγονός ότι έρευνες του είδους των αριστοτελικών Φυσικών, οι οποίες θα μπορούσαν να αντιπαρατεθούν σοβαρά μαζί τους, δεν υπήρξαν στην πραγματικότητα ούτε στην αρχαιότητα ούτε στους νεότερους χρόνους. Έτσι, ολόκληρος αυτός ο προβληματισμός περιέπεσε ολοένα περισσότερο στη λήθη. Αυτό ισχύει κυρίως για τα σημεία στα οποία η αριστοτελική φυσική βρισκόταν de facto σε συμφωνία με τη νεότερη φυσική· και τούτο αφορά όχι μόνο τους προσδιορισμούς του συνεχούς, του μεγέθους, της κίνησης και του χρόνου, αλλά και τους θεμελιώδεις προσδιορισμούς της οντολογίας του πράγματος και των ιδιοτήτων του.
Βέβαια, η φυσική εξακολούθησε να καλλιεργείται και στη μεταριστοτελική φιλοσοφία της ελληνιστικής περιόδου. Όσα όμως φέρουν εκεί αυτή την ονομασία είναι σχεδόν αποκλειστικά ζητήματα του είδους εκείνων τα οποία ο Αριστοτέλης δεν πραγματεύεται στα Φυσικά, αλλά στα De caelo, De generatione et corruptione και Μετεωρολογικά. Για τα ζητήματα αυτά τα Φυσικά παρέχουν μόνο τις θεμελιώδεις αρχές, οι οποίες κατά την ελληνιστική περίοδο και την ύστερη αρχαιότητα δεν εξετάστηκαν πλέον με αυτή τη μορφή.
Είναι αλήθεια ότι, μέχρι την αρχή των νεότερων χρόνων, τα Φυσικά είχαν προσελκύσει το ενδιαφέρον πολλών υπομνηματιστών, στους οποίους —και κυρίως στον Σιμπλίκιο— οφείλουμε πολύτιμες πληροφορίες όχι μόνο για τον Αριστοτέλη, αλλά και για ολόκληρη την ελληνική φιλοσοφία. Εντούτοις, η ίδια η ουσιαστική προβληματική ελάχιστα διερευνήθηκε πλέον με ανεξάρτητο τρόπο· γι’ αυτό και η παράδοση των μεσαιωνικών υπομνηματιστών παρέμεινε τόσο παράξενα άκαμπτη και άψυχη. Τα πολύ πιο συγκεκριμένα και εποπτικά κοσμολογικά ζητήματα συναντούσαν ένα πολύ αμεσότερο ενδιαφέρον.
Μόνο οι έρευνες των θεμελίων στο εσωτερικό των θετικών επιστημών, οι οποίες άρχισαν τον 19ο αιώνα, κινήθηκαν και πάλι σε επίπεδο συγκρίσιμο με εκείνο της αριστοτελικής φυσικής. Την εποχή εκείνη, ωστόσο, εξαιτίας μιας ολέθριας ιστορικής παρερμηνείας, ο Δημόκριτος θεωρούνταν ο γονιμότερος φυσικός φιλόσοφος μεταξύ των Ελλήνων στοχαστών, ενώ στον Αριστοτέλη έβλεπαν τον γενάρχη ενός άκριτου τελεολογισμού, στον οποίο αποδιδόταν η αμφίβολη τιμή ότι είχε ανακόψει επί δύο χιλιάδες χρόνια την ανάπτυξη της φυσικής επιστήμης. Μια κατανοητική και εύστοχη αποτίμηση των αριστοτελικών Φυσικών από τη σκοπιά του σύγχρονου θετικού επιστήμονα συναντάται στον Reidemeister, ιδίως στις σ. 67 κ.ε.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου