Στο προοδευτικό νεκροτομείο είμαστε απλώς προϊόντα, απορρίμματα, αποτυχημένοι και πάσχοντες; Διότι μεγάλο μέρος της ανθρωπότητας αποτελεί πια ένα περιττό βάρος, ένα ενοχλητικό κοπάδι προικισμένο με εγκέφαλο και δικαιώματα: όχι πλέον τα φυσικά δικαιώματα στη ζωή και την αξιοπρέπεια, αλλά εκείνα που επινόησε το σύστημα.
Η Αδελφότητα του Καλού Θανάτου ήταν μια θρησκευτική αδελφότητα, σκοπός της οποίας ήταν να εξασφαλίζει σε όλους μια αξιοπρεπή ταφή και να συνδράμει πνευματικά και υλικά τους ετοιμοθάνατους. Τα μέλη της φορούσαν ράσα και κουκούλες, για να υπογραμμίσουν ότι ο θάνατος εξαλείφει τις διαφορές ανάμεσα σε ευγενείς και ταπεινούς, πλούσιους και φτωχούς. Ήταν εποχές κατά τις οποίες οι άνθρωποι πίστευαν ότι η ζωή ανήκε στον Θεό και ότι, κατά τη μετάβαση στον θάνατο, έπρεπε να εκφράζεται ο υπερβατικός προορισμός του ανθρώπινου πλάσματος. Κακοί καιροί: δεισιδαιμονίες, ψευδείς πεποιθήσεις, αυταπάτες που καλλιεργούσε η θρησκεία, σύμμαχος της εξουσίας. Σήμερα τα πράγματα είναι πολύ καλύτερα: η Αδελφότητα του Καλού Θανάτου επιβιώνει με διαφορετικές μορφές. Ονομάζεται ευθανασία, περιφρόνηση και αδιαφορία για τη ζωή. Στους επιφανέστερους κήρυκές της, όπως η Έμμα Μπονίνο, αποδίδονται τιμές κρατικής κηδείας. Νεκρόφιλη αλληλεγγύη: άμβλωση όχι ως δυνατότητα σε συγκεκριμένες περιπτώσεις, αλλά ως καθολικό δικαίωμα· κρατικός θάνατος· βρεφοκτονία που, σε ορισμένες νομοθεσίες, βρίσκεται καθ’ οδόν προς τη νομιμοποίησή της· τάση να δικαιολογείται η δολοφονία των παιδιών, όταν διαπράττεται από μητέρες που βρίσκονται σε κρίση. Η δίκη της Λίντσεϊ Κλάνσι, της Αμερικανίδας που σκότωσε τα τρία παιδιά της, ολοκληρώθηκε χωρίς ετυμηγορία.
Η ταφή περιέρχεται σε αχρηστία: ο homo sapiens μισεί τόσο πολύ τον εαυτό του, ώστε καταστρέφει το νεκρό σώμα. Άλλος επιλέγει να διασκορπίσει την τέφρα, άλλος προτιμά να μετατραπεί σε κομπόστ και άλλος διατηρεί τα λείψανα σε μια τεφροδόχο επάνω στη συρταριέρα. Ο θάνατος αποκρύπτεται μέσα στο παγερό σκηνικό των νοσοκομείων, γίνεται αντικείμενο υγειονομικής διαχείρισης από εξειδικευμένο προσωπικό με λευκές μπλούζες και χορηγείται ως απελευθέρωση από ζωές «ανάξιες να βιωθούν». Η πρακτική της ευθανασίας —του «καλού θανάτου» στα ελληνικά— θεωρείται ύψιστη πράξη εκπολιτισμού του νοήμονος ζώου που αυτοαναιρείται. Η αποδοχή της από την πλειονότητα είναι ευρύτατη, όπως συμβαίνει με την άμβλωση και με τη διάθεση του σώματος του ετοιμοθάνατου να μετατραπεί σε αποθήκη εξαρτημάτων προς αφαίρεση. Στην εποχή του ολοκληρωμένου υλισμού, ο οποίος δεν σέβεται τίποτε, εφόσον αυτό μπορεί να χρησιμεύσει στην αγορά —το μέτρο όλων των πραγμάτων—, ο άνθρωπος αξίζει λιγότερο από το γουρούνι, από το οποίο τίποτε δεν πετιέται.
Αφού καταργήθηκε η έννοια της ψυχής, για την οποία σιωπά ακόμη και η Εκκλησία, απομένουν το βάρος του σώματος και η ενόχληση της ασθένειας, των γηρατειών και της διανοητικής παρακμής. Και, χοπ, η λύση είναι έτοιμη: άκρως πολιτισμένη, υγιεινή και αλτρουιστική. Η Αδελφότητα του Καλού Θανάτου μάς επιτρέπει να πεθάνουμε κατόπιν αιτήματος, αφού προηγουμένως συμπληρώσουμε ένα έντυπο που μπορούμε να κατεβάσουμε από το διαδίκτυο. Περιφρονώντας την πραγματικότητα —τη μεγάλη απούσα από το φρενοκομείο που ονομάζεται Δύση—, το Συνταγματικό Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι δεν μπορεί κανείς να προσφύγει στην υποβοηθούμενη αυτοκτονία —το εργαστήριο της Νέας Ομιλίας βρίσκεται πάντοτε σε λειτουργία—, αν δεν θεωρηθεί από τους «ειδικούς» που καλούνται επί τούτου, από τη νεκρογραφειοκρατία, ότι διαθέτει ικανότητα αντίληψης και βούλησης. Λες και η κατάσταση εκείνου που απορρίπτει τη ζωή είναι ίδια με την κατάσταση ενός υγιούς και ευτυχισμένου ανθρώπου.
Το σύστημα έχει δηλητηριάσει όλα τα πηγάδια και η μεγάλη πλειονότητα έχει πειστεί ότι η άμβλωση και η ευθανασία αποτελούν προόδους του πολιτισμού. Τα θέματα αυτά είναι υπερβολικά βαθιά και λεπτά, αγγίζουν τις πιο δραματικές χορδές και τις βαθύτερες αγωνίες, ώστε να αντιμετωπίζονται με απόλυτες αρνήσεις ή με θυελλώδη χειροκροτήματα. Εκείνο ακριβώς που συγκλονίζει όσους εξακολουθούν να διερωτώνται για τα θεμέλια της ύπαρξης είναι η απλούστευση, η πεποίθηση ότι η ζωή αξίζει μόνο υπό ορισμένες προϋποθέσεις και ότι υπάρχει ακόμη και το δικαίωμα να αποφασίζουμε για τους άλλους —τους αγέννητους, τους βαριά ασθενείς, τα άτομα με αναπηρία. Καμία έκπληξη, επομένως, που προελαύνει η υποκουλτούρα του διαχειριζόμενου και επιλεγμένου θανάτου, ο οποίος ενίοτε προβάλλεται ακόμη και ως απαίτηση, ως ύψιστη πράξη εξουσίας πάνω στον ίδιο μας τον εαυτό.
Η Αδελφότητα του Καλού Θανάτου άλλαξε πρώτα το νόημα της ζωής και τις προτεραιότητες των υπηκόων που αποκαλούνται πολίτες και κατόπιν εξαπέλυσε την επίθεσή της. Το κυρίαρχο σύστημα διαθέτει τις τεχνολογίες και έχει ανακαλύψει πολλούς από τους νόμους της φύσης και της φυσικής. Μεγάλο μέρος της ανθρωπότητας αποτελεί ένα περιττό βάρος, ένα ενοχλητικό κοπάδι προικισμένο με εγκέφαλο, λόγο και δικαιώματα. Όχι πλέον τα φυσικά δικαιώματα στη ζωή και στην αξιοπρέπεια, αλλά εκείνα που επινόησε το σύστημα.
Αφού έπεισε τους ανθρώπους ότι η απόκτηση παιδιών αποτελεί ενόχληση, αβάσταχτη ευθύνη και βάρος για την ελευθερία, την ατομική ολοκλήρωση, την απόλαυση και την κατανάλωση, ήταν εύκολο να βαφτίσει «δικαίωμα» την εξόντωση εκείνου που δεν θα μπορέσει να γεννηθεί. Το έμβρυο απορρίπτεται ως οργανικό απόβλητο ή χρησιμοποιείται σε ορισμένες βιομηχανικές διεργασίες. Ο homo oeconomicus δεν πετάει ό,τι μπορεί να πουληθεί στον homo consumens. Αρχίζει μάλιστα να δικαιολογείται ακόμη και η εξόντωση του παιδιού, εφόσον η μητέρα βιώνει επιλόχεια δυσφορία, ιδιαίτερα διαδεδομένη στις ατομικιστικές κοινωνίες, όπου δεν υπάρχει πλέον οικογένεια ή κοινότητα που να μοιράζεται το βάρος, να ανακουφίζει και να υποδέχεται το νεογέννητο.
Όταν ενηλικιωθούμε, εισερχόμαστε θριαμβευτικά στον κύκλο της κατανάλωσης και των εξαρτήσεων. Αναπόφευκτα έρχονται οι απογοητεύσεις, οι υπαρξιακές τραγωδίες, οι ασθένειες και οι ήττες. Η θεραπεία είναι η αυτοκτονία. Μπορείς να εξαφανιστείς μόνος σου —τέσσερις χιλιάδες αυτοκτονίες τον χρόνο στην Ιταλία— ή με την ενεργό συνδρομή των θεσμών και των οργάνων τους, του συλλογικού δημίου. Το σύστημα προβάλλει τον «καλό» θάνατο ως λύση. Σε μια νεαρή Καναδή παραπληγική προτάθηκε η αυτοκτονία ως εναλλακτική λύση αντί της δαπανηρής άρσης των αρχιτεκτονικών εμποδίων προσβασιμότητας. Όλες οι εκστρατείες υπέρ της ευθανασίας έχουν χρηματοδοτηθεί από την οικονομική εξουσία. Αποτελούμε κόστος, ένα αβάσταχτο φορτίο: καλύτερα να μας πείσουν να πάψουμε οριστικά να στεκόμαστε εμπόδιο. Το απίστευτο είναι ότι το κατορθώνουν: «Καλά έσκαψες, γεροτυφλοπόντικα». Έτσι αναφώνησε ο Άμλετ, χαιρετίζοντας το φάντασμα του πατέρα του, που είχε αποκαλύψει τις απάτες της αυλής· τα ίδια επανέλαβε και ο Μαρξ, περιγράφοντας την υπόγεια πορεία της επανάστασης.
Η κουλτούρα της κατανάλωσης και της στιγμής που πρέπει να αρπάξουμε και να εξαντλήσουμε με κάθε τίμημα, για να καταλήξουμε στο ανούσιο όταν δεν είμαστε πια νέοι, αποδοτικοί και υγιείς, έχει ως συνέπεια την περιφρόνηση της ζωής. Όταν γίνουμε εύθραυστοι ή ασθενείς, καλύτερα να πάψουμε να ενοχλούμε. Επιβαρύνουμε τον δημόσιο προϋπολογισμό και τα κέρδη του ασφαλιστικού και υγειονομικού συστήματος, ενώ αναστατώνουμε και τη ζωή όσων βρίσκονται γύρω μας —όταν υπάρχουν. Πίσω από τα εκτυφλωτικά φώτα του μεγάλου θεάτρου συσσωρεύονται τα συντρίμμια ενός πολιτισμού που δεν θέλει ούτε να ακούσει ότι πρέπει να παραιτηθεί από το θέαμα. Όποιος δεν μπορεί ή δεν θέλει να συμμετάσχει, ας περάσει προς την έξοδο.
Στις εύπορες κοινωνίες κατακτήσαμε το δικαίωμα να πεθαίνουμε· στις φτωχές κοινωνίες το μέλημα είναι η επιβίωση. Αυτό ονομάζεται πρόοδος. Ένα φάντασμα πλανιέται στη Δύση: το φάντασμα μιας ανώδυνης ευημερίας, μιας κοινωνίας χωρίς πόνο, μιας ζωής χωρίς αγωνία. Οι κυρίαρχες ελίτ δεν θα αντικατασταθούν, οι ιδιοκτήτες των μέσων παραγωγής δεν θα αλλάξουν και οι συγκρούσεις δεν θα πάψουν. Ο νέος καπιταλισμός, όμως, ο οποίος αυτοχαρακτηρίζεται συμπεριληπτικός και βιώσιμος, θα προσφέρει τα μέσα για την αποφυγή της απελπισίας, του πόνου και της θλίψης σε όποιον έχει πειστεί ότι δεν αξίζει τίποτε και δεν είναι τίποτε άλλο παρά μια βιολογική μάζα, η οποία πρέπει να συντηρείται με χημικές ουσίες, ώστε να ζει χωρίς να παραπονιέται και να πεθαίνει χωρίς να διαμαρτύρεται.
Σε ορισμένες χώρες θανατώνουν ακόμη και παιδιά: λένε ότι το επέλεξαν τα ίδια, σε μια ηλικία κατά την οποία δεν έχουν ακόμη διαμορφωθεί πλήρως οι έννοιες του καλού και του κακού, της ζωής και του θανάτου. Αν δεν έχεις μέλλον, αν δεν είσαι χρήσιμος μακροπρόθεσμα ή αν ο πόνος είναι υπερβολικά μεγάλος, υπάρχει η λύση που μηδενίζει τα πάντα. Αν η χημεία που χαρίζει τη ζωή δεν αρκεί πλέον, έχουμε στη διάθεσή μας τη θανατηφόρα χημεία. Αν κανείς δεν μπορεί να εγγυηθεί μια αξιοπρεπή ζωή —την υπόσχεση του κοινωνικού κράτους—, μπορούμε ωστόσο να έχουμε έναν διαχειριζόμενο θάνατο, χωρίς τύψεις, σύμφωνα με τον νόμο και αφού προηγουμένως συνταχθεί πρακτικό των ενεργειών που πραγματοποιήθηκαν.
Ασθενείς και άτομα με αναπηρία, καταθλιπτικοί και περιθωριοποιημένοι, νέοι χωρίς μέλλον και υπέργηροι, φτωχοί και άνεργοι: αν το κράτος δεν φροντίζει γι’ αυτούς και η Αγορά τούς αγνοεί λόγω της χαμηλής αγοραστικής τους δύναμης, θα αρκεί μια απλή ένεση για να πάψουν να υποφέρουν, να κλαίνε και να αγωνίζονται, όταν το σώμα φθείρεται, ο νους εξασθενεί και δεν είναι πλέον χρήσιμοι για να εργάζονται, να καταναλώνουν και να διεκδικούν «δικαιώματα». Ο καλός θάνατος θα είναι συμπεριληπτικός: θα μπορούμε να τον ζητήσουμε, ασκώντας το δικαίωμα να μην ενοχλούμε, να μην αποτελούμε βάρος και να μην υποφέρουμε.
Έχουμε στη διάθεσή μας κάτι πιο εξελιγμένο από το soma, το ευφορικό ναρκωτικό του Θαυμαστού Καινούργιου Κόσμου του Άλντους Χάξλεϊ· πρέπει να το εκμεταλλευτούμε. Θα συμβάλουμε στη σωτηρία του πλανήτη, αραιώνοντας την πλεονάζουσα ανθρωπότητα, που είναι ανεπιθύμητη στις ελίτ οι οποίες έγιναν προοδευτικές. Το να αποκτούμε παιδιά είναι άχρηστο· η εποχή των επαναστάσεων έχει παρέλθει. Χωρίς να συνειδητοποιούμε ότι είμαστε αναλώσιμοι και εναλλάξιμοι σκλάβοι, υπομένουμε χωρίς να αντιδρούμε. Στους επιζώντες θα εξακολουθούν να λένε ότι οι αναρίθμητες εξαρτήσεις που προσφέρει το σύστημα, παρά τις ανεπιθύμητες ενέργειές τους, αντιπροσωπεύουν τη σωτηρία από το σκοτεινό παρελθόν και την υπόσχεση της μελλοντικής ελευθερίας.
Μας έπεισαν ότι ο καθένας είναι θεός του εαυτού του· η θανάτωση από «συμπόνια» θα γίνει νόμιμη, ένα αναφαίρετο δικαίωμα που εξελίσσεται διαρκώς. Πρώτα για όσους δεν έχουν καμία ελπίδα, έπειτα για τους ευάλωτους και, τέλος, για όλους τους υπολοίπους. Ή μια λειτουργική ζωή ή κρατικός θάνατος. Αν ο καταναλωτισμός δεν σου επιτρέπει πλέον να ξεφεύγεις από τα προβλήματα, αν κουραστείς να χρησιμοποιείς και να πετάς πράγματα και σχέσεις, αν οι εξαρτήσεις φανερώσουν το αληθινό τους πρόσωπο, αν κανείς δεν σε στηρίζει όταν το σώμα καταρρέει και ο νους κλονίζεται, μια απλή και οικονομική ένεση θα σου προσφέρει την τέλεια λύση.
Ο υλισμός θα εκπληρώσει την προφητεία του: δεν θα είμαστε ίσοι στη ζωή, αλλά στον θάνατο. Φυσική επιλογή. Η ευγονική, στη δημοκρατική και ανθρωπιστική εκδοχή της, άνοιξε τον δρόμο. Με τα πολιτικά δικαιώματα νέας γενιάς, ο κοινωνικός δαρβινισμός θα φτάσει σε πρωτοφανή επίπεδα: θα πλήξει καταθλιπτικούς ασθενείς, καταθλιπτικά παιδιά και καταθλιπτικούς ηλικιωμένους. Η ευθανασία εφαρμόζεται διακριτικά και γρήγορα: κανείς δεν θα ακούσει τον τελευταίο στεναγμό.
Κανείς δεν πρέπει να υποφέρει, κανείς δεν μπορεί να υπαγορεύει τις επιλογές μας, κανείς δεν πρέπει να μας λέει πώς θα εγκαταλείψουμε αυτόν τον κόσμο· μπορούν να μας αφαιρέσουν τα μέσα παραγωγής, όχι όμως και τα μέσα καταστροφής. Ο υποβοηθούμενος θάνατος είναι δικαίωμά σου και πρέπει να τον απαιτήσεις: μια δωρεάν δημόσια υπηρεσία, η οποία παρέχεται χωρίς καθυστέρηση. Στην ευθανασία δεν θα υπάρχουν κοινωνικές τάξεις. Θα πάψουμε να είμαστε ατελείς μέσα σε έναν κόσμο που πουλά την τελειότητα, δυσλειτουργικοί μέσα σε έναν λειτουργικό μηχανισμό· θα νικήσουμε τον πόνο με το οριστικό αναλγητικό. Τι ωραίο να πεθαίνεις για να ξεφύγεις από τον πόνο που δεν κατορθώνεις να υπομείνεις.
Ο κινηματογράφος, ελεγχόμενος από την κυρίαρχη ολιγαρχία που σπέρνει τον σπόρο των νέων αξιών, προαναγγέλλει όσα πρόκειται να έρθουν. Στην ταινία Τα παιδιά των ανθρώπων (2006) γίνεται λόγος για το Quietus, το χάπι αυτοκτονίας που κυκλοφορεί νόμιμα στην αγορά, υποστηρίζεται από το κράτος και διαφημίζεται στην τηλεόραση. Δεν θα καταλήξουμε στην κόλαση. Κανένας Θεός δεν μπορεί να μας κρίνει για μια κυρίαρχη επιλογή. Είναι το «δικό μου» τέλος, τίποτε περισσότερο: το τέλος ενός οποιουδήποτε προϊόντος με νομικά καθορισμένη ημερομηνία λήξης ή προγραμματισμένη απαξίωση.
Ο Μαρξ δίδαξε ότι ο άνθρωπος είναι το ύψιστο ον για τον άνθρωπο*. Τόσο οι οπαδοί όσο και οι αντίπαλοί του τον πήραν κατά λέξη. Δεν είμαστε ελεύθεροι μέσα στην ύπαρξη, μπορούμε όμως να αποφασίσουμε πότε θα κάνουμε τη θανατηφόρα —ή μάλλον απελευθερωτική— ένεση. Μπροστά στην παρακμή της ζωής θα είμαστε ίσοι ενώπιον του νόμου: οποιοσδήποτε θα μπορεί, χωρίς πόνο, να μετατραπεί σε σκόνη. Η Αδελφότητα του Καλού Θανάτου μάς διατάζει να εξαφανιστούμε «με αξιοπρέπεια». Καμία παρηγορητική φροντίδα, καμία στοργή, καμία πνευματική βοήθεια. Στο προοδευτικό νεκροτομείο είμαστε απλώς προϊόντα. Απορρίμματα, αποτυχημένοι και πάσχοντες, δεν προσδοκούμε να ζήσουμε καλύτερα από τους γονείς μας, αλλά να πεθάνουμε καλύτερα από εκείνους.
Ρομπέρτο Πεκιόλι, 12 Σεπτεμβρίου 2026
Πηγή: https://www.ilperchecuiprodest.it/2026/09/12/la-compagnia-della-buona-morte-di-roberto-pecchioli/
ΣτΜ: *Δηλαδή, δεν υπάρχει πάνω από τον άνθρωπο κάποια υπερβατική αυθεντία —όπως ο Θεός— που να αποτελεί το ανώτατο μέτρο του. Ο συγγραφέας χρησιμοποιεί τη μαρξική διατύπωση επικριτικά, συνδέοντάς την με την ιδέα ότι ο άνθρωπος έγινε «θεός του εαυτού του».
ΔΥΣΤΥΧΩΣ ΜΑΣ ΕΝΕΠΑΙΞΑΝ. ΜΑΣ ΕΠΕΙΣΑΝ ΝΑ ΣΤΑΜΑΤΗΣΟΥΜΕ ΝΑ ΠΟΥΛΑΜΕ ΑΘΑΝΑΣΙΑ.
ΚΑΙ ΤΩΡΑ ΠΟΥΛΑΝΕ ΕΥΘΑΝΑΣΙΑ. ΟΙ ΑΔΕΛΦΟΙ ΜΑΣ.


Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου