Σάββατο 26 Σεπτεμβρίου 2026

Το «Εγώ σκέπτομαι» του Kant και το «Εγώ είμαι» του Fichte 2

Συνέχεια από Παρασκευή  25. Σεπτεμβρίου 2026


Το «Εγώ σκέπτομαι» του Kant και το «Εγώ είμαι» του Fichte 1

"Kants 'Ich denke' und Fichtes 'Ich bin'"

Konrad Cramer

Ο Konrad Cramer (1933–2013) ήταν σημαντικός Γερμανός φιλόσοφος και ένας από τους διακεκριμένους μελετητές της νεότερης φιλοσοφίας, ιδιαίτερα του Kant και του γερμανικού ιδεαλισμού. Ήταν γιος του φιλοσόφου Wolfgang Cramer. Σπούδασε φιλοσοφία, κοινωνιολογία, νομική, λατινική και ισπανική φιλολογία και το 1967 αναγορεύθηκε διδάκτορας στη Χαϊδελβέργη υπό την εποπτεία των Hans-Georg Gadamer και Dieter Henrich, με εργασία πάνω στην Κριτική του καθαρού λόγου. Από το 1982 δίδαξε φιλοσοφία στο Πανεπιστήμιο του Göttingen.

Η ένσταση αυτή δεν είναι, τουλάχιστον prima facie, αβάσιμη. Μπορεί καταρχάς να επισημάνει ότι ο χαρακτηριστικός για το κριτικιστικό εγχείρημα του Kant δυϊσμός των όρων της γνώσης δεν δικαιολογεί ακόμη την εμφάνιση του «Εγώ σκέπτομαι» στην εναρκτήρια πρόταση της §16. Το ότι πρέπει να είναι ένα «Εγώ σκέπτομαι» εκείνο που πρέπει να μπορεί να συνοδεύει όλες τις παραστάσεις μου δεν προκύπτει ήδη από τη θέση του Kant ότι η εποπτεία και η σκέψη, η αισθητικότητα και η διάνοια, πρέπει να συνενώνονται, ώστε να παρέχουν γνώσεις αντικειμένων ως αντικειμένων μιας δυνατής για εμάς εμπειρίας.

Το «Εγώ σκέπτομαι» της εναρκτήριας πρότασης της §16 δεν παραπέμπει, άλλωστε, καθόλου στη θεμελιώδη θέση του Kant ότι ένα πολλαπλό παραστάσεων, οι οποίες διαθέτουν τον γνωσιολογικό χαρακτήρα αισθητών εποπτειών, δηλαδή δεδομένων παραστάσεων, πρέπει να υπαχθεί στην ενότητα εννοιών —και ειδικότερα εννοιών των οποίων το περιεχόμενο δεν προέρχεται από την αισθητικότητα—, προκειμένου να μπορεί να προκύψει γνώση των αντικειμένων αυτής της εποπτείας, δηλαδή εμπειρία. Διότι αυτός ο δυϊσμός των όρων της γνώσης ισχύει για τον Kant εντελώς ανεξάρτητα από κάθε συλλογισμό που εισάγει την παράσταση του εαυτού μου μέσω της παράστασης του «Εγώ».

Γι’ αυτό και το συμπέρασμα που συνάγει ο Kant από την εισαγωγική εξέταση της §16, δηλαδή: «Επομένως, ολόκληρο το πολλαπλό της εποπτείας έχει αναγκαία σχέση προς το “Εγώ σκέπτομαι”, μέσα στο ίδιο υποκείμενο στο οποίο απαντά αυτό το πολλαπλό» (KrV, B 132), δεν επαναλαμβάνει τη θέση του ότι οι εποπτείες χωρίς έννοιες είναι «τυφλές», ενώ οι έννοιες χωρίς εποπτείες, ως σκέψεις χωρίς περιεχόμενο, είναι «κενές» (KrV, A 51/B 75), «και στις δύο περιπτώσεις όμως πρόκειται για παραστάσεις τις οποίες δεν μπορούμε να συσχετίσουμε με κανένα καθορισμένο αντικείμενο» (KrV, B 314).

Αντιθέτως, διατυπώνει μια πρόταση εντελώς διαφορετικού είδους, η οποία επιδέχεται με τη σειρά της δύο ερμηνευτικές εκδοχές. Σύμφωνα με την ασθενέστερη εκδοχή, δεν μπορεί να υπάρχει μέσα μου καμία εποπτεία, για την οποία θα πρέπει να μπορώ να έχω συνείδηση ότι αποτελεί κάτι μέσα μου, χωρίς αυτή να πρέπει να μπορεί να συνοδευτεί από το «Εγώ σκέπτομαι». Σύμφωνα με την ισχυρότερη και συγχρόνως ισχυρότατη δυνατή εκδοχή, δεν μπορεί να υπάρχει μέσα μου καμία εποπτεία που να μην πρέπει να μπορεί να συνοδευτεί από το «Εγώ σκέπτομαι».⁵

Η ένστασή μας μπορεί κάλλιστα να παραδεχθεί ότι το συμπέρασμα που συνάγει ο Kant, και στις δύο ερμηνευτικές του εκδοχές, θεσπίζει τη δυνατότητα καθολικής συσχέτισης του πολλαπλού της εποπτείας —στον βαθμό που με αυτό δηλώνεται μια υποκλάση της κλάσης όλων των παραστάσεών μου— με σκέψεις που αφορούν αυτό το πολλαπλό. Οι σκέψεις αυτές, σε αντίθεση προς το συγκεκριμένο πολλαπλό, είναι διασκεπτικές παραστάσεις, οι οποίες, μέσω της σχέσης τους προς αυτό, επιφέρουν γνώση των αντικειμένων των αισθήσεων ως αντικειμένων μιας δυνατής για εμάς εμπειρίας.

Πράγματι, εάν ισχύει ότι όλες οι παραστάσεις μου, ανεξάρτητα από το είδος στο οποίο ανήκουν, πρέπει να μπορούν να συνοδεύονται από το «Εγώ σκέπτομαι», και εάν ισχύει ότι μεταξύ των παραστάσεών μου υπάρχουν ορισμένες που είναι «δεδομένες πριν από κάθε σκέψη» (KrV, B 132), τότε και για όλες αυτές τις παραστάσεις πρέπει να ισχύει ότι μπορούν να συνοδεύονται από το «Εγώ σκέπτομαι». Για το συγκεκριμένο είδος παραστάσεων, δηλαδή για όλες τις εποπτείες ως παραστάσεις της αισθητικότητας που μου δίνονται, αυτό πρέπει να σημαίνει ότι είτε δεν θα μπορούσαν να αποτελούν απολύτως τίποτε μέσα μου είτε, τουλάχιστον, δεν θα μπορούσα να έχω συνείδηση του γεγονότος ότι αποτελούν κάτι μέσα μου, εάν δεν διέθετα έννοιες οι οποίες μπορούν να συσχετιστούν με το αισθητό περιεχόμενο που δίνεται μέσα σε αυτές τις παραστάσεις.

Αυτό ακριβώς, όμως, δεν μπορούσε ακόμη να το υποστηρίξει η θέση του Kant σχετικά με την αναγκαιότητα της συνένωσης της εποπτείας και της σκέψης για τον σκοπό της γνώσης των αντικειμένων της εμπειρίας. Με τη θέση αυτή δεν είχε καθόλου αποδειχθεί ότι, αναφορικά με όλες τις εποπτείες, πρέπει να πληρούται ο όρος της δυνατότητας να νοηθούν μέσω εννοιών των αντικειμένων των αισθήσεων.

Δεν είναι, επομένως, η θέση του Kant για τον δυϊσμό των όρων της γνώσης, αλλά μόνο η θέση ότι το «Εγώ σκέπτομαι» πρέπει να μπορεί να συνοδεύει όλες τις παραστάσεις μου εκείνη που προετοιμάζει το αποφασιστικό για μια υπερβατολογική παραγωγή των κατηγοριών της καθαρής διάνοιας θεώρημα: ότι όλες οι εποπτείες που απαντούν μέσα μου πληρούν τον όρο να βρίσκονται πράγματι στη διάθεση της γνώσης των αντικειμένων των αισθήσεων μέσω εννοιών τέτοιων αντικειμένων.

Επειδή το «Εγώ σκέπτομαι» πρέπει να μπορεί να συνοδεύει όλες τις παραστάσεις μου, πρέπει να μπορεί να συνοδεύει και όλες τις εποπτείες μου. Το ότι, όμως, το «Εγώ σκέπτομαι» πρέπει να μπορεί να συνοδεύει όλες τις εποπτείες μου θεμελιώνεται στον ισχυρισμό ότι εκείνο που πρέπει να μπορεί να συνοδεύει όλες τις παραστάσεις μου είναι ένα «Εγώ σκέπτομαι» και όχι ένα μη προσδιορισμένο «Εγώ παριστάνω». Ποιο είναι, όμως, το θεμέλιο αυτού του ισχυρισμού; Με αυτό το ερώτημα αναβιώνει η ένσταση που διατυπώθηκε στην αρχή.

2.

Είναι σημαντικό να έχουμε κατά νου ότι, και για την ένστασή μας, είναι από μια ορισμένη άποψη τετριμμένα αληθές πως εκείνο που πρέπει να μπορεί να συνοδεύει όλες τις παραστάσεις μου είναι —και πρέπει να είναι— ένα «Εγώ σκέπτομαι» και όχι ένα μη προσδιορισμένο «Εγώ παριστάνω»: συγκεκριμένα, όταν μια παράσταση πρέπει να μπορεί να αποτελεί όχι μόνο κάτι μέσα μου, αλλά και κάτι για εμένα. Ανεξάρτητα από το είδος της παράστασης για το οποίο πρόκειται, μια παράσταση για την οποία ισχύει η προϋπόθεση ότι αποτελεί κάτι μέσα μου είναι συγχρόνως κάτι για εμένα ακριβώς όταν έχω συνείδηση ότι αποτελεί κάτι μέσα μου.[Η ΟΥΣΙΑ ΤΗΣ ΕΚΚΟΣΜΙΚΕΥΣΗΣ. «Αυτό που με κινεί ακατάπαυστα είναι το ερώτημα… ποιος ΕΙΝΑΙ ΛΟΙΠΟΝ Ο ΧΡΙΣΤΟΣ ΓΙΑΣ ΜΑΣ ΣΗΜΕΡΑ;» !Ντήτριχ  Μπονόφερ]

Δεν αποτελούν όλες οι παραστάσεις που είναι κάτι μέσα μου και κάτι για εμένα. Εάν είναι μόνο κάτι μέσα μου, αλλά όχι κάτι για εμένα, τότε είναι είτε «ασυνείδητες» παραστάσεις είτε παραστάσεις «με συνείδηση», με την έννοια της διαίρεσης της γενικής έννοιας «παράσταση εν γένει» την οποία πραγματοποιεί ο Kant στο KrV, A 320/B 376 κ.ε.· αυτό, όμως, με τέτοιον τρόπο, ώστε η συγκεκριμένη συνείδηση να μη συνεπάγεται ακόμη την αυτοαπόδοση μιας τέτοιας παράστασης.⁶

Ωστόσο, ούτε οι ασυνείδητες παραστάσεις ούτε οι παραστάσεις με συνείδηση που δεν αποδίδονται από το υποκείμενο στον εαυτό του αποτελούν για τον Kant ελεύθερα αιωρούμενες οντότητες — σύμφωνα με μια πεποίθηση την οποία συμμερίζεται με την παράδοση. Αντιθέτως, οι παραστάσεις είναι για τον Kant νοητικές καταστάσεις, οι οποίες πρέπει πάντοτε να θεωρούνται προσδιορισμοί ενός «Gemüt» (KrV, A 19/B 33· A 22/B 37· B 67 κ.α.) ή ενός «υποκειμένου» (KrV, B 67· B 132 κ.α.) και «απαντούν» μέσα σε αυτό (KrV, B 132), χωρίς από αυτόν τον χαρακτηρισμό των παραστάσεων να προκύπτει ότι το Gemüt ή το υποκείμενο, προσδιορισμοί του οποίου είναι αυτές, πρέπει ήδη να διαθέτει και τη συνείδηση ότι αποτελούν κάτι μέσα του. Εάν, όμως, ένα υποκείμενο διαθέτει αυτή τη συνείδηση, τότε αποδίδει αυτές τις παραστάσεις στον εαυτό του ως δικές του.

Οι αυτοαποδόσεις παραστάσεων έχουν τη γλωσσική μορφή «γνωρίζω ότι εγώ φ»⁷ ή ακόμη και «εγώ φ»⁸, όπου το φ είναι μια κατηγορηματική μεταβλητή, στη θέση της οποίας μπορούν κάθε φορά να τίθενται περιγραφικά κατηγορήματα. Τα κατηγορήματα αυτά αποτελούν έννοιες συγκεκριμένα προσδιορίσιμων νοητικών καταστάσεων ή νοητικών συμβάντων του τύπου εκείνου που ο Kant ονομάζει «παράσταση».

Εάν αυτές οι παραστάσεις αποτελούν δεδομένα της αισθητικότητας υπό τη μορφή εποπτειών, πρέπει να διαθέτω έννοιες που τις περιγράφουν, προκειμένου να μπορώ να τις αποδώσω στον εαυτό μου. Οι έννοιες των εποπτειών δεν είναι εποπτείες· αναφέρονται σε εποπτείες. Το ότι οι περιγραφές των εποπτειών είναι δυνατές μόνο μέσω της χρήσης εννοιών, μέσω των οποίων αυτές νοούνται, είναι τετριμμένα αληθές. Εάν, επομένως, η αυτοαπόδοση μιας εποπτείας περιλαμβάνει μια περιγραφή αυτής της εποπτείας, τότε είναι επίσης αληθές ότι πρέπει να είναι ένα «Εγώ σκέπτομαι» εκείνο που μπορεί να συνοδεύει μια εποπτεία· και αυτή η σκέψη αναφέρεται στη συγκεκριμένη εποπτεία, στον βαθμό που πρέπει να διαθέτει μια περιγραφική έννοιά της. Το ίδιο ισχύει όχι μόνο για τις αυτοαποδιδόμενες εποπτείες, αλλά και για όλες τις αυτοαποδιδόμενες παραστάσεις.

Αυτό, όμως, δεν είναι το μόνο που συμβαίνει κατά την αυτοαπόδοση μιας παράστασης. Στην κρίση «Γνωρίζω ότι εγώ φ», εκείνος που διατυπώνει μια τέτοια κρίση δεν αναφέρεται μόνο περιγραφικά σε μια παράσταση που αποτελεί κάτι μέσα του, αλλά, μέσω της χρήσης του ενικού όρου «εγώ», αναφέρεται και στον ίδιο τον εαυτό του. Ο ενικός όρος «εγώ» δεν ταυτίζεται με εκείνο στο οποίο αναφέρεται, όπως ακριβώς και η έννοια μιας εποπτείας δεν ταυτίζεται με την εποπτεία της οποίας αποτελεί έννοια. Ο ενικός όρος «εγώ» δεν είναι «ένα Εγώ», ούτε είναι το συγκεκριμένο Εγώ στο οποίο αναφέρεται όταν χρησιμοποιείται από έναν ομιλητή.

Γι’ αυτό και ο ενικός όρος «εγώ» διαθέτει επίσης μια εννοιακή μορφή, αν και σημασιολογικά ιδιαίτερη, τέτοια ώστε ο Kant —μολονότι, προφανώς, όχι πλέον χωρίς κάποια δυσκολία⁹— μπορούσε να μιλά όχι μόνο για την «έννοια ενός σκεπτόμενου όντος εν γένει» (KrV, B 418), αλλά και για την «έννοια του εαυτού μου μέσα σε κάθε σκέψη» ή για την «έννοια Εγώ, στον βαθμό που αυτή εμφανίζεται σε κάθε σκέψη» (KrV, A 342/B 400).

Εάν, λοιπόν, οι αυτοαποδόσεις παραστάσεων πραγματοποιούνται μέσα σε κρίσεις, στη θέση του κατηγορουμένου και στη θέση του υποκειμένου των οποίων βρίσκονται έννοιες —έστω και έννοιες διαφορετικού λογικού καθεστώτος—, και εάν κάθε κρίνειν είναι σκέψη και, επιπλέον, σύμφωνα με τον Kant, κάθε σκέψη, δηλαδή κάθε χρήση εννοιών, μπορεί να πραγματοποιηθεί μόνο μέσω του ότι κρίνουμε με αυτές, τότε η θέση ότι η αυτοσυνείδηση υπό τη μορφή της αυτοαπόδοσης παραστάσεων είναι σκέψη και όχι εποπτεία φαίνεται και πάλι να είναι τετριμμένα αληθής. Διότι, υπό τις προϋποθέσεις που μόλις διασαφηνίστηκαν, γίνεται αμέσως κατανοητό γιατί κατά τις αυτοαποδόσεις παραστάσεων πρέπει να τίθεται σε λειτουργία ένα «Εγώ σκέπτομαι» και όχι ένα μη προσδιορισμένο «Εγώ παριστάνω».

Ωστόσο, η ένστασή μας δεν κλονίζεται από αυτόν τον συλλογισμό. Μπορεί να τον αποδεχθεί και κατόπιν να επισημάνει εκείνο ακριβώς το σημείο από το οποίο αντλεί την πραγματική της ισχύ: ότι, δηλαδή, με όλα αυτά δεν έχει καθόλου αποκλειστεί το ενδεχόμενο εκείνο στο οποίο αναφέρεται ο ενικός όρος «εγώ», σε κάθε αυτοαπόδοση παραστάσεων, να είναι κάτι που πληροί το ίδιο —και μάλιστα πρέπει οπωσδήποτε να πληροί— τον όρο να δίνεται μέσα σε μια αισθητή εποπτεία.

Όποιος χρησιμοποιεί τον όρο «εγώ» χρησιμοποιεί την προσωπική αντωνυμία του πρώτου προσώπου και με αυτήν αναφέρεται στον ίδιο τον εαυτό του ως πρόσωπο, δηλαδή στο πρόσωπο που είναι ο ίδιος. Τα πρόσωπα, όμως, είναι τα ίδια οντότητες μέσα στον χώρο και στον χρόνο και, επομένως, πρέπει να μπορούν να περιγραφούν ως αντικείμενα των αισθήσεων, στα οποία γίνεται αναφορά σε ένα δεδομένο πολλαπλό της αισθητικότητας, και συγκεκριμένα τόσο της εσωτερικής όσο και της εξωτερικής αίσθησης.

Εάν, λοιπόν, υποστηρίζεται ότι σε κάθε αυτοαπόδοση παραστάσεων μπορώ να παραστήσω τον εαυτό μου μόνο μέσω της σκέψης «Εγώ», δεν μπορεί από αυτό να συναχθεί ότι η συγκεκριμένη σκέψη δεν συμφωνεί με άλλες σκέψεις ως προς το ότι αποτελεί τη σκέψη κάποιου πράγματος που δίνεται μέσα στην αισθητή εποπτεία. Αυτό ακριβώς, όμως —καταλήγει η ένσταση— αποτελεί την αδικαιολόγητη παραδοχή του Kant στην §16.

Και δεν λέει άραγε ο ίδιος ο Kant, στο πλαίσιο της κριτικής του προς την παραλογιστική συγκρότηση της ορθολογικής ψυχολογίας των προκατόχων του, ότι η πρόταση «Εγώ σκέπτομαι», εφόσον εκληφθεί ως ισοδύναμη με την πρόταση «Υπάρχω ως σκεπτόμενος», είναι «εμπειρική», στον βαθμό που περιέχει «τη δυνατότητα προσδιορισμού του Dasein μου αποκλειστικά σε σχέση με τις παραστάσεις μου μέσα στον χρόνο» (KrV, B 420);

Ως εμπειρική πρόταση, όμως, χρησιμοποιεί όρους οι οποίοι παραπέμπουν όχι μόνο στις αντίστοιχες προς αυτούς εποπτείες, αλλά ειδικότερα σε εμπειρικά δεδομένα της αισθητικότητας. Αντιστοίχως, ο Kant γράφει: «Το “Εγώ σκέπτομαι” είναι, όπως ήδη ειπώθηκε, μια εμπειρική πρόταση και εμπεριέχει την πρόταση “Εγώ υπάρχω”» (KrV, B 422).


Σημειώσεις:


⁵ Πρβλ. επίσης σχετικά Cramer, 1987, σ. 168 κ.ε., 175 κ.ε.
⁶ Πρβλ. παραπάνω, σημ. 4.
⁷ Η διατύπωση αυτή ακολουθεί τον τυπικό προσδιορισμό της γνωσιακής αυτοσυνείδησης από τον E. Tugendhat, στο: Tugendhat, 1979, σ. 50 κ.ε.
⁸ Πρέπει τουλάχιστον να εξεταστεί το ενδεχόμενο ότι, σε ορισμένες περιπτώσεις, δεν μπορεί να γίνει με νοηματικά εύλογο τρόπο διάκριση μεταξύ του «εγώ φ» και του «γνωρίζω ότι εγώ φ».
⁹ Πρβλ. το πολυσυζητημένο χωρίο KrV, A 346/B 404.

Δεν υπάρχουν σχόλια: