Το υπόμνημα του Heidegger στον Kant, 1925–1936 α
Του Daniel O. Dahlstrom (Washington)
Ο Daniel O. Dahlstrom (γενν. 1948) είναι Αμερικανός φιλόσοφος και διακεκριμένος μελετητής της γερμανικής φιλοσοφίας, ιδίως των Kant, Hegel, Husserl και Heidegger. Είναι John R. Silber Professor of Philosophy στο Boston University. Τα κύρια ερευνητικά του πεδία είναι η μεταφυσική, η φαινομενολογία, η αισθητική και η ηθική.
Θεωρείται ένας από τους σημαντικούς αγγλόφωνους ερμηνευτές του Heidegger. Ανάμεσα στα βασικά έργα του συγκαταλέγονται:
Heidegger’s Concept of Truth (2001)
Philosophical Legacies: Essays on the Thought of Kant, Hegel, and Their Contemporaries (2008)
The Heidegger Dictionary (2013)
Identity, Authenticity, and Humility (2017)
Έχει επίσης μεταφράσει ή συνεπιμεληθεί αγγλικές εκδόσεις έργων των Heidegger, Hegel, Husserl και Moses Mendelssohn.
Το κείμενο «Heideggers Kant-Kommentar, 1925–1936», δημοσιεύθηκε στο Philosophisches Jahrbuch, τόμ. 96, τεύχ. 2, το 1989, σσ. 343–366. Η μελέτη εξετάζει συστηματικά τις παραδόσεις και τα συγγράμματα του Heidegger για τον Kant από το 1925 έως το 1936. Ο Dahlstrom δεν περιορίζεται στην παρουσίαση της χαϊντεγκεριανής ερμηνείας· ελέγχει κριτικά κατά πόσο ο Heidegger ερμηνεύει πραγματικά τον Kant ή μετασχηματίζει την καντιανή φιλοσοφία ώστε να υπηρετήσει τη δική του θεμελιώδη οντολογία.
«Αλλά ο Kant δεν ήταν καντιανός».¹
Στα μάτια του Heidegger, ο Kant κατέχει τόσο υψηλή φιλοσοφική θέση, ώστε ίσως μόνο ο Aristotle και ο Plato μπορούν να συγκριθούν μαζί του. Και αυτό επειδή, στην περίπτωση μόνο τέτοιων συγγραφέων, αξίζει πάντοτε όχι απλώς να παρακολουθεί κανείς τις σκέψεις και τα ερωτήματά τους, αλλά «επίσης και προπαντός» να ακολουθεί πραγματικά τις «παραπλανημένες διαδρομές» τους.² Ο Kant έχει «τη μεγάλη σημασία για τη διαπαιδαγώγηση προς τη φιλοσοφική εργασία» ότι μπορεί κανείς «να τον εμπιστεύεται απόλυτα» πως «δεν παραπαίει» εκεί όπου υφίσταται ο μεγαλύτερος κίνδυνος παραπατήματος, μαζί με την ύψιστη δυνατότητα της γνήσιας σκέψης. Όσον αφορά την εξέλιξη της δικής του στοχαστικής πορείας, ο Heidegger ομολογεί απερίφραστα:
«Όταν, πριν από μερικά χρόνια, μελέτησα εκ νέου την Κριτική του καθαρού λόγου και τη διάβασα, κατά κάποιον τρόπο, με φόντο τη φαινομενολογία του Husserl, ήταν σαν να έπεσαν λέπια από τα μάτια μου, και ο Kant έγινε για μένα μια ουσιώδης επιβεβαίωση της οδού πάνω στην οποία αναζητούσα» (PIK, 431).
Αυτή η υψηλή εκτίμηση αντανακλάται σε μια ισόβια ενασχόληση με την κριτική φιλοσοφία,³ η οποία κορυφώθηκε κατά τη δεκαετία που ολοκληρώνεται με την παράδοση του χειμερινού εξαμήνου 1935/1936 στο Freiburg.⁴ Η αναμέτρηση με την Κριτική του καθαρού λόγου (KrV) αποτελεί το θέμα της πρώτης δημοσίευσης βιβλίου μετά το Sein und Zeit, καθώς και τον κύριο ή δευτερεύοντα στόχο πέντε πανεπιστημιακών παραδόσεων αυτής της περιόδου.
Στην παράδοση του χειμερινού εξαμήνου 1927/1928, Phänomenologische Interpretation von Kants Kritik der reinen Vernunft, εξετάζονται η υπερβατολογική αισθητική, καθώς και το πρώτο βιβλίο της υπερβατολογικής αναλυτικής, η «Αναλυτική των εννοιών». Το Kant und das Problem der Metaphysik (1929) παρουσιάζει σε συντομευμένη μορφή την ερμηνεία αυτών των τμημάτων, επειδή ο Heidegger επιθυμεί να αναδείξει τον κεντρικό ρόλο της διδασκαλίας περί σχηματισμού, ή αντίστοιχα της φαντασίας, ως —σύμφωνα με τα λόγια της πρώτης έκδοσης της KrV— «της τρίτης θεμελιώδους ικανότητας» και «του μορφοποιητικού κέντρου της καθαρής γνώσης».⁵
Αυτή η εξέταση της διδασκαλίας περί σχηματισμού, δηλαδή του πρώτου κύριου κεφαλαίου της «Αναλυτικής των αρχών», ανάγεται, άλλωστε, σε μια πολύ εκτενέστερη εξέταση της ίδιας διδασκαλίας, σε σύνδεση με την πρώτη αναλογία της εμπειρίας —την υπόσταση— στο τέλος του χειμερινού εξαμήνου 1925/1926. Στα Grundprobleme der Phänomenologie του θερινού εξαμήνου 1927 θεματοποιείται η έννοια του Είναι στον Kant, όπως αυτή περιέχεται στη θέση της υπερβατολογικής διαλεκτικής —«Το Είναι δεν είναι πραγματικό κατηγόρημα»— καθώς και στις διευκρινίσεις του Kant σχετικά με τους τρόπους της τροπικότητας στα «Αξιώματα της εμπειρικής σκέψης εν γένει».
Η αναμέτρηση με τη διδασκαλία του Kant περί ελευθερίας, η οποία αποτέλεσε το θέμα της παράδοσης του θερινού εξαμήνου 1930 στο Freiburg, Vom Wesen der menschlichen Freiheit, περιλαμβάνει την ανάλυση όχι μόνο της τρίτης αντινομίας στην υπερβατολογική διαλεκτική, αλλά και της έννοιας της αιτιότητας στο πλαίσιο της «Αναλυτικής των αρχών».⁶ Η ήδη αναφερθείσα παράδοση του χειμερινού εξαμήνου 1935/1936 δημοσιεύθηκε από τον Heidegger το 1962 με τον τίτλο Die Frage nach dem Ding και με υπότιτλο: «Σχετικά με τη διδασκαλία του Kant περί των υπερβατολογικών αρχών».
Θα μπορούσε, επομένως, κανείς να συγκεντρώσει υπό τον χαρακτηρισμό «υπόμνημα» αυτά τα συγγράμματα, στα οποία ο Heidegger εξετάζει σχεδόν κάθε κύριο τμήμα της KrV —βλ. το παράρτημα—, εάν, λαμβάνοντας υπόψη την ιδιότυπη ερμηνευτική του Heidegger, εξακολουθεί να έχει νόημα να γίνεται λόγος για υπόμνημα. Όταν απορρίπτεται ρητά ως σκοπός της έρευνας ένας ακριβέστερος προσδιορισμός εκείνου που λέει ο Kant, ακόμη και εκείνου που θέλησε να πει, τότε δύσκολα μπορεί πλέον να γίνεται λόγος για το παραδοσιακό γραμματειακό είδος του υπομνήματος.
Θα μπορούσε, μάλιστα, να προβληθεί η ένσταση ότι ακόμη και ο λόγος του Heidegger περί «ερμηνείας» αποτελεί υπερβολική αξίωση, εφόσον, αναφορικά με ορισμένα ερωτήματα, δεν προτίθεται καθόλου να παραμείνει προσηλωμένος στις ρητές θέσεις και στα επιχειρήματα του συγγραφέα. Δεν ακούγεται άραγε κενή η αξίωση ενός «στοχαστικού διαλόγου» (KPM, XVII), όταν πρέπει κανείς να αναδιατυπώσει ή ακόμη και να παραμορφώσει τις θέσεις του συνομιλητή του;
Και όμως, στις πρώτες παραδόσεις του για τον Kant —1925/1926 και 1927/1928— ο Heidegger επιμένει ότι η ερμηνεία του της κριτικής φιλοσοφίας, ακόμη και όταν αποκλίνει κατά γράμμα και εκ προθέσεως από το νόημα του κειμένου της KrV, προσεγγίζει περισσότερο τις ενοράσεις και τις προθέσεις του Kant και ανταποκρίνεται σε αυτές ακριβέστερα από ό,τι η ερμηνεία των νεοκαντιανών. Ο Heidegger αναμετράται με εκείνα τα χωρία της Κριτικής των οποίων η σημασία είχε παραμείνει σκοτεινή και αμφιλεγόμενη, προκειμένου να αποκαλύψει εκείνο που ο Kant, υπό την πίεση της παράδοσης, μπορούσε μόνο να υπαινιχθεί. Με αυτόν τον τρόπο ο Heidegger αποβλέπει, δευτερευόντως, και στην ανάδειξη και διόρθωση του υποτιθέμενου σφάλματος της μαρβουργιανής ερμηνείας του Kant και, μαζί με αυτήν, του νεοκαντιανού τρόπου σκέψης.
Στα μεταγενέστερα συγγράμματα και στις μεταγενέστερες παραδόσεις του Heidegger για τον Kant —μετά την επιτυχία του Sein und Zeit— η εξέταση της μαρβουργιανής αντίληψης για τον Kant εγκαταλείπεται σε μεγάλο βαθμό. Πρέπει, όμως, να επισημανθεί και μία ακόμη γενική διαφορά ανάμεσα σε αυτά τα συγγράμματα. Στα κείμενα για τον Kant πριν από το 1930, το κεφάλαιο περί σχηματισμού χαρακτηριζόταν ως «ο πυρήνας» της Κριτικής.⁷ Αργότερα, όμως, το σύστημα των αρχών χαρακτηρίστηκε ως «το αποφασιστικό βήμα» και ως «το εσωτερικό φέρον κέντρο ολόκληρου του έργου» (FD, 130, 146).
Με αυτή τη μετατόπιση του κειμενικού και δομικού κέντρου βάρους μεταβλήθηκε συγχρόνως και το επίκεντρο της ερμηνείας. Τα θέματα της αυτοπάθησης και της παραγωγικής φαντασίας, πάνω στα οποία ο Heidegger είχε αρχικά οικοδομήσει την ερμηνεία του, η οποία προκάλεσε πολλές επικρίσεις,⁸ μετά το 1929, όταν στράφηκε προς τις αρχές και τη διδασκαλία των αντινομιών, ελάχιστα πλέον λαμβάνονταν υπόψη.⁹
Ωστόσο, τόσο στις παραδόσεις πριν όσο και σε εκείνες μετά το 1930, ο Heidegger δεν απομακρύνεται ουσιαστικά από μια οντολογική ερμηνεία. Μέσω της «ερμηνείας ως αποδόμησης» επιδιώκει να παρουσιάσει την κριτική φιλοσοφία ως τον κατεξοχήν πρόδρομο της θεμελιώδους οντολογίας που σχεδιάστηκε στο Sein und Zeit· ως έναν πρόδρομο, όμως, ο οποίος, μολονότι αγωνίστηκε εναντίον της παράδοσης, τελικά έπεσε και ο ίδιος θύμα της λήθης του Είναι που χαρακτήριζε αυτή την παράδοση.
Η εντατική ενασχόληση με την KrV κατά την περίοδο αυτή δεν προκαλεί, βέβαια, έκπληξη, ιδίως αν λάβει κανείς υπόψη την αναφορά του Heidegger στο πρώτο τμήμα του σχεδιαζόμενου δεύτερου μέρους της «επεξεργασίας του ερωτήματος του Είναι», η οποία είχε αρχίσει στο Sein und Zeit. Η ερμηνεία της καντιανής διδασκαλίας περί σχηματισμού και χρόνου ως «προβαθμίδας μιας προβληματικής της χρονικότητας» επρόκειτο να αποτελέσει το πρώτο βήμα «μιας φαινομενολογικής αποδόμησης της οντολογίας».¹⁰ Επομένως, το ιδιότυπο υπόμνημα του Heidegger στον Kant πρέπει να κατανοηθεί υπό το πρίσμα αυτού του ερμηνευτικού σκοπού.
Η μελέτη που ακολουθεί ασχολείται με το υπόμνημα του Heidegger στην KrV, όπως αυτό αναπτύσσεται σε τρεις παραδόσεις που δημοσιεύθηκαν μετά τον θάνατό του: Logik. Die Frage nach der Wahrheit (χειμερινό εξάμηνο 1925/1926), Phänomenologische Interpretation von Kants Kritik der reinen Vernunft (χειμερινό εξάμηνο 1927/1928) και Vom Wesen der menschlichen Freiheit (θερινό εξάμηνο 1930).
Σκοπός της επισκόπησης αυτών των τριών παραδόσεων για τον Kant είναι, καταρχάς, να αναδειχθούν με τη μεγαλύτερη δυνατή σαφήνεια οι κύριες γραμμές της ερμηνείας του Heidegger, οι κριτικές του ενστάσεις, καθώς και τα σημεία στα οποία συμφωνεί· δηλαδή, πρέπει να καταδειχθεί πού εντοπίζει μέσα στην κριτική φιλοσοφία συμπτώματα της λήθης του Είναι και πού διακρίνει υποδείξεις για την «επεξεργασία του ερωτήματος του Είναι».
Συγχρόνως, όμως, και σύμφωνα με το πνεύμα των δύο φιλοσόφων, οι ακόλουθοι συλλογισμοί αποβλέπουν στο να διακόψουν τον μονόπλευρο διάλογο του Heidegger με τον Kant και να τον θέσουν οι ίδιοι υπό αμφισβήτηση. Μια τέτοια διακοπή είναι ασφαλώς αγενής, είναι όμως αναγκαία, προκειμένου να υπενθυμιστεί τι λησμονείται μέσα στην ερμηνεία του Kant από τον Heidegger.
…
Συνεχίζεται
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου