Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα «Στις πηγές της νεωτερικής θεολογίας». Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα «Στις πηγές της νεωτερικής θεολογίας». Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 4 Νοεμβρίου 2026

Η ΑΓΙΑ ΤΡΙΑΔΑ ΜΕΣΑ ΣΤΑ ΟΡΙΑ ΤΗΣ ΝΟΗΣΕΩΣ ΤΟΥ ΚΑΝΤ

 Στις Πηγές τής Νεωτερικής θεολογίας (ΧVΙ)

Η δύναμις τού διαφωτισμού αποκαλύπτεται πλήρως στον στοχασμό τού Kant. Ο φιλόσοφος τού Könisberg είχε συναίσθηση τού γεγονότος πως χρησιμοποιούσε αποκλειστικά τις αρχές τού διαφωτισμού στο πεδίο τής θρησκείας. Υπάρχει επίσης ξεκάθαρη και η κληρονομιά τού Λούθηρου και η αδιαφορία του για το εις εαυτόν τού θεού. «Σε μας δηλώνει, δεν ενδιαφέρει καθόλου να μάθουμε τι είναι ο θεός ο ίδιος (στην Φύση Του), αλλά τι είναι για μας, που είμαστε ηθικά όντα». Η θρησκεία για τον Kant δεν πρέπει να αποθησαυρίζεται σε δόγματα και κανόνες αλλά στην διάθεση τής καρδιάς, να σέβεται όλες τις ανθρώπινες υποχρεώσεις σαν θείες εντολές. Η θρησκεία υπάρχει μόνον εφόσον είναι «ηθική θρησκεία». Ο φιλόσοφος τής κριτικής τής καθαρής νοήσεως, πιστός στις οικογενειακές θρησκευτικές του ρίζες, θέλει έναν θεό προϋπόθεση τής «πρακτικής νοήσεως» και μόνον. Για να συμβαδίσει δε η πίστη με την ανάγκη αυτής τής πρακτικής νοήσεως πρέπει να συμμαζευτεί σε μία minimum πίστη, καθολικά αποδεκτής σαν πίστη σ’ έναν θεό Summum ens, Summa Intelligentia, Summum Bonum! Μια λογική έννοια τού θεού, κατά την κρίση τού Kant, προϋποθέτει ένα υπέρτατο μοναδικό ον (Summum ens), υπέρτατα έξυπνο (Summa Intelligentia), πηγή όλων όσων μπορούν απροϋπόθετα να αποτελέσουν ένα σκοπό ή νόημα (Summum Bonum). Ένα ιδανικό τής πρακτικής νοήσεως και όλων όσων χρειάζεται η πρακτική αυτή νόηση για την επιτυχία της, αρχέτυπο και αρχιτέκτων τού κόσμου. Σ’ αυτή την ελάχιστη πίστη στηρίζεται η «καθαρή ηθική θρησκεία» του Kant.

Την 1η Οκτωβρίου 1794 ο Kant κατηγορήθηκε από τις Αρχές πως εκμεταλλεύθηκε τις φιλοσοφικές του αρχές για να απορρίψει μετά βδελυγμίας μερικά βασικά δόγματα της Αγίας Γραφής και τού Χριστιανισμού. Οι κατηγορίες αφορούσαν ειδικά το βιβλίο του: «Η θρησκεία εντός των ορίων τής νοήσεως και μόνον» του 1793. Ο Kant υπεραμύνθηκε τής κατηγορίας εξηγώντας πως το βιβλίο του δεν περιείχε ούτε την αποδοχή ούτε βεβαίως και την απόρριψη τού Χριστιανικού δόγματος. Το βιβλίο του δεχόταν μόνον την «Φυσική θρησκεία» και αυτή εκθείαζε. Μάλιστα δε τόνισε την χρησιμότητα τής αποκαλύψεως, διότι αυτή συμπλήρωνε την θεωρητική ανεπάρκεια τής καθαρής λογικής πίστεως, ανεπάρκεια η οποία φανερωνόταν στα θέματα τού κακού, στις αμφιβολίες τού κάθε ανθρώπου αν βρίσκεται στην θέση τού αγαθού κ.τ.λ.

Σαν φιλόσοφος ο Kant παραμένοντας μέσα στα όρια τής καθαρής νοήσεως και στοχαζόμενος την θρησκεία σαν ηθική θρησκεία θα ‘πρεπε να ασχοληθεί με την φυσική πίστη σε ένα Summum ens, σε μία Summa Intelligentia, σε ένα Summum Bonum. Παρόλα αυτά δεν ικανοποιείται ούτε ο ίδιος να μείνει μέσα στα όρια που έθεσε και προσπαθεί με όλες του τις δυνάμεις να στριμώξει ολόκληρο το περιεχόμενο της χριστιανικής πίστης στο θρησκευτικό του σύστημα, το οποίο κατασκεύασε με την νόηση και μόνον.

Και νά λοιπόν που ο Kant, στο τέλος κάθε κεφαλαίου τού βιβλίου του γύρω από την θρησκεία συμπληρώνει μερικές “γενικές σημειώσεις” που θα μπορούσαν να έχουν τούς εξής τίτλους: 1) τα αποτελέσματα τής Χάρης 2) περί θαυμάτων 3) για τα Μυστήρια 4) τα μέσα τής Χάριτος. Η τρίτη του σημείωση λοιπόν αποτελεί ένα αληθινό δοκίμιο περί Αγίας Τριάδος, παρότι ασχολείται με τα ουσιώδη. Ο ίδιος ο Kant ονομάζει αυτές τις σημειώσεις πάρεργα τής θρησκείας μέσα στα όρια τής καθαρής νοήσεως, καθότι δεν αφορούν την ίδια αλλά συνορεύουν μαζί της. Βεβαίως δηλώνει καθησυχαστικά πως δεν επιθυμεί να κατακτήσει το έδαφος τής πίστεως και μάλιστα σέβεται την αυτονομία της. Δεν επιθυμεί να εξάγει δι’ απαγωγής την θρησκεία από μόνη την νόηση, θέλει απλώς να την ελέγξει στο εσωτερικό της νοήσεως, αλλά δυστυχώς καταργεί κάθε όριο που είχε θέσει ο ίδιος. Έτσι κρίνει τήν τριάδα στο φως τής «αναστοχαστικής πίστεως» για την οποία είχε ήδη μιλήσει στην κριτική τής κρίσεως.

Για τον Kant δεν είναι η θρησκεία που οδηγεί στην ηθική, αλλά η ηθική στην θρησκεία. Η ηθική μάς οδηγεί στην «Ιδέα ενός παντοδύναμου ηθικού Νομοθέτη, πάνω από την ανθρωπότητα, στην θέληση τού οποίου ενυπάρχει ο τελευταίος σκοπός (τής δημιουργίας τού κόσμου) ο οποίος μπορεί και πρέπει να είναι ο τελευταίος σκοπός τού ανθρώπου. Ο θεός, όπως απαιτεί η καθαρή νόηση, πρέπει να είναι αναγκαίως άγιος, αγαθός, δίκαιος. Αυτή είναι και η τριάδα για την οποία μιλά το εκκλησιαστικό δόγμα σαν τρία θεία πρόσωπα. Αυτά τα ιδιώματα δεν εκφράζουν τίποτε άλλο παρά την ηθική διάθεση τού θεού προς την ανθρωπότητα. Αυτή η τριπλή ποιότητα τού θεού συναντάται εξάλλου σε πάμπολλες θρησκείες όπως αυτή του Ζωροάστρου, των Αιγυπτίων, των Γότθων. Ακόμη και οι Εβραίοι δεν διαφώνησαν στο γεγονός πως ο θεός έχει ένα υιό, αλλά στο ότι αυτός ο υιός ήταν ο Ιησούς Χριστός».

Ο Χριστός για τον Kant δεν είναι τίποτε παραπάνω από έναν «θεϊκό άνθρωπο», το υπέρτατο ιδεώδες τής αρετής, «προσωποποιημένη ιδέα τής Αγαθής αρχής». Μπορούμε να κάνουμε και χωρίς το ιστορικό του γεγονός. «Τα πρόσωπο του Χριστού διαλύεται στην ιδέα: ο Χριστός τής Βίβλου εκκοσμικεύεται σαν ιδέα τής ανθρωπότητος».

Υπάρχει μόνον ένα πρόσωπο θεού, Persona Dei. Έτσι ο Kant ερμηνεύει το τριαδικό δόγμα με τους όρους μιας τριπλής ηθικής ποιότητος τού μοναδικού υπέρτατου Είναι, που η πρακτική νόηση τού επιτρέπει να δεχθεί. Ταυτόχρονα όμως ισχυρίζεται πως μπορούμε να λατρέψουμε τον πατέρα σαν εκείνο το ον που αγαπά τους ανθρώπους οι οποίοι τηρούν τον Νόμο του, πως μπορούμε να λατρέψουμε τον υιό σαν μοντέλο τής ανθρωπότητος και πως μπορούμε να λατρέψουμε και το Άγιο πνεύμα διότι καθώς μας διδάσκει, ταυτοχρόνως μάς ζωοποιεί με Αρχές για τις πράξεις μας!

Σύμφωνα με τον Kant, ο θεός σαν Άγιο πνεύμα είναι αυτός που κατορθώνει να χωρέσει όλη την αποκάλυψη σε εκείνη την καθαρή ηθική πίστη, την οποία ο ίδιος επεξεργάστηκε σαν φιλόσοφος και σε εκείνη την αυθεντική θρησκεία, την οποία πρέπει να αφαιρέσουμε από την Εκκλησιαστική πίστη, ακριβώς όπως κάνει και ο ίδιος. Ο Kant δηλαδή ομολογεί πως είναι αυτός ο ίδιος ο άνθρωπος τού Αγίου πνεύματος. Όχι το νεκρό γράμμα τού εκκλησιαστικού δόγματος, αλλά το ζωοποιό πνεύμα που φτερουγίζει μέσα στα όρια τής νοήσεως. «Αυτή είναι στ’ αλήθεια μια πραγματική θρησκεία», αναφωνεί υπερήφανα, ο ταπεινός Kant.

Η Persona Dei, το πρόσωπο θεού, δεν ανήκει στην τάξη τών όντων, αλλά στην ηθική πράξη. Δεν είναι παρά η προσωποποίηση της ιδέας του θεού. «Η έννοια τού θεού είναι εκείνη μιας Persona, ενός όντος το οποίο έχει δικαιώματα και προς το οποίο κανείς άλλος δεν διαθέτει δικαιώματα». Διότι η «προσωπικότης είναι η ιδιότης ενός όντος που έχει δικαιώματα, δηλαδή ηθική ποιότητα». Ο Kant διαθέτει μόνον στην κατηγορία της ελπίδος αυτό που αρνείται στην ύπαρξη του θεού.

Ο Δυτικός άνθρωπος καταλήγει μέτρο τής θρησκείας και θέλει πλέον να δώσει στον θεό μόνον αυτό που η Νόηση κρίνει απαραίτητο.

Ο Kant φοβήθηκε μέχρι αγωνίας ότι θα μπορούσε να αναγνωρισθεί στον θεό η δυνατότης να είναι και να πράττει ελεύθερα και αυτόνομα, διότι ήθελε με αληθινό πάθος να τα δωρίσει στον άνθρωπο.

«Μια θρησκεία που κηρύττει απερίσκεπτα τον πόλεμο στην νοημοσύνη δεν θα αντέξει για πολύ», έγραφε ο Kant.

Αλλά και μια νοημοσύνη που κηρύττει απερίσκεπτα τον πόλεμο στην θρησκεία, μπορεί να επιβιώσει για πολύ και η ίδια; Ο Μηδενισμός τής σύγχρονης σκέψης μάς δίνει την θλιβερή επιβεβαίωση τής αποτυχίας τών συλλογισμών τού κυρίου Kant.

Αμέθυστος

Τρίτη 3 Νοεμβρίου 2026

Στις αρχαίες πηγές της Νεωτερικής Δυτικής και "Ορθοδόξου" θεολογίας (V)-επανάληψη

Image result for καππαδοκία 

Συνέχεια της θεολογίας των Καππαδοκών από τον G. Prestige

Συνέχεια από
Τρίτη, 16 Μαΐου 2017
Η διδασκαλία των Καππαδοκών είναι ουσιαστικά ίδια με του Μ. Αθανασίου. Κατηγορήθηκαν άδικα για τριθεϊσμό. Δέχθηκαν την τριπλή αντικειμενικότητα (τις υποστάσεις) σαν βάση της διδασκαλίας τους για να προσθέσουν πως εφόσον οι υποστάσεις είναι ταυτόσημες, πρέπει να δημιουργούν μία μοναδική και ίδια ουσία. Δεν δέχθηκαν ποτέ τους την έννοια των ομοίων υποστάσεων, ενώ τόνισαν την ταυτότητα της θείας ουσίας!

Κατανοούσαν στην ουσία ένα ιδιαίτερο και καθορισμένο αντικείμενο θεωρούμενο από την μεταφυσική του πραγματικότητα και δεν δέχθηκαν ποτέ τους μια ομοιότητα φύσεως. Ο σωστός τρόπος για να γίνει κατανοητό το γεγονός πως στην Αγία Τριάδα έχουμε μια κοινή ουσία, είναι να αναγνωρίσουμε πως πρέπει να ομιλούμε για ένα πρόσωπο, με τον ίδιο τρόπο με τον οποίο ομιλούμε και για το άλλο.

Έτσι αν αναγνωρίζουμε πως ο Πατέρας κατέχει αυτό που συστήνει (υποκείμενον) το Φως, συμπεραίνεται πως και η ουσία του Υιού είναι Φως. Έτσι λοιπόν η θεότης είναι ΜΙΑ.

Σ' αυτό το σημείο πρέπει να επισημάνουμε πως δεν υφίσταται ουδεμία αναλογία ανάμεσα στην ουσία της Αγίας Τριάδος και στην κοινή ουσία της ανθρωπότητος. Στην περίπτωση λοιπόν των διαφορετικών ανθρώπων η ενότης της ουσίας οφείλεται στην μετοχή στο ίδιο γένος και δεν οδηγεί στην ταυτότητα της ουσίας των τριών υποστάσεων. Οι διαφορές που διακρίνουν τα θεία πρόσωπα είναι ιδιότητες και εκφράζονται στα ονόματα Πατήρ, Υιός και Άγιο Πνεύμα δηλαδή στην Πατρότητα, στην Υιότητα και στην Αγιότητα! Αυτές οι ιδιότητες σημαίνουν τον τρόπο με τον οποίο η ουσία απονέμεται και εκφράζεται (Κατά Ευνομίου 1, 19-20 του Μ. Βασιλείου).

Στην επιστολή 38, 5 ο Μ. Βασίλειος γίνεται πιο σαφής. Η υπόσταση είναι το σημείο της “ατομικότητος” του προσώπου, ενώ η Αρχή της κοινωνίας αναφέρεται στην ουσία. Η υπόσταση λοιπόν είναι το σημείο της διακρίσεως μέσα στην Αγία Τριάδα. Παρόλα αυτά όμως ολόκληρη και αδιαφοροποίητη η κοινή ουσία, επειδή δεν είναι σύνθετη, είναι ταυτόσημη στο αδιαφοροποίητο εσωτερικό κάθε προσώπου. Ολόκληρη η ουσία του Υιού είναι ίση με ολόκληρη την ουσία του Πατέρα. Η διάκρισις είναι μόνον ο τρόπος με τον οποίο η ταυτόσημη ουσία παρουσιάζεται αντικειμενικά (υποστατικά) σε κάθε πρόσωπο.

Αυτές οι διακρίσεις (“ατομικότητες”), στην γλώσσα των Καππαδοκών Πατέρων, ονομάζονται “γνωριστικαί ιδιότητες”. Είναι τρόποι υπάρξεως και όχι στοιχεία υπάρξεως. Αυτές οι ιδιότητες ονομάστηκαν αργότερα, υποστατικαί ιδιότητες. Υπόστασις και ουσία, λέει ο Αθανάσιος σημαίνουν ύπαρξη! Διότι είναι, υπάρχουν. Η λέξη ύπαρξις όμως, χρησιμοποιείται στην πατερική γραμματεία συνδυασμένη με την Αρχή! Έτσι τα δύο ιδίως πρόσωπα της Αγίας Τριάδος, εκφράζοντας τον τρόπο υπάρξεως της ουσίας εκφράζουν και την προέλευσή τους από την Πατρική Αρχή ταυτοχρόνως. Στο τέταρτο βιβλίο του Μ. Βασιλείου εναντίον του Ευνομίου αποδεικνύεται πως ο όρος Αγέννητος δεν εκφράζει την ουσία του Θεού αλλά τον τρόπο υπάρξεως. Ο όρος τρόπος υπάρξεως παραπέμπει πάντοτε στην Αρχή, στην προέλευση.

Το γεγονός λοιπόν ότι σ' αυτό το σημείο η θεολογία βασίστηκε στην τριαδικότητα τής υποστατικής φανέρωσης και όχι στην ενότητα της Φύσεως, είχε σαν αποτέλεσμα εκτός των άλλων, το γεγονός πως τέλειωσε μ' αυτόν τον τρόπο τα ακανθώδες θέμα της “υποταγής” του Υιού στον Πατέρα και του Αγίου Πνεύματος στον Υιό, ωριγενικής προελεύσεως.
Έτσι λοιπόν το δόγμα της Αγίας Τριάδος δίδασκε ξανά έναν Θεό σε τρία πρόσωπα και όχι τρία πρόσωπα σε μία θεότητα!


(Συνεχίζεται...)

Αμέθυστος

Παρασκευή 16 Οκτωβρίου 2026

ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟΣ: Αμφιβολία για το «όρο» πρόσωπο και δημιουργία της «έννοιας» πρόσωπο.


Πηγές της Νεωτερικής θεολογίας (Χ)

Οι Λατίνοι δεν μπήκαν στο κόπο να εμβαθύνουν την «έννοια» η οποία θα έπρεπε να συσχετιστεί με τον «όρο» Persona, αυξάνοντας τοιουτοτρόπως όλα όσα είχαν κατακτήσει με τον Τερτυλλιανό, στον νέο ορίζοντα που άνοιξε το «ομοούσιος» της Νίκαιας. Αυτό το έλλειμμα, που άρχισε να γίνεται ορατό στο Τριαδικό δόγμα, έγινε οφθαλμοφανές στην Χριστολογία. Διότι ένα πράγμα είναι να απαριθμήσουμε με τον όρο πρόσωπο τον Πατέρα, τον Υιό και το Άγιο Πνεύμα, εντελώς άλλο πράγμα είναι να κατανοήσουμε την ενσάρκωση η οποία επραγματοποιήθη στην ενότητα ενός προσώπου, άλλο πράγμα είναι επιπλέον να κατανοήσουμε ποια περιεχόμενα περιγράφονται με τον όρο πρόσωπον και στην Αγία Τριάδα και στον Χριστό. Πώς μπορούμε να σκεφτούμε πως πολλά πρόσωπα είναι μόνον μία ουσία, του Θεού; Πώς μπορούμε δε αμέσως μετά να κατανοήσουμε πως δύο ουσίες, η θεία και η ανθρώπινη, συναποτελούν μόνον ένα πρόσωπο, το πρόσωπο του Κυρίου;[Ο ΟΡΟΣ ΦΥΣΗ Ο ΟΠΟΙΟΣ ΕΝΩΝΕΤΑΙ ΑΣΥΓΧΥΤΩΣ ΚΑΙ ΑΔΙΑΙΡΕΤΩΣ ΜΕ ΤΗΝ ΕΝΝΟΙΑ ΚΑΙ ΜΕ ΤΟΝ ΟΡΟ ΦΥΣΗ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ ΠΟΥ ΣΗΜΑΙΝΕΙ ΤΟ ΠΕΠΕΡΑΣΜΕΝΟ, ΔΕΝ ΣΗΜΑΙΝΕΙ ΤΗΝ ΟΥΣΙΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ, ΣΗΜΑΙΝΕΙ ΤΗΝ ΑΘΑΝΑΣΙΑ ΚΑΙ ΒΡΙΣΚΕΤΑΙ ΠΕΡΙ ΤΗΝ ΥΠΟΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΘΕΟΥ. ΔΕΝ ΕΧΟΥΜΕ ΤΡΕΙΣ ΟΥΣΙΕΣ ΣΤΗΝ ΕΝΑΝΘΡΩΠΗΣΗ ΟΥΤΕ ΤΗΝ ΟΥΣΙΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΕΙΣ ΔΙΠΛΟΥΝ ΚΑΘΟΤΙ ΥΠΟΣΤΑΣΗ ΑΝΟΥΣΙΟΣ ΔΕΝ ΥΦΙΣΤΑΤΑΙ. ΟΦΕΙΛΟΥΜΕ ΝΑ ΕΡΕΥΝΗΣΟΥΜΕ ΛΟΙΠΟΝ ΚΑΙ ΤΗΝ ΙΔΕΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΝΝΟΙΑ ΤΗΣ ΚΕΝΩΣΕΩΣ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ.]

Μια κάποια απάντηση δόθηκε στη Δύση κατ’ αρχάς από τον Βοήθιο στον έκτο αιώνα και τελειοποιήθηκε στην Σχολαστική θεολογία, παρότι ανάμεσα στον τέταρτο και τον πέμπτο αιώνα ο Αυγουστίνος είχε προσφέρει εκείνα τα στοιχεία που επέτρεπαν στον όρο Persona να αποκτήσει μια τόσο πολύτιμη σημασία, η οποία διατηρείται ακόμη μέχρι σήμερα!

Στο ξεκίνημα του De Trinitate, o Αυγουστίνος αναγγέλλει την ισότητα και την ενότητα της ουσίας (substanzia ή essentia) και μόνον σε μια δεύτερη στιγμή την διάκριση των προσώπων στον Θεό. Στο τέλος δε του ιδίου βιβλίου, το οποίο ξεχειλίζει από θρησκευτικό πάθος, στρέφεται και προσεύχεται στην Αγία Τριάδα σαν σε ένα μοναδικό «υποκείμενο», ένα μοναδικό και ανεπανάληπτο «εσύ»!

Ο «εννοιολογικός κόπος» θα συγκεντρωθεί γύρω από την εναρμόνιση της ενότητος της ουσίας με την τριάδα των προσώπων. Η ερώτηση γύρω από την οποία γυρίζει ολόκληρο το De Trinitate είναι η εξής: Πώς είναι δυνατόν να ομολογήσουμε τη διάκριση χωρίς να εισάγουμε την πολλαπλότητα στον θεό;

Την ίδια στιγμή βεβαίως η «οικονομία» της Σωτηρίας και η «ιστορία» του Χριστού παραμένουν στην σκιά. Ο,τιδήποτε θα μπορούσε να μειώσει το δόγμα του ΕΝΟΣ εγκαταλείπεται. Προηγείται απολύτως κάθε προσπάθειας ο μονοθεϊσμός και η εξασφάλισή του.
Μέσα σε αυτή την πίεση ο Αυγουστίνος επινοεί την κατηγορία της σχέσης για να εξασφαλίσει την εσωτερική ζωή της Τριάδος. Η Σχέση αντισταθμίζει το απόλυτο της ουσίας με το σχετικό, το οποίο δείχνεται ήδη με τα ίδια τα ονόματα, δηλαδή του Πατρός, του Υιού και του Αγίου Πνεύματος.


Ξεκινά λοιπόν την έρευνά του τονίζοντας πως στη συνηθισμένη του χρήση ο όρος persona είναι απόλυτος, δεν είναι σχετικός. Παραπέμπει περισσότερο στην ουσία παρά στη σχέση. Persona ορίζει ένα ανθρώπινο άτομο στην μοναδικότητά του και στην μοναξιά του. Δεν είναι ο πλέον κατάλληλος όρος για να χαρακτηρίσει την Τριάδα. Διότι κατά τον Αυγουστίνο τα ονόματα της Αγίας Τριάδος που μας αποκαλύφθηκαν είναι σχετικά! Πατήρ και Υιός φανερώνουν αμέσως μια αμοιβαιότητα: δεν υπάρχει Πατήρ χωρίς Υιό και αντίστροφα, παρότι το Πνεύμα δεν φανερώνει την σχέση με τόση καθαρότητα, όσο το άλλο όνομα του τρίτου προσώπου, της Αγίας Τριάδος, αυτού του «δώρου».

Έτσι το πρόσωπο του Πατρός π.χ. είναι κατά τον Αυγουστίνο η ίδια η ουσία του Πατρός αλλά η ουσία του Πατρός είναι ο ίδιος ο Πατήρ όχι επειδή είναι «Πατήρ» αλλά επειδή «είναι». Το πρόσωπο του Πατρός λοιπόν δεν είναι παρά ο ίδιος ο Πατήρ. Δεν έχει μεγάλη εμπιστοσύνη λοιπόν στον όρο πρόσωπο. Επειδή σημαίνει «ατομική ουσία» και επειδή δεν μεταφέρεται εύκολα στην σχεσιακή πραγματικότητα της Αγίας Τριάδος.

Κάποια στιγμή βεβαίως δια χειρός Θωμά Ακινάτη, το πρόσωπο θα συνδυαστεί τόσο καλά με την σχέση που θα μπορεί και να αντικαθιστά το ένα το άλλο στην κοινή τους έννοια. Ο Ακινάτης θα δηλώσει ευθαρσώς πως το πρόσωπο στον θεό δεν είναι «σχετικό» αλλά είναι μια πραγματική και αυτόνομη σχέση. Ο όρος πρόσωπο ορίζει την σχέση «όχι όμως με τον τρόπο της σχέσης, αλλά με τον τρόπο της ουσίας» (Summa Theol. I, q.29, a.4, ad.1).

Εάν λοιπόν η «άπειρη διαφορά ποιότητος» του προσώπου, όπως υπάρχει στον θεό και όπως πραγματοποιείται στον άνθρωπο εξαρτάται μόνο από το γεγονός ότι στον θεό είναι μια σχεσιακή πραγματικότης ενώ στον άνθρωπο είναι μια πραγματικότης απόλυτη, ξεχωριστή, μοναχική, τότε ο Αυγουστίνος δεν είναι εντελώς αθώος για την μοναξιά του cogito το οποίο η σύγχρονη σκέψη θα θεωρήσει καταστατικό του ανθρωπίνου προσώπου. Δεν θα μπορούσε όμως το πρόσωπο ακόμη και στον άνθρωπο να είναι ουσιωδώς σχεσιακό ακόμη και αν είναι ποιοτικώς διαφορετικό από τις σχέσεις που υπάρχουν στον θεό;

Μ’ αυτό το ερώτημα ο Αυγουστίνος διαστέλλει τα όρια του ανθρωπίνου πνεύματος. Όσα χάνει από την «οικονομία» τα κερδίζει στην ανακάλυψη της εσωτερικότητος. Πριν από τον Αυγουστίνο οι αναλογίες που χρησιμοποιούντο για να γίνουν κατανοητά η Γένηση του Υιού και η Εκπόρευση του Αγίου Πνεύματος αποτελούσαν μέρος της κοσμικής εμπειρίας. Το φως με την λάμψη του και η ακτίνα, η φωτιά με την φλόγα και την θερμότητα, το δένδρο με τις ρίζες και το φρούτο. Αυτό το κοσμολογικό μοντέλο αντικαθιστά ο Αυγουστίνος με το ανθρωπολογικό. Για την κατανόηση της θείας ζωής ο Αυγουστίνος προτιμά την εσωτερική ζωή του ανθρώπου. Προτιμά να σκύψει και να κοιτάξει μέσα στα βάθη του ανθρωπίνου πνεύματος και εδώ να βρει την εικόνα της τριάδος. Μ’ αυτόν τον τρόπο θεός και άνθρωπος, πρόσωπο και συνείδηση συσφίγγονται από τον Αυγουστίνο όσο δεν είχε ξαναγίνει πριν απ’ αυτόν!

Με τον Αυγουστίνο λοιπόν εμφανίζεται στην Ιστορία μια καινούργια έννοια του ανθρώπου. Αυτή η ανθρωπολογική στροφή συνδυάζεται με την ανάλυση της συνειδήσεως στο De Trinitate και με την θεολογική στροφή που αντιπροσωπεύει αυτό το βιβλίο. Όταν μετά από αιώνες, αυτή η έννοια θα ανθίσει στο καρτεσιανό cogito, όταν δηλαδή πρόσωπο θα σημάνει πλέον αυτοσυνειδησία, η κληρονομιά του Αυγουστίνου θάχει προκαλέσει τα πιο εκπληκτικά αποτελέσματα. Ερευνώντας μέσα στην δομή της ψυχής την εικόνα της Αγίας Τριάδος, δεν θεμελίωσε μόνον το θεολογικό δόγμα της σχέσης και εκείνο του Λόγου, δεν πρόσφερε στον Μυστικισμό τους τρόπους έκφρασης με τους οποίους μπορούσε να εκφράσει τις εμπειρίες του, αλλά απεκάλυψε μια εσωτερικότητα η οποία από τον Καρτέσιο στον Πασκάλ, από τον Κίρκεγκαρντ στον Χούσσερλ θα προσπαθεί, ακολουθώντας τον δάσκαλό της, να αποκαλυφθεί με την σειρά της!

Αμέθυστος

Δευτέρα 31 Αυγούστου 2026

Η ΔΙΑΜΑΡΤΥΡΙΑ ΤΟΥ ΛΟΥΘΗΡΟΥ

H «ΣΥΝΤΗΡHΤΙΚΗ» ΠΛΕΥΡΑ ΤΗΣ ΠΡΟΤΕΣΤΑΝΤΙΚΗΣ «ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΕΩΣ»:

Το τριαδικό σύμβολο

Στις Πηγές της Νεωτερικής θεολογίας (ΧII)

Ακολουθώντας τις διδασκαλίες τού Αυγουστίνου και τού Βοήθιου ο Μεσαίων αναγκάστηκε στο τέλος να το πληρώσει ακριβά! Εάν ο ορισμός τού Βοήθιου απορρόφησε την νόηση τού προσώπου στην κατηγορία τής ουσίας, η κληρονομιά του Αυγουστίνου καθόρισε το τριαδολογικό «μοντέλο» τής θεολογίας τής Δύσεως, το οποίο κινείται από την ενότητα τής ουσίας για να συλλάβει την τριάδα τών προσώπων. Ο Μονοθεϊσμός ανήκει στα κεφάλαια τής πίστεως. Και όμως παρόλα αυτά, παρόλη την ενίσχυση τής πίστεως υπήρξαν απώλειες.

Το προνόμιο πού παραχωρήθηκε στην ουσία πάνω στα πρόσωπα, επισκίασε την εσωτερική τάξη τής θεότητος με τον χαρακτήρα τού Πατρός σαν πηγή τής Τριαδικής ζωής και τον δυναμισμό τής Ιστορίας της Σωτηρίας με το γεγονός τού Πάσχα και την Ανάσταση τού Κυρίου. Είναι αμέτρητες στ' αλήθεια οι συνέπειες τής «ουσιοκρατίας» που κατέκλυσε τον στοχασμό τής Δύσεως μέχρι των ημερών μας! Βεβαίως δεν είναι ο Αυγουστίνος ο μόνος υπεύθυνος, καθώς γνωρίζουμε πλέον καλά ότι τον αποφασιστικότερο ρόλο έπαιξε η προσκόλληση της Μεσαιωνικής Επιστημολογίας στη φιλοσοφία του Αριστοτέλη.

Ο Λούθηρος λοιπόν εμφανίζεται στο προσκήνιο της Ιστορίας και με την βοήθεια τής θεολογίας τού Occam επιτίθεται με βία στην σχολαστική θεολογία η οποία επικρατούσε ακόμη στις μέρες του. Έφτασε δε μέχρι του σημείου να αμφισβητήσει, ως υποχόνδρια, ακόμη και την διάκριση φύσεως και προσώπου στην Αγία Τριάδα.

Στον Λούθηρο φαίνεται εντελώς περιττή η διάκριση ανάμεσα στην ύπαρξη εις εαυτήν, στο είναι εις εαυτόν, (esse ad se) τής φύσεως και τού είναι εις άλλο (esse ad alium), τών προσώπων στον θεό.

Για τον Λούθηρο η Τριάδα είναι ένα απλό δεδομένο τής αποκαλύψεως. Σ' αυτή,το πνεύμα μας δεν επιτρέπεται να ξεχωρίζει ορισμένα στοιχεία, να τα συνθέτει και να ερμηνεύει τα μεν με τα δε. Έτσι στις σύνθετες έννοιες τής σχολαστικής, ο Λούθηρος αντιπαραθέτει το απλό και καθαρό ευαγγέλιο.

Για τον Λούθηρο δεν είμαστε ικανοί να κατανοήσουμε «πως» διακρίνεται στον θεό η ουσία από τα πρόσωπα. [Εκτός και μας το γνωρίσει ο ίδιος ο θεός όπως συμβαίνει στην παράδοση της Ορθοδοξίας]. Αυτός ο ίδιος δεν το γνωρίζει, το πιστεύει.

Στην sola scriptura για τον Λούθηρο αντιστοιχεί η sola fides.

Η θεολογία γι' αυτόν είναι μια εμπειρική γνώση και σοφία και δεν είναι δογματική. Η θεολογία έχει σαν μοναδικό της αντικείμενο τον αμαρτωλό άνθρωπο και τον θεό που τον Κρίνει και τον Σώζει!

Ο θεός του Λούθηρου είναι «σχετικός». Είναι ο θεός ο οποίος λατρεύεται, προς τον οποίο στρέφουμε το πρόσωπο, προς τον οποίο προσφέρουμε δώρα, ο οποίος δοξάζεται σαν ο μόνος δημιουργός κάθε αγαθού, είτε σωματικού είτε πνευματικού. Εάν απομακρυνθούμε απ' αυτόν τον θεό, τον οποίο τοποθετούμε (in praedicamento relationis) σε μια διδασκαλία σχέσεων και αρχίσουμε τον στοχασμό γύρω από έναν θεό ο οποίος θα εκφράζεται αναγκαίως με μια ουσιώδη ή ποιοτική διδασκαλία, θα συντριβούμε από την Δύναμή του. Γιατί ο θεός είναι φωτιά που καίει. Ο μοναδικός τρόπος για να γνωρίσουμε αποτελεσματικά τον θεό, κατά τον Λούθηρο, είναι αυτός που ξεκινά από κάτω προς τα πάνω, δηλαδή συγκεκριμένα από την ανθρωπότητα τού Χριστού και μάλιστα ενός Χριστού Εσταυρωμένου «in Christo crusifixo est vera theologia et cognitio Dei». Μόνο στον εσταυρωμένο Χριστό υπάρχει αληθινή θεολογία και Γνώση Θεού. Μόνο εδώ ο θεός φανερώνεται κρυπτόμενος και κρύπτεται φανερωνόμενος: Στον Φωτεινό Γνόφο τού Σταυρού βρίσκουμε το έλεος και την πίστη!

Το κλειδί λοιπόν όλου του έργου τού Λούθηρου είναι μια theologia crusis, μια θεολογία του Σταυρού και όχι μια theologia gloriae ή οντολογία όπως την ονομάζουν σήμερα, μια θεολογία της δόξης. Παραμένει έως τέλους πιστός στην καθολική πίστη της αρχαίας εκκλησίας, των συμβόλων της και των αρχαίων συνόδων, αρνούμενος με πείσμα τον σχολαστικισμό.

Η Επανάσταση του Λούθηρου μετακινεί βίαια την προοπτική του θεού και της θεολογίας από το εις εαυτόν, στο για μας, κάτι που είχε με την σειρά του τραγικές συνέπειες για τις Εκκλησίες που γεννήθηκαν από την επανάσταση αυτή! Ο Μaritain περιγράφει το γεγονός ως εξής: «Έτσι λοιπόν στο πρόσωπο τού Λούθηρου και στην Θεολογία του, παρακολουθούμε -ακριβώς στο επίπεδο τής πνευματικότητος και τής θρησκευτικής ζωής- την εμφάνιση του ΕΓΩ»!

Ο προτεσταντισμός αντιπροσωπεύει την ανταρσία τής ατομικής συνειδήσεως ενάντια στις παρεμβάσεις τής αυθεντίας στα θέματα πίστεως. Αυτή η ανταρσία όμως κατήργησε στην πραγματικότητα τα όρια ανάμεσα στην Ορθοδοξία και την Ετεροδοξία.

Η χιονοστιβάδα που προκλήθηκε από τον προτεσταντισμό δεν είναι δυνατόν πλέον να σταματήσει. Γι’ αυτό και η μεταρρύθμιση συνέχισε καταργώντας την παράδοση και στην συνέχεια την Εκκλησία την ίδια, κρατώντας μόνο τον Θεό, την Βίβλο και την Συνείδηση!

Δεν κατόρθωσε όμως να παραμείνει ούτε και σ’ αυτά για πολύ. Πολύ γρήγορα καταργήθηκε και ο Χριστιανικός Τριαδικός Θεός και η Θεία έμπνευση της Βίβλου. Το μόνο που έμεινε μετά την καταστροφή είναι η συνείδηση και η ελευθερία της. Ο αιώνας των φώτων και η μετάλλαξη τής ουσίας σε υποκειμενικότητα βρέθηκαν γρήγορα ante portas (προ των πυλών) της Ιστορίας!

ΑΠΟ ΤΟΝ ΒΟΗΘΙΟ ΣΤΗΝ ΜΕΣΑΙΩΝΙΚΗ ΣΧΟΛΑΣΤΙΚΗ ΘΕΟΛΟΓΙΑ

 

from the Consolation, 

(Ghent, 1485)
Στη Σύνοδο της Χαλκηδόνος του 451, αφιερωμένης στην αντιμετώπιση του Νεστοριανισμού και του Μονοφυσιτισμού, ομολογείται η ένωσις εν Χριστώ των δύο ουσιών ή φύσεων, της θείας και της ανθρώπινης. Δεν γίνεται όμως λόγος για «υποστατική ένωση». Ο όρος υπόσταση χρησιμοποιείται μόνον εφόσον εξηγεί και ξεκαθαρίζει τον όρον πρόσωπον. Δεν γίνεται όμως λόγος ούτε για το γεγονός πως η υπόσταση της ενώσεως εν Χριστώ είναι η προϋπάρχουσα του Λόγου. Ποια είναι όμως η σημασία του συνοδικού πιστεύω και των ελληνικών όρων ουσία, υπόστασις, πρόσωπον και των Λατινικών natura (φύσις), subsistenzia (υπόστασις), persona (πρόσωπον); Και πώς μπορούμε να φέρουμε σε συμφωνία τη χρήση αυτών των όρων στη χριστολογία με την προηγούμενη χρήση τους στην Αγία Τριάδα;

Όλες οι έριδες ανάμεσα σε καθολικούς, νεστοριανούς, μονοφυσίτες και ταυτοχρόνως η ένταση ανάμεσα στην Ανατολή και στη Δύση συμπλέκονται και τροφοδοτούνται γύρω από αυτά τα ερωτήματα. Μέσα σε αυτόν τον ορίζοντα των συγκρούσεων εμφανίζεται λοιπόν στην Δύση ο Βοήθιος, ο οποίος δίνει για πρώτη φορά έναν «ορισμό» του προσώπου. Αυτός ο «ορισμός» περνώντας μέσα από απορρίψεις, από αποδοχές, από διορθώσεις και εκλεπτύνσεις διασχίζει τους αιώνες του Μεσαίωνος μέχρι τις απαρχές του μοντέρνου κόσμου. Ο σπόρος του Βοήθιου πάντως έφερε καρπούς.

Επειδή λοιπόν σε όλη τη διαμάχη με τις πιο πάνω αιρέσεις, οι οποίες είναι αντίθετες μεταξύ τους, προβληματίζουν οι όροι πρόσωπον και φύσις – δηλώνει ευθύς εξαρχής ο Βοήθιος – το πρώτο πράγμα που πρέπει να γίνει είναι ο ορισμός αυτών των όρων και η διάκρισή τους σύμφωνα με αυτές τις ίδιες τις διαφορές τους. Έτσι, για να καθορίσουμε τι σημαίνει ακριβώς persona, συνεχίζει ο Βοήθιος, πρέπει να γίνει κατανοητό πρώτα απ' όλα, τι σημαίνει Φύσις.

Δεν μπορεί να υπάρξει μια persona που να μην είναι ήδη μία φύσις, πράγμα που σημαίνει πως η persona (το πρόσωπο) δεν μπορεί να οριστεί χωρίς την Φύση.

Η Φύσις είναι πιο περιεκτική του προσώπου. Και γι' αυτόν τον λόγο ο Βοήθιος προχωρεί από την Φύση προς το πρόσωπο, με αφαίρεση και συγκέντρωση, με μια καθοδική επέκταση και μια ανοδική κατανόηση, όπως ορίζουν ακριβώς οι λογικοί κανόνες του Πορφύριου.

Γι' αυτό τον λόγο ο Βοήθιος θέτει την ερώτηση «ποια φύσις είναι ένα πρόσωπο»; Και όχι «πώς και γιατί ένα πρόσωπο είναι μία φύσις». Προχωρά λοιπόν ελέγχοντας τέσσερις ορισμούς της φύσεως, τους τρεις του Αριστοτέλη και τον δεύτερο του Πλάτωνος και Πρόκλου.

Προχωρώντας λοιπόν από το καθολικό προς το συγκεκριμένο και από τη φύση για να ανακαλύψει το πρόσωπο, γράφει:
«Επειδή το πρόσωπο δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς την φύση, και επειδή μερικές φύσεις είναι ουσίες, άλλες συμβεβηκότα (ποιος θα μπορούσε να ισχυριστεί πως υπάρχει ένα πρόσωπο του άσπρου ή του μεγάλου;) συμπεραίνεται πως το πρόσωπο πρέπει να αναζητηθεί ανάμεσα στις ουσίες. Επειδή όμως και πάλι μερικές ουσίες είναι σωματικές (υλικές) και μερικές ασώματες (άυλες), από δε τις σωματικές άλλες είναι ζωντανές άλλες δεν είναι, από τις ζωντανές μερικές είναι αισθητές, άλλες καθόλου, από τις αισθητές μερικές είναι λογικές, άλλες παράλογες, από τις λογικές τώρα, μία απ' αυτές είναι αΐδια και απαθής από τη φύση της, δηλαδή είναι ο Θεός, η άλλη είναι μεταβλητή και παθητή λόγω της κτιστότητός της, εφόσον και όσον δεν μεταμορφώνεται και αυτή από την απαθή και αΐδια ουσία στην σταθερότητα της απάθειας (Contra Eut. II, 12, 18).

Επειδή όμως τώρα ακριβώς, ομολογούμε το πρόσωπο του θεού, των αγγέλων και των ανθρώπων πρέπει να αποκλείσουμε από τον ορισμό που αναζητούμε, τα άψυχα σώματα (κανείς δεν μπορεί να πει πως μια πέτρα είναι πρόσωπο), τα ζωντανά χωρίς αίσθηση (ούτε ένα δέντρο μπορεί να είναι πρόσωπο), όπως επίσης και τις άλογες ουσίες (ούτε ένα άλογο μπορεί να είναι πρόσωπο), συμπεραίνεται ότι αφού η Φύσις είναι ιδιότης κάθε ουσίας, το πρόσωπο είναι κατηγόρημα μόνο μερικών από τις ουσίες και συγκεκριμένα, των λογικών ουσιών. Και πάλι όμως, επειδή από τις ουσίες μερικές είναι καθολικές και μερικές συγκεκριμένες, το πρόσωπο δεν μπορεί ποτέ του να είναι κατηγόρημα των καθόλου, αλλά μόνον των ατομικών και μοναδικών».

Καταλήγει τοιουτοτρόπως πως εάν το πρόσωπο βρίσκεται μόνον ανάμεσα στις ουσίες και από αυτές μόνον στις λογικές και εάν κάθε φύσις είναι μία ουσία και δεν απαντάται στα καθόλου, αλλά στα άτομα, έρχεται με συνέπεια ο ορισμός του προσώπου: «Sostanza individuale di natura razionale». ΑΤΟΜΙΚΗ ΟΥΣΙΑ ΛΟΓΙΚΗΣ ΦΥΣΕΩΣ! (Contra Eut. IIΙ, 1-6).

Ο λόγος αυτός του Βοήθιου έπαιξε μεγάλο ρόλο στην Δυτική σκέψη και γι' αυτό τον παρουσιάσαμε ολόκληρο. Παρουσιάζει όμως και πολλά κενά τα οποία μπορούμε να δούμε αμέσως παρακάτω! Κατ' αρχάς ο θεός τοποθετείται στο τέλος της αλληλουχίας Φύσις – ουσία – σωματική – αισθητή – λογική – άυλη, ως εκ φύσεως. Μπορούμε όμως να ορίσουμε τον θεό σαν «σωματική ουσία»; Ο Βοήθιος θέλει να αγκαλιάσει σε έναν και μοναδικό ορισμό γη και ουρανό μαζί: τον θεό, τους αγγέλους, τον άνθρωπο (Contra Eut. II, 37). Θέλει να αντιμετωπίσει τα Χριστολογικά προβλήματα χωρίς να αφήσει απ' έξω τα Τριαδολογικά. Αλλά ταυτόχρονα, στο βάθος, το μέτρο όλων των ορισμών του είναι ο άνθρωπος. Το αποτέλεσμα που επιτυγχάνει, ισχύει για τον άνθρωπο, πολύ λιγότερο για τον Χριστό, και καθόλου για τον Θεό. Μπορεί να ορισθεί ο θεός σαν «ατομική ουσία λογικής φύσεως»;! Πώς μπορεί να εξατομικευθεί ο Θεός; Η «αρχή της εξατομικεύσεως» εξαρτάται από τα συμβεβηκότα (όπως το ήθελε ο Πορφύριος;) ή από την ουσία (όπως δίδασκε ο Αριστοτέλης;). Εάν στον θεό δεν υπάρχουν συμβεβηκότα πώς θα μπορέσει να εξατομικευθεί ο Θεός; Και αν ο Θεός είναι Μονάς και Τριάς, πώς θα μπορέσει να εξατομικευθεί σαν Μονάς και Τριάς; Πώς θα πούμε τον Θεό λογικό, δεν είναι υπέρλογος;

Ο Βοήθιος δεν σταματά όμως μόνον στον ορισμό του προσώπου! Προσθέτει πως ο άνθρωπος διαθέτει: Μια ουσίωση (subsistentia) καθότι δεν συνάπτεται σε κανένα υποκείμενο, μια υπόσταση (substantia) καθώς λειτουργεί σαν υποκείμενο για άλλα πράγματα τα οποία δεν είναι ουσιωμένα, τέλος ένα πρόσωπο (persona) διότι είναι λογικό άτομο.

Χρησιμοποιεί οπωσδήποτε τον Αριστοτελικό ορισμό του ανθρώπου «ζώο λογικό και θνητό» αλλά τον μεταμορφώνει ολοκληρωτικά. Όχι μόνον σταθεροποιεί τον δεσμό ατόμου και ουσίας αλλά δυναμώνει και την ουσιότητα μέσω του αυθύπαρκτού της, του αυθυποστάτου της και όλα αυτά λόγω της βασικής του κατανοήσεως του Είναι και της γλώσσας σαν εκφράσεις του ΕΙΝΑΙ.

Η ΜΕΣΑΙΩΝΙΚΗ ΚΡΙΤΙΚΗ: ΘΩΜΑΣ ΑΚΙΝΑΤΗΣ


Ο Θωμάς Ακινάτης εκλεπτύνει τον ορισμό του Βοήθιου, από το ένα μέρος την «λογική ουσία» στην προοπτική της subsistentia δηλαδή του είναι εις εαυτόν και προς εαυτόν, και από το άλλο της «λογικής φύσεως» στην πιο πλατιά προοπτική της νοήσεως.

Όμως το είναι εις εαυτόν και προς εαυτόν δεν το 'χει ο άνθρωπος από μόνος του. Το είναι του ανθρώπου είναι περισσότερο το ex-sistere. O άνθρωπος σαν πρόσωπο δεν «είναι» το ΕΙΝΑΙ, αλλά «έχει» το Είναι, το esse subsistens, διότι τα λαμβάνει από τον Κύριο ο οποίος αυτός ο ίδιος είναι εις εαυτόν και προς εαυτόν.


Μια άλλη ιδιοφυής κίνηση του Ακινάτη ήταν ο συνδυασμός του Βοήθιου με τον Αυγουστίνο. Δίνει έτσι την δυνατότητα στον όρο πρόσωπο, μεταφερόμενος στον θεό να διαγράφει l' esse-ad-alium (είναι προς άλλον) και τοιουτοτρόπως ταυτίζει στην Τριάδα το πρόσωπο με την σχέση. Διατηρείται όμως παρόλα αυτά, λέει ο Ακινάτης, η δυνατότης του προσώπου να διαγράφει και το είναι εις εαυτόν (esse-ad-se) και όχι μόνον το είναι-προς-άλλον (esse-ad-alium), επειδή στον θεό αυτός ο όρος σημαίνει σχέση, όχι όμως με τον τρόπο της σχέσης αλλά με τον τρόπο της ουσίας. Δηλαδή το πρόσωπο είναι και σχέση και ουσία. Στον θεό λοιπόν υπάρχουν τρία πρόσωπα αλλά μπορούμε να πούμε επίσης πως είναι ένα προσωπικό ΕΙΝΑΙ.

Επιστρέφοντας στον άνθρωπο τώρα, ο μαθητής του Βοήθιου Ακινάτης, δηλώνει πως η συγκεκριμένη μοναδικότης, καθότι πρόσωπο, δεν διαλύεται στο γένος και στο είδος αλλά είναι αυθύπαρκτη: είναι εις εαυτόν και προς εαυτόν. Αυτό το αυθύπαρκτο ή υπαρκτική κίνηση, υπαρκτική πράξη (actus essendi) έρχεται στον άνθρωπο από την ουσιώδη του μορφή, την ψυχή, δημιουργημένη Δημιουργικά απευθείας από τον θεό. Είναι η ψυχή η οποία τυλίγει όλο τον άνθρωπο σαν πρόσωπο και τον συνέχει στην σωματικότητά του!

Ο άνθρωπος σαν άτομο υπόκειται στα άστρα, αλλά σαν πρόσωπο μπορεί να τα κυριεύσει. Λόγω ακριβώς του αυθύπαρκτου του προσώπου ο άνθρωπος μπορεί να ξεδιπλώσει την λογική του, αποτελούμενη από νόηση και θέληση. Η αυτοσυνειδησία και η αποφασιστικότης του ανθρώπου, οι μεγαλύτεροι τίτλοι της αξιοπρέπειάς του, ριζώνουν σ' αυτή τη βάση: το πρόσωπο στο οποίο ανήκουν, είναι αυθύπαρκτο, υπάρχει δηλαδή εις εαυτόν και προς εαυτόν. Λόγω δε του γεγονότος πως είναι αδύνατον να χαθεί, να εκποιηθεί, να μηδενιστεί το «υπαρκτό», το existere, γίνεται εφικτό στον άνθρωπο να πραγματοποιηθεί στην δι-υποκειμενικότητα και στην κοινωνία!


Αυτό το existere του προσώπου είναι η καινοτομία του Ακινάτη σε σχέση με τον Πλάτωνα και τον Αριστοτέλη, για τους οποίους το θέμα αυτό ήταν αδύνατον καν να τεθεί λόγω της απολυτότητος που το χαρακτηρίζει, δηλαδή λόγω της παραδοξότητος της χριστιανικής έννοιας της υπάρξεως, η οποία στηρίζεται στην πίστη της Δημιουργίας εκ του Μηδενός. Η σύγχρονη έννοια της υπάρξεως όπως εξελίχθηκε και απο-χριστιανίστηκε από τον Ακινάτη μέχρι τον Σαρτρ, θα μπορούσαμε να πούμε ότι είναι μια οντολογία χριστιανο-θωμιστική χωρίς το δόγμα της Δημιουργίας.[ΜΟΝΟ ΠΟΥ Η ΠΝΟΗ ΖΩΗΣ Η ΟΠΟΙΑ ΟΡΙΖΕΙ ΤΟ ΠΡΟΣΩΠΟ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΕΚ ΤΟΥ ΜΗΔΕΝΟΣ]

Οπωσδήποτε υπήρξαν αντιρρήσεις και από μέρους των Λατίνων θεολόγων. Όλοι τους ομολογούσαν πως το πρόσωπο των Καππαδοκών πατέρων «individuum naturae communis», άτομο κοινής φύσεως, είναι πιο ακριβές και πιο μεγαλόπνοο, αλλά παρόλα αυτά η χριστιανο-φιλοσοφική κατασκευή των Βοήθιου, Ακινάτη, παρέμεινε κυρίαρχη, διότι ο Ακινάτης είχε την εξυπνάδα να δηλώσει πως ένας ορισμός του προσώπου μπορεί να είναι καθολικώς έγκυρος λόγω αναλογίας!

Έτσι λοιπόν η αξιοπρέπεια του ανθρώπου, κάθε μοναδικού ανθρώπου, που υπάρχει και διαθέτει νόηση και ελευθερία, εκφράζεται πλέον τέλεια στον ορισμό του σαν ΠΡΟΣΩΠΟ.


(Συνεχίζεται)

Αμέθυστος

Σάββατο 11 Ιουλίου 2026

Γ) ΥΠΑΡΞΗ ΚΑΙ ΑΥΤΟΣΥΝΕΙΔΗΣΙΑ ΣΤΟ ΤΡΙΑΔΙΚΟ ΠΡΟΣΩΠΟ - ΣTIΣ ΠΗΓΕΣ ΤΗΣ ΝΕΩΤΕΡΙΚΗΣ ΘΕΟΛΟΓΙΑΣ - 32

Συνέχεια από Τρίτη, 31 Μαρτίου 2020

Γ) ΥΠΑΡΞΗ ΚΑΙ ΑΥΤΟΣΥΝΕΙΔΗΣΙΑ ΣΤΟ ΤΡΙΑΔΙΚΟ ΠΡΟΣΩΠΟ

Μπορούμε να παρατηρήσουμε σ’ αυτό το σημείο πως η καθολική θεολογία προσπάθησε γενικώς να συνδέσει την παράδοσή της με την μοντέρνα σκέψη, δηλαδή την οντολογία, με το επίπεδο της συνειδήσεως του προσώπου, προσπαθώντας να εναρμονίσει την ενύπαρξη τού Είναι με την ψυχολογία του Εγώ. Σιγά-σιγά ο μεγάλος φόβος απέναντι στην φιλοσοφία του υποκειμένου, αιτιολογημένος κατά κάποιο τρόπο από την πεποίθηση της βεβαίας διαλύσεως τής αρχής τής αυτοσυνειδησίας, έδωσε λοιπόν την θέση του στην αντίληψη πως κατά βάθος ήταν δυνατός ένας διάλογος με σκοπό μια καινούρια και ανώτερη σύνθεση! Να γίνεται λόγος για τρία θεία πρόσωπα σαν «κέντρα συνειδήσεως» δεν σήμαινε μια αναγκαστική κατάληξη στον Τριθεϊσμό. Παρ’ όλα αυτά παρότι πολύ συχνά κατορθώθηκε η ολοκλήρωση, σύμφωνα με τις απαιτήσεις της νεοσχολαστικής, της συνειδήσεως μέσα στο Είναι, σπάνια κατορθώθηκε η ανακάλυψη της κοινωνικότητος του προσώπου και πάνω απ’ όλα η εσωτερική σωτηριολογική αξία του τριαδικού δόγματος. Το εις εαυτόν του θεού συνέχισε να αποσπά την προσοχή από την φανερώσή Του για-μας (το κατ’ Οικονομία), ή για να χρησιμοποιήσουμε την γλώσσα του Ράνερ, η «μόνιμη Τριάδα συγκέντρωσε την προσοχή μας περισσότερο από την οικονομική Τριάδα». 
Ένας εκπρόσωπος της κλασσικής ικανότητος των καθολικών να ανοίγονται με μέτρο στο νέο χωρίς να προδίδουν το παληό είναι ο Μίκαελ Σμάους (1897-1993). Γι’ αυτόν το Είναι του θεού είναι τόσο πλούσιο που δεν μπορεί να ξεδιπλωθεί δημιουργικά στη ζωή, στην γνώση και στην αγάπη ενός μοναδικού προσώπου! Γι’ αυτό, με την βοήθεια της αποκαλύψεως, κατανοούμε γιατί ο θεός απαιτεί τρία «ΕΓΩ». Αυτά τα τρία πρόσωπα του θεού είναι σημείο μια ζωής στο υψηλότερο και υπέρτατο δυναμικό. Στον μοναδικό θεό τα τρία πρόσωπα έχουν την ισχύ να γνωρίσουν και να αγαπήσουν ολοκληρωτικά. Δεν υπάρχει απρόσωπος χώρος στον θεό: στην σφαίρα του θεϊκού Είναι, όλα πραγματοποιούνται σαν ύπαρξη, ζωή, νόηση, θέληση στο πιο υψηλό δυνατό επίπεδο μιας προσωπικής υπάρξεως. Έτσι τα θεϊκά πρόσωπα ενυπάρχουν στην διάκριση και ταυτόχρονα στην πιο ιδιαίτερη σχέση το ένα με το άλλο. 


Υπάρχει μια συνεχής συναλλαγή μεταξύ τους και σ’ αυτή την συναλλαγή θεμελιώνεται η ζωή τους. Ο πατήρ προσφέρει τον εαυτό του στον Υιό. Ο Υιός προσφέρει τον εαυτό του στον πατέρα. Και από την ισχύ αυτού του αμοιβαίου δοσίματος ξεπηδά το Άγιο πνεύμα. Καθένα από τα τρία πρόσωπα βρίσκει ύπαρξη και χαρά στα άλλα, ενώ μέσα σε μια αιώνια άνθηση νεότητος δέχεται από αυτά μια ζωή τόσο τέλεια που να μην μπορεί να εμπλουτιστεί περισσότερο. Ακριβώς λοιπόν επειδή ο θεός είναι τρία πρόσωπα συνεπάγεται πως ολόκληρη η αισθητή πραγματικότης, αντανακλώντας τον, παρουσιάζεται δομημένη σε Είναι σε Γνώση και σε Βούληση! 

Όπως φαίνεται ο Σμάους βοηθιέται από τον Αυγουστίνο. Εάν ανήκει στον Αυγουστίνο η Τριαδικότης του Είναι, της γνώσεως και της θελήσεως, η οποία ενυπάρχει στον θεό σαν πρωτογενής πηγή, και στον κόσμο σαν συμμετέχουσα δομή, αντιθέτως το οντολογικό τριαδικό δόγμα του προσώπου είναι θωμιστικό. Κατά την κρίση του Σμάους το πρόσωπο είναι εις εαυτόν, δηλαδή αυτόνομο Είναι (ον), το οποίο κυριαρχικά διαθέτει τον εαυτό του καθώς αυτοκατέχεται και διαφέροντας από τα άλλα όντα, είναι αμεταβίβαστο. Το πρόσωπο δεν είναι ύπαρξη-στον άλλο, δεν είναι δηλαδή συμβεβηκός κάποιου άλλου που το υπερβαίνει! Το πρόσωπο είναι όμως και ύπαρξη για τον εαυτό της, δηλαδή τέλος, χωρίς να είναι αναγκαίως το έσχατο τέλος, αλλά δεν είναι οπωσδήποτε ένα απλό μέσον στην υπηρεσία ενός εξωτερικού σκοπού. Τουλάχιστον κάτω από μια οπτική γωνία, το τέλος ενυπάρχει στο πρόσωπο και το πραγματοποιεί μέσω της δικής του πράξεως. Το πρόσωπο λοιπόν είναι αυτοσκοπός: είναι για τον άλλον την ίδια στιγμή που είναι για τον εαυτό του. Είναι πάντοτε στον θεό και απλά και καθαρά είναι για τον άλλο! Αυτό όμως δεν εμποδίζει το πρόσωπο ακόμη και μέσα στον θεό, καθώς είναι ταυτό με την ουσία, να είναι για τον εαυτό του. Είναι προτιμότερο όμως να αποφεύγουμε να ομιλούμε για το πρόσωπο στον θεό σαν κάτι για τον εαυτό του, διότι θα μπορούσαμε έτσι να μειώσουμε την καθαρότατη, θεία ετερότητα, το είναι για τον άλλον. Λόγω της τέλειας περιχώρησης στον θεό το πρόσωπο δεν είναι μόνον εις εαυτόν, αλλά ταυτόχρονα είναι και για τον άλλον, με την έννοια πως κάθε πρόσωπο είναι ταυτόχρονα και αμεταβίβαστο και σε σχέση, για τον εαυτό του και στραμμένο προς τον άλλο. 

Μια άλλη ενδιαφέρουσα προσφορά δόθηκε επίσης από τον Juan Alfaro (1914-1992). Ο θεολόγος αυτός αφήνει την Τριαδολογική προοπτική και στοχάζεται το πρόβλημα στον ορίζοντα του προβλήματος της σχέσης Φύση-Χάρις. Ο Alfaro αναγνωρίζει πως η υποτίμηση μερικών συστατικών διαστάσεων του προσώπου, όπως η συνείδηση και το Είναι για τον άλλον, δεν θα μπορούσε να αφήσει ανεπηρέαστη την τριαδική θεολογία μέχρι δε την Χριστολογία και την Εκκλησιολογία. Από μέρους του, τονίζοντας την άπειρη διαφορά και ταυτοχρόνως την συσχέτιση του ανθρώπου με τον θεό, ο Alfaro δηλώνει πως ο θεός είναι χωρίς αμφιβολία η ζωντανή επικοινωνία τριών «ΕΓΩ». Στον Ένα και Τριαδικό θεό το πρόσωπο είναι ενυπάρχουσα σταθερή πνευματική σχέση με ένα «ΕΣΥ» ομοούσιο. Όταν ομιλούμε λοιπόν για το πρόσωπο στον θεό δεν μπορούμε να αγνοήσουμε καμμία απ’ αυτές τις πλευρές: την πνευματικότητα, γιατί στον θεό το πρόσωπο είναι συνείδηση και αυτοδιάθεση, την ετερότητα, γιατί στον θεό το πρόσωπο αναφέρεται πάντοτε σ’ ένα άλλο «ΕΣΥ» ομοούσιο, την ενύπαρξη και μονιμότητα, καθώς στον θεό το πρόσωπο είναι ενέργεια καθαρή και άπειρη η οποία ποτίζει την πνευματικότητα και την ετερότητα. Η αποκάλυψη μας οδηγεί μ’ αυτόν τον τρόπο, κατά τον Alfaro, σε μια βαθύτερη κατανόηση του προσώπου στον άνθρωπο. Ο άνθρωπος είναι πρόσωπο διότι μπορεί να ανυψωθεί σε μια σχέση “εγώ - εσύ” με τον θεό, και μόνον λοιπόν σ’ αυτή την άμεση και προσωπική σχέση με το άπειρο μπορεί να βρει την πληρότητά του. Αναφορικά όμως με το θείο πρόσωπο, το ανθρώπινο είναι και παραμένει ένα «κτιστό» πρόσωπο, πραγματοποιείται λοιπόν σαν «ΕΓΩ» αναφερόμενο σ’ ένα υπερβατικό «ΕΣΥ», αλλά ταυτόχρονα αυτή η αναφορά παραμένει μια ικανότητα, όχι μια πραγματικότητα σχέσης μ’αυτό το «ΕΣΥ»! Είναι οπωσδήποτε ετερότης, αλλά περιορισμένη καθώς το «ΕΣΥ» στο οποίο αναφέρεται δεν του είναι ομοούσιο. Το ανθρώπινο πρόσωπο ενυπάρχει, αλλά δεν είναι καθαρή ενύπαρξη, διότι δεν είναι πλήρης και άπειρη ενέργεια του Είναι. Είναι πνευματικότης, αλλά είναι ικανότης, δεν είναι ενέργεια της συνειδήσεως, και είναι πεπερασμένη αυτοσυνειδησία καθότι είναι χωρισμένη ανάμεσα στην αυτοδιάθεση και στην κατεύθυνση της προς ένα υπερβατικό ΕΣΥ. Ο λόγος του Alfaro είναι ξεκάθαρα μια ανθρωπολογική στροφή της συζητήσεως γύρω από το πρόσωπο στον θεό. 


ΣΧΟΛΙΟ: [Γιά τήν Αυτοσυνειδησία κατά τόν Γιανναρά, δέν χρειάζονται διευκρινίσεις, γιά τήν Αγία Τριάδα σάν τρία Εγώ τού Ζηζιούλα ούτε. Υπάρχουν στά βιβλία του.]