Τρίτη 3 Νοεμβρίου 2026

Η ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑ ΠΕΡΙ ΣΩΤΗΡΙΑΣ 10

Συνέχεια από Τρίτη 20. Οκτωβρίου 2026


Η ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑ ΠΕΡΙ ΣΩΤΗΡΙΑΣ 10

Αρχιμανδρίτης Σέργιος (Στραγκορόντσκι)


1. Η νομική αντίληψη της ζωής ενώπιον της Αγίας Γραφής και της Ιεράς Παραδόσεως

............«Τι είναι ο άνθρωπος;» ρωτά ο άγιος Τύχων του Ζαντόνσκ. «Χώμα και κοπριά. Και τι είναι ο Θεός; Είναι ο Δημιουργός ολόκληρης της κτίσεως, της ορατής και της αόρατης» [33].

Πώς μπορεί να γίνεται λόγος για αξιομισθία από την πλευρά του ανθρώπου, όταν αυτός δεν μπορεί να κάνει ούτε ένα βήμα στην ηθική του ανάπτυξη χωρίς τη βοήθεια του Θεού; «Αν δεν με σκέπαζε το έλεός Σου», λέει ο όσιος Εφραίμ ο Σύρος, «θα είχα ήδη χαθεί σαν σκόνη μπροστά στον άνεμο, σαν να μην είχα εμφανιστεί ποτέ σε αυτή τη ζωή». [57] Χωρίς τον Θεό, σύμφωνα με τον άγιο Γρηγόριο τον Θεολόγο, όλοι μας είμαστε θνητά αθύρματα της ματαιότητας, ζωντανοί νεκροί που αποπνέουν τη δυσωδία των αμαρτιών. «Δεν είδες πουλί να πετά εκεί όπου δεν υπάρχει αέρας ούτε δελφίνι να κολυμπά εκεί όπου δεν υπάρχει νερό· έτσι και ο άνθρωπος χωρίς τον Χριστό δεν σηκώνει το πόδι του προς τα πάνω». [58] Επομένως, στην πραγματικότητα ο άνθρωπος όχι μόνο δεν καθιστά υπόχρεο τον Κύριο με τα αξιόμισθα έργα του, αλλά μάλλον τα οφείλει ο ίδιος σε Εκείνον.

Πώς λοιπόν να κατανοήσουμε, ύστερα από αυτά, τη σχέση του Θεού με τον άνθρωπο, αν παραμένουμε αυστηρά στη νομική οπτική; Εγώ συνάπτω μια τέτοια σχέση όχι από επιθυμία να υπηρετήσω ή να βοηθήσω τον πλησίον μου, αλλά, αντίθετα, από επιθυμία να αξιοποιήσω τις δυνάμεις του πλησίον μου για τη δική μου ευημερία. Σκοπός μου, φυσικά, είναι να λάβω όσο το δυνατόν περισσότερα και να δώσω όσο το δυνατόν λιγότερα. Θα αναλάβω, επομένως, οποιεσδήποτε υποχρεώσεις, αν δεν ελπίζω να λάβω γι’ αυτές μεγαλύτερη ή, στη χειρότερη περίπτωση, ισόποση ανταμοιβή; Ο Κύριος, ωστόσο, όχι μόνο συνάπτει σχέση με τον άνθρωπο και αναλαμβάνει υποχρεώσεις, χωρίς ο ίδιος να έχει απολύτως καμία ανάγκη ούτε αυτή τη σχέση ούτε γενικά τον άνθρωπο· όχι μόνο αποδίδει στον άνθρωπο ανταμοιβή που υπερβαίνει απείρως τον κόπο του και λησμονεί όλες τις αδικίες του, χωρίς να απαιτεί πληρωμή γι’ αυτές· αλλά επιπλέον παράγει ο ίδιος το καλό μέσα στον άνθρωπο, για να καταστεί ο ίδιος υπόχρεος απέναντί του γι’ αυτό το καλό......

Είναι φανερό ότι εδώ δεν ενεργεί το jus· είναι φανερό ότι αυτή η ένωση του Θεού με τον άνθρωπο πρέπει να κατανοηθεί από άλλη σκοπιά και όχι από τη δικανική, η οποία μπορεί μόνο να την παραμορφώσει, όχι να την εξηγήσει. Εδώ δεν ενεργεί το δίκαιο ούτε η επιδίωξη «των ιδίων», αλλά το έλεος, η λήθη του εαυτού και η επιθυμία να υπηρετήσει κανείς τον άλλον, τον μικρότερο. «Πόση απόσταση», ρωτά ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, «φαντάζεσαι ότι υπάρχει ανάμεσα στον Θεό και στον άνθρωπο; Όση ανάμεσα στον άνθρωπο και στο σκουλήκι; Αλλά και αν φανταστείς έτσι αυτή τη διαφορά, δεν έχεις πει τίποτε, ούτε και μπορεί να ειπωθεί τίποτε. Θα θελήσεις όμως να ζητήσεις μεγάλη δόξα για τον εαυτό σου από το σκουλήκι; Όχι. Αν εσύ, παρά τη φιλοδοξία σου, δεν θα το θελήσεις αυτό, θα έχει ανάγκη από τη δική σου δοξολογία Εκείνος που δεν έχει τέτοιο πάθος και βρίσκεται τόσο ψηλότερα από εσένα; Ωστόσο, μολονότι δεν έχει ανάγκη από δόξα, για χάρη σου λέει ότι την επιθυμεί. Και αν δεν απαξίωσε να γίνει δούλος για χάρη σου, είναι άραγε παράξενο που, από το ίδιο κίνητρο, συγκατατίθεται και σε κάτι άλλο; Οτιδήποτε συμβάλλει στη σωτηρία μας, δεν το θεωρεί ανάξιο του εαυτού Του».⁶⁰

Γι’ αυτό οι Πατέρες της Εκκλησίας, όταν χρησιμοποιούσαν την αναλογία του κόπου και της ανταμοιβής, του αγώνα και του στεφάνου, ποτέ δεν ξεχνούσαν ούτε απέκρυπταν από τους ακροατές τους ότι πρόκειται μόνο για αναλογία, μόνο για μια κατά προσέγγιση σύγκριση, η οποία διόλου δεν εκφράζει την ουσία της σωτηρίας μας, και ότι η σωτηρία δεν συντελείται σύμφωνα με έναν εξωτερικό νόμο ισόποσης ανταμοιβής. Ακολουθούν, για παράδειγμα, μερικά χωρία από τα έργα του αγίου Ιωάννη του Χρυσοστόμου, ο οποίος, όπως παρατηρήσαμε παραπάνω, περισσότερο και αναλυτικότερα από όλους επέμενε σε αυτή την αναλογία του αγώνα και του στεφάνου. Θέλοντας να εξηγήσουν στον άνθρωπο τη σωτηρία του, πολλοί, ανάμεσά τους και ο ίδιος ο άγιος Πατέρας, καταφεύγουν, ακολουθώντας τον Απόστολο Παύλο, στην αναλογία των αγώνων στο στάδιο: όπως εκεί, έτσι και εδώ, για τη νίκη απονέμεται βραβείο. Όμως η ομοιότητα είναι μόνο εξωτερική, ενώ η διαφορά είναι ριζική. «Στους Ολυμπιακούς αγώνες», λέει ο άγιος Χρυσόστομος, «ο δάσκαλος των παλαιστών στέκεται παραμένοντας απλός θεατής, χωρίς να μπορεί να κάνει τίποτε άλλο παρά να περιμένει σε ποια πλευρά θα γείρει η νίκη. Δεν συμβαίνει το ίδιο με τον Δεσπότη μας: Εκείνος και συναγωνίζεται μαζί μας και απλώνει το χέρι Του και επεμβαίνει και, σαν να καταβάλλει ο ίδιος τον αντίπαλο από όλες τις πλευρές, τον παραδίδει στα χέρια μας· κάνει και διευθετεί τα πάντα, ώστε να μπορέσουμε να σταθούμε στον αγώνα και να νικήσουμε, κι Εκείνος να τοποθετήσει στο κεφάλι μας το αμάραντο στεφάνι».⁶¹ Χρησιμοποιείται η σύγκριση με τη μάχη, αλλά και αυτή η σύγκριση πρέπει να κατανοείται με μεγάλες επιφυλάξεις. «Μην προβάλλεις ως δικαιολογία το βάρος των κόπων και των αγώνων: ο Θεός έκανε την αρετή εύκολη για εμάς όχι μόνο με την ελπίδα των μελλοντικών αγαθών, αλλά και με άλλον τρόπο: πάντοτε συνεργεί μαζί μας και μας βοηθά. Θέλησε μόνο να δείξεις έστω και λίγη προθυμία, και τότε όλα τα υπόλοιπα θα ακολουθήσουν από μόνα τους. Διότι γι’ αυτό απαιτεί από εσένα έστω και μικρούς κόπους, για να είναι δική σου η νίκη. Όπως ένας βασιλιάς διατάζει τον γιο του να στέκεται στην παράταξη, να ρίχνει βέλη και να φαίνεται, για να αποδώσει σε εκείνον τη νίκη, ενώ στο μεταξύ ο ίδιος διευθύνει την πορεία της μάχης, έτσι ενεργεί και ο Θεός στον πόλεμό μας εναντίον του διαβόλου. Απαιτεί από εσένα μόνο να κηρύξεις ανοιχτά την έχθρα σου προς τον διάβολο· και αν το κάνεις αυτό, όλον τον πόλεμο θα τον ολοκληρώσει πλέον ο ίδιος».⁶² Μπορεί κανείς να συγκρίνει τη σχέση Θεού και ανθρώπου με τη σχέση δανειστή και οφειλέτη, αλλά «στους ανθρώπους, όσοι δέχονται ενέχυρο νομίζουν ότι μας κάνουν χάρη φυλάγοντας ό,τι παρέλαβαν· στον Χριστό, όμως, συμβαίνει το αντίθετο: αφού λάβει από εσένα ενέχυρο, σύμφωνα με τα λόγια Του, δεν κάνει χάρη, αλλά αντιθέτως δέχεται χάρη· και για την ίδια τη φροντίδα που δείχνει για την περιουσία σου δεν ζητά από εσένα πληρωμή, αλλά πληρώνει ο ίδιος εσένα».⁶³

Έτσι, όλες αυτές και οι παρόμοιες συγκρίσεις, μολονότι παρουσιάζουν κάποια εξωτερική ομοιότητα με το έργο της σωτηρίας μας, δεν εκφράζουν ένα τόσο ουσιώδες, θεμελιώδες γνώρισμά του, χωρίς το οποίο αυτό παρουσιάζεται υπό ψευδές φως: σύμφωνα με αυτές, θα έπρεπε εμείς να υπηρετούμε τον Θεό, ενώ Εκείνος «ήρθε όχι για να Τον υπηρετήσουν, αλλά για να υπηρετήσει και να δώσει τη ζωή Του» για εμάς (Ματθ. 20,28). Σύμφωνα με τη δικανική κατανόηση, προκύπτει ότι εμείς με τα έργα μας προσφέρουμε κάτι στον Θεό, ότι οφείλουμε να κατευνάζουμε την οργή Του με τις θλίψεις και τα παθήματά μας, ότι πρέπει να πληρώνουμε για τον εαυτό μας· ότι, για τη μελλοντική απόλαυση που μας υποσχέθηκε, ο Θεός μάς στερεί τις πρόσκαιρες απολαύσεις μας, σαν να μην έχει αρκετή μεγαλοψυχία ώστε να προσφέρει στον άνθρωπο ολοκληρωτική μακαριότητα. Στην πραγματικότητα, όμως, ο Θεός είναι έτοιμος να κάνει τα πάντα για να σώσει τον άνθρωπο, για να τον εισαγάγει σε εκείνη τη μακαριότητα· δεν θεωρεί τίποτε τόσο μεγάλο και πολύτιμο για τον εαυτό Του, ώστε να μην το θυσιάσει για τη σωτηρία του ανθρώπου. Τα έργα μας είναι ασήμαντα και σκιώδη· και αν ο Θεός ήταν τέτοιος όπως Τον φαντάζεται η δικανική αντίληψη της ζωής, κατά το παράδειγμα του οκνηρού δούλου που έθαψε το τάλαντό του, αν θέριζε εκεί όπου δεν έσπειρε και μάζευε εκεί όπου δεν σκόρπισε (Ματθ. 25,24), τότε ασφαλώς δεν θα έδινε τίποτε για αυτά τα έργα μας —και ούτε αυτά θα είχαμε τότε— και δεν θα μπορούσαμε ποτέ να «λυτρωθούμε από το σώμα μας του θανάτου» (Ρωμ. 7,24). Αλλά «ευχαριστία στον Θεό»: Εκείνος δεν είναι τέτοιος ώστε να φοβάται να ελεεί και να σκορπίζει τα δώρα Του· δεν υπολογίζει πόσα οφείλονται στον άνθρωπο· αντίθετα, «περιμένει μόνο μια αφορμή από εμάς, για να δείξει το μεγάλο Του έλεος».⁶⁴ «Ο άνθρωπος», λέει ο όσιος Εφραίμ ο Σύρος, «δεν μπορεί να λάβει για τους κόπους του ανταμοιβή μεγαλύτερη από την οφειλόμενη παρά μόνο χάρη στην αγαθότητα. Ποιανού όμως ο κόπος είναι ισάξιος με τη βασιλεία; Ποιος, επομένως, μπορεί να λάβει τη βασιλεία κατά δικαιοσύνη, αν δεν την κληρονομήσει δωρεάν; Το πολύ μια σταγόνα δίνεται κατά δικαιοσύνη, ενώ τα υπόλοιπα τα συμπληρώνει η αγαθότητα. Ο κόπος της δικαιοσύνης δίνει μόνο την αφορμή στον δωρητή να ανταμείψει το λίγο με μεγάλο πλούτο».⁶⁵

Μπροστά σε τέτοιες ασυνέπειες της δικανικής αντίληψης της ζωής, οι Πατέρες της Εκκλησίας τη δέχονταν μόνο ως σύγκριση· είχαν πάντοτε επίγνωση ότι στη σωτηρία μας ενεργεί το έλεος του Θεού, έτοιμο πάντοτε να δώσει περισσότερα ακόμη και από όσα απαιτούνται, και όχι ένας ψυχρός υπολογισμός που σκέφτεται μόνο πώς να μη δώσει κάτι παραπάνω, πώς να μην υποστεί ο ίδιος ζημία. Γι’ αυτό, μολονότι αναγνώριζαν ότι τα έργα είναι αναγκαία για τη σωτηρία, και μάλιστα ως αιτία, οι Πατέρες της Εκκλησίας απέδιδαν παρ’ όλα αυτά τη σωτηρία όχι στα έργα, όχι στην αξιομισθία, αλλά αποκλειστικά στο έλεος του Θεού. Κοπιάζουμε, κάνουμε το καλό, αλλά δεν σωζόμαστε ως αντάλλαγμα για τον κόπο· «ανταμειβόμαστε από τον Χριστό τον Κύριο στον μέλλοντα αιώνα μόνο κατά το έλεός Του και όχι σύμφωνα με τις αξιομισθίες μας».⁶⁶ «Η αιώνια ανάπαυση», λέει ο άγιος Βασίλειος ο Μέγας, «περιμένει εκείνους που αγωνίστηκαν νόμιμα στην εδώ ζωή· ανάπαυση όμως που δεν αποδίδεται σύμφωνα με την αξιομισθία των έργων, αλλά δωρίζεται με τη χάρη του μεγαλόδωρου Θεού σε όσους στήριξαν την ελπίδα τους σε Αυτόν».⁶⁷ Ερμηνεύοντας το Ρωμ. 6,23, ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος λέει: «Ο Απόστολος δεν είπε ότι αυτή —η αιώνια ζωή— είναι ανταμοιβή για τις αξιομισθίες σας, αλλά “χάρισμα του Θεού”, δίνοντας έτσι να καταλάβουμε ότι δεν ελευθερωθήκαμε από μόνοι μας ούτε λάβαμε κάτι που μας οφειλόταν, ούτε βραβείο ούτε ανταπόδοση για τους κόπους μας· αντίθετα, όλα αυτά είναι έργο της χάρης. Και από αυτό φαίνεται η υπεροχή της χάρης: όχι μόνο μας ελευθέρωσε και βελτίωσε τη μοίρα μας, αλλά έκανε όλα αυτά χωρίς τις δικές μας προσπάθειες και τους κόπους».⁶⁸ «Όλα τα αγαθά και σωτήρια συντελέστηκαν όχι ως οφειλή, αλλά μόνο από χάρη και αγαθότητα —χάριτι πάντα και αγαθότητι—, χωρίς εμείς να έχουμε δώσει καμία αφορμή για να ευεργετηθούμε».⁶⁹ Η προσωπική μας συμμετοχή στη σωτηρία μας σαν να χάνεται μπροστά στο μεγαλείο όσων κάνει για εμάς και μέσα μας ο Κύριος· έτσι, ο άγιος Αθανάσιος Αλεξανδρείας εκφράζει με απόλυτη ακρίβεια την ορθόδοξη διδασκαλία για τη σωτηρία του ανθρώπου, όταν λέει ότι ολόκληρη τη σωτηρία μας πρέπει να την αποδίδουμε στο έλεος του Θεού.⁷⁰

Μόνο μια τέτοια διδασκαλία συμβιβάζεται με την έννοια του Θεού που μας αποκάλυψε ο ίδιος ο Θεός· μόνο με μια τέτοια αντίληψη της σωτηρίας θα κατανοήσουμε ότι ο Θεός είναι Θεός αγάπης, ότι είναι πράγματι ο ουράνιος Πατέρας μας, ο οποίος είναι έτοιμος να ελεήσει τους πάντες αδιακρίτως, αρκεί να στραφούν προς Αυτόν ζητώντας αυτό το έλεος. «Ζητάτε», λέει ο Κύριος, «και θα σας δοθεί· αναζητάτε και θα βρείτε· χτυπάτε και θα σας ανοιχτεί κ.λπ. Αν λοιπόν εσείς, ενώ είστε πονηροί, ξέρετε να δίνετε καλά δώρα στα παιδιά σας, πόσο περισσότερο ο ουράνιος Πατέρας σας θα δώσει αγαθά σε όσους Του τα ζητούν» (Ματθ. 7,7–11). «Ακούσατε ότι ειπώθηκε: να αγαπάς τον πλησίον σου και να μισείς τον εχθρό σου» —ιδού η βασική αρχή της νομικής, δικανικής αντίληψης της ζωής: να αποδίδεται στον καθένα ό,τι του οφείλεται. «Εγώ όμως σας λέω: να αγαπάτε τους εχθρούς σας, να ευλογείτε εκείνους που σας καταριούνται και να προσεύχεστε για εκείνους που σας κακομεταχειρίζονται και σας καταδιώκουν» —μια διάθεση ευθέως αντίθετη προς τη νομικιστική. Γιατί λοιπόν είναι αναγκαία; «Για να γίνετε παιδιά του ουράνιου Πατέρα σας· διότι Εκείνος ανατέλλει τον ήλιο Του πάνω σε πονηρούς και αγαθούς και στέλνει βροχή σε δικαίους και αδίκους», χωρίς να εξετάζει κατά πόσο αξίζουν αυτές τις ευεργεσίες και χωρίς να φοβάται μήπως ανταμείψει κάποιον ανάξιο (Ματθ. 5,43–45). Ανταποκρίνεται σε μια τέτοια αντίληψη του Θεού η δικανική έννοιά Του; Μπορεί να ειπωθεί ότι ο Κύριος «είναι αγαθός προς τους αχάριστους και τους πονηρούς» (Λουκ. 6,35), αν ανταποδίδει μόνο τα ίσα, αν ελεεί μόνο τους άξιους; Σε τι διαφέρει μια τέτοια ανταπόδοση από τη συνηθισμένη ανθρώπινη δικαιοσύνη; «Αν αγαπάτε», λέει ο Κύριος, «εκείνους που σας αγαπούν, ποια ανταμοιβή έχετε; Δεν κάνουν το ίδιο και οι τελώνες; Και αν χαιρετάτε μόνο τους αδελφούς σας, τι το ιδιαίτερο κάνετε; Δεν κάνουν το ίδιο και οι εθνικοί;» (Ματθ. 5,36–47). Το ίδιο μπορεί να ειπωθεί και για τη δικανική αντίληψη του Θεού. Αν ελεεί μόνο τους άξιους, είναι άραγε αυτό αγάπη; Δεν θα έκανε το ίδιο και ο καθένας από εμάς, που είμαστε διαποτισμένοι από φιλαυτία; Σε τι συνίσταται τότε η υπεροχή του θείου ελέους έναντι του δικού μας; «Αν σώσεις έναν δίκαιο», ομολογούμε στον Θεό στις καθημερινές βραδινές προσευχές μας, «δεν είναι κάτι μεγάλο· και αν ελεήσεις έναν καθαρό, δεν είναι κάτι θαυμαστό· διότι είναι άξιοι του ελέους Σου». Αλλά «σε αυτό συνίσταται η αγάπη: όχι στο ότι εμείς αγαπήσαμε τον Θεό, αλλά στο ότι Εκείνος μας αγάπησε πρώτος» (Α΄ Ιω. 4,10)· και «ο Θεός αποδεικνύει την αγάπη Του με το ότι ο Χριστός πέθανε για εμάς όταν ήμασταν ακόμη αμαρτωλοί» (Ρωμ. 5,8). «Αλλά σε εμένα τον αμαρτωλό», προσευχόμαστε, «δείξε θαυμαστό το έλεός Σου· σε αυτό φανέρωσε τη φιλανθρωπία Σου, ώστε η κακία μου να μην υπερισχύσει της ανείπωτης αγαθότητας και ευσπλαχνίας Σου».⁷¹ Αν ο Κύριος μας διδάσκει να συγχωρούμε τον πλησίον για τα αμαρτήματά του εναντίον μας και μας απαγόρευσε να απαιτούμε οποιαδήποτε ικανοποίηση για τις προσβολές που μας έγιναν —μολονότι ο νόμος της δικαιοσύνης όχι μόνο το επιτρέπει αλλά και το απαιτεί—, το απαγόρευσε επειδή ο ίδιος δεν απαιτεί από εμάς ικανοποίηση για τον εαυτό Του, επειδή ο ίδιος μας συγχωρεί δωρεάν. Μόνο ο νόμος παρουσίαζε τον Κύριο ως φύλακα της δικαιοσύνης· με την έλευση όμως του Χριστού, ο νόμος, αφού αναγνωρίστηκε ως ατελής (Ρωμ. 3,21 κ.α.), έπαψε να υφίσταται, και εμείς είδαμε τον ουράνιο Πατέρα μας όπως μας Τον φανέρωσε ο Μονογενής Του Υιός.

Μη μπορώντας να οδηγήσουν μέχρι τέλους την έννοια της αξιομισθίας και συγχρόνως μη θέλοντας ή φοβούμενοι να την εγκαταλείψουν εντελώς, στη Δύση επινόησαν τη διάκριση ανάμεσα στην αξιομισθία με την κυριολεκτική και με τη μη κυριολεκτική έννοια (de congruo), κατατάσσοντας τις ανθρώπινες αξιομισθίες στη δεύτερη κατηγορία. Ο Θεός, λένε, ασφαλώς δεν μπορεί, σύμφωνα με την πλήρη δικαιοσύνη, να αναγνωρίσει τα ανθρώπινα έργα, όπως αυτά είναι, ως αξιομισθίες άξιες ανταμοιβής, οι οποίες Τον υποχρεώνουν να αποδώσει στον άνθρωπο τα οφειλόμενα —για τους λόγους που αναφέρθηκαν παραπάνω—· κλείνοντας όμως, κατά κάποιον τρόπο, τα μάτια σε αυτό, δηλώνει στον άνθρωπο ότι θα αναγνωρίζει τα έργα του ως αξιομισθίες και θα τον ανταμείβει γι’ αυτά, σαν να άξιζαν ανταμοιβή. Έτσι, η ανταπόδοση εξακολουθεί να συντελείται σύμφωνα με τη δικαιοσύνη, έστω και υπό όρους.

Δεν μοιάζει όμως αυτό με το εξής: υπάρχει κάποιος νόμος, του οποίου η τήρηση είναι για κάποιον λόγο επαχθής ή επιζήμια για έναν ορισμένο άνθρωπο. Και τότε, από συμπόνια γι’ αυτόν, τον συμβουλεύουμε να παρακάμψει τον νόμο χωρίς να παραβιάσει το γράμμα του. Ο νόμος παρακάμπτεται, ενώ εμείς προσποιούμαστε ότι είμαστε πεπεισμένοι πως τηρήθηκε πλήρως. Πολλά παραδείγματα τέτοιων παρακάμψεων μπορεί κανείς να βρει στην ηθική διδασκαλία εκείνων ακριβώς των Ιησουιτών που, ίσως με μεγαλύτερο ζήλο από όλους, κήρυτταν τη δικανική αντίληψη της ζωής. Δεν εξεγείρεται όμως το ηθικό μας αίσθημα όταν αποδίδεται στον Θεό αυτό το αξιοθρήνητο παιχνίδι, αυτή η υποκριτική τήρηση του γράμματος με πραγματική παραβίαση του νοήματος του νόμου; Ο νόμος της δικαιοσύνης, αν τον κατανοήσουμε ως ανταπόδοση ίσης απόλαυσης για τον κόπο, τελικά και πάλι θα παραβιαστεί· διότι ο άνθρωπος στην πραγματικότητα δεν κερδίζει με την αξία του την αιώνια ζωή, και παρ’ όλα αυτά ο Κύριος θα λέει ότι ο άνθρωπος λαμβάνει την αιώνια ζωή κατά την αξιομισθία του. Ασφαλώς αυτό θα είναι έλεος· ασφαλώς θα είναι καλύτερο και πιο παρήγορο για εμάς από την απωθητική ξηρότητα ενός αυστηρού νόμου, αλλά η εικόνα του Θεού που θα προκύψει θα είναι κάθε άλλο παρά ηθική, ανάξια του Μόνου Αγίου.

Παρουσιάζοντας υπό ένα τόσο εσφαλμένο φως τη σχέση του Θεού με τον άνθρωπο, η δικανική αντίληψη της ζωής διαστρέφει και την ηθική ζωή του ανθρώπου.

Η ουσία της χριστιανικής ζωής έγκειται στην αγάπη, η οποία «είναι η εκπλήρωση του νόμου» (Ρωμ. 13,10). «Ο Ιησούς είπε στον νομικό: να αγαπάς τον Κύριο τον Θεό σου με όλη την καρδιά σου, με όλη τη σκέψη σου και με όλη τη διάνοιά σου. Αυτή είναι η πρώτη και μεγαλύτερη εντολή. Η δεύτερη, όμοια με αυτήν: να αγαπάς τον πλησίον σου όπως τον εαυτό σου. Σε αυτές τις δύο εντολές στηρίζονται όλος ο νόμος και οι προφήτες» (Ματθ. 22,37–40). «Αν κάποιος θέλει να με ακολουθήσει», λέει ο Κύριος, «ας απαρνηθεί τον εαυτό του, ας πάρει τον σταυρό του και ας με ακολουθήσει» (Ματθ. 16,24). Ανταποκρίνεται σε αυτές τις απαιτήσεις η δικανική αντίληψη της ζωής; Μπορεί να ειπωθεί ότι ο άνθρωπος αγαπά τον Θεό περισσότερο από καθετί, μπορεί να ειπωθεί ότι απαρνήθηκε εντελώς τον εαυτό του, όταν εκπληρώνει το θέλημα του Θεού μόνο με την ελπίδα να λάβει γι’ αυτό την ύψιστη ανταμοιβή; Διότι ο σκοπός που καθαγιάζει για τον άνθρωπο την αγαθοεργία σε αυτή την περίπτωση δεν είναι άλλος από την ευημερία· κέντρο της ζωής του εξακολουθεί να παραμένει το δικό του «εγώ» και όχι ο Θεός. Κάνοντας κάποια παραχώρηση υπέρ του νόμου του Θεού, ο άνθρωπος παραμένει κατά βάθος ο ίδιος φίλαυτος, που επιθυμεί μόνο το δικό του όφελος. Είναι αλήθεια ότι ο λόγος για την άρση του σταυρού αναφέρεται στις θλίψεις της εδώ ζωής. Είναι όμως σωστό να περιορίζουμε σε αυτές τις θλίψεις την ισχύ των λόγων του Σωτήρα; Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι ο Κύριος ποτέ δεν μας δίδαξε την εξωτερική καλή συμπεριφορά ως τελικό σκοπό, αλλά απέβλεπε στην εσωτερική διάθεση. Αν, για παράδειγμα, έδωσε την εντολή να αποφεύγουμε τον όρκο, να στρέφουμε και το άλλο μάγουλο σε εκείνον που μας χτύπησε κ.λπ., αυτό δεν σημαίνει καθόλου ότι στον χριστιανό επιβάλλονται ακριβώς αυτές οι πράξεις —οι οπαδοί των αιρέσεων δεν δικαιούνται να περιορίζουν έτσι το νόημα αυτών των λόγων. Για τον χριστιανό είναι δεσμευτική εκείνη η διάθεση η οποία, υπό ορισμένες συνθήκες, μπορεί να εκφραστεί με τις συγκεκριμένες πράξεις· οι τελευταίες χρησιμεύουν μόνο, θα λέγαμε, ως παραστατικό παράδειγμα της διδασκαλίας και όχι ως περιεχόμενό της. Ακριβώς το ίδιο ισχύει και για την άρση του σταυρού. Ο Κύριος, ασφαλώς, δεν χρειάζεται τα παθήματά μας, αλλά εκείνη τη διάθεση που κάνει για εμάς όχι μόνο αδιάφορο αλλά και χαρμόσυνο το να υποφέρουμε για τον Χριστό· χρειάζεται εκείνο το μίσος προς τον εαυτό που αποτελεί έκφραση της αγάπης προς τον Θεό. «Δώσε μου, παιδί μου, την καρδιά σου», λέει ο Σοφός (Παρ. 23,26). Όμως η πράξη που γίνεται για χάρη της ανταμοιβής δεν δίνει ακριβώς την καρδιά· η καρδιά εξακολουθεί να ανήκει στον άνθρωπο και όχι στον Θεό. «Αν κάνετε καλό σε εκείνους που σας κάνουν καλό, ποια ευγνωμοσύνη σας οφείλεται γι’ αυτό; Διότι και οι αμαρτωλοί κάνουν το ίδιο. Και αν δανείζετε σε εκείνους από τους οποίους ελπίζετε να πάρετε πίσω τα δανεικά, ποια ευγνωμοσύνη σας οφείλεται γι’ αυτό; Διότι και οι αμαρτωλοί δανείζουν σε αμαρτωλούς για να πάρουν πίσω τα ίσα» (Λουκ. 6,33–34). Και πάλι ο Κύριος δεν μεριμνά για τους οφειλέτες μας, αλλά θέλει με αυτό το παράδειγμα να μας διδάξει την αυταπάρνηση για χάρη του ουράνιου Πατέρα μας. «Και η ανταμοιβή σας θα είναι μεγάλη και θα είστε παιδιά του Υψίστου· διότι Εκείνος είναι αγαθός και προς τους αχάριστους και τους πονηρούς» (στ. 35). Αν όμως αγαπάμε τον Χριστό και Τον ακολουθούμε μόνο επειδή «φάγαμε ψωμί και χορτάσαμε» (Ιω. 6,26), αν κάνουμε το καλό μόνο επειδή περιμένουμε από τον Θεό μεγαλύτερη ανταμοιβή, τότε σε τι διαφέρει η αγαθοεργία μας από εκείνη των ειδωλολατρών; Διότι και οι ειδωλολάτρες, προσδοκώντας ανταμοιβή, μπορούν να κάνουν καλά έργα· επιτελούν μάλιστα και τέτοιους ασκητικούς αγώνες, μπροστά στους οποίους δεν μπορεί κανείς παρά να σταθεί με κατάπληξη. Τέτοιοι είναι, για παράδειγμα, οι φακίρηδες, οι βουδιστές ασκητές, ορισμένοι δερβίσηδες κ.ά. Όλοι τους, ο καθένας με τον τρόπο του, προσδοκούν για τον εαυτό τους ανταμοιβή ή όφελος πέρα από τον τάφο και γι’ αυτό καταπονούν το σώμα τους, υπομένουν προσβολές, απαρνούνται τις ανέσεις και τις τιμές της κοσμικής ζωής κ.λπ. Όλη η διαφορά της δικής μας αγαθοεργίας από εκείνη των ειδωλολατρών θα συνίσταται στο ότι εμείς προσδοκούμε ανταμοιβή από τον αληθινό Θεό, ενώ οι βουδιστές, οι φακίρηδες κ.λπ. κυνηγούν φαντάσματα· στην ουσία όμως, από την άποψη της εσωτερικής διάθεσης, δεν θα διαφέρουμε καθόλου από αυτούς· θα είμαστε εξίσου φίλαυτοι με εκείνους.⁷² Όχι, ο αληθινός ακόλουθος του Χριστού «ονομάζει το Σάββατο χαρά» (Ησ. 58,13), και όχι βάρος ούτε μέσο για όφελος· «εκείνος που γεννήθηκε από τον Θεό δεν αμαρτάνει», όχι από φόβο τιμωρίας ούτε από επιθυμία ανταμοιβής, αλλά επειδή «το σπέρμα του Θεού παραμένει μέσα του» (Ιω. 3,9). Η αγαθοεργία του, επομένως, πρέπει να έχει τη ρίζα της μέσα στην ψυχή· πρέπει να πηγάζει όχι από την αυτολύπηση, η οποία είναι από την ίδια της την ουσία εχθρική προς τη διδασκαλία του Χριστού, αλλά από την αγάπη προς το καλό και προς τον Θεό.

Σημειώσεις:



60 In Rom., Hom. VIII, 7 (Migne, τόμ. LX, στ. 462–463). Ρωσική μετάφραση, σ. 176.

61 In Genes., Hom. XLII, 1 (Migne, τόμ. LIV, στ. 386). Μετάφραση, τόμ. III, σ. 5–6.

62 In Math., Hom. XVI, 1 (Migne, τόμ. LVII, στ. 251). Μετάφραση, Μόσχα 1886, τόμ. I, σ. 329–330.

63 De stat., Hom. II, о (Migne, τόμ. XLIX, στ. 41). Προς Αντιοχείς, τόμ. I, σ. 232.

64 Χρυσόστομος, In Genes., Hom. XXV, 7 (Migne, τόμ. LIII, στ. 228). Τόμ. II, σ. 51–52.

65 Τόμ. VI, σ. 418. Αδάμ και Ενώχ.

66 Τύχων του Ζαντόνσκ. Τόμ. IV, σ. 11. Πνευματικός θησαυρός, § 4.

67 Τόμ. I, σ. 403. Έκδοση 1845–1854.

68 In Rom., Hom. XII, 2 (Migne, τόμ. LX, στ. 496). Μετάφραση, σ. 259.

69 Γρηγόριος Νύσσης, In Psalm. I, 8 (Migne, τόμ. XLIV, στ. 468). Τόμ. II, σ. 41.

70 Έργα. Μόσχα 1851–1854. Τόμ. IV, σ. 57.

71 Προσευχές πριν από τον ύπνο.

72 Γι’ αυτό ακριβώς, με τη δικανική αντίληψη της ζωής, δεν μπορεί να κατανοηθεί γιατί ο λόγος του Θεού και ολόκληρη η πατερική γραμματεία επιμένουν με τόση έμφαση ότι ο άνθρωπος σώζεται μόνο με την πίστη στον Χριστό και μόνο μέσα στην Εκκλησία. Αν πούμε, μαζί με τους Προτεστάντες, ότι έξω από τον χριστιανισμό ο άνθρωπος δεν μπορεί να είναι ενάρετος, θα μας υποδείξουν ως απάντηση τα πολυάριθμα ίχνη ενάρετης ζωής και στην ειδωλολατρία —μολονότι, ασφαλώς, δεν υπάρχει σε αυτήν ένα απολύτως ολοκληρωμένο παράδειγμα. Σε κάθε περίπτωση, η ζωή ενός συνηθισμένου χριστιανού δεν διαφέρει τόσο έντονα από τη ζωή ενός έντιμου ειδωλολάτρη, ώστε να είναι προφανές γιατί ο πρώτος αξίζει περισσότερο τη σωτηρία από τον δεύτερο. Γιατί λοιπόν ο Κύριος δέχεται τον πρώτο και όχι τον δεύτερο; Ο τελώνης ήταν πιο αμαρτωλός από τον Φαρισαίο· ο ληστής είχε ίσως διαπράξει πολλά τέτοια έργα, από τα οποία οι γραμματείς θα απομακρύνονταν με φρίκη. Γιατί λοιπόν οι δύο πρώτοι είναι ευάρεστοι στον Θεό, ενώ ο Φαρισαίος και οι γραμματείς όχι; Απομένει μόνο μία διαφορά: οι πιστοί αναγνωρίζουν τον Θεό ως Δεσπότη τους, ενώ οι άπιστοι κ.λπ. δεν Τον αναγνωρίζουν. Για τον νομικιστή, αυτή η βάση είναι απολύτως επαρκής: το κυριότερο έγκλημα σε μια έννομη ένωση είναι η προσβολή της μεγαλειότητας. Όμως το ηθικό μας αίσθημα δεν ησυχάζει όταν εφαρμόζουμε το ίδιο στον Θεό: από Εκείνον προσδοκούμε μια ανώτερη δικαιοσύνη, η οποία αποτιμά τις πράξεις του ανθρώπου σύμφωνα με την ουσία τους και όχι σύμφωνα με τη μία ή την άλλη σχέση του προς Εκείνον που κρίνει.

Δεν υπάρχουν σχόλια: